5 Ιουν 2018

Απολογία και διδαχή Οδυσσέα Ανδρούτσου – Δολοφονήθηκε σαν σήμερα 5 Ιουνίου 1825


Σαν σή­με­ρα 5 Ιου­νί­ου 1825 δο­λο­φο­νή­θη­κε μέσα στην Ακρό­πο­λη των Αθη­νών από το άλ­λο­τε πρω­το­πα­λί­κα­ρό του Γκού­ρα, ο αγω­νι­στής της Ελ­λη­νι­κής Επα­νά­στα­σης, Οδυσ­σέ­ας Αν­δρού­τσος.
Με αφορ­μή αυτή την επέ­τειο, ανα­δη­μο­σιεύ­ου­με από το πε­ριο­δι­κό Πυρ­σός (2/1961 – Δί­μη­νο ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο εκ­πο­λι­τι­στι­κό μορ­φω­τι­κό πε­ριο­δι­κό) το γράμ­μα του Οδυσ­σέα Αν­δρού­τσου, με ημε­ρο­μη­νία 14 Φλε­βά­ρη του 1924, προς τον Μο­ρα­ΐ­την Κο­τζα­μπά­ση, Ανα­στά­σιο Λόντο (Ο Πυρ­σός το το­πο­θε­τεί το Γε­νά­ρη του 1824 αλλά κάνει λάθος).
Το γράμ­μα σκια­γρα­φεί με τρόπο συ­γκλο­νι­στι­κό την προ­σω­πι­κό­τη­τα μιας από τις με­γα­λύ­τε­ρες προ­σω­πι­κό­τη­τες της Επα­νά­στα­σης του 1821.
Μαζί με το γράμ­μα ανα­δη­μο­σιεύ­ου­με και το ει­σα­γω­γι­κό κεί­με­νο του πε­ριο­δι­κού «Πυρ­σός»:
Ο Οδυσ­σέ­ας Αν­δρού­τσος ήταν μία από τις εξέ­χου­σες στρα­τιω­τι­κές φυ­σιο­γνω­μί­ες του Ει­κο­σιέ­να, που με τη μάχη της Γρα­βιάς στις 8 του Μάη του 18221 έσωσε στα πρώτα της βή­μα­τα την Επα­νά­στα­ση. Βγαλ­μέ­νος από το λαό και φλο­γε­ρός υπε­ρα­σπι­στής του, κυ­νη­γή­θη­κε από τους πο­λι­τι­κά­ντη­δες και τους κο­τζα­μπά­ση­δες και τέλος απαγ­χο­νί­στη­κε με κρυφή δια­τα­γή της κυ­βέρ­νη­σής τους στον Πύργο της Ακρό­πο­λης. Τον βά­φτι­σαν κι αυτόν προ­δό­τη, όπως και τον Κα­ραϊ­σκά­κη και τον Κο­λο­κο­τρώ­νη, όπως και σή­με­ρα οι από­γο­νοί τους βα­φτί­ζουν τους αγω­νι­στές της Εθνι­κής Αντί­στα­σης.
Ο Αν­δρού­τσος υπε­ρα­σπί­στη­κε τη γνή­σια εθνι­κο­λαϊ­κή συ­νεί­δη­ση του Ει­κο­σιέ­να με τα δη­μο­κρα­τι­κά ανα­γεν­νη­τι­κά της αι­τή­μα­τα, που την προ­δο­σία τους συμ­βο­λί­ζει και ο δικός του τρα­γι­κός θά­να­τος.
Τα γράμ­μα­τα του Αν­δρού­τσου που σώ­ζο­νται, στέ­κο­νται ανά­με­σα στα κα­λύ­τε­ρα κεί­με­να του Ει­κο­σιέ­να. Ένα απ’ αυτά, που το απευ­θύ­νει στον με­γα­λο­κο­τζα­μπά­ση Ανα­στά­σιο Λόντο στις 15 Γε­νά­ρη του 184 και που πα­ρου­σιά­ζει τον Αν­δρού­τσο τέ­τοιον όπως ήταν, πα­λι­κά­ρι και υπε­ρα­σπι­στή των δί­καιων του αγώνα, δη­μο­σιεύ­ου­με πα­ρα­κά­τω.
Προς τον Μο­ρα­ΐ­την Κο­τζα­μπά­ση, Ανα­στά­σιο Λόντο
Εσύ έχεις πολ­λές δου­λειές και καθώς ακούω κα­τα­γί­νε­σαι ημέρα και νύκτα. Δια τούτο δεν έπρε­πε να σε εμπο­δί­σω με τούτο το γράμ­μα, και μά­λι­στα όπου μαζί σου δεν έχω αντα­πό­κρι­ση, όντας άλλη η δική μου δου­λειά και άλλη η δική σου. Μο­λο­ντού­το, επει­δή είδα εις ενός σου φίλου  γράμ­μα ν’ ανα­φέ­ρεις το όνομά μου, βια­σμέ­νος είμαι να σου κάνω πέντε έξι αρά­δες. Κι αν έχουν κα­νέ­να καλό μέσα, άκου­σέ το, ει­δε­μή κάψε της.
Λέ­γεις του φίλου σου: Αν γρά­ψεις σ’ εκεί­νο το διά­βο­λο, τον Οδυσ­σέα, γράψε του από μέ­ρους μου να βγά­λει με­ρι­κούς δια­βό­λους από μέσα του. Του το λέγω μπέσα με μπέσα και τότε θέλει γίνει χρή­σι­μος εις την πα­τρί­δα, και θέλει λάβει αξίως το όνομα, το οποίο φέρει.-  Κύριε, καθώς λέτε σεις οι δια­βα­σμέ­νοι, δυο λογιώ διά­βο­λοι εμ­βαί­νουν μέσα εις τους αν­θρώ­πους. Πρώ­της λογής, ως έλεγε ο φι­λό­σο­φος που απέ­θα­νε εδώ κάτου, είναι ο διά­βο­λος που κάθε καλός άν­θρω­πος έχει μέσα του, ο διά­βο­λος που ορ­μη­νεύ­ει και δεί­χνει τον καλό δρόμο και εμπο­δί­ζει το δαι­μο­νι­σμέ­νο από το να πρά­ξει το κακό.
Η θρη­σκεία μας μάς δι­δά­σκει να πι­στεύ­ο­με ότι κατά θεία πα­ρα­χώ­ρη­ση μπαί­νει πολ­λές φορές ο διά­βο­λος σ’ έναν άν­θρω­πο και τον ορ­μη­νεύ­ει να κάνει όλα τα κακά, και αυτός είναι ο δεύ­τε­ρος διά­βο­λος.
Τώρα εγώ είμαι σε απο­ρία, ποιος διά­βο­λος σε σένα κα­τοι­κεί, ο πρώτο ή ο δεύ­τε­ρος; Όσο διά λόγου μου, να ξεύ­ρεις ότι αφήνω εσένα να μου πεις ποιον από τους δυο δια­βό­λους έχω μέσα μου.
Ο κα­πε­τάν Λε­ω­νί­δας Αν­δρού­τσος πα­τέ­ρας του Οδυσ­σέα – Θε­ό­φι­λος
Ο πα­τέ­ρας μου, εν καιρώ Τουρ­κί­ας. εγύ­ρι­ζε μέσα εις τα βουνά και εσκό­τω­νε Τούρ­κους. έτρε­χε εις τους κά­μπους και εις τα όρη, και εθα­νά­τω­νε Τούρ­κους. ενυ­κτέ­ρευε εις τα δάση, εκρύ­πτα­το εις τα πο­τά­μια, εσκό­τω­νε Τούρ­κους. όσες φορές ευ­ρέ­θη εις τα βάθη της θά­λασ­σας, Τούρ­κους έπνι­γε. Και εις ολι­γο­λο­γία, αφού ερή­μω­σε πολ­λές επαρ­χί­ες των τυ­ράν­νων, ως αλη­θι­νός δαι­μο­νι­σμέ­νος υπέρ της Πα­τρί­δος, εμαρ­τύ­ρη­σε εις αυτή την κα­θέ­δρα του τυ­ράν­νου μας. Τι λογής διά­βο­λο είχε μέσα του, του πρώ­του εί­δους, ή του δεύ­τε­ρου, εγώ δε μπορώ να το απο­φα­σί­σω και στέ­κει σε σένα να το γνω­ρί­σεις.
Εγώ δε, χωρίς προ­σω­πι­κώς να γνω­ρί­ζω από ποιο δαί­μο­να εσύ­ρε­τον ο πα­τέ­ρας μου, ήρ­χι­σα από παιδί ορ­φα­νό να γυ­ρεύω τα χνά­ρια του ίδιου του δια­βό­λου. Τον πε­ρισ­σό­τε­ρον και­ρόν της ζωή μου, που τον επέ­ρα­σα; Τον επέ­ρα­σα σκο­τώ­νο­ντας Τούρ­κους, κυ­νη­γώ­ντας τυ­ράν­νους. Τον επέ­ρα­σα εις τα σπή­λαια και εις τα βουνά. Τα καρ­τέ­ρια των δρό­μων, οι λό­γκοι και τ’ άγρια θηρία είναι οι μάρ­τυ­ρες ότι δυ­σκό­λως έφευ­γεν ο Τούρ­κος από τα χέρια μου, αν εζύ­γω­νε καμ­μιά πε­νη­ντα­ριά ορ­γυιαίς. Εγώ εσυ­να­να­στρε­φό­μουν με αυ­τούς τους τυ­ράν­νους και ήμουν καλά πλη­ρω­μέ­νος, διά να σέ­βω­μαι τους ομο­γε­νείς των, αλλά κι­νού­με­νος από τον διά­βο­λόν μου, Τούρ­κους εσκό­τω­να. Οι κρη­μνοί, τα πο­τά­μια, οι πάγοι, τα χιό­νια και τα δάση ήσαν τ’ αγα­πη­τά μου κα­τοι­κη­τή­ρια, το τουρ­κι­κό αίμα το προ­σφά­γι μου. Εση­κώ­θη η Επα­νά­στα­σις και ευθύς συ­ρό­με­νος από τον διά­βο­λόν μου, ελά­τρευ­σα τους αρ­χη­γούς της, τη φωνή της άκου­σα στα φυλ­λο­κάρ­δια μου, εσε­βά­στη­κα την από­φα­σίν της και έτρε­ξα με όλους τους αρ­μα­το­λούς της Ελ­λά­δος να σκο­τώ­σω Τούρ­κους. Μο­λο­νό­τι εκέρ­δι­ζα εν καιρώ Τουρ­κί­ας, ο διά­βο­λός μου μού αφή­ρε­σεν αυτήν την κλί­σιν, αφού εση­κώ­σα­μεν τ’ άρ­μα­τα. Και τι τα πο­λυ­λο­γώ; Τόσον με εφώ­τι­σεν ο διά­βο­λός μου, ώστε να γε­μί­σω ψεί­ραις, να λι­μά­ξω ψωμί, να κεί­το­μαι εις τα νερά, εις τα χιό­νια και εις τη λά­σπην, να δο­κι­μά­ζω κάθε στρα­τιω­τι­κήν αχα­ρι­στί­αν, να πίνω φαρ­μά­κια από εχθρούς και φί­λους, να κυ­νη­γώ­μαι ως κα­τά­δι­κος από αυ­τούς τους συγ­γε­νείς και φί­λους της δι­καιο­σύ­νης, να επι­θυ­μώ συ­νε­λεύ­σεις εθνι­κάς, να αγαπώ δι­καί­ους διοι­κη­τάς, να είμαι λά­τρης των ενα­ρέ­των και φίλος των σοφών, να διψώ την αυ­το­νο­μί­αν και ανε­ξαρ­τη­σί­αν της Ελ­λά­δος, επι­θυ­μώ­ντας μόνον και μόνον Ελ­λη­νες να διοι­κούν και να βα­σι­λεύ­ουν εις τους Ελ­λη­νας. Εκ τού­των όλον, δά­σκα­λε, ημπο­ρείς να συ­μπε­ρά­νεις ποιος διά­βο­λος ευ­ρί­σκε­ται μέσα μου.
Είναι ο διά­βο­λος εκεί­νος, όπου έκαμε το Σω­κρά­τη να πιει το φαρ­μά­κι δια τας ει­λι­κρι­νείς εις την πα­τρί­δα του εκ­δου­λεύ­σεις ή πάλι είναι ο δαί­μο­νας, όστις έκαμε τους ομο­γε­νείς να πα­ρα­δώ­σουν την πα­τρί­δα εις τους Μα­κε­δό­νας, εις τους Ρω­μαί­ους και έπει­τα εις τους Τούρ­κους! Εγώ για λόγου μου νο­μί­ζω, ότι εσύ έχεις μέσα σου το διά­βο­λο όπου είχε και μέσα του και ο Σω­κρά­της, που ξέ­ρεις γράμ­μα­τα και δια­βά­ζεις τον Ξε­νο­φώ­ντα και τον Πλά­τω­να. Είσαι νέος έως 22 χρονώ, και μο­λο­ντού­το είσαι βου­λευ­τής. Χαί­ρε­σαι υπό­λη­ψη, μο­λο­νό­τι λες πως και χωρίς ομό­νοια δύ­να­ται η πα­τρίς να κυ­βερ­νη­θεί, με τα γράμ­μα­τα και τον Ξε­νο­φώ­ντα στο χέρι. Σχί­ζεις τη διοί­κη­ση του Έθνους, δια­φε­ντεύ­εις τους συγ­γε­νείς σου, όπου κα­τα­κρα­τούν τα εθνι­κά ει­σο­δή­μα­τα, σπεί­ρεις ζι­ζά­νια εις Μοριά και Ρού­με­λη, ανε­βά­ζεις και κα­τε­βά­ζεις από τα αξιώ­μα­τα όποιο θέ­λεις.
Τέλος πά­ντων, δί­νεις καλό πα­ρά­δειγ­μα εις την επαρ­χία σου, της χρη­στοη­θεί­ας, της εγκρα­τεί­ας, της αφι­λο­κερ­δεί­ας, της δι­καιο­σύ­νης. Ερ­μη­νεύ­εις τους συγ­γε­νείς σου, ως μα­θη­τής του Σω­κρά­τους, να μην αδι­κούν εις τη ζωή, εις την τιμή, εις την ιδιο­κτη­σία όλους τους συ­νε­παρ­χιώ­τας των. Εις ολίγα λόγια, ερευ­νώ­ντας και εγώ από το μέρος μου τίνες οι πρά­ξεις του πα­τρός σου και οι αν­δρα­γα­θί­αι του αδελ­φού σου, το φέρ­σι­μο των πρου­χό­ντων συγ­γε­νών σου, εν­θυ­μού­με­νος τη διά­λυ­ση της εθνι­κής Συ­νέ­λευ­σης εξ αι­τί­ας σου, την προ­σκόλ­λη­σή σου εις ξένη Αυλή και όχι εις την απε­λευ­θέ­ρω­ση της Ελ­λά­δος, συ­μπε­ραί­νει, δά­σκα­λε, μπέσα με μπέσα, ότι εσύ έχεις μέσα σου το δαί­μο­να του Σω­κρά­τους.
Κοί­τα­ξε όμως καλά, ότι κάθε Έλ­λη­νας έχει μέσα του δώ­δε­κα λε­γε­ώ­νας δια­βό­λων. Και επάρε τα μέτρα σου, διότι, ως λέγει η πα­ροι­μία, ένας διά­βο­λος σκο­τώ­νει τον άλλο. Κοί­τα­ξε καλά, διότι ή κο­ντεύ­ει να χαθεί η πα­τρίς ή θα πέσει εις κα­νέ­να χει­ρό­τε­ρο ζυγό από εκεί­νο, όπου βα­στού­σαν οι πα­τέ­ρες μας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More