Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

16 Αυγ 2017

Όταν οι ναζί έκοψαν το νήμα της ζωής σε 317 άμαχους του Κομμένου

Σε ένα μικρό χωριό του νομού Άρτας, το Κομμένο έμελλε να διαπραχθεί από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής ένα απερίγραπτο έγκλημα πολέμου εναντίον αμάχων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Τη Δευτέρα 16 Αυγούστου 1943, 120 στρατιώτες του 12ου λόχου του 98ου συντάγματος πεζικού της 1ης ορεινής μεραρχίας ορεινών καταδρομών του γερμανικού στρατού έκαναν στάχτη ολόκληρο το χωριό και δολοφόνησαν εν ψυχρώ 317 κατοίκους, μεταξύ των οποίων 72 παιδιά ηλικίας 4 μηνών έως 10 χρονών.
 http://im2.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2015/33/182695-ligkades3.jpg


Δείτε το τελευταίο ντοκιμαντέρ της τριλογίας του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα «Η Ελλάδα του Χίτλερ» με τίτλο «Η Πικρή Απελευθέρωση», όπου οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος του Κομμένου διηγούνται στον φακό της εκπομπής όσα έζησαν.

tvxs.gr / Η Ελλάδα του Χίτλερ : Η πικρή... από tvxorissinora Ολόκληρο το ιστορικό της σφαγής του Κομμένου:
Η 1η μεραρχία Εντελβάις στην Ήπειρο
Την άνοιξη του 1943 η 1η Γερμανική μεραρχία Ορεινών Καταδρομών Εντελβάις μεταφέρεται με εντολή του Χίτλερ, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Χούμπερτ Λανς, από τη Σοβιετική Ένωση στο Μαυροβούνιο και στη συνέχεια στην Ήπειρο, όπου και στρατοπεδεύει στην κοιλάδα του Λούρου, μεταξύ Ιωαννίνων και Φιλιππιάδας. Σκοπός της ήταν αφενός να εμποδίσει την αποβίβαση των Βρετανικών και Αμερικανικών δυνάμεων στη Νοτιοδυτική Ελλάδα και αφετέρου να σβήσει το αντάρτικο στην περιοχή. Τον Ιούλιο αρχίζει τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με την ονομασία «επιχείρηση Ζάλμινγκερ» και καταστρέφει δεκάδες χωριά της Ηπείρου, με αποκορύφωμα το κάψιμο τη Μουσιωτίτσας στις 25 Ιουλίου και την εκτέλεση 156 αμάχων. Τον επόμενο μήνα ξεκινά η νέα εκκαθαριστική επιχείρηση με την ονομασία «επιχείρηση Αύγουστος». Ο διοικητής του 28ου Συντάγματος Πεζικού της 1ης μεραρχίας Εντελβάις συνταγματάρχης Ζάλμιγκερ, θέλοντας να έχει τον πλήρη έλεγχο της περιοχής, έκανε συχνές περιπολίες, μία εκ των οποίων τον οδήγησε στο Νοτιοδυτικό τμήμα της και πιο συγκεκριμένα στο Κομμένο της Άρτας.
Η «επίσκεψη Ζάλμινγκερ»
Χωμένο στην άκρη του Αμβρακικού και κρυμμένο στις εκβολές του ποταμού Αράχθου, πνιγμένο στα νερά, τα έλη και την πυκνή βλάστηση τότε, το Κομμένο δεν ανέπτυξε κάποια αξιόλογη αντιστασιακή δράση, αλλά συμμετείχε απλά στον αγώνα εξασφαλίζοντας τρόφιμα για τα ένοπλα τμήματα των ανταρτών, που η έδρα τους βρισκόταν στις ορεινές περιοχές. «Οι κάτοικοι το Κομμένου», αναφέρει στην αγόρευσή του ο Στέφανος Παππάς κατά τη δίκη της Νυρεμβέργης, «ήταν φιλήσυχοι αγρότες, εκτός ελαχίστων μεταξύ των οποίων και εγώ, που είχαμε καταταγεί αντάρτες στο βουνό διακείμενοι φιλικά στην οργάνωση των εθνικών ομάδων Ζέρβα. Όλοι οι άλλοι κάτοικοι ήταν αμέτοχοι σε οργανώσεις και εργάζονταν καλλιεργώντας και σκάβοντας τη γη». (Στέφανου Παππά «Η σφαγή του Κομμένου, Αθήνα 1976, σελ.132)
Τον Αύγουστο, ωστόσο, του 1943 σημειώνεται μια περίεργη κινητικότητα, καθώς ένα τμήμα του Ε.Λ.Α.Σ. έρχεται στο Κομμένο και ζητά απ’ τις αρχές να μεριμνήσουν για την τροφοδοσία του με μεγάλες ποσότητες αγαθών. Λίγες μέρες νωρίτερα προηγήθηκε η τροφοδοσία των ανταρτών του Ε.Δ.Ε.Σ., οι οποίοι αποζημίωναν τους κατοίκους με τα ανάλογα χρηματικά ποσά.
Οι αρχές αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημά του Ε.Λ.Α.Σ., υποστηρίζοντας ότι οι κάτοικοι δε διαθέτουν τόσο μεγάλες ποσότητες αγαθών, καθώς παράλληλα τροφοδοτούσαν και τις δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ.. Μπροστά στην επιμονή των ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ., οι υπεύθυνοι του Ε.Δ.Ε.Σ. ζήτησαν υποστήριξη και ενίσχυση από τις δικές τους δυνάμεις, οι οποίες δεν καθυστέρησαν να εμφανιστούν στο χωριό και να απαιτούν από τους άλλους να αποχωρήσουν χωρίς τα τρόφιμα που είχαν παραγγείλει. Οι συζητήσεις και οι διενέξεις δεν έφερναν αποτέλεσμα, ενώ οι μέρες περνούσαν και τα πράγματα γίνονταν επικίνδυνα για το Κομμένο.
Στις 12 Αυγούστου, ημέρα Πέμπτη, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο διοικητής του 98ου Συντάγματος της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έφτασε στο Κομμένο, προφανώς για να ερευνήσει αν πράγματι στο χωριό δρούσαν ομάδες ανταρτών, όπως υποδείκνυαν οι πληροφορίες που οι γερμανικές υπηρεσίες είχαν συλλέξει. Η «επίσκεψη» Ζάλμινγκερ στο Κομμένο αποτελούσε μέρος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του 98ου Συντάγματος στην περιοχή της Ηπείρου, με σκοπό την εξόντωση των ανταρτών και το κάψιμο των χωριών εκείνων για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες ότι τους τροφοδοτούν και τους ενισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο. Το Κομμένο θα ήταν η συνέχεια της εκδικητικής μανίας και των αντιποίνων που είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν οι Γερμανοί σε βάρος αμάχων και είχαν ήδη μετατρέψει σε ερείπια δεκάδες χωριά της Ηπείρου.
Ακριβώς τη μέρα και την ώρα εκείνη στην πλατεία του χωριού οι αντάρτες του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ε.Λ.Α.Σ. είχαν στήσει τα όπλα τους και κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα. Όταν ο Γερμανός Διοικητής βρέθηκε μπροστά στην εικόνα αυτή, διέταξε τον οδηγό του και έκανε αμέσως στροφή αφήνοντας πίσω τους το χωριό, με την απόλυτη πλέον βεβαιότητα πως οι πληροφορίες του ήταν βάσιμες και δε χωρούσαν την παραμικρή αμφιβολία. Μερικές γυναίκες, μάλιστα, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς.
Από τη στιγμή εκείνη που φεύγουν οι Γερμανοί, αρχίζει για τους κατοίκους του Κομμένου ο τρομερός εφιάλτης. Έντρομοι οι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα ’κρυψαν στα χωράφια τους, στα οποία διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ μια επιτροπή, με επικεφαλής τον πρόεδρο της Κοινότητας Λάμπρο Ζορμπά, μετέβη την επόμενη κιόλας μέρα στην Άρτα και ζήτησε από τις Ιταλικές αρχές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές ελληνικές αρχές της πόλης Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές, μάλλον με κάποια αδιαφορία, ίσως διαβεβαίωσαν την επιτροπή πως το χωριό δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, και η ίδια η επιτροπή να μην είδε με τη δέουσα σοβαρότητα το γεγονός και να μην έδωσε την πρέπουσα σημασία στην τακτική των αντιποίνων που εφάρμοζαν οι Γερμανοί.
Έτσι στις 15 Αυγούστου, ημέρα που κοιμήθηκε η Παναγία Θεοτόκος, γιόρταζαν όπως είχαν συνήθεια το πανηγύρι τους. Και ο Θόδωρος Μάλλιος τέλεσε το γάμο της κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από το χωριό Παχυκάλαμος.
Η εξόντωση
Τα χαράματα, ωστόσο, της 16ης Αυγούστου 120 άντρες του 12ου λόχου του 98ου Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, μια μικρή κωμόπολη 10 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Άρτας, επιβιβάζονται πάνοπλοι στα φορτηγά και σταθμεύουν έξω από το Κομμένο. Αποστολή του 12ου λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών.
Ήδη όμως από την Πέμπτη 12 Αυγούστου ο Διοικητής του 98ου Συντάγματος συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ σημείωνε στην αναφορά του σχετικά με την επίσκεψή του στο Κομμένο: «Προσωπική αναγνωριστική επιχείρηση διαπίστωσε ότι το Κομμένο (12 χλμ. νότια-νοτιοανατολικά της Άρτας) βρίσκεται στα χέρια συμμοριτών, 25 – 30 άντρες με στολές ερήμου. Προς το παρόν δεν έχουν σχεδιαστεί αντίποινα» (Χ. Φ. Μάγερ, 59) και το Σάββατο 14 Αυγούστου έλαβε διαταγή «να προετοιμάσει αιφνιδιαστική επιχείρηση κατά της διαπιστωμένης συμμορίας στο Κομμένο». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 60)
Την Κυριακή 15 Αυγούστου συγκέντρωσε τη μονάδα του, για να της ανακοινώσει πως Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν, γι’ αυτό, να δράσουν αμέσως με σκληρά αντίποινα εναντίον των ανταρτών και ξεκλήρισμα του χωριού που είχαν το λημέρι τους. Οι στρατιώτες δε δέχτηκαν με ιδιαίτερη προθυμία τη διαταγή να συμμετάσχουν εθελοντικά στην επιχείρηση. «Τουλάχιστον δώδεκα–δεκαπέντε άντρες είχαν προσφερθεί εθελοντικά για την επιχείρηση». (Mark Mazower, 226) Έτσι η διαταγή άλλαξε και η επιχείρηση ανατέθηκε στο 12ο λόχο του 98ου Συντάγματος. Διοικητής του 12ου λόχου ήταν ο υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, φανατικός ναζί και αποκαλούμενος Νέρων από κάποιους στρατιώτες. Οι στρατιώτες που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.
Οι άντρες του 12ου λόχου του 98ου Συντάγματος Πεζικού συγκεντρώθηκαν στις 5.00 το πρωί πάνοπλοι με οβιδοβόλα, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες και καραμπίνες, και επιβιβάστηκαν στα στρατιωτικά αυτοκίνητα, για να διανύσουν μια διαδρομή μιάμισης περίπου ώρας από την κοιλάδα του ποταμού Λούρου ως το Κομμένο
Αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και τη ρητή διαταγή «κανείς δεν πρέπει να επιζήσει, όλοι στο χωριό πρέπει να εκτελεστούν» (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 67), περικύκλωσαν το χωριό από τρεις πλευρές, αφήνοντας αφύλαχτη τη δυτική πλευρά όπου κυλούσε ο Άραχθος ποταμός, ο οποίος, κατά τη γνώμη του Ρέζερ, αποτελούσε φυσικό εμπόδιο διαφυγής. Όλα οργανώθηκαν με κανονικό σχέδιο μάχης, καθώς για τους Γερμανούς το χωριό ήταν κέντρο ανταρτών, οι οποίοι την ώρα εκείνη βρίσκονταν στον ύπνο μαζί με τους άλλους κατοίκους. Γι’ αυτό και δεν πείραξαν κανέναν και τίποτε πριν δοθεί το σύνθημα της μάχης.
«Είδαμε τους Γερμανούς, μια μικρή ομάδα, την ώρα που βγαίναμε απ’ το χωριό», αφηγείται η Ιφιγένεια Παππά – Κοντογιάννη, κορίτσι 18 χρονών τότε. «Είχαμε ακούσει τα αυτοκίνητα που έρχονταν, αλλά δεν ξέραμε ούτε τι κουβαλούσαν ούτε τι έρχονταν να κάνουν. Μας σήκωσε ο πατέρας μου και μας έδιωξε απ’ το σπίτι, φοβόταν ο άνθρωπος μη μας κάνουν κακό. Φύγετε, να περάσετε το ποτάμι και να πάτε να κρυφτείτε στα χωράφια, μας είπε. Σηκωθήκαμε. Μόλις είχε σκάσει ο ήλιος. Στο χωριό ακούγονταν αμάξια, θόρυβος, φασαρία. Φτάσαμε στα τελευταία σπίτια. Σχεδόν πέσαμε απάνω τους. Δε μας πείραξαν. Κρατούσαν όπλα στα χέρια τους και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Νιώσαμε το κορμί μας να τρέμει. Εκείνοι, κάτι όμορφα παιδιά, μας κοίταξαν και κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους χαμογελώντας. Ήταν παιδιά. Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε στα εκατό μέτρα κι άρχισε το μακελειό».
Θα πρέπει να ήταν 6.30 το πρωί όταν δόθηκε το σύνθημα της «επίθεσης εναντίον των ανταρτών» με δυο φωτοβολίδες που ρίχτηκαν στον αέρα. Οι μονάδες εφόδου άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Στόχος τους η εξαφάνιση από γης ολόκληρου του χωριού, χωρίς κανένα έλεος. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά. Οι στρατιώτες, κρατώντας μια χειροβομβίδα στα χέρια τους, έσπρωχναν βίαια τις πόρτες των σπιτιών και, ρίχνοντάς την μέσα, τα έκαναν κάρβουνο.
Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους για να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα έγιναν κομμάτια ή διαλύθηκαν εντελώς και δε βρέθηκαν ποτέ. Η διαταγή του υπολοχαγού Ρέζερ και των ανωτέρων του ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό, να μη μείνει τίποτε όρθιο σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.
Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Οι δρόμοι, οι αυλές, τα καμένα σπίτια, τα χαντάκια, οι κήποι, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να θάψει τους νεκρούς του. Το Κομμένο σβήνει και χάνεται τυλιγμένο στις φλόγες και βουβό κάτω απ’ τους καπνούς και τις στάχτες που άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι άντρες του 12ου λόχου.
Ο ματωμένος γάμος
Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με σαράντα άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, δεκατριών και δέκα χρόνων, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη.
Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, δεκαεφτά άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.
Σώθηκαν περνώντας στην άλλη όχθη του Αράχθου ή κρυμμένοι στους θάμνους, στα καλαμπόκια και στα λαγκάδια τριακόσιοι πενήντα (350) περίπου. Κι έκαναν μερικοί μέρες πολλές να γυρίσουν στα σπίτια τους και τους νεκρούς να μετρήσουν. Γιατί φώλιασε στην ψυχή τους ο φόβος μήπως ξανάρθουν οι Γερμανοί, για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Όταν πια δε γινόταν αλλιώς, βρήκαν τη δύναμη και το πήραν απόφαση. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό.
Τρία χρόνια έζησαν με τους τάφους των αγαπημένων προσώπων τους στις αυλές τους. Ύστερα μάζεψαν ό,τι είχε απομείνει από αυτούς και το μετέφεραν στο κοιμητήριο του χωριού. Εκείνοι που σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.
Η σφαγή τελειώνει
Όταν το μεσημέρι χτύπησε η καμπάνα για να δώσει το μήνυμα στους Γερμανούς στρατιώτες ότι η μάχη τελείωσε, ελάχιστοι από αυτούς μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έγινε. Αλλά ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί και με τους κατοίκους του Κομμένου που κατόρθωσαν να σωθούν και να επιζήσουν. Το τοπίο έμοιαζε απερίγραπτο και απίστευτο. Κάποιοι από αυτούς που άκουσαν το θόρυβο των αυτοκινήτων, σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία για να δουν ποιοι ήταν αυτοί που ήρθαν και τι ήθελαν. Άλλοι, αντί να φύγουν για να σωθούν, βγήκαν στους δρόμους για να δουν τι συμβαίνει, ακόμη κι όταν άρχισε η «μάχη» και το χωριό μεταβαλλόταν σε κόλαση. Κι άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, είχαν την πλάνη στο νου τους, ίσως γιατί έτσι μπορεί να διαδόθηκε την προηγούμενη μέρα, πως οι Γερμανοί θα κάψουν τα σπίτια που θα βρουν άδεια και δε θα πειράξουν τα σπίτια που θα βρουν μέσα ανθρώπους.
«Ήμουν στο γάμο του Μάλλιου, μέχρι το πρωί», αφηγείται ο Χρήστος Χαραλάμπους, 24 χρονών τότε. «Γυρίζω στο σπίτι μου, έπαιρνε να χαράξει. Είχε ξυπνήσει ο πατέρας μου. Ακούμε θόρυβο από αυτοκίνητα. Έρχονται Ιταλοί, είπε ο πατέρας μου. Ξύπνα και τον αδερφό σου το Σπύρο και φύγετε, με συμβούλεψε. Έρχονται να μαζέψουν την ηλικία σας. Εμάς δε θα μας πειράξουν. Ξύπνησα το Σπύρο, ένα θηρίο παλικάρι μέχρι εκεί πάνω. Μόλις βγήκαμε έξω απ’ το χωριό, ακούμε εδώ πέρα να γίνεται χαλασμός. Τρέχαμε σαν παλαβοί. Χιλιάδες σφαίρες σφύριζαν στ’ αφτιά μας κι έπεφταν δίπλα στα πόδια μας. Μέχρι το μεσημέρι το ’καναν το χωριό κάρβουνο. Γυρίσαμε σπίτι μας την άλλη μέρα. Τι να ιδούμε! Μια αυλή γεμάτη πτώματα. Η δική μας οικογένεια και ολόκληρη η οικογένεια του προέδρου Λαμπράκη Ζορμπά. Τι να κάνουμε; Ανοίγουμε ένα λάκκο και τους τραβάγαμε με μια τριχιά και τους ρίχναμε μέσα. Δεκαπέντε – είκοσι νοματαίοι».
Ο Νάσος Βλαχοπάνος έμεινε στο σπίτι για να παρακαλέσει τους Γερμανούς να μην το κάψουν, γιατί είχε μέσα φυλαγμένα τα προικιά της κόρης του Γιαννούλας, την οποία θα πάντρευε ύστερα από λίγες μέρες. Δεκατρείς σφαίρες τρύπησαν το κορμί του και η φωτιά έκαψε και το σπίτι και τα προικιά. Ο Βασίλης Σκουραβέλης έμεινε με ολόκληρη την οικογένειά του μέσα στο σπίτι, για να μην το βρουν άδειο οι Γερμανοί και το κάψουν. Μαζί με το σπίτι έκαψαν και ολόκληρη την οικογένεια του Βασίλη Σκουραβέλη, εννιά άτομα.
Είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί στρατιώτες πίστευαν πως λάβαιναν μέρος σε μια μάχη με τους αντάρτες. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και δε συναντούσαν πουθενά αντίσταση, όπλα, πυρομαχικά και αντάρτες, κάποιοι από αυτούς άρχισαν να αμφιβάλλουν για τη σκοπιμότητα της επιχείρησης και να περιορίζουν την πολεμική τους δράση, αποφεύγοντας να σκοτώνουν άμαχους και αθώα γυναικόπαιδα, με κίνδυνο μάλιστα να τιμωρηθούν με στρατοδικείο για άρνηση εκτέλεσης διαταγών. Για έξι ώρες οι Γερμανοί πολεμούσαν με φαντάσματα ανταρτών και σκότωναν ανελέητα ανυπεράσπιστους αμάχους.
Όταν δόθηκε το σύνθημα της αναχώρησης του 12ου λόχου απ’ το Κομμένο, ο νεαρός διοικητής του, υπολοχαγός Ρέζερ, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ ευχαριστημένος γιατί η επιχείρηση στέφτηκε από απόλυτη επιτυχία, καθώς δεν υπήρξε ούτε μία απώλεια από τις δυνάμεις του, ενώ οι «εχθροί» κατατροπώθηκαν και άφησαν στο πεδίο της «μάχης» εκατοντάδες θύματα και το χωριό τυλιγμένο στις φλόγες. Αρκετοί, ωστόσο, από τους στρατιώτες του θα πρέπει να έφευγαν βαθιά μελαγχολικοί και συλλογισμένοι, γιατί τους εξαπάτησαν και τους υποχρέωσαν να σκοτώνουν αθώους. Ο στρατιώτης Άλμπερτ Ζένγκερ θυμάται πως μετά την επιχείρηση κάθισαν κάτω από τις πορτοκαλιές για να προφυλαχτούν από την αφόρητη ζέστη του Αυγούστου. «Μετά από τη φασαρία των όπλων κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία. Οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν στενοχωρημένοι και σχεδόν κανείς δεν ήταν σύμφωνος με την επιχείρηση. Ως αυτό το γεγονός δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ανάμεσά μας υπήρχαν και σαδιστές που συμπεριφέρθηκαν σαν άγρια ζώα. Είδα μα τα μάτια μου στρατιώτες οι οποίοι γελούσαν κι έκαναν αστεία εις βάρος των πτωμάτων. Οι περισσότεροι όμως βρίσκονταν σε μια κατάσταση σοκ και ήταν βαθιά θλιμμένοι. Όλοι είχαν ήδη τύψεις συνείδησης με μερικές μόνο εξαιρέσεις. Στο τέλος καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι εκτελούσαμε απλώς διαταγές ανωτέρων. Η οποιαδήποτε ανυπακοή απέναντι σε επίσημες διαταγές τιμωρούνταν σκληρά». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 81)
Οι Γερμανοί στρατιώτες εγκατέλειπαν το Κομμένο μέσα σε μια κόλαση φωτιάς και σε έναν τρομερό εφιάλτη, που κάποιοι από αυτούς μπορεί να τον κουβαλούσαν μαζί τους και να τον έφερναν με πολύ τρόμο στο νου τους, όταν ο πόλεμος τέλειωσε και η ζωή ξαναμπήκε στον κανονικό της δρόμο. Για πολλά χρόνια. Νικητές; Σε τι είδους μάχη; Ηττημένοι; Ίσως.
«Ο ανθυπολοχαγός ή αρχηγός της ομάδας μου έδωσε τη διαταγή να πυροβολήσω τους Έλληνες. Αρνήθηκα. Ανάμεσα στους Έλληνες βρίσκονταν γυναίκες και παιδιά και νομίζω μια από τις γυναίκες κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά. Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι ετοιμαζόμουν να διαπράξω ένα έγκλημα. Αυτή η μέρα ανήκει στις χειρότερες αναμνήσεις που έχω από όλο τον πόλεμο. Ο ανθυπολοχαγός ή ομαδάρχης είχε στηθεί πίσω μου και απειλούσε να με πυροβολήσει με το οπλοπολυβόλο του σε περίπτωση που θ’ αρνιόμουν να εκτελέσω τη διαταγή του. Αυτή την απειλή την πήρα πολύ σοβαρά. Όλοι μας είχαμε αναγκαστεί να λάβουμε μέρος στην επιχείρηση. Ίσως να με απείλησε και με στρατοδικείο. Αμέσως άρχισα να πυροβολώ προς τη μεριά των Ελλήνων, οι οποίοι προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από τα κασόνια», θυμάται αρκετά χρόνια μετά ο στρατιώτης Άλμπερτ Τσάντερ. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 76).
Το ταξίδι της επιστροφής τους στη βάση της μονάδας τους θα ήταν ασφαλώς πιο δύσκολο από τον πρωινό τους περίπατο τόσο μέχρι να φτάσουν στο Κομμένο όσο και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στους άδειους από εχθρούς δρόμους του. Και ήταν πολύ φυσικό για κληρωτούς αξιωματικούς και στρατιώτες, που μέσα σε λίγες ώρες μετέτρεψαν σε κόλαση ένα παραδεισένιο χωριό που δεν τους έφταιξε σε τίποτε και δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση στην επιχείρησή τους. «Οι αντιδράσεις των κληρωτών ήταν κι αυτές ταραγμένες. Στα φορτηγά που πήγαιναν πίσω στη Φιλιππιάδα, συζητούσαν γι’ αυτό που είχαν κάνει. Πολλοί απ’ αυτούς έδειχναν μελαγχολικοί και συγκλονισμένοι. Ο Καρλ Ντ. θυμόταν ότι “στον 12ο λόχο η ενέργεια αυτή συζητήθηκε πολύ. Σύντομα όλοι οι στρατιώτες έμαθαν γι’ αυτή. Λίγοι την έβρισκαν σωστή. Εγώ ήμουν τόσο επηρεασμένος απ’ αυτές τις ωμότητες που για εβδομάδες είχα χάσει την ψυχική μου ισορροπία”. Την ώρα των τουφεκισμών αναφέρεται πως ένας υπαξιωματικός πέταξε το πηλήκιο στα πόδια του Ρέζερ και φώναξε: “Herr Oberleutnant, απλώς να θυμάστε ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που συμμετέχω σε κάτι τέτοιο. Αυτό είναι μια Schweinerei (αθλιότητα) που δεν έχει τίποτα να κάνει με τον πόλεμο”» (Mark Mazower, σελ. 226, και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 82)
Οι Γερμανοί φεύγουν
Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι γερμανικές υπηρεσίες, στα επίσημα έγγραφά τους, έκαναν λόγο για ληστές και αντάρτες στο Κομμένο και προετοίμασαν τους στρατιώτες για μια μεγάλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις των αντιστασιακών οργανώσεων. Και το τραγικό πως εδώ μέσα δε βρήκαν την παραμικρή αντίσταση, δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός εναντίον τους, παρά μόνο ακούγονταν τα βογκητά, οι λυγμοί και οι θρήνοι των έντρομων άμαχων κατοίκων του χωριού από τους δικούς τους μονάχα πυροβολισμούς και το δικό τους θανατικό. Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 95 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 126 γυναίκες.
Αυτό όμως δεν εμπόδισε στο ελάχιστο τους γραφειοκράτες της γερμανικής πολεμικής μηχανής να αναφέρουν την ίδια ημέρα του ολοκαυτώματος με υπερβολική δόση ανανδρίας και ανεντιμότητας, διαστρεβλώνοντας βάναυσα την αλήθεια, πως στο Κομμένο έγινε μάχη με τους αντάρτες: «Σήμερα το πρωί, κατά την περικύκλωση του Κομμένου που έγινε από τρεις πλευρές, ο 12ος Λόχος δέχτηκε πολύ πυκνά πυρά απ’ όλα τα σπίτια. Τότε ο Λόχος άνοιξε πυρ με όλα του τα όπλα, επέδραμε στον οικισμό και τον πυρπόλησε. Φαίνεται πως κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης μερικοί από τους ληστές κατάφεραν να ξεφύγουν προς τα νοτιοανατολικά. Υπολογίζεται ότι σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν 150 άμαχοι. Τα σπίτια δέχτηκαν έφοδο με χειροβομβίδες, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να πάρουν φωτιά. Όλα τα βοοειδή και το μαλλί έγιναν λάφυρα. Θα ακολουθήσει χωριστή αναφορά λαφύρων. Κατά την πυρπόληση των σπιτιών μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών εξερράγησαν και κρυμμένα όπλα είναι επίσης πιθανόν να κάηκαν μαζί τους». (Mark Mazower, σελ. 223 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 83)
Μπορεί στη συνείδηση πολλών Γερμανών στρατιωτών να έμεινε χαραγμένη η εικόνα του πλιάτσικου, «με την πρόφαση ότι πρόκειται για αντίποινα ύστερα από την επίθεση κατά κάποιου στρατηγού», οι Γερμανικές, ωστόσο, αρχές δε δυσκολεύτηκαν στα επίσημα έγγραφά τους να κάνουν λόγο για ληστές, συμμορίτες, αποβράσματα και να χρησιμοποιήσουν ανακρίβειες που μπορούσαν να εμφανίσουν τα εγκλήματά τους εναντίον ανυπεράσπιστων και αμάχων ως πραγματική μάχη με τον εχθρό που τους επιτέθηκε.
Έτσι την επόμενη ημέρα νέα αναφορά σημειώνει, μετατρέποντας τους 150 άμαχους σε 150 νεκρούς από την πλευρά του εχθρού: «Αποτέλεσμα εκκαθαριστικής επιχείρησης στο Κομμένο: 150 νεκροί από την πλευρά του εχθρού, μερικά βοοειδή, όπλα ιταλικής προέλευσης. Η φωτιά στο χωριό ανατίναξε μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Το αποτέλεσμα της επιχείρησης επιβεβαίωσε την υποψία και την αναφορά της μεραρχίας ότι η ανατολική πλευρά του κόλπου της Άρτας αποτελεί κέντρο συμμοριτών με ισχυρές ενεργούς ληστοσυμμορίες». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 93, και Mark Mazower, σελ. 224) Ενώ ο τότε υπολοχαγός και μετέπειτα Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βαλντχάιμ, ο οποίος υπηρετούσε στο γραφείο συντονισμού του γερμανικού γενικού επιτελείου στην Αθήνα, σημείωνε στις 17 Αυγούστου στο Ημερολόγιο Πολέμου της μονάδας του: «17 Αυγούστου: Αυξανόμενη αεροπορική δραστηριότητα του εχθρού με επιδρομές εναντίον της δυτικής ελληνικής ακτής και των Ιόνιων νησιών. Στην περιφέρεια της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, η κωμόπολη του Κομμένου (βόρεια του κόλπου της Άρτας) καταλαμβάνεται ύστερα από έντονη εχθρική αντίσταση. Απώλειες του εχθρού». (Mark Mazower, σελ. 224 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 96)
Τόσο απλά, λοιπόν, και τόσο σαθρά. Ένα χωριό παραδομένο στις φλόγες των ναζί και 317 άμαχοι και ανυπεράσπιστοι νεκροί, εκτελεσμένοι στα σπίτια τους, στις αυλές και τους δρόμους, δεν ήταν παρά οι εχθροί που πρόβαλαν έντονη αντίσταση στους πάνοπλους Γερμανούς του 12ου Λόχου! Η Γερμανία διέτρεχε κίνδυνο από τα γυναικόπαιδα, τα μωρά και τους άοπλους του Κομμένου!
Μεσημέρι 1.30΄, σημειώνει ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς, οι Γερμανοί φεύγουν. Αφήνουν πίσω τους ένα ολοκαύτωμα, ένα απέραντο νεκροταφείο. Και παίρνουν μαζί τους τα λάφυρα του πολέμου: κοπάδια ζώων μεγάλων και μικρών που συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού, κουβέρτες, σεντόνια, φορέματα, κουστούμια, παπούτσια, γραμμόφωνα, χρήματα, χρυσαφικά. (Στέφανου Παππά, σελ. 29) Η επίσημη έκθεση, ωστόσο, της Βέρμαχτ αναφέρει: «16 κεφάλια βοοειδή, 1 γεμάτο φορτηγό σακιά με μαλλί, 5 ιταλικές καραμπίνες, 1 ιταλικό αυτόματο πιστόλι». (Mark Mazower, σελ. 224)
Ο τραγικός επίλογος
Οι σκηνές φρίκης που εκτυλίχτηκαν το πρωινό της ματωμένης εκείνης Δευτέρας στο Κομμένο και χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη συνείδηση εκείνων που κρύφτηκαν και είδαν με τα μάτια τους όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας, συνθέτουν ένα πένθιμο εμβατήριο, που ηχεί τυραννικά μέσα μας και μας ελέγχει και μας ανακρίνει και ζητά εξηγήσεις με απόγνωση, μα παίρνει απαντήσεις θολές και μισές, που χάνονται μέσα στον άνεμο.
Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος. Η τραγική σελίδα του Κομμένου μένει ζωντανή και καίει άσβηστη φλόγα στη μνήμη των 80 περίπου κατοίκων του που έζησαν τη φρίκη και βρίσκονται ακόμη εν ζωή. Το Κομμένο είναι μια διαρκής καταγγελία της βίας και της βαρβαρότητας. Είναι ένας ασίγαστος πόνος και μια διαμαρτυρία εναντίον κάθε μορφής ρατσισμού. Απ’ τα χείλη και την ψυχή των λίγων πλέον επιζώντων βγαίνει αβίαστα ένα σύνθημα: «όχι άλλη βία κι όχι άλλη αγριότητα στον πλανήτη».
Γιατί το Κομμένο αποθήκευσε κι έκλεισε μέσα στη μικρή του ιστορία όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας που σπέρνουν αλόγιστα η καθαρότητα της φυλής και η αίσθηση της υπεροχής απέναντι στον άοπλο και τον ανίσχυρο να προστατεύσει τον εαυτό του. Γιατί τούτη η ματωμένη σελίδα του, τα δάκρυα κι η ορφάνια, η φυγή κι η απόγνωση των δικών του παιδιών είναι το πρώτο του μάθημα που μας ανεβάζει ψηλά και μας πάει στην ευπρέπεια της αλληλεγγύης, του ανθρωπισμού και της απέραντης αγάπης.
Αν κατορθώσουμε κάποτε να διαβούμε τα στενά σύνορά μας και τολμήσουμε να περάσουμε στην απέναντι όχθη, έτσι που τον πόνο του ανθρώπου να τον κάνουμε πόνο δικό μας, τότε είναι βέβαιο πως η πρώτη μας έγνοια κι η πρώτη μας πράξη θα σταθούν στο Κομμένο και τον άγιο του τόπο θα τον κάνουν πάρκο ανθρωπιάς και μουσείο της ειρήνης και της συναδέλφωσης των ανθρώπων και των λαών.
Και μπορεί από τούτα τα πάρκα της φιλίας και της ανθρωπιάς να ξεχυθεί το μεγάλο ποτάμι σε μια παγκόσμια διαδήλωση, που στις πιο ψηλές κορφές των βουνών θα στήσει τα λάβαρα και στο κέντρο της γης θα θέσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του: Να τελειώνουμε τώρα με τους πολέμους. Να τελειώνουμε τώρα με τους αποικιοκράτες και τους ιμπεριαλιστές. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των πυρπολημένων και πλημμυρισμένων στο δάκρυ και στο αίμα χωριών μας. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των φούρνων και των κρεματορίων. Το απαιτεί το Κομμένο με τα 317 θύματά του και τ’ απερίγραπτο ολοκαύτωμά του.
Ο τραγικός απολογισμός και το έγκλημα πολέμου
Ότι στο Κομμένο διαπράχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Ανεξάρτητα από το τι έχει αποφασιστεί στη δίκη της Νυρεμβέργης και τι εκκρεμότητες έχουν απομείνει στα διεθνή δικαστήρια και στα επίσημα εθνικά και διεθνή έγγραφα, στη συνείδηση όλων των ανθρώπων, η σφαγή των αμάχων και η ισοπέδωση του χωριού μόνο ως έγκλημα πολέμου έχει καταγραφεί. Το ολοκαύτωμα του Κομμένου ανήκει στις ελάχιστες εκείνες φρικιαστικές περιπτώσεις όπου άνθρωποι ανυπεράσπιστοι και κατά κύριο λόγο ανυποψίαστοι μετατρέπονται αιφνίδια σε τραγικά θύματα μιας οργανωμένης επίθεσης τακτικού στρατού με στόχο δήθεν την εξόντωση ανταρτών.
Στο Κομμένο οι ναζιστικές δυνάμεις δεν έδωσαν μάχη. Δε συγκέντρωσαν τους κατοίκους του για να επιλέξουν θύματα προς εκτέλεση. Δεν εφάρμοσαν τα γνωστά αντίποινα. Τέτοιος λόγος, ασφαλώς, δεν υπήρχε, αφού κανείς Γερμανός αξιωματικός ή στρατιώτης ούτε εκτελέστηκε ούτε τραυματίστηκε ούτε, εν πάση περιπτώσει, αντιμετωπίστηκε με βαναυσότητα από τους κατοίκους του ή από τους αντάρτες που υποτίθεται ότι έδρευαν σ’ αυτό. Ακόμη και ο ίδιος ο συνταγματάρχης Ζάλμινγκερ, που έφτασε σ’ αυτό στις 12 Αυγούστου, διευκολύνθηκε να το εγκαταλείψει ανενόχλητος. «Όχι μόνο δεν πείραξαν τους Γερμανούς οι αντάρτες, αλλά βοηθήσαμε το αυτοκίνητο να βγη από το χαντάκι, που είχε ανατραπή, και να φύγη ανενόχλητο. Κάναμε περισσότερο από ό,τι επέβαλε η εθνική μας τιμή, ενώ μπορούσαμε όλους να τους σκοτώσουμε», αναφέρει ο Στέφανος Παππάς καταθέτοντας στη δίκη της Νυρεμβέργης (Στέφανου Παππά, σελ. 132)
Πλήθος στοιχείων και μαρτυριών από τους ίδιους τους Γερμανούς στρατιώτες δεν αφήνουν το ελάχιστο ίχνος σχετικά με το κακούργημα και το έγκλημα πολέμου. «Χωριά στα οποία θα πέφτουν πυροβολισμοί ή θα απαντώνται οπλισμένοι, θα καίγονται και ο ανδρικός πληθυσμός θα εκτελείται» ανέφερε η διαταγή του στρατηγού Βάλτερ φον Στέτνερ, διοικητή της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών. Στο Κομμένο εκτελέστηκαν οι πάντες χωρίς καμιά διάκριση, παρότι δεν έπεσαν πυροβολισμοί ούτε απαντήθηκαν οπλισμένοι αντάρτες. «Στο χωριό δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση, ούτε καν ένας πυροβολισμός, και από τη δική μας πλευρά δεν υπήρξε ούτε ένας τραυματίας», αναφέρει ο δεκανέας Κουρτ Ντρέερ». Παρά ταύτα εκτελέστηκαν 95 παιδιά ηλικία 4 μηνών έως 15 χρονών, 126 γυναίκες από 16 έως 80 χρονών και 96 άντρες από 16 έως 80 χρονών.
«Πρώτα ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και οπλοπολυβόλα από τις πόρτες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η μυρωδιά ήταν αφόρητη», θυμάται ο Γιοχάνες Ραλ. «Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας όταν κάποιοι στρατιώτες έχωναν μπουκάλια μπίρας στα γεννητικά όργανα γυναικείων πτωμάτων. Νομίζω ότι είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια», εκμυστηρεύεται χωρίς να μπορεί να κρύψει την αηδία του ο Άλμπερτ Σένγκερ.
«Τα μέλη του 12ου λόχου συνέλαβαν εκείνους που ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία… ήταν μια ομάδα 15 – 20 ανθρώπων, κυρίως γυναίκες. Ανάμεσά τους υπήρχαν όμως και μερικά αγόρια και κορίτσια 12 ή 13 ετών… Ο Τσάντερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση 10 – 15 μέτρων… έριξε μια σειρά ριπές και θέρισε τον κόσμο», περιγράφει ο Όσκαρ Γκούντμαν, ο οποίος σημειώνει πως ο Τσάντερ άνοιξε πυρ στην αυλή του Θεόδωρου Μάλλιου την ώρα του γάμου, κατόπιν διαταγής του ανθυπολοχαγού και απειλής ότι σε περίπτωση ανυπακοής θα συντάξει αναφορά σε βάρος του και θα τον στείλει στο στρατοδικείο. Αλλά κι ο ίδιος ο πυροβολητής δεκανέας Άλμπερτ Τσάντερ ομολογεί χαρακτηριστικά: «Ήμουν πολύ ταραγμένος που θ’ αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα. Τα νεύρα μου ήταν εξαιρετικά τεντωμένα. Πραγματικά δε θυμάμαι πια, είναι σαν να έχω στη μνήμη μου ένα κενό». (Βλ. Χ. Φ. Μάγερ σελ. 76 – 82)
Για το ίδιο γεγονός καταθέτει στη δίκη της Νυρεμβέργης ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς: Οι Γερμανοί «έβγαλαν έξω από το σπίτι του Θεόδωρου Μάλλιου, που γινόταν ο γάμος, 10 – 15 άτομα που εθέρισαν με το πολυβόλο. Είδα με τα μάτια μου απέναντι από τα θύματα σωρός από κάλυκες. Οι υπόλοιποι, γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 32 κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι, που καίονταν μια ολόκληρη ημέρα και νύχτα». (Στέφανου Παππά, σελ. 126)
Οι Γερμανοί φρόντισαν, μετά το τέλος της «μάχης» και παρά την αφόρητη ζέστη, να κάνουν μια τελευταία επιθεώρηση στο χωριό και να αποτελειώσουν ό,τι έμεινε στη μέση. «Παντού υπήρχαν πτώματα. Ορισμένοι δεν είχαν αφήσει ακόμη την τελευταία τους πνοή. Προσπαθούσαν να μετακινηθούν και βογκούσαν. Δύο ή τρεις κατώτεροι αξιωματικοί έκαναν μια τελευταία περιπολία στο χωριό κι έδωσαν τη χαριστική βολή στους ετοιμοθάνατους», θυμάται ο δεκαεννιάχρονος στρατιώτης Γιόχαν Χάουσμαν. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 80)
Λίγο πριν αναχωρήσει ο στρατός, οι επικεφαλής παρότρυναν τους στρατιώτες να πάρουν μαζί τους ό,τι ήθελαν ως λάφυρο από το χωριό. «Οι στρατιώτες όμως ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαντλημένοι, που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτε από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά κλεμμένα χαλιά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα», θυμάται ένας άλλος δεκαεννιάχρονος στρατιώτης, ο Χανς Τίσλερ. (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 80) Ενώ ο Ρέζερ «διέταξε μερικούς στρατιώτες να βάλουν φωτιά στα λίγα σπίτια που είχαν μείνει ανέπαφα». (Mark Mazower, σελ. 223)
Θα μπορούσε να παραθέσει κανείς αμέτρητα γεγονότα που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως το ολοκαύτωμα του Κομμένου ήταν ένα έγκλημα πολέμου, σε βαθμό που ο ίδιος ο ταγματάρχης Ράινχολντ Κλέμπε, που ακολούθησε την εκκαθαριστική επιχείρηση ως διοικητής του τάγματος στο οποίο ανήκε ο 12ος λόχος, χωρίς να λάβει μέρος σ’ αυτή, να επιπλήξει αυστηρά τον υφιστάμενό του υπολοχαγό Βίλι Ρέζερ, όταν κάτωχρος και αηδιασμένος από αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του μέσα στο Κομμένο, βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του: «αυτό, κύριε υπολοχαγέ, δεν έχει καμιά σχέση με τον πόλεμο. Με κάτι τέτοια δε θέλω να έρθω σε επαφή». (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 90 και Mark Mazower, σελ. 226)
Τα στοιχεία της καταστροφής είναι συνταρακτικά. Εξοντώθηκαν και αφανίστηκαν 20 ολόκληρες οικογένειες. Δολοφονήθηκαν μαζικά και αποτρόπαια 71 παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα ετών. Μέσα στα ίδια τους τα σπίτια κάηκαν ζωντανοί γονείς μαζί με τα παιδιά τους. Ούτε ένα τουφέκι δε στράφηκε εναντίον των γερμανών. Οι απώλειες του Κομμένου 317 νεκροί. Σπίτια καμένα, αγαθά λεηλατημένα, κτίρια πυρπολημένα. Οι απώλειες των επιδρομέων ένα μεγάλο, ένα τεράστιο και απερίγραπτο μηδέν, που στρέφεται, εντέλει, εναντίον τους και τους εξευτελίζει.
Στο Κομμένο, στις 16 Αυγούστου 1943, γράφτηκε μια από τις πιο τραγικές σελίδες, από εκείνες που αδυνατεί να τις αντέξει ο νους του ανθρώπου και αρνείται να τη συγχωρήσει η παγκόσμια ιστορία. Η μαζική εκτέλεση και ο αφανισμός ολόκληρων οικογενειών συνιστά μια γενοκτονία, με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αρχαίες τραγωδίες.
Ο Θεόδωρος Αντωνίου εκτελέστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, ηλικίας 4, 3 και 2 ετών. Ο Χρήστου Αποστόλου σφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του, τη μητέρα του και τα δύο παιδιά του, ηλικίας 11 και 3 ετών. Ο Αθανάσιος Διαμαντής εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του, ηλικίας 30, 10, 16, 8 και 5 ετών. Ο Κων/νος Κριτσιμάς σφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του, ηλικίας 8, 6, 3 και 1 έτους. Η Αικατερίνη Μαράγγου εκτελέστηκε μαζί με το παιδί της, ηλικίας 40 ετών, και τα πέντε εγγόνια της, ηλικίας 14, 11, 8, 6 και 4 ετών. Ο Θεόδωρος Μάλλιος σφαγιάστηκε στο γάμο της κόρης του, μαζί με τη γυναίκα του, τα εφτά από τα εννιά παιδιά του, ηλικίας 25, 24, 22, 21, 16, 11, και 6 ετών, και τη νύφη του, ηλικίας 24 ετών. Στο ματωμένο γάμο δολοφονήθηκαν η νύφη Αλεξάνδρα και ο γαμπρός Θεοχάρης.
Από το γένος Κοντογιάννη εκτελέστηκαν 29 άτομα, από το γένος Κριτσιμά 24, από το γένος Κολιοκώτση 16, από το γένος Διαμαντή 15, από το γένος Αντωνίου 13. Από τους ξένους που εκείνη την ημέρα βρέθηκαν στο Κομμένο λόγω του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου και του γάμου εκτελέστηκαν περίπου 35 άτομα. Εκτελέστηκαν επίσης 3 Ισραηλίτες, οι οποίοι έμεναν στο Κομμένο.
* Από το βιβλίο «Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης» του Δημήτρη Χρ. Βλαχοπάνου, «Εντύπωσις», 2η έκδοση 2009
Βασική βιβλιογραφία
1. Στέφανου Παππά: Η σφαγή του Κομμένου
2. Χ.Φ. Μάγερ: Η φρίκη του Κομμένου (Καλέντης)
3. Mark Mazower: Στην Ελλάδα του Χίτλερ (Αλεξάνδρεια)
4. Ζωντανές μαρτυρίες

"Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια" -Η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού και ο ρόλος των γονέων του Ματθαίου Γιωσαφάτ

Η ανάπτυξη του παιδιού και η οικογενειακή κατάσταση μέσα στην οποία μεγαλώνει, παίζει σημαντικό ρόλο στην μετέπειτα ζωή του και την προσωπικότητά του. Στον τρόπο που διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, στον τρόπο που αργότερα ο ίδιος θα δημιουργήσει μία οικογένεια, θα γίνει σύντροφος, γονιός.
Πόσο μπορούμε να προφυλάξουμε τα παιδιά μας από το να αναπτύξουν προβληματικές συμπεριφορές; Ποιες βάσεις είναι αυτές που μας έδωσαν οι γονείς μας, ώστε και εμείς με τη σειρά μας να γίνουμε «κοινωνοί» μιας σωστής ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του παιδιού;
Στο βιβλίο αυτό ο Ματθαίος Γιωσαφάτ κάνει μία εισαγωγή στην ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού από τη στιγμή της σύλληψης μέχρι και τον έκτο χρόνο της ζωής του.
Αναλύει τις φάσεις που περνάει το παιδί, τη σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα, αλλά και τη σχέση του ζευγαριού, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γονείς μεγαλώνοντας ένα παιδί και κατά πόσο οι συμπεριφορές είναι άμεσα συνδεδεμένες με την δική τους παιδική ηλικία.
Ο γνωστός ψυχίατρος, προσδιορίζει τους ρόλους των γονέων κατά την ανάπτυξη του παιδιού και το πώς ή μεταξύ τους σχέση επηρεάζει την ψυχολογική αλλά και σεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού.
Το βιβλίο αυτό είναι η καταγραφή τεσσάρων διαλέξεων που οργανώθηκαν στον «Αρμό», με τον ίδιο τίτλο, στις οποίες ο συγγραφέας, εκτός από την ανάλυση των θεμάτων, απαντά και σε καθημερινές αγωνίες γονέων, συζητά με το κοινό και προσεγγίζει «καυτά» θέματα της σημερινής εποχής.
*Διαθέσιμο και στο on line βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων ΑΡΜΟΣwww.armosbooks.gr
Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια
Η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού και ο ρόλος των γονέων
Ματθαίος Γιωσαφάτ
ISBN:978-960-527-614-0
Σελ. 176 , τιμή:14,00€







http://socialpolicy.gr

Ο αγώνας της Μεσοχώρας είναι κοινός και μας αφορά γιατί είναι ένας αγώνας για τον Αχελώο.

Αφιερώστε λίγο χρόνο και ενημερωθείτε για το πολύ σημαντικό ζήτημα της Εκτροπής του Αχελώου και της λειτουργίας του φράγματος της Μεσοχώρας.
-Οι φωτογραφίες είναι από τις κινητοποιήσεις που έγιναν στην Μεσοχώρα τις τελευταίες μέρες (12-14 Αυγούστου) στις οποίες πήραν μέρος άτομα και συλλογικότητες από ολόκληρη την Ελλάδα και το Μεσολόγγι.Φωτογραφία του χρήστη Λιμνοθάλλαζα.

Από τη Μεσοχώρα το πρώτο ηχηρό STOP στην αδειοδότηση του ΥΗΕ



 Το Σαββατοκύριακο 11-12 Αυγούστου 2017 κορυφώθηκαν οι καλοκαιρινές δραστηριότητες του άτυπου «μετώπου» κατά της εκτροπής του Αχελώου και των έργων στον άνω ρου του ποταμού. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η μαζική συνέλευση Μεσοχωριτών και αλληλέγγυων, στην πλατεία του χωριού το βράδυ του Σαββάτου, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Δικτύου «Μεσοχώρα - Αχελώος SOS». Ακολούθησαν η συνέλευση του Συνδέσμου κατακλυζομένων Μεσοχώρας και η πορεία στο φράγμα, το πρωί της Κυριακής.
Καθώς, λίγες μέρες πριν (4.8.2017), υπογράφηκε από την κυβέρνηση η περιβαλλοντική αδειοδότηση του ΥΗΕ Μεσοχώρας (φράγμα, τεχνητή λίμνη - ταμιευτήρας, υδροηλεκτρικός σταθμός), μεγάλο μέρος των συζητήσεων που έγιναν αφορούσε την αντίθεση στη συγκεκριμένη απόφαση και την αντιμετώπιση των νέων δεδομένων, πάντα στο πλαίσιο της σταθερής διεκδίκησης για τη διασφάλιση του ελεύθερου ρου του Αχελώου, για την οριστική ακύρωση της εκτροπής και για το γκρέμισμα του φράγματος της Μεσοχώρας και των άλλων έργων της εκτροπής.
Μεσοχωρίτες και αλληλέγγυοι έστειλαν ένα πρώτο ηχηρό STOP στις πρόσφατες κυβερνητικές επιλογές, που δεν θα περιοριστεί στη λεκτική άρνηση και στις νομικές ενέργειες για την ακύρωση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Προσπάθειες να ξεκινήσουν έργα υλοποίησης της απόφασης δε θα βρουν κανέναν ανυποψίαστο ή απροετοίμαστο. Όσοι στην κυβέρνηση και στο «μέτωπο» των υπερασπιστών των έργων στον άνω ρου του Αχελώου πόνταραν στην απογοήτευση και στη διάσπαση του κινήματος θα έχουν πολλούς λόγους να μην αισθάνονται ευτυχείς, διαβάζοντας τις αποφάσεις των συνελεύσεων και ακούγοντας τα συνθήματα που κυριάρχησαν.
Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης της κοινής συνέλευσης Μεσοχωριτών και αλληλέγγυων.
Aπόφαση της συνέλευσης Μεσοχωριτών και αλληλέγγυων
Η υπογραφή και δημοσιοποίηση της απόφασης για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) του ΥΗΕ Μεσοχώρας διέλυσε και την παραμικρή προσδοκία που μπορεί να υπήρχε ότι κάτι ουσιαστικό έχει αλλάξει στην κυβερνητική πολιτική στο θέμα των έργων στον άνω ρου του Αχελώου, που έχουν ταυτιστεί απόλυτα με την εκτροπή του στο Θεσσαλικό κάμπο. Το μόνο που φαίνεται ότι είναι διαφορετικό, αυτήν τη φορά, είναι η τακτική με την οποία προωθούνται τα έργα, μια τακτική τμηματικής υλοποίησης. Έχουμε αντιληφθεί τη σκοπιμότητα αυτής της επιλογής και γι αυτό η επίμονη προσπάθεια να εμφανιστεί ότι υπάρχει ένα κλίμα ευρύτατης συναίνεσης είναι καταδικασμένη να πέσει στο κενό.
Δεν είμαστε αντίθετοι στη συγκεκριμένη εξέλιξη, χωρίς περίσκεψη. Αντίθετα, έχουμε πολλούς και σημαντικούς λόγους να επικαλεστούμε, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι οι εξής:
1. Η συγκεκριμένη απόφαση ανάβει το πράσινο φως για να υλοποιηθεί ένα εξαιρετικά βλαπτικό έργο στην περιοχή της Μεσοχώρας, που περιλαμβάνει ένα φράγμα ύψους 150 μέτρων, έναν ταμιευτήρα με επιφάνεια 7,8 τετραγωνικά χιλιόμετρα και με χωρητικότητα 358 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού και ένα υδροηλεκτρικό σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ισχύος 160 MW. Το έργο έχει τα ίδια, ακριβώς, χαρακτηριστικά που είχε και τότε που χαρακτηρίζονταν «έργο κεφαλής» της εκτροπής και οι επιπτώσεις από την κατασκευή και τη λειτουργία του θα είναι ανυπολόγιστες, τόσο στο τοπικό, όσο και σε υπερτοπικό επίπεδο.
2. Επιλογές αυτού του είδους, αποτελούν τυπικό δείγμα μιας αντίληψης, η οποία στο όνομα της ανάπτυξης -στις διάφορες εκδοχές της- παρακάμπτει θεμελιώδη ζητήματα, όπως η κατασπατάληση των φυσικών πόρων, η πρόκληση ανεπανόρθωτων βλαβών στα φυσικά οικοσυστήματα και η αλλοίωση του τοπίου. Ταυτόχρονα, στην προκειμένη περίπτωση, ακυρώνεται ένας -δυνάμει- τουριστικός πόρος, παρά την κυβερνητική ρητορική για «εμπλουτισμό του τουριστικού προϊόντος», την «ολόπλευρη ανάπτυξη των ορεινών περιοχών» και άλλα ηχηρά παρόμοια.
3. Έργα σαν αυτό έχουν πάψει, προ πολλού, να θεωρούνται «πράσινα» έργα, πολύ δε περισσότερο έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, οι ισχυρισμοί για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος δεν μας ακούγονται πειστικοί, όταν παρακολουθούμε τη συνεχιζόμενη εκποίηση -στο ιδιωτικό κεφάλαιο- υποδομών και περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ, με πιο χαρακτηριστική την πώληση λιγνιτικών μονάδων, που επιδιώκεται να συνδυαστεί με την πώληση και υδροηλεκτρικών μονάδων. Μας τρομάζει η ιδέα ότι, σταδιακά, το νερό θα πάψει να υφίσταται σαν κοινό αγαθό και ο έλεγχος της διαχείρισής του θα περάσει στους κερδοσκόπους.
4. Το φράγμα και ο ταμιευτήρας στη Μεσοχώρα, εφόσον λειτουργήσουν, θα αποτελούν μια διαρκή πρόκληση, για τις κυβερνήσεις που θα ακολουθήσουν και για τους θιασώτες της εκτροπής, να προχωρήσουν στην υλοποίηση και των υπόλοιπων έργων της εκτροπής. Οι διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι δεν υποστηρίζει την εκτροπή και ότι αυτή δεν θα περιλαμβάνεται στα νέα σχέδια διαχείρισης των λεκανών απορροής δεν είναι ικανές να προδιαγράψουν το αποτέλεσμα, για πολλούς λόγους. Δε φαίνεται, όμως, να είναι και ειλικρινείς, αφού, για να είναι τέτοιες, θα έπρεπε -πριν, ακόμη, από την υπογραφή της ΑΕΠΟ- να έχει δρομολογηθεί, τουλάχιστον, η ακύρωση του φράγματος της Συκιάς και η έμφραξη της σήραγγας εκτροπής.
5. Οι ειδικοί όροι, που «επινοήθηκαν» για να κάμψουν την αντίσταση των Μεσοχωριτών και σχετίζονται με την μετεγκατάσταση, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη ριζική μεταστροφή στάσης και την αποδοχή του έργου. Όχι μόνο επειδή περιλαμβάνουν πολλά «μεν, αλλά», αλλά και επειδή δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αποτρέψουν τις συνέπειες από την κατασκευή και λειτουργία του έργου, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ο κατακλυσμός μεγάλου μέρους του σημερινού οικισμού.
Για όλους αυτούς τους λόγους η συνέλευση αλληλέγγυων και Μεσοχωριτών δηλώνει την αντίθεσή της στη ΑΕΠΟ του ΥΗΕ της Μεσοχώρας, η ακύρωση της οποίας θα επιδιωχθεί με κάθε πρόσφορο τρόπο και μέσο.
Μεσοχώρα, 12.8.2017

Δίκτυο Μεσοχωρα Αχελωος SOS - Mesochora Acheloos SOS
Διαβάστε ακόμη:

Σε νέες περιπέτειες βάζει η κυβέρνηση τον Αχελώο και τη Μεσοχώρα: http://mesochora-acheloos-sos.blogspot.gr/…/blog-post_7.htm…


 πηγή: 

H "χαμογελαστή κατάθλιψη" των social media

Εδώ και αρκετό καιρό, παρατηρείται ότι αρκετοί χρήστες των κοινωνικών δικτύων προχωρούν σε διαγραφή των προσωπικών λογαριασμών τους από τα social media. Οι απαντήσεις που δίνονται είναι αφοπλιστικές και αναπάντεχες. Οι διαγραφή των λογαριασμών γίνεται διότι τα δημοφιλή κοινωνικά δίκτυα, όπως το instagram επηρεάζουν αρνητικά την ψυχολογία τους και συμβάλλουν στη δημιουργία καταθλιπτικών συμπτωμάτων.
Η πίεση για τη λήψη της σωστής εικόνας, με το σωστό φίλτρο, φορώντας το σωστό ντύσιμο, στο σωστό μέρος, με τους σωστούς ανθρώπους, θεωρούνται πια από πολλούς ανθρώπους πάρα πολύ πιεστικά.
Μέσα στα κοινωνικά δίκτυα, οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι να προβάλλουν στα προφίλ τους μόνο τον καλύτερο, αν και μη ρεαλιστικό, εαυτό τους, σε μία προσπάθεια να βελτιώσουν την ψυχολογία τους.
Ανεξάρτητα από το αν το έχει γίνει συνειδητό ή όχι, καθημερινά καταναλώνεται πολύς χρόνος και προσπάθεια για τη δημιουργία της ψηφιακής ταυτότητας. Η δημιουργία αυτής της εναλλακτικής εικόνας του ανθρώπινου εαυτού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό σχετικά με το πώς και οι άλλοι προβάλλουν τους εαυτούς τους στο ίδιο πλαίσιο. Τι συμβαίνει με τον "πραγματικό" εαυτό, τότε;
Η "χαμογελαστή κατάθλιψη" είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους ανθρώπους που πάσχουν από κατάθλιψη, αλλά η οποία δεν είναι τόσο εμφανής. Στην Αμερική για παράδειγμα, το 6,7% του πληθυσμού ηλικίας άνω των 18 ετών πάσχει από σοβαρή κατάθλιψη και είναι κύρια αιτία αναπηρίας στην ηλικιακή ομάδα 15-44 ετών.
Ένας άνθρωπος με "χαμογελαστή κατάθλιψη", είναι δύσκολο να φανεί ότι έχει κατάθλιψη.
Nιώθωντας άδειος και ανασφαλής εσωτερικά, φορά την μάσκα του χαρούμενου ανθρώπου και φαίνεται συνέχεια χαμογελαστός γιατί φοβάται πώς θα τον κρίνουν οι άλλοι γύρω του. Έτσι όχι μόνο μπορεί να μιλήσει με τους ανθρώπους αλλά είναι συχνά και το πιο ενεργό άτομο σε μια παρέα και μπορεί πάντα να βρει κάτι για να αστειευτεί ή να γελάσει. Αυτή είναι η χαμογελαστή κατάθλιψη.
Τα κοινωνικά δίκτυα δίνουν μια ενδιαφέρουσα οπτική για τη δημιουργία του ιδανικού εαυτού και πώς αυτή η κατασκευή επηρεάζει την ψυχολογική ισορροπία του ανθρώπου. Ο ιδανικός εαυτός είναι ο εαυτός που φιλοδοξούμε να είμαστε.
Η προσωπική μας εικόνα είναι το πρόσωπο που πραγματικά βασίζεται στις ενέργειες, στις συμπεριφορές και στις συνήθειες που μέχρι τώρα έχουμε πράξει. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσωπικότητας του Carl Rogers, κάθε άνθρωπος διακατέχεται από το βασικό ένστικτο να βελτιώσει τον εαυτό του και να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του.
Παρομοίως ο Abraham Maslow, αποκαλεί αυτό το επίτευγμα αυτοπραγμάτωση. Πιστεύει ότι αυτή η κατάσταση επιτυγχάνεται όταν ο ιδανικός εαυτός και η εικόνα του εαυτού του ατόμου, συμφωνούν μεταξύ τους. Αυτό το άτομο θα πρέπει να θεωρείται τότε ένα πλήρως λειτουργικό πρόσωπο.
Κάθε ένας από τους ανθρώπους έχει μέσα του ό,τι ο Robert Firestone ονομάζει ως κρίσιμη εσωτερική φωνή. Πρόκειται για μια δυναμική που υπάρχει μέσα σε κάθε άτομο που προσφέρει ένα αρνητικό φίλτρο μέσα από το οποίο βλέπει τη ζωή του. Θεωρείται ότι η φωνή έχει δημιουργηθεί σε νεαρή ηλικία σε περιόδους στρες ή τραύματος.
Τα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι μόνο εξαιρετικά διαδεδομένα, αλλά είναι και μια δραστηριότητα στην οποία οι χρήστες ανυπομονούν να συμμετάσχουν. Δεν είναι όλα τα κοινωνικά δίκτυα όπως το Facebook και το Instagram. Για παράδειγμα στο LinkedIn, το νέο εικονικό επιχειρηματικό προφίλ που δημιουργεί ο χρήστης αντικαθιστά γρήγορα το παραδοσιακό τυπωμένο βιογραφικό. Οποιοσδήποτε μπει να αναζητήσει εργασία μέσα από αυτό το μέσο, θα διακρίνει πολύ συχνά θέσεις εργασίας που επιμένουν να έχει ο υποψήφιος μια ισχυρή " παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης".
Αυτό το φαινόμενο είναι μια απτή εκδοχή της έννοιας του Carl Rogers σχετικά με τον ιδανικό εαυτό. Κάθε χρήστης έχει μια γενική ψυχολογική persona που κατασκευάζει και εναποθέτει στο σύμπαν του κυβερνοχώρου με βάση το πρόσωπο που θέλει να είναι και το πιο σημαντικό, με βάση το πρόσωπο που θέλει να τον βλέπουν οι άλλοι.
Επίσης, η παραπάνω σύνδεση επιβεβαιώνει ότι η κατάθλιψη είναι μια πολύπλοκη ασθένεια, με συχνότερους τους βιοκοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες. Δηλαδή, ένα συνονθύλευμα από τους παράγοντες είναι υπεύθυνοι για την εμφάνισή της και δεν εστιάζεται μόνο στην εγκεφαλική λειτουργία ή στην προσωπική ιστορία.
Ένας παράγοντας που ευθύνεται για τα υψηλά ποσοστά  των καταθλιπτικών συμπτωμάτων που παρουσιάζονται στα κοινωνικά δίκτυα,  είναι η έλλειψη συνοχής που παρατηρείται μεταξύ του ιδανικού εαυτού των ανθρώπων στον κυβερνοχώρο σε σχέση με την προσωπική εικόνα τους. Η επιθυμία να δουν οι άλλοι χρήστες τα θετικά στοιχεία του χρήστη, επιβάλλει ώστε εκείνος να πρέπει να φιμώσει τα προβλήματά του και πλέον δεν έχει καμία ιδέα για το πώς να εκφράσει την εσωτερική του αναταραχή, χωρίς να νιώσει ότι θα υποστεί μία "κοινωνική ήττα".
Για προφανείς λόγους, οι άνθρωποι δεν διαφημίζουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους στο κοινωνικό τους προφίλ, ούτε ποστάρουν εικόνες που δεν τους κολακεύουν. Λόγω αυτού του αυστηρού και ελεγκτικού τρόπου που χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα, θεωρείται ότι οι άλλοι χρήστες κρίνουν τη συμπεριφορά και τις εικόνες των άλλων, επομένως είναι σύνηθες να πιστεύεται ότι οι ζωές των άλλων ανθρώπων είναι πολύ καλύτερες από τις δικές μας. Αυτό που είναι σημαντικό να θυμάται κανείς είναι ότι και αυτοί φορούν μάσκες, με τον τρόπο που ο καθένας το κάνει.
Ενδεικτικά, καταγράφονται μερικοί τρόποι που προλαμβάνουν συμπτώματα μελαγχολίας ακόμα και καταθλιπτικής διάθεσης που σχετίζονται με την χρήση των κοινωνικών δικτύων και ενισχύουν την ψυχολογία των ανθρώπων:
• Αποσύνδεση από την τεχνολογία και τους λογαριασμούς κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης κάθε μέρα και για αρκετές ώρες.
• Όταν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με προσβολές μέσα από συζητήσεις με χρήστες στα κοινωνικά δίκτυα,  χρειάζεται να αντιμετωπίσει τις αρνητικές σκέψεις και να αναρωτηθεί για την προέλευση και την ισχύ τους.
• Η πολύωρη περιήγηση στα κοινωνικά δίκτυα σε περιόδους πλήξης, είναι απαραίτητη να συνοδεύεται από κάτι άλλο που θα αποσπάσει την προσοχή του χρήστη, όπως ένα βιβλίο ή ένα ψυχαγωγικό application στο τηλέφωνό.
Πηγή: psychcentral.com

12 Αυγ 2017

Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ είναι εδώ – Ο Τραμπ απειλεί τη Βενεζουέλα με στρατιωτική επέμβαση

 


Οι ΗΠΑ, η γνωστή ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ, των απειλών και της παραβίασης της ανεξαρτησίας των χωρών της Λατινικής Αμερικής και δεκάδων άλλων στον πλανήτη είναι εδώ. 
Ο πρόεδρος των  ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ, απείλησε τη Βενεζουέλα με στρατιωτική επέμβαση: «Έχουμε στρατεύματα σε όλο τον κόσμο σε μέρη που βρίσκονται πολύ μακριά. Η Βενεζουέλα δεν είναι τόσο μακριά και ο λαός υποφέρει και άνθρωποι πεθαίνουν», είπε χαρακτηριστικά ο Τραμπ, περιστοιχιζόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και την πρέσβειρα των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη Νίκι Χέιλι.
«Έχουμε πολλές επιλογές για την Βενεζουέλα, ανάμεσα σε αυτές και μια πιθανή στρατιωτική επιλογή αν κριθεί αναγκαίο», υποστήριξε και συμπλήρωσε: «Δεν μιλάμε για αυτό, αλλά μια στρατιωτική επιχείρηση, μια στρατιωτική επιλογή, είναι σίγουρα κάτι που θα μπορούσαμε να επιδιώξουμε». Αργότερα, ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Έρικ Πάχον υποστήριξε ότι δεν έχει λάβει καμία εντολή από τον Λευκό Οίκο σχετικά με τη Βενεζουέλα.

O υπουργός Άμυνας της Βενεζουέλας, Βλαντίμιρ Παντρίνο, απαντώντας στις ΗΠΑ και τον Τραμπ, είπε μιλώντας στην κρατική τηλεόραση:  «Είναι μια πράξη τρέλας. Είναι μια πράξη ακραίου εξτρεμισμού. Τις ΗΠΑ κυβερνά μια εξτρεμιστική ελίτ»«Ως στρατιώτης, στέκομαι στο πλευρό των βενεζουελανών ενόπλων δυνάμεων και του λαού. Είμαι σίγουρος ότι θα είμαστε όλοι στις πρώτες γραμμές της υπεράσπισης των συμφερόντων και της κυριαρχίας της αγαπημένης Βενεζουέλας», συμπληρωσε. Ο υπουργός Πληροφόρησης Ερνέστο Βιγέγκας χαρακτήρισε τα λόγια του Τραμπ «άνευ προηγουμένου απειλή εναντίον της εθνικής κυριαρχίας». Σε αναρτηση χθες το βράδυ (τοπική ώρα) στο twitter, ο Βιγιέγκας έγραψε: «Το διπλωματικό σώμα καλείται στο υπουργείο Εξωτερικών αύριο, οπότε θα δοθεί στη δημοσιότητα μια ανακοίνωση που θα απαντά στην ιμπεριαλιστική απειλή εναντίον της Βενεζουέλας».
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ, «Reuters», AFP

Ο ευφυής μηχανικός που οχύρωσε το Μεσολόγγι. Το έκανε απόρθητο και πέθανε ηρωϊκά στην Έξοδο. Συνέχιζε να ανακατασκευάζει τα τείχη ακόμη και κατά τη διάρκεια των μαχών...

Στις 26 Οκτωβρίου του 1822, ο στρατός του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη περικυκλώνει και πολιορκεί το Μεσολόγγι. Ήταν η αρχή της πρώτης από τις τρεις πολιορκίες του Μεσολογγίου.
Υπεύθυνος για την οχύρωση ήταν ο πολιτικός και αγωνιστής Κωνσταντίνος Μεταξάς. Με την βοήθεια του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο οποίος είχε σπουδάσει οχυρωματικές τέχνες, ανέλαβε να ενισχύσει την άμυνα της πόλης με ό,τι μέσα διέθετε.
Τον Φεβρουάριο του 1823, κατά την δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, φτάνει από την Βλαχία στο Μεσολόγγι ένας νεαρός μηχανικός για να αναλάβει εξ ολοκλήρου την οχύρωση. Το όνομά του ήταν Μιχαήλ Πέτρου Κοκκίνης.

Ο άνθρωπος πίσω από το τείχος
Ο Μιχαήλ Κοκκίνης γεννήθηκε στην Χίο. Η ακριβής ημερομηνία γεννήσεώς του είναι άγνωστη. Σπούδασε μηχανική στην Γαλλία και από το 1810 δίδασκε μαθηματικά, γεωγραφία και σχέδιο στην Ανώτερη Ελληνική Σχολή του Βουκουρεστίου. Μιλούσε ελληνικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά και ρουμανικά.
Στο Βουκουρέστι, ο Κοκκίνης μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και έλαβε μέρος στην επανάσταση της Μολδοβλαχίας στο πλευρό του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Μετά την ήττα στην μάχη του Δραγατσανίου αποφάσισε να κατέβει στο Μεσολόγγι για να προσφέρει τις υπηρεσίες του εκεί που υπήρχε άμεση ανάγκη.
Το ταξίδι του μέσω Ιταλίας υπήρξε ιδιαίτερα επικίνδυνο αφού το καράβι κόντεψε να χαθεί στα κύματα μαζί με άλλους 71 Έλληνες που ταξίδευαν μαζί του. Τελικά σώθηκαν χάρη στις προσπάθειες του Άγγλου φιλέλληνα Λόρδου Σέφιλντ, τον οποίο θα τιμούσε αργότερα ο Κοκκίνης.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αμέσως ανέθεσε στον νεαρό μηχανικό την διεύθυνση και κατασκευή των οχυρωματικών έργων. Μαζί με τον ντόπιο αρχιτέκτονα Σταύρο Κουτζούκη ο Κοκκίνης ξεκίνησε το γιγαντιαίο έργο.
Η κατασκευή του οχυρού διεκόπη πολλές φορές λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.  Πολλές φορές δεν υπήρχαν χρήματα ούτε για τα υλικά, ούτε και για τους τεχνίτες οι οποίοι εργάζονταν αδιάκοπα για επτά μήνες.
Ο Κοκκίνης, εκτός από ικανότατος μηχανικός, υπήρξε και αξιόλογος ηγέτης. Καθημερινά διηύθυνε 4 εκατονταρχίες που εργάζονταν μέρα-νύχτα.
Είχε χωρίσει σε ομάδες τους εργάτες ανάλογα με την ειδικότητά τους, π.χ μουλαράδες, χτίστες κ.λπ. Για να τους οργανώνει εξέδιδε την «Καθημερινήν Προσταγήν», έναν κατάλογο που ανέφερε αναλόγως την ειδικότητα τις εργασίες της ημέρας.
Ο Κοκκίνης ήταν παθιασμένος με την επανάσταση.
Συχνά ενέπνεε τους εργάτες του εκφωνώντας πατριωτικούς λόγους.
Σε συνεργασία με την κεντρική διοίκηση επέβαλε επιπλέον φορολογία ή διοργάνωνε έκτακτους εράνους για να συγκεντρώσει άμεσα έσοδα για την κατασκευή του οχυρού. Άλλες φορές επέβαλλε  πρόστιμα σε όσους κωλυσιεργούσαν και καθόριζε μόνος του τα ωράρια και τους μισθούς.
Η αμοιβή των εργατών ήταν: 1 γρόσι για τους εργάτες, 1 ½ γρόσι για τους επιστάτες, 20 παράδες για τις γυναίκες και ψωμί για όλους.
Για να μαζέψει ακόμη περισσότερα χρήματα για την ολοκλήρωση του έργου σύναπτε δάνεια με εσωτερικούς και εξωτερικούς φορείς. Συμπαραστάτες του ήταν και οι φιλέλληνες, που προσέφεραν χρήματα από την περιουσία τους.
Στην οχύρωση εργάστηκαν όλοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και επαγγέλματος.
Παιδιά και γυναίκες έσπευσαν να βοηθήσουν μεταφέροντας καθημερινά υλικά και τρόφιμα.
Ο αρχιμηχανικός έφερε και την οικογένειά στο Μεσολόγγι για να βοηθήσει στον αγώνα. Όλοι τον αποκαλούσαν «ο ιντζινιέρης του φράχτη», δηλαδή ο μηχανικός του φράχτη.
Οι οχυρώσεις
Αρχικά, ο Κοκκίνης κατασκεύασε 23 εξωτερικούς προμαχώνες που κάλυπταν συνολικό μήκος 2 χιλιομέτρων.
Οι κατασκευές έγιναν σύμφωνα με τα σχέδια των Γκλεράκ και Μονταλεμπέρ, που τους διαδέχθηκε.
Το τοίχωμα ήταν δομημένο από λίθο και ασβεστοκονίαμα, είχε ύψος περίπου 3,50 μέτρων και εσωτερικό πλάτος 7-18 μέτρα. Κατά διαστήματα υπήρχαν ξύλινα φράγματα.
Έξω από το τείχος, ο Κοκκίνης έσκαψε τάφρους δυόμιση μέτρων, μετά σχεδίασε δρόμο πλάτους 2 μέτρων και στην συνέχεια άλλη μία τάφρο, την «πρόταφρο».
Για να προστατεύεται το Ελληνικό στράτευμα όταν έβγαινε , ο Κοκκίνης  έστησε ανάχωμα ύψους ενός μέτρου πέρα από τις «πρόταφρους». Τέλος, τοποθετήθηκαν 48 πυροβόλα σε διάφορα σημεία του τείχους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα απόρθητο φρούριο.
Θέλοντας να τιμήσει τους Έλληνες αγωνιστές, τους φιλέλληνες και τα σύμβολα της παγκόσμιας επανάστασης, ο Κοκκίνης έδωσε τα όνομά τους στον κάθε προμαχώνα. Από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά ονόμασε τους προμαχώνες προς τιμήν των εξής, μολονότι διαφέρουν από πηγές σε πηγές:
  1. του Σαχτούρη, 2. του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, 3. του Κοστιούσκο, 4. του Γουλιέλμου Τέλλου, 5. του Τοκέλυ, 6. του Λόρδου Βύρωνος, 7. του Βενιαμίν Φραγκλίνου, 8. του Καρλ φον Νόρμαν, 9. του Μιαούλη, 10. του Κουτσονέικα, 11. του Κοραή, 12. του Μπότσαρη, 13. του μητροπολίτη Ιγνατίου, 14. του Δημητρίου Μακρή, 15. Κεραυνοβόλος, 16. του Γουλιέλμου Α’ της Οράγγης, 17. του Ρήγα Φεραίου, 18. του Αντωνίου Κοκκίνη, 19. του Μονταλεμπέρ, 20. του Λόρδου Σέφιλντ, 21. του Σκεντέρμπεη, 22. του Κανάρη, 23. του Ιερολοχίτη Σπύρου Δρακούλη
Ο Κοκκίνης ξεκίνησε την κατασκευή στις 7 Μαρτίου 1823 και την ολοκλήρωσε στις 16 Ιουνίου του 1824. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, τις  συνεχείς διακοπές και τα ελλιπή κονδύλια, τα κατάφερε σε  περίπου έναν χρόνο. Λεγόταν «Ελληνικόν επτάγωνον αρ. 1». Καθαγιάστηκε από τον επίσκοπο Ιωσήφ των Ρωγών με την παρουσία του Μαυροκορδάτου και των φιλελλήνων Μάρρεϋ και Μπλάκερ.
Ο Κοκκίνης συνέχισε την οχύρωση του Μεσολογγίου και δια θαλάσσης. Για να φράξει τον τουρκικό στόλο που θα έρχονταν από την λιμνοθάλασσα, τοποθέτησε φραγμούς με την χρηματοδότηση του Λόρδου Βύρωνος. Ονόμασε τον φράχτη «Φρούριο Βύρων».
Ο Κοκκίνης αναφέρει σε επιστολή προς τον Μαυροκορδάτο για το έργο του: «Τὸ ἔργον θὰ καταστῇ πολύτιμον Μνημεῖον ἀντάξιον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους και θὰ περάσῃ εἴς την Ἱστορίαν ὥς ἕν θαῦμα τῆς ἠμετέρας ἐπαναστάσεως».
Π. Ζωγράφος, Η πολιορκία του Μεσολογγίου, Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
Ο «φράχτης» εν δράσει
Το τείχος ή «φράχτης» άντεξε όλες τις επιθέσεις των τουρκικών και αιγυπτιακών δυνάμεων κατά την διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας.
Εντυπωσιακό ήταν ότι το τείχος συνέχιζε να «κτίζεται» ακόμη και κατά την διάρκεια των μαχών. Την νύχτα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά μάζευαν ερείπια από τα σπίτια που είχαν καταστραφεί από οβίδες και τα ενσωμάτωναν στο τείχος.
Έτσι, κάθε βράδυ το τείχος ανακατασκευάζονταν. Ακόμη και ο ίδιος ο Κοκκίνης έβγαινε έξω από το τείχος για να επιτηρεί την εικόνα του φρουρίου.
Λαγουμιτζήδες άνοιγαν υπόγειες στοές που περνούσαν κάτω από το τείχος και έφταναν μέχρι το στρατόπεδο των τούρκων και των αιγυπτίων. Με αυτόν τον τρόπο ανατίναζαν αιφνιδίως τον εχθρό και τις προμήθειές του.
Το 1825 η διοίκηση του Μεσολογγίου ανακήρυξε τον Κοκκίνη επίτιμο πολίτη και η κυβέρνηση του απένειμε τον βαθμού του χιλίαρχου.
Η έξοδος του Μεσολογγίου, Θ. Π. Βρυζάκης, 1855
Η έξοδος
Για την ημέρα που θα έδιναν την τελευταία μάχη ο Κοκκίνης είχε κατασκευάσει κάτι τελευταίο: τις γέφυρες πάνω στις οποίες θα πατούσαν οι Έλληνες για να περάσουν από τις τάφρους και να ορμήξουν στον εχθρό για την ελευθερία τους.
Τις είχε φτιάξει κρυφά, λίγους μήνες πριν την έξοδο και τις είχε κρύψει στην αυλή του σπιτιού του Νότη Μπότσαρη.
Στις 11 Απριλίου του 1826, την Κυριακή των Βαΐων έγινε η ηρωϊκή Έξοδος. Όχι επειδή δεν άντεξε το τοίχος, αλλά επειδή οι κάτοικοι υπέφεραν από την πείνα.
Ο Κοκκίνης έπεσε νεκρός εκείνη την ημέρα, μαχόμενος στο πλευρό του Ραζηκότσικα, του Τζαβέλλα και του Κασομούλη.
Η γέφυρα του Κοκκίνη απεικονίζεται στον πίνακα του Βρυζάκη «Έξοδος του Μεσολογγίου».
Χτίστηκε από τα κατεδαφισμένα σπίτια με την βοήθεια των κατοίκων.
Είναι ένας από τους πρωταγωνιστές αλλά αφανείς ήρωες της πολιορκίας.

11 Αυγ 2017

Θεατρική παράσταση "Κι αν παρήλθον οι χρόνοι..." στο Υπαίθριο Θέατρο Αιτωλικού

Ο Πολιτιστικός & Μορφωτικός Σύλλογος "Το Αιτωλικό"

σας προσκαλεί
στη θεατρική παράσταση

"Κι αν παρήλθον οι χρόνοι..."
Δύο κωμικά μονόπρακτα του Α. Τσέχωφ και του Δ. Κορομηλά,
από την Σικυώνια Θεατρική Σκηνή

στο Υπαίθριο Θέατρο Αιτωλικού
ώρα 21.00 μ.μ.

Είσοδος Ελεύθερη

1. «Η Επέτειος» του ‘Αντον Τσέχωφ

Υπόθεση

Το έργο εκτυλίσσεται, στην Τράπεζα Αµοιβαίας Πίστεως και ωφέλειας και πιο συγκεκριµένα στο Γραφείο του προέδρου του διοικητικού συµβουλίου, την ηµέρα της επετείου των 15χρόνων της τράπεζας. Ο πρόεδρος του διοικητικού συµβουλίου Αντρέι Αντρέεβιτς, σε συνεργασία µε τον Κοσµά Νικολάεβιτς, λογιστή της Τράπεζα ς, προσπαθεί να γράψει τον λόγο του για τη συγκεκριµένη επέτειο, ενώ συµβαί- νουν διάφορα ευτράπελα. Ένα από αυτά είναι η άφιξη µιας ανήµπορης γυναίκας (συζύγου του γραµµατέα της Νοµαρχίας), η οποία ζητά τα δεδουλευµένα του αν- τρα της από τη Νοµαρχία, µε το αιτιολογικό πως «οι Τράπεζας έχουν τα λεφτά…». Ανήµπορος να αντιµετωπίσει όλα αυτά τα ευτράπελα ο Αντρέι Αντρέεβιτς, υποκύπτει σε όλους και σε όλα και τελικά καταλήγει να καταστρέψει ο ίδιος τη γιορτή για την επέτειο της τράπεζας.

Πρόσωπα του έργου

ΑΝΤΡΕΙ ΑΝΤΡΕΓΙΕΒΙΤΣ ΣΙΠΟΥΤΣΙΝ: Μάριος Στεφανιδέλης (Πρόεδρος Δ.Σ της Τράπεζας)
ΤΑΤΙΑΝΑ ΑΛΕΞΕΓΕΒΝΑ :(Γυναίκα του) Γιώτα Παπά
ΚΟΣΜΑΣ ΝΙΚΟΛΑΓΙΕΒΙΤ: Λευτέρης Αχμέτης (Αρχιλογιστής της Τράπεζας)
ΝΑΣΤΑΣΙΑ ΦΙΟΝΤΟΡΟΒΝΑ ΜΕΡΤΣΟΥΚΙΝΑ: Λίζα Αναγνωστοπούλου (Γυναίκα Γραμματέα Νομαρχίας)
ΜΕΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Γιώργος Μεταξάς, Γιώργος Πανούσης

Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ:
Ένας στριμμένος, μισογύνης τραπεζικός υπάλληλος… Ένας δανδής τραπεζίτης που μεγαλοπιάνεται… Μια ελαφρόμυαλη πεταχτούλα, σύζυγος του τραπεζίτη… Μια πονηρή, επίμονη κυρία που προσπαθεί να αποσπάσει χρήματα… Σχιζοφρένεια…
ΤΣΕΧΩΦ:
«Στη σκηνή όλα πρέπει να είναι τόσο απλά και τόσο σύνθετα όπως και στη ζωή».
ΗΡΩΕΣ:
Εκ πρώτης όψεως οι ήρωες των τσεχοφικών έργων συμπεριφέρονται με απλότητα, μιλώντας συχνά με ευκολονόητες και συνηθισμένες λέξεις. Πίσω όμως από τις λέξεις κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος από αισθήματα, σκέψεις και ανησυχίες.

2. «Ο Θάνατος του Περικλέους» του Δημήτρη Κορομηλά

Υπόθεση

Ο «θάνατος του Περικλέως», σατυρίζει ωραία μια πτυχή του ρωμαίικου χαρακτήρα. Οι ήρωες τσακώνονται χωρίς λόγο, για το αν ο θάνατος του αρχαίου δημοκράτη της Αθήνας, ωφέλησε ή έβλαψε την αθηναϊκή δημοκρατία… Ο λόγος αυτός γίνεται πρόσχημα ενός γερού καβγά που ξεσπά ανάμεσα σε γαμπρό και πεθερό, στον οποίο εμπλέκονται η σύζυγος, η κόρη, ο θείος και το υπηρετικό προσωπικό.
Πρόκειται για έναν τυπικό νεοελληνικό οικογενειακό καβγά για το τίποτα και γύρω απ' το τίποτα. Κανείς δεν νοιάζεται για τον αρχαίο πολιτικό, παρά ενδιαφέρονται μόνο για το πώς θα επιβάλλουν ο ένας στον άλλον τις απόψεις τους, όποιες κι αν είναι αυτές.

Πρόσωπα του έργου

ΣΟΦΙΑ (υπηρέτρια): Μαριλένα Σολωμού
ΗΛΙΑΣ (υπηρέτης): Βασίλης Καραντζιάς
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΑΝΕΛΛΑΤΟΣ (θείος): Κώστας Ανδικόπουλος
ΜΑΡΙΑ (Σύζυγος): Γιώτα Ανρικοπούλου
(ΕΛΕΝΗ (κόρη) Αφροδίτη Καλλίρη
ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΟΓΚΛΑΣ (γαμπρός): Βλάσης Καλογεράκης
ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ (πατέρας): Παναγιώτης Σαλωνίτης

Αχ αυτός ο Περικλής !!!

Όλα τα φώτα επάνω του. Ένας Σπαρτιάτης …Άντε κι ένας Αθηναίος. Α, σίγουρα και μια κόρη να σπαράζει. Λέγοντας «μπαμπάκα μου». Μια Κεφαλλονίτισσα αρχόντισσα, αγύριστο Κεφάλι. Ένας Ηλίας χαμένος, σε «πρόβα φράκου» που καλοβλέπει την «απόλυτη Σοφία του». Στον απόλυτο πανικό.
Όλο το έργο περιβόλι της καρδιάς των Ελλήνων… Που 3.000 χρόνια τώρα δεν αλλάζουμε με τίποτα!!!!!

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία-σκηνογραφία: Γιώργος Καρβουντζής
Κοστούμια: Σωτηρία Ζήση
Χορογραφία: Σωτήρης Μούρτης

Ο πόλεμος είναι παιδί του πολιτισμού

“Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς. Και τους μεν θεούς έδειξε, τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε, τους δε ελευθέρους.”
Ηράκλειτος
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Είναι ο πόλεμος φυσική κατάσταση του ανθρώπου; Υπάρχουν φυλές πιο πολεμοχαρείς από άλλες, εξαιτίας των ιδιαίτερων γενετικών τους χαρακτηριστικών; Είναι κάποιες θρησκείες πιο “αιμοβόρες” από άλλες; Μήπως κάποιες ιδεολογίες οδηγούν αναπόφευκτα στον πόλεμο;
Με πιο απλά λόγια, η ερώτηση είναι η εξής: Γιατί οι άνθρωποι κάνουν πόλεμο;
Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε αν χρησιμοποιούσαμε κάποιες ομάδες ανθρώπων (ολόκληρα κράτη ίσως) ως πειραματόζωα, δίνοντας τους διαφορετικές συνθήκες, για να δούμε αν θα οδηγηθούν στον πόλεμο. Αλλά αυτό είναι αντιδεοντολογικό -τουλάχιστον.
Για καλή μας τύχη, η φύση, που καθόλου δεν νοιάζεται να ακολουθεί κανόνες δεοντολογίας, έκανε ένα πείραμα πολέμου με αληθινούς ανθρώπους, που διήρκεσε περίπου 800 χρόνια.
Και ξεκίνησε το 1.000 μ.Χ στον Ειρηνικό ωκεανό.
~~
Τα μεγάλα νησιά (θεωρείται υποήπειρος) της Νέας Ζηλανδίας αποικήθηκαν για πρώτη φορά το 1.000 μ.Χ. Κάποιοι κάτοικοι της Πολυνησίας ήταν οι πρώτοι άνθρωποι που πάτησαν το πόδι τους σ’ αυτή την εύφορη περιοχή.
Οι απόγονοι τους ονομάστηκαν Μαορί. Λίγα χρόνια μετά κάποιοι Μαορί βρέθηκαν τυχαία στα νησιά Τσάταμ, 800 χιλιόμετρα ανατολικά της Μητρόπολης. Οι κάτοικοι των Τσάταμ ονομάστηκαν Μοριόρι.
Οι δύο κοινωνίες δεν ξαναήρθαν σε επαφή, τόσο που οι Μοριόρι ξέχασαν  την ύπαρξη της μητρόπολης, κι οι Μαορί δεν γνώριζαν τίποτα για τα νησιά Τσάταμ. Εξελίχτηκαν ξεχωριστά, για 500 -τουλάχιστον- χρόνια.
~~
Έτσι αρχίζει το πείραμα. Έχουμε την ίδια φυλή, με τα ίδια γενετικά χαρακτηριστικά, την ίδια πολυνησιακή θρησκεία και την ίδια ιστορία (προφορική αφού δεν είχαν γραπτό λόγο).
Τι διαφέρει; Οι περιβαλλοντικές συνθήκες, ο χώρος. Οι δύο κοινωνίες, οι Μαορί κι οι Μοριόρι θα εξελιχτούν διαφορετικά; Και τι θα συμβεί όταν οι δύο κοινωνίες ξανασυναντηθούν;
Το βόρειο (και θερμότερο) νησί της Νέας Ζηλανδίας προσφερόταν για γεωργία εντατικού τύπου. Κι όπου υπάρχει γεωργία ο πληθυσμός αυξάνεται (δες παλιότερο κείμενο Χαμένος Παράδεισος)
Οι Μαορί αυξήθηκαν εκθετικά μέσα σε 500 χρόνια, κι έφτασαν τους 100.000 ανθρώπους. Το πλεόνασμα τροφής επέτρεψε τη δημιουργία πολιτικής οργάνωσης -και κηφήνων. Είχαν αρχηγούς και ιερείς και πολεμιστές, οι οποίοι δεν παρήγαν τίποτα, πέρα από πολέμους ανάμεσα στις αντίπαλες φατριές.
Το πλεόνασμα τροφής είχε ως αποτέλεσμα και την εξειδίκευση κάποιων οπλοτεχνουργών, που έφτιαχναν καλύτερα όπλα, καθώς και καλλιτεχνών, που έφτιαχναν ναούς και γλυπτά.
Οι Μαορί δημιούργησαν πολιτισμό, έτσι όπως εμείς εννοούμε τον πολιτισμό -κι όπου ο άνθρωπος είναι το καύσιμο. Μια κοινωνία ανισότητας.
Ως πολεμιστές, αφού διαρκώς βρίσκονταν σε πόλεμο, έγιναν τρανοί. Ακόμα και η Βρετανική Αυτοκρατορία, με την υπεροπλία της, δυσκολεύτηκε να τους καθυποτάξει (αν και τελικά το έκανε).
~~
Απ’ την άλλη, οι Μοριόρι έζησαν στα μικρά νησιά Τσάταμ, όπου το κλίμα είναι υποαρκτικό. Οι μεγάλες καλλιέργειες της Πολυνησίας δεν μπορούσαν να υπάρξουν σ’ αυτά τα μέρη. Επιπλέον τα Τσάταμ είναι πολύ μακριά από κάθε άλλο νησί. Οι Μοριόρι, απόγονοι γεωργών και θαλασσοπόρων, έγιναν αναγκαστικά θηρευτές-τροφοσυλλέκτες.
Χωρίς πλεονάσματα τροφής δεν μπορούσαν να θρέψουν ειδικευμένους τεχνίτες, καλλιτέχνες, αρχηγούς, πολεμιστές. Όλοι έπρεπε να βρίσκουν τη τροφή τους, ακόμα κι ο αρχηγός.
Οι Μοριόρι δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 2.000 ανθρώπους. Αφού δεν υπήρχαν προσιτά νησιά να αποικίσουν, έπρεπε να μείνουν και να μάθουν να επιβιώνουν-συμβιώνουν. Περιόρισαν τον πληθυσμό με διάφορους τρόπους (ένας απ’ αυτούς ήταν να ευνουχίζουν ορισμένα αρσενικά βρέφη), ενώ αποκηρύξαν τον πόλεμο. Το αποτέλεσμα ήταν ένας μικρός μη-πολεμοχαρής πληθυσμός, με απλή τεχνολογία και όπλα και χωρίς οργάνωση ή ισχυρή ηγεσία.
~~
Το έχουμε ξαναδεί, είναι ιστορικά εξακριβωμένο. Όλες οι κοινωνίες θηρευτών-τροφοσυλλεκτών ήταν εξισωτικές. Δεν υπήρχαν ανισότητες γιατί δεν υπήρχε πλεόνασμα τροφής.
Μετά την αγροτική επανάσταση (περίπου το 10.000 π.Χ), όπου πλέον υπήρχε πλεόνασμα τροφής, καθώς και δυνατότητα αποθήκευσης-αναδιανομής, δημιουργήθηκαν οι πρώτες πόλεις, τα βασίλεια, οι αυτοκρατορίες (κλπ) στην Ευρασία.
Όμως μόνο έτσι δημιουργήθηκε κι αυτό που ορίζουμε ως πολιτισμό. Δηλαδή, μεγάλα μνημεία τέχνης, τεχνολογία και όπλα, οργανωμένοι στρατοί, θρησκείες με ιερατεία, γραφειοκρατία, νόμοι και δικαστές, βασιλιάδες, αξιωματούχοι (και φιλόσοφοι και επιστήμονες). Πρέπει να υπάρχει συσσώρευση αγαθών για να μπορέσει να υπάρξει ανισότητα, για να μπορέσει να υπάρξει εξειδίκευση, για να μπορέσει να φτιαχτεί η ατομική βόμβα (και το πλυντήριο πιάτων).
Κι αυτό το αποδεικνύει περίτρανα ο εικοστός πρώτος αιώνας, όπου η παραγωγή αγαθών είναι μεγαλύτερη από ποτέ στην ιστορία του ανθρώπου, και οι ανισότητες σκανδαλιστικές (ο Τζεφ Μπέζος, ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου πλέον, βγάζει σε μια μέρα όσα θα έβγαζε ένας υπάλληλος του σε 1.000.000 χρόνια).
Όμως η κοινωνία των Μοριόρι δεν δημιούργησε “πολιτισμό” (ούτε φιλόσοφους ούτε laptop) και όταν αντιμετώπισε ξανά τους Μαορί, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί.
~~
Το 1835 ένα αυστραλιανό πλοίο που κυνηγούσε φώκιες ανακάλυψε (ξανά) τα απομονωμένα νησιά Τσάταμ. Έφερε την είδηση στη Νέα Ζηλανδία.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1835 ένα πλοίο (ευρωπαϊκής κατασκευής) με 500 Μαορί έφτασε στα Τσάταμ. Μπήκαν στα χωριά και τους ανακοίνωσαν ότι ήταν πλέον σκλάβοι τους.
Οι Μοριόρι θα μπορούσαν ν’ αντισταθούν, ήταν υπεράριθμοι, αλλά είχαν παράδοση στην ειρηνική επίλυση των διαφορών τους. Αποφάσισαν σε συνέλευση να μην πολεμήσουν, αλλά να προσφέρουν ειρήνη, φιλία και διανομή των πόρων.
Οι Μαορί επιτέθηκαν. Στις επόμενες μέρες σκότωσαν εκατοντάδες Μοριόρι, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Κάποιους τους έψησαν και τους έφαγαν, άλλους τους άφησαν να σαπίζουν, κάποιους τους πήραν σκλάβους.
~~
Ακούγεται φρικιαστικό, αλλά είναι τόσο συνηθισμένο στην ανθρώπινη ιστορία. Οι ισχυροί, εκείνοι που έχουν περισσότερα (τροφή, όπλα, τεχνολογία, μικρόβια) επικρατούν επί των ανίσχυρων.
Οι άνθρωποι δεν κάνουν πόλεμο επειδή είναι χαρακτηριστικό κάποιας φυλής ή θρησκείας ή εθνότητας ή φύλου. Το κάνουν επειδή μπορούν να νικήσουν (ή νομίζουν ότι μπορούν). Κι επειδή θέλουν περισσότερα.
Οι θρησκείες, οι ιδεολογίες, οι οικονομικές θεωρίες απλά εκλογικεύουν την παράλογη απληστία του ανθρώπου.
Και είναι παράλογη, γιατί είναι αδιέξοδη.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Έμπνευση και υλικό άντλησα απ’ το βιβλίο του Jared Diamond “Όπλα, μικρόβια και ατσάλι” (εκδόσεις Κάτοπτρο, μτφ-επ.επιμ: Κατερίνα Γαρδίκα), που αγόρασα χάρη στη συνδρομή των φίλων του μπλογκ, και τους οποίους ευχαριστώ πολύ για την ανιδιοτελή προσφορά τους.
~~~~~~~~~~~~~~~~

Γελωτοποιός https://www.facebook.com/gelotopoios/

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More