Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

21 Απρ 2023

Κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις: η μεγάλη απάτη

 Κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις: η μεγάλη απάτη - Militaire.gr

Είναι μια ιδέα που κάθε τόσο επανέρχεται: να εκπαιδεύσουμε τον λύκο για να παριστάνει το τσοπανόσκυλο. Παρά τη συστηματική αποτυχία τέτοιων προσπαθειών, η ελπίδα ξαναγεννιέται, κάθε φορά συνοδευόμενη από νέες, αποτελεσματικότερες μεθόδους. Κάπως έτσι προέκυψε η ιδέα της δημιουργίας «επιχειρήσεων με αποστολή», οι οποίες υποτίθεται ότι θα κατευνάσουν τους ανταγωνισμούς στους χώρους εργασίας και θα εξασφαλίσουν την καλή επικοινωνία των μετόχων, των διευθυνόντων και των μισθωτών σε συνθήκες κοινωνικής ειρήνης.

«Μόλις γκρεμίσατε το άγαλμα του Μίλτον Φρίντμαν!», δήλωνε γεμάτος υπερηφάνεια ο Εμμανουέλ Φαμπέρ στις 26 Ιουνίου 2020. Στη γενική συνέλευση της Danone (1), οι μέτοχοι ψήφισαν με πλειοψηφία που υπερέβαινε το 99% την υιοθέτηση της ιδιότητας «επιχείρηση με αποστολή». Αυτό το νομικό καθεστώς ιδρύθηκε από τον νόμο Pacte (2) («Σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη και τον μετασχηματισμό των επιχειρήσεων») του 2019. Μια πρωτιά για γαλλική εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο και μια ειρωνική αναφορά στον Αμερικανό οικονομολόγο που αγαπούν οι Γάλλοι εργοδότες. Στο εξής, ο «προορισμός» του γίγαντα του κλάδου των τροφίμων θεωρητικά δεν είναι μόνο η επίτευξη κερδών: υπάρχει και ένας ευγενέστερος σκοπός, «η βελτίωση της υγείας», καθώς και «η προστασία του πλανήτη και η ανανέωση των φυσικών πόρων». Ο Φαμπέρ, «ανθρωπιστής και εντελώς ασυνήθιστος επιχειρηματίας», όπως αρέσκεται να τον περιγράφει ο οικονομικός Τύπος, δεν αρκείται να ατενίζει κάθε μέρα στο γραφείο του τη φωτογραφία ενός άστεγου τραβηγμένη από τον Λη Τζέφρις: παραιτήθηκε επίσης από την ειδική εταιρική σύνταξη («retraite chapeau») ύψους 1,2 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως.

Έτσι, σύμφωνα με τον Φαμπέρ, η Danone ετοιμαζόταν να «επανεφεύρει ένα μοντέλο ζωντανής επιχείρησης, μια οικονομία που υπηρετεί τον άνθρωπο» (3) όταν, ξαφνικά, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο όμιλος ανακοίνωσε την κατάργηση 2.000 θέσεων εργασίας, εκ των οποίων οι 500 στη Γαλλία –το μεγαλύτερο πρόγραμμα μαζικών απολύσεων στην ιστορία του. Κι όμως, η κερδοφορία του είναι σημαντική, ενώ η πανδημία ελάχιστα επηρέασε τον κύκλο εργασιών του. Ωστόσο, η χρηματιστηριακή τιμή τoυ κατρακύλησε. Και η Danone είναι λιγότερο κερδοφόρα από τους ανταγωνιστές της, τη Nestlé και την Unilever. «Είναι οδυνηρό», αλλά «η προστασία της οικονομικής αποδοτικότητας και των κερδών έχει θεμελιώδη ρόλο για μια επιχείρηση», δήλωνε ο Φαμπέρ στον ραδιοφωνικό σταθμό France Inter στις 24 Νοεμβρίου 2020. Τέσσερις μήνες αργότερα, είδε την πόρτα της εξόδου από την εταιρεία.

Αλλά και ο Λάρρυ Φινκ, το αφεντικό της BlackRock (4), στις επιστολές που απευθύνει κάθε χρόνο στις επιχειρήσεις στις οποίες είναι μέτοχος, τους ζητάει να αποκτήσουν έναν «προορισμό» και, γενικότερα, να «εργαστούν για το κοινό καλό». Το 2021, ο διευθυντής του μεγαλύτερου διαχειριστή κεφαλαίων παγκοσμίως επέμεινε κυρίως στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστρωσης σχεδίων για να οδηγηθούμε στο «ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα». Κάτι που δεν τον εμπόδισε να διατηρήσει επενδύσεις ύψους 85 δισ. δολαρίων στον κλάδο του άνθρακα. Καμία σημασία δεν έχει το γεγονός ότι η BlackRock καταψήφισε το 90% των αποφάσεων των εταιρικών γενικών συνελεύσεων που απαιτούσαν την ανάληψη δράσης υπέρ του κλίματος: οι «New York Times» βλέπουν σε αυτά τα ευχολόγια του Φινκ «μια αποφασιστική στιγμή για την Γουόλ Στριτ, από εκείνες που εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την ίδια την φύση του καπιταλισμού» (5).

Όσο για τις πολυσχολιασμένες «αρχές εταιρικής διακυβέρνησης» της ισχυρής Business Roundtable του 2019, δεν συνοδεύτηκαν από πρακτικά αποτελέσματα. Αυτό το λόμπι Αμερικανών μεγαλοεπιχειρηματιών, στο οποίο εκπροσωπούνται μεταξύ άλλων η Apple, η Boeing, η JP Morgan Chase και η Amazon, είχε εντυπωσιάσει δηλώνοντας για πρώτη φορά ότι οι επιχειρήσεις δεν οφείλουν να υπηρετούν μονάχα τους μετόχους τους, αλλά «όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη». Μια αλλαγή ύφους που δεν εμπόδισε τους υπογράφοντες να καταγράψουν ποσοστά παραβιάσεων της περιβαλλοντικής και της εργατικής/ασφαλιστικής νομοθεσίας υψηλότερα από εκείνα που κατέγραψαν ομόλογες επιχειρήσεις που δεν προσυπέγραψαν το κείμενο αρχών (6). Διότι, αντίθετα απ’ όσα υποστηρίζει το επίσημο ευρωπαϊκό δόγμα περί «ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος» που εξασφαλίζουν οι καλές «κοινωνικές επιδόσεις», η δεοντολογία και η κερδοφορία είναι συχνά ανταγωνιστικές. Πράγματι, μια έρευνα της Ecole des Hautes Etudes Commerciales (7) δείχνει ότι «οι κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις έχουν διπλάσιες πιθανότητες να αποτελέσουν στόχο επιθετικής εξαγοράς από τα κερδοσκοπικά κεφάλαια» (8), καθώς πιστεύεται ότι τέτοιες εταιρείες δεν μεγιστοποιούν όσο θα μπορούσαν τα κέρδη των μετόχων.

«Δημιουργία ενός αποδεκτού φιλελευθερισμού»

«Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) απόκτησε επαγγελματικό χαρακτήρα και εργαλειοποιήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό», μας εξηγεί ο οικονομολόγος Τομά Λαμάρς. Ο στόχος: να γίνει αποδεκτή μια ολοένα και περισσότερο αμφισβητούμενη καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, παριστάνοντας ότι αποκηρύσσει τις υπερβολές της χρηματιστηριοποίησης και της βραχυπρόθεσμης στόχευσης, χωρίς ωστόσο να ενδίδει σε συγκεκριμένα αιτήματα για νομοθετική ρύθμιση, για έλεγχο των κεφαλαίων ή για φορολόγηση. Ο Ζαν-Ντομινίκ Σενάρ, ένας από τους συντάκτες της έκθεσης που ενέπνευσε τον νόμο Pacte, το έλεγε ξεκάθαρα στην οικονομική εφημερίδα «Les Echos» (9): «Η “λαμπρή μεταπολεμική τριακονταετία ” έχει περάσει προ πολλού και το κράτος πρόνοιας εξαφανίζεται. Υπάρχει σήμερα μια πραγματική ανάγκη να δημιουργηθεί ένα φιλελευθερισμός αποδεκτός από όλους. (…) Διότι, εάν δεν ακολουθήσουμε τον δρόμο ενός μη επιθετικού και αλληλέγγυου καπιταλισμού, θα βρεθούμε μπροστά σε τεράστια προβλήματα». Αυτά δήλωνε ο τότε επικεφαλής της Michelin, μερικούς μήνες πριν ξεσπάσει το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων. Δύο χρόνια και μία πανδημία αργότερα, ο Σενάρ, που πλέον διευθύνει τη Renault, ανήγγειλε την κατάργηση 4.600 θέσεων εργασίας στη Γαλλία και περισσότερων από 10.000 στο εξωτερικό, παρότι η συγκεκριμένη αυτοκινητοβιομηχανία έλαβε δάνεια εγγυημένα από το κράτος, ύψους 5 δισ. ευρώ.

Έτσι, οι νέες διατάξεις για την ευθύνη των επιχειρήσεων προκύπτουν από έναν νόμο που προβλέπει την ιδιωτικοποίηση πολλών δημόσιων επιχειρήσεων. Τα Αεροδρόμια του Παρισιού είναι προορισμένα να περάσουν σε χέρια ιδιωτών; Είναι κάτι τέτοιο τόσο προβληματικό από τη στιγμή που ο όμιλος απέκτησε έναν νέο «προορισμό», δηλαδή «να υποδέχεται τους επιβάτες, να εκμεταλλεύεται και να σχεδιάζει τα αεροδρόμια κατά τρόπο υπεύθυνο, ανά τον κόσμο»; Η συνταγή είναι παλιά. Το 2006, ο Ντέιβιντ Κάμερον, εκείνη την εποχή ηγέτης του βρετανικού Συντηρητικού Κόμματος και μελλοντικός πρωθυπουργός, είχε προδώσει το μυστικό μιλώντας στους επιχειρηματίες. Όσοι «εξακολουθούν να θεωρούν την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων ένα είδος σοσιαλισμού διά της πλαγίας οδού» ας ηρεμήσουν: «Όσο περισσότερο οι επιχειρήσεις υιοθετούν εκούσια τις κοινωνικά υπεύθυνες πρακτικές (…) τόσο περισσότερο γίνεται αξιόπιστη η έκκληση για ελάφρυνση των ελέγχων και του ρυθμιστικού πλαισίου» (10).

Κατά τον ίδιο τρόπο, η τάση για απορρύθμιση που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση συνοδεύεται από εκκλήσεις των Βρυξελλών για «να ξεπεραστούν οι νομικές υποχρεώσεις» των επιχειρήσεων μέσω «εκούσιων εγχειρημάτων κοινωνικής ευθύνης» (11). Κάπως δηλαδή σαν τον όμιλο των γαλλικών ταχυδρομείων La Poste, που άνοιξαν το κεφάλαιό τους σε ιδιώτες, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συστάσεις. Το 2020 βαθμολογήθηκαν με 75 στα 100 (την υψηλότερη βαθμολογία που έχει ποτέ απονείμει ο οίκος εξωοικονομικής αξιολόγησης Vigeo Eiris) ως αναγνώριση, μεταξύ άλλων, του μεγέθους του στόλου των ηλεκτρικών οχημάτων της και του υψηλού ποσοστού απασχόλησης ατόμων με ειδικές ανάγκες (7%). Οι πενήντα περίπου αυτοκτονίες εργαζόμενων που καταγράφηκαν μέσα σε δύο χρόνια, εξαιτίας της βίαιης αναδιοργάνωσης των εργασιακών πρακτικών, δεν φαίνεται να μέτρησαν…

Όσο ανώδυνες κι αν φαίνονται αυτές οι ανθρωπιστικές δηλώσεις για τον ρόλο των επιχειρήσεων μέσα στην κοινωνία, δεν θα μπορούσαμε να τις θεωρήσουμε απλές εκστρατείες μάρκετινγκ. Η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν υπήρξαν ποτέ ομόφωνα αποδεκτές, ούτε μεταξύ των καπιταλιστών ούτε και μεταξύ των αντινεοφιλελεύθερων ακτιβιστών. Οι θεωρητικός και στρατηγικός διάλογος γύρω από τους σκοπούς της δραστηριότητας των επιχειρήσεων ξεκίνησε στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950, τη στιγμή όπου πολλαπλασιάζονταν οι σύγχρονες μετοχικές εταιρείες, οι οποίες έχουν την ιδιαιτερότητα ότι δεν διευθύνονται πλέον από εργοδότες-ιδιοκτήτες Για μια ιστορία του διαλόγου γύρω από το «ηθικό μάνατζμεντ», βλ. (12). Καθώς οι μισθωτοί μάνατζερ που τους αντικατέστησαν δεν έχουν πλέον το κίνητρο να αυξάνουν την αξία της επιχείρησης ώστε να την κληρονομήσουν στους απογόνους τους, στο όνομα ποιου πράγματος ασκούν πλέον την εξουσία τους; Ο οικονομολόγος Χάουαρντ Μπόουεν πρόσφερε την απάντηση (13), εισάγοντας την έννοια της «κοινωνικής ευθύνης» των επικεφαλής των επιχειρήσεων, οι οποίοι θεωρητικά αντλούν την νομιμοποίησή τους από το γεγονός ότι, καθώς δεν είναι ιδιοκτήτες της επιχείρησης, είναι σε θέση να λάβουν υπόψη «τα συμφέροντα όλων των επηρεαζόμενων μερών», κάτι που οφείλει να εκφράζεται και με πράξεις φιλανθρωπίας.

Ενόσω η άνθηση των κινημάτων αμφισβήτησης τη δεκαετία 1960 υποχρέωνε ακόμα περισσότερο τις επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν ευθύνες, οι νεοφιλελεύθεροι διανοητές ανησυχούσαν: μήπως ήταν επικίνδυνο να αναγνωριστεί με έμμεσο τρόπο ότι οι επιχειρήσεις αποτελούν χώρους εξουσίας χωρίς πλήρη νομιμοποίηση, αφού τους αποδίδουμε και άλλη αποστολή εκτός από την κερδοφορία; Για τον Φρίντμαν, «το δόγμα της “κοινωνικής ευθύνης” προϋποθέτει την αποδοχή της σοσιαλιστικής οπτικής, σύμφωνα με την οποία οι πολιτικοί μηχανισμοί, και όχι οι μηχανισμοί της αγοράς, είναι οι πλέον κατάλληλοι για τον καθορισμό της κατανομής των πόρων» (14). Εάν αποδεχθούμε ότι δικαιούμαστε «να απευθύνουμε σε αυτές τις μορφές ιδιωτικής διακυβέρνησης το ίδιο είδος ερωτημάτων με εκείνα που θέτουμε στα υπόλοιπα είδη διακυβέρνησης», προειδοποιούσε το 1960 μια έκθεση του Ιδρύματος Ροκφέλερ, θα προκύψει αναγκαστικά μια αντίφαση ανάμεσα «στη δημοκρατική παράδοση μιας διακυβέρνησης βασισμένης στην κοινωνική συναίνεση και στις αναπόφευκτα ιεραρχικές και αυταρχικές διαδικασίες του επιχειρηματικού κόσμου» (15). Κι ο Πίτερ Ντρούκερ, ο «πάπας του μάνατζμεντ», υπενθύμιζε μια ιστορική σταθερά: «Όλες οι φωτισμένες δεσποτείες κατέληξαν να πυροδοτήσουν μια επανάσταση» (16).

Προκειμένου να αντικρούσουν αυτές τις προσδοκίες, οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι επινόησαν την δεκαετία του 1970 τις «νέες θεωρίες για την επιχείρηση», που προωθούν ένα συμφιλιωτικό εταιρικό όραμα. Οι ιεραρχίες ανήκουν στο παρελθόν, όπως και οι ευθύνες που απέρρεαν από αυτές: πλέον, υπάρχει μονάχα ένα σύνολο συμβατικών σχέσεων μεταξύ ελεύθερων και ισότιμων παραγόντων. Αυτή η επίθεση επέτρεψε τη μόνιμη αποπολιτικοποίηση των θεωριών για την εταιρική κοινωνική ευθύνη, οι οποίες συνέχισαν να αναπτύσσονται κατά τη δεκαετία του 1980, καθώς και εκείνων που επιστρατεύουν την έννοια των «ενδιαφερόμενων μερών» (stakeholders) (17), τα οποία οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη στον ίδιο βαθμό με τους μετόχους (shareholders).

Ο νόμος Pacte αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο στην ιστορία της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στην Γαλλία: για πρώτη φορά αναθεωρείται στον Αστικό Κώδικα ο ορισμός του κοινωνικού σκοπού της επιχείρησης, η οποία πλέον καλείται να λαμβάνει υπόψη «τα κοινωνικά και τα περιβαλλοντικά διακυβεύματα της δραστηριότητάς της». Πρόκειται για μια πολύ μέτρια πρόοδο: «Βασικό μέλημα της κυβέρνησης ήταν να αποφύγει να αλλάξει τον Ποινικό Κώδικα ώστε να καταστούν ποινικά υπόλογοι οι επικεφαλής των επιχειρήσεων», παρατηρεί ο Ζαν-Φιλίπ Ντενί, ερευνητής στη διοίκηση επιχειρήσεων. Πράγματι, μετά από κάποιες διαμαρτυρίες, η γαλλική εργοδοσία προσαρμόστηκε γρήγορα στον νόμο. Το Κίνημα Επιχειρήσεων της Γαλλίας (Medef, το αντίστοιχο του ελληνικού ΣΕΒ) υιοθέτησε μάλιστα έναν «προορισμό» τον Ιανουάριο του 2019: «Κοινή δράση για την προώθηση μιας υπεύθυνης οικονομικής ανάπτυξης».

Ωστόσο, εμμένοντας στην παράδοση του Φρίντμαν, ένα τμήμα του γαλλικού κεφαλαίου εξακολουθεί να διάκειται εχθρικά απέναντι στη ρητορική της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Ο Ζαν-Σαρλ Σιμόν, φιλελεύθερος επιχειρηματίας και ατυχήσας υποψήφιος για την προεδρία του Medef το 2018, μας εξηγεί ότι κατά τη γνώμη του ο κίνδυνος είναι λιγότερο νομικός και περισσότερο πολιτισμικός: «Το να υποστηρίζουμε ότι ο καπιταλισμός οφείλει να αναπτύξει την υπευθυνότητά του αποτελεί ένα επικίνδυνο παιχνίδι, γιατί συνιστά ομολογία αποτυχίας. Κατά κάποιον τρόπο, όποιος απολογείται, δηλώνει την ενοχή του. Οι επιχειρήσεις αρχίζουν να εμπλέκονται σε έναν φαύλο κύκλο, καθώς ποτέ δεν θα έχουν κάνει αρκετές παραχωρήσεις». Πράγματι, μόλις ο Φαμπέρ ανακοίνωσε τη μείωση της αμοιβής του στην Danone, η Oxfam (18) του ζήτησε επιτακτικά να κάνει ένα επιπλέον βήμα και «να αναλάβει την αταλάντευτη δέσμευση ότι θα εντάξει στους στόχους της επιχείρησής του τη θέσπιση πλαφόν στα κέρδη που διανέμονται στους μετόχους, με τα υπερβάλλοντα κέρδη να κατευθύνονται σε ένα ειδικό ταμείο αφιερωμένο στη μετάβαση της επιχείρησής του σε ένα κοινωνικό και οικολογικό μοντέλο» (19). Όσο κι αν ο Σιμόν συμμερίζεται την επιθυμία των οπαδών της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης «να αποφευχθεί η επανάσταση», θεωρεί ότι «είναι προτιμότερο να αποδεχθούμε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει ένα βάναυσο σύστημα και να αναπτύξουμε παιδαγωγική δράση ώστε να εξηγήσουμε γιατί, παρ’ όλα αυτά, είναι το μοναδικό εφικτό σύστημα».

Πιο απρόσμενη είναι η καταγγελία του για την αντιδημοκρατική φύση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης: «Ο ρόλος της γενικής συνέλευσης μιας επιχείρησης δεν είναι η λήψη αποφάσεων για τη σωτηρία του πλανήτη. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη αποτελεί μια ιδιωτικοποίηση του συλλογικού συμφέροντος. Και, αν θεωρούμε ότι οι επιχειρήσεις ενεργούν με τρόπο νόμιμο πλην όμως ανεύθυνο, εναπόκειται στο κράτος να νομοθετήσει προκειμένου να φορολογήσει ή να απαγορεύσει μια δραστηριότητα που κρίνεται επικίνδυνη ή ρυπογόνα». Παραδόξως, η θέση του συναντά εν μέρει εκείνη του Ρόμπερτ Ράιχ, του Αμερικανού οικονομολόγου και υποστηρικτή του Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος χαρακτηρίζει «απάτη» την εταιρική κοινωνική ευθύνη (20): «Ο μοναδικός τρόπος να καταστούν οι επιχειρήσεις κοινωνικά υπεύθυνες είναι η ψήφιση νόμων που, λόγου χάρη, θα τις υποχρεώνουν να δίνουν σημαντικότερο ρόλο στους εργαζομένους τους κατά τη λήψη των αποφάσεων ή να καταβάλλουν αποζημιώσεις στις κοινότητες που πλήττονται από το κλείσιμο των μονάδων τους, αλλά και θα αυξάνουν τη φορολογία επί των εταιρικών κερδών».

Laura Raim

Δημοσιογράφος
μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος

(1(Σ.τ.Μ) Γαλλικός πολυεθνικός όμιλος με κύρια δραστηριότητα την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων. Έχει παρουσία σε 120 χώρες και κατέχει την 3η θέση στην παγκόσμια αγορά γαλακτοκομικών.

(2(Σ.τ.Μ) Το ακρωνύμιο «Pacte » στη γαλλική γλώσσα σημαίνει «σύμφωνο», «συμφωνία».

(3Λόγος του Φαμπέρ ενώπιον των μετόχων στις 26 Ιουνίου 2020.

(4Βλ. Sylvain Leder, «BlackRock, la finance au chevet des retraités français», Le Monde diplomatique, Ιανουάριος 2020.

(5Andrew Ross Sorkin, «BlackRock’s message: Contribute to society, or risk losing our support», «The New York Times», 15 Ιανουαρίου 2018.

(6Aneesh Raghunandan και Shivaram Rajgopal, «Do socially responsible firms walk the talk?», Social Science Research Network (SSRN), Απρίλιος 2021, https://papers.ssrn.com.

(7(Σ.τ.Μ) Η Ecole des Hautes Etudes Commerciales (HEC) είναι η πλέον φημισμένη γαλλική σχολή διοίκησης επιχειρήσεων.

(8Mark R. DesJardine, Emilio Marti και Rodolphe Durand, «Why activist hedge funds target socially responsible firms: The reaction costs of signaling corporate social responsibility», «Academy of Management Journal», Νέα Υόρκη, 22 Απρίλιος 2020.

(9Muriel Jasor, «Jean-Dominique Senard: “Le sens et le pourquoi nourrissent la motivation”», «Les Échos», Paris, 8 Ιούνιος 2018.

(10Λόγος του Κάμερον ενώπιον της οργάνωσης Business in the Community, 6 Μαΐου 2006.

(11«Πράσινο βιβλίο - Προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλλες, 2001, https://eur-lex.europa.eu.

(12Grégoire Chamayou, La Société ingouvernable. Une généalogie du libéralisme autoritaire, La Fabrique, Paris, 2018.

(13Howard Bowen, Social Responsibilities of the Businessman, Harper, Νέα Υόρκη, 1953.

(14Milton Friedman, «A Friedman doctrine – The social responsibility of business is to increase its profits», «The New York Times», 13 Σεπτεμβρίου 1970.

(15«The power of the democratic idea», έκτη έκθεση του Rockefeller Brothers Fund Special Studies Project, Doubleday, Garden City (Νέα Υόρκη), 1960.

(16Peter F. Drucker, The New Society: The Anatomy of the Industrial Order, Harper, Νέα Υόρκη, 1950.

(17R. Edward Freeman, Strategic Management: A Stakeholder Approach, Pitman, Βοστόνη, 1984.

(18(Σ.τ.Μ.) Συνομοσπονδία ανθρωπιστικών οργανώσεων που μάχονται ενάντια στην πείνα και στις κοινωνικές ανισότητες ανά τον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1942 στην Οξφόρδη για να βοηθήσει την κατεχόμενη Ελλάδα όπου η πείνα προκαλούσε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, στρεφόμενη ενάντια στην επίσημη βρετανική πολιτική, η οποία συνέχιζε τον σκληρό ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας τη στιγμή που οι Γερμανοί κατακτητές άρπαζαν τα ντόπια τρόφιμα.

(19«Lettre ouverte du Mouves et Oxfam à Emmanuel Faber, PDG de Danone», 25 Ιουνίου 2020, http://mouves.impactfrance.eco.

(20Robert Reich, «The sham of corporate social responsibility», 31 Δεκεμβρίου 2019, https://robertreich.org.

Γαλλία: Από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης

 Γαλλία: Από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης -  Militaire.gr

Εδώ και εβδομάδες, η Γαλλία συγκλονίζεται από άκρη σε άκρη από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις που γνώρισε εδώ και δεκαετίες. Με αφορμή την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση οι διαδηλωτές είπαν ταυτόχρονα όχι και σε μια κοινωνία όπου ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, όπου η κερδοσκοπική συσσώρευση υπερισχύει της αλληλεγγύης. Όπως συμβαίνει όταν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα περνάει από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Οι πάντες, ή σχεδόν οι πάντες, λατρεύουν το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης. Ακόμη και ο Εμμανουέλ Μακρόν. Ένα σύστημα όπου «εκείνος που εργάζεται πληρώνει για εκείνον ή εκείνη που βρίσκεται στη σύνταξη», εξηγούσε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2019 στο Ροντές, για να καταλήξει: «αυτή είναι η δύναμή μας». Η πρωθυπουργός Ελιζαμπέτ Μπορν δηλώνει ότι μάχεται για να αποφευχθεί η εξαφάνιση του αναδιανεμητικού συστήματος «προς όφελος του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, που ενσαρκώνει τη βασιλεία του “ο καθένας για τον εαυτό του”» (1). Μόνο ορισμένοι εμμονικοί διακινδυνεύουν ακόμη να υποστηρίξουν ότι κάθε οικονομικά ενεργός πολίτης θα έπρεπε να χρηματοδοτεί το μεγαλύτερο μέρος της σύνταξής του από την αποταμίευση και τα εισοδήματα που αποφέρουν οι τοποθετήσεις της. Όπως ο Νταβίντ Λισνάρ, δήμαρχος του κόμματος της Δεξιάς Les Républicains (LR) στις Κάννες, μία από τις ακριβότερες πόλεις στον κόσμο, όπου το 34% των κατοίκων είναι συνταξιούχοι, σύμφωνα με το γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών (Insee). Ή ο Φιλίπ Ζουβέν, βουλευτής του ίδιου κόμματος (LR), ο οποίος το 2021 αποκόμισε καθαρά εισοδήματα 209.455 ευρώ από τις διάφορες δημόσιες θέσεις του και από τη δραστηριότητά του ως ιατρός (2). Ή, ακόμη, ορισμένες δεξαμενές σκέψης αμετακίνητες από τις απόψεις τους, όπως το Ίδρυμα για την Έρευνα στη Δημόσια Διοίκηση και στις Δημόσιες Πολιτικές (Ifrap) της Ανιές Βερντιέ-Μολινιέ ή τα Ινστιτούτα Μολινάρι και Σάπιενς, καθώς και τα φερέφωνά τους στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, δηλαδή η εφημερίδα «L’Opinion» και ο Ντομινίκ Σε στον δημόσιο ραδιοφωνικό σταθμό France Inter ή στην οικονομική εφημερίδα «Les Echos».

Με εξαίρεση τις λιγοστές αυτές φωνές, το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης υποτίθεται ότι δεν έχει εχθρούς. Και όμως, όπως διαπίστωνε πρόσφατα η εφημερίδα «Le Monde», «υποχωρεί λίγο-λίγο» (3). Ενώ το 2011 9,7 εκατομμύρια Γάλλοι πλήρωναν εισφορές σε κάποιο κεφαλαιοποιητικό επικουρικό ταμείο σε επίπεδο επιχείρησης ή σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, δέκα χρόνια αργότερα το έκαναν 15,3 εκατομμύρια. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας αυτής, το συνολικό ύψος των ασφαλιστικών εισφορών αυτής της κατηγορίας σχεδόν διπλασιάστηκε, αγγίζοντας πλέον τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Στο εξής, μολονότι οι σχετικές καταβολές συντάξεων για το 2021 δεν αντιστοιχούσαν παρά στο 2,3% των συνολικών συνταξιοδοτικών καταβολών, το ποσοστό αυτό διαρκώς αυξάνεται και μεσοπρόθεσμα αναμένεται να σημειώσει κατακόρυφη άνοδο. Εξάλλου, οι ασφαλιστικές εταιρείες το περιμένουν: εδώ και δέκα χρόνια, το ύψος των προβλέψεών τους για τις μελλοντικές επικουρικές συντάξεις –δηλαδή τα αποθέματα που συσσωρεύουν για τη μελλοντική καταβολή τους– αυξήθηκαν κατά 70%, υπερβαίνοντας τα 250 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι δηλαδή κατά πολύ υψηλότερα των αποθεμάτων που επιβάλλει η νομοθεσία για τα ταμεία υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης (κυρίως για την Agirc-Arrco), τα οποία κυμαίνονται λίγο κάτω από τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ (4).

Τι ονειρεύονται οι σοσιαλδημοκράτες;

Πώς να εξηγηθεί μια τόσο σοβαρή εξέλιξη για μια κοινωνία που δεν είχε ζητήσει τίποτε ανάλογο; Πώς το σχέδιο αυτό σημείωσε τέτοια πρόοδο μέσα σε μια δεκαετία, τη στιγμή που ούτε η μεταρρύθμιση της σύνταξης γήρατος του Νικολά Σαρκοζί, το 2010, ούτε εκείνη του Φρανσουά Ολάντ, το 2013, δεν προέβλεπαν την επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα και στις συντάξεις;

Τη δεκαετία του 1980, όταν αναδύεται ο φόβος για ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων, ανοίγει μια συζήτηση για την προσφυγή στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης «με την υποστήριξη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ιδιαίτερα του ασφαλιστικού τομέα, ο οποίος βλέπει μια νέα αγορά στις συντάξεις» (5), όπως θα εξηγήσει ο Μισέλ Λαρόκ, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων. Το χρηματιστηριακό κραχ του 1987 ανακόπτει προσωρινά τον μεταρρυθμιστικό οίστρο. Τα επόμενα χρόνια όμως, οι εκθέσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας ή το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακινούν και επιβάλλουν ως θεμιτή μια θεώρηση του ασφαλιστικού συστήματος βασισμένη σε τρεις πυλώνες –τον αναδιανεμητικό πυλώνα, τον κεφαλαιοποιητικό πυλώνα και τον πυλώνα της ιδιωτικής αποταμίευσης. Έτσι, οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί ενθαρρύνουν τις κινήσεις διείσδυσης του χρηματοπιστωτικού τομέα στον κλάδο των συντάξεων, εκεί όπου κυριαρχούσε η φορολόγηση και οι κοινωνικές εισφορές (6). Το 1991, στο βιβλίο τους L’Heure des choix, ο Ολάντ και ο σοσιαλιστής σύντροφός του Πιερ Μοσκοβισί μπορούν να εμφανίσουν την προσφυγή στα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία ως ένα «όνειρο τόσο καπιταλιστικό όσο και σοσιαλδημοκρατικό, που κάνει το γαλλικό μοντέλο να ξεθωριάζει, καθώς οι επιχειρήσεις μας πολύ συχνά συνδυάζουν υψηλά επίπεδα χρέους με απαγορευτικά επιτόκια και ανεπαρκή ίδια κεφάλαια, χωρίς αποφασιστική σύνδεση των εργαζομένων με την πορεία της επιχείρησης».

Ήταν η εποχή της διαπαιδαγώγησης: η εποχή της αποπολιτικοποίησης, όπου η αυτοκρατορία των ειδικών συνέτριβε τις δημοκρατικές επιλογές. Αλλά και η εποχή του παράφορου έρωτα των μέσων ενημέρωσης για τα ξένα μοντέλα, των οποίων η δήθεν ανωτερότητα έκανε το γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης να μοιάζει αρχαϊκό. Το ολλανδικό μοντέλο. Το μοντέλο του Ηνωμένου Βασιλείου και του Τόνι Μπλερ, όπου τα συνταξιοδοτικά ταμεία κατέχουν στοιχεία ενεργητικού εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα σχετικά δημοσιεύματα πολλαπλασιάζονταν –από πανεπιστήμια, ιδρύματα ή εργοδοτικές οργανώσεις, όπως οι δημοσιεύσεις του France Pensions, μιας ένωσης όπου συμμετέχουν μια σειρά επιχειρηματίες, με πρόεδρο τον Ρεϊμόν Σουμπί, μετέπειτα σύμβουλο κοινωνικών υποθέσεων του Σαρκοζί– και προωθούσαν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα στις διάφορες εκδοχές του.

Ενώ το 1980 μια έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού (7) κατήγγελλε το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ως «κοινωνική οπισθοδρόμηση που στηριζόταν σε οικονομικές ψευδαισθήσεις» (8), το 1999 ο ίδιος ο επικεφαλής της Ζαν-Μισέλ Σαρπέν το υποστήριζε στην εισήγησή του «Το μέλλον των συντάξεών μας», η οποία συντάχθηκε κατόπιν αιτήματος του τότε πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν και στηριζόταν σε συγκρίσεις με το αμερικανικό, το καναδικό και το βρετανικό μοντέλο: «Η τεχνική της συλλογικής κεφαλαιοποίησης», συνόψιζε ο Σαρπέν, «θα μπορούσε να προσφέρει ένα χρήσιμο στήριγμα στη διαχείριση του αναδιανεμητικού γαλλικού ασφαλιστικού συστήματος». Την προηγούμενη χρονιά, ο Ολιβιέ Νταβάν, πρώην τραπεζίτης στη Goldman Sachs, σε σημείωμά του προς το Συμβούλιο Οικονομικής Ανάλυσης (CAE), είχε από την πλευρά του χρησιμοποιήσει το επιχείρημα της τότε εκτόξευσης των χρηματιστηριακών αξιών για να ασκήσει κριτική στις μέτριες αποδόσεις του αναδιανεμητικού συστήματος.

Στην πράξη, ωστόσο, παρά την κινητοποίηση των ελίτ, η υπόθεση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης προχωρά ελάχιστα εκείνη την εποχή. Το κίνημα ενάντια στο σχέδιο Ζιπέ, το 1995, ανέδειξε πολύ καθαρά τους δεσμούς της γαλλικής κοινωνίας με το αναδιανεμητικό σύστημα και την κοινωνική ασφάλιση –όπως και την αποφασιστικότητά της να τα υπερασπιστεί. Όσο για τις ασφαλιστικές εταιρείες, φοβούνταν τον ανταγωνισμό των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων, τα οποία θα έρχονταν να αποσπάσουν σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεων, σε βάρος κυρίως των ασφαλειών ζωής. Κατά τη δεκαετία του 1990, οι ασφαλιστικές εταιρείες έπεισαν τη γαλλική κυβέρνηση να καθυστερήσει την ενσωμάτωση μιας ευρωπαϊκής οδηγίας για το πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων, κάτι που, τελικά, θα συμβεί το 2003. Και μολονότι, τον Ιανουάριο του 2008, η έκθεση της Επιτροπής για την Απελευθέρωση της Ανάπτυξης –με πρόεδρο τον Ζακ Αταλί και εξέχον μέλος τον Εμμανουέλ Μακρόν– πρότεινε την αυτόματη ένταξη στα ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία, η τύχη τους σφραγίστηκε μερικούς μήνες αργότερα από το χρηματοπιστωτικό κραχ, που είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση των σχετικών μοντέλων και των υποστηρικτών τους στη Γαλλία: κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2008, 925.000 ηλικιωμένοι Αμερικανοί αναγκάστηκαν να εργαστούν ξανά μετά την κατάρρευση των συνταξιοδοτικών φορέων τους. 104.000 από αυτούς ήταν πάνω από 75 ετών (9).

Μόνο τα υψηλά εισοδήματα δεν ανησυχούν

Και όμως, για μία ακόμη φορά, το κεφαλαιοποιητικό σύστημα επανακάμπτει. Και εκεί όπου κυριαρχούσε και εκεί όπου μόλις εμφανιζόταν. Σήμερα, σε τέτοιες συνταξιοδοτικές λύσεις καταφεύγουν διπλάσιοι Γάλλοι σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση του 2008. Διότι, στην πραγματικότητα, η ενίσχυση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης οφείλεται στον μακρόχρονο συνδυασμό ελλιπούς χρηματοδότησης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων και θέσπισης κεφαλαιοποιητικών επικουρικών καθεστώτων ασφάλισης. Δηλαδή, με λίγα λόγια, οφείλεται σε έναν μηχανισμό που συνίσταται στην υποβάθμιση εκείνου που λειτουργεί για να επιβληθεί μοιραία εκείνο που κανείς δεν επιθυμούσε. Κατ’ αρχάς, υπάρχει η μείωση του «εργασιακού κόστους». Οι απαλλαγές από τις ασφαλιστικές εισφορές ή οι πολιτικές παγώματος των μισθών, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα, στεγνώνουν τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων. Η κινδυνολογία συντηρεί τον «μύθο της τρύπας στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης» (10) και δικαιολογεί την κοινωνική οπισθοδρόμηση. Στη συνέχεια, υπάρχει η υποβάθμιση στο επίπεδο των συντάξεων, ήδη από την εποχή της πρώτης αντι-μεταρρύθμισης του 1993, η οποία οδηγεί στον υπολογισμό τους με βάση τα 25 καλύτερα έτη αντί για τα 10 –με τη συγκεκριμένη τάση, μάλιστα, να ενισχύεται αισθητά τα πρόσφατα χρόνια. Τέλος, υπάρχει το άγχος που μεγαλώνει. Η ανησυχία γύρω από τη βιωσιμότητα του αναδιανεμητικού συστήματος ασφάλισης, η ανησυχία για το τι θα αντιμετωπίσει κάποιος στο τέλος της σταδιοδρομίας του. Και ο πειρασμός να στραφεί προς τα κεφαλαιοποιητικά ασφαλιστικά προϊόντα που εισήγαγε ο νομοθέτης, πριν τα συνενώσει το 2019 σε ένα ενιαίο προϊόν, το αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα (plan épargne-retraite, PER).

Το 2022, ο αριθμός όσων εντάχθηκαν στο αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα αυξήθηκε κατά 30% σε σχέση με την ήδη εξαιρετική χρονιά του 2021. Και «οι σχετικές τοποθετήσεις δεν είναι οι μόνες που ωφελήθηκαν από το άγχος των αποταμιευτών σε σχέση με τη σύνταξή τους», διαπίστωνε η εφημερίδα «Le Figaro» στις 3 Φεβρουαρίου 2023. «Οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων στον τομέα των ακινήτων, οι οποίες επενδύουν σε κτίρια (γραφεία, εμπορικά καταστήματα) και καταβάλουν μια τακτική απόδοση, τα πήγαν εξίσου εξαιρετικά πέρσι». Ορισμένα από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που διαθέτουν στην αγορά τα προϊόντα αυτά δεν διστάζουν να επωφεληθούν από τέτοιους φόβους. Τον Ιούλιο του 2019, η γαλλική ΑΧΑ αναρτά διαφήμιση στο Διαδίκτυο. «Σήμερα, η χρηματοπιστωτική ισορροπία του ασφαλιστικού συστήματος αμφισβητείται», μπορεί κάποιος να διαβάσει στο σχετικό γράφημα, και «η προγραμματισμένη μείωση των μελλοντικών συντάξεων» αναδεικνύει «την ελκυστικότητα του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης». Στις 5 Δεκεμβρίου 2022, ενώ η κυβέρνηση Μπορν οριστικοποιεί το σχέδιο συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, είναι η σειρά της Crédit Agricole Assurances να ανακοινώσει με δελτίο Τύπου τη δημιουργία του δικού της ταμείου επικουρικής επαγγελματικής σύνταξης «την ώρα που η προετοιμασία για τη σύνταξη αναδεικνύεται σε μεγάλη πηγή ανησυχίας για πολλούς Γάλλους». Και, στις 16 Ιανουαρίου 2023, σε σημείωμά του για τον ιστότοπο Boursorama, ο Φιλίπ Τρενάρ, chief risk officer της εταιρείας αντασφάλισης Scor, δραματοποιεί την κατάσταση του αναδιανεμητικού συστήματος («βαθιά ελλειμματικό»): «Για τους Γάλλους που δεν είναι ούτε δημόσιοι υπάλληλοι ούτε δικαιούχοι της ελάχιστης σύνταξης γήρατος, είναι ακόμη πιο επιτακτική ανάγκη σήμερα από ό,τι χθες να ενταχθούν σε ένα αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που θα τους επιτρέψει να λειάνουν κάπως το βιοτικό επίπεδό τους σε όλη τη διάρκεια του κύκλου της ζωής».

Στις διαφημίσεις τους, οι ασφαλιστικές εταιρείες προβάλλουν επίσης τις σημαντικές φοροαπαλλαγές που επιτρέπει η ένταξη σε ένα αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Μεταφέρουν την ομιλία προς τον ασφαλιστικό κλάδο του υπουργού Οικονομίας Μπρινό Λεμέρ, ο οποίος, στις 25 Οκτωβρίου 2019, καυχιόταν ότι τους έχει προσφέρει ένα «σημαντικό» πλεονέκτημα. Πράγματι, είναι πλέον εφικτό να αφαιρέσει κάποιος από το φορολογητέο εισόδημά του τέτοιου είδους εισφορές, μέχρι του ποσού των 32.419 ευρώ. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για το λόμπι. Στις «προτάσεις εν όψει των προεδρικών εκλογών», τις οποίες δημοσίευσε στις αρχές του 2022, η ένωση των γαλλικών ασφαλιστικών εταιρειών France Assureurs ζητά τον διπλασιασμό του ορίου φοροαπαλλαγών.

Τον χειμώνα 2019-2020, ωστόσο, πάρα πολλοί Γάλλοι συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις ενάντια στο λεγόμενο «συστημικό» σχέδιο μεταρρύθμισης, το οποίο θα άνοιγε επιπλέον προοπτικές στα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία ή σε διαχειριστές κεφαλαίων όπως η BlackRock (11). Ο γαλλικός λαός δεν ψήφισε ποτέ υπέρ μιας τέτοιας διεύρυνσης του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης, όπως δεν ψήφισε ποτέ υπέρ της αποδιάρθρωσης των ταχυδρομείων και των πανεπιστημίων ή της αραίωσης των μικρών και μεσαίων σιδηροδρομικών δρομολογίων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η υποβάθμιση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών υποχρέωσε τους χρήστες να καταφύγουν σε υποκατάστατα: τις ψηφιακές συναλλαγές, τη συλλογική χρήση αυτοκινήτων, την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Ή το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης. Είναι προσφορές στις οποίες συνηθίζουμε, ή τουλάχιστον υποκύπτουμε. Ακόμη κι αν, τον Οκτώβριο του 2023, η Τράπεζα της Αγγλίας χρειάστηκε να αγοράσει ομόλογα του βρετανικού Δημοσίου αξίας αρκετών δισεκατομμυρίων βρετανικών λιρών προκειμένου να σώσει από την κερδοσκοπική κατάρρευση τα ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία που διαχειρίζονται τις συντάξεις 30 εκατομμυρίων Βρετανών. Ακόμη κι αν το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης θα βρεθεί ακόμη πιο αποδυναμωμένο.

Χωρίς αμφιβολία, τα πλουσιότερα νοικοκυριά θα τα καταφέρουν. Οι υπόλοιποι δυσκολότερα. Σύμφωνα με τη γαλλική στατιστική υπηρεσία, το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 4 φορές μεγαλύτερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20%. Οι αποταμιεύσεις τους είναι 10 φορές μεγαλύτερες. Επομένως, η ικανότητα αποταμίευσης αυξάνεται πολύ γρηγορότερα από την ικανότητα εξασφάλισης εισοδήματος. Και για τα πιο ταπεινά εισοδήματα δεν περισσεύει σχεδόν τίποτε κάθε μήνα. Άραγε, θα αγαπήσουν όλοι το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης;

Επίμετρο: Πολύμορφα συστήματα

Πέρα από τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ αναδιανεμητικού και κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης, καθένα από τα δύο συστήματα μπορεί να προσλάβει αρκετά διαφορετικές μορφές.

Στο αναδιανεμητικό σύστημα, υπάρχουν καθεστώτα κύριων και επικουρικών συντάξεων. Και στις δύο περιπτώσεις, το σύστημα χαρακτηρίζεται από τη διαγενεακή αλληλεγγύη: οι σημερινές συντάξεις χρηματοδοτούνται από τις σημερινές εισφορές. Αλλά η λειτουργία των καθεστώτων κύριας σύνταξης με βάση τα έτη ασφάλισης είναι διαφορετική από τα καθεστώτα συγκέντρωσης μονάδων της Agirc-Arrco, η οποία καταβάλλει επικουρικές συντάξεις ανάλογες με τις δηλωθείσες αποδοχές.

Από την άλλη, η ένταξη σε ένα κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό προϊόν μπορεί να είναι ατομική ή συλλογική. Στη Γαλλία, υπάρχουν αποταμιευτικά-συνταξιοδοτικά προγράμματα (PER) σε επίπεδο επιχείρησης. Υπάρχει επίσης ένα δημόσιο ίδρυμα που αναλαμβάνει τις επικουρικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων (RAFP). Η οντότητα αυτή, στην οποία εισρέουν και οι εργοδοτικές εισφορές της δημόσιας διοίκησης, διαχειρίζεται τα 40 δισεκατομμύρια των περιουσιακών στοιχείων της όπως ένα αγγλοσαξονικό ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο, κεφαλαιοποιώντας τις εισφορές και αποδίδοντας το προϊόν τους στους δικαιούχους όταν σταματήσουν να εργάζονται.

Gregory Rzepski

Συντονιστής του Action-Critique-Médias
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης

(1Συνέντευξη στην εφημερίδα «Journal du dimanche», Παρίσι, 5 Φεβρουαρίου 2023.

(2Δήλωση «πόθεν έσχες» που κατατέθηκε στην Ανώτατη Αρχή για τη Διαφάνεια της Δημόσιας Ζωής (Haute Autorité pour la transparence de la vie publique - HATVP) στις 28 Ιουλίου 2022.

(3Aurélie Blondel, «Retraites: la capitalization s’installe à bas bruit chez les Français» και «Le PER, un “bulldozer” de la défiscalisation», «Le Monde», 16 Φεβρουαρίου 2023.

(4Δεδομένα που αναρτήθηκαν στο Διαδίκτυο στις 7 Φεβρουαρίου 2023, https://drees.solidarites-sante.gouv.fr.

(5Michel Laroque, «L’adaptation de la politique d’assurance vieillesse au vieillissement», «Vie sociale», τ. 15, Παρίσι, 2016.

(6Βλ. Gaël Coron, «L’inscription des retraites dans la politique de l’Union européenne», στο Nicolas Castel και Bernard Friot (επιμ.), Retraites: généraliser le droit au salaire, Éditions du Croquant, Vulaines-sur-Seine, 2022.

(7(Σ.τ.Μ.) Η Γενική Διεύθυνση Σχεδιασμού δημιουργήθηκε στη Γαλλία το 1946 από τον στρατηγό ντε Γκολ. Υπαγόταν κατευθείαν στον πρόεδρο της Δημοκρατίας και ήταν επιφορτισμένη με τον στρατηγικό σχεδιασμό της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα, υποβάλλοντας πενταετή πλάνα. Από τη δεκαετία του 1980, σταδιακά αποδυναμώθηκε, μέχρι τη μετονομασία-κατάργησή της το 2006.

(8«Vieillir demain», έκθεση της ομάδας Prospective personnes âgées pour le VIIIe Plan, La Documentation française, Παρίσι, 1980.

(9Laurent Carroué, «La crise économique et financière états-unienne: enjeux géographiques et géopolitiques», «Hérodote», τ. 132, Παρίσι, 2009.

(10Julien Duval, Le Mythe du «trou de la Sécu», Raisons d’agir, Παρίσι, 2008.

(11Βλ. Sylvain Leder, «BlackRock, la finance au chevet des retraités français», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2020.

Αποψεις Ιστορια Στιγμιοτυπα 21η Απριλίου: Χούντα καθαρμάτων, ηλιθίων και λαμογιών

Η μαύρη επέτειος αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να θυμηθούμε την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει χούντα – στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον κόσμο – που να μην είναι κυλισμένη στο αίμα της τρομοκρατίας, των δολοφονιών, στην αγριότητα των ανά τον κόσμο «ΕΑΤ – ΕΣΑ», στην ταξική βαρβαρότητα και στο βούρκο της διαφθοράς

H ιστορική άγνοια αποτελεί λίπασμα για την πολιτική αφασία. Ο φασισμός γίνεται «ελκυστικός» έτσι: Πατώντας πάντα στο έδαφος της αφασίας και της άγνοιας.

Το κράτος μας με τους θύλακες της αέναης και μηδέποτε συντελούμενης «αποχουντοποίησης», συμπεριλαμβανομένης μερίδας της «τέταρτης εξουσίας» που υπηρετεί τον βούρκο, έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί την αφασία και την άγνοια, ώστε έτσι να κρατά πάντα ζεστό τον κόρφο που επωάζει τα «φίδια» του.

Πάνω σε αυτό το έδαφος, της καλλιεργούμενης άγνοιας και της αφασίας, της ιστορικής παραχάραξης και της μαζικού τύπου πολιτικής λοβοτομής, αναπτύσσονται  οι γνωστές θεωρίες για το «πόσο καλύτερα ήταν τα πράγματα επί χούντας»…

Η μαύρη επέτειος αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να θυμηθούμε την αλήθεια. 

Και η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει χούντα – στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον κόσμο – που να μην είναι κυλισμένη στο αίμα της τρομοκρατίας, των δολοφονιών, στην αγριότητα των ανά τον κόσμο «ΕΑΤ – ΕΣΑ», στην ταξική βαρβαρότητα και στο βούρκο της διαφθοράς.

Οσον αφορά στο ζήτημα της διαφθοράς (*), της βρωμιάς και της δυσωδίας, με τους «ημέτερους» συνταγματάρχες είχαμε εκείνη ακριβώς τη διαφθορά και εκείνη την «τιμιότητα» που άρμοζε στη γελοιότητά τους:

  • Ήταν τόσο γελοίοι όσο και οι κομπίνες τους στην υπόθεση με τα «κρέατα του Μπαλόπουλου».Ήταν τόσο αντιφαυλοκράτες όσο και οι «τακτοποιήσεις»των γαμπρών του Παττακού, των αδερφών του Παπαδόπουλου και των ίδιων των πραξικοπηματιών που «νομοθέτησαν» τον… διπλασιασμό των μισθών τους

Σημειώστε: Μια από τις πρώτες πράξεις των χουνταίων ήταν να δώσουν αυξήσεις στον… εαυτό τους. Με τον Αναγκαστικό Νόμο 5/1967, οι «Παπαδόπουλοι» φρόντισαν να υπερδιπλασιάσουν τον μισθό του πρωθυπουργού από τις 23.600 στις 45.000 δραχμές και των υπουργών και υφυπουργών από τις 22.400 στις 35.000 δραχμές. Αυτοί ήταν που κατέβασαν τα τανκς για να σώσουν την Ελλάδα από την «φαυλοκρατία»…

  • Ήταν τόσο «τίμιοι» και αντικομφορμιστές όσο και οι τρεις βίλες του Παπαδόπουλου: Μια στο Ψυχικό, μία την Πάρνηθα και μια Τρίτη το Λαγονήσι (η τελευταία ήταν προσφορά του Ωνάση).
  • Ήταν τόσο «πατριώτες» που – εκτός του μέγιστου εγκλήματος κατά της Κύπρου – το βοούν και οι ληστρικές συμβάσεις με «Litton», «Μακντόναλντ», «Τομ Πάππας» και «Ζήμενς» – πάντα η… «Ζήμενς».
  • Ήταν τόσο θεομπαίχτες που έφτασαν να βουτάνε λεφτά ακόμα και από το… παγκάρι! Γνωστή η ιστορία με την ανέγερση του «θαυματουργού» (καθότι… αόρατος) Ναού του Σωτήρος. Μόνο από εκεί, από έναν προϋπολογισμό ύψους 450 εκατομμυρίων, φαγώθηκαν τα 400… 

***

Εντούτοις, στο σημερινό σημείωμα θα εστιάσουμε ειδικότερα σε ένα μόνο από τα «καλά» της δικτατορίας, όπως το διακινούν τα φασιστοειδή: Σ’ αυτό το τόσο γελοίο όσο και «προσφιλές» τροπάρι περί του δήθεν «οικονομικού θαύματος» της χούντας των συνταγματαρχών.

1ο) Το δημόσιο χρέος από 32 δισ. δραχμές το 1966 εκτινάχτηκε στα 87,5 δισεκατομμύρια δραχμές τον Ιανουάριο του 1973 ενώ το 1974 απογειώθηκε στα 114 δισ. δραχμές. Δηλαδή ήταν τέτοιο το έγκλημα που συντελέστηκε στην ελληνική οικονομία επί χούντας ώστε το δημόσιο χρέος υπερτριπλασιάστηκε! Το επίτευγμα της χούντας ήταν τέτοιο που δεν μπορούσε να κρυφτεί ούτε επί των ημερών της. Στο «Βήµα» της 20/10/1973, καταγράφεται ότι στην εξαετία της δικτατορίας το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε όσο δεν είχε αυξηθεί από την γέννηση του ελληνικού κράτους το 1821! Σε έξι χρόνια οι χουντικοί έκαναν το χρέος 1,5 φορά μεγαλύτερο απ’ όσο είχε αυξηθεί σε διάστημα 145 χρόνων!

2ο) Το εμπορικό έλλειμμα το 1973 έγινε τέσσερις και πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1968. Παρά τη λογοκρισία που ασκείτο στον Τύπο, ήταν τέτοια η κατρακύλα που δεν κρυβόταν με τίποτα: «Η δεύτερη μεγάλη θυσία της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο αυτήν (έγραφε το «Βήμα» στο ίδιο άρθρο) υπήρξε η θεαματική διόγκωση του εμπορικού ισοζυγίου. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου από 745 εκατ. δολάρια προβλέπεται ότι θα φτάσει τελικά το τέλος του 1973 τα 2.600 εκατ. δολάρια, δηλαδή περίπου θα τετραπλασιασθεί»…

3ο) Στην Ελλάδα, που 1961-71 είχε το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ (2,2%), ο δείκτης καταναλωτικών τιμών αυξήθηκε κατά 15,3% από το 1972 έως το 1973 και κατά 37,8% από τον Απρίλη του 1973 μέχρι τον Απρίλη του επόμενου έτους, και μάλιστα σε τομείς όπως τα είδη πρώτης ανάγκης και η υγεία. Το 1973 το ποσοστό του πληθωρισμού είχε επιφέρει μειώσεις των πραγματικών μισθών κατά 4%. Με δυο λόγια επί χούντας οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι. Πράγμα που επίσης δεν κρυβόταν με τίποτα. Ο Τύπος έγραφε (στο ίδιο): «Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της οικονομίας περιορίστηκε. Τα συμπτώµατα κερδοσκοπίας εντάθηκαν. Έχει ήδη σημειωθεί ένταση στην ανισοκατανομή µε την αύξηση της μερίδας των κερδών έναντι της μερίδας των μισθών στο εθνικό εισόδημα. Πρέπει να προστεθεί ότι η τελευταία πληθωριστική διαδικασία δεν έθιξε τα υπέρογκα κέρδη της περιόδου αυτής».

4ο) Το ποσοστό των δαπανών για την εκπαίδευση στο σύνολο των γενικών κρατικών δαπανών μειώθηκε από 11,6% σε 10%, όταν οι δαπάνες για την «άμυνα» και «δημόσια ασφάλεια» του αστυνομοκρατικού καθεστώτος μέσα σε μια πενταετία σχεδόν διπλασιάστηκαν.

5ο) Οι προσωπικές καταθέσεις μειώθηκαν ως αποτέλεσμα της οικονομικής δυσχέρειας των λαϊκών στρωμάτων από 34,2 δισεκατομμύρια δραχμές το 1972 σε 19,6 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973.

6ο) Στον αγροτικό τομέα, όπου απασχολείτο το 44% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, αντί της πενταετούς πρόβλεψης του καθεστώτος για ανάπτυξη 5,2%, η αγροτική οικονομία αναπτύχθηκε κατά μόλις 1,8% στην περίοδο 1967 – 1974, σε αντίθεση με το 4,2% κατά την περίοδο 1963 – 1966. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν από το 63% του συνόλου των εξαγωγών το 1968 στο 48% το 1972. Το αποτέλεσμα ήταν το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα να πέσει από το 55% στο 43% του μέσου κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος.

7ο) Οι φόροι που επιβάρυναν τα λαϊκά στρώματα ανέρχονταν στο 91% επί του συνόλου των φορολογικών εσόδων του καθεστώτος τα οποία αυξάνονταν σταθερά: Τα φορολογικά έσοδα από 27,4% του ΑΕΠ το 1966, επί συνταγματαρχών και μέχρι το 1972 αυξήθηκαν στο 29,2%. Αυτά για τα λαϊκά στρώματα. Από την άλλη:

  • Οι φόροι επί των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 10,9%την περίοδο 1972 – 73.
  • Η φορολογική «μεταρρύθμιση» του 1968 μετέφερε το φορολογικό φορτίο στους ώμους της εργατικής τάξης με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πλουτοκράτες να απολαμβάνουν μεγαλύτερα φορολογικά προνόμια. Συνέπεια: Οι φοροαπαλλαγές 464 μεγάλων επιχειρήσεων το 1971 ήταν κατά τρεις φορές υψηλότερες από τους φόρους που οι ίδιες εταιρείες είχαν καταβάλει!
  • Τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από 109 εκατομμύρια δραχμές το 1968 σε 29 εκατομμύρια το 1972 (μείωση 73%!),περίοδος κατά την οποία ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους.

8ο) Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε κατά οχτώ φορές, μεταξύ του 1967 και 1972. Το ισοζύγιο πληρωμών από μέσο πλεόνασμα 14,6 εκατ. δολαρίων την περίοδο 1960 – 66, εμφάνισε μέσο έλλειμμα την περίοδο 1967-73 ύψους 117 εκατομμυρίων δολαρίων.

9ο) Οσο για την «ανάπτυξη» που σημειώθηκε επί συνταγματαρχών, το άρθρο του οικονομολόγου Αδαμάντιου Πεπελάση στις 2/8/1974, είναι αποκαλυπτικό και για το χαρακτήρα της «ανάπτυξης» και για το ξεπούλημα της Ελλάδας στο ξένο κεφάλαιο. Γράφει:

«Η ανάπτυξη της επταετίας είχε αντιλαϊκό χαρακτήρα. Η μεγάλη μάζα δηλαδή επωμίσθηκε το βάρος της ανάπτυξης, καρπώθηκε τα λιγότερα ωφελήματα κι έφερε το κόστος των διάφορων αντιφατικών και συγκυριακών μέτρων για την προσπάθεια επαναφοράς της οικονομίας σε σχετική σταθερότητα και ισορροπία. Ιδιαίτερα τα µέτρα των τελευταίων 12 μηνών ήταν εξοντωτικά για τα μικρά εισοδήματα. Η άνοδος των τιμών κατά 40%-45% το 1973 (και κατά 9% για το πρώτο εξάμηνο του 1974) υπερκάλυψε την αύξηση των αστικών εισοδημάτων ενώ το αγροτικό εισόδημα άρχισε να συρρικνώνεται σημαντικά. Οι ξένες παραγωγικές επενδύσεις μειώνονται εντυπωσιακά. Ενώ στην περίοδο 1965-66 εισάγονται 200 εκατ. δολάρια για παραγωγικές επενδύσεις, σ’ όλη την επταετία 1967-1973 εισάγεται πραγματικά το μισό περίπου της προηγούμενης επταετίας. Τα άλλα ξένα κεφάλαια που εισέρρευσαν ήταν ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ – αγορά γης, οικοπέδων και παρόμοια».

***

Από τη μια, λοιπόν, χούντα σήμαινε φορολογικά και κάθε λογής προνόμια σε ντόπια και ξένα μονοπώλια, χαριστικές πράξεις στους φιλικά προσκείμενους στη χούντα Ωνάσηδες και Τομ Πάπες, φτηνό και φιμωμένο εργατικό δυναμικό, απαλλαγές από δασμούς και πακτωλός επιχορηγήσεων («νόμοι» 89/1967 και 378/1968) σε εργολάβους, βιομήχανους, μεγαλεμπόρους, μεγαλοξενοδόχους, επιβολή 300 ειδικών μέτρων παροχής πλήρους ελευθερίας στο εγχώριο και ξένο κεφάλαιο να κερδοσκοπεί χωρίς κανέναν έλεγχο.

Από την άλλη «ξεχαρβάλωμα» όλων των οικονομικών δεικτών, αποσάθρωση της εγχώριας παραγωγής, βάρη στο λαό και μια πλασματική «ανάπτυξη» που πίσω της έκρυβε αθρόες εισαγωγές, επιμήκυνση πιστώσεων και τεχνητή κυκλοφορία χρήματος, που προέκυπτε από αναγκαστικό δανεισμό κι άλλες τέτοιες υψηλού επιπέδου δημοσιονομικές αλχημείες.

Αυτό ήταν το οικονομικό… «θαύμα» του καθεστώτος των συνταγματαρχών. Αυτά είναι και τα παραμύθια της Χαλιμάς από τους γκεμπελίσκους επιγόνους τους και από τους «τακτοποιημένους» εκείνης της μαύρης για τον τόπο περιόδου.

(Τα παραπάνω στοιχεία είδαν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας το 1975. Πηγή: Journal of the Hellenic Diaspora Vol 2 -1975-, Permanent URL: http://hdl.handle.net/10066/4929. Για αναλυτικότερη ενημέρωση στην επισκόπηση του Βασίλη Καρίφη, «Η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967 – 1974)», στο «greekjunda.blogspot.com»).

(*) Το βιβλίο του Διονύση Ελευθεράτου “Λαμόγια στο χακί”, εκδόσεις Τόπος, αποτελεί μια εξαιρετικά εμπεριστατωμένη έρευνα γύρω από την διαφθορά της απριλιανής χούντας

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More