Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

5 Απρ 2023

Απόηχοι ονείρων μέσα στην ομίχλη της λιμνοθάλασσας - www.topotiritis.gr

Πριν από λίγους μήνες, αφού μπήκε η χρονιά ο καλός φίλος Χρήστος Φαρμάκης κυκλοφόρησε διαδικτυακά ένα σύνολο μουσικών συνθέσεων, υπό την επωνυμία “αθούρα”. Είναι η πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική πρότασή του (σε μορφή άλμπουμ). Είχε προηγηθεί η συμμετοχή του με τρεις συνθέσεις στην κασέτα συλλογή με τίτλο “Θεμέλια” μαζί με δυο άλλα σχήματα. 

 

Στο ντεμπούτο άλμπουμ, λοιπόν, οι ακροατές μπορούν να βρουν συνθέσεις όπου κυριαρχεί ο μινιμαλισμός, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στις τονικές εναλλαγές. Εντούτοις, οι συνθέσεις δεν στερούνται μελωδικότητας, καθώς δεν συναντούμε στριφνούς (κακο)ήχους. Γενικά, δίχως να μπορούμε να μιλήσουμε για άμπιεντ μουσική, υπάρχει μια ατμοσφαιρικότητα με σαφείς αναφορές λόγου χάρη στους Pink Floyd της εποχής του τολμηρότατου διπλού άλμπουμ τους “Ummagumma” (1969). Ο Χρ. Φαρμάκης χρησιμοποιεί πλήθος οργάνων (νυκτά, κρουστά, πληκτροφόρα κλπ) με το ιρλανδικό μπουζούκι να κλέβει τις εντυπώσεις στην πιο μελωδική στιγμή του άλμπουμ (“Ο κήπος με τα μαύρα λουλούδια”). Επίσης, στην ατμοσφαιρικότητα του ακροάματος συμβάλλουν και κάποιες ηχογραφήσεις πεδίου (field recordings). Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί πως στην ουσία πρόκειται για σπιτική ηχογράφηση, με την έννοια πως δεν χρησιμοποιήθηκαν οι σημαντικές ευκολίες ενός επαγγελματικού στούντιο ηχογραφήσεων, καθώς η βάση του Φαρμάκη είναι το Μεσολόγγι. Άλλωστε “αθούρα” ονομάζεται η πρωινή ομίχλη στην τοπική διάλεκτο του Μεσολογγίου.

Το άλμπουμ ενδείκνυται για ακροατές που αναζητούν καινούργια πράγματα και καθόλου τετριμμένα. Η εμπειρία της ακρόασής του μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνη του διαλογισμού, με την διαφορά ό,τι το μυαλό δεν καθαρίζεται ώστε να φτάσει στο “τίποτα”, αλλά αντίθετα ηρεμεί κι μαλακώνει με την δημιουργία εικόνων. Προτού συνεχίσετε στην σύντομη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Χρήστος Φαρμάκης (μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), νομίζω ότι αξίζει να διαβαστεί το πώς αυτοπαρουσιάζεται στο προφίλ της αθούρας στο bandcamp.

“Το μουσικό πρότζεκτ αθούρα παρατηρεί τις πιο σκοτεινές όψεις της ζωής στην πόλη, την αφήγηση των αστικών μύθων, και την αποσύνθεση του σεβασμού των ανθρώπων προς τη φύση. Οι ηχητικές πηγές περιλαμβάνουν ηχογραφήσεις πεδίου, διάφορα ακουστικά όργανα και ηλεκτρονικά”

Μπορείτε να προμηθευτείτε ψηφιακά την αθούρα εδώ 

Η συνέντευξη:

1. Πες μας δυο λόγια για την μουσική σου. Πώς θα την περιέγραφες.

Μου είναι δύσκολο να περιγράψω μια μουσική που γεννήθηκε σαν ιδέα μες στο κεφάλι μου, γιατί δουλεύοντας την ιδέα αυτή να γίνει μια ιστορία, ένα κομμάτι μουσικό, έχω χάσει το πλεονέκτημα του ακροατή να ακούσω κάτι για πρώτη φορά, να το ανακαλύψω.

2. Από τι αντλείς έμπνευση;

Φύση, μνήμες, όνειρα, λογοτεχνία, αστικά τοπία, ποίηση, ενίοτε από εικόνες της καθημερινότητας

3. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να δημιουργήσεις τέτοια μουσική στην Ελλάδα; (τεχνικά/απαιτούνται ιδανικές συνθήκες;)

Καμμιά μουσική δεν είναι εύκολη να δημιουργηθεί και ταυτόχρονα δεν υπάρχει καμμία “τεχνική δυσκολία”. Όσα μέσα και γνώσεις έχει κάποιος τα χρησιμοποιεί και εργάζεται αναλόγως.

4. Οι κοινωνικές συνθήκες σε επηρεάζουν δημιουργικά;

Ίσως στο κομμάτι της περισυλλογής και της αυτοκριτικής μου σαν κομμάτι της κοινωνίας. Από κει και πέρα, λειτουργούν σίγουρα σαν ερέθισμα αλλά στο καθεαυτό κομμάτι της δημιουργίας, όχι, προσπαθώ να μην με επηρεάζει.

5. Το σημερινό ψηφιακό περιβάλλον ευνοεί προσπάθειες σαν τη δικιά σου;

Η ψηφιακή εξωστρέφεια μας έχει φέρει όλους πιο κοντά, “ψηφιακά”. Έτσι ένα καινούριο μουσικό άλμπουμ μπορεί να φτάσει άμεσα παντού.

6. Πώς θα πρότεινες σε κάθε ακροατή ή ακροάτρια να ακούσει το άλμπουμ; (π.χ. διαβάζοντας, κάτι άλλο)

Όταν μια μουσική καταφέρει να εισχωρήσει βαθύτερα, να περάσει την επιφάνεια, συχνά ενεργοποιούνται αναμνήσεις και ένστικτα βαθειά κρυμμένα και εκεί χαμηλά μέσα σε αυτό το “σκοτάδι” μπορεί κάποιος να ανακαλύψει στοιχεία του εαυτού του που δεν γνώριζε ή να επαναπροσδιορίσει ιδέες, εικόνες και έννοιες.

7. Πες μας τα αγαπημένα σου βιβλία, μουσικά άλμπουμ και ταινίες
ΒΙΒΛΙΑ
Όμηρος – Οδύσσεια
Mario Puzo – Ο Νονός
Μενέλαος Λουντέμης – Ένα παιδί μετράει τ’άστρα
Κωστής Παλαμάς – Ο δωδεκάλογος του γύφτου
Georges Bataille – Ο νεκρός
Ray Bradbury – Fahrenheit 451
Arturo Pérez-Reverte – Η λέσχη Δουμάς
James Hadley Chase – What’s Better Than Money?
Ozzy Osbourne – I am Ozzy


ΤΑΙΝΙΕΣ
We’re No Angels (1989)
Director: Neil Jordan | Robert De Niro, Sean Penn, Demi Moore

Groundhog Day (1993)
Director: Harold Ramis | Bill Murray, Andie MacDowell, Chris Elliott

50 First Dates (2004)
Director: Peter Segal | Adam Sandler, Drew Barrymore, Rob Schneider

Rambo I – First Blood (1982)
Director: Ted Kotcheff | Sylvester Stallone, Brian Dennehy, Richard Crenna

Conan the Barbarian (1982)
Director: John Milius
Arnold Schwarzenegger, James Earl Jones, Max von Sydow

Stigmata (1999)
Director: Rupert Wainwright | Patricia Arquette, Gabriel Byrne, Jonathan Pryce

8. Τι θα έλεγες σε ένα νέο παιδί που θέλει να παίξει μουσική;
Να εμπιστευτεί το ένστικτό του, να έχει δίψα για γνώση μελετώντας με επιμονή και να έχει πάντα ανοιχτά τα αυτιά σε κάθε ήχο από κάθε μουσικό είδος. Ταυτόχρονα να μην αναλώνεται αποκλειστικά στη μουσική αναζήτηση αλλά να έρθει σε επαφή όσο γίνεται και με τις άλλες τέχνες.

 

πηγή: https://www.topotiritis.gr

3 Απρ 2023

20 χρόνια, σήμερα, από τη "φυγή" του Θωμά Γκόρπα...




 Είχα την εντύπωση ότι ήταν ένα δημ miιούργημα μυθοπλασίας, ένα αποκύημα της βραχνής φαντασίας του έξοχου Μάριου Χάκκα. Στις σελίδες του Χάκκα είχα διαβάσει γι’ αυτόν, με μάτια έκπληκτα και με μυαλό που έτρεχε προς την περιπέτεια της ζωής και της τέχνης με χίλια χιλιόμετρα την ώρα, στα δεκάξι μου χρόνια, για τον Γκόρπα και τον «γκορπισμό». Ό,τι είχε κατορθώσει να αποτυπώσει στο χαρτί ο Χάκκας το ρουφούσαμε, είχαμε βρει, μειράκια ανήσυχα, μια φωνή που μας μιλούσε με ατόφια ειλικρίνεια, με σκληρό χιούμορ, με πικρή μελαγχολία, με μιαν ελευθερία σπάνια εκείνη την εποχή του εκπεσμού της ποίησης σε μελοποίηση, του πομπώδους comeback μιας Αριστεράς που ήταν λαβωμένη (κάτι που θα έπρεπε πιο ευαίσθητη να την κάνει) μα κοντόθωρη και σκληρυσμένη και κακεντρεχής και βαριάκουγε και επέβαλλε, επέβαλλε, επέβαλλε.


Ο Χάκκας, λοιπόν, μας οδήγησε στον Γκόρπα. Ανακαλύψαμε ότι υπήρχε, με σάρκα και οστά, με ένα μόνιμο μειδίαμα, με ολόγλυκο βλέμμα, βελούδινο θα το ’λεγες, με ανοιχτή ματιά και ορθάνοιχτη καρδιά, με μιαν ασίγαστη προθυμία να μιλήσει, ελεύθερα και ωραία, για ό,τι μπόρεσε κι αυτός να αγαπήσει μέσα στα ερείπια μιας εποχής. Το ότι όντως υπήρχε, και ήταν σπουδαίος ποιητής, το ανακαλύψαμε μέσω του αειθαλούς και αεικίνητου Λεωνίδα Χρηστάκη. Μέσα από τις πάντα ενδιαφέρουσες σελίδες του «Ιδεοδρόμιου». Ήταν, αν δεν με ξεγελάει η μνήμη μου, ένα κείμενο για τους έλληνες μπητ ποιητές, κι εκεί, ανάμεσα στα ονόματα του Πητ Κουτρουμπούση και της Μαρίας Μήτσορα και του Σπύρου Μεϊμάρη και του Τάσου Φαληρέα, έβλεπες και το όνομα «Θωμάς Γκόρπας». Και μετά ήρθε ο πολυσυζητημένος πρόλογος του ποιητή Γκόρπα σ’ ένα βιβλίο που άφησε εποχή, στις «Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» του Τσαρλς Μπουκόφσκι. 


Και λίγο μετά, γνώρισα και συνομίλησα και περπάτησα και έφαγα και ήπια, πολύ, με τον Θωμά. Πάλι αν δεν με ξεγελάνε της Μνήμης της Παιχνιδιάρας τα καμώματα, ο Λεωνίδας Χρηστάκης ήταν αυτός που μας σύστησε. Αυτό που σίγουρα θυμάμαι ήταν ότι συναντιόμαστε σ’ ένα καφενεδάκι στην οδό Κιάφας, βαφτίζαμε στο κρασάκι και στο ούζο τις ευαισθησίες μας και κουβεντιάζαμε με τις ώρες – ω, πάντα ήμασταν, και παραμένουμε, πλούσιοι σε σχέση με το Χρόνο, ω πάντα διαθέταμε αφειδώλευτα τα δευτερόλεπτά μας στην μουσική της ποίησης και στην ποίηση της μουσικής, στο χρυσογάλαζο τοπίο της Φιλίας, στο πορφυρό του Έρωτος λιβάδι!


Μου έκανε απ’ την πρώτη στιγμή εντύπωση ένα είδος βαθιάς αμοιβαιότητας ανάμεσα στον Γκόρπα και τους αγαπημένους μας μπητνίκους. Θαρρείς και ήσαντε από την ίδια στόφα καμωμένοι, από τα ίδια υλικά πλασμένοι, στην ίδια ρότα πεισματικά προσηλωμένοι. Διόλου δεν μου φαίνεται τυχαίο το ότι ο Θωμάς προλόγισε τον Μπουκόφσκι, το ότι επέλεξε να κοσμήσει τα ποιητικά του άπαντα με παλιές φωτογραφίες της Αθήνας, με ένα στιγμιότυπο, λίαν μπητνίκικο, από το Καφενείο «Το Νέον», της Ομόνοιας, με ένα πορτρέτο νυχτερινό του Μπαρ «Au revoir», από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Κι ακόμα, διόλου τυχαία δεν πρέπει να ήταν η αμέριμνη περιβολή του Γκόρπα, τα άνετα, φαρδιά, σχεδόν χαχόλικα ρούχα που σ’ αφήνουν να κινηθείς, να σκεφτείς, να μιλήσεις, να χειρονομήσεις ελεύθερα, χωρίς μέριμνες για το μανικετόκουμπο, δίχως έγνοιες για την κομβιοδόχη, μήτε αγωνίες μάταιες για την τσάκιση. 


Ναι, μπητνίκος ήταν ο Θωμάς, το βλέπεις και στην ποίησή του πεντακάθαρα αυτό, στους ασθμαίνοντες λαχανιαστούς παλλόμενους στίχους που βραχνιάζουν προσευχόμενοι στο κενό των ημερών, που θέλουν να τραγουδήσουν αυτό που χάθηκε, που θέλουν να βαστάξουν λίγο ακόμη, να μην σιγήσουν, να πούνε κι άλλα, την γνήσια κι αυθεντική στιγμή ωραία να υμνήσουν.


Και ήταν ανυποχώρητος αντιεξουσιαστής. Πολιτικά δεν κουβεντιάσαμε ποτέ, αλλά τον θυμάμαι πάντα να υπερασπίζεται λογοτέχνες που δεν έστεργαν με την εξουσία να έχουν παρτίδες, που επέμεναν να ζούνε μποέμικα, ελεύθερα, όσο πιο ξέγνοιαστα γινόταν, όσο πιο μακριά από κάθε εγκλωβισμό μπορούσαν. Είχαμε μιλήσει κάποτε για τους υπερρεαλιστές, εν μέρει προγόνους των μπητνίκων, και είχαμε διαφωνήσει. Στα είκοσί μου εγώ, επέμενα, όπως και τώρα, ένα τέταρτο του αιώνα μετά, να εκθειάζω τον βίο και την προσωπικότητα του André Breton. Ο Θωμάς, απεναντίας, με μπόλικη ειρωνεία και λόγο αιχμηρό, δεν έπαυε να ψέγει την αυταρχικότητα του ποιητή της «Ελεύθερης Ένωσης» και της «Nadja», να καταγγέλλει τις ακρότητές του, τον τρόπο με τον οποίο διηύθυνε το υπερρεαλιστικό κίνημα, το πώς αναθεμάτιζε, εξοστράκιζε, αφάνιζε τους «εσωκομματικούς» του αντιπάλους. Ματαίως πάσχιζα να του υπενθυμίσω ότι οι εμπροσθοφυλακές είναι πάντα βίαιες, εκρηκτικές, αυστηρές. Αρνιόταν να δεχτεί τη στάση του Breton. Επέμεινε στο να υπερασπίζεται σθεναρά όσους είχε αποπέμψει ο leader, επέμενε να μιλάει με πλησμονή αγάπης για τον Raymond Queneau, για τον Tristan Tzara, και, κυρίως, για τον Jacques Prévert. Αρνιόταν κάθε λογής εξουσία, και ιδίως στον ήδη και εκ προοιμίου αντιεξουσιαστικό χώρο της τέχνης και της ποίησης.


Τελευταία φορά τον είδα στην Εμμανουήλ Μπενάκη. Σ’ ένα ουζερί τα πίναμε με τον Τάσο Γουδέλη και κάποιους φίλους. Πέρασε ο Θωμάς. Του είπαμε να καθίσει, και κάθισε μεμιάς. Μιλήσαμε πάλι για αγαπημένους συγγραφείς και ποιητές, μιλήσαμε και για τον Malcolm Lowry, τον δημιουργό του αριστουργήματος «Κάτω από το ηφαίστειο». Πετάχτηκα στο βιβλιοπωλείο της Γραβιάς, αγόρασα όσα αντίτυπα βρήκα και τα χάρισα στην παρέα. Ο Θωμάς χαμογελούσε όλη την ώρα της κουβέντας και της πόσης, έλεγε ωραίες ιστορίες από το μακρινό παρελθόν της ελληνικής λογοτεχνίας, και κάπνιζε αδιαλείπτως. Τα δάχτυλά του ήσαν κιτρινισμένα. Έδειχνε κάπως κουρασμένος, σωματικά, αλλά πάντα ακάματος στην κουβέντα. Μετά που έφυγε, εκθειάσαμε επί μακρόν ένα του ποίημα. Λέγαμε πόσο αγαπούσαμε το τρυφερό θάρρος του Γκόρπα να εμπλέξει στο ποίημα αυτό το ερωτικό και το πολιτικό στοιχείο, κάτι που μονάχα ο Τάσος Λειβαδίτης ήξερε άριστα και μελωδικά να το κάνει. Ω, ας ακούσουμε ξανά το ποίημα εκείνο:


Η Μαίριλυν


Μαζί με σε θυμάμαι και τον Μπελογιάννη.

Το σώμα σου είχε την παγκόσμια θέα

το σώμα σου φιλοξενούσε την παγκόσμια αγωνία

το σώμα σου το κάναμε γινάτι και ταμπούρι

το σώμα σου αγαπημένη των αγαπημένων

σαν τη ζωή όταν βγαίνει στο παζάρι

σαν τη ζωή όταν μαζεύεται το βράδυ

σαν τη ζωή όταν κυλάει από κρεβάτι σε κρεβάτι

σαν τη ζωή όταν μαχαιρώνεται μα δεν την παίρνουνε τα δάκρυα.

το σώμα σου το φόρεσαν κονκάρδα

αυτοί που πρόδωσαν αυτοί που ξέχασαν αυτοί που πάνε

αυτοί που έχει στο στόμα τους παγώσει

το λίπος των μελό επιτάφιων λόγων

και των επίκαιρων στίχων.

Οι βιρτουόζοι

των γυναικείων λυγμών

και των ωραίων αναστεναγμών

και των μισθών και των Σας άρεσε;

Καλό δεν ήταν;… Ευχαριστώ!

Γλυκιά μου Μαίριλυν κι ακόμα πιο γλυκιά

όταν οι τίμιοι θολώνουν και σε λεν πουτάνα

γλυκιά μου Μαίριλυν μας άφησες ένα στόμα

να σεργιανάει στου κόσμου τις πληγές.

 Αλησμόνητε Θωμά, να ξέρεις ότι δεν σε λησμονούμε, κι εκεί στους λειμώνες τ’ ουρανού που βρίσκεσαι είθε να πίνεις τα ουίσκι σου με τον Μάριο τον Μαρκίδη, να τσουγκρίζεις το κρασοπότηρό σου με τον Γιώργο τον Καραβασίλη, ουζάκι να σε τρατάρουν με τον Νίκο τον Καρούζο, κι αγκαλιά όλοι μαζί να τραγουδάτε με το χάραμα τα τραγούδια που αγαπάτε!


https://m.facebook.com/story.php?story_fbid=pfbid0xd5utCcDWfPjiFVLxAw3paA5rJ5JGuknVQLr8tcuSigcdsc9KqSPhiuz8dJKFokpl&id=100002710596022

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More