Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

18 Νοε 2018

Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας

Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας
(Πειραιάς 1903 – Αθήνα 1985)
-O Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους ρεμπέτες ερμηνευτές, οργανοπαίχτες και συνθέτες...


-Το παρατσούκλι «Μπαγιαντέρας», προέρχεται από το γεγονός ότι του άρεσε η ιταλική οπερέτα του Έμεριχ Κάλμαν (Emmerich Kálmán) Μπαγιαντέρα και μάλιστα το 1925 διασκεύασε την και έπαιζε στο μπουζούκι το ομώνυμο τραγούδι της!. Από τότε απέκτησε το παρατσούκλι Μπαγιαντέρας!.

Ο Μπαγιαντέρας έγραψε τραγούδια που γνώρισαν πολύ μεγάλη επιτυχία, όπως τα «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη», «Χατζηκυριάκειο», «Σα μαγεμένο το μυαλό μου» και άλλα..
Καταγόταν από τον Πόρο. Ο πατέρας του Γιάννης Γκόγκος, ήταν Ποριώτης, και η μητέρα του Αγγελική από την Ύδρα. Γεννήθηκε στον Πειραιά, στο Χατζηκυριάκειο, το 1903. Φοίτησε στο δημοτικό και όταν το τελείωσε συνέχισε και πήρε το πτυχίο του καθιερωμένου, τότε, τετρατάξιου Γυμνασίου. Μετά απέκτησε πτυχίο ηλεκτρολόγου. Ποτέ, όμως δεν άσκησε το επάγγελμά του.
Παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του από 17 ετών επιδόθηκε στο μπουζούκι, με μεγάλη επιτυχία. Επαιζε επίσης μαντολίνο, κιθάρα και βιολί!..


Το δίπλωμα του ηλεκτριστού, του Μπαγιαντέρα. "Πολεμικόν Ναυτικόν" (1924)


* Λίγο πριν από τη δεκαετία του '30 άρχισε να τριγυρνάει στα Πειραιώτικα στέκια, όπου σύχναζε ο εργατόκοσμος του λιμανιού. Έτσι απέκτησε στενή σχέση με τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου, κυρίως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Γιώργο Μπάτη. Το 1937 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο στην Columbia με τίτλο «οι Καπνεργάτριες», με το τραγούδι «η καπνουλού» αφιερωμένο στη σύντροφο της ζωής του, καπνεργάτρια και στιχουργό Δέσποινα Αραμπατζόγλου. (ΠΗΓΗ sansimera)
Ο Μπάτης (διχνει τον μπαγλαμα του!), δύο φίλοι, ο Μπαγιαντέρας, άλλοι δυο, ο Στράτος με την γυναίκα του, ..ενώ γλεντούν στην Πειραϊκή, την Καθαροδευτέρα του 1939.

Στη μέση της φωτογραφίας ο Μήτσος Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), στην Κυψέλη (31-1-1941)
- Η κατοχή χτύπησε και τον Μπαγιαντέρα. Λόγω αβιταμίνωσης τυφλώθηκε το 1941 και μάλιστα πάνω στο πάλκο, την ώρα που τραγουδούσε. Τα τραγούδια του έγιναν αμέσως γνωστά, και μερικές από τις επιτυχίες του είναι: «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη», «Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια», «Αποβραδίς ξεκίνησα», «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει», « Ξεκινάει μια ψαροπούλα», «Ξαβεργιώτισσα», «Πειραιωτοπούλα», «Παρηγοριά ζητούσα κάθε βράδυ», «Αλάνι με φωνάζουν» και ακόμη: «To μαναβάκι», «Θα κλέψω μια μελαχρινή», «Για μια κουτσουκαριώτισσα», «Μάτια γλυκά και γαλανά», «Γυρνώ σαν νυχτερίδα», «Το τραγούδι της αγάπης», «Μ' έχεις μαγεμένο», «Το αλανάκι», «Ελα να μπερμπαντέψεις», «Του Κυριάκου το γαϊδούρι», «H μικρή από το Πασαλιμάνι», « Η άνοιξις», « Με ξέχασες», « Το πέρασμα», « Η κοτούλα», « Μια τράτα Κουλουριώτικη», «Κι αν χωρίσαμε δε φταίω» και άλλα.
Ο Μπαγιαντέρας (δεξια), που είναι ήδη τυφλός, με τις δύο κόρες του, στο πάλκο (Πασαλιμάνι, 1946). Αριστερά με μπουζούκι ο Γιάννης Παπαγιάννης;
-Τα τελευταία χρόνια ο Μπαγιαντέρας τα έζησε απομονωμένος στο σπίτι του στο Περιστέρι, στον Άγιο Ιερόθεο, συντροφιά με τη σύζυγό του Δέσποινα.
 Το 1971 κυκλοφορεί σε 45άρι ο "Καθρέφτης", ντουέτο με το Διονύση Σαββόπουλο, μαζί με τον "Πολιτευτή" του δεύτερου.
- Στις αρχές Οκτωβρίου 1985 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και μπήκε στο νοσοκομείο. Έγινε καλά και βγήκε. Δυστυ­χώς, όμως στις 24 Οκτωβρίου μπήκε πάλι στον "Ευαγγε­λισμό", μετά από ουρολοίμω­ξη και λοίμωξη του αναπνευστικού. Πέθανε στις 18 Νοεμβρίου του 1985


Φωτο&κείμενο απο τον παλιο μπουζουξη Νικο Μαλακαση, γραφει: «Ο Γιάννης Μωραιτης - συνοδεύει. με το Μπουζουκι του στην τελευταία του κατοικια τον Μεγάλο Δάσκαλο και Ρεμπετη Δημ Γκογκο η Μπαγιαντερα, Γεννηση 1903 στο Χατζηκυριακειο Πειραιά, θάνατος 18 - Νοέμβρη - του 1985 από εγκεφαλικο στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμό, Τρία - παιδιά η κόρη του Ελλη Μαργαρίτη ο Γιος του που ακολούθησε το ίδιο επάγγελμα και η Γυναίκα του, του συμπαρασταθηκαν η άλλη κόρη του ζούσε Μακριά στο Σικάγο, δίπλα στο Γιαννη είναι ο φίλος μας ο Καλαμπάκας!!!!».

Ο Μανώλης Χιώτης κι ο Στεφανάκης Σπιτάμπελος (κάτω) και πίσω, Ο Μήτσος Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), ο Αντρέας Σπαγκαδόρος κι ο Αχιλλέας ο κιθαρίστας (Αθήνα, 1938)

Παρέα στην Πειραϊκή. Ο Μπαγιαντέρας (στην μέση), με μπουζούκι. Πίσω του ο παλιός μπουζουξής Γιάννης Παπαγιάννης και πλάι ο κιθαρίστας Νίκος Γερολίμος (φωτογραφία της 6-1-1937)

(Με τη γυναίκα του το 1939)

(Στη "γύρα" με τις κόρες του για το μεροκάματο 1954)
Για λίγο καιρό θα δουλέψει στα λαϊκά κέντρα και μετά θα βγει στη «σφουγγάρα», δηλαδή θα γυρίζει από στέκι σε στέκι (με τη βοήθεια της κόρης του) βγάζοντας «δίσκο», μέχρι το 1963, όταν και αποσύρεται..
1954 Αθηνα Καλλιθέα, οδηγούμενος από την κόρη του.
Ο " ΤΥΦΛΟΣ ΡΑΨΩΔΟΣ "

"Πρακτική μέθοδος μπουζουκιού / επινόησις Δ. Γκόγκου (Μπαγιαντέρα)". (εκδόσεις Γαϊτάνου, Αθήνα, ~1956)

Επαιξε σημαντικό ρόλο στην αναβίωση του κλασικού ρεμπέτικου, που ξεκίνησε εκείνα τα χρόνια και συνεχίστηκε απ' τον Μαρίνο Γαβριήλ (Μαρινάκη), την Ρόζα Εσκενάζυ, τον Στέλιο Κερομύτη, τον Μιχάλη Γενίτσαρη, τον Σπύρο Καλφόπουλο, τον Μπιρ Αλλάχ κ.ά *ΦΩΤΟ από αριστερά: Στέλιος Κερομύτης, Μιχάλης Γενίτσαρης, Δημήτρης Γκόγκος ή "Μπαγιαντέρας" και Σπύρος Καλφόπουλος !!!

1976 "Θεμέλιο" στην Πλάκα, Αθήνα. Από αριστερά κάτω: Κηρομύτης, Μπαγιαντερας, Μ. Γενιτσαρης, Σπ. Καλφοπουλος, με την κιθάρα ο Μπάμπης Μαλλίδης!.
-πισω όρθιοι απο αριστερά: Οδυσσέας Μοσχονάς, Ι. Γεωργακοπουλου, Στ. Περπινιαδης και μια τραγουδίστρια.
Ο Μπαγιαντέρας με την οικογένειά του και μία μαυροφορεμένη γειτόνισα (Καλλιθέα, 1965)

Ο Μπαγιαντέρας με την κόρη του στην αγκαλιά και δίπλα την γυναίκα του- οι άλλοι γύρω είναι συγγενείς (1940)
Στρατιώτης Γκόγκος 1941

Ο Μπαγιαντέρας μεταξύ δύο άλλων φαντάρων, στην Αθήνα (10-4-1941)


Ο Μήτσος Γκόγκος "Μπαγιαντέρας" και το σόι του, σε κάποια εκδρομή, με το γραμμόφωνό τους, στα Μελίσσια, το 1940.

Ο Μπαγιαντέρας με το εγγονάκι του στους ώμους!

Εντονη και ατίθαση προσωπικότητα.. Εζησε και δημιούργησε με το κεφάλι ψηλά ..
Η δημιουργία του «Μπαγιαντέρα», χωρίς να είναι μεγάλη σε όγκο, είναι κάτι το ξεχωριστό στο χώρο του ρεμπέτικου. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό κι απρόσμενο το πόση ευαισθησία έκρυβε μέσα του. Ο ίδιος υπήρξε μια πολύ έντονη προσωπικότητα του χώρου. Στα νιάτα του υπήρξε πολύ καλός αθλητής της πάλης. Ετσι, σε συνδυασμό με την ατρόμητη ψυχή του και παρά το μικρό του μπόι, ήταν ο φόβος και τρόμος των κουτσαβάκηδων της δεκαετίας του '30. Σε αφηγήσεις τους οι παλιοί ρεμπέτες αναφέρουν ότι πολλές φορές σε φασαρίες ο «Μπαγιαντέρας» «καθάρισε» για πάρτη τους. Ηταν ίσως ο μόνος απ' τους λαϊκούς μουσικούς, οι οποίοι δούλευαν στα νυχτερινά κέντρα της εποχής, που δεν πειθαρχούσε στους νόμους των «μπράβων», οι οποίοι μάλιστα φρόντιζαν να τον αποφεύγουν! Οταν πια τυφλώθηκε είχε κυριολεκτικά απόλυτη άγνοια κινδύνου. Στην Κατοχή πιάστηκε πολλές φορές απ' τους Γερμανούς να τραγουδάει αντάρτικα και κακοποιήθηκε βάναυσα, αλλά παρ' όλα αυτά δε σταμάτησε στιγμή.

Πολλές είναι και οι άσχημες στιγμές που πέρασε, αλλά κατάφερε να βγει νικητής. Για διάφορους «τσαμπουκάδες» έκανε πέντε περίπου χρόνια φυλακή. Σε κάποια φάση των νεανικών του χρόνων έμπλεξε με τα λεγόμενα σκληρά ναρκωτικά. Αλλά δεν «τον πήραν από κάτω». Κατάλαβε ότι δεν του ταιριάζει τέτοιος τρόπος ζωής. Κατάφερε να τα κόψει «με το μαχαίρι» και μέχρι το τέλος της ζωής του να μην καπνίσει ούτε ένα τσιγάρο, να μην πιει ούτε πορτοκαλάδα με ανθρακικό, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Τάσος Σχορέλης στη «Ρεμπέτικη ανθολογία» του.!!!


«Ενας από τους σπουδαιότερους λαϊκούς δημιουργούς»
Ο Μπαγιαντέρας στενά συνδεμένος με τους προσφυγικούς, εργατικούς συνοικισμούς υπήρξε υμνητής τους γράφοντας στο Μεσοπόλεμο εξαιρετικά ρεμπέτικα τα οποία απέδωσε με ιδιαίτερη ευαισθησία στο μπουζούκι ο ίδιος με τη συντροφιά ενός νέου ακόμη μουσικού (16-17 χρονών) που έμελλε και αυτός να γίνει βιρτουόζος του οργάνου. Του Μανώλη Χιώτη!! .. Αρκετές φορές μάλιστα ερμήνευαν και οι ίδιοι τα τραγούδια και άλλοτε δυο σπουδαίες φωνές του Ρεμπέτικου όπως ήταν ο Στράτος Παγιουμτζής και ο «κολλητός» του Στελλάκης Περπινιάδης!.

Το σίγουρο είναι ότι ο Μπαγιαντέρας υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους λαϊκούς δημιουργούς, τα έργα του οποίου τραγουδιούνται μέχρι σήμερα και θα τραγουδιούνται για πολλά χρόνια...!!!!!!

Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας

Ναζιτσολιά Παππά, οι φαντάροι είναι του λαού παιδιά

Ο Χρήστος Παππάς της Χρυσής Αυγής
   ή αλλιώς
  • το ναζιστικό σκουπίδι,
  • ο πολιτικός απόγονος των γερμανοτσολιάδων,
  • ο θαυμαστής του Χίτλερ, του Γκέμπελς και του Μουσολίνι
   θίχτηκε επειδή φαντάροι, παιδιά του ελληνικού λαού, πήγαν στο Πολυτεχνείο για να αποτίσουν φόρο τιμής στους ήρωες και τους νεκρούς της εξέγερσης του Νοέμβρη του 73′.
   Αυτές οι εικόνες πείραξαν τον ταγματαλήτη Παππά κι έκανε μέχρι κι Ερώτηση στη Βουλή:
   Στην Ερώτηση η οποία έχει τον τίτλο «Πρόκληση η συμμετοχή ενστόλων στρατιωτών σε πολιτική εκδήλωση της 17 Νοέμβρη ως μέλη του ΚΚΕ» μεταξύ άλλων αναφέρει:
«…άλλη μια κατάφωρη πρόκληση, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του διαβόητου πολυτεχνείου, ήρθε να προστεθεί σήμερα 16 Νοεμβρίου. Κοινωνική κατακραυγή και σάλο έχει προκαλέσει η συμμετοχή στρατιωτών σε πολιτική εκδήλωση εν όψει της επετείου του πολυτεχνείου, ενδεδυμένοι μάλιστα της προβλεπόμενης στρατιωτικής στολής εξόδου».
   Στο εισαγωγικό δε της παρουσίασης της Ερώτησης από την ιστοσελίδα των ναζί της Χρυσής Αυγής γράφεται πως οι «ένστολοι στρατιώτες» «απηύθυναν κομμουνιστικό χαιρετισμό» (στο τέλος του κειμένου μπορείτε να τη διαβάσετε ολόκληρη, αν αντέξετε την αηδία ολόκληρου του ναζιστικού οχετού).
   Βρίσκουμε απολύτως φυσιολογικό να θίγεται από την άξια ενέργεια των φαντάρων ένας τύπος, όπως ο Παππάς, δηλαδή ένα ναζίδι που λατρεύει τον αγκυλωτό σταυρό, ντυνόταν με τις στολές της τις στολές της Βέρμαχτ και τα διακριτικά των Ες – Ες, μάθαινε παιδάκια να χαιρετούν ναζιστικά, προσκυνούσε τον αγαπημένο του Μουσολίνι και πολλά άλλα. 



   Η …έκρηξη του είναι αναμενόμενη και έχει τους λόγους της:
   — Ο Παππάς που ποζάρει μπροστά στον αγαπημένο του Ντούτσε, χαιρετώντας τον ευλαβικά, είναι ενάντια – όσο υποκριτικά και αν πουλά άλλα σήμερα- στην ένοπλη αντίσταση του ελληνικού λαού και του στρατού του στα βουνά της Πίνδου κατά της φασιστικής ιταλικής εισβολής

  Ο Παππάς δοξάζει εκείνους τους στρατιωτικούς που τάχθηκαν με την κυβέρνηση Τσολάκογλου, υπέγραψαν την κατάπτυστη συνθηκολόγηση και συνεργάστηκαν με τους καταχτητές. 

  Ο Παππάς θαυμάζει εκείνο το κομμάτι των επίορκων στρατιωτικών που γερμανοντύθηκαν και δημιούργησαν τα τάγματα ασφάλειας σε συνεργασία με τους Ναζί, τους Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο είναι κατήγορος των αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού που πολέμησαν τους κατακτητές μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ. 

  Ο Παππάς είναι θαυμαστής της χούντας των συνταγματαρχών, των στρατιωτικών που με τη στήριξη των ΗΠΑ και υπηρετώντας τα συμφέροντα της ντόπιας άρχουσας τάξης επέβαλαν τη δικτατορία. Για τον ίδιο είναι «προδότης» ο αξιωματικός Μουστακλής που αντιτάχθηκε στο φασισμό και βασανίστηκε απάνθρωπα από τα κτήνη των ΕΤΑ – ΕΣΑ.
  Ο Παππάς, που ο ίδιος και η ναζιστική οργάνωση που είναι υπαρχηγός δεν αναγνωρίζει νεκρούς στο Πολυτεχνείο, είναι με αυτούς που έδωσαν την εντολή να μπει το τανκ στο Πολυτεχνείο κι όχι με εκείνους τους στρατιώτες που βοήθησαν όσους αντιστάθηκαν τις μέρες εκείνες.
   Τέτοιο στρατό θέλει ο Παππάς.
   Θέλει στρατό που συνεργάζεται με τους κατακτητές και υπηρετεί τη ναζιστική θεωρία του «ζωτικού χώρου» δολοφονώντας πατριώτες και αγωνιστές.
   Θέλει στρατό που επιβάλλει δικτατορίες και χούντες εκτελώντας τις εντολές των ιμπεριαλιστικών κέντρων, καταλύοντας τη δημοκρατία, βασανίζοντας και σκοτώνοντας ανθρώπους, συνυπογράφοντας το έγκλημα της Κύπρου.    
   Οι στρατιώτες που καταθέτουν στεφάνι στο Πολυτεχνείο σήκωσαν τις γροθιές όπως οι εξεγερμένοι φοιτητές του 1973. Αυτούς τους στρατιώτες τους σιχαίνεται ο Παππάς.
   Για τον ναζιστοτσολιά αυτόν προκαλούν το «κοινό αίσθημα» και πρέπει να υποστούν κυρώσεις οι στρατιώτες που δηλώνουν ότι «έξω από τα σύνορα δεν έχουν δουλειά» οι φαντάροι, οι στρατιώτες  που φωνάζουν πως δεν «πολεμούν για ΗΠΑ, Γερμανία».
   Τα ναζισταριά, όμως, ξεχνούν κάτι …απλό: «οι φαντάροι είναι του λαού παιδιά» (από τα συνθήματα εκείνα που δεν αρέσουν στον Παππά). 
   Ο Παππάς και όλοι εκεί στη Χρυσή Αυγή, οι νοσταλγοί των ναζί, της Βέρμαχτ, των ταγμασφαλιτών, των χουνταίων υπηρετούν μια και μόνο εξουσία και τέτοιο στρατό θέλουν γι’ αυτή, την εξουσία του κεφαλαίου. Είναι εκείνο το κομμάτι, το πιο μαύρο, το πιο επικίνδυνο, το πιο δολοφονικό που συντηρεί ο καπιταλισμός στο σπλάχνα του. Είναι εκείνο το τμήμα που όταν το σύστημα το χρειαστεί θα του βάλει την ανάλογη στολή, για να το φέρνει στο προσκήνιο στήνοντας όλων των ειδών τις χούντες και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
 Ο ναζισμός, ο φασισμός, ο εθνικισμός των Παππάδων «γέννησε» νεκροταφεία εργατών που ντύθηκαν στρατιώτες και αμάχων που πλήρωσαν και πληρώνουν τις συνέπειες της κάθε ανθρωποσφαγής.
Ολόκληρη η ερώτηση του ναζιστοχρυσαυγίτη (για όποιον αντέχει και δεν αηδιάζει)

17 Νοε 2018

Γιώργος Μητσάκης, 17 Νοεμβρίου 1993.

mhtsakhs.jpg]

Γιώργος Μητσάκης Όπου Γιώργος και μάλαμα..... Του Κώστα Μπαλαχούτη

Στο χώρο του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, λίγοι είναι εκείνοι που ασχολήθηκαν με όλες τις πτυχές της καλλιτεχνικής έκφρασης και κυμάνθηκαν ταυτόχρονα σε υψηλές στάθμες δημιουργίας. Ο Γιώργος Μητσάκης, στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, όπου έκανε το ντεμπούτο του στην δισκογραφία ξεχώρισε αμέσως για την δύναμη των στίχων του, την πολυποίκιλη μουσική του φλέβα, την σωστή ερμηνεία του και την μαστοριά του στο μπουζούκι.

Άλλοτε στιβαρός και δωρικός κι άλλοτε αρχοντορεμπέτης και περιπαικτικός, ο Μητσάκης είχε το χάρισμα να διαφοροποιείται από τους ομότεχνους του.
Ακόμα και σαν προσωπικότητα αλλά και σαν φιγούρα πάνω στο πάλκο «πέρασε» το δικό του ύφος και στυλ. Χωρίς υπερβολή πέρα από τον κοινότοπη αλλά εύστοχη ετικέτα «Δάσκαλος» που του απένειμαν πολλοί, ο Μητσάκης θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ένας πηγαίος εστέτ του λαϊκού πενταγράμμου.
Κι είναι κρίμα που μεγάλα μέρη από το εύρος και το μέγεθος του έργου του παραμένουν ακόμη και σήμερα ανεξερεύνητα κι ας έχουν δεκάδες τραγούδια του κερδίσει την δύσκολη μάχη με τον χρόνο. Γιατί πέρα από την εκτίμηση και αναγνώριση που χαίρει στον ευρύτερο μουσικό κύκλο, ο Μητσάκης δεν έχει «παρασημοφορηθεί» όσο άλλοι ισοδύναμοί του. Κι αυτό ίσως συμβαίνει γιατί τα media αλλά και η έρευνα, από άγνοια ή ακόμη και μικροπολιτική σκοπιμότητα, αποδίδουν τα εύσημα μόνο σε λιγοστούς και ορισμένους. Το περίεργο είναι ότι ο Μητσάκης μέχρι και την αναγκαστική «απόσυρσή» του από τα πράγματα παρέμενε επίκαιρος και ευρηματικός σημειώνοντας και στην δεκαετία του '70 επιτυχίες που κατέγραφαν το κλίμα και την ατμόσφαιρα της εποχής. Όπως άλλωστε συνήθιζε να πράττει στην πολύχρονη διαδρομή του στο τραγούδι, όπου στην περίπτωσή του η περίφημη ρήση «Όπου Γιώργος και μάλαμα.» βρίσκει την απόλυτη επιβεβαίωση της.


 Εγώ γεννήθηκα στην Πόλη. Τον πατέρα μου τον λέγανε Στέφανο και τη μητέρα μου Αθηνά. Γεννήθηκα στο Μπέικος, μια περιοχή φημισμένη για τα καρύδια της. Ο παππούς μου είχε ανοίξει ένα μαγέρικο εκεί κοντά στα δικαστήρια και σιγά-σιγά είχε αποκτήσει φήμη. Ο πατέρας μου άρχισε να ψαρεύει. Πήρε και μια βάρκα -εγώ ήμουν τότε πολύ μικρός- πήρε και τη μάνα μου κι εμένα και πήγαμε και μείναμε στην Πρίγκηπο, σε κάτι παράγκες κοντά στην παραλία. Εκεί μένανε όλοι οι ψαράδες.
Εγώ γεννήθηκα το 1921. Αλλά έχω κι άλλο ένα πιστοποιητικό γεννήσεως το 1924. Κι αυτό γιατί είχαν αρχίσει να κυνηγάνε τους Ρωμιούς. Τα πράγματα σιγά-σιγά είχαν αρχίσει να γίνονται δύσκολα για μας τους Έλληνες. Είδαμε κι αποείδαμε, δε μας σήκωνε ο τόπος και αποφάσισε ο πατέρας μου να γυρίσουμε πίσω στην Ελλάδα. Φορτώσαμε τα πράγματά μας σ' ένα ιταλικό πλοίο, μια σακαράκα, «Αμπάζια» λεγότανε. Και έπειτα από δεκαεφτά μέρες ταξίδι -πιάσαμε Αλεξανδρούπολη, πιάσαμε Θάσο- φτάσαμε στην Καβάλα.
Αυτό έγινε το 1935. Του πατέρα μου όμως δεν του πολυάρεσε. Αλλά και η μάνα μου φώναζε γιατί είχε ένα θείο ενωμοτάρχη στο Βόλο κι ήθελε να πάμε εκεί, μας είχε καλέσει ο θείος να πάμε κοντά του. Εκεί εγκατασταθήκαμε σ' ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Βόλο, την Άφυσσο. Ψαροχώρι ήτανε, ο πατέρας μου ψάρευε εκεί, ήτανε κι ο θείος εξουσία, αρχίσαμε λοιπόν να τα βολεύουμε κάπως. Εμένα όμως το αίμα μου έβραζε. >>1.

Ο νεαρός Μητσάκης τελειοποιεί τα ελληνικά του, για να μην γίνεται λόγω της προφοράς του ο περίγελος των πιτσιρικάδων, διαβάζει ποίηση και ασχολείται με το μπουζούκι. Στην ονομαστή «Σκάλα» του Στέφανου Μιλάνου θα πάρει τα πρώτα «μουσικά» μαθήματα αλλά δεν θα εξοφλήσει το χρέος του προς τον ιδιοκτήτη, 150 δραχμές, που δανείστηκε για να αγοράσει το πολυπόθητο τρίχορδο. Γι' αυτό και το όνομά του παρέμενε μέχρι και τα χρόνια του '60 στο μαυροπίνακα του μαγαζιού. Προκειμένου να μην καταλήξει ψαράς, όπως επιθυμούσε ο πατέρας του το σκάει και πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη.



Η καλή του μοίρα θα τον κάνει να γνωριστεί με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο. Ο τελευταίος όχι μόνο θα του διδάξει τα μυστικά του οργάνου αλλά θα τον προσκαλέσει στην Αθήνα και θα τον φιλοξενήσει στο σπίτι του στη Δραπετσώνα. Μαζί με τον Ηλία Ποτοσίδη θα δουλέψουν σαν τρίο παίζοντας σε ταβέρνες και καφενεία, βγάζοντας «πιατάκι».

Γνωρίζεται με το Στελλάκη Περπινιάδη, το Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, το Στράτο Παγιουμτζή, το Σπύρο Περιστέρη, το Στέλιο Κερομύτη, τον Γιάννη Σταμούλη, το Σταύρο Τζουανάκο και άλλους πρωταγωνιστές και κατά την περίοδο της κατοχής εμφανίζεται στα μουσικά στέκια γύρω από την Ομόνοια (στου Πίκινου, στου Μπουχιούνη, στο Καρρέ του Άσσου κ.ά.). Γράφει τα πρώτα του τραγούδια που αμέσως ξεχωρίζουν για την στιχουργική τους φρεσκάδα και πρωτοπορία καθώς και για την φροντισμένη και ταιριαστή μουσική τους επένδυση.
Δίφυλλο με τα δύο πασίγνωστα
τραγούδια του Γιώργου Μητσάκη.
Αυτόγραφο του Γιώργου Μητσάκη. Σύμφωνα με τον Μητσάκη, το περίφημο Κομπολογάκι και το Όταν καπνίζει ο λουλάς -που ηχογραφήθηκαν μετά την απελευθέρωση και την επαναλειτουργία των studio στη Ριζούπολη και μάλιστα το καθένα σε τρεις παράλληλες εκτελέσεις - είναι βασισμένα σε πραγματικά γεγονότα και αφορμές. Παρά κάποια προβλήματα που αντιμετωπίζει με την στρατιωτική του θητεία (αρχικά στην Καλαμάτα και στη συνέχεια με εξάμηνη φυλάκιση στα Γιάννενα) σκαρφαλώνει με γοργούς ρυθμούς τα σκαλοπάτια της καταξίωσης.
Το 1947 παντρεύεται με την πρώτη του σύζυγο και την επόμενη χρονιά έρχεται στη ζωή η κόρη τους. Συνεργάζεται με τον Παπαϊωάννου στου «Μάριου» στην Ίωνος και στου «Καλαματιανού» στις Τζιτζιφιές, μόνοι τους αλλά και ως μέλη του ξακουστού σχήματος των 12 μπουζουξήδων. Περνάει απ' τη «Λουζιτάνια» στη Συγγρού με τον Απόστολο Καλδάρα. Ιστορική έχει μείνει η σύμπραξή του με τον Μανώλη Χιώτη στο «Πίγκαλς» στην αρχή της Πατησίων όπου οι δυο τους συναγωνίζονταν σε κομψότητα και αρχοντιά, μαγεύοντας το κοινό. Ο ίδιος ο Μητσάκης ταπεινά θα δηλώσει: «Η μόνη μου επιτυχία στο πάλκο ήταν με το Χιώτη στο Πίγκαλς»2. Εκεί η Μαρίκα Νίνου θα κάνει το νούμερό της με τον άντρα της και το μικρό γιο τους ως «Δυόμισι Νίνο» αλλά θα αποδώσει και μόνη της τις πρώτες μπριόζικες ερμηνείες της, κι εκεί ο Χιώτης θα γνωρίσει την Μαίρη Λίντα.
Η φήμη του Μητσάκη εκτινάσσεται στην κορυφή. Βρίσκεται στην πιο παραγωγική και αποδοτική φάση της καριέρας του. Σε μια λογοκριμένη περίοδο καταθέτει ώριμα δείγματα μιας αφοπλιστικά αψεγάδιαστης γραφής που παλινδρομούν ανάμεσα στην απεικόνιση της σκληρής μετεμφυλιακής πραγματικότητας αλλά συντοχρόνως και την διάθεση για διασκέδαση, γλέντι και απόδραση απ' τα προβλήματα και τις δυσκολίες.
Πηγές της θεματολογίας του η καθημερινότητα και οι ανάγκες της που προσεγγίζει με καυστική και αιχμηρή ματιά αλλά και σκωπτική, σαρκαστική οπτική. Μέχρι και τα μισά του '50 η μία επιτυχία διαδέχεται την άλλη: Το καπηλειό, Τα δαχτυλίδια, Η Βαλεντίνα (επηρεασμένος από τη θεία του στην Πόλη, στην οποία εύρισκε καταφύγιο για να μην τιμωρηθεί για τις σκανταλιές του), Η Φρόσω (απ' την παραμονή του στα Γιάννενα και τον μύθο της Κυρά Φροσύνης), Ο Ψαράς (για τον πατέρα του), Κατσιβέλλα, Θέλω στα μπουζούκια να με πας, Δεν είμαι ο Γιώργος, Ψιλή βροχούλα, Το σβηστό φανάρι, Παλαμάκια - Παλαμάκια, Γυναίκα με δυο άντρες, Απόψε είναι βαριά, Να 'χεις χάρη που σε αγαπώ (Το δικό σου το μαράζι) κ.ά. που ερμηνεύουν -συχνά μαζί με τον Μητσάκη- σπουδαίοι τραγουδιστές, όπως οι Στελλάκης, Παγιουμτζής, Νίνου, Ιωάννα Γεωργακοπούλου, Σωτηρία Μπέλλου, Καίτη Γκρέυ κ.ά.

Η ανοδική διαδρομή του Μητσάκη στη νύχτα περνά από του «Τζίμη του Χοντρού» στην Αχαρνών με τους Στέλλα Χασκίλ, Χρηστάκη (είχε παντρευτεί την αδελφή του Μητσάκη), Ευαγγελία Μαργαρώνη, Δημήτρη Ευσταθίου και τον νεαρό τότε Πάνο Μιχαλόπουλο.
Ο τελευταίος θα μπει στην δισκογραφία χάρη σ' ένα τραγούδι του «δάσκαλου», το «Σαββατόβραδο συννεφιασμένο» . Στις αρχές του '50, με «μεσολαβητή» το Γιώργο Ζαμπέτα, γνωρίζει την Άννα Χρυσάφη που μόλις έχει κάνει τα πρώτα της βήματα στο τραγούδι. Μετά από ένα πολύμηνο διάστημα μαθητείας θα εμφανιστούν στη «Γωνιά της Αθήνας» στην Πατησίων και το καλοκαίρι του 1952 στο «Ροσινιόλ» στα Σεπόλια. όπου όπως λέει ο ίδιος ο Μητσάκης «γινόταν λοιπόν μεγάλος ντόρος κάθε βράδυ»3.
Η παρουσία τους στην ταινία «Ο Πύργος των Ιπποτών» του Νίκου Τσιφόρου με τους Μίμη Φωτόπουλο και Πέτρο Κυριακό θα ενισχύσει την δημοτικότητά τους. Για το κοινό θα αποτελέσουν ένα από τα ωραιότερα ντουέτα εκείνης της περιόδου αλλά η καλλιτεχνική τους σύζευξη θα είναι σχετικά σύντομη και στιγματισμένη από παράπονα και «γκρίνιες». Η Χρυσάφη θα κατηγορήσει τον Μητσάκη, ότι τα τραγούδια που εκείνη κάνει επιτυχία στο πάλκο -όπως συνηθιζόταν τότε- τα ηχογραφεί με άλλες ερμηνεύτριες ενώ ο δημιουργός, απαντώντας, θα θέσει το ζήτημα των διαφορετικών εταιρειών που δεν επιτρέπει τη δισκογραφική τους συνεργασία. Η Χρυσάφη ανήκε στην Odeon και ο Μητσάκης στην Columbia.
Στο ίδιο κέντρο θα ξανασυναντηθούν με επιτυχία το 1954 και το 1957. Έχουν μεσολαβήσει τα ταξίδια του Μητσάκη στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα της Χρυσάφης στην Αμερική. Η λεζάντα που προανήγγειλε την δεύτερη επανασύνδεσή τους έγραφε: Ξανασμίγουν τα' αηδόνια.

Η δυναμική πορεία του Μητσάκη θα έχει συνέχεια και «συγκομιδή» και στις επόμενες δεκαετίες. Μετά από έναν στενωπό και μια κάμψη που θα έχει στα μισά του '50, το «Όπου Γιώργος και μάλαμα» θα του προσφέρει στήριγμα και εφαλτήριο για νέα «σουξέ». Ο Θεόδωρος Δερβενιώτης, μαέστρος τότε στην Columbia, θυμάται χαρακτηριστικά ότι ο Νίκανδρος Μηλιόπουλος, εκ των διευθυντικών στελεχών της εταιρείας, αντιμετώπιζε με δυσπιστία το συγκεκριμένο τραγούδι και τις προοπτικές του. Μάλιστα είχε δημιουργηθεί κι ένα «παγωμένο» κλίμα με τον Μητσάκη αφού μια σειρά δημιουργιών του είχαν περάσει απαρατήρητες.
Η κάθετη στάση του Δερβενιώτη -που εκτιμά ιδιαίτερα το έργο του Μητσάκη- σχετικά με την ποιότητα και το «γκελ» του «Όπου Γιώργος και μάλαμα» ήταν καθοριστική. Νωρίτερα -αλλά και στη συνέχεια- ο Μητσάκης θα βρει στο πρόσωπο του ανερχόμενου Στέλιου Καζαντζίδη τον ιδανικό εκφραστή μιας ομάδας κοινωνικών τραγουδιών που έθιγαν και φωτογράφιζαν κυριολεκτικά τα «κακώς κείμενα» και την δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει το μεγαλύτερο τμήμα των λαϊκών στρωμάτων.
Οι τίτλοι μιλούν από μόνοι τους: Θλιμμένο δειλινό, Ζωή είν' αυτή Ζωίτσα μου, Χτύπα φτωχή καμπάνα, Αχάριστε κόσμε και ντουνιά, Οι καλοί πεθαίνουν νέοι, Το πιο πικρό ψωμί, Πέφτουν τα φύλλα απ' τα κλαριά, Ζωντανό με κλάψανε, Βράδιασε μες το Γεντί Κουλέ, Το σήμερα χειρότερο, Όλα μαύρα, Το μεροκάματο, Κλάψε φτωχή καρδούλα μου -σε μουσική Δερβενιώτη-, Άσε με γιατρέ μου θέλω να πεθάνω, Μοναξιά και φτώχεια κ.ά. Με τον Καζαντζίδη ο Μητσάκης αφήνει τον ευρωπαϊκό του αέρα και επιστρέφει σε πιο βυζαντινά ηχοχρώματα. Αυτός θα σηματοδοτήσει δισκογραφικά και το «πάντρεμα» του ερμηνευτή με την Μαρινέλλα με εναρκτήριες εγγραφές τα: Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ, Νίτσα Ελενίτσα, Το ρομάντζο. Ο Καζαντζίδης σε συζήτηση που είχα μαζί του θα επισημάνει τον όγκο και την αστείρευτη φλέβα του δημιουργού: «Τα τραγούδια του τα τραγούδησε ολόκληρη η Ελλάδα. Είναι ίσως ο πιο πολυτραγουδισμένος συνθέτης»4.
Οι δυο τους θα συναντηθούν «διακριτικά» και στην δεκαετία του '60, χωρίς ν' αφήσουν όμως έντονα τα χνάρια τους, με εξαίρεση το πανελλαδικής εμβέλειας «Το δικό μου πάπλωμα». Στο μεγάλο δίσκο αφιέρωμα «Ο Κύριος Μητσάκης» (1993) ο Καζαντζίδης στην εισαγωγή του «Τι γυρεύεις παλικάρι» περνάει στο μικρόφωνο τον χαιρετισμό: «Γεια σου Μητσάκη μεγάλε δάσκαλε».

Στα χρόνια του '60 ο Μητσάκης βρίσκεται ανελλιπώς στην επικαιρότητα. Στην ζωή του έχει μπει πλέον «το μεγάλο κεφάλαιό του»5, η δεύτερη σύζυγός του Αθηνά. Οι παλιές του δόξες επανεκτελούνται από κορυφαίους λαϊκούς τραγουδιστές ενώ μια σειρά καινούργιων συνθέσεων του κατέχουν περίοπτες θέσεις στις λίστες επιτυχιών: Το παιδί που μπήκε τώρα, Στον Πειραιά συννέφιασε, Της Λαρίσης το ποτάμι, Ο μπάρμπα Θωμάς, Πάρε το δαχτυλίδι μου κ.ά. με τους Γρηγόρη Μπιθικώτση, Σπύρο Ζαγοραίο, Πόλυ Πάνου, Γιώτα Λύδια, Μανώλη Αγγελόπουλο κ.ά. Παράλληλα συμβάλει με τα τραγούδια του στην καθιέρωση νέων ερμηνευτών, όπως οι Λίτσα Διαμάντη (Συννεφιές), Γιάννης Καλατζής (Πού 'σαι καημένε Περικλή), Γιώργος Νταλάρας (Στην εποχή του Πάγκαλου), Γιάννης Πάριος (Η θάλασσα του Πειραιά), Καίτη Αμπάβη κ.ά. Προσπαθώντας να κρατηθεί στις κορυφογραμμές της τραγουδοποίας και των τάσεων της εποχής ακολουθεί πιο «έντεχνες» διαδρομές. Παρά τις εμπορικές δάφνες που θα αποκομίσει δεν θα καταφέρει να αγγίξει τα όρια της πρώτης και αξεπέραστης φάσης της καριέρας του.


Ο στίχος του που τόσο εύστοχα αντικατόπτρισε μια ολόκληρη κοινωνία και εποχή, το πνεύμα, τις αγωνίες και τα συναισθήματά της, αρχίζει να δείχνει τις ρυτίδες του, να καταφεύγει σε μανιέρες κι ευκολίες και να χάνει το σφρίγος και το σμάλτο του. Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγο πριν το '70 λίγο επιχειρώντας να κάνει και πάλι τραγούδια με τον Νταλάρα, εκείνος θα αρνηθεί την πρότασή του: «Τώρα κάνω άλλα πράγματα, δεν τραγουδάω αυτό το μοτίβο»6. Ο Μητσάκης δεν θα παραδοθεί άνευ ορών στα νέα καλέσματα των καιρών και στο «άδειασμα» των πρωτομάστορων του κλασικού λαϊκού απ' τις μεγάλες εταιρείες. Στη Lyra θα ανοίξει και πάλι το «Ρεμπέτικο Σχολείο» του και «Το Παλιό Τεφτέρι» του κάνοντας κατάσταση και σημαντικές πωλήσεις με νέους κυρίως καλλιτέχνες μέσα από μια σειρά δίσκων 33 στροφών. Το δέσιμο και επικοινωνία τον κόσμο έχουν κτιστεί με στέρεα υλικά. Άλλωστε απ' τις αρχές του '60 στη νύχτα δείνει δυναμικό παρών: Στο Κάστρο, στο Βράχο, στα Χρυσά Κλειδιά, στον Περικλή και στο Πλακιώτικο Σαλόνι στην Πλάκα, στο Άλσος με τον Οικονομίδη, στη Νεράϊδα, στα Παλιά Δειλινά, στο Quenn Ann.
Ίσως να ζούσαν οι αρχαίοι, όπως και ο τίτλος του χαρακτηριστικού lp του Μητσάκη, που κυκλοφόρησε το 1969 να εκτιμούσαν περισσότερο το έργο και τις ιδιαιτερότητές του. Τις εμμονές του με τις συννεφιασμένες και βροχερές ημέρες (Στον Πειραιά συννέφιασε, Αν μιλούσαν τα σύννεφα, Ψιλοβρέχει, Της βροχούλας το νεράκι κ.ά.) με τους ψαράδες, το ψάρεμα και τη θάλασσα (Ο Νικόλας ο ψαράς), με τους Γιώργηδες και τα ονόματα γενικότερα (Έδιωξες το Δημητράκη), με τα επαγγέλματα και τις ιδιότητες (Ο βιοπαλαιστής, Ο φοιτητής, Ο πατέρας, Ο ναύτης, Το φανταράκι, Οι καπεταναίοι, Ο τσιγγάνος), με τις τοποθεσίες (Στης Καλλιρόης το ρέμα, Στο γύρο της Ακρόπολης, Θεσσαλονίκη, Στα Τρίκαλα, Γκρεμίζουν την Αθήνα την παλιά) τα δαχτυλίδια της αγάπης, το κομπολογάκι που το έχανε και το ξαναέβρισκε, τα ερωτικά τρίγωνα που δεν χωρούν σε «διπλό πάπλωμα» και «μικρό χαγιάτι», τους φυλακισμένους στα κάτεργα και τόσες ακόμη στιγμές που περικλείουν την πολυδιάστατη θεματολογία του που ανέπτυξε με ποιητική σφραγίδα, δυναμισμό, αμεσότητα, κριτική σκοπιά και σαφήνεια με συμπορευτή του λόγου τις όμορφες και ισοβαρής μελωδίες του.

Το 1981 η ζωή του θα κινδυνέψει μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Θα αποσυρθεί από τα πράγματα αλλά αραιά θα επανέλθει στη νυχτερινή διασκέδαση: Το 1983 στα Δειλινά, το 1984 στο Χάραμα και το 1987 στην Όμορφη Νϋχτα. Το 1991 αντιμετωπίζει νέα προβλήματα με την υγεία του και φεύγει απ' τη ζωή το μεσημέρι της 17ης Νοεμβρίου του 1993. Με χαμόγελο στα χείλη και ικανοποιημένος από τη συναυλία που οργανώθηκε προς τιμήν του από το Δήμο Πειραιά στο Βεάκειο με συμμετοχή πλήθους καλλιτεχνών τον Ιούλιο της ίδια χρονιάς κι έχοντας προλάβει να απολαύσει το ύστατο σουξέ, με τις χρυσές πωλήσεις της συλλογής «Η Ελλάδα του Μητσάκη». «Δραπέτης» απ' το «Γεντί Κουλέ» της ζήσης και με σβηστό «Καντήλι» όπως ερμήνευε ο Νίκος Γιουλάκης σε κάποια τραγούδια του «Δάσκαλου» που ανήκουν και στα αγαπημένα του γράφοντα.

'Όταν θα σβήσει και το δικό μου το καντήλι
θέλω να πεθαίνω με χαμόγελο στα χείλη..


1,3,5,6 Γιώργος Μητσάκης - Αυτοβιογραφία, επιμέλεια Νίκος Οικονόμου (εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) 2 Συνέντευξη του Μητσάκη στους Στέλιο Ελληνιάδη και Γιώργο Κοντογιάννη (Ντέφι, τεύχος 8,1983) 4. Κι Όσο Υπάρχει θα Υπάρχω - Η πορεία και τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη, του Κώστα Μπαλαχούτη (εκδόσεις Ατραπός). Επίσης στοιχεία αντλήθηκαν από Ρεμπέτικη Ανθολογία, του Τάσου Σχορέλη (εκδόσεις Πλέθρον) Μανώλης Αγγελόπουλος, Ο Μεγάλος Τσιγγάνος, όπως τον γνώρισα του Τάσου Καραίσκου (Ατραπός) Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας, Συνθέτες του Ρεμπέτικου του Παναγιώτη Κουνάδη (σειρά ψηφιακών δίσκων της Minos-Emi). ΔΙΦΩΝΟ ΤΕΥΧΟΣ 98 (ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2003)



Ρεμπέτικο Φόρουμ - The greatest rembetiki parea  ΠΗΓΗ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣwww.rembetiko.gr

Ο αρχιβασανιστής της Ασφάλειας που εκτέλεσε το ελληνικό αντάρτικο πόλεων

Ο αστυνόμος-δήμιος Πέτρος Μπάμπαλης που μετέτρεψε σε κολαστήριο το κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας


Ο αρχιβασανιστής της Ασφάλειας που εκτέλεσε το ελληνικό αντάρτικο πόλεων

Μερίδα της ελληνικής κοινωνίας θεώρησε πως τα πρωτοπαλίκαρα του Απριλιανού Πραξικοπήματος έπεσαν στα μαλακά από τα μεταπολιτευτικά δικαστήρια.
Η αντιμετώπιση δε των βασανιστών της Χούντας ερχόταν σε τραγική αντίθεση με τις προσδοκίες του λαού αλλά και των θυμάτων τους για δικαιοσύνη και κάθαρση.
Και ήταν η τρομοκρατία αυτή που θα μετατρεπόταν σε αυτόκλητο τιμωρό των αρχιδημίων, εκεί που η επίσημη δικαιοσύνη φαινόταν να κλείνει τα μάτια.
Οι δίκες των βασανιστών της Χούντας έλαβαν χώρα από το καλοκαίρι ως και τον χειμώνα του 1975, έναν χρόνο μετά την πτώση της δικτατορίας δηλαδή, σε Αθήνα, Πάτρα και Χαλκίδα, όταν είδε έκπληκτο αλλά και έντρομο το πανελλήνιο τους διαβόητους ασφαλίτες Ευάγγελο Μάλλιο και Πέτρο Μπάμπαλη να αθωώνονται. Να αθωώνονται παρά το συντριπτικό κατηγορώ εναντίον τους!
Μέσα στον γενικό αναβρασμό που επικρατεί, μια τρομοκρατική οργάνωση που είχε μόλις ένα παρθενικό χτύπημα στη φαρέτρα της, κάποια «17 Νοέμβρη», αλλά και μια εντελώς νεοσύστατη, ο «Ιούνης ’78», αποφασίσουν να βγάλουν από τη μέση τους δύο απότακτους ασφαλίτες.
Ο Μάλλιος σκοτώνεται τον Δεκέμβριο του 1976 από τα πυρά της «17 Νοέμβρη» και ο Μπάμπαλης τον Ιανουάριο του 1979 από τον «Επαναστατικό Λαϊκό Αγώνα - Ομάδα: Ιούνης ’78». Ο απόηχος των δύο χτυπημάτων δονεί συθέμελα την Ελλάδα και φτάνει ως και την Αμερική, απειλώντας την εθνική ενότητα.
«Από σήμερα, ο άθλιος και μισητός βασανιστής, ο αστυνόμος Πέτρος Μπάμπαλης έπαψε να υπάρχει. Εκτελέστηκε από μια ομάδα αγωνιστών. Η προσωπικότητα και το έργο του Μπάμπαλη είναι γνωστά σε όλους. Στην περίοδο της χούντας η δράση του και η φήμη του ξεπέρασαν και τα σύνορα της Ελλάδας», έγραφε χαρακτηριστικά η τρομοκρατική οργάνωση στην προκήρυξή της με τίτλο «Γιατί εκτελέσαμε τον Μπάμπαλη».
Μπάμπαλης, Μάλλιος, Θεοφιλογιαννάκος, Πέτρου και Χατζηζήσης ήταν η ισχυρή πεντάδα των αρχιβασανιστών Ασφάλειας και ΕΣΑ, πέντε αμετανόητοι χουντικοί που βασάνισαν και κακοποίησαν τους εχθρούς του καθεστώτος και εγκαθίδρυσαν τον χαφιεδισμό στην καθημερινότητα της Ελλάδας.
Όσο για τον Μπάμπαλη, ήταν ο μοχλός πίσω από την «πιο άγρια ασφαλίτικη τρομοκρατία», όπως του καταμαρτυρούσε ο «Ιούνης ’78» στην πολυσέλιδη προκήρυξή του: «Ήτανε υπεύθυνος για τα φοβερά βασανιστήρια χιλιάδων και χιλιάδων ατόμων … Ήτανε υπεύθυνος για την "ανάδειξη" πολλών εκατοντάδων χαφιέδων σε επίλεκτους βασανιστές, πού και σήμερα συνεχίζουν τη δράση τους και πού όλο και περισσότερο γίνονται απαραίτητα στηρίγματα της κρατικής εξουσίας των αφεντικών.
Ήτανε από τους υπεύθυνους της εκστρατείας των δολοφονιών, πού εξαπέλυσε η Ασφάλεια μετά το Νοέμβρη του 1973, πού είχε σαν αποτέλεσμα πολλές δεκάδες νεκρούς -πού τους παρουσίασαν για "αυτοκτονημένους"- και πού σήμερα φαίνεται ότι όλα τα επίσημα κόμματα τους ξέχασαν. Ήτανε ακόμα υπεύθυνος για βασανισμούς και εκβιασμούς, με αποκλειστικό σκοπό να αρπάξει διάφορα χρηματικά ποσά από τους συγγενείς των θυμάτων»…

Ποιος ήταν ο αρχιβασανιστής

AP_670427041
Ο Πέτρος Μπάμπαλης, γεννημένος το 1939, ήταν Αστυνόμος Α’ της Αστυνομίας Πόλεων και ταγμένος εθνικιστής. Στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, στην οδό Μπουμπουλίνας, τον ήξεραν όλοι ως «Αιγυπτιακή Βιβλιοθήκη», καθώς είχε φακελωμένους τους πάντες και γνώριζε πολλά και διάφορα.
Ο ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας Πόλεων ήταν φυσικά στον συνωμοτικό κύκλο των πραξικοπηματιών και σύντομα θα γινόταν ένα από τα πρωτοπαλίκαρα των συνταγματαρχών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε στις ανακρίσεις, τα βασανιστήρια και το φακέλωμα των αντιφρονούντων.
Με τον φίλο και ομοϊδεάτη του Ευάγγελο Μάλλιο, επίσης Αστυνόμο Α’ της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, θα μετέτρεπαν το κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας σε άλλο ένα κολαστήριο της Χούντας, έναν τόπο μαρτυρίου για τους εχθρούς του προδοτικού καθεστώτος.
Στη δικτατορία γνώρισε μάλιστα μεγάλες δόξες εντός των συνωμοτικών κύκλων. Χαρακτηριστικό εδώ είναι το γεγονός ότι Μπάμπαλης και Μάλλιος ήταν αυτοί που παρέδωσαν τα αεροπορικά εισιτήρια για το Παρίσι στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, έχοντας από πλευράς Γενικής Ασφάλειας την ευθύνη για την ομαλή αναχώρηση αυτού και της συνοδείας του για τη γαλλική πρωτεύουσα.
AP_7311260397
Τα όσα έκανε ο ανηλεής Μπάμπαλης στην οδό Μπουμπουλίνας, στον αριθμό 20, πίσω ακριβώς από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αποτελούν ένα αιματοβαμμένο κεφάλαιο της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας. Εκεί ήταν η έδρα της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Αθηνών και ένα από τα πιο γνωστά κέντρα βασανιστηρίων κατά την περίοδο της δικτατορίας.
Στην περιβόητη «ταράτσα της Μπουμπουλίνας» οδηγούνταν οι συλληφθέντες από τη χουντική Ασφάλεια, όπου και βασανίζονταν με απάνθρωπες μεθόδους. Η γειτονιά ανατρίχιαζε στην καταραμένη Επταετία από τους θρήνους και τις κραυγές των αντιστασιακών που κρατούνταν στην Μπουμπουλίνας, το έκνομο άντρο του Μπάμπαλη, του Μάλλιου, του Λάμπρου και τόσων ακόμα. Σε αυτή τη ματωμένη ταράτσα πέθαινε κάθε μέρα η Ελλάδα με εκατοντάδες αγωνιστές της δημοκρατίας να υπομένουν φριχτά βασανιστήρια.
«Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα / μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ / πίσω απ' τον τοίχο πάλι θα 'μαστε παρέα / τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ», τραγουδούσε εξάλλου ο Μίκης Θεοδωράκης για τον φίλο και συγκρατούμενό του στον τέταρτο όροφο της Μπουμπουλίνας, Ανδρέα Λεντάκη.
Μετά την πτώση των πραξικοπηματιών, ο Μπάμπαλης κατηγορείται για βασανισμούς πολιτών, τίθεται σε διαθεσιμότητα, ανακρίνεται και περνά τελικά από δίκη…

Η προκλητική δίκη

AP_670426042
Το ημερολόγιο έγραφε 11 Νοεμβρίου 1975 και ο τόπος είναι μια αίθουσα του Μεικτού Κακουργιοδικείου της Χαλκίδας, μια αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο. Εκεί θα έμπαιναν υποτίθεται οι τίτλους τέλους στη μαύρη σελίδα της Χούντας με την καταδίκη των βασανιστών της Ασφάλειας Αθηνών, δικαιώνοντας το κοινωνικό αίτημα για τιμωρία των δημίων.
Είχε προηγηθεί η δίκη των βασανιστών της ΕΑΤ-ΕΣΑ τον Ιούλιο-Οκτώβριο του 1975 στο Στρατοδικείο Αθηνών, όπου δεν ανταποκρίθηκε καθόλου στο κοινό αίσθημα περί καταδίκης των δραστών. Οι ποινές των αρχιβασανιστών στρατιωτικών και ΕΣΑτζήδων, ονομάτων δηλαδή σαν του Θεοφιλογιαννάκου και του Χατζηζήση, περιορίζονται σε ελάχιστα χρόνια, μήνες ή ακόμα και στην αθώωσή τους.
Με το δεδικασμένο να μη μοιάζει ευνοϊκό ξεκινά λοιπόν η δίκη του Μπάμπαλη, του Μάλλιου και των συναδέλφων τους (Λουκόπουλος, Κραββαρίτης, Σμαΐλης, Καραπαναγιώτης, Τσικριπής, Γκάνος, Παύλου, Κανούσης, Ζούζουλας, Γώγος, Κανέλος, Κωστάκης) για βασανισμούς πολιτικών κρατουμένων στο διάστημα Νοεμβρίου 1973-Ιουλίου 1974.
AP_670422037
Η δίκη της Χαλκίδας θα προκαλέσει για μια ακόμα φορά την οργή της κοινής γνώμης, όχι μόνο για την αθωωτική της ετυμηγορία (ή τις συμβολικές ποινές), αλλά και λόγω της εξωφρενικής συμπεριφοράς κατηγορουμένων και δικαστών. Μεταξύ άλλων, ακούγεται πως «οι αστυνομικοί Μάλλιος, Μπάμπαλης, Καραπαναγιώτης και Κραββαρίτης ήταν ικανότατοι και εκτελούσαν υποδειγματικά τα καθήκοντά τους»!
Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις, οι προκλητικοί κατηγορούμενοι παίρνουν τον ρόλο του ανακριτή, υποβάλλοντας αυτοί ερωτήσεις στους μάρτυρες, την ίδια ώρα που διατείνονται πως οι κακώσεις που έφεραν τα θύματά τους ήταν αποτέλεσμα αυτοτραυματισμού.
Δύο ακριβώς χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η εφημερίδα «Τα Νέα» κυκλοφορεί στις 17 Νοεμβρίου 1975 με τίτλο «Προκλητικοί οι βασανιστές στη Χαλκίδα»: «Οι κατηγορούμενοι είναι προκλητικοί. Γελάνε την ώρα που τα θύματά τους καταθέτουν για τα απάνθρωπα βασανιστήρια που υπέστησαν στην Ασφάλεια. Συνεχίζουν τον πόλεμο λάσπης κατά των μαρτύρων κατηγορίας, υποστηρίζοντας για μερικούς απ' αυτούς ότι συνεργάστηκαν με την Ασφάλεια».
AP_6704040481
Παρά το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι κραυγάζουν φλογερές εθνικιστικές κορώνες, όπως αυτό το περιβόητο «τα μπουντρούμια ήμουν εγώ» του Μπάμπαλη, το δημοκρατικό πανελλήνιο θα πέσει για δεύτερη φορά από τα σύννεφα όταν ακούσει την απόφαση του κακουργιοδικείου στις 30 Νοεμβρίου 1975: τέσσερις αθωώνονται, άλλοι τέσσερις παύουν να διώκονται για μη εμπρόθεσμη έγκληση (μεταξύ αυτών και ο Μπάμπαλης) και οι άλλοι τρώνε 4-5 μήνες με τριετή αναστολή. Όσο για τον Μάλλιο, του ρίχνουν 10 μήνες με δικαίωμα εξαγοράς!
Μπάμπαλης και Μάλλιος θα έρχονταν και για μια δεύτερη φορά αντιμέτωποι με τον νόμο, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών αυτή τη φορά, απ’ όπου θα βγουν ξανά αθώοι. Η κοινωνική οργή για την ατιμωρησία των βασανιστών εκφράζεται με μια σειρά συνθημάτων, όπως «Οι φασίστες στο Γουδί», «Δίκες λαϊκές για τους βασανιστές», «Φόλα στο σκύλο της ΕΣΑ», «Ο λαός δεν ξεχνά, τους φασίστες τους κρεμά» κ.λπ.
Όταν δολοφονείται ο Μάλλιος στις 14 Δεκεμβρίου 1976 από τη «17 Νοέμβρη», δεν είναι λίγοι αυτοί που επικροτούν την κίνηση της τρομοκρατικής οργάνωσης, πιστεύοντας πως λειτουργούν ως εντολοδόχοι του λαού…

Η δολοφονία

AP_09080603889
Τον Νοέμβριο του 1968, η Κίττυ Αρσένη καταθέτει στο Συμβούλιο της Ευρώπης για τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη σύλληψη και την κράτησή της από τη Χούντα, μια μαρτυρία που καταγράφηκε στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη λεγόμενη «Ελληνική Υπόθεση».
Στην κατάθεσή της, που συνέβαλε καθοριστικά στη διεύρυνση του κατηγορητηρίου κατά του δικτατορικού καθεστώτος, ώστε να συμπεριλαμβάνει πλέον και βασανιστήρια, θυμάται για το βράδυ που της χτύπησαν την πόρτα τρεις αστυνομικοί με πολιτικά, κάποιοι Μπάμπαλης, Μάλλιος και Λάμπρου:
«Ο Λάμπρου με ρώτησε μέσα στο αυτοκίνητο αν θα απαντούσα στις ερωτήσεις τους, αλλιώς θα με πήγαιναν στα νταμάρια. Πήγαμε εκεί. Είναι σε ένα λόφο κοντά στα Πατήσια. Μέσα στο αμάξι άρχισαν να με χτυπάνε, να μου τραβούν τα μαλλιά, να μου δίνουν γροθιές στο κεφάλι και να με βρίζουν με λόγια που προτιμώ να μην επαναλάβω.
Όταν φτάσαμε στα νταμάρια, το αυτοκίνητο σταμάτησε και προσπάθησαν να μου στρίψουν τους καρπούς και τα δάχτυλα, ενώ απειλούσαν ότι θα μου σπάσουν το χέρι. Άρχισα να ουρλιάζω κι έτσι το αυτοκίνητο πήγε λίγο ψηλότερα, σε μια τελείως έρημη περιοχή. Όταν φτάσαμε εκεί με ξάπλωσαν στο πίσω κάθισμα, άφησαν ανοιχτές τις πίσω πόρτες και είδα τον οδηγό να κρατάει κάτι σαν μαγκούρα ή κλομπ. Μου έβγαλαν τα παπούτσια και ο Μάλλιος κάθισε πάνω μου, προσπαθώντας να μου κλείσει το στόμα με το χέρι του. Πιστεύω πως ο οδηγός άρχισε να με χτυπάει στις πατούσες».
124_91710_1
Οι τίτλοι τέλους για τον Μπάμπαλη θα έπεφταν στις 31 Ιανουαρίου 1979, κατά τις 9:30 το βράδυ, όταν δολοφονήθηκε κοντά στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη. Δίπλα στο σώμα του βρέθηκε δακτυλογραφημένη η πεντασέλιδη προκήρυξη μιας νέας τρομοκρατικής οργάνωσης που υπέγραφε ως «Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας - Ομάδα: Ιούνης ’78».
Ο Μπάμπαλης μεταφέρθηκε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Σε δημοσίευμα του «Βήματος» το 2002, που παρέθετε τα νέα στοιχεία που είχε στα χέρια της η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία από φάκελο της Στάζι, 17 Νοέμβρη και ΕΛΑ φέρονται να είχαν συναποφασίσει την εκτέλεση του Μπάμπαλη ήδη από το 1973, η απόφαση υλοποιήθηκε ωστόσο αρκετά χρόνια αργότερα.
Ο σχεδιασμός της δολοφονίας του Μπάμπαλη άρχισε μάλιστα αμέσως μετά τη δολοφονία του Μάλλιου τον Δεκέμβριο του 1976, έναν μήνα μετά την απαλλακτική ουσιαστικά απόφαση του δικαστηρίου για τους δύο βασανιστές της Χούντας…

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More