Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

15 Δεκ 2018

Η πορεία προς τον πάτο ξεκίνησε

   Ο προεκλογικός κατήφορος ξεκίνησε κι επισήμως με τις ομιλίες του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη και του Κυριάκου Μητσοτάκη στο συνέδριο της ΝΔ.
   Όλα προϊδεάζουν ότι ο βούρκος στον οποίο θα επιχειρήσουν μέσω της πόλωσης να ρίξουν τον τόπο δεν θα έχει προηγούμενο.
   Οι εταίροι του νεοδικομματισμού, που χέρι – χέρι ψηφίζουν μνημόνια, που χέρι – χέρι υπηρετούν εφοπλιστές, βιομηχάνους, τραπεζίτες, τρόικα, ΝΑΤΟ και Αμερικάνους, συναγωνίζονται σε ψεύτικα λόγια και σε προσβολές κατά της νοημοσύνης του λαού.
   Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ ποντάρει στην ακροδεξιά της Νέας Δημοκρατίας για να παραστήσει τη δήθεν «Αριστερά».
   Η δε ΝΔ ποντάρει στην κακοποίηση της έννοιας «Αριστερά» από τον ΣΥΡΙΖΑ για να παραστήσει τη δύναμη της «εθνικής ευθύνης».
  Η «δικαίωση» και των δύο περνάει μέσα από την σύγκριση του κακού με τον χειρότερο για να υποδυθούν και οι δύο τον «καλύτερο».
  Η αντίστροφη πορεία προς τις εκλογές ξεκίνησε χωρίς να αφήνει καμία αμφιβολία:
  Από τη μια η νεοσοσιαλδημοκρατία των μνημονίων, του ΝΑΤΟ, της διαχείρισης ενός συστήματος που γεννά και θρέφει τον φασισμό, που βαφτίζει δια των Πρεσπών «ανεξάρτητη διπλωματία»  τον αμερικανόφρονα «ρεαλισμό». Πρόκειται για μια αισχρή επανέκδοση του ΠΑΣΟΚ που φτάνει στο σημείο την ώρα που έχει ξεπουλήσει τα πάντα να πιάνει στο στόμα της το ΕΑΜ, τον Ρίτσο, τον Λαμπράκη, το Πολυτεχνείο…
  Από την άλλη η νεοδεξιά των ίδιων μνημονίων, του ίδιου ΝΑΤΟ, της ίδιας αμερικανοφροσύνης και της διαχείρισης του ίδιου συστήματος που γεννά και θρέφει τον φασισμό, που βαφτίζει δια των Πρεσπών «πατριωτισμό» την πατριδοκαπηλία. Πρόκειται για τον φορέα που στο εσωτερικό του βασιλεύουν οι εκπρόσωποι της εθνικοφροσύνης – σήμα κατατεθέν της αυθεντικής παράδοσης ενός κόμματος που θέλει να παριστάνει την κεντροδεξιά και την παράταξη …της δημοκρατίας. 
  Απέναντι στα λόγια, στο θράσος, στο ψέμα και στην τεχνητή πόλωση μεταξύ των δύο «σωτήρων», ο ελληνικός λαός μπορεί και πρέπει να αντιτάξει εκείνη τη στάση που απορρέει από την οδυνηρή εμπειρία του για τα πεπραγμένα τους.

Γαλλία: Από το κράτος πρόνοιας στο κράτος μάνατζερ

By , and
[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Δεκέμβριος 2009]
Με την εισβολή των μεθόδων του μάνατζμεντ στις δημόσιες υπηρεσίες, το κράτος πρόνοιας υπονομεύεται και δυσκολεύεται να υπερασπιστεί το συλλογικό συμφέρον.
«Ζούμε σε μια παράξενη εποχή… Έχεις την εντύπωση ότι κάτι σαν κύμα μάς παρασύρει και μας τσακίζει». Με αυτά τα λόγια, ο πολιτειολόγος Μπερνάρ Λακρουά συνοψίζει την απόγνωση που έχει καταλάβει συνδικαλιστές, διανοούμενους, εκπροσώπους του λαού και πολίτες μπροστά στις αναδιαρθρώσεις του κράτους (1).
Οι μεταρρυθμίσεις διαδέχονται η μία την άλλη, δίχως συνοχή. Ο τεχνικός χαρακτήρας τους τις καθιστά αδιαφανείς. Οι επιπτώσεις τους γίνονται αισθητές μόνον εκ των υστέρων, όταν εξειδικεύονται και περνούν στο στάδιο της πρακτικής εφαρμογής. Κι όμως, πίσω από το θολό αυτό τοπίο, έχει ξεκινήσει μια άνευ προηγουμένου κινητοποίηση για τη δημιουργία ενός κράτους με μειωμένο μέγεθος μεν, αλλά με ενισχυμένες τις δομές της διοίκησής του.

Μέγκενη στο Δημόσιο

Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η συρρίκνωση του κράτους εκφράζεται με ιδιαίτερα ριζοσπαστικό τρόπο, με τη Γενική Μεταρρύθμιση των Δημόσιων Πολιτικών (RGPP), η οποία δρομολογήθηκε από τον Νικολά Σαρκοζί στις 20 Ιουνίου 2007 ενώπιον του υπουργικού συμβουλίου. Επιταχύνει (και συντονίζει) τα προγενέστερα εγχειρήματα, συνθλίβοντας τις δραστηριότητες του Δημοσίου στη μέγκενη δημοσιονομικών περιορισμών που έχουν οριστεί εκ των προτέρων.
Έξι μήνες αργότερα, 96 μέτρα προβλέπουν συγχωνεύσεις και αναδιαρθρώσεις κρατικών υπηρεσιών, καθώς και την κατάργηση άλλων. Ήδη από τον Οκτώβριο του 2007, στελέχη του υπουργείου Δικαιοσύνης, αγνοώντας την κριτική που τους ασκούν, «εκσυγχρονίζουν» με καταιγιστικό ρυθμό τον δικαστικό χάρτη της χώρας. Σύμφωνα με το σχέδιό τους, έως την 1η Ιανουαρίου του 2011 θα έχουν καταργηθεί, στο όνομα της «αποτελεσματικότητας», 178 πρωτοδικεία και 28 εφετεία.
Στο μεταξύ, το υπουργείο Παιδείας κλείνει τα γυμνάσια που έχουν λιγότερους από 200 μαθητές, επειδή θεωρεί ότι κοστίζουν υπερβολικά ακριβά. Υλοποιεί την επιθυμία του (σοσιαλιστή) πρώην υπουργού Παιδείας Κλοντ Αλέγκρ (2) για «κούρα δίαιτας στο μαμούθ της εκπαίδευσης» και καταργεί περισσότερες από 15.000 θέσεις εκπαιδευτικών κάθε χρόνο (3).
Εξάλλου, κανένα υπουργείο δεν τολμάει να μείνει έξω από το χορό των μεταρρυθμίσεων. Αντίθετα, όλα προσπαθούν να γίνουν πρωτοπόρα στη μείωση θέσεων εργασίας, καθώς είναι η νέα μεγάλη προτεραιότητα του κράτους, το οποίο, όπως δήλωσε ο Γάλλος πρωθυπουργός Φρανσουά Φιγιόν, τον Σεπτέμβριο του 2007, έχει χρεοκοπήσει.
Στο υπουργείο Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης, οι νομαρχίες πέφτουν και αυτές θύματα της «δίαιτας». Οι διαγωνισμοί για την πρόσληψη αστυνομικών που είχαν προβλεφθεί για τον Σεπτέμβριο του 2009 ακυρώθηκαν, ενώ μέχρι το 2012 θα έχουν καταργηθεί 8.000 θέσεις (4).
Το υπουργείο Άμυνας είχε ήδη προπορευθεί στην εφαρμογή αυτής της πολιτικής: κλείσιμο στρατοπέδων και κατάργηση 45.000 θέσεων εργασίας μέχρι το 2014. Το υπουργείο Υγείας κλείνει τις μαιευτικές κλινικές των δημόσιων νοσοκομείων που πραγματοποιούν λιγότερους από τριακόσιους τοκετούς ετησίως, θεωρώντας ότι κοστίζουν υπερβολικά ακριβά. Το ίδιο ισχύει και για τις χειρουργικές κλινικές, οι οποίες πλέον οφείλουν να πραγματοποιούν περισσότερες από 1.500 ιατρικές πράξεις ετησίως.
Στο υπουργείο Εξωτερικών καταργούνται δεκάδες προξενεία, ενώ στο υπουργείο Πολιτισμού αναδιοργανώνονται τα Εθνικά Αρχεία. Το δε υπουργείο Οικονομικών «εξορθολογίζει» τις υπηρεσίες του σε όλα τα επίπεδα.
Η συρρίκνωση του κράτους συνοδεύεται από μεταβίβαση δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό. Πρόκειται για πραγματικό κατακερματισμό των δημόσιων επιχειρήσεων και την πώληση των τμημάτων τους. Οι ιδιωτικοποιήσεις πραγματοποιούνται σταδιακά ή με την παράκαμψη των αντιδράσεων που παρουσιάζονται, χωρίς να κατονομάζονται ως τέτοιες. Ικανοποιούν τις προσδοκίες των υποψήφιων αγοραστών για κερδοφορία, αλλά λαμβάνουν υπόψη και την ιστορία και τους αγώνες των εργαζομένων κάθε κλάδου, καθώς και το ιδιαίτερο καθεστώς που οι ίδιοι έχουν σε κάθε επιχείρηση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο διαφορετικός χρόνος που επελέγη για τις μεταρρυθμίσεις στη France Telecom και στο Ταχυδρομείο. Παρόμοιοι είναι και οι μηχανισμοί που θα καθορίσουν την πορεία που θα ακολουθήσουν η Gaz de France (GDF), η Electricité de France (EDF), αλλά και η Εθνική Εταιρεία των Γαλλικών Σιδηροδρόμων (SNCF).
Η απόσυρση του κράτους αρχίζει κάθε φορά με τον διαχωρισμό των δραστηριοτήτων των δημόσιων επιχειρήσεων. Έτσι, το 1990, ο διαχωρισμός του Ταχυδρομείου από τις Τηλεπικοινωνίες, που συναποτελούσαν τον ενιαίο οργανισμό ΡΤΤ, οριοθετεί τους τομείς δραστηριότητας που πρέπει «να ανοίξουν στον ανταγωνισμό».
Πράγματι, οι τηλεπικοινωνίες εμφανίζονταν ήδη ως ένας κλάδος που μπορούσε να εξασφαλίσει υψηλή κερδοφορία, αντίθετα από εκείνον των ταχυδρομείων, τα οποία απαιτούν πολυάριθμο εργατικό δυναμικό (5) – άλλωστε, οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι φημίζονται για τη συνδικαλιστική μαχητικότητά τους.
Διαδήλωση στη Γαλλία για την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών (φωτ.: Jeanne Menjoulet / flickr).

Η πρώτη κίνηση

Η μεταφορά στον ιδιωτικό τομέα σπάνια πραγματοποιείται απότομα: αντίθετα, επιχειρείται σταδιακά. Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα της ακολουθούμενης τακτικής, καθώς κάθε στάδιό της βιώνεται ως η λογική συνέχεια του προηγούμενου βήματος. Έτσι, το πρώτο άνοιγμα του κεφαλαίου της France Telecom στο ιδιωτικό κεφάλαιο πραγματοποιήθηκε το 1997 και το δεύτερο το 2000.
Παρά την επένδυση 78 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη διάσωση της ζημιογόνου, πλέον, εταιρείας -οι ζημίες της οφείλονταν στο σκάσιμο της κερδοσκοπικής φούσκας του Ίντερνετ και της κινητής τηλεφωνίας- το μερίδιο του κράτους στην εταιρεία μειώθηκε σε λιγότερο από μισό το 2004 και σε λιγότερο από το ένα τρίτο το 2005, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να χάσει το δικαίωμα βέτο.
Το 1994, χάρη στη μαζική απεργία του προσωπικού διατηρήθηκε το καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου για τους εργαζόμενους. Βέβαια, αυτό δεν εμπόδισε τη σταδιακή αλλά συνεχή αλλαγή του τρόπου λειτουργίας και οργάνωσης της εταιρείας, η οποία από δημόσια επιχείρηση μετατράπηκε σε αμιγώς ιδιωτική: υποχρεωτικές μετακινήσεις προσωπικού, μάνατζμεντ προσηλωμένο στην επίτευξη στόχων και στην άσκηση πιέσεων στο προσωπικό, συνεχείς αναδιαρθρώσεις υπηρεσιών, μείωση του ανθρώπινου δυναμικού (μεταξύ 2005 και 2008 καταργήθηκαν 22.000 θέσεις εργασίας), εντατικοποίηση της εργασίας (6)… Οι τεχνικοί των ηλεκτρονικών υπηρεσιών οφείλουν να αναβαπτιστούν σε πωλητές.
Η επιχείρηση που είχε ως αποστολή τον εξοπλισμό της χώρας με σύγχρονα δίκτυα τηλεπικοινωνιών και τη συμβολή στη χωροταξική ανάπτυξη, ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπη με τον ανταγωνισμό των Bouygues, SFR, Cegetel και Free, κι έτσι άρχισε να λειτουργεί με μοναδικό κριτήριο την κερδοφορία και την οικονομική απόδοση των επενδύσεων.
Στην περίπτωση του Ταχυδρομείου (La Poste) ή του οργανισμού σιδηροδρόμων SNCF, ο κατατεμαχισμός παίρνει διαφορετική μορφή. Η μεταφορά δραστηριοτήτων προς τον ιδιωτικό τομέα είναι πιο αργή κι ανεπαίσθητη. Πραγματοποιείται με τη δημιουργία θυγατρικών και με την ανάθεση ορισμένων υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα, ανάλογα με τη φύση των δραστηριοτήτων.
Η Ελέν Αντάμ, του συνδικάτου SUD-ΡΤΤ, μας αποκαλύπτει τους μηχανισμούς που χρησιμοποιήθηκαν στην περίπτωση του Ταχυδρομείου: «Το άνοιγμα στον ανταγωνισμό πραγματοποιείται κατ’ αρχάς σε συνάρτηση με το βάρος των αντικειμένων που διανέμονται. Ο τομέας των δεμάτων είναι ο πρώτος που ανοίγει στον ανταγωνισμό. Καθώς οι εταιρείες FedEx και DHL διεισδύουν στην εγχώρια αγορά και επιβάλλουν σε αυτή τις δικές τους, καθαρά εμπορικές πρακτικές, η εγγύηση και η ταχύτητα μετατρέπονται σε πλεονεκτήματα που πληρώνονται τοις μετρητοίς. Έτσι το Ταχυδρομείο δημιουργεί τη θυγατρική Geopost για να ευθυγραμμιστεί και να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια διοίκησης με αυτές, με αποκλειστικό σκοπό την κερδοφορία”.
Η νομική μορφή που επιλέγεται είναι εκείνη της εταιρείας συμμετοχών (holding), η οποία διευθύνεται από έναν από τους διευθυντές του Ταχυδρομείου [τον διευθυντή του κλάδου δεμάτων και εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics)]. Στην εταιρεία συμμετοχών περιλαμβάνονται αρκετές θυγατρικές, ανάμεσα στις οποίες και η επιχείρηση ταχυμεταφορών Chronopost. Στις θυγατρικές του ομίλου Geopost πλέον εργάζονται 19.000 υπάλληλοι, ενώ στη μητρική εταιρεία απέμειναν 7.000, οι οποίοι εργάζονται στον κλάδο της διανομής αλληλογραφίας.

«ΟΑΕΔ» σε ιδιώτες

Ο δεύτερος “οικονομικά αποδοτικός” τομέας, η παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, έχει ήδη ανατεθεί σε θυγατρική εταιρεία, με τη δημιουργία άλλης μιας εταιρείας συμμετοχών, της Banque Postale (Ταχυδρομική Τράπεζα), η οποία ευθυγραμμίζεται με τις πρακτικές του υπόλοιπου τραπεζικού τομέα ».
Στον Pôle emploi (Πόλος Απασχόλησης, αντίστοιχος του ελληνικού ΟΑΕΔ), ακολουθήθηκε παρόμοια μεθοδολογία. Δεδομένου ότι δεν έχουν γίνει προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων, η προβλεπόμενη εξατομικευμένη παρακολούθηση των φακέλων των 320.000 ατόμων που αναζητούν εργασία ανατέθηκε σε ιδιωτικά γραφεία εύρεσης και πρόσληψης προσωπικού (Sodie) και σε πρακτορεία εύρεσης προσωρινά απασχολούμενου προσωπικού (Manpower).
Επίσης, οι ιδιωτικοποιήσεις πραγματοποιούνται «διακριτικά», με την υιοθέτηση ενός οργανωτικού μοντέλου στο οποίο συνυπάρχουν εργαζόμενοι με διαφορετικό εργασιακό καθεστώς (δημόσιοι υπάλληλοι και συμβασιούχοι ιδιωτικού δικαίου).
Όπως υποστηρίζει η Ελέν Αντάμ, «το προσωπικό του Ταχυδρομείου εργάζεται με ολοένα περισσότερο επισφαλείς συνθήκες εργασίας, καθώς είναι διαιρεμένο σε δημόσιους υπάλληλους και σε μισθωτούς με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου των διάφορων θυγατρικών, ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν στεγανά λόγω της ύπαρξης της εταιρειών συμμετοχών“.
Η πρόσληψη εργαζομένων με το καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου έχει σταματήσει από το 2002. Όχι όμως και η πρόσληψη μισθωτών με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου (αορίστου ή ορισμένου χρόνου). Μάλιστα, οι συσχετισμοί αλλάζουν, καθώς, με την πάροδο του χρόνου, οι δημόσιοι υπάλληλοι συνταξιοδοτούνται. Το 2003, το ταχυδρομείο απασχολούσε 315.364 εργαζόμενους (200.852 δημόσιους υπαλλήλους και 114.512 υπαλλήλους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου). Το 2008, από τους 295.742 εργαζόμενους, οι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν περιοριστεί στους 152.287, ενώ οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου είχαν αυξηθεί στους 143.455. Φέτος, ο αριθμός των εργαζομένων σε αυτές τις δύο κατηγορίες θα κυμανθεί στο ίδιο επίπεδο».

Η σειρά της αυτοδιοίκησης

Η ιδιωτικοποίηση του Ταχυδρομείου έχει ήδη αρχίσει. Μάλιστα, έχει προηγηθεί κατά πολύ του νόμου με τον οποίο θα ανοίξει το κεφάλαιο της επιχείρησης στους ιδιώτες. Επιπλέον, με τις διαδοχικές διευρύνσεις του μεριδίου των ιδιωτών, η επιχείρηση θα καταλήξει να μετατραπεί και επίσημα σε ανώνυμη εταιρεία.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στη Γαλλία, η αποκέντρωση του 1982 και η Δεύτερη Φάση της (Acte ΙΙ) που δρομολογήθηκε από τον (συντηρητικό) πρωθυπουργό Ζαν Πιερ Ραφαρέν -ο οποίος τη χαρακτήριζε «μητέρα όλων των μεταρρυθμίσεων»- έδωσαν στους άρχοντες της αυτοδιοίκησης νέες αρμοδιότητες.
Πλέον, οι τομείς της επαγγελματικής κατάρτισης, των μεταφορών, της διαχείρισης των κτιρίων και του εργατοτεχνικού προσωπικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως επίσης και η κοινωνική πρόνοια, ανήκουν στις νομαρχίες και στις περιφέρειες. Ωστόσο, πολύ συχνά, οι πόροι που τους μεταβιβάζει το κράτος δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων που συνεπάγονται όλες αυτές οι αποστολές.
Όπως επισημαίνει ο Ζιλ Γκαρνιέ, πρόεδρος της κομμουνιστικής ομάδας στο νομαρχιακό συμβούλιο του Σεν-Σεν Ντενί, «θεωρήθηκε ότι, για ορισμένα δικαιώματα όπως το RMI (ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που χορηγείται σε όλους τους άπορους άνω των 25 ετών), οι λογαριασμοί παγώνουν την ημέρα που πραγματοποιείται η μεταβίβαση της αρμοδιότητας. Την 1η Ιανουαρίου του 2004, όλοι οι δικαιούχοι όφειλαν να πληρώνονται από την τοπική αυτοδιοίκηση, στην οποία και μεταβιβάστηκαν οι σχετικοί πόροι. Ωστόσο, από εκείνη την ημερομηνία και μετά, η καταβολή του RMI σε κάθε νέο δικαιούχο που προστίθεται στον κατάλογο των απόρων βαρύνει τη νομαρχία, η οποία και οφείλει να βρει τους αντίστοιχους πόρους».
Η «Πράσινη» αναπληρώτρια περιφερειάρχης της Ιλ ντε Φρανς (του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος του Παρισιού, με 11 εκατομμύρια κατοίκους) παρατηρεί ότι το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την κατάρτιση των εργαζομένων στις κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες. «Από τα 160 εκατομμύρια του προϋπολογισμού, τα 10 δεν καλύφθηκαν. Και να σκεφθεί κανείς ότι προηγήθηκαν τρία χρόνια σκληρών διαπραγματεύσεων, αναπροσαρμογής των οφειλόμενων από το κράτος ποσών, αλλά και τέσσερις προσφυγές. Εκ των πραγμάτων, το μόνο που έχουμε εξασφαλίσει είναι η διατήρηση της υπάρχουσας χρηματοδότησης», εξηγεί.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η ίδια συμπεραίνει ότι το κίνητρο αυτής της μεταρρύθμισης «δεν ήταν να γίνουν οι θεσμοί πιο καινοτόμοι ή να βρίσκονται πιο κοντά στους πολίτες και στους δικαιούχους των παροχών οι μηχανισμοί που διεκπεραιώνουν αυτές τις υποθέσεις. Το ζητούμενο ήταν να μειωθεί η οικονομική συμμετοχή του κράτους».

Άνοδος του αυταρχισμού

Η πολύμορφη συρρίκνωση του μεγέθους του κράτους συνοδεύεται από μια λιγότερο ορατή τάση αυταρχισμού στη λειτουργία της κρατικής μηχανής: την ενίσχυση των ιεραρχιών και του ελέγχου πάνω στους δημόσιους υπάλληλους. Βέβαια, η πολιτική επιβολή νέων προτεραιοτήτων στους θεσμούς δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.
Αν και κυβερνήσεις διορίζουν πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης τους επικεφαλής των υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης, οι επιλογές τους δεν αποτελούν εγγύηση για την αποτελεσματικότητα των μέτρων που θα ληφθούν, καθώς οι δημόσιοι υπάλληλοι που θα κληθούν να τα εφαρμόσουν, τα ερμηνεύουν, τα τροποποιούν και τα προσαρμόζουν στην επαγγελματική ρουτίνα της κάθε υπηρεσίας (7).
Μάλιστα, οι ελίτ ορισμένων κλάδων αντιστέκονται. Έτσι, οι γιατροί, οι πανεπιστημιακοί, οι δικαστικοί ή οι μηχανικοί προβάλλουν το επιχείρημα ότι ίσως γνωρίζουν καλύτερα από τον υπουργό τις προτεραιότητες του κλάδου τους. Το ίδιο ισχύει και για τους γενικούς επιθεωρητές της δημόσιας διοίκησης. Προέρχονται μεν από τομείς του κρατικού μηχανισμού που βρίσκονται στη δίνη του κυκλώνα, η αποστολή τους συνίσταται στο να συνηγορούν υπέρ των μεταρρυθμίσεων, ωστόσο προτείνουν συμβιβαστικές λύσεις και διαμεσολαβήσεις που ακυρώνουν εν μέρει τον ριζικό χαρακτήρα των αρχικών σχεδιασμών.
Για τους πολιτικούς υπεύθυνους που εμπνεύστηκαν αυτά τα σχέδια, η κατάσταση θεωρείται απαράδεκτη. Το ίδιο ισχύει και για τα υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, τα οποία, κάμποσα χρόνια τώρα, επιχειρούν να επιβάλλουν στα «σπάταλα» υπουργεία έναν νέο ορισμό του «δημόσιου συμφέροντος», την αυστηρή επίτευξη των δημοσιονομικών ισορροπιών, περιφρονώντας τις διεκδικήσεις τους (8).
Μέχρι σήμερα, ο ζήλος τους εξισορροπούνταν, σε κάποιον βαθμό, από τους κανονισμούς λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών, οι οποίες διατηρούσαν κάποια περιθώρια αυτονομίας. Υποδέχτηκαν λοιπόν με ενθουσιασμό τα πολιτικά προγράμματα που προέβλεπαν την επιβολή απόλυτου ελέγχου και τον διορισμό «μάνατζερ» με ευρύτατες εξουσίες.
Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση των νοσοκομείων. Επικεφαλής των νεοσύστατων Περιφερειακών Οργανισμών Υγείας (ARS) τίθεται ένας πραγματικός «υγειονομικός περιφερειάρχης», ο οποίος διορίζεται από το υπουργικό συμβούλιο και είναι υπεύθυνος για ολόκληρη την αλυσίδα της περίθαλψης στο επίπεδο της περιφέρειας. Μάλιστα, σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή του νόμου «Νοσοκομείο, ασθενείς, υγεία και περιφέρειες», που ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2009, μπορούσε ακόμα και να διορίζει τους διευθυντές των νοσοκομείων και να τους παύει ανά πάσα στιγμή.

Το «μοναδικό» αφεντικό

Οι τελευταίοι κινητοποιήθηκαν και πέτυχαν τροποποίηση ως προς αυτό – και ταυτόχρονα την ενίσχυση της δικής τους εξουσίας μέσα σε κάθε νοσηλευτικό ίδρυμα… Πράγματι, ο νόμος διευρύνει τις εξουσίες τους στα ζητήματα του καθορισμού των στόχων και της διοίκησης του προσωπικού. Οι επιθυμίες τους συνέπιπταν με εκείνες του Νικολά Σαρκοζί «να υπάρχει ένα μονάχα αφεντικό σε κάθε νοσοκομείο».
Βέβαια, η εξέλιξη δεν διευκολύνει τον διάλογο. Όπως αναφέρει ο καθηγητής Αντρέ Γκριμαλντί, διευθυντής της διαβητολογικής υπηρεσίας, «προηγουμένως, επικρατούσε μια λογική συνδιαχείρισης. Ο διευθυντής όφειλε να εξασφαλίσει τη συμφωνία των γιατρών στις αποφάσεις που λάμβανε. Πλέον, όμως, οι γιατροί δεν έχουν λόγο».
Στην ανώτατη εκπαίδευση, η κατάσταση παρουσιάζει εκπληκτικές ομοιότητες. Ο «νόμος για τις ελευθερίες και τις ευθύνες των πανεπιστημίων» (LRU), ο οποίος θεσπίζει την «αυτονομία» των ιδρυμάτων, αποσκοπεί στην εξασθένιση κάθε συλλογικής μορφής εξουσίας. Κι όπως εξηγεί ο κοινωνιολόγος Φρεντερίκ Νεϊρά, «με τις μεταρρυθμίσεις του 2003 και του 2007 έχουμε περάσει σε ένα στάδιο αυταρχικής διοίκησης με κριτήρια μάνατζμεντ».
Ο νόμος δίνει στους προέδρους των πανεπιστημίων -των οποίων η πλειονότητα συμφωνεί με τις διατάξεις του- σημαντικές εξουσίες απέναντι στους πανεπιστημιακούς. Για παράδειγμα, μπορούν να προσλαμβάνουν προσωπικό με το εργασιακό καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου είτε του συμβασιούχου, και να ακυρώνουν τις αποφάσεις συλλογικών οργάνων όπως οι επιτροπές και τα συμβούλια του πανεπιστημίου.
Η ίδια δυναμική εφαρμόζεται και στον κλάδο της Δικαιοσύνης. Στην Εισαγγελία κατ’ αρχάς, όπου, με τον νόμο της 9ης Μαρτίου 2009, οι εισαγγελείς τίθενται υπό την ιεραρχική εξουσία του υπουργού, με αποτέλεσμα να αποκτά ο υπουργός τη δυνατότητα να παρεμβαίνει και να καθοδηγεί τη διαδικασία σε κάθε υπόθεση. Στη συνέχεια, όσον αφορά τους δικαστές, επιδιώκεται ο περιορισμός της ανεξαρτησίας τους μέσα από την «κινητικότητα». Εάν δεν είναι δυνατόν να μετατεθούν σε άλλη περιφέρεια, μπορούν να μετατεθούν σε άλλες θέσεις, ανάλογα με τις οργανωτικές ανάγκες του δικαστηρίου.
Όπως υπενθυμίζει ο δικαστικός Ζιλ Σενατί, «σε έναν δικαστή που χειρίζεται ζητήματα αποφυλάκισης και κράτησης και ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί “υπερβολικά επιεικής”, όσον αφορά τις ποσοστώσεις απέλασης αλλοδαπών που έχει καθορίσει για τον νομό ο νομάρχης (9), μπορεί με μεγάλη ευκολία να του ανατεθούν οι οικογενειακές διαφορές και οι κηδεμονίες…».
Όμως το αποκορύφωμα αυτής της τάσης συνίσταται στο γεγονός ότι, από το 2009, οι δικαστικοί αποτελούν μειοψηφία στο Ανώτατο Συμβούλιο του Δικαστικού Σώματος (CSM), το οποίο είναι αρμόδιο για τις τοποθετήσεις τους και τα πειθαρχικά ζητήματα του κλάδου. Πλειοψηφούν πλέον προσωπικότητες εκτός δικαστικού σώματος που διορίζονται από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και από τους προέδρους της Βουλής και της Γερουσίας.
Η ενίσχυση του ελέγχου περνάει επίσης από το σφίξιμο των λουριών σε τομείς που απολάμβαναν μια σχετική αυτονομία. Ο Νοέλ Ντοσέ, ο γενικός γραμματέας του Εθνικού Ενωτικού Συνδικάτου του «Πόλου της Απασχόλησης» σήμερα, ήταν εκείνος που έκανε πρώτος λόγο για συγχώνευση του Εθνικού Οργανισμού για την Απασχόληση (ΑΝΡΕ) και των Οργανώσεων για την Απασχόληση στη Βιομηχανία και το Εμπόριο (Assedic – οι οποίες, μεταξύ άλλων, χορηγούν επικουρικό επίδομα ανεργίας επιπλέον εκείνου του ΑΝΡΕ).
Έτσι, τον Ιανουάριο του 2009, δημιουργήθηκε ο νέος οργανισμός «Πόλος της Απασχόλησης». Ενώ ο ΑΝΡΕ ήταν δημόσιος φορέας, το Unedic (ο συλλογικός φορέας των Assedic) ήταν οργανισμός ιδιωτικού δικαίου, η διοίκηση του οποίου ασκούνταν ισότιμα από τις εργοδοτικές και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Σε τοπικό επίπεδο, η συγχώνευση αυτών των δύο δομών ενίσχυσε σημαντικά τις αρμοδιότητες του κρατικού μηχανισμού.

Μάνατζερ του Δημοσίου

Το διοικητικό συμβούλιο του «Πόλου Απασχόλησης» αποτελείται από πέντε εκπροσώπους του κράτους, δύο προσωπικότητες που διορίζονται από τον υπουργό, πέντε εκπροσώπους των εργοδοτών και πέντε των εργαζομένων (10).
Όσον αφορά τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, διορίζεται απευθείας από την κυβέρνηση, καθώς η γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου έχει μονάχα συμβουλευτικό χαρακτήρα. Σήμερα, ο πρόεδρος είναι ο Κριστιάν Σαρπί, στέλεχος του πρωθυπουργικού γραφείου την περίοδο 2003-2005 και στη συνέχεια διευθυντής του ΑΝΡΕ.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί και το ζήτημα της διαχείρισης του κονδυλίου που προκύπτει από την παρακράτηση από τις Assedic του 1% του μισθού και το οποίο διατίθεται για τη στέγαση των εργαζομένων: αν και στο παρελθόν ασκήθηκε κριτική για την αδιαφανή διαχείρισή του, σήμερα ξεφεύγει εντελώς από τη διαχείριση των κοινωνικών εταίρων και περνάει στην αρμοδιότητα της δημόσιας διοίκησης.
Φυσικά, δεν λείπουν οι υποψήφιοι για τις νέες θέσεις μάνατζερ που ανοίγουν στον δημόσιο τομέα. Για την πρόσβαση σε αυτές καθοριστικό ρόλο παίζουν οι σχέσεις με τον αρχηγό του κράτους ή τους συμβούλους του, οι οποίοι έχουν έτσι τη δυνατότητα να συγκροτήσουν μια πελατεία ατόμων που τους είναι απόλυτα υποχρεωμένοι. Οι διορισμοί δεν έχουν μόνο συμβολικό χαρακτήρα: τα μπόνους και η αμοιβή ανάλογα με την επίτευξη των «στόχων» συμπληρώνουν -ή αντικαθιστούν- το μισθολόγιο που προβλέπεται για τα στελέχη της δημόσιας διοίκησης.
Με τις διάφορες μορφές της και τις χρονικές στιγμές που επιλέγονται για την υλοποίησή της, η διπλή τάση για μεταρρύθμιση του κράτους (από τη μια πλευρά συρρίκνωση, ιδιωτικοποίηση και μεταφορά αρμοδιοτήτων, κι από την άλλη κρατικοποίηση και ενίσχυση του ελέγχου) επηρεάζει με διάφορους τρόπους το σύνολο των δημόσιων υπηρεσιών. Κι όλα αυτά πραγματοποιούνται στο όνομα των «επιδόσεων», οι οποίες έχουν αναχθεί σε πραγματικό φετίχ της δράσης του κράτους.
Η επιθυμία για έλεγχο των δημόσιων υπηρεσιών δεν είναι καινούργια. Εδώ και πολύ καιρό αποτελεί στόχο του Κοινοβουλίου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των επιθεωρητών του υπουργείου Οικονομικών. Όμως μόνο πρόσφατα οι «δείκτες επιδόσεων» μετατράπηκαν σε αποκλειστικό κριτήριο. Από αυτή την άποψη, ο οργανικός νόμος για τον προϋπολογισμό (LOLF), ο οποίος ψηφίστηκε το 2001, σηματοδοτεί όσο τίποτε άλλο τον θρίαμβο των αντιλήψεων των υψηλόβαθμων στελεχών του υπουργείου Οικονομικών, που είναι ένθερμοι οπαδοί της εισαγωγής των μάνατζερ και των ιδεών του μάνατζμεντ στον δημόσιο τομέα (11).
Ο LOLF επιβάλλει στις δημόσιες υπηρεσίες μια διοίκηση και μια στρατηγική που στηρίζονται στην επίτευξη στόχων και στην υιοθέτηση δεικτών, οι οποίοι πρέπει να ενημερώνονται συνεχώς. Σε κάθε κλάδο, οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να παρουσιάσουν ένα Ετήσιο Σχέδιο Επιδόσεων (ΡΑΡ), για την επίτευξη των οποίων είναι υπεύθυνοι (12).

Οι ασθενείς ως προϊόν

Στην πράξη, κάθε δραστηριότητα περιορίζεται στη λογιστική της οπτική και λογική, η οποία θυμίζει τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων. Κι όπως συνοψίζει ο καθηγητής Γκριμάλντι για την περίπτωση του νοσοκομείου, «δημιούργησαν τεχνητά την ιδέα ότι υπάρχουν ασθενείς συμφέροντες από οικονομική άποψη και ασθενείς μη συμφέροντες. Και τι συμφέρει από οικονομική άποψη; Οτιδήποτε μπορεί εύκολα να ποσοτικοποιηθεί, δηλαδή οι καθαρά τεχνικές ιατρικές διαδικασίες μέσης σοβαρότητας, οι οποίες μπορούν να προγραμματιστούν εύκολα, σε άτομα που δεν παρουσιάζουν ψυχολογικά ή κοινωνικά προβλήματα. Για παράδειγμα, μπορεί εύκολα να προγραμματιστεί πλήθος επεμβάσεων καταρράκτη μέσα σε μία ημέρα. Και τι δεν είναι συμφέρον από οικονομική άποψη; Ό,τι θεωρείται πολύπλοκο: οι χρόνιες παθήσεις, οι ηλικιωμένοι ασθενείς, οι ψυχικά και κοινωνικά πάσχοντες. (…) Ξέχασαν, απλούστατα, ότι το νοσοκομείο οφείλει να περιθάλπει φτωχούς ασθενείς και σοβαρά περιστατικά…».
Βεβαίως, είναι γνωστό ότι το προσωπικό βρίσκει τρόπους για να παρακάμψει ή να φέρει στα μέτρα του το διαχειριστικό αυτό ιδανικό. Έτσι, πέρα από το γεγονός ότι τα στελέχη των δημόσιων υπηρεσιών δαπανούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους και της ενεργητικότητάς τους για να τροφοδοτούν με στοιχεία τους δείκτες, επινοούν επίσης και τρόπους για να τους «διαχειρίζονται».
Όπως εξηγούσε ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της Αστυνομίας στο 32ο συνέδριο του συνδικάτου των αστυνομικών διευθυντών και των υψηλόβαθμων στελεχών της Αστυνομίας (SCHFPN), που πραγματοποιήθηκε στο Μονλισόν το 2003, «υπάρχει προφανώς ο κίνδυνος να παρουσιάζουν οι υπεύθυνοι την εικόνα που τους εξυπηρετεί. Φυσικά, δεν θα νοθεύσουν τους αριθμούς, αλλά θα καταφύγουν σε πονηρά τεχνάσματα».
Έτσι, για να επιτευχθούν οι δύο κυριότεροι στόχοι του Ετήσιου Σχεδίου Επιδόσεων για την Αστυνομία -μείωση των δεικτών της καταγραφόμενης εγκληματικότητας και αύξηση του ποσοστού της διαλεύκανσης των υποθέσεων- η φαντασία των αστυνομικών είναι αστείρευτη. Αρνούνται να καταγράψουν υποβολές μηνύσεων, παραπέμπουν τον μηνυτή σε άλλο αστυνομικό τμήμα το οποίο υποτίθεται ότι είναι αρμόδιο, συνενώνουν περισσότερες υποθέσεις σε μία, αλλάζουν τον ποινικό χαρακτήρα της καταγγελλόμενης πράξης, επικεντρώνουν τη δράση των υπηρεσιών της αστυνομίας στις παράνομες πράξεις που είναι περισσότερο «συμφέρουσες» στις στατιστικές (ναρκωτικά ή αλλοδαποί) (13). Η υποχρέωση της επίτευξης των «σωστών» αριθμών δεν περιορίζεται στη δημόσια τάξη, αλλά έχει επιβληθεί σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας της δημόσιας διοίκησης.
Η πρόσφατη ιστορία αποκαλύπτει την έκταση του εκσυγχρονισμού διά των μάνατζερ. Στη δυτική Ευρώπη, η ανάπτυξη της δημόσιας διοίκησης αποτέλεσε τη λυδία λίθο για την οικοδόμηση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος, σε αντιδιαστολή με το συμφέρον του μονάρχη. Σηματοδότησε δε το πέρασμα από την ιδιωτική και προσωπική διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων από τον Βασιλικό Οίκο στη συλλογική και απρόσωπη διαχείριση από τις δημόσιες υπηρεσίες.
Η δομή του σύγχρονου κράτους θεμελιώθηκε σε ένα όραμα που καθιστά τις δημόσιες υπηρεσίες φορείς μιας ανιδιοτελούς δραστηριότητας, προσανατολισμένης στην επίτευξη οικουμενικών στόχων (14). Σήμερα όμως, αυτή ακριβώς η αντίληψη για την αποστολή του κράτους δέχεται πυρά από όλες τις κατευθύνσεις. Με τον επανακαθορισμό της αποστολής κάθε επαγγελματικού κλάδου της δημόσιας διοίκησης, εργαζόμενοι όπως οι εφοριακοί, το προσωπικό του «Πόλου Απασχόλησης» και οι εκπαιδευτικοί δεν αισθάνονται πλέον, όπως στο παρελθόν, ότι η αποστολή τους είναι να «προσφέρουν υπηρεσίες» στους πολίτες, αλλά βιώνουν επώδυνα αυτές τις αλλαγές, νιώθουν ξεκρέμαστοι, ξένοι σε οτιδήποτε αφορά την άσκηση του επαγγέλματός τους.
Η αίσθηση του καθήκοντος -και της προσωπικής ολοκλήρωσης που συνδέεται με την εκπλήρωσή του- δεν συνάδει με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης. Το χάσμα ανάμεσα στον δημόσιο υπάλληλο και τον πολίτη βαθαίνει καθημερινά, καθώς ο πρώτος δυσκολεύεται να εξυπηρετήσει τον δεύτερο αποτελεσματικά. Η αίσθηση εξάντλησης που προκύπτει από αυτήν την κατάσταση δεν είναι δυνατόν να συμβιβαστεί με τις διάφορες μορφές «μάνατζμεντ μέσω της καθιέρωσης στόχων»
.

«Στη δουλειά με το ζόρι»

Το μόνο που απομένει είναι η φυγή από την υπηρεσία. Αυτοκτονίες, απόπειρες αυτοκτονίας, αναρρωτικές άδειες, κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών από τους δημόσιους υπαλλήλους που βρίσκονται αντιμέτωποι με την «ενοχή των αριθμών». Ο Πιέρ Λε Γκοά, εφοριακός στο Λανιόν, εξομολογείται: «Κάθε μέρα, πηγαίνουμε στη δουλειά σχεδόν με το ζόρι. Με τους συναδέλφους, οι συζητήσεις καταλήγουν πάντα στο ζήτημα της σύνταξης: Πόσος καιρός μάς μένει ακόμα μέχρι να ξεμπερδέψουμε με όλα αυτά;» (15). Ακολουθεί η κατάρρευση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ντελφίν Καρά, υπεύθυνης της συνδικαλιστικής οργάνωσης SNU-Pôle emploi στη Βανδέα, «με την αύξηση του φόρτου της εργασίας, η ατμόσφαιρα είναι τόσο τεταμένη που, σε πολλά γραφεία, οι υπάλληλοι ξεσπάνε σε κλάματα» (16).
Ο «εκσυγχρονισμός» του κράτους διαβρώνει την καθημερινότητα, διεισδύοντας ακόμα και στις πιο ανώδυνες πράξεις των εργαζόμενων. Κι αυτό συμβαίνει καθώς -ανεξάρτητα από τις θυσίες, την οδύνη, την αίσθηση αποπροσανατολισμού και τις εντάσεις- οι εργαζόμενοι που υφίστανται τον «εκσυγχρονισμό» δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συμμετέχουν σε αυτόν, να τον υλοποιούν ανά πάσα στιγμή και να συμβιβάζονται. Μάλιστα, βρίσκουν μόνοι τους τους καλύτερους τρόπους για να το κατορθώσουν και ν’ αντέξουν τις αφόρητες συνθήκες εργασίας, παρά τον υπερβολικό φόρτο. Γιατί, διασώζεται ακόμα μια κάποια αφοσίωση στην «αποστολή των δημόσιων υπηρεσιών».

Αίσθηση καθήκοντος

Για παράδειγμα, αυτή ακριβώς η αφοσίωση ωθεί τη Μαρί-Ζο, εργαζόμενη στον Πόλο Απασχόλησης της Νίκαιας, να μεταφέρει με USB τα αρχεία της υπηρεσίας στο σπίτι της, για να τα δουλέψει εκτός ωραρίου. Και επιβιώνουν μερικές συνήθειες που είχαν οι εργαζόμενοι για να εκπληρώνουν το καθήκον τους, «όταν είχαμε να κάνουμε με ανθρώπους και όχι με φακέλους», όπως σχολιάζει η Φρανσουάζ από τον Πόλο Απασχόλησης της Γκρας (17).
Όσον αφορά το ξήλωμα του κράτους, η αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος οφείλεται στο εξής παράδοξο: η παραδοσιακή αποστολή των δημόσιων υπηρεσιών, η οποία χαρακτηριζόταν από την αφοσίωση στη δουλειά, την αίσθηση του καθήκοντος και τα κοινωνικά κριτήρια, είναι η ίδια που επιτρέπει σήμερα την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ακυρώνουν αυτές ακριβώς τις μορφές με τις οποίες έως τώρα εκπληρωνόταν.
Συνεπώς, η μετάλλαξη του κράτους δεν μπορεί να περιοριστεί στην κινητοποίηση των υψηλόβαθμων στελεχών των κρατικών υπηρεσιών που την προωθούν και υπερηφανεύονται, τόσο για τις περισπούδαστες οδηγίες που δίνουν, όσο και για τους ικανοποιητικούς απολογισμούς που παρουσιάζουν. Βέβαια, ο ανταγωνισμός για να γίνουν αρεστοί (στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον υπουργό ή στον υπεύθυνο του υπουργικού γραφείου), όπως επίσης και η αδιάκοπη μεταπήδησή τους από τον ιδιωτικό στον δημόσιο τομέα και αντιστρόφως, συμβάλλουν σημαντικά σε αυτήν την εξέλιξη.
Η εγκαθίδρυση του κράτους-μάνατζερ προκύπτει επίσης, σε καθημερινό επίπεδο, από τη διαρκή και σωρευτική δραστηριότητα χιλιάδων δημόσιων υπαλλήλων, οι οποίοι, όσο κι αν είναι αντίθετοι με αυτές τις εξελίξεις, στον βαθμό που ασκούν το επάγγελμά τους συμβιβάζονται με αυτές -έστω κι αν αυτό τους κοστίζει σε προσωπικό επίπεδο- και τις ενσωματώνουν, κατά το δυνατόν, στη δουλειά που οφείλουν να κάνουν.
Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες είναι άφθονες. Ενάντια στη μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη της χώρας κινητοποιήθηκαν δικαστικοί, δικηγόροι και το προσωπικό των δικαστηρίων. Τον Οκτώβριο του 2009, απέργησαν 46.000 υπάλληλοι του Πόλου Απασχόλησης. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πανεπιστημιακοί αρνήθηκαν τη μεταρρύθμιση του κλάδου τους. Την άνοιξη, οι νοσοκομειακοί γιατροί διαδήλωναν για τη σωτηρία του δημόσιου νοσοκομείου. Οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης πολλαπλασιάζουν τις κινητοποιήσεις.

Ο καθένας μόνος του

Όμως, όσον αφορά τις επαγγελματικές τους έγνοιες, το κοινωνικοοικονομικό τους επίπεδο, τις κοινωνικές τους καταβολές και τον τρόπο με τον οποίο ενεργούν (ή ακόμα και κινητοποιούνται), οι καθηγητές της ιατρικής σχολής διαφέρουν πολύ από τους ταχυδρομικούς, τους συμβούλους των Γραφείων Απασχόλησης, τους αστυνομικούς ή τους γραφείς των δικαστηρίων. Πώς είναι δυνατόν να ενδιαφερθούν οι μεν για τους δε αυθόρμητα και να εκδηλώσουν την έμπρακτη αλληλεγγύη τους ;
Απ’ ό,τι φαίνεται προς το παρόν, κανένας δεν υποστηρίζει κανέναν και η έλλειψη αλληλεγγύης αυξάνει τη γενικευμένη αίσθηση της συντριβής από τις «μεταρρυθμίσεις». Όμως το κύμα των επιχειρούμενων αλλαγών αντλεί τη δύναμή του όχι μόνο από τις νέες αντιπαραθέσεις που προκαλεί (ανάμεσα στους δημόσιους υπάλληλους και τους χρήστες των υπηρεσιών τους, αλλά και ανάμεσα σε δημόσιους υπάλληλους διαφορετικών βαθμίδων και υπηρεσιών), αλλά και από την αποσιώπηση του γεγονότος.
Η αποκάλυψη των μηχανισμών που διέπουν αυτό το σύνολο σημαίνει ήδη ότι αντιτιθέμεθα σε αυτό και ότι έχουμε συνειδητοποιήσει πως διακυβεύεται η υπεράσπιση ενός μοντέλου πολιτισμού.
(1) Tο άρθρο αποτελεί την περίληψη του συνεδρίου που οργάνωσε η «Le Monde diplomatique» και το Fondation Copernic τον Ιούνιο του 2009 με τίτλο «Το ξήλωμα του κράτους» (L’ Etat démantelé). Οι παρεμβάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά θα δημοσιευθούν σε βιβλίο που θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο La Découverte την άνοιξη του 2010.
(2) (Σ.τ.Μ.) Στον Κλοντ Αλέγκρ άρεσε ανέκαθεν να παριστάνει τον «αιρετικό», προβάλλοντας απόψεις που εξόργιζαν τη βάση του κόμματος και κυρίως τους εκπαιδευτικούς και τους Οικολόγους, καθώς είναι ο σημαντικότερος αρνητής της κλιματικής αλλαγής στη Γαλλία. Μάλιστα, οι σφοδρές αντιδράσεις των Πράσινων του στοίχησαν και τον υπουργικό θώκο που ετοιμαζόταν να του προσφέρει ο Σαρκοζί στο πλαίσιο της «διεύρυνσης» με αριστερούς πολιτικούς.
(3) Παράλληλα με τη μείωση του αριθμού των ωρών μαθήματος, την αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, τη μη αντικατάσταση των απόντων καθηγητών (Σ.τ.Μ.: στη Γαλλία, υπάρχουν σε κάθε περιοχή καθηγητές χωρίς οργανική έδρα, οι οποίοι είναι στη διάθεση του γραφείου εκπαίδευσης και καλούνται να αντικαταστήσουν τους καθηγητές της ειδικότητάς τους που απουσιάζουν από την τάξη τους, έστω και μια ημέρα, έτσι ώστε να μην χάνονται ώρες μαθήματος), αλλά και την προτροπή να μην γράφουν οι γονείς τα παιδιά στο νηπιαγωγείο πριν συμπληρώσουν την ηλικία των 3 ετών.
(4) «Le Figaro», Παρίσι, 17 Αυγούστου 2009.
(5) Το 1991, στο ταχυδρομείο υπήρχαν 300.000 εργαζόμενοι, σχεδόν όλοι με το καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου.
(6) (Σ.τ.Μ.) Πρόσφατα, η εταιρεία βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας εξαιτίας του κύματος αυτοκτονιών των υπαλλήλων της. Μόλις το περασμένο Σαββατοκύριακο σημειώθηκαν δύο νέες αυτοκτονίες, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των κρουσμάτων τα τελευταία δύο χρόνια (2008-2009) στα 37!
(7) Βλ. κυρίως Vincent Dubois, «La Vie au guichet. Relation administrative et traitement de la misère», Economica, Παρίσι, 2003.
(8) Όσον αφορά τις βολονταριστικές πολιτικές της χρησιμοποίησης του δραστικού περιορισμού των δημοσίων εσόδων ως μοχλό για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, βλέπε Sébastien Guex, «La politique des caisses vides. Etat, finances publiques et mondialisation», «Actes de la recherche en sciences sociales», αρ. 146-147, Παρίσι, Μάρτιος 2003.
(9) (Σ.τ.Μ.) Ο Σαρκοζί έχει καθορίσει ετήσιους στόχους απέλασης μεταναστών χωρίς χαρτιά και έχει επιμερίσει αυτόν τον αριθμό στις νομαρχίες. Στους νομάρχες που δεν επιδεικνύουν ιδιαίτερο ζήλο για την επίτευξή τους, επιβάλλονται κυρώσεις.
(10) Νόμος 2008-126 της 13ης Φεβρουαρίου 2008 για τη μεταρρύθμιση της οργάνωσης των δημόσιων υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για την απασχόληση. Στο διοικητικό συμβούλιο συμμετέχει επίσης κι ένας εκπρόσωπος της τοπικής αυτοδιοίκησης.
(11) Βλ. Philippe Bezes, «Réinventer l’Etat. Les reformes de l’administration française (1962-2008)», Presses Universitaires de France, Παρίσι, 2009, σελ. 451-455.
(12) Το σύνολο των ΡΑΡ είναι προσβάσιμο στην ιστοσελίδα www.performance-publique.gouv.fr/farandole/2010/pap.html.
(13) Μπορεί κάποιος να βρει έναν αρκετά πλούσιο κατάλογο αυτών των πρακτικών στο έργο των Jean-Hugues Matelly και Christian Mouhanna, «Police. Des chiffres et des doutes», Michalon, Παρίσι, 2007.
(14) Pierre Bourdieu, «La Noblesse d’Etat. Grandes Ecoles et esprit de corps», Editions de Minuit, Παρίσι, 1989, σελ. 544.
(15) «L’Humanité», Παρίσι, 21 Οκτωβρίου 2009.
(16) «Le Monde», 22 Οκτωβρίου 2009.
(17) « L’Humanité », 20 Οκτωβρίου 2009.

12 Δεκ 2018

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Καταγγέλλοντας τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού από το βήμα του ΟΗΕ

Επι­μέ­λεια: Νίκος Μότ­τας //
Ήταν πριν 53 χρό­νια, στις 11 Δε­κέμ­βρη 1964, όταν ο Ερ­νέ­στο Τσε Γκε­βά­ρα, εκ­προ­σω­πώ­ντας την επα­να­στα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση της Κού­βας, εκ­φώ­νη­σε τον ιστο­ρι­κό του λόγο στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση του Ορ­γα­νι­σμού των Ηνω­μέ­νων Εθνών. Ένα λόγο που, στη μη­τρό­πο­λη του κα­πι­τα­λι­στι­κού κό­σμου, στην καρ­διά της Νέας Υόρ­κης, απο­τέ­λε­σε δριμύ κα­τη­γο­ρη­τή­ριο ενά­ντια στην ιμπε­ρια­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή των ΗΠΑ και ευ­ρύ­τε­ρα της κα­πι­τα­λι­στι­κής Δύσης, ανα­δει­κνύ­ο­ντας μια σειρά εγκλή­μα­τα τα οποία, μέχρι τότε, ελά­χι­στα είχαν απα­σχο­λή­σει το διε­θνή ορ­γα­νι­σμό.
Η ομι­λία του Τσε, μνη­μείο αντι-ιμπε­ρια­λι­στι­κού λόγου και υπε­ρά­σπι­σης των λαών που μά­χο­νται για την ελευ­θε­ρία τους, έγινε χωρίς την πα­ρου­σία του εκ­προ­σώ­που των ΗΠΑ Αντλάϊ Στί­βεν­σον, στην αί­θου­σα της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης. Άλ­λω­στε είχαν προη­γη­θεί οι εχθρι­κές προ­σπά­θειες της Ουά­σινγ­κτον ενά­ντια στην Κούβα, η κρίση των πυ­ραύ­λων, η από­βα­ση του Κόλ­που των Χοί­ρων και η επι­βο­λή του απάν­θρω­που οι­κο­νο­μι­κού απο­κλει­σμού εκ μέ­ρους της κυ­βέρ­νη­σης Κέ­νε­ντι.
Ο Τσε, υπουρ­γός βιο­μη­χα­νί­ας τότε, ήταν ξε­κά­θα­ρος από την αρχή: «Η Κούβα προ­σέρ­χε­ται», ση­μεί­ω­νε ο Γκε­βά­ρα στην αρχή της ομι­λί­ας του, «για να διευ­κρι­νή­σει τη θέση της πάνω στα πιο ση­μα­ντι­κά απο τα επί­μα­χα θέ­μα­τα (ση­μεία). Και θα το κάνει με όλη την συ­ναί­σθη­ση της ευ­θύ­νης που επι­βάλ­λει η χρη­σι­μο­ποί­η­ση αυτού του βή­μα­τος. Ταυ­τό­χρο­να όμως θα αντα­πο­κρι­θεί στο ανα­πό­τρε­πτο κα­θή­κον να μι­λή­σει με διαύ­γεια και ει­λι­κρί­νεια».
Σε αυτές τις γραμ­μές απο­τυ­πώ­νο­νταν οι πραγ­μα­τι­κές προ­θέ­σεις της επα­να­στα­τι­κής κυ­βέρ­νη­σης της Κού­βας – να κα­ταγ­γεί­λει το διε­θνή και αμε­ρι­κα­νι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό, να στη­ρί­ξει δη­μό­σια τους κα­τα­πιε­σμέ­νους λαούς και να πα­ρα­κι­νή­σει τα Ηνω­μέ­να Έθνη να πά­ρουν θέση, να δρά­σουν προς όφε­λος της ει­ρή­νης και της ελευ­θε­ρί­ας. Όσο όμως σε­βα­σμό απέ­δω­σε ο Τσε στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση του ΟΗΕ, άλλο τόσο καυ­στι­κός ήταν απέ­να­ντι στην γνω­στή τα­κτι­κή του ορ­γα­νι­σμού να «νί­πτει τας χεί­ρας του» μπρο­στά στα ιμπε­ρια­λι­στι­κά εγκλή­μα­τα. Σε μια απο­στρο­φή του λόγου του κα­τήγ­γει­λε την προ­σπά­θεια του ιμπε­ρια­λι­σμού να «με­τα­τρέ­ψει τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση σε άσκο­πο δια­γω­νι­σμό ρη­το­ρι­κής». Γι’ αυτο ο Γκε­βά­ρα μπήκε στην ουσία της υπό­θε­σης.
«Τα μάτια μας, μάτια αν­θρώ­πων ελεύ­θε­ρων, ξα­νοί­γουν τώρα και­νούρ­γιους ορί­ζο­ντες και είναι σε θέση να βλέ­πουν εκεί­νο που μας εμπό­δι­ζε άλ­λο­τε να το δούμε η κα­τά­στα­ση μας σαν υπό­δου­λων της αποι­κιο­κρα­τί­ας: ότι ο “δυ­τι­κός πο­λι­τι­σμός” κρύ­βει πίσω από την επι­βλη­τι­κή πρό­σο­ψη του ένα κο­πά­δι από ύαι­νες και τσα­κά­λια».
Che Guevara at the UN 1964 2Ντυ­μέ­νος όχι με το τυ­πι­κό κο­στού­μι της δι­πλω­μα­τί­ας αλλά με την στρα­τιω­τι­κή του στολή, ο Τσε ανα­φέρ­θη­κε στις προ­σπά­θειες των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών και των συμ­μά­χων τους να δυ­να­μι­τί­σουν τη διε­θνή ει­ρή­νη. Έκανε λόγο για την ανά­γκη να υπάρ­ξουν ει­ρη­νι­κές σχέ­σεις όχι μόνο με­τα­ξύ των ισχυ­ρών κρα­τών, αλλά κυ­ρί­ως με­τα­ξύ των ισχυ­ρών και των αδυ­νά­των, με­τα­ξύ εθνών με δια­φο­ρε­τι­κό οι­κο­νο­μι­κο-πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα. Όχι όμως και με­τα­ξύ εκ­με­ταλ­λευ­τών και θυ­μά­των. Σε έναν κα­ται­γι­σμό κα­τη­γο­ριών κατά της επεμ­βα­τι­κής αμε­ρι­κα­νι­κής εξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής, ο Τσε Γκε­βά­ρα χρη­σι­μο­ποί­η­σε πλή­θος απτών πα­ρα­δειγ­μά­των που επι­βε­βαί­ω­ναν στο ακέ­ραιο τους ισχυ­ρι­σμούς του: Από τις ιμπε­ρια­λι­στι­κές επεμ­βά­σεις στη νο­τιο­α­να­το­λι­κή Ασία (Κα­μπό­τζη, Λάος, Βιετ­νάμ) στην Κύπρο και από το αι­μα­τη­ρό πα­ρά­δειγ­μα του Κον­γκό στην τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη απ’ την επι­θε­τι­κό­τη­τα της Ουά­σινγ­κτον Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή.
Από το βήμα του ΟΗΕ, ο Γκε­βά­ρα έκανε σαφές το ζή­τη­μα της αλ­λη­λεγ­γύ­ης που πρέ­πει να διέ­πει το σο­σια­λι­στι­κό στρα­τό­πε­δο ενά­ντια στην απει­λή του ιμπε­ρια­λι­σμού-κα­πι­τα­λι­σμού. Μι­λώ­ντας μέσα στο πλαί­σιο της δι­πλω­μα­τι­κής ορο­λο­γί­ας αλλά χωρίς να απο­κρύ­βει ούτε χι­λιο­στό της αλή­θειας, ο Τσε πα­ρέ­θε­σε την ωμή πα­ρα­βί­α­ση της ει­ρή­νης από την κυ­βέρ­νη­ση των ΗΠΑ. Κάτι που οι σο­σια­λι­στι­κές χώρες αλλά και όλοι οι λαοί που πο­λε­μούν για την απε­λευ­θέ­ρω­ση, την πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή χει­ρα­φέ­τη­ση τους δεν θα έπρε­πε να δε­χθούν με κα­νέ­ναν τρόπο.
«Θέ­λου­με να οι­κο­δο­μή­σου­με τον σο­σια­λι­σμό. Έχου­με κη­ρυ­χτεί αλ­λη­λέγ­γυοι μ’ εκεί­νους που αγω­νί­ζο­νται για την ει­ρή­νη […] Θέ­λου­με την ει­ρή­νη. Θέ­λου­με να δη­μιουρ­γή­σου­με μια κα­λύ­τε­ρη ζωή για το λαό μας. Και γι’ αυτό το λόγο απο­φεύ­γου­με, όσο μπο­ρού­με, να απα­ντή­σου­με στις προ­κλή­σεις που μας κά­νουν οι γιάν­κη­δες».
Μι­λώ­ντας εξ’ ονό­μα­τος του λαού και της κυ­βέρ­νη­σης της Κού­βας, ο Τσε Γκε­βά­ρα επι­σή­μα­νε τις προ­σπά­θειες της επα­να­στα­τι­κής κυ­βέρ­νη­σης του νη­σιού για ει­ρή­νη στην ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή της Κα­ραϊ­βι­κής. Πα­ρέ­θε­σε ένα προς ένα πέντε ση­μεία που η Αβάνα είχε προ­τεί­νει στις ΗΠΑ ως μο­ρα­τό­ριουμ για την δη­μιουρ­γία κλί­μα­τος ει­ρή­νης και ασφά­λειας. Καμία πρό­τα­ση της Κού­βας δεν έγινε απο­δε­χτή από τις ΗΠΑ, οι οποί­ες όχι μόνο συ­νέ­χι­σαν τις πο­λε­μι­κές προ­κλή­σεις ενά­ντια στον κου­βα­νι­κό λαό αλλά και δια­τή­ρη­σαν (μέχρι και σή­με­ρα) το στρα­τιω­τι­κό ορ­μη­τή­ριο-φυ­λα­κή του Γκουα­ντά­να­μο.
Che Guevara at the UN 1964 3«Κύ­ριοι αντι­πρό­σω­ποι, η ελεύ­θε­ρη και αυ­το­κυ­ρί­αρ­χη Κούβα δεν συν­δέ­ε­ται με κα­νέ­να και με κα­νε­νός εί­δους αλυ­σί­δες. Το έδα­φος της είναι απαλ­λαγ­μέ­νο από ξένες επεν­δύ­σεις. Απαλ­λαγ­μέ­νο από αν­θυ­πά­τους που κα­τευ­θύ­νουν την πο­λι­τι­κή της χώρας όπου τους έχουν στεί­λει. Γι΄αυτό μπο­ρεί να μι­λά­ει με το μέ­τω­πο ψηλά μέσα σε τούτη τη Συ­νέ­λευ­ση και να απο­δει­κνύ­ει πόσο σω­στός είναι ο τί­τλος που της έχει απο­νε­μη­θεί: «Το ελεύ­θε­ρο έδα­φος της αμε­ρι­κα­νι­κής ηπεί­ρου». 
Η ομι­λία του Γκε­βά­ρα όμως δεν εστιά­στη­κε μόνο στην ιμπε­ρια­λι­στι­κή στρα­τη­γι­κή των ΗΠΑ, την ανά­γκη για πυ­ρη­νι­κό αφο­πλι­σμό, ούτε απο­κλει­στι­κά στην εκ­με­τάλ­λευ­ση των λαών της Λα­τι­νι­κής Αμε­ρι­κής από το ξένο και ντό­πιο Κε­φά­λαιο. Στην καρ­διά του κα­πι­τα­λι­σμού, στο κέ­ντρο της Νέας Υόρ­κης, από του βή­μα­τος του ΟΗΕ, ο Γκε­βά­ρα έστρε­ψε τα βέλη του προς το κοι­νω­νι­κό απαρτ­χάιντ που επι­κρα­τού­σε σε πολ­λές πε­ριο­χές των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών. Ένα ρα­τσι­στι­κό απαρτ­χάιντ που κα­τέ­τα­σε τους αφρο­α­με­ρι­κα­νούς ως πο­λί­τες ‘β κα­τη­γο­ρί­ας, στε­ρού­με­νων βα­σι­κών πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών δι­καιω­μά­των. Δή­λω­σε, ο Τσε, σε μια απο­στρο­φή του λόγου του: «Οι ΗΠΑ επεμ­βαί­νουν στην αμε­ρι­κά­νι­κη ήπει­ρο στο όνομα των ελευ­θέ­ρων θε­σμών. Θα ‘ρθει μια μέρα που τούτη η Συ­νέ­λευ­ση θα έχει απο­κτή­σει με­γα­λύ­τε­ρη ωρι­μό­τη­τα και θα απαι­τή­σει τότε από τη βο­ρειο­α­με­ρι­κά­νι­κη κυ­βέρ­νη­ση εγ­γυ­ή­σεις για τη ζωή για τη ζωή του νέ­γρι­κου και του λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου πλη­θυ­σμού, που ζει σ’αυ­τή τη χώρα και που στην πλειο­νό­τη­τα του είναι βο­ρειο­α­με­ρι­κά­νι­κος είτε λόγω κα­τα­γω­γής είτε γιατί έκανε τις ΗΠΑ θετή πα­τρί­δα του. Πως είναι δυ­να­τό να πα­ρα­στά­νει το φρου­ρό της ελευ­θε­ρί­ας εκεί­νος που σκο­τώ­νει τα ίδια του τα παι­διά και κα­θη­με­ρι­νά τα τα­πει­νώ­νει για το χρώμα που έχει το δέρμα τους; Πως μπο­ρεί να πο­ζά­ρει για φρου­ρός της ελευ­θε­ρί­ας εκεί­νος που αφή­νει ελεύ­θε­ρους τους δο­λο­φό­νους των νέ­γρων και μά­λι­στα τους προ­στα­τεύ­ει και τι­μω­ρεί το νέ­γρι­κο πλη­θυ­σμό επει­δή απαι­τεί να γί­νουν σε­βα­στά τα δι­καιώ­μα­τα του ως ελεύ­θε­ρων αν­θρώ­πων;».
Εκεί, στην καρ­διά του διε­θνούς δι­πλω­μα­τι­κού συ­στή­μα­τος, ο αρ­γε­ντί­νος επα­νά­στα­της μί­λη­σε και εκ­φρά­στη­κε όχι μόνο εξ’ ονό­μα­τος της κου­βα­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης που τυ­πι­κά εκ­προ­σω­πού­σε. Εξέ­φρα­σε κυ­ρί­ως τους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους του κό­σμου, τους λαούς που κα­τα­δυ­να­στεύ­ο­νταν από τις δυ­νά­μεις του ιμπε­ρια­λι­σμού και που αλ­λη­λο­σφα­γιά­ζο­νταν από εμ­φύ­λιες συ­γκρού­σεις τις οποί­ες το με­γά­λο κε­φά­λαιο είχε προ­κα­λέ­σει στις χώρες τους. «Η Ιστο­ρία», είπε ο Γκε­βά­ρα λίγο πριν το κλεί­σι­μο της ομι­λί­ας του, «θα υπο­χρε­ω­θεί τώρα να πάρει υπ’ όψιν της τους φτω­χούς της Αμε­ρι­κής, τους κα­τα­λη­στε­μέ­νους και κα­τα­φρο­νε­μέ­νους που απο­φά­σι­σαν στο εξής να γρά­φουν μόνοι τους την ιστο­ρία τους».
Che Guevara at the UN 1964 5Μετά την ομι­λία του Τσε, πήραν το λόγο για να απα­ντή­σουν εκ­πρό­σω­ποι λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κων χω­ρών- που δια­τη­ρού­σαν ισχυ­ρούς δε­σμούς με τις ΗΠΑ, με­τα­ξύ των οποί­ων της Κόστα Ρίκα, της Βε­νε­ζου­έ­λας, της Κο­λομ­βί­ας και του Πα­να­μά. Κά­νο­ντας χρήση του δι­καιώ­μα­τος σε δευ­τε­ρο­λο­γία, ο Γκε­βά­ρα πήρε και πάλι το λόγο αντα­πα­ντώ­ντας στις κα­τη­γο­ρί­ες που είχαν δια­τυ­πω­θεί ενά­ντια στον ίδιο και την επα­να­στα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση της Κού­βας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ση­μείο της δευ­τε­ρο­λο­γί­ας του Τσε απο­τε­λεί το εξής ση­μείο: «Έχω γεν­νη­θεί στην Αρ­γε­ντι­νή, αυτό δεν είναι μυ­στι­κό για κα­νέ­να. Είμαι Κου­βα­νός και μαζί Αρ­γε­ντι­νός, και αν δεν προ­σβάλ­λο­νται οι λα­μπρές εξο­χό­τη­τες των Λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νών εκ­προ­σώ­πων, αι­σθά­νο­μαι τόσο Λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νός πα­τριώ­της, απ’ οποια­δή­πο­τε χώρα της Λα­τι­νι­κής Αμε­ρι­κής, όσο και ο πιο πα­τριώ­της της κάθε μιας. Θα είμαι έτοι­μος στην κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή να δώσω τη ζωή μου για την απε­λευ­θέ­ρω­ση μιας λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κής χώρας δίχως να γυ­ρέ­ψω τί­πο­τε από κα­νέ­να, δίχως τί­πο­τε ν’ απαι­τή­σω, δίχως κα­νέ­ναν να εκ­με­ταλ­λευ­τώ»
Δύο από­πει­ρες δο­λο­φο­νί­ας.
Η πα­ρου­σία του Κο­μα­ντά­ντε Γκε­βά­ρα στη Νέα Υόρκη είχε προ­κα­λέ­σει την αντί­δρα­ση κου­βα­νι­κών αντε­πα­να­στα­τι­κών δυ­νά­με­ων. Δύο τρο­μο­κρα­τι­κές ενέρ­γειες, με προ­φα­νή σκοπό τη δο­λο­φο­νία του Τσε, έλα­βαν χώρα την 11η Δε­κέμ­βρη 1964 στο Μαν­χά­ταν της αμε­ρι­κα­νι­κής με­γα­λού­πο­λης. Η πρώτη ήταν η εκτό­ξευ­ση ρου­κέ­τας από μπα­ζού­κας προς το κτί­ριο των Ηνω­μέ­νων Εθνών την ώρα που ο Γκε­βά­ρα ήταν στο βήμα της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης. Σύμ­φω­να με τις το­πι­κές αρχές, το βλήμα είχε εκτο­ξευ­θεί από την πε­ριο­χή Κου­ϊνς της ανα­το­λι­κής όχθης και έπεσε στη θά­λασ­σα, 200 πε­ρί­που μέτρα πριν τις ακτές του Μαν­χά­ταν. Ποτέ δεν διευ­κρι­νί­στη­κε ποιός εκτό­ξευ­σε τη ρου­κέ­τα από το μπα­ζού­κας που, σύμ­φω­να με τις έρευ­νες της αστυ­νο­μί­ας, ήταν ιδιο­κτη­σί­ας του στρα­τού των ΗΠΑ.
Την ίδια ώρα που στην αί­θου­σα της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης ο Τσε Γκε­βά­ρα κα­τη­γο­ρού­σε τον αμε­ρι­κά­νι­κο και διε­θνή ιμπε­ρια­λι­σμό, στην εί­σο­δο του κτι­ρί­ου του ΟΗΕ ομά­δες αντε­πα­να­στα­τών, κου­βα­νών και αμε­ρι­κα­νών, δια­δή­λω­ναν με πλα­κάτ και ση­μαί­ες. Η αστυ­νο­μία της Νέας Υόρ­κης είχε συλ­λά­βει μά­λι­στα μια ισπα­νό­φω­νη γυ­ναί­κα, ονό­μα­τι Μόλι Γκον­ζά­λες, η οποία κα­τευ­θύ­νο­νταν προς το κτί­ριο του ΟΗΕ κρα­τώ­ντας μα­χαί­ρι. Σκο­πός της, όπως η ίδια δή­λω­σε αρ­γό­τε­ρα, ήταν να χτυ­πή­σει τον Γκε­βά­ρα όταν αυτός θα έβγαι­νε απ’ την εί­σο­δο του κτι­ρια­κού συ­γκρο­τή­μα­τος.
Πηγή: guevaristas.org / Τσε Γκε­βά­ρα, Άπα­ντα, Εκδ. Κα­ρα­νά­ση, Αθήνα, 1982. 

Επιστολή διαμαρτυρίας του τμήματος «ΦΥΛΑΚΕΣ ΜΟΥΣΕΙΩΝ Κ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ» του δημόσιου ΙΕΚ Μεσολογγίου


ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΔΗΛΩΣΗ
Του τμήματος «ΦΥΛΑΚΕΣ ΜΟΥΣΕΙΩΝ Κ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ» του δημόσιου ΙΕΚ Μεσολογγίου
ΠΡΟΣ
1.      Το Πνευματικό Κοινωνικό αθλητικό Κέντρο Δήμου Ιερής Πόλης Μεσολογγίου
2.      Δήμαρχο Δήμου Ιερής Πόλης Μεσολογγίου
ΚΟΙΝ. Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης κ  Νέας Γενιάς
 -------------------------------------------------------------------------------------------------
Όπως γνωρίζετε, στο Δημόσιο ΙΕΚ Μεσολογγίου, λειτουργεί η ειδικότητα «Φύλακας Μουσείων και Αρχαιολογικών Χώρων»στο Γ’ εξάμηνο, την οποία ήδη παρακολουθούν 22 σπουδαστές. Αρκετοί μάλιστα από αυτούς, πραγματοποιούν ήδη την υποχρεωτική τους Πρακτική Άσκηση σε μουσειακούς χώρους του Δήμου, προσφέροντας παράλληλα με την εκπαίδευσή τους, τις υπηρεσίες τους ως Φύλακες Μουσείων και μάλιστα αμισθί αλλά και χωρίς καμιά άλλη οικονομική επιβάρυνση του Δήμου.
Με έκπληξη διαπιστώσαμε την δημοσίευση στο διαδίκτυο της με αριθ.190/5.12.2018 απόφασης  (αριθ.πρωτ. 4007, ΑΔΑ: 6ΦΓΚΟΚΨΝ-6ΕΧ) του Πνευματικού Κοινωνικού Αθλητικού Κέντρου του Δήμου ΙΠ Μεσολογγίου, με την οποία αποφασίζεται η απευθείας ανάθεση για την παροχή υπηρεσιών για τη φύλαξη των μουσείων του Ν.Π. του Δήμου Ι.Π. Μεσολογγίου, της οποίας και θεωρούμε ότι ήδη είστε ενήμερος.
Oι απόφοιτοι του ΙΕΚ στην ειδικότητα «Φύλακας Αρχαιολογικών χώρων και Μουσείων» λαμβάνουνδιετή θεωρητική και τεχνική κατάρτιση, με πλήθος μαθημάτωνώστε να αποκτήσουν την απαιτούμενη εξειδίκευσηκαι  να εργάζονται φυλάσσοντας με γνώση και υπευθυνότητα τα μνημεία και τα έργα της πολιτιστικής  μας κληρονομιάς.
Πιστεύουμε,ότι πρώτα εσείς, ως πρώτος πολίτης αυτής της πόλης, θα πρέπει να διαφυλάττετε την αρχή της αξιοκρατίας η οποία απορρέει συνταγματικά από την αρχή της ισότητας μεταξύ των πολιτών. Με αυτές τις μεθοδευμένες διαδικασίες ήτοι,την εξαιρετικά ευνοϊκή αντιμετώπιση προς συγκεκριμένα άτομα η οποία συνιστά φανερά άνιση και  άδικη μεταχείριση σε βάρος μας, δημιουργείται σοβαρό ζήτημα ηθικής τάξηςαν μη τι άλλο.
Στην ουσίαμε αυτή τη διαδικασία, αποκλείονται άτομα τα οποία αφενός έχουν επιλέξει συνειδητά να υπηρετήσουνεπαγγελματικά σε θέση Φύλακα και αφετέρου έχουν ήδη λάβει σημαντικό μέρος της εξειδικευμένης κατάρτισης ενώ έχουν αποκτήσει ήδη αρκετές εμπειρίες ώστε να είναι σε θέση να καλύπτουν τις προδιαγραφές που απαιτεί η θέση ενός επαγγελματία Φύλακα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Οι σπουδαστές της ειδικότητας «Φύλακας Μουσείων και Αρχαιολογικών Χώρων» του ΔΙΕΚ Μεσολογγίου, με την παρούσα ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΣΤΕέντονα για την «τακτοποίηση» συγκεκριμένωνατόμων με τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης των μουσείων του Δήμου, σε βάρος υποψήφιων πιστοποιημένων επαγγελματιών Μουσείων και Αρχαιολογικών χώρων, οι οποίοι κατέχουν τα απαραίτητα τυπικά προσόντα που ορίζουν οι προκηρύξεις ΑΣΕΠ.
ΔΗΛΩΝΟΥΜΕ ότι επιφυλασσόμαστε κάθε νομίμου δικαιώματός μας να υπερασπιστούμε ταεπαγγελματικά δικαιώματα της ειδικότητάς μας, τα οποία κρίνουν το μέλλον της και την επαγγελματική απορρόφηση των αποφοίτων.

Μεσολόγγι, 10/12/2018
Τμήμα Φυλάκων Μουσείων & Αρχαιολογικών χώρων

10 Δεκ 2018

Τα μεγάλα ψέματα για το… οικονομικό θαύμα της Χούντας

Ας δούμε μερικά στοιχεία αυτού του «θαύματος» και κατά πόσο αυτά ήταν «θαυμάσια» για το λαό. Ας δούμε κάποια από τα μεγάλα ψέματα που λένε ακόμα για τη χούντα.
Πολλοί έχουν γράψει γι’ αυτό το θέμα. Κάθε φορά όμως που επανέρχεται, χρειάζεται να υπενθυμίζουμε, όσο γίνεται πιο μαζεμένα τα δεδομένα. Ας δούμε λοιπόν μερικά στοιχεία αυτού του «θαύματος» και κατά πόσο αυτά ήταν «θαυμάσια» για το λαό. Ας δούμε κάποια από τα μεγάλα ψέματα που λένε ακόμα για τη χούντα. Φυσικά εδώ δε θα μιλήσουμε συνολικά για τη χούντα και τα «κατορθώματά» της, αλλά μόνο για τα οικονομικά της.
1. «Επί Χούντας είχαμε μηδενικό χρέος. Δεν άφησε χρέος».
Το δημόσιο χρέος, τον Δεκέμβριο του 1967, ανερχόταν στο ποσό των 38,7 δισ. δραχμών. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1973 το δημόσιο χρέος είχε «σκαρφαλώσει στα 87,5 δισ. και μέχρι την πτώση της Χούντας είχε φτάσει στο 114 δισ. Αυτό το χρέος άφησε. Τρεις φορές πιο μεγάλο από αυτό που παρέλαβε. Στο «Βήμα» της 20/10/1973 (μόνο φιλοκυβερνητικές εφημερίδες έβγαιναν τότε) καταγράφεται ότι στην εξαετία της δικτατορίας το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε όσο δεν είχε αυξηθεί από την γέννηση του ελληνικού κράτους το 1821! Σε έξι χρόνια οι χουντικοί έκαναν το χρέος 1,5 φορά μεγαλύτερο απ’ όσο είχε αυξηθεί σε διάστημα 145 χρόνων!
2. «Επί Χούντας δεν είχαμε έλλειμα»
Το εμπορικό έλλειμμα το 1973 ήταν σχεδόν πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1968. Συγκεκριμένα ήταν 3,5 δις δραχμές το 1966 κι έφτασε στα 16 δις μέχρι το 1973. «Η δεύτερη μεγάλη θυσία της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο αυτήν (έγραφε το «Βήμα» στο ίδιο άρθρο) υπήρξε η θεαματική διόγκωση του εμπορικού ισοζυγίου. Το έλλειμα του εμπορικού ισοζυγίου από 745 εκατ. δολάρια προβλέπεται ότι θα φτάσει τελικά το τέλος του 1973 τα 2.600 εκατ. δολάρια, δηλαδή περίπου θα τετραπλασιασθεί»… Αυξήθηκε ο κρατικός δανεισμός µε έντοκα γραμμάτια. Διπλασιάστηκε ο κρατικός δανεισμός σε συνάλλαγμά. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε κατά οχτώ φορές μεταξύ του 1967 και 1972. Το ισοζύγιο πληρωμών που εμφάνιζε μέσο πλεόνασμα 14,6 εκατ. δολαρίων την περίοδο 1960-1966 βρέθηκε την επταετία να εμφανίζει μέσο έλλειμμα ύψους 117 εκατομμυρίων δολαρίων.

3. «Επί χούντας είχαμε επενδύσεις» και «ανάπτυξη»
Το σύνολο των ιδιωτικών επενδύσεων έπεσε από το 46% στο 39% παρότι οι δημόσιες επενδύσεις είχαν διπλασιαστεί. Υποδιπλασιάστηκαν οι ξένες παραγωγικές επενδύσεις μέσα σε 7 έτη. Αλλά κι αυτά τα ξένα κεφάλαια που εισέρρευσαν ήταν ανταλλάγματα για το ξεπούλημα του τόπου μας (αναλυτικά σε επόμενο σημείωμα για τα σκάνδαλα της χούντας). Παρότι το διεθνές οικονομικό περιβάλλον εκείνη την περίοδο ήταν ευνοϊκό η χώρα δεν κέρδισε σε οικονομική βάση μέχρι την κρίση του 1973. Ο ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος στην πρώτη πενταετία της χούντας μειώθηκε σε σχέση με την πενταετία 1962 – 1967. Κλάδοι – ατμομηχανές της οικονομίας, όπως η βιομηχανία σιδήρου ή οι μηχανοκατασκευές, έπεσαν στα 1971 κάτω από το επίπεδο του 1966.

4. «Επί χούντας δεν υπήρχε ανεργία». «Η χούντα σταμάτησε τη μετανάστευση».
Η μετανάστευση έφτασε σε περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες πολίτες μέσα στην πενταετία 1968 – 1972. Μάλιστα το 1968, έφτασε ο αριθμός και το ποσοστό των ανέργων, στο μεγαλύτερο ύψος από το 1961. Κι αυτό, όταν στις χώρες που παραδοσιακά «μετανάστευαν» (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία) , εκείνη την εποχή, η μετανάστευση μειώθηκε σημαντικά. Αντίθετα στην Ελλάδα αυξήθηκε. Μ’ αυτόν τον τρόπο…  μειώθηκε η ανεργία. Αυτό έλεγε τότε και ο ΣΕΒ (1973): «Η μείωσις της ανεργίας προέκυψε κυρίως ως αποτέλεσμα υψηλών ρυθμών εξωτερικής μεταναστεύσεως και δευτερευόντως εκ της αυξήσεως της εγχωρίου απασχολήσεως».
5. «Η Χούντα επένδυε στην Παιδεία»
Το ποσοστό των δαπανών για την εκπαίδευση στο σύνολο των γενικών κρατικών δαπανών μειώθηκε κατά 1,6%. Συγκεκριμένα από το 11,6% οι δαπάνες για την Παιδεία μειώθηκαν στο 10%. Ο αριθμός των μαθητών των σχολείων μειώθηκε κατά 50.000 μαθητές. Τα δημοτικά σχολεία μειώθηκαν κατά 1.000. Τα γυμνάσια από 1.249 το 1967, έμειναν 1.064 το 1974. Ο αριθμός των αγράμματων αυξήθηκε. Σε μια μόνο τριετία, (1971 με 1972), οι αγράμματοι από 1.040.000, έγιναν 1.530.000. Μόνο την 9/9/70, με μια απόφαση, μειώθηκε ο αριθμός των δασκάλων κατά 1200, έκλεισαν 618 σχολεία, συγχωνεύτηκαν 294 και υποβιβάστηκαν 1.577 σχολεία.
6. “Επί χούντας υπήρχε κοινωνική πρόνοια”
Οι κοινωνικές δαπάνες, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στην αρχή της χουντικής επταετίας αυξήθηκαν. Οι χουντικοί από κει και πέρα περιόριζαν κάθε χρόνο τις κοινωνικές δαπάνες, με αποτέλεσμα το 1974 το ποσοστό των κοινωνικών δαπανών στο ΑΕΠ να έχει συρρικνωθεί στα επίπεδα του… 1964. Επί χούντας αυξήθηκε δραματικά ο αριθμός των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων. Ο αριθμός τους από το 1967 μέχρι το 1973 ήταν αντίστοιχα (χωρίς τα ναυτικά ατυχήματα) 29 το 1967, 71 το 1968, 100, 141, 126, 128 και 136 το 1973. Από το 1967 μέχρι το 1973 ο αριθμός… σχεδόν 7πλασιάστηκε. Χειρότερη ήταν η κατάσταση στα καράβια. Το 1970, η Διεθνής Ομοσπονδία Εργατών Μεταφορών κατήγγειλε τη γενικευμένη παραβίαση των διεθνών ναυτικών συμβάσεων από τους Έλληνες πλοιοκτήτες. 135 νεκροί Έλληνες ναυτικοί πέθαναν στη θάλασσα (ναυάγια, πυρκαγιές και άλλα ατυχήματα) μόνο αυτό το χρόνο (1970).

7. «Επί Χούντας τουλάχιστον είχαμε λεφτά. Έφαγε ο κόσμος ψωμάκι».
Οι προσωπικές καταθέσεις των πολιτών μειώθηκαν από 34,2 δισεκατομμύρια δραχμές το 1972 σε 19,6 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973. Μόνο το 1973 αυξήθηκαν οι τιμές κατά 45 – 50% (9% αυξήθηκαν το 1974) συρρικνώνοντας στην πραγματικότητα το διαθέσιμο εισόδημα σε επίπεδα προ του 1965. Ο πληθωρισμός κάλπαζε με μέσο όρο 8% όλη την επταετία, παρ’ ότι όλη την δεκαετία του ‘60 η χώρα μας είχε το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα τριπλασιάστηκε ο πληθωρισμός, ο οποίος ειδικά το 1973 έφτασε το 15,5% και το 1974 το… 26,9%. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε 15,3% από το 1972 στο 1973 και κατά 37,8% την επόμενη χρονιά, και μάλιστα στα είδη πρώτης ανάγκης και την υγεία. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν. Το 73 οι μισθοί αυξήθηκαν 12%. Ο τιμάριθμος στα είδη πρώτης ανάγκης 21,2%. Άρα πραγματική μείωση 8-9%. Φυσικά τα κέρδη των επιχειρήσεων εκτοξεύονταν. Τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν 400% από 1967 μέχρι 1971. Η άνοδος της αποδοτικότητας (=εκμετάλλευση) των βιομηχανιών ήταν ραγδαία. Ακόμα κι ο Οικονομικός ταχυδρόμος έγραφε :”Ε. Όχι και τόσο χαμηλές αμοιβές κύριοι“. Κι ο ίδιος ο Σπύρος Μαρκεζίνης (που υπήρξε “πρωθυπουργός” με εντολή Παπαδόπουλου για… 47 ημέρες) έλεγε : “Η οικονομική κατάστασις έβαινε σταθερώς επιδεινούμενη… Η προσπάθεια αστυνομικής καθηλώσεως των τιμών οδήγησε εις πλήρη εξάρθρωσιν της αγοράς”.



8. «Η Χούντα φρόντιζε τους αγρότες»
Μοναδικό επιχείρημα των οπαδών του οικονομικού θαύματος της χούντας είναι η “Διαγραφή των χρεών των αγροτών”, που ήταν μια προσπάθεια των δικτατόρων να αποκτήσουν λαϊκό έρεισμα και να περιορίσουν τις αντιδράσεις κατά της δικτατορίας τους. Όμως στη συνέχεια: Με την πολιτική τους, αποδιοργανώθηκε η αγροτική παραγωγή, έπεσε το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα, οδηγήθηκαν στον εκπατρισμό εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, υπήρξε άνευ προηγουμένου εισαγωγή αγροτικών προϊόντων, μειώθηκε δραματικά ο αριθμός των αγροτών. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν από το 63% του συνόλου των εξαγωγών το 1968 στο 48% το 1972. Μείωση κατά 25 ποσοστιαίες μονάδες. Το αποτέλεσμα ήταν το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα να πέσει από το 55% στο 43% του μέσου κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος. Η αγροτική οικονομία αναπτύχθηκε μόλις 1,8% την επταετία, ενώ το 1968 το καθεστώς είχε προβλέψει ανάπτυξη 5,2% με χρονικό ορίζοντα πενταετίας. Έτσι κι ο αριθμός των αγροτών μειώθηκε κατά 17,8 ποσοστιαίες μονάδες τη δεκαετία 1965 – 75 (από 52,7% το 65 έπεσε στο 34,9% το 75), όταν την προηγούμενη δεκαετία (1955 – 65) είχε μειωθεί μόλις κατά 5,5 μονάδες και την επόμενη (1975 – 85) κατά 6 μονάδες.
9. «Επί Χούντας υπήρχε φορολογική δικαιοσύνη. Πλήρωναν και οι “μικροί” και οι “μεγάλοι”».
Οι φόροι που επιβάρυναν τα λαϊκά στρώματα ανέρχονταν στο 91% επί του συνόλου των φορολογικών εσόδων του καθεστώτος. Πάνω από το 60% των φορολογικών εσόδων του κράτους προερχόταν από έμμεσους φόρους, που πάντοτε πλήττουν τους ασθενέστερους και το 36% από την φορολόγηση των νοικοκυριών. Συγκεκριμένα οι έμμεσοι φόροι από 63% το 1967, έφτασαν σταδιακά στο 76,5% το 1973. Την τριετία 1970 – 73 υπολογίζεται ότι το 25% του πληθυσμού ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας. Η φιλοχουντική εφημερίδα «Ακρόπολις» έγραφε στις αρχές του 1972 πως «η φοροδοτική ικανότητα του λαού έχει φτάσει στο έσχατο όριο και δεν πρέπει να ληφθούν νέα μέτρα». Και το Βήμα στο ίδιο άρθρο που αναφέραμε πιο πριν: «Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της οικονομίας περιορίστηκε. Τα συμπτώματα κερδοσκοπίας εντάθηκαν. Έχει ήδη σημειωθεί ένταση στην ανισοκατανομή µε την αύξηση της μερίδας των κερδών έναντι της μερίδας των μισθών στο εθνικό εισόδημα. Πρέπει να προστεθεί ότι η τελευταία πληθωριστική διαδικασία δεν έθιξε τα υπέρογκα κέρδη της περιόδου αυτής».
Με το διάταγμα 1078/1971 φορο-απάλλαξαν το μεγάλο κεφάλαιο μειώνοντας τα έσοδα του ελληνικού δημοσίου και μετακύλησαν τις φοροαπαλλαγές αυτές στις πλάτες των φτωχών και μεσαίων στρωμάτων. Ενώ το σύνολο των φόρων, ως ποσοστό, του μεικτού εθνικού εισοδήματος αυξήθηκε από 27,4% το 1966 σε 29,2% το 1972, οι φόροι επιχειρήσεων έδειξαν μείωση της τάξης του 10,9% μόνο την περίοδο 1972-73. Το 1971 οι φοροαπαλλαγές των 464 μεγαλύτερων επιχειρήσεων ήταν τριπλάσιες από τους φόρους που είχαν καταβάλει!
Τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από 109 εκατομμύρια δραχμές το 1968 σε 29 εκατομμύρια το 1972 (μείωση 73%), περίοδος κατά την οποία ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους. Έτσι εξηγείται γιατί οι εφοπλιστές ανακήρυξαν τον δικτάτορα Παπαδόπουλο σε ισόβιο πρόεδρό τους το 1972! Πάρτι έστησαν οι επιχειρήσεις του Τομ Πάππας «ΕΣΣΟ» και «Στάνταρτ Όιλ», η Λίττον, η Γκουντγίαρ, η Μόμπιλ, η Τεξάκο, η γερμανική Φάρμπερι Χόεχστ, η Πεσινέ και άλλα μεγαθήρια. Τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας και του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων αναφέρουν ότι στην πενταετία 1967 – 1971 τα καθαρά κέρδη των βιομηχάνων τετραπλασιάστηκαν, από 1,1 δισ. δραχμές σε 4,1 δισ. Οι εκατομμυριούχοι στη χώρα μας έγιναν 701 το 1970 από 241 που ήταν το 1965, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών και 1.647 το 1973, ενώ «αποκτήσαμε» και 20 δισεκατομμυριούχους!
Σ’ αυτή την ενότητα χωράει να πούμε πολλά για τα σκάνδαλα της χούντας (Χατιρικές συμβάσεις, θαλασσοδάνεια, μίζες, ρουσφέτια, οικογενειοκρατία, πολυτέλεια των κυβερνώντων, κλοπές, απάτες, κλπ.). Αλλά αυτό σε επόμενη δημοσίευση, η οποία αναγκαστικά προβλέπεται να είναι… πολύ μεγαλύτερη.
Μάνος Δούκας
Για πιο επιστημονικές και λεπτομερείς αναλύσεις, μπορείτε να δείτε
1. Στο βιβλίο «ΛΑΜΟΓΙΑ ΣΤΟ ΧΑΚΙ» του Διονύση Ελευθεράτου
2. Στο https://www.imerodromos.gr/chounta-to-ikonomiko-thavma-itan-olethros/
Πρόκειται για εργασία των Χαράλαμπου και Αθανάσιου Πουλάκη, η οποία παρουσιάστηκε στο συνέδριο Νέων Οικονομολόγων (2 – 3 Δεκεμβρίου του 2017, με τίτλο: “H Πολιτική Οικονομία 1967-1974”.
3. Στην επισκόπηση του Βασίλη Καρίφη, «Η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967 – 1974)», στο «greekjunda.blogspot.com».
Από αυτές τις εργασίες είναι και τα διαγράμματα που χρησιμοποιήσαμε στο κείμενο.

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More