αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....
Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....
Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης.
Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...
Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας
«Γράφει ο ηθοποιός Αντώνης Καφετζόπουλος: «Προς κύριαν Μενδώνην
Να σας πω δυο κουβέντες για το θέμα της εξαπάτησης. Είμαι ειδικός.
Όλοι οι καλλιτέχνες είμαστε εξαπατητές. Μάλιστα όσο καλύτερα
εξαπατήσουμε το κοινό μας τόσο περισσότερο θα γνωρίσουμε δόξα,
χειροκροτήματα, αποθέωση – και γιατί όχι, κάποιες φορές γενναία
οικονομική ανταμοιβή.
Η διαφορά – που ως φαίνεται δεν σας είναι και πολύ σαφής – είναι ότι
εμείς πριν επιδοθούμε στην τέχνη της εξαπάτησης το δηλώνουμε φαρδιά
πλατιά: «στο ρ ό λ ο του Άμλετ ο Χ. Ψ.», ή «Μόμπι Ντικ, η φάλαινα», μ υ θ
ι σ τ ό ρ η μ α, «η Κάλπικη Λίρα» κινηματογραφική τ α ι ν ί α. Και ούτω
κάθε εξής.
Έτσι, γνωρίζει ο εκ των προτέρων εξαπατούμενος – τίμια πράματα –
ότι θα ε π ι δ ι ώ ξ ο υ μ ε να τον εξαπατήσουμε, με αποτέλεσμα, αν το
πετύχουμε για μερικές στιγμές π.χ. στη διάρκεια μιας παράστασης, να
δώσουμε το έναυσμα στη φαντασία του «εξαπατηθέντος» να συμπληρώσει αυτά
που ελλειπτικά παρουσιάζουμε στη σκηνή και να φτιάξει μέσα του έναν
μη-πραγματικό αλλά πολύ ισχυρό σε συμβολισμό κόσμο. Λέγεται «τέχνη». Και
– αν είναι άξια λόγου – κάνει τον εξαπατηθέντα να φύγει χαρούμενος
ή/και προβληματισμένος ή/και συγκινημένος ή/και «χτυπημένος απο την
ομορφιά». Εν παση περιπτώσει να μην κλαίει τα λεφτά που έδωσε στο
ταμείο. [μια και είστε του αρχαίου πιο πολύ παρά του σύγχρονου
πολιτισμού, σας συστήνω να (ξανά)διαβάσετε τη θαυμάσια περιγραφή του
Ξενοφώντα στο «Συμπόσιο» του. Τις σελίδες που περιγράφει πως ένας
προαγωγός, μια αυλητρίδα-ηθοποιός κι ένας νεαρός συνάδελφος της,
αναπαριστούν μια ερωτική σκηνή και την επίδραση που είχε αυτό στους
συνδαιτημόνες, αριστούργημα]
Αυτό που υποστηρίζετε ότι πάθατε εσείς λέγεται α π ά τ η (η κοινή). Μην τα μπερδεύετε.
Μάλιστα σε άλλες χώρες οι έχοντες θέσεις ευθύνης παραιτούνται για πολύ
μικρότερες αιτίες. (Π.χ.: «τα καλώδια που αγόρασα με τα χρήματα των
φορολογουμένων ήταν κακής ποιότητας, με απάτησαν, παραιτούμαι για λόγους
ευθιξίας»).
Θα έλεγα ότι σας τη χαρίζουμε, αν δεν είχατε βαρύ παρελθόν. (Δεν
έχουμε ξεχάσει πόσο υπονομεύσατε την εφαρμογή του Νόμου Γερουλανου για
το σινεμα όταν τα κανατε πλακάκια με κατι παλαιολιθικούς συνδικαλιστές ή
την παντελή απουσία σας απο ότι αφορούσε οτιδήποτε άλλο εκτός απο τον
μουσειακό πολιτισμό, την προσβλητική απουσία σας απο την ενίσχυση των
καλλιτεχνών και των υπολοίπων δραστηριοποιούμενων στις τέχνες (τεχνικοί,
βοηθητικοί εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, μακρύς ο κατάλογος) που
πλήγηκαν αφάνταστα απο την επιδημία (που μάλιστα συνοδεύτηκε απο την
ακόμα προσβλητικότερη δήλωση σας ότι όλοι αυτοί δεν έχουν ανάγκη γιατί
τα παίρνουν μαύρα…) Ακόμα, θα σας τη χαρίζαμε αν δεν είχατε επιχειρήσει
να πετάξετε στις κερκίδες την καυτή πατάτα Λιγνάδη που έτυχε στη βάρδια
σας, με δικαιολογίες που δεν έπειθαν ούτε τους αφελέστερους
καλοπροαίρετους. Τέλος, μπορεί και να τα καταπίναμε όλα αν δεν δείχνατε
αυτό το απεχθές πρόσωπο που πολιτικάντη που προσπαθεί πάση θυσία να
σώσει το δέρμα του: μέσα σε δυο-τρεις μέρες πήγατε απο το ένα άκρο του
«δεν ξέρω, δεν άκουσα», στο άλλο της μηνυτήριας αναφοράς, της εξαπάτησης
απο έναν επικίνδυνο – όπως τώρα λέτε – άνθρωπο και της μεταφοράς σε
άλλους της δικής σας ευθύνης να εποπτεύετε. Και μάλιστα να αφήνετε να
εννοηθεί ότι μια και γνωρίσατε τον επικίνδυνο 3 μέρες πριν το διορισμό
του, κάποιος άλλος, ίσως υψηλότερα ιστάμενος, έλαβε την απόφαση που έχει
την υπογραφή σας;
Ντροπή Κυρια Μενδώνη, θα παρακολουθούσα, σίγουρα όχι με
συμπάθεια αλλά με κάποια κατανόηση την προσπάθεια να σώσετε τη δουλειά
σας. Άλλωστε δεν θεωρώ ότι η δική σας απομάκρυνση έχει να προσφέρει κάτι
ουσιαστικό στο σοβαρότατο θέμα που μας απασχολεί παρ´ εκτός να
σημειωθεί ως πύρρεια νίκη των πολιτικών σας αντιπάλων, πράγμα που
προσωπικά με αφήνει παγερά αδιάφορο.
Πλην όμως το «όφις με ηπάτησε» έχει απορριφθεί προ πολλού ως αιτία απαλλαγής.
Μ όλα τα παραπάνω έχετε αναδειχτεί σε πολλαπλά βλαβερή παράμετρο για το
σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Έτσι δεν μπορώ παρά να συνταχθώ αυτούς που
ζητούν να αποχωρήσετε.
Αν με την ευκαιρία αυτή, του εξοστρακισμού 5-6 τοξικών ανθρώπων στις τέχνες ξεφορτωθούμε κι εσάς το όφελος θα είναι διπλό».
Οι σωματικά δραστήριοι άνθρωποι, ιδίως όσοι ασκούνται τακτικά, έχουν μικρότερη πιθανότητα να πεθάνουν αμέσως μετά από ένα έμφραγμα,
σύμφωνα με μία νέα ευρωπαϊκή επιστημονική μελέτη με τη συμμετοχή
Ελλήνων ερευνητών. Η καθιστική ζωή και η έλλειψη άσκησης αυξάνει
αντίθετα τον κίνδυνο άμεσου θανατηφόρου εμφράγματος.
Οι ερευνητές,
οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Προληπτικής
Καρδιολογίας «European Journal of Preventive Cardiology» της Ευρωπαϊκής
Εταιρείας Καρδιολογίας, ανέλυσαν στοιχεία για 28.140 άτομα που είχαν
υποστεί έμφραγμα, εκ των οποίων σχεδόν τα 5.000 (ποσοστό 18%) είχαν
πεθάνει μέσα σε τέσσερις εβδομάδες μετά το έμφραγμα. Από αυτά τα
θανατηφόρα εμφράγματα, σχεδόν δύο στα τρία (62,3%) είχαν οδηγήσει σε
άμεσο θάνατο.
Διαπιστώθηκε ότι όσοι άνθρωποι είχαν μέτρια και
υψηλά επίπεδα σωματικής δραστηριότητας και άσκησης στον ελεύθερο χρόνο
τους, είχαν 33% και 45% μικρότερο κίνδυνο, αντίστοιχα,
να πεθάνουν αμέσως μετά το έμφραγμα. Η πιθανότητα θανάτου μέσα στις
επόμενες 28 ημέρες ήταν μικρότερη κατά 36% και 28%, αντίστοιχα.
Οι οδηγίες των ειδικών συνιστούν οι υγιείς ενήλικες όλων των ηλικιών να κάνουν τουλάχιστον 150 λεπτά άσκηση μέτριας έντασης την εβδομάδα ή 75 λεπτά μεγάλης έντασης.
Από
ελληνικής πλευράς, στη μελέτη συμμετείχαν ο καθηγητής
Βιοστατιστικής-Επιδημιολογίας της Διατροφής Δημοσθένης Παναγιωτάκος και η
Ματίνα Κούβαρη από το Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής του
Χαροκόπειου Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς, επίσης, η Χριστίνα Χρυσοχόου
της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και της Α' Καρδιολογικής Κλινικής στο
«Ιπποκράτειο».
Στις φτωχογειτονιές του
Κίνγκστον, ο Μάρλεϊ γνώρισε από τα πρώτα του βήματα τις διακρίσεις.
Αφοσιώθηκε σταδιακά στη μουσική και έπαιζε ποδόσφαιρο. Πολύ ποδόσφαιρο.
«Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία» έλεγε ο Μπομπ Μάρλεϊ.
Λάτρης της στρογγυλής θεάς και της τρομερής Σάντος του Πελέ, ο πιο
δημοφιλής εκπρόσωπος της ρέγκε παγκοσμίως έπαιζε μπάλα όπου μπορούσε,
όπου βρισκόταν, πίσω από συναυλιακούς χώρους, σε στούντιο, σε χώρους
στάθμευσης, παντού.
Το ρασταφαριανό κίνημα που ο ίδιος οικοδόμησε είχε ως βασικές αρχές
την ελευθερία στην έκφραση, τη ράστα κόμμωση, τη χρήση κάνναβης, την
κατανάλωση φυτικών τροφών και την κοινωνική αλληλεγγύη. Στόχος του
Μάρλεϊ ήταν το κίνημα να γίνει δημοφιλές σε όλες τις κοινωνικές τάξεις
της τζαμαϊκανής κοινωνίας, να διαμορφώσει μια διαφορετική οπτική
απέναντι στην ζωή, κυρίως όμως να «σπάσει» τα βαθιά ρατσιστικά κατάλοιπα
της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Στις φτωχογειτονιές του Κίνγκστον, ο Μάρλεϊ γνώρισε από τα πρώτα του
βήματα τις διακρίσεις. Δούλεψε ως καθαριστής σε ξενοδοχεία, εργάστηκε
μέχρι τα 14 του χρόνια σε σιδεράδικο, όταν παράτησε το σχολείο για να
μπορέσει να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του. Αφοσιώθηκε σταδιακά
στη μουσική και έπαιζε ποδόσφαιρο. Πολύ ποδόσφαιρο.
Διάβαζε τη Βίβλο, είχε 13 παιδιά, «πάντρευε» θρησκευτικά και
μεσσιανικά με επαναστατικά μηνύματα στα τραγούδια του, πάντα φρόντιζε να
στηρίζει τους αδύναμους, στήνοντας ένα μεγάλο δίκτυο αλληλεγγύης και
προσφοράς στη Τζαμάικα. Έκανε πολλές μουσικές συνεργασίες, άλλαζε συχνά η
σύνθεση των συγκροτημάτων, αλλά ποτέ το ύφος και τα μηνύματα που
περνούσε μέσα από τα τραγούδια του.
Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο δεν κρυβόταν, παρά το γεγονός ότι δεν
αγωνίστηκε σε κάποια επαγγελματική ομάδα. Όπου έβρισκε έπαιζε
ποδόσφαιρο, ακόμα και με πορτοκάλια και κονσερβοκούτια, σε πάρκα και
αλάνες, ενώ όταν ηχογραφούσε έκανε διαλείμματα για να συγκεντρωθεί,
παίζοντας μπάλα με τους συνεργάτες του. Ο κολλητός του, Άλαν Κόουλ,
επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, εκθείαζε την ποδοσφαιρική του ευφύια και
την τεχνική του κατάρτιση.
Από την στιγμή που ο καρκίνος του χτύπησε την πόρτα, η κατάληξη του
Μπόμπ ήταν γνωστή. Αν και είχε διαγνωστεί ήδη με μελάνωμα σε εκείνο στο
φιλικό που συμμετείχε στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1980, δεν τον είχε
εμποδίσει να σκοράρει, κόντρα στον αρχιγκολτζή Σέζαρ Λίμα της Σελεσάο
του 1970. Σε αυτή την επίσκεψη στην Βραζιλία ο Μπομπ Μάρλεϊ είχε ζητήσει
από τον Σέζαρ Λίμα να τον βοηθήσει στη δημιουργία ενός ποδοσφαιρικού
σχολείου στη Τζαμάικα. Ο καρκίνος όμως επιδεινώθηκε και ο Μάρλεϊ την
επόμενη χρονιά έφυγε από τη ζωή. Η μουσική του όμως θα μείνει για πάντα
στη ζωή μας και στους αγωνιστικούς χώρους.
Η «επέτειος» της ντροπής: Πριν από 22 χρόνια ο Οτσαλάν έπεφτε στα χέρια των Τούρκων με εμπλοκή της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ – Σημίτη
Στις15 Φλεβάρη 1999, σαν σήμερα, ο Οτσαλάν έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, με εμπλοκή της τότε ελληνικής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον κ.Σημίτη.
Την επόμενη μέρα, κι
ενώ ο ελληνικός λαός είχε σαστίσει μαθαίνοντας τι είχε συμβεί την
προηγούμενη νύχτα στην ελληνική πρεσβεία στην Κένυα, τέθηκε στον τότε
κυβερνητικό εκπρόσωπο μια ερώτηση που ουδέποτε είχε τεθεί μέχρι τότε σε
εκπρόσωπο κυβέρνησης: «Ποιος είναι ο ορισμός που δίνει η κυβέρνησή σας στις έννοιες “φιλότιμο” και “αξιοπρέπεια”;»,ήταν η ερώτηση…
Η απάντηση του κ.
Ρέππα, όπως και τότε έτσι και σήμερα, δεν είχε και δεν έχει καμία
σημασία. Σημασία έχει ότι εκείνες τις μέρες η Ελλάδα είχε οδηγηθεί με
την υπόθεση Οτσαλάν σε τέτοιον κατήφορο, που τίποτα δεν θεωρείτο
δεδομένο. Ούτε ακόμα και το τι σημαίνουν λέξεις όπως «φιλότιμο» και
«αξιοπρέπεια»…
Ο Οτσαλάν από τα
χέρια της Ελλάδας είχε βρεθεί στα χέρια της τουρκικής ΜΙΤ. Και τούτο ενώ
δύο μήνες πριν, τα 2/3 της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ (ανάμεσά
τους και υπουργοί…), είχαν υπογράψει ψήφισμα με το οποίο καλούσαν τον
Οτσαλάν να έρθει στην Ελλάδα για να βρει άσυλο…
Δυο μέρες μετά την
παράδοση του ηγέτη των Κούρδων, ο τότε πρωθυπουργός Σημίτης εξέδωσε μια
μακροσκελέστατη ανακοίνωση για την υπόθεση Οτσαλάν. Το επισημαίνουμε:
Εκείνη η ανακοίνωση του Κ. Σημίτη εκδόθηκε σε μια στιγμή που ο ηγέτης
των Κούρδων βρισκόταν ήδη στις τουρκικές φυλακές, με – αν μη τι άλλο –
εμφανέστατη την εμπλοκή και τις βαριές ευθύνες της ελληνικής κυβέρνησης
σε αυτήν την εξέλιξη.
Τι επέλεξε να τονίσει σε κείνη την ανακοίνωση ο κύριος Σημίτης; Επέλεξε, μιλώντας για το «κουρδικό ζήτημα», να δηλώσει: «Είμαστε κατά των ένοπλων ανταρσιών και των πράξεων τρομοκρατίας και βίας»!
«Ένοπλη ανταρσία» (!), λοιπόν, ο αγώνας του κουρδικού λαού για ελευθερία! «Τρομοκρατία και βία» η
πάλη των Κούρδων για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους! Αυτά ήταν τα
λόγια του κυρίου Σημίτη, μόλις δύο 24ωρα από την παράδοση του Οτσαλάν!
Αυτά ήταν τα λόγια
που ειπώθηκαν σε μια στιγμή που ολόκληρος ο ελληνικός λαός ένιωθε οργή
και ντροπή. Οργή για το κατάντημα της κυβέρνησης, κατάντημα, όμως, για
το οποίο η ίδια η τότε κυβέρνηση όχι μόνο δεν ένιωθε ντροπή, αλλά
καυχιόταν κιόλας για την αποστολή που εκτέλεσε.
Εξάλλου, στην ίδια
εκείνη ανακοίνωση, ο κ. Σημίτης, που θέλοντας να διασώσει εαυτόν είχε
θυσιάσει τρεις υπουργούς (Πάγκαλο, Παπαδόπουλο, Πετσάλνικο), ισχυριζόταν
ότι:
«Κάναμε το χρέος μας με τον
καλύτερο τρόπο, απέναντι στην Ελλάδα και τα συμφέροντά της, απέναντι στο
κουρδικό ζήτημα και τον ίδιο τον Οτσαλάν »!
Θα το επαναλάβουμε: Εκείνη
η απίστευτη ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ και του πρωθυπουργού Σημίτη είχε
εκδοθεί τη στιγμή που οι εικόνες του δέσμιου Οτσαλάν έκαναν το γύρο του
κόσμου!
Αν προσπαθούσαμε να
γυρίσουμε πίσω το χρόνο στο κλίμα εκείνης της εποχής θα λέγαμε ότι ακόμα
κι αν κάποιος (ως υπόθεση εργασίας και μόνο) δεχόταν σαν ειλικρινή την
εκδοχή της ελληνικής κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ ότι δεν ευθυνόταν για την
σύλληψη Οτσαλάν από την Τουρκία, το ερώτημα που ετίθετο ήταν: Μετά από
εκείνη την ανακοίνωση του πρωθυπουργού Σημίτη, ποιος θα μπορούσε να
πιστέψει ότι επρόκειτο για μια «αθώα» κυβέρνηση και όχι για μια «κυβέρνηση – καταδότη», όπως φώναζαν οι διαδηλωτές στους δρόμους της Αθήνας και σε όλες τις πόλεις της χώρας;
Μια κυβέρνηση που
είχε ήδη στο ενεργητικό της τα «ευχαριστώ» προς τις ΗΠΑ μετά τα Ίμια,
είχε συνυπογράψει την ελληνοτουρκική συμφωνία της Μαδρίτης κατ’ εντολήν της Ολμπράιτ,
είχε ήδη αποδεχτεί τη συμφωνία για τη
νέα δομή του ΝΑΤΟ που δημιουργούσε νέα αρνητικά δεδομένα όσον αφορά τη
«διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών προβλημάτων του Αιγαίου,
είχε φερθεί με το γνωστό τρόπο στην υπόθεση των πυραύλων «S-300» μετά από απαίτηση των Αμερικανών,
ποιος θα μπορούσε να την πιστέψει την ώρα που ο Οτσαλάν έπεφτε στα χέρια των Τούρκων;…
Κανένας δεν πίστεψε
τότε την κυβέρνηση Σημίτη. Και τούτο παρότι εκείνες τις πρώτες μέρες δεν
είχε γίνει καν γνωστή η έκθεση του πρέσβη της Ελλάδας στην Κένυα. Η
έκθεση, δηλαδή, που καταγραφόταν «χαρτί και καλαμάρι» ο ρόλος της
κυβέρνησης στην υπόθεση Οτσαλάν .
Η έκθεση του πρέσβη,
που ήρθε στο φως περίπου ένα μήνα αργότερα, ήταν αποκαλυπτική: Εκεί,
στην έκθεση – ομολογία και αποκάλυψη, καταγραφόταν ότι η εντολή από την
Αθήνα προς τον πράκτορα της ΕΥΠ που συνόδευε τον Οτσαλάν στην ελληνική
πρεσβεία της Κένυας ήταν: «Σάββα, παιδί μου, πέτα τον έξω»! Αυτή ήταν η εντολή…
Ας θυμηθούμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την έκθεση του Έλληνα πρέσβη στην Κένυα, του κ. Γ. Κωστούλα, που ήρθε στο φως το Μάρτη του 1999, και στα οποία γίνεται αναφορά στους χειρισμούς του «Μεγάλου τραγουδιστή», των συνεργατών του, στελεχών της ΕΥΠ και κρατικών παραγόντων, που προηγήθηκαν της σύλληψης του Οτσαλάν από τους Τούρκους.
«(…) Συνομιλία με Κιθουρίμα (σσ:
Κενυάτης αξιωματούχος), περίεργο τηλεφώνημα Αμερικανού και αναχώρηση δυο
επισκεπτών αναφέρονται αμέσως σε κ. Παπαϊωάννου (σσ: διευθυντής
διπλωματικού γραφείου υπουργού Θ. Πάγκαλου), οποίος λέγει ότι θα τα
μεταφέρει σε «μεγάλο τραγουδιστή», δηλαδή κ. υπουργό
(σσ: Θ. Πάγκαλο), και αναλαμβάνει υποχρέωση “να μας τραγουδήσει, αφού
ακούσει τραγούδι μεγάλου τραγουδιστή” (…).
Περί ώρα 14.00, κ. Παπαϊωάννου
επικοινωνεί με πρεσβεία και εντέλλει υπογράφοντα μεταφέρει με
“δεσποινίδα Κατεχάκη”, δηλαδή κ. Καλεντερίδη, σε Οτσαλάν ότι πρέπει ταχύτερο δυνατόν απομακρυνθεί από “εθνικά χρώματα”. Σε ερώτησή μου “και να πάει πού;”, κ. Παπαϊωάννου απαντά ως εξής:
“Μεγάλος τραγουδιστής έχει εκνευριστεί. Κάναμε μια εξυπηρέτηση. Μην μας τη βγάζουν από τη μύτη. Να πάει σαφάρι. Να πάει όπου θέλει. Μακριά από εθνικά χρώματα” (…)
Περί 10.00, κ. Καλεντερίδης
επικοινωνεί με αρχηγό του. Τελευταίος μόλις έχει πληροφορηθεί τα περί
αιτήσεως ασύλου (σσ: από τον Οτσαλάν ) και εξαγριωμένος απαντά ως εξής:
“Να του πεις ότι είναι ηλίθιος. Διέπραξε αθλιότητα. Αυτό που έκανε δεν
είναι τίποτα. Δεν ισχύει. Να του πεις να τσακιστεί να φύγει γρήγορα και
να πάει όπου θέλει. Εμείς δεν του τάξαμε τίποτα. Πέτα τον έξω, ρε Σάββα, να τελειώνουμε. Σε παρακαλώ, παιδί μου” (…)
Μετ’ ολίγον, κος Διακοφωτάκης
απαντά σε τηλέφωνο, σε οποίο “κάποιος ονόματι Μιχάλης” ζητά κ.
Καλεντερίδη. Κος Καλεντερίδης προσέρχεται και σε ανοιχτή ακρόαση
λέγονται εξής:
“Σάββα άκουσέ με, είμαι ο
Τζοβάρας, είναι εδώ τρεις υπουργοί και ο αρχηγός, κρέμονται τρεις
υπουργοί από σένα, το καταλαβαίνεις; Να πας αμέσως και να τον πετάξεις έξω με τη βία” (…). Τζοβάρας συνεχίζει:
“Σε παρακαλώ Σάββα, πέτα τα έξω τα
μ….πανα να τελειώνουμε. Μπορείς να το κάνεις. Πρόσεξε γιατί αν δεν το
κάνεις, όταν έρθεις πίσω θα σε αποστρατεύσουν. Μπορείς να το κάνεις. Είναι τρεις υπουργοί εδώ» (…).
Λίγο αργότερα, μας τηλεφωνεί κ. Παπαϊωάννου και ζητά να “ερευνήσωμε αγορά” ώστε εξευρεθούν ντόπιοι “φουσκωτοί”, δηλαδή, μπράβοι, οποίοι αναλάβουν επιχείρηση βίαιης αποχωρήσεως Οτσαλάν και συνοδών του από κατοικία (…).
Ύστερα, δεχτήκαμε τηλεφωνήματα από
κ. Παπαϊωάννου και ΕΥΠ και μας έγινε γνωστό ότι Αθήνα αποφάσισε εδώ
έλευση τεσσάρων “φουσκωτών”, οποίοι αναλάβουν επιχείρηση βίαιης απομακρύνσεως (…)».
Αυτά αναφέρονταν
μεταξύ άλλων στην έκθεση Κωστούλα. Ωστόσο οι τότε κυβερνώντες έλεγαν ότι
πήγαν τον Οτσαλάν στην ελληνική πρεσβεία στην Κένυα για να τον σώσουν.
Μόνο που ο Οτσαλάν – σύμφωνα με την έκθεση – «πετάχτηκε έξω» από την
ελληνική πρεσβεία. Αλλά απ ‘ έξω ήταν οι Τούρκοι…
Και κάτι ακόμα: Το καλοκαίρι του 2004, στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (25/8/2004) αναδημοσιεύτηκε κείμενο της τουρκικής εφημερίδας «Ραντικάλ» στο οποίο γινόταν λόγος για την υπόθεση Οτσαλάν. Στο κείμενο υποστηριζόταν ότι:
«… ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στην
Αθήνα, Νίκολας Μπερνς, πραγματοποίησε συνάντηση με τον κ. Πάγκαλο, ο
οποίος του τόνισε ότι η ελληνική πλευρά επιδιώκει μεν να απομακρύνει από
τη χώρα τον Οτσαλάν, αλλά αυτό δεν κατέστη εφικτό μέχρι στιγμής. Τότε –
κατά τη “Ραντικάλ” – ο Μπερνς πραγματοποίησε μια κρίσιμη επέμβαση: “Φροντίστε να αποστείλετε τον Οτσαλάν στην Κένυα και τα υπόλοιπα είναι δική μας υπόθεση”, φέρεται ειπείν στον Θ. Πάγκαλο…».
Αυτά έγραφε η
«Ραντικάλ» και αναδημοσιεύτηκαν στον ελληνικό Τύπο. Και, βεβαίως, δεν
είναι δική μας πρόθεση να τα υιοθετήσουμε. Είναι όμως υπόθεση του
καθενός να αναρωτηθεί: Υπήρξε η ευθιξία από τους πρωταγωνιστές εκείνης
της ντροπιαστικής υπόθεσης να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς των λόγω
δημοσιευμάτων;
Τέτοια ευθιξία απέναντι
στο συγκεκριμένο δημοσίευμα, δεν υπέπεσε στην αντίληψή μας, κι αν
υπήρξε ήταν προφανώς πολύ μικρότερης έντασης από την ένταση με την οποία
καταγράφηκε στην συλλογική μνήμη του ελληνικού λαού εκείνο το «Σάββα, παιδί μου, πέτα τον έξω»…
Αυτή η ντροπή, αυτή η
μαύρη σελίδα που γράφτηκε σαν σήμερα από τους πρώην «ταγούς» αυτού του
τόπου (σσ: πολλοί εξ αυτών πρωταγωνίστησαν σε μια σειρά ακόμα δράματα
που ακολούθησαν) δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Θα τους κυνηγάει για πάντα.
Το έχουμε ξαναγράψει και θα το επαναλάβουμε: Όποιακι
αν θα είναι η τελική κρίση της Ιστορίας, πρώτα και κύρια του κουρδικού
λαού, για το πρόσωπό του Οτσαλάν, το γεγονός παραμένει: Από τα χέρια
μιας ελληνικής κυβέρνησης, της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο Οτσαλάν βρέθηκε
στα χέρια της Τουρκίας. Κι αυτό, ως στιγμιότυπο της – ελληνικής –
Ιστορίας, θα αποτελεί εσαεί κηλίδα ντροπής. Για εκείνους τους «μεγάλους τραγουδιστές» που δια πράξεων ή παραλείψεων πρωταγωνίστησαν σε αυτή την εξέλιξη.
Η ελληνική επανάσταση του 1821 υπήρξε
η πρώτη αστική επανάσταση στην Ανατολική Ευρώπη ενάντια στους
γαιοκτήμονες φεουδάρχες, η οποία είχε σαν κατάληξη την ίδρυση
του πρώτου αστικού κράτους στην περιοχή. Βέβαια είχε προηγηθεί η
επανάσταση των Σέρβων το 1804 με τον Καραγεώργη Πέτροβιτς
(γνωστό ως Καραγεώργη Σερβίας) η οποία όμως έφτασε μέχρι το
βαθμό της αναγνώρισης της Σερβίας σε αυτόνομη ηγεμονία, που
πλήρωνε φόρους στην Πύλη. Οι τελευταίες αστικές επαναστάσεις
στην Ανατολική Ευρώπη ξέσπασαν έναν αιώνα αργότερα, η Ρώσικη
(1905 και Φλεβάρης 1917) και η Τούρκικη με τον Κεμάλ Ατατούρκ
(1919).
Με την αποτυχία των Οθωμανών να
καταλάβουν την Βιέννη το 1682, σταμάτησαν και οι ληστρικές τους
επιθέσεις για την κατάκτηση νέων εδαφών. Αυτό είχε σαν
αποτέλεσμα την στέρηση εσόδων για το κράτος. Ειδικά μετά τις
ήττες στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους του 1768 και 1792 (συνθήκες
Κιουτσούκ-Καϊναρτζή και Ιάσιου) το πρόβλημα έγινε τεράστιο. Για
να αναπληρώσουν τα κενά στα κρατικά ταμεία αύξησαν υπέρογκα
την φορολογία, όχι μόνο στους αλλόθρησκους πληθυσμούς αλλά και
στους μουσουλμάνους.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση, διαδόθηκε
ευρέως η εκμίσθωση δημοσίων θέσεων στους πλειοδότες ώστε να
αυξηθούν τα έσοδα του κράτους! Οι πλειοδότες με την σειρά τους
επέβαλαν τοπικούς φόρους, ενώ πολλοί συγγενείς και αυλικοί του
σουλτάνου διόριζαν χριστιανούς και άλλους ως τοπικούς
υπαλλήλους έναντι αδράς αμοιβής. Στο τέλος της σειράς αυτής ήταν οι
κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι κυριολεκτικά λήστευαν τους
χωρικούς. Ειδικά η θέση των χριστιανών υπαλλήλων στις
οικονομικές υπηρεσίες του Οθωμανικού κράτους, τους επέτρεπε
να αγοράζουν πολιτικές και διπλωματικές θέσεις, να γίνονται
διερμηνείς, δραγουμάνοι έως και ηγεμόνες στην Μολδαβία και
Βλαχία. Οι περισσότεροι από αυτούς προήρχοντο από την
αριστοκρατία των Φαναριωτών.
Με ανάλογο τρόπο λειτουργούσε το
σύστημα και στην χριστιανική ιεραρχία. Ο πατριάρχης, για να
εγκατασταθεί στο αξίωμά του, πλήρωνε στο Διβάνι (ανώτατο
συμβούλιο) έναν μεγάλο φόρο. Με την σειρά του, αυτός πουλούσε
στους κληρικούς τις αρχιεπισκοπίες και τις επισκοπίες.
Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι πουλούσαν κατώτερα αξιώματα,
ενώ εισέπρατταν και κάποια τέλη από τους παπάδες. Οι παπάδες
πουλούσαν «λιανικώς» τις εξουσίες που αγόραζαν, και
εμπορεύονταν πράξεις όπως διαθήκες, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες.
Ειδική κατηγορία της εκκλησίας αποτελούσαν οι μοναχοί
(ιδίως στο Άγιον όρος) οι οποίοι σύμφωνα με τον ανώνυμο συγγραφέα
της Ελληνικής Νομαρχίας «εκατό χιλιάδες και πλέον
μαυροφορεμένοι … τρέφονται από τον ιδρώτα των ταλαίπωρων και
πτωχών Ελλήνων», τους στηλίτευε δε, για την εμπορία λειψάνων
αγίων που έκαναν, χαρακτηρίζοντάς τους ως «κοκκαλοπωλητές»!
Η διαρκής αύξηση της φορολογίας τις
τελευταίες δεκαετίες πριν την επανάσταση του 1821,
αποτέλεσε «το θερμοκήπιο της τοκογλυφίας» (χαρακτηρισμός
του Λ. Παπανικολάου), με αποτέλεσμα οι χωρικοί να
χρεώνονται διαρκώς και αναγκαστικά να πουλάνε τα χωράφια τους
έναντι πινακίου φακής ή να τα παραδίδουν στους γαιοκτήμονες
και να μπαίνουν στην δούλεψή των τσιφλικάδων, μετατρεπόμενοι
σε δουλοπάροικους. Τσιφλικάδες, κοτζαμπάσηδες, αγάδες,
πασάδες, «σεβάσμιοι δεσποτάδες», έπαιρναν με την βία το 35% έως
70% της αγροτικής παραγωγής. Η φορολογία (δεκάτη,
γαιοπρόσοδος κ.λπ.), η πληρωμή για παροχή προστασίας από τους
κλέφτες, τα παρασπόρια (η αναγκαστική αγγαρεία στα χωράφια
των γαικτημόνων), εξαθλίωνε τα αγροτικά νοικοκυριά. Την
τελευταία «μαχαιριά» έδινε ο κεχαγιάς του τσιφλικιού (ο
επιστάτης), που άρπαζε το δικό του μερτικό αφήνοντας τελικά
στα χέρια του αγρότη το 20% της παραγωγής.
Στους ορεινούς όγκους του Ελλαδικού χώρου (Πίνδος, Ρούμελη, Μάνη
κ.λπ.) υπήρχαν ορεσίβιες φυλετικές κοινότητες, οι οποίες
ασχολούντο με την κτηνοτροφία και ήταν χωρισμένοι σε
τσελιγκάτα και καπετανάτα, δηλαδή συγγενικές ομάδες
πολεμιστών. Στα μέρη αυτών των κοινοτήτων υπήρχε διαδεδομένη η
ληστεία και η κλοπή ζώων, ενώ δραστηριοποιούνταν και ομάδες
κλεφτών οι οποίες ακολουθούσαν τις μετακινήσεις των
ποιμενικών πληθυσμών. Ιδίως η επιβολή ποιμενικού φόρου μόνο
στους ραγιάδες, έκανε πολλά τσελιγκάτα να στραφούν προς την
ληστεία. Πλήθος βοσκών των ορεινών περιοχών, παρείχαν τις
υπηρεσίες τους στους πασάδες, στρατολογούμενοι κατά
διαστήματα στα στρατιωτικά τους τμήματα, έναντι αμοιβής (π.χ.
Σουλιώτες στην αυλή του Αλή Πασά). Πολλοί κλέφτες υπηρετούσαν για
ένα διάστημα ως αρματολοί στην δούλεψη των Τούρκων, και στη
συνέχεια επέστρεφαν στην παλιά τους «εργασία». Αυτοί αποτέλεσαν
και το έμπειρο στρατιωτικό τμήμα της επανάστασης του 1821.
Η Γαλλική Επανάσταση το 1789, έφερε τις
ιδέες της «πατρίδας» και του «πατριωτισμού» στο προσκήνιο. Οι
νέοι αστοί διανοητές με τα έργα τους, βγάζουν στο προσκήνιο τις
νέες ριζοσπαστικές αστικές ιδέες της «ατομικής ελευθερίας»,
της «ισότητας» και εγκωμιάζουν την δυνατότητα της
«απελευθέρωσης του γένους», δημιουργώντας ένα κίνημα που
ονομάστηκε «Ελληνικός Διαφωτισμός». Μια ζύμωση πάνω σε αυτές
τις ιδέες άρχισε να αναπτύσσεται τόσο στον πληθυσμό του
Ελλαδικού χώρου, όσο και στους Έλληνες των παροικιών του
εξωτερικού. Κινητήρια δύναμη αυτών των καινοτόμων ιδεών (όπως
είπαμε και στο προηγούμενο σημείωμά μας), υπήρξε η νεαρή
αστική τάξη αλλά και η λαϊκή αγανάκτηση (κυρίως των
κτηνοτρόφων) που εκφραζόταν με τον «κλεφτοπόλεμο» εναντίον
της Οθωμανικής διοίκησης, φυσικά και εναντίον των Ελλήνων
κοτζαμπάσηδων που αποτελούσαν μέρος της.
Οι πρώτοι μεγάλοι εκφραστές της
μελλούμενης κοινωνίας, όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αδαμάντιος
Κοραής και άλλοι, ήρθαν σε αντιπαράθεση όχι μόνο με το
Οθωμανικό κράτος αλλά εναντιώθηκαν και στο Ορθόδοξο
Πατριαρχείο, που συνεργαζόταν στενά με την Πύλη. Παντού, όπου
υπήρχαν Έλληνες αστοί, άρχισαν να δημιουργούνται μυστικές και
συνωμοτικές οργανώσεις, όπως η μυστική εταιρεία του Ρήγα
Φεραίου, το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον, η Φιλόμουσος
Εταιρεία των Αθηνών (υπό την αιγίδα των Άγγλων με πρόεδρο τον
Γκίλφορντ), η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης (υπό την αιγίδα
των Ρώσσων και επικεφαλής τον Καποδίστρια) και τελικά το 1814, η
Φιλική Εταιρεία.
Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε από τους
έμπορους (και μασόνους) Νικόλαο Σκουφά, Αθανάσιο Τσακάλωφ και
Εμμανουήλ Ξάνθο και εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα. Διαφωνώντας με
τις απόψεις του Κοραή ότι το γένος έπρεπε πρώτα να μορφωθεί,
συγκρότησε παντού επαναστατικές οργανώσεις. Σύμφωνα με τον
μελετητή Γ. Φράγκο, ανάμεσα στα 911 μέλη με γνωστό επάγγελμα,
οι 445 ήταν έμποροι, οι 117 επιστήμονες, και μόνο 24 πλοιοκτήτες.
Οι πλοιοκτήτες, παρά του ότι ήταν το πιο δυναμικό και πρωτοπόρο
τμήμα της αστικής τάξης και παρά τον μεγάλο ρόλο που έπαιξαν στις
διαδικασίες συγκρότησης του Ελληνικού αστικού κράτους, δεν
συμμετείχαν δραστήρια στις επαναστατικές οργανώσεις.
Η Φιλική Εταιρεία κατάφερνε να
συγκεντρώνει οικονομικούς πόρους και να προπαγανδίζει την
ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης, προετοιμάζοντας, όσο κανένας
άλλος, τον επαναστατικό αγώνα, τόσο υλικά όσο και ιδεολογικά.
Αντιμετώπισε ως ένα βαθμό τις αντιδράσεις των κοτζαμπάσηδων
και των λοιπών προεστών, αλλά και του υψηλόβαθμου κλήρου. Για να
διασφαλίσει την Ρώσικη ανοχή και να επεκταθεί ελεύθερα στις
εκεί παροικίες, διαμόρφωσε ένα πρόγραμμα λιγότερο
ριζοσπαστικό από αυτό του Ρήγα Φεραίου. Προσπάθησε να
καμουφλάρει τον Αστικό χαρακτήρα της επερχόμενης
επανάστασης (για να μην έχει αντιδράσεις από τον Τσάρο και τους
Ρώσσους φεουδάρχες), ενώ έδωσε έμφαση στο θρησκευτικό της
περιεχόμενο (για να περιορίσει τις αντιδράσεις του
Πατριαρχείου). Στο πρόγραμμά της δεν υπήρχαν αναφορές στα
κοινωνικά προβλήματα και δεν ξεκαθάριζε ότι στους σκοπούς τής
επανάστασης θα ήταν η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, με δική
του διοίκηση, και δικό του στρατό. Η σημασία του τελευταίου
(μαζί με την έλλειψη προγράμματος για την χρήση της γης), φάνηκε
στην διάρκεια της επανάστασης, αλλά και μετά από αυτήν, όταν έπρεπε
να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις, πράγμα που οδήγησε στον
αλληλοσπαραγμό των ηγετικών ομάδων.
Όσο πλησιάζαμε στην κρίσιμη χρονιά του
1821, τόσο και ωρίμαζαν οι συνθήκες της επανάστασης. Η
Ελληνική αστική τάξη είχε οργανωθεί, είχε κάνει συμφωνίες με
άλλες αστικές τάξεις των Βαλκανίων, είχε φροντίσει να έχει την
στήριξη ή έστω την ανοχή της Ρωσίας. Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’
προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει το κράτος του, αύξησε την
φορολογία στους μουσουλμάνους με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με
πασάδες που αντιδρούσαν (π.χ. Αλή Πασάς Ιωαννίνων). Για να
μπορέσει να αντιμετωπίσει τα έξοδα των πολέμων, αύξησε την
φορολογία στην εκκλησία, τους Φαναριώτες, αλλά επέβαλε και
νέους δασμούς (όπως ο φόρος βοσκής) που έπληξαν τους Έλληνες
φτωχούς αγρότες και κτηνοτρόφους. Αποτέλεσμα ήταν να
αναστατωθεί η ηγεσία της εκκλησίας και να δημιουργηθεί, όπως
είπαμε παραπάνω, μεγάλη αγανάκτηση στον φτωχό λαό.
Ο τερματισμός των Ναπολεόντειων
πολέμων το 1815, μείωσε το εμπόριο και συρρίκνωσε τα κέρδη των
Ελλήνων πλοιοκτητών, με αποτέλεσμα μεγάλη κρίση στον κλάδο της
εμπορικής ναυτιλίας και την εμφάνιση ανέργων ναυτικών στα
νησιά. Οι κοτζαμπάσηδες που τα προηγούμενα χρόνια είχαν γίνει
αρκετά ισχυροί με την ιδιοποίηση του αγροτικού υπερπροϊόντος
και την εκμετάλλευση των χωρικών, τώρα άρχισαν να
εποφθαλμιούν τα απέραντα τουρκικά κτήματα.
Μπαίνοντας το 1821 όλα συναινούσαν στο
ότι είχε πλέον διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση. Οι
καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είχαν αναπτυχθεί μέσα στο
φεουδαρχικό οθωμανικό σύστημα. Η τάξη που θα ηγείτο, η
αστική, είχε σχηματισθεί. Η ιδεολογία της, ο Ελληνικός
Διαφωτισμός, έδειχνε ότι κυριαρχούσε. Οι συμμαχίες με
τμήματα κοτζαμπάσηδων, προεστών και κληρικών, είχαν κάνει
βήματα. Ο φτωχός λαός αγανακτισμένος από την εκμετάλλευση,
ήταν έτοιμος να ακολουθήσει όποιον του έταζε καλύτερες μέρες.
Οι συνθήκες είχαν ωριμάσει. Η επανάσταση έπρεπε να ξεσπάσει!
Με τον Απόστολο Χατζηχρήστο συμβαίνει το εξής
παράδοξο: Ενώ τα τραγούδια του παραμένουν δημοφιλή, περνάνε από γενιά σε
γενιά και τραγουδιούνται, πολύ λίγα στοιχεία έχουν καταγραφεί για τον
ίδιο και λίγοι τα γνωρίζουν. Μπορεί όμως και να μη πρόκειται για
παράδοξο…
«Ο Χατζηχρήστος καρδιά μποστάνι. Καλός
στο όργανο και συνθέτης από τους λίγους, έχει τόσες επιτυχίες. Οι
κωλοεταιρείες τον θάψανε. Μαζί ξεκινήσαμε τότες, μαζί παίζαμε, μαζί
τραγουδούσαμε στους δίσκους τα τραγούδια μας, μαζί γλεντάγαμε, μαζί
τόσες ιστορίες… Πήγε τζάμπα. Άστα. Ποτέ δεν έφυγε από το μυαλό μου, κάθε
βράδυ, λέω τα τραγούδια του στο μαγαζί…» Γιάννης Παπαϊωάννου1
Με τον Απόστολο Χατζηχρήστο
συμβαίνει το εξής παράδοξο: Ενώ τα τραγούδια του παραμένουν δημοφιλή,
περνάνε από γενιά σε γενιά και τραγουδιούνται, πολύ λίγα στοιχεία έχουν
καταγραφεί για τον ίδιο και λίγοι τα γνωρίζουν. Μπορεί όμως και να μη
πρόκειται για παράδοξο…
Σ’ ένα οργανωμένο κράτος που υπηρετεί το λαό και σέβεται την ιστορία
του, οι αρμόδιοι φορείς συντονισμένα θα έσκυβαν πάνω από τον λαϊκό
πολιτισμό και θα φρόντιζαν να τον διασώσουν, να τον καταγράψουν και να
τον αναδείξουν. Όμως, σ’ ένα κράτος όπου η κυρίαρχη τάξη που ασκεί την
εξουσία ουσιαστικά απεχθάνεται ή μισεί οτιδήποτε λαϊκό, αυτό που μπορείς
να περιμένεις είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στη χώρα μας. Αν κάτι
δεν μπορεί να το θάψει ή να το αποφύγει, το κυρίαρχο «ρεύμα» μέσω των
παντοδύναμων ΜΜΕ και ΜΚΔ το διαστρεβλώνει ή το παρουσιάζει απονευρωμένο
από τα πραγματικά μηνύματά του.
«Βρε τι κι αν είμαι εγώ φτωχός,
και της ζωής μου ο τροχός, για μένα κι αν δε γύρισε,
το κέφι μου δε λύγισε. Ώιντε μπρε, φτωχός κι αν βρέθηκα,
ζωή δε σε βαρέθηκα…»
Ίσως, λοιπόν, η αφάνεια στην οποία η πολιτεία έχει καταδικάσει
σημαντικούς δημιουργούς του ρεμπέτικου και στη συνέχεια του κλασικού
λαϊκού τραγουδιού, και στην περίπτωσή μας, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, να
μην αποτελεί παράδοξο αλλά συνέπεια αυτής της λογικής. Τα έργα τέχνης
σπουδαίων λαϊκών δημιουργών όπως ο Χατζηχρήστος καταδικάζονται στην
αφάνεια, το ίδιο και οι ίδιοι, και οι προβολείς είναι μονίμως στραμμένοι
στα προϊόντα της υποκουλτούρας, τους «σταρ», τις «σταρλετίτσες» και
ολόκληρο τον εσμό που, όπως οι σκνίπες γύρω από την αναμμένη λάμπα, τούς
περιτριγυρίζει. Άκου, λέει, λαϊκός πολιτισμός… Άκου, λαός με ζωντανή
παράδοση και πάλλουσα ιστορική μνήμη… Επικίνδυνα πράγματα…
«Φέρε μας κάπελα κρασί με δυο ποτήρια και μισή είμ’ απόψε στα μεράκια και γουστάρω να τα πιω…»
Χρωστάμε πάρα πολλά σε όλους εκείνους τους ρομαντικούς (η λέξη μέσα ή
έξω από εισαγωγικά) αλλά και πεισματάρηδες ερευνητές και μελετητές,
όπως ο Κώστας Χατζηδουλής, ο Τάσος Σχορέλης, ο Νέαρχος Γεωργιάδης, ο
Παναγιώτης Κουνάδης, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Πάνος Σαββόπουλος, ο Πάνος
Γεραμάνης και σίγουρα και άλλοι που δεν γνωρίζω ή ξεχνώ τα ονόματά τους,
που «αγκάλιασαν» τους λαϊκούς δημιουργούς και ερμηνευτές, κατέγραψαν
«χιλιόμετρα» από τη διαδρομή τους, που διαφορετικά θα σκεπάζονταν για
πάντα από την αδυσώπητη σκόνη του χρόνου, και ανέδειξαν το έργο τους,
που – σε αρκετές περιπτώσεις – μόνο αποσπασματικά έγινε γνωστό. Χωρίς
την κοπιώδη εργασία αυτών, διάφοροι σύγχρονοι ασήμαντοι δεν θα μπορούσαν
να εμφανίζονται ως «ειδικοί», και, το κυριότερο, όλοι όσοι αγαπούμε
αγνά και άδολα το ρεμπέτικο – λαϊκό τραγούδι θα ήμασταν πιο «φτωχοί»,
και φτωχότερος στο σύνολό του θα καταγραφόταν και θα κληρονομούνταν από
τις μελλοντικές γενιές ο λαϊκός μας πολιτισμός.
«Τράβα τράβα τράβα, καροτσιέρη τράβα και στο Καλαμάκι κόψε για ουζάκι…Ε! ρε ντουνιά…»
Ο Απόστολος Χατζηχρήστος ή «Σμυρνιωτάκι» (προσωνύμιο που του
αποδόθηκε λόγω της καταγωγής του) υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς
συνθέτες του ρεμπέτικου, σπουδαίος ερμηνευτής με θαυμάσια, απεριόριστων
ικανοτήτων φωνή και διαπρεπής παίχτης μπουζουκιού. Ανήκει στους
ρεμπέτες τα τραγούδια των οποίων πολλοί ξέρουν, μα πολύ λίγοι γνωρίζουν
τον δημιουργό τους. Ίσως κι ο ίδιος να έχει ένα μερίδιο ευθύνης γι’
αυτό. Ο χαρακτήρας του και ο τρόπος που έζησε και δημιούργησε το έργο
του δεν ευνόησαν την (αυτο)προβολή του. Πορεύτηκε με αξιοπρέπεια στα
λίγα χρόνια που έζησε δημιουργώντας αξιοζήλευτο έργο, χωρίς να χτίζει
υστεροφημία και σεβόμενος πάντα το ακροατήριό του και τους συναδέλφους
του. Αυτό βέβαια δεν μειώνει, σε καμιά περίπτωση, την ευθύνη της
πολιτείας, όπως προαναφέρθηκε.
«Σκλάβα μέσα στο κελί της κλαίει και θρηνεί και ζητάει τη λευτεριά της, γκελ γκελ καϊκτσή…»
Ο Απόστολος Χατζηχρήστος γεννήθηκε την αυγή του 20ου αιώνα (μάλλον το
1904) στο Κοκαργιαλί (ή Κοκάργιαλι), ένα προάστιο της Σμύρνης στη Μικρά
Ασία. Η οικογενειακή οικονομική ευμάρεια τού επέτρεψε να παρακολουθήσει
μαθήματα μουσικής και να μάθει πιάνο, κιθάρα και ακορντεόν. Εκτός από
την μητρική ελληνική γλώσσα και τα τουρκικά, μιλούσε επίσης γαλλικά.
Ενδεικτική του συμπονετικού χαρακτήρα του, που είχε αρχίσει να
διαμορφώνεται από την παιδική του ηλικία, και για τον οποίο θα
αναφερθούμε πιο κάτω, είναι η ιστορία που ακολουθεί και που και ο ίδιος
διηγήθηκε κάποτε στις δυο κόρες του: «Όταν λοιπόν ζούσε ο Απόστολος
στο Κοκαριαλί της Σμύρνης, και επειδή η οικογένειά του ήταν εύπορη,
είχαν προσλάβει μία παραδουλεύτρα, με το όνομα Αδριανή, η οποία πήγαινε
κάθε μέρα στο σπίτι τους και βοηθούσε. Μία μέρα όμως η Αδριανή αρρώστησε
με πυρετό και δεν πήγε στο σπίτι τους. Το μεσημέρι η μητέρα του
Χατζηχρήστου έστειλε τον μικρό Απόστολο να της πάει φαγητό. Το παιδί
πήγε, χτύπησε την πόρτα της αλλά αυτή δεν του άνοιγε γιατί κοιμόταν
βαθιά απ’ τον πυρετό. Το παιδί δεν έφυγε, καθόταν με υπομονή στο
σκαλοπάτι της πόρτας και κάπου-κάπου χτυπούσε, μάλιστα στο τέλος έκλαιγε
και παρακαλούσε να του ανοίξει. Όταν τελικά άκουσε και άνοιξε η
ξαφνιασμένη Αδριανή, της έδωσε το φαγητό και της είπε να το φάει αμέσως
για να «μην πεθάνει» και για να πάει την άλλη μέρα στο σπίτι τους»…2
«Καημό μεγάλο απόκτησα βαθιά μες στην καρδιά μου έχασα τη μανούλα μου που ’ταν παρηγοριά μου…»
(Τραγούδι που έγραψε με αφορμή το θάνατο της μητέρας του):
Το 1919 ο Χατζηχρήστος κατατάσσεται εθελοντικά στον ελληνικό στρατό
που αποβιβάζεται στη Σμύρνη. Στην καταστροφή δεν εγκαταλείπει την
δοκιμαζόμενη περιοχή μαζί με την οικογένειά του. Βρίσκεται στο λιμάνι
και βοηθά γυναικόπαιδα να επιβιβαστούν στις βάρκες για να γλιτώσουν από
τη φωτιά και το μολύβι των Τούρκων, όταν πιάνεται αιχμάλωτος. Θα βρεθεί
για μεγάλο χρονικό διάστημα κρατούμενος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όσο
κι αν προσπαθήσουμε δεν θα καταφέρουμε να φανταστούμε τις εικόνες που
αντίκρισαν τα μάτια του και τις σκληρές συνθήκες που βίωσε. Όταν
κατάφερε να δραπετεύσει, με τη συνδρομή ενός συγκρατούμενου θείου του,
χρειάστηκε σαν μαραθωνοδρόμος να διανύσει την απόσταση που χώριζε τη
φρίκη και τον επερχόμενο θάνατο από την ασφάλεια της οικογενειακής
εστίας. Ξεριζωμένος και ανέστιος περιπλανήθηκε ώσπου να καταφέρει να
πιάσει λιμάνι στη Τζια, εκεί όπου η οικογένειά του, αγωνιζόταν να
ορθοποδήσει στην αναγκαστική προσφυγιά. Φτάνει στο νησί όταν η μάνα του
τού ετοιμάζει μνημόσυνο νομίζοντας ότι είναι νεκρός… Όταν εμφανίζεται η
χαρά όλων είναι απερίγραπτη κι ένα γλέντι επισφραγίζει το χαρμόσυνο
γεγονός. Το ημερολόγιο τη μέρα που δραπέτευσε έγραφε 14 Σεπτέμβρη και
από τότε, κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ο Χατζηχρήστος δεν έπινε ούτε έτρωγε
τίποτα όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής του.3
Σύντομα η οικογένειά του αναζητώντας καλύτερη τύχη εγκαταλείπει τη
Τζια και φτάνει στον Πειραιά. Στην Κρεμμυδαρού, όπως ονομαζόταν τότε η
Δραπετσώνα, δουλεύει στα λιπάσματα και αργότερα στο Τουρκολίμανο (σήμερα
Μικρολίμανο) ως οξυγονοκολλητής, ενώ παράλληλα εξελίσσει τις γνώσεις
του στη μουσική.
Το 1929 παντρεύεται τη Γαρουφαλλιά, με την οποία θ’ αποχτήσουν δυο
γιους και δυο κόρες, την Ευαγγελία (για την οποία θα γράψει το τραγούδι «Βαγγελιώ δεν είσ’ εντάξει»)
και την Καλλιόπη (Πόπη). Γνωρίζονται στο εργοστάσιο λιπασμάτων όπου
δουλεύουν και οι δυο. Ο Απόστολος ζητά τη 16χρονη Γαρουφαλλιά σε γάμο,
μα η οικογένειά της εξαιτίας της ηλικίας της αρνείται να δώσει
συγκατάθεση. Τότε οι δυο νέοι κλέβονται και προχωρούν σε γάμο με τη
βοήθεια ψευδομαρτύρων που «βεβαιώνουν» ότι είναι ενήλικη.
«Μαράθηκε η καρδούλα μου, μ’ αυτή την αδικία
παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία…» (Βλ. και εδώ)
Οι δυο γιοι τους θα φύγουν από τη ζωή σε ηλικία (και οι δυο!) 14
μηνών, από πνευμονία (γεννήθηκαν με κάποια χρόνια διαφορά, πριν ακόμα
ανακαλυφτεί η πενικιλίνη) και η απώλειά τους θα σημαδέψει τον
Χατζηχρήστο για πάντα. Η οικογένεια θα ζήσει στον Πειραιά μέχρι το 1941
και με την είσοδο στην πόλη των Γερμανών ναζί καταχτητών θα μετακομίσει
στο Θησείο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο Χατζηχρήστος παίζει μαντολίνο και
ακορντεόν, όταν ο σπουδαίος ερμηνευτής Στράτος Παγιουμτζής, που ήταν
δεύτερος ξάδελφός του από τη μεριά της μάνας του, τον παροτρύνει ν’
ασχοληθεί με το μπουζούκι.4 Ο Χατζηχρήστος με τη βοήθεια ενός οργανοποιού μετατρέπει το μαντολίνο του σε μπουζούκι και μπαίνει στο δρόμο του τραγουδιού.
1950.
Γιάννης Παπαϊωάννου, Απόστολος Χατζηχρήστος και κάποιος φίλος τους –
Πηγή φωτογραφίας: «Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα», επιμέλεια
Κώστας Χατζηδουλής, εκδόσεις Κάκτος, 1982
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 γνωρίζεται με τον Γιάννη
Παπαϊωάννου, με τον οποίο θα συνεργαστούν και θα χτίσουν αδερφική φιλία.
Το 1932 οι δυο φίλοι παίζουν σε ταβέρνες πέριξ του Πειραιά, όταν ο
Χατζηχρήστος γράφει το πρώτο του τραγούδι που έχει τίτλο: «Γιατί σκληρή και άπονη» αλλά είναι μάλλον περισσότερο γνωστό ως «Κοκκινιώτισσα».
Η πρώτη εμφάνιση σε μεγάλο μαγαζί έρχεται μάλλον το 1936, στο
πασίγνωστο «Δάσος» του διαβόητου Αντώνη Βλάχου, στο Βοτανικό. Ο
Χατζηχρήστος εμφανίζεται εκεί μαζί με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Γιάννη
Παπαϊωάννου, Στράτο Παγιουμτζή, Στέλιο Κηρομύτη, Γιώργο Μπάτη, Ανέστο
Δελιά, τον Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα, τον Κώστα Καρίπη και τον
Δημήτρη Λορέντζο. «Πολλά λεφτά εκεί αλλά το μεροκάματο του τρόμου!
Ναι, σου λέω. Κάθε καρυδιάς καρύδι μαζευόταν εκεί. Μάγκες, κουτσαβάκια,
παλιοί κατάδικοι, πιτουρόμαγκες, κουτόμαγκες, και ότι βάλει ο νους σου.
Παίζαμε στο πάλκο κι είχαμε πιστόλια κρεμασμένα ζούλα στο παντελόνι.
Κίνδυνος θάνατος! Βάραγαν πιστολιές χωρίς λόγο. Έτσι για φιγούρα.
Σκότωναν με άνεση, για γούστο, παρεξήγηση για το τίποτα. Δύσκολα
χρόνια», θυμάται ο Γιάννης Παπαϊωάννου5.
«Έστησα για σένα θρόνο στην καρδούλα μου, έλα και μη θες να λιώνω Κατινούλα μου…»
Οι μαρτυρίες όσων συνεργάστηκαν με τον Βλάχο κάνουν λόγο για ένα
σκληρό και αδίστακτο κακοποιό, καταδικασμένο για φόνους και άλλα ποινικά
αδικήματα, που μπαινόβγαινε στις φυλακές. Οι μπράβοι του και ο ίδιος
κακομεταχειρίζονταν τους τραγουδιστές και τους μουσικούς και δεν ήταν
λίγοι αυτοί που απέφευγαν να παίξουν ή να τραγουδήσουν στο μαγαζί του. «Σακάτεψαν
από το πολύ ξύλο, αυτός και οι μπράβοι του, το Μάθεση τον Τρελλάκια.
Μια άλλη φορά χαστούκισαν το γέρο Μπάτη, ενώ ο ίδιος ο Βλάχος κούφανε
από το πολύ ξύλο το Χατζηχρήστο που ήταν ένα παιδί άγιο!» διηγείται ο Παπαϊωάννου.6 Επιθέσεις του Βλάχου στον Χατζηχρήστο, τον Μπάτη, τον Μάρκο, τον Καρυδάκια (σ.σ. Δημήτρης Καρυδόπουλος) και τον Δελιά, με «βρισιές και απειλές» επιβεβαιώνει ο Μπαγιαντέρας,7 χωρίς να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες: «Δεν
μπορώ να πω τι ακριβώς έκανε σ’ αυτούς, μόνο αυτοί οι ίδιοι έχουν αυτό
το δικαίωμα. Αλλά γεγονός είναι ότι όλοι μετάνιωσαν που πήγαν σ’ αυτό το
μαγαζί για δουλειά»…
Ίσως στο επεισόδιο που αναφέρεται ο Παπαϊωάννου να οφείλεται η ουλή
που έφερε στο πρόσωπο ο Χατζηχρήστος και η παραμόρφωση στο μάτι του,
ίσως και όχι. Μια εκδοχή καταθέτει ο Νέαρχος Γεωργιάδης: «Γύρω στα
1936, κάποιος βίαιος άνθρωπος, που ήθελε να εκδικηθεί κάποιον άλλο, από
παρεξήγηση και κατά λάθος χτύπησε τον Απόστολο Χατζηχρήστο με μια
ξιφολόγχη αφήνοντάς του μια ουλή στο πρόσωπο και κάποια παραμόρφωση στο
μάτι».8
Οι πόρτες της δισκογραφίας ανοίγουν για τον Χατζηχρήστο το 1937. Ηχογραφεί την «Κοκκινιώτισσα» (στο δίσκο σημειώνεται ο τίτλος «Γιατί σκληρή και άπονη») και μετά από μερικούς μήνες την «Ξανθιά Σμυρνιωτοπούλα».
Στο
“Έλατο”, στον Πειραιά, στα 1938. Από αριστερά: Ποτοσίδης, Μακαρόνας (με
την κιθάρα), Χατζηχρήστος, Μαρινάκης – Πηγή φωτογραφίας και σχολιασμού:
Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη ιστορία, Περπινιάδης – Γενίτσαρης –
Μάθεσης – Λελάκης». Εκδόσεις Νεφέλη
Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τον στιχουργό Γιάννη Λελάκη και ξεκινά η
συνεργασία τους που θα «γεννήσει» πολλές επιτυχίες. Ο Λελάκης
«καρφώνει» τους στίχους του, όπως ο ίδιος έλεγε, πάνω στη μουσική του
Χατζηχρήστου. Χωρίς να έχει διαθέσιμους στίχους, εμπνέεται και γράφει
από το άκουσμα των μελωδιών που παίζει ο Χατζηχρήστος στο οργανοποιείο
του Μακαρόνα (Νίκος Κωνσταντινίδης), με τον δεύτερο να παίζει κιθάρα.
Από τα πρώτα τραγούδια τους είναι το «Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά». Για τον Χατζηχρήστο ο Λελάκης έχει καταγράψει στην αυτοβιογραφία του9: «Ήταν φτωχό παιδί και εξαιρετικός άνθρωπος και συνθέτης. Πολύ σεμνό και πολύ καλό παιδί. Έντιμος, φιλαλήθης και κουβαρντάς».
«Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά χωρίς καμιά αιτία μα του αλήτη η καρδιά δε σου κρατά κακία…»
Κοντά στο 1938 οι δυο συνεργάτες θα γράψουν το «Μην είσαι ψεύτρα, δίγνωμη», τραγούδι με σαφή αναφορά στην εργατική τάξη, καθώς η τραγιάσκα εκείνη την εποχή είναι το σύμβολο του εργάτη.
«Μην είσαι ψεύτρα, δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα, γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα…»
Ο Χατζηχρήστος γνώρισε στο πετσί του τη χειρωνακτική εργασία,
δουλεύοντας οξυγονοκολλητής για σχεδόν δέκα χρόνια. Ο δύσκολος αγώνας
του μεροκάματου έχει σημαδέψει ανεξίτηλα τη συνείδησή του και ο νέος
δρόμος που τον έφεραν η ζωή και το ταλέντο του, δεν τον αποξενώνει από
το χώρο της εργατιάς. Άλλωστε οι εργαζόμενοι βιοπαλαιστές και οι
οικογένειές τους αποτελούν μέρος του ακροατηρίου του, στις ταβέρνες και
τα λαϊκά κέντρα όπου εμφανίζεται και λιγότερο στη δισκογραφία, καθώς,
ακόμα τότε, τα μέσα αναπαραγωγής του ήχου σπανίζουν. Στη σύνδεσή του με
τον χώρο της εργατιάς οφείλεται και το ότι χρόνια αργότερα, μάλλον το
1952, ο Χατζηχρήστος επανέρχεται με ένα ακόμα σχετικό με την τραγιάσκα
τραγούδι, αυτή τη φορά σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα, με
τίτλο «Η τραγιάσκα»:
«Εγώ τη μοίρα μου την ξέρω, είναι γραφτό να υποφέρω
Μη μου μιλάς με μάσκα,
το βλέπω πως δε μ’ αγαπάς γιατί φορώ τραγιάσκα…»
Ο Απόστολος Χατζηχρήστος θα γράψει λίγα (περίπου 80) αλλά εκλεκτά
τραγούδια, ζεϊμπέκικα, χασάπικα, καντάδες, συρτά· επιτυχίες που
χιλιοτραγουδήθηκαν και ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά με προορισμό την
αθανασία. Τα περισσότερα τα ερμήνευσε ο ίδιος. Οι τίτλοι μερικών από τα
πιο γνωστά του: «Γιατί σκληρή και άπονη» (Κοκκινιώτισσα) – «Η μικρή
του καμηλιέρη» – «Η μανούλα» (Καημό μεγάλο απόχτησα) – «Καροτσέρη τράβα»
– «Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει» – «Γκιουλ μπαξέ» (Θα ’ρθω στην πόρτα σου
μικρή) – «Φέρε μας κάπελα κρασί» – «Το παλιόπαιδο» – «Ο ξενύχτης»
(Ξενύχτης μπρος στην πόρτα σου) – «Γλυκοβραδιάζει» (Ο χάρος) – «Ο πασάς»
– «Ψεύτη ντουνιά» – «Γκρινιάρικο» (Δε θέλω να ζηλεύεις) – «Σκάλα τη
σκάλα θ’ ανεβώ» – «Έχω βαθιά τον πόνο» – «Νυχτοπούλι» (Λίγη αγάπη σου
ζητώ μικρό μου) σε στίχους δικούς του. «Καϊξής» – «Πάμε στο
Φάληρο» – «Θα ’ρθει μια μέρα να πονάς» – «Στης Αλβανίας τα βουνά» – «Το
μαγκαλάκι» – «Ρεμπέτες» (Θα σε περιμένω απόψε) σε στίχους Γιώργου Φωτίδα. «Παραπονιάρικο»
(Ό,τι κι αν έχεις στην καρδιά) – «Φτώχεια» – «Αλήτη μ’ είπες μια
βραδιά» – «Χατζηχρήστος» (Ήρθαμε να γλεντήσουμε) – «Κατινούλα» – «Καρδιά
παραπονιάρα» – «Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη» σε στίχους Γιάννη Λελάκη. «Ας μη ξημέρωνε ποτέ» – «Πάνε τρένα κι έρχονται» – «Βαρύς καημός» – «Καρδιά ορφανή» σε στίχους Κώστα Μάνεση. «Η πεντάμορφη» – «Η άμαξα μες τη βροχή» – «Η τραγιάσκα» – «Παραπονιάρικό μου» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα. «Κυβέρνησε τα βήματά μου» σε στίχους Ιωάννη Κοντοκάνη. «Ντουνιά ανακριτή» σε στίχους Π. Κασαπάκη, κ.ά.
«Ας μη ξημέρωνε ποτέ… Ας μη φύγει αυτό το βράδυ, που ’μαστε μαζί γιατί μέσα στο σκοτάδι η αγάπη ζει…»
Εκτός από τα δικά του τραγούδια, ερμήνευσε και συνθέσεις άλλων δημιουργών. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές επιτυχίες του: «Βαγγελίτσα» – «Η αβγουλού» (Μαριγώ) σε στίχους και μουσική Γιάννη Παπαϊωάννου. «Η ξενιτιά» (μαζί με τον Στράτο Παγιουμτζή) – «Το τρελοκόριτσο» σε στίχους και μουσική Βασίλη Τσιτσάνη. «Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις»
σε στίχους Κώστα Μάνεση και μουσική Γιώργου Ροβερτάκη, ενώ ερμηνεύει
μαζί με άλλους ή κάνει δεύτερη φωνή σε πολλά τραγούδια του Μάρκου
Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Σπύρου Περιστέρη, του Κώστα Καπλάνη
και άλλων δημιουργών.
Ένα από τα γνωρίσματα του χαρακτήρα του Απόστολου Χατζηχρήστου ήταν η
γενναιοδωρία. Σε μια κοινωνία σκληρή και άδικη για το μεγαλύτερο
κομμάτι της, ο σπουδαίος αυτός δημιουργός και άνθρωπος είχε αναπτύξει
και κάνει πράξη την έννοια της αληθινής αλληλεγγύης, που θέλει να
μοιράζεσαι αυτό που έχεις και όχι να χαρίζεις ό,τι σου περισσεύει. «Έτσι,
για παράδειγμα, έδινε το ρολόι του (σαν «ταυτότητα») σε κάποιον γνωστό
του με ανάγκες και τον έστελνε στο σπίτι του, στη γυναίκα του, για να
του δώσει εκείνη ένα δικό του παντελόνι ή σακάκι να φορέσει! Και δεν
ήταν κανένας πλούσιος. Μεροκαματιάρης μουσικός ήταν ο άνθρωπος» σημειώνει ο Πάνος Σαββόπουλος.10«Θυμάμαι
που μας έλεγε η μητέρα μας ότι από τους δίσκους και τα κέντρα ο μπαμπάς
έβγαζε τότε πολλά λεφτά (ήταν η εποχή που είχε σουξέ). Αλλά ο πατέρας
μας ήταν άνθρωπος φιλότιμος, βοηθούσε πολύ τους άλλους και δεν μπόρεσε
να κάνει περιουσία. Πέθανε στην ψάθα», θα πει η κόρη του, Πόπη Μπάρδη.11
Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της γενναιοδωρίας του Χατζηχρήστου αποτελούν
τα δικαιώματα κάποιων δικών του τραγουδιών, που παραχώρησε ή
εξαναγκάστηκε να παραχωρήσει σε τρίτους, όπως συνέβαινε εκείνη την εποχή
στο χώρο της δισκογραφίας. Τρανό παράδειγμα, ο «ύμνος» του ρεμπέτικου «Το μινόρε της αυγής» (Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε, άκου μινόρε της αυγής)
που εγγράφεται επισήμως στα ονόματα των Σπύρου Περιστέρη (μουσική) και
Μίνωα Μάτσα (στίχοι), ενώ είναι σύνθεση του Χατζηχρήστου από τα χρόνια
της Κατοχής («το έπαιζε ήδη από το 1941-42 όταν δούλευε στην «Μπίρα του Πίκινου στο Θησείο»12), σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα και είναι βασισμένο σε σμυρναίικη μελωδία.
«Ο Χατζηχρήστος συνοδευόμενος από τον Χ. Βασιλειάδη, επισκέφτηκε
τον Περιστέρη, καλλιτεχνικό διευθυντή της «Odeon». Σκοπός της επίσκεψης
ήταν να του παρουσιάσει δύο τραγούδια του για να ηχογραφηθούν. Τα
τραγούδια αυτά ήταν «Ο αμαξάς» («Η άμαξα μες στη βροχή») και το «Μινόρε
της αυγής». Εκεί ο Περιστέρης απαίτησε να του χαρίσει ο Χατζηχρήστος το
«Μινόρε της αυγής», προκειμένου να του κυκλοφορήσει τον «Αμαξά». Έτσι
έγινε…» σημειώνει13 ο Πάνος Σαββόπουλος, επικαλούμενος και τη μαρτυρία της συζύγου του Τσάντα σε τηλεοπτική εκπομπή.
Ο Χατζηχρήστος είχε μάθει κιθάρα στην κόρη του Πόπη για να τον
συνοδεύει όταν έγραφε τα τραγούδια του στο σπίτι. Η επιστροφή του από
την Odeon τής έχει μείνει αξέχαστη: «Θυμάμαι τον πατέρα μου όταν
ήρθε στο σπίτι… Για πρώτη φορά στη ζωή μου τον είδα να κλαίει…. Μου
κράτησε το καλύτερο τραγούδι, είπε ο πατέρας μου… Δεν θα ξεχάσω αυτή τη
σκηνή. Όλοι στο σπίτι στεναχωρηθήκαμε πάρα πολύ. Ήταν ένα από καλύτερά
του τραγούδια… Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα του απέρριπτε τα
υπόλοιπα τραγούδια»14…
Το θαυμάσιο αυτό τραγούδι ερμηνεύει στο δίσκο ο Απόστολος
Χατζηχρήστος με τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Γιάννη Σταμούλη (Μπιρ
Αλλάχ).
«Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε, άκου μινόρε της αυγής για σένανε είναι γραμμένο, από το κλάμα κάποιας ψυχής…»
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τραγουδιών του Χατζηχρήστου είναι η βαθιά
ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει τον απλό άνθρωπο, τη χαρά και τις
λύπες του, τα ντέρτια και το μεράκι, τον πόνο και τους καημούς του, τη
φλόγα του έρωτα και τη δύναμη της αληθινής αγάπης. Από τη θεματολογία
του δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι κοινωνικές αναφορές. Τα βιώματά του
παίζουν καταλυτικό ρόλο. Οι εικόνες και τα πρόσωπα της Σμύρνης των
ανέμελων παιδικών του χρόνων, στη συνέχεια η καταστροφή, ο ξεριζωμός και
η προσφυγιά, η σκληρή βιοπάλη στην κοινωνία των ανισοτήτων, η περηφάνια
του φτωχού εργάτη, ο πόλεμος, αλλά και η ανάγκη να βρουν διέξοδο οι
πόνοι της ψυχής, δηλαδή η φυγή μέσω του γλεντιού, αποτυπώνονται στα
τραγούδια του.
«Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις, βάσανα να νιώσω και στερήσεις στην ψευτιά αυτού του κόσμου να ‘μαι πάντα μοναχός μου μες στους πέντε δρόμους να γυρνώ…»
Ο σύγχρονος ακροατής ίσως εντυπωσιαστεί με τα στρώματα του γκρίζου
που ο Χατζηχρήστος χρωματίζει τις νότες και τους στίχους του, και
απορήσει με το βάθος της απαισιοδοξίας και κάποιες φορές της
απογοήτευσης στα όρια της απελπισίας που βγαίνουν από κάποια τραγούδια
του. Ατόφιο παράπονο αναβλύζει από τα πιο πονεμένα βαριά ζεϊμπέκικά του,
ενώ η μελαγχολική αύρα του (παράπονου) τυλίγει νότες και στίχους ακόμα
και τραγουδιών που αναφέρονται στο γλέντι:
Ήρθαμε να γλεντήσουμε, Χατζηχρήστο, να φύγει το μαράζι
κι αν φύγουνε πολλά λεφτά, χαλάλι δεν πειράζει.
Το παλικάρι στη γωνιά, Χατζηχρήστο, μια ζεΐμπεκιά γουστάρει
απ’ το γλυκό μπουζούκι σου φίλε παραπονιάρη.
Ρίξε γιαβάσικες πενιές, Χατζηχρήστο, σ’ ένα γλυκό ντουζένι
για να σ’ ακούσει μια ψυχή που σε καταλαβαίνει.
Η «εξήγηση» μπορεί να δοθεί αν ο σύγχρονος ακροατής δεν αποκόψει τα
τραγούδια του Χατζηχρήστου από την εποχή που γράφτηκαν και συνυπολογίσει
τη σκληρή ζωή που έζησε ο ίδιος και άλλοι δημιουργοί, όπως άλλωστε και
το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού μας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα
του στιχουργού Γιάννη Λελάκη, που όταν έγραφε τη «Φτώχεια»
(πριν ακόμα καταξιωθεί ως στιχουργός με τις από κοινού επιτυχίες με τον
Χατζηχρήστο) ήταν πολλές οι μέρες που δεν κατάφερνε να εξασφαλίσει ούτε
καν ένα πιάτο φαγητό. Ο ίδιος δεν κρύβει ότι προσδοκούσε μέσα από το
τραγούδι να γεμίσει τουλάχιστον το «άδειο, απελπιστικά και κατ’ εξακολούθησιν άδειο» στομάχι του: «Η
αμάθειά μου, η αφέλειά μου (γιατί όχι και η ανέχεια;) με έφταναν στο
σημείο να πιστεύω ότι μπορούσα με δυο δίσκους να χορτάσω φαγητό, να
ξεπεράσω τη φτώχεια και να ζήσω σαν άνθρωπος», έλεγε.15
Ακόμα, όμως, και στα πιο «βαριά» τραγούδια του Χατζηχρήστου
περισσεύουν η ευαισθησία και η ανθρωπιά ενός δημιουργού που η κυνικότητα
και η απανθρωπιά της κοινωνίας στην οποία ανδρώθηκε και διακρίθηκε και
που κι ο ίδιος βίωσε στο πετσί του, δεν αλλοίωσαν το χαρακτήρα του και
την προσωπικότητά του, και δεν «βρώμισαν» την ψυχή του.
«Δε με φοβίσαν κύματα, χιόνια κι ανεμοβρόχια όσο με φόβισες εσύ κατηραμένη φτώχεια…»
Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Χατζηχρήστος γράφει
τραγούδια εμπνεόμενος από τον ενθουσιασμό που γεμίζουν το λαό μας οι
συνεχόμενες νίκες κατά των κοκορόφτερων του φασίστα Μουσολίνι. Το «Στης Αλβανίας τα βουνά» σε στίχους Γιώργου Φωτίδα, είναι ένα από αυτά:
«Στης Αλβανίας τα βουνά μερόνυχτα γυρνάω, για την γλυκιά πατρίδα μας, μανούλα πολεμάω…»
Ο πατριωτισμός του εκφράστηκε με τον πιο έμπρακτο τρόπο σε πολύ νεαρή
ηλικία, όταν, όπως είδαμε, κατατάχτηκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό
στη Μικρασία. Στη διάρκεια της τριπλής φασιστικής Κατοχής, ο
Χατζηχρήστος περνάει στην Εθνική Αντίσταση ως ενεργό μέλος αντιστασιακών
οργανώσεων.
«Στον ύπνο σου την έβλεπες Ντούτσε μου την Ελλάδα
και νόμιζες πως θα την φας σαν την μακαρονάδα…»
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το μπουζούκι κυνηγήθηκε ανελέητα
από την πολιτεία και οι μπουζουξήδες διώκονταν, ακόμα και φυλακίζονταν,
επειδή είχαν συνδεθεί με το περιθώριο και το χασίς. Η πρώτη ηχογράφηση
ρεμπέτικου, το 1933, όμως, είχε ανοίξει το δρόμο στον Μάρκο Βαμβακάρη
και στους άλλους ρεμπέτες να γράψουν τραγούδια. Από τους πρώτους που
ακολούθησαν το Μάρκο ήταν ο Απόστολος Χατζηχρήστος που εκτός από
σπουδαίος μουσικοσυνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, υπήρξε και
περίφημος παίκτης μπουζουκιού.
Απόστολος Χατζηχρήστος – Σόλο μπουζούκι
Ο αξέχαστος Πάνος Γεραμάνης κατατάσσει τους μπουζουξήδες σε δυο κατηγορίες, στους δεξιοτέχνες – σολίστες και «σ’ αυτούς που έχουν το χρώμα του παιξίματος και είναι δεξιοτέχνες της ψυχής».16
Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσει τον Χατζηχρήστο, δίπλα στον πατριάρχη
Μάρκο, τον Μπαγιαντέρα, τον Παπαϊωάννου, τον Τσιτσάνη, τον Ποτοσίδη και
άλλους.
Απόστολος Χατζηχρήστος – Σόλο μπουζούκι
Ο Απόστολος Χατζηχρήστος σύχναζε στο μπαράκι του Μάριου Δαλέζιου
(«καφέ μπαρ ο Μάριος»), στην οδό Ίωνος 8, στην Ομόνοια, που ο Τάκης
Μπίνης αποκαλεί «στρατηγείο του ρεμπέτικου». Εκεί συναντιούνταν
και έκλειναν δουλειές και συνεργασίες μουσικοί, συνθέτες, στιχουργοί,
τραγουδιστές, οργανοποιοί, ένας ολόκληρος κόσμος που ζούσε από το λαϊκό
τραγούδι. Κάποιες φορές το έριχναν έξω παίζοντας και τραγουδώντας, στο
πατάρι του μπαρ. Πολλές τέτοιες βραδιές θυμάται ο Μπίνης που έκανε παρέα
με τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον Στέλιο Κηρομύτη, τον Λευτέρη Τσαγκάρη,
τον Γιώργο Λαύκα και τον Ορφέα Κρεούζη.17
Ο Χατζηχρήστος διακρινόταν ανάμεσα σε άλλους τραγουδιστές και
δημιουργούς εκτός των άλλων και για το εντυπωσιακά κομψό ντύσιμό του. «Με
παπιγιόν κυκλοφορούσε πολλές φορές και ο Απόστολος Χατζηχρήστος που
υπήρξε από τους κορυφαίους του ρεμπέτικου (συνθέτης, μπουζουξής,
ενορχηστρωτής, τραγουδιστής) και οι συνάδελφοί του τον χαρακτήριζαν ως
πολύ σοβαρό και καλοκάγαθο άνθρωπο. Του άρεσε όμως το λούσο: παπούτσι
λουστρίνι, κεντημένο μαντιλάκι και χρυσή καρφίτσα στην γραβάτα, όταν δεν
φορούσε παπιγιόν» σημειώνει ο Πάνος Γεραμάνης.18«Ο Χατζηχρήστος φορούσε πάντα μαύρο κοστούμι, γραβάτα, μπριγιαντίνη στα μαλλιά» θυμάται19
η ρεμπέτισσα Ρένα Στάμου. Και ο Γιώργος Ζαμπέτας υπογραμμίζει με μια
δόση υπερβολής την έμφαση που έδιναν στην εμφάνισή τους οι πρωταγωνιστές
του πάλκου: «Όλων αυτών των παλιών η εμφάνιση ήταν τέλεια,
τελειότατη. Μη τυχόν κι είχε σκόνη το παπούτσι, έπρεπε να πέσει να
πεθάνει, να καεί το σύμπαν. Μη τυχόν και δεν ήτανε σιδερωμένο το
παντελόνι, μη τυχόν και δεν υπήρχε γιλέκο… Βέβαια! Ο Μητσάκης ήτανε ο
πιο μοντέρνος, αυτός χρησιμοποιούσε γραβάτα, που και που το κόλλαγε και
το παπιόν. Κι ο Χατζηχρήστος φόραγε γραβάτα, πάντα σκούρα και το κλασικό
το καβουράκι, το μπορσαλίνο…Ωραίοι άνθρωποι, σοβαροί κι αξιοσέβαστοι,
τους αγαπούσε ο κόσμος»20…
Εγωκεντρισμός, ωραιοπάθεια, ματαιοδοξία ή σεβασμός στο κοινό; Η
απάντηση σίγουρα δε μπορεί να είναι η ίδια για όλους. Για τον
Χατζηχρήστο όμως με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι τα τρία πρώτα
απουσίαζαν παντελώς από τον χαρακτήρα του και τις δικές του, αξιακές
αποσκευές. Κάποιες φορές η εμφάνιση των πρώτων ονομάτων, μουσικών και
τραγουδιστών, αποτελούσε μέρος μιας συνολικότερης στάσης τους, που είχε
να κάνει με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τη δουλειά τους και τον αποδέκτη
της, το κοινό. Έτσι, εκτός από την προσεγμένη εμφάνιση χρησιμοποιούσαν
και τη βαρύτητα του λόγου τους όσο αφορά στα παρεχόμενα είδη (φαγητό,
ποτά κλπ) και υπηρεσίες της ταβέρνας ή του κέντρου διασκέδασης όπου
εμφανίζονταν. Την αναφορά του Ζαμπέτα στον Μητσάκη δεν την προσθέσαμε
τυχαία, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης λίγο πιο κάτω.
Ο Απόστολος Χατζηχρήστος υπήρξε στα νταραβέρια του ντόμπρος, έντιμος
και καθαρός. Φιλότιμος και συμπονετικός, δεν δίσταζε να βάλει το χέρι
στην τσέπη και να προσφέρει βοήθεια, είτε του είχε ζητηθεί είτε όχι.
Υπήρξε άντρας με αρχές και αξίες που τις ακολουθούσε απαρέγκλιτα, τόσο
στην προσωπική όσο και την επαγγελματική του διαδρομή. Η αυστηρότητά
του, που τονιζόταν από το παρουσιαστικό και το ντύσιμό του, δεν τον
έκανε λιγότερο δίκαιο ή καλόκαρδο.
«Ο πατέρας μας είχε πολύ τρυφερή
καρδιά. Ήταν όμως και σκληρός…Ήταν αυστηρός αλλά ξύλο δεν είχαμε φάει
ποτέ από το μπαμπά. Το ξύλο του ήταν η ματιά του» έχει πει η κόρη του Πόπη Μπάρδη.21
«Της αγάπης μας τη στάχτη ψάχνω προσπαθώ μήπως κι έβρω καμιά σπίθα για να ζεσταθώ…»
Το 1938 ο 17χρονος τότε Γιώργος Μητσάκης αναζητά τον δρόμο που θα τον
βάλει στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Φοράει ακόμα κοντό παντελονάκι,
ενώ παίζει μπουζούκι όταν γνωρίζεται με τον Χατζηχρήστο στη Δραπετσώνα. Ο
Χατζηχρήστος εκείνη την εποχή γνωρίζει μεγάλη επιτυχία με το τραγούδι
του «Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά». Με τη γυναίκα του, τη
Γαρυφαλλιά, θ’ ανοίξουν την πόρτα του σπιτιού τους και θα δείξουν στον
άσημο νεαρό ανθρωπιά, φιλοξενώντας τον για μήνες.
Ο Απόστολος Χατζηχρήστος με τον Ηλία Ποτοσίδη
Τον χειμώνα του 1938 ο Μητσάκης πρωτοβγαίνει στο πάλκο με τον Χατζηχρήστο και τον Ηλία Ποτοσίδη. «Φορούσα πάνινα παπούτσια Ελβιέλα και επειδή ήταν άσπρα, για να μη με κοροϊδεύουν τα έβαφα καφέ» θυμάται ο ίδιος.22 «Το
1939 με πήρε μαζί του στο Θησείο, στου Πίκινου τη Μπύρα (έτσι λεγόταν
το κέντρο) για δυο μήνες. Ύστερα εγώ τράβηξα το δρόμο μου. Αλλά από τότε
μείναμε φίλοι, μέχρι το τέλος της ζωής του», θα πει για τον Χατζηχρήστο πολλά χρόνια αργότερα.23
Απόστολος Χατζηχρήστος – Γιώργος Μητσάκης
Ο Χατζηχρήστος υπήρξε πατρική φιγούρα για νεότερους καλλιτέχνες, που
τους ενθάρρυνε στα πρώτα βήματά τους αλλά και όποτε χρειάστηκε τους
προστάτευσε. Η Ρένα Στάμου έχει ερμηνεύσει σε πρώτη εκτέλεση δυο
τραγούδια του, σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα. Τον Γενάρη του
1952 είναι μόλις 22 χρόνων όταν ηχογραφεί «Το βασανάκι» με δεύτερη φωνή τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και κάνει δεύτερη φωνή στον ίδιο στο «Παραπονιάρικό μου» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα (λιγότερο γνωστό από το διαχρονικό «Παραπονιάρικο» (Ό,τι κι αν έχεις στην καρδιά) του Απ. Χατζηχρήστου σε στίχους Γιάννη Λελάκη).
«Ματώνουνε τα στήθια μου που όλο κλαις μικρό μου πες μου σε τι σε πίκρανα παραπονιάρικο μου…»
Περισσότερο από μισό αιώνα μετά η ίδια μιλάει διατηρώντας γλυκά συναισθήματα για τον Χατζηχρήστο24: «Ο
Χατζηχρήστος ήτανε σαν πατέρας μου. Ήταν πολύ σοβαρός οικογενειάρχης,
ηθικότατος. Φαινόταν από το σύνολο της συμπεριφοράς του, όχι μόνο σε
μένα, που ήμουνα η πιο μικρή από όσες είχανε βγει, το πιτσιρίκι. Ήτανε
αγαπητός, προστατευτικός, όχι μόνο για μένα, αλλά για όλες. Μιλούσε
πάντοτε με γλυκό τρόπο, με γλυκό ύφος. Όταν έβλεπε τη Χρυσάφη, τη
Ντάλια, την Γκρέυ στο καφενείο των μουσικών, έπρεπε να τις καλημερίσει,
να τις ρωτήσει για την οικογένεια, όσες ήτανε παντρεμένες… Ήτανε
γλυκομίλητος και αυστηρός σε αυτά που έλεγε. Γελαστός αλλά πολύ
αυστηρός… Δεν είχα ακούσει από κανένα συνάδελφο, άντρα ή γυναίκα, να πει
ένα κακό λόγο για τον Χατζηχρήστο… Όλοι μιλούσαν με αγάπη γι’ αυτόν…».
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 λίγοι λαϊκοί συνθέτες μπορούν να
γράψουν τη μουσική των τραγουδιών τους σε παρτιτούρες. Κάτι που ήταν
όμως απολύτως αναγκαίο αφού πριν εκδώσει μια δισκογραφική εταιρεία ένα
δίσκο έπρεπε να έχουν κατατεθεί οι παρτιτούρες των τραγουδιών στο
Υπουργείο Προεδρίας για… να πάρουν έγκριση, δηλαδή να περάσουν από την
επιτροπή λογοκρισίας.
Ο Θόδωρος Δερβενιώτης, πριν ακόμα γίνει ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης
του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, έκανε αυτή τη δουλειά για να βγαίνει το
μεροκάματο. Συχνάζοντας στο θρυλικό μπαράκι του Μάριου, γνωρίζει,
γράφοντας τα τραγούδια τους στο χαρτίς, μεταξύ άλλων τον Πάνο Πετσά, τον
Γεράσιμο Κλουβάτο, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Στέλιο Χρυσίνη και τον
Απόστολο Χατζηχρήστο. Η συνεργασία του με τον Χατζηχρήστο λίγα χρόνια
μετά θα μεταφερθεί στο πάλκο. Ο Δερβενιώτης είναι το νεότερο μέλος του
λαϊκού συγκροτήματος που με επικεφαλής τον Χατζηχρήστο φτάνει από την
Αθήνα στο Νησί της Καλαμάτας. Δεκαετίες μετά στη βιογραφία του αναφέρει25 ότι στην ανάπαυλα του ταξιδιού, την ώρα που ο ίδιος κοιμόταν οι παλιοί ρεμπέτες «είχαν
εξαφανιστεί, γιατί ξέρανε πού ήτανε τα στέκια, η πηγή του χασισιού.
Πήγανε, προμηθευτήκανε και φτιάξανε τα τσιγαρλίκια τους, τα οποία
φαίνονταν αθώα, κανονικά τσιγάρα».
Ο ίδιος περιγράφει γλαφυρά ένα περιστατικό σχετικό με την
προσωπικότητα του Χατζηχρήστου και την πατρική στάση του απέναντι στα
νέα παιδιά του σιναφιού. Αξίζει να μεταφερθεί ολόκληρη η περιγραφή26: «Φάγαμε,
κοιμηθήκαμε, σηκωθήκαμε το πρωί. Είχε μια σάλα με σανίδια και καθίσαμε
κάτω οκλαδόν, σταυροπόδι. Μας φέρανε και τους καφέδες, βγάλαμε και τα
τσιγάρα. Καφές χωρίς τσιγάρο δε γίνεται. Έβγαλα κι εγώ το δικό μου κι
ετοιμαζόμουνα να το ανοίξω. Δίπλα μου καθόταν ένας μπουζουξής, ο
Αντώνης, που τον είχε πάρει ο Απόστολος στο συγκρότημα. Ήτανε πολύ
ψηλός, είχε κάτι μπράτσα! Και δίπλα καθόταν ο Χατζηχρήστος. Με το που
ετοιμαζόμουν να ανοίξω το πακέτο, αυτός ο ψηλός, από εκεί που καθόταν
απλώνει το χέρι του, για να μου δώσει ένα τσιγάρο απ’ τα δικά του… Δε
φαινόταν τίποτα το ύποπτο… Κάνω, λοιπόν, εγώ να το πάρω κι ακούω ένα –
φλαπ! Μία ανάποδη από τον Χατζηχρήστο στο ντερέκι αυτό. Τον είχε
χαστουκίσει. Ταυτόχρονα του λέει: “Άσ’ το κάτω, ρε! Δεν το βλέπεις το
παιδάκι; Επειδή βγάλαμε εμείς τα μάτια μας, πρέπει να τα βγάλουμε κι
αυτουνού;” Κέρωσα εγώ, άσπρισα. Λέω, τώρα άμα σηκωθεί αυτός, θα τον
βουτήξει τον Χατζηχρήστο, θα τον σηκώσει απάνω και θα τον πετάξει
μακριά. Θα χαλάσει η δουλειά και δεν έχουμε ούτε το εισιτήριο για να
γυρίσουμε στην Αθήνα. Αυτοί ξέρανε τι τσιγάρο ήταν. Έλα, όμως, που ο
Χατζηχρήστος ήταν αυστηρός, ένας δεύτερος μπαρμπα-Βισβίκης. Και μ’ έκοψε
τι άνθρωπος ήμουνα, γι’ αυτό με πήγαινε και στο σπίτι του. Δίνει,
λοιπόν, το χαστούκι στον άλλο, κι εκεί που περίμενα εγώ να γίνουν σημεία
και τέρατα, ακούω: “Κύριε Απόστολε, δεν ήξερα…” Κι έληξε το επεισόδιο
εδώ. (…) Ο χαρακτήρας του Χατζηχρήστου ήτανε και λίγο δύστροπος,
αυστηρός, αλλά ήταν καλός με τους συναδέλφους του. Ήθελε το συγκρότημα
να δείχνει προς τα έξω μια καλή εικόνα…».
«Κέντρον
Ο ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΣ (Τζιτζιφιές) – ΜΕΓΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ – Οι Δώδεκα
Άσσοι του Μοντέρνου Λαϊκού Τραγουδιού από τους Φωνογραφικούς Δίσκους
όλων των Εταιριών. ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ: Ι. Παπαϊωάννου, Γ. Μητσάκης, Μάρκος
Βαμβακάρης, Α. Χατζηχρήστος, Σ. Κερομύτης, Γ. Μανισαλής, Ηλ. Ποτοσίδης,
Αργύρης Βαμβακάρης. Ζαχαρίας Κασιμάτης (κιθάρα), Κώστας Ρούκουνας
(Σαμιώτης) (κιθάρα), Μήτσος Μασσέλος (Πιάνο)» – 1947-48. Ο
Απόστολος Χατζηχρήστος καθιστός, δεύτερος από αριστερά – Πηγή
φωτογραφίας: «Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα», επιμέλεια
Κώστας Χατζηδουλής, εκδόσεις Κάκτος, 1982
Από το 1946 έως το 1953 ο Απόστολος Χατζηχρήστος θα εμφανιστεί ως
όνομα πρώτης γραμμής στα καλύτερα λαϊκά κέντρα. Στη συνέχεια, καθώς το
ρεμπέτικο, όπως έγινε γνωστό και εδραιώθηκε προπολεμικά, παραμερίζεται
μαζί με τους δημιουργούς από τις δισκογραφικές εταιρείες, δουλεύει με
κομπανίες σε ταβέρνες και λαϊκά μαγαζιά περιπλανώμενος ανά την Ελλάδα.
Ο
Χατζηχρήστος (στο μέσον) με τη γυναίκα του Γαρουφαλλιά και κάποιο
συγγενή. Μετά από λίγες βδομάδες θα πεθάνει – Πηγή φωτογραφίας και
σχολιασμού: Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη ιστορία, Περπινιάδης –
Γενίτσαρης – Μάθεσης – Λελάκης». Εκδόσεις Νεφέλη
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 χτυπιέται από τον καρκίνο στους
πνεύμονες. Βαριά άρρωστος και χωρίς την οικονομική δυνατότητα ν’
αποχτήσει τα φάρμακά του – ποιος; ο Χατζηχρήστος που πάντα χάριζε ή
μοιραζόταν με τους άλλους το έχω του! – αναγκάζεται να πουλήσει το
μπουζούκι του στον Γρηγόρη Μπιθικώτση, έναντι 1.000 δραχμών. Δυο χρόνια
μετά το θάνατό του, η γυναίκα του και η κόρη του Πόπη επισκέπτονται τον
Μπιθικώτση στο κέντρο που τραγουδάει και του προσφέρουν τα διπλάσια
χρήματα για να τους το επιστρέψει, ως οικογενειακό κειμήλιο πια, αλλά
συναντούν την άρνησή του (μαρτυρία Πόπης Μπάρδη27)…
«Γλυκοβραδιάζει κι ο ντουνιάς αμέριμνος γλεντάει την ώρα που ο Χάροντας την πόρτα μου χτυπάει…»
Ο σπουδαίος δημιουργός και ερμηνευτής τόσων μεγάλων επιτυχιών,
διαχρονικές οι περισσότερες, ο καλοσυνάτος και γλυκός άνθρωπος που
αγαπήθηκε όσο λίγοι από το κοινό αλλά και τους συναδέλφους του, ο «καλός
άγγελος» των μη εχόντων και των κατατρεγμένων, ο ρεμπέτης με τους
ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες που «του άρεσε πολύ το δημοτικό τραγούδι, η Ίμα Σουμάκ, ο Φώτης Πολυμέρης και ο Νίκος Γούναρης» (μαρτυρία της κόρης του Ευαγγελίας Χατζηχρήστου28)
θα φύγει από τη ζωή στις 5 του Ιούνη 1959, μόλις στα 55 του χρόνια, για
να στοιχηθεί δίπλα στους μεγάλους αθάνατους του ρεμπέτικου και του
λαϊκού μας πολιτισμού και να πάρει μια θέση στην καρδιά όσων «κοιτάζουν»
λίγο πίσω και πέρα από τις νότες και τους στίχους των τραγουδιών.
Ο Απόστολος Χατζηχρήστος ανήκει στους μεγάλους δημιουργούς και
εκτελεστές που αφήνουν παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές, εκτός από το
σπουδαίο έργο τους, και την περπατησιά τους. Μαζί με τον αδελφικό του
φίλο, Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Βαγγέλη Παπάζογλου και άλλους, ο
Χατζηχρήστος ανήκει στην κατηγορία των ρεμπετών που ο τρόπος που
πορεύτηκαν στη ζωή, οι αξίες που έφεραν και η ανθρωπιά τους αποτελούν
παντοτινό παράδειγμα, για τον λαϊκό δημιουργό-καλλιτέχνη και γενικότερα
για τον άνθρωπο «που θέλει να λέγεται άνθρωπος».
4.«Αφιέρωμα στον Απόστολο Χατζηχρήστο – Κώστας
Καλαφάτης». Εκπομπή «Τα παντελόνια είναι περίεργα ρούχα» (παρουσίαση
Πάρης Μήτσου) στην τηλεόραση του 902
8,19,24.Νέαρχου Γεωργιάδη, Τάνιας Ραχματούλινα, «Ρένα Στάμου, Μια εγκυκλοπαίδεια του Ρεμπέτικου». Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2009
11,21,23,28.«Θόδωρος Παπαδόπουλος – Απόστολος
Χατζηχρήστος, Βίοι παράλληλοι», στη σειρά εκπομπών «Οι παλιοί μας φίλοι»
(παρουσίαση Γιώργος Παπαστεφάνου. Επιμέλεια του αφιερώματος: Γιώργος
Παπαστεφάνου – Κώστας Αυγέρης. Προβλήθηκε στην ΕΤ-1 την περίοδο 1991-92
14,27.«Απόστολος Χατζηχρήστος… ο ρεμπέτης κανταδόρος». Εκπομπή «Έχει γούστο» στη ΝΕΤ (παρουσίαση Μπήλιω Τσουκαλά), 16 Φλεβάρη 2009
16,17,18,22.Πάνου Γεραμάνη, «Η ζωή μου ένα τραγούδι». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007
20.Ιωάννας Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε… στρέιτ θρου. Γιώργος Ζαμπέτας, βίος και πολιτεία». Εκδόσεις Ντέφι, 1997
25,26.Νέαρχου Γεωργιάδη, Τάνιας Ραχματούλινα, «Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι». Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2003
Σύμφωνα με την έρευνα του Κογκρέσου, ανιχνεύθηκαν
επικίνδυνα επίπεδα αρσενικού, μολύβδου, καδμίου και υδραργύρου στις
βρεφικές τροφές, πολύ πάνω από τα όρια ασφαλείας.
Μπορεί
οι υπεύθυνοι της έρευνας που διεξήχθη από το Κογκρέσο να χαρακτηρίζουν
“σοκαριστικό” το πόρισμα σύμφωνα με το οποίο τέσσερις κορυφαίες
εταιρείες βρεφικών τροφών συνειδητά πουλούσαν προϊόντα με υψηλά επίπεδα
βαρέων μετάλλων, στην πραγματικότητα όμως δεν μπορεί να σοκάρεται
κανένας με τις εγκληματικές πρακτικές των καπιταλιστών μπροστά στη
διαφύλαξη και τη μεγιστοποίηση των κερδών τους.
Σύμφωνα
με την έρευνα, ανιχνεύθηκαν επικίνδυνα επίπεδα αρσενικού, μολύβδου,
καδμίου και υδραργύρου στις βρεφικές τροφές, πολύ πάνω από τα όρια
ασφαλείας. Τα στοιχεία αυτά ανιχνεύονται φυσικά στο έδαφος, οπότε δεν
μπορούν να αποφευχθούν εντελώς, αλλά σε κάποιες περιοχές είναι σε
υψηλότερα επίπεδα, λόγω και της υπερβολικής χρήσης λιπασμάτων που
περιέχουν μέταλλα και βιομηχανικής ρύπανσης. Τα βαρέα μέταλλα έχουν
καρκινογόνες και νευροτοξικές συνέπειες, αλλά είναι ακόμα πιο
επικίνδυνες για τα παιδιά, καθώς βλάπτουν ανεπανόρθωτα τον αναπτυσσόμενο
εγκέφαλο.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ δεν έχει
θέσει ακόμα επίσημα επίπεδα ασφαλείας βαρέων μετάλλων στην πλειονότητα
των παιδικών τροφών, με εξαίρεση το όριο 100 μερών ανά δισεκατομμύριο
ανόργανου αρσενικού στα παιδικά δημητριακά ρυζιού, όριο που ήδη
θεωρείται υπερβολικά υψηλό από τους ειδικούς, με δεδομένο μάλιστα ότι
στο εμφιαλωμένο νερό το αντίστοιχο όριο δεν υπερβαίνει τα 10 μέρη ανά
δισεκατομμύριο.
Σύμφωνα
με την Τζέιν Χούλιχαν, διευθύντρια της οργάνωσης Healthy Babies Bright
Futures, τα νήπια που εκτίθενται σε βαρέα μέταλλα ως την ηλικία των δύο
ετών, μπορεί να παρουσιάσουν προβλήματα συμπεριφοράς, πτώση IQ και άλλα
γνωστικά προβλήματα, ακόμα και εφόρου ζωής. Η συγκεριμένη οργάνωση έδωσε
το έναυσμα για την έρευνα του Κογκρέσου, όταν το 2019 δημοσίευσε έκθεση
στην οποία ανέφερε πως το 95% των βρεφικών τροφών που τυχαία συνέλεξε
από σούπερ μάρκετ περιείχαν τοξικά μέταλλα, από πέντε ως και 177(!)
φορές παραπάνω από τα όρια ασφαλείας. Αυτό ίσχυε τόσο για τα βιολογικά
προϊόντα, όσο και για όσα παράγονται με μεθόδους συμβατικής γεωργίας.
Oι
εταιρείες που εξτάστηκαν από την πλευρά τους αρνούνται οποιαδήποτε
ευθύνη και υποστηρίζουν πως τα προϊόντα τους παράγονται με βάση υψηλά
υγειονομικά στάνταρ. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως τρεις ακόμα
εταιρείες του χώρου αρνήθηκαν να συνεργαστούν πλήρως με την έρευνα του
Κογκρέσου, ανάμεσά τους και η μεγάλη αλυσίδα Walmart.
Η
έρευνα κλείνει με συστάσεις για υποχρεωτικό τεστ των συστατικών των
τροφών πριν φτάσουν στο ράφι και αυτά να αντικαθίστανται αν ξεπερνούν τα
όρια. Η έλλειψη της σχετικής νομοθεσίας είναι σαφές κλείσιμο του ματιού
στις μεγάλες εταιρείες του κλάδου, με τον επικεφαλής της αρμόδιας
επιτροπής του Κογκρέσου Κρισναμούρτι να “ελπίζει” πως οι εταιρείες θα
συμμορφωθούν “εθελοντικά”, αν και παραδέχεται πως “χρειαζόμαστε
νομοθεσία για να εξαναγκάσουμε σε συμμόρφωση με τα στάνταρ που πρέπει να
θέσει ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων”.
-
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΛΙΣΤΑΤΟ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΟ ΑΛΑΖΟΝΑ ΔΗΜΑΡΧΟ Ι . Π.
ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΔΕΥΑΜ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΠΑΙΓΜΟ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΤΗΣ ΔΕΥΑΜ ΚΑ...
-
ΦΟΡΟΥΜ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΔΗΜΟΥ Ι.Π. ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ Ανοικτή επιστολή στους
συνδημότες της Ι.Π. Μεσολογγίου: Με την παρούσα θέλουμε να απαντήσουμε και
να σας ενημ...
ΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ
-
ΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ Posts . Η Μπουμπουλίνα[1] «τσίμπησε» βαθμό απ’ τον
Καμμένο, ταγό… Αλεξιβρόχιο και εν φρεσί[2] καμένο! . [Ο υπουργός σε θωρηκτό
προήχθη ...
-
*«Ιδιώνυμο» αδίκημα ο αγώνας για την προστασία της λαϊκής κατοικίας!*
Χείρα βοηθείας από ΝΔ, Δημοκρατική Συμπαράταξη και Ποτάμι για να «περάσει»
το έκτρωμα...
Κίτσου Τζαβέλα και Επαμεινώνδα Δεληγιώργη
-
*Τρυπάει μέσα απ’ τα στενά *
*τη φλόγα του καλοκαιριού*
*φυσάει μαϊστράλι*
*λίγα τα σύννεφα που σκορπάνε στο φως.*
*κορίτσια με τιραντέ μπλουζάκια προκαλού...
δυστυχώς πρέπει να τα αποχωριστούμε!
-
Χαρίζονται δυο θηλυκά γνήσια (από πατέρα και μητέρα) τσοπανόσκυλα - λευκά,
δυο περίπου μηνών, εμβολιασμένα με το 1ο εμβόλιο τύφου. Θα γίνουν το ένα
αρκετά ...