29 Οκτ 2014

Η Κατοχή ως «ευκαιρία»



ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΚΟΛΠΑΚΗ*

Ο Κ. Βαρβαρέσος είχε γράψει μεταπολεμικά: «τα κέρδη των μαυραγοριτών και των δωσιλόγων παρέμειναν αλώβητα, και μεγάλο μέρος τους φυγαδεύτηκε ανεμπόδιστα στο εξωτερικό» – Στις διαφημίσεις και τις αγγελίες της περιόδου 1941-1944 διαβλέπουμε τη συσσώρευση και την καταναλωτική διάθεση αυτών των «αλώβητων κερδών» από το αίμα των άλλων.
«Κι έβγαλε από την τσέπη του πανταλονιού ένα όγκο τσαλακωμένων χιλιάρικων που έριξε με αδιαφορία στον ταμία για να κρατήσει μόνος του το αντίτιμο του εισιτηρίου. Σάς χρειάζεται μήπως το επισκεπτήριο του κυρίου; Είσθε αρκετά ευφυείς για να τον αναγνωρίσετε. Παιδί της εποχής. Πολλά βγάζει, πολλά τρώει. Αλλά δεν τρώγονται. Πέντε-πέντε κουβαλά στο θέαμα τα τρωκτικά, διπλές μερίδες κρέατος παραγγέλνει στην κοσμική ταβέρνα που έγινε κέντρο του, τρυπητό χιλιάρικο κολλά στο μέτωπο του ντιζέρ, όταν βρει τον σφυγμό του ο καλλιτέχνης και πάλι δεν εξαντλούνται τα κέρδη. Πιο ζωηρές είναι οι εικόνες στα κτηματομεσιτικά. Η πελατεία εκεί προσέρχεται με τα βαλιτσάκια στο χέρι».
Αυτά έγραφε ο Παύλος Παλαιολόγος στις 19.11.1941, σε χρονογράφημα με τίτλο «Νέοι κύριοι στην επιφάνεια», δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα». Με την έναρξη, δηλαδή, του φρικτού πρώτου χειμώνα της Κατοχής, κατά τη διάρκεια του οποίου πέθαναν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Σύμφωνα με την έκθεση του Δ.Ι. Μαγκριώτη, μόνο στα πολεοδομικά συγκροτήματα Αθήνας και Πειραιά καταγράφηκαν 26. 199 θάνατοι από πείνα το 1941 και 40.183 θάνατοι από πείνα το 1942.

Ο Σ.Β. Θωμαδάκης έχει αναδείξει σε μελέτη με τίτλο «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας» ότι «οι ανακατατάξεις ιδιοκτησίας του πλούτου που συνέβησαν στη διάρκεια της Κατοχής επέδρασαν βαθιά στη μεταπολεμική κοινωνικο-οικονομική κατάσταση». Στη διάρκεια της Κατοχής, οξύνθηκαν οι προϋποθέσεις για τη ραγδαία εξαθλίωση ήδη κοινωνικά επισφαλών στρωμάτων και για την αποπτώχευση άλλων κοινωνικών κατηγοριών, ενώ ταυτοχρόνως μεγάλα τμήματα του κεφαλαίου, εκείνοι που δραστηριοποιούνται σε πάσης φύσεως εργολαβίες, προμήθειες και επιχειρήσεις με τις αρχές Κατοχής (πρωτίστως με τους Γερμανούς) ή/και κερδοσκοπούν με την επισιτιστική κρίση που προκαλεί η γερμανική διαχείριση, βλέπουν τις δυνατότητες της κερδοφορίας τους να διευρύνονται ή να αυξάνονται αλματωδώς.
Ο Χ. Χατζηιωσήφ έχει εύστοχα επισημάνει πως στη διάρκεια της Κατοχής «όσο η στρατιωτική κατάσταση [των Γερμανών] επιδεινωνόταν τόσο περισσότερο τονιζόταν η προσήλωση στην οικονομία της αγοράς». Άλλωστε, σύμφωνα με τον Pierre Ayçoberry, «ο μάνατζερ που έκανε συγχρόνως καριέρα στην οικονομία και στην ιεραρχία του [ναζιστικού] κόμματος και των SS» είναι γενικότερα ο τύπος που έρχεται στο προσκήνιο με την επικράτηση του ναζισμού. Στην ελληνική περίπτωση του 1941-1944, είναι ο επιχειρηματίας που επωφελείται από την ιδιαίτερη σχέση του με τις αρχές Κατοχής, από τη διαμόρφωση μιας «κατοχικής οικονομίας της αγοράς», με όλες τις προσαρμογές στις πολεμικές συνθήκες, και από τον ρόλο των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων στη διαχείριση εργαλείων χρήσιμων για τη ληστρική συσσώρευση. Μέσα στην Κατοχή, λοιπόν, συγκροτείται η κοινωνική συσπείρωση της αντίστασης απέναντι σε αυτό το πρότυπο, αλλά ανασυγκροτείται και η κοινωνική συμμαχία του άρχοντος συγκροτήματος, με αιχμή τους νεόπλουτους ή εκείνους που διατήρησαν και αύξησαν τον πλούτο τους.
Γερμανοί υπαξιωματικοί και στρατιώτες σε καφενείο της οδού Πανεπιστημίου
Η (σχεδόν απεριόριστη) καταναλωτική δυνατότητα όσων καρπώθηκαν τη ληστρική συσσώρευση, αντικατοπτρίζεται στις αγγελίες και τις διαφημίσεις από τον αθηναϊκό ημερήσιο («Αθηναϊκά Νέα», «Ακρόπολις», «Βραδυνή», «Ελεύθερο Βήμα», «Καθημερινή», «Πρωινός Τύπος») και περιοδικό τύπο, αλλά και ορισμένα διαφημιστικά φυλλάδια. Αξίζει να παρουσιάσουμε παραδειγματικά ορισμένες κατηγορίες από αυτό το πλούσιο υλικό.
Ήδη από τον χειμώνα του 1941 η εταιρεία «ΒΕΡΙΤΑΣ» διαφημίζεται θέτοντας «ένα ερωτηματικόν»: «Οι έμποροι, οι παραγωγοί, οι βιομήχανοι που έχωσι χρήματα, θα διερωτώνται ευλόγως πού να τα τοποθετήσωσι. Να αγοράσωσιν ακίνητα; Είναι ζήτημα που θέλει πολλήν σκέψιν με την ύψωσιν που έλαβον ταύτα. Να αγοράσωσιν αξίας; Άδηλος η μεταπολεμική τύχη των. Να τα βάλουν στον τόκο; Δεν γνωρίζει κανείς τι τέξεται η επιούσα με την νομισματικήν διακύμανσιν. Τι πρέπει λοιπόν να κάμουν; Η «ΒΕΡΙΤΑΣ Α.Ε.», Σταδίου 50, απαντά απεριφράστως: Τοποθετήσατε τα χρήματά σας σε πράγματα που ποτέ δεν χάνουν την αξίαν των. Επιπλώσεις, τάπητες, αντικείμενα τέχνης κλπ εκτεθειμένα εις τας αιθούσας της «ΒΕΡΙΤΑΣ» τίθενται εις την δημοπρασίαν εκποιούμενα εις τιμάς λογικάς δια λογαριασμόν τρίτων». Δυο άλλες διαφημίσεις της ίδιας εταιρείας απευθύνονται σε εκείνους που εκποιούν ό, τι έχουν κάτω από το συντριπτικό επισιτιστικό πρόβλημα: «Μη σας πιάνει ο πανικός και τρέχετε να πωλήσετε όσο-όσο τα πράγματά σας προς εξεύρεσιν χρημάτων δια να ζήσετε εσείς και τα παιδιά σας. Απευθυνθείτε εις την «ΒΕΡΙΤΑΣ» (Σταδίου 50, τηλ. 27.807). Είμεθα εις θέσιν να πωλήσωμε δια λογαριασμόν σας ό, τι νομίζετε ότι δύνασθε να στερηθήτε. Δεν αγοράζομεν εις εξευτελιστικάς τιμάς ό, τι αποκτήσατε με κόπον και ιδρώτα. Εκθέτομε εις τας επί της οδού Σταδίου αιθούσας μας και πωλούμε δια δημοπρασίας υπό τον έλεγχόν σας και λαμβάνετε ολόκληρον το φανερά επιτυγχανόμενον τίμημα, μετά την αφαίρεσιν μικράς προμηθείας υπέρ της εταιρείας μας, χωρίς να εκμεταλλευόμεθα την οικονομικήν σας στενοχώρια, παντός είδους έπιπλα, έργα τέχνης, πολύτιμα αντικείμενα κλπ κλπ». «Μια ανακούφισις στη σημερινή δυστυχία. Όλοι υποφέρουμε, αλλά εκείνο που πρέπει να διαφυλάξωμε είναι η αξιοπρέπεια. Αυτήν θα την διατηρήσωμεν, εάν θελήσωμεν να στερηθώμεν πωλούντες μερικά αντικείμενα που απεκτήσαμεν εις καλάς παλαιάς ημέρας. Η «ΒΕΡΙΤΑΣ Α.Ε.», Σταδίου 50 άνω όροφος αναλαμβάνει να σάς διευκολύνη πωλούσα δια λογαριασμόν σας και υπό την προσωπικήν σας επίβλεψιν δια δημοπρασίας ό, τι έχετε προς τούτον διαθέσιμον». Οι δύο διαφημίσεις κυκλοφορούν και δημοσιεύονται τουλάχιστον μέχρι τον Ιούνιο του 1942. Άλλες ανάλογες επιχειρήσεις, όπως η «Αστική Αγορά», ο «Μεταπωλητής», η «Salle Drouot», η «Αίθουσα Μεταπωλήσεων και Δημοπρασιών Παράδεισος», η φίρμα «Αγοράζω Αμέσως» (για συσκευές και είδη σπιτιού), ο «Οίκος Ευκαιριών ΤΣΑΛΑΜΑΤΑ», ο οίκος «Μασκώτ» διεκδικούσαν ένα μερίδιο από τη ληστρική συσσώρευση μέχρι σχεδόν το τέλος της Κατοχής.

Ο εικαστικός Περικλής Βυζάντιος κατέγραφε στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του: «Από τους Έλληνες ζωγράφους, ανέβηκε κυρίως στην τιμή ο Ιακωβίδης. Έργα της χειρότερης περιόδου πουλήθηκαν για τετρακόσιες και πεντακόσιες χιλιάδες. Ο Βολανάκης επίσης είδε τιμές που ο δυστυχής, αν τις ακούει στον άλλο κόσμο, θα ικανοποιείται για την αδεκαρία που τράβηξε όλη του τη ζωή. [...] Όλα αυτά παζαρεύονται στην οδό Βουκουρεστίου». Επιχειρήσεις, όπως η «BRIC-A-BRAC» στην οδό Φιλελλήνων, αναλάμβαναν να εγγυηθούν ότι τα έργα τέχνης στον οίκο τους ήταν αυθεντικά και οι «μπαρόκ» τίτλοι αντιστοιχούσαν σε «αντικείμενα πραγματικής αξίας».
Άλλες επιχειρήσεις ειδικεύονταν στην αυξημένη προσφορά και ζήτηση ακινήτων. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1941, το γραφείο «Πρόβου», Πανεπιστημίου 18, εκδήλωνε με καταχωρήσεις το ενδιαφέρον του: «Ιδιοκτήται, ζητώ αμέσως τα κάτωθι: α) Δύο πολυκατοικίας, η μεν αξίας 5 με 9 εκατομμυρίων, η δε 10-25 εκατομμυρίων. β) Κτήμα κεντρικόν, μεγάλης αξίας. γ) Οριζοντίους πολυτελείς πάσης αξίας. δ) Παλαιάς οικίας ή οικόπεδα κεντρικά. Εξυπηρετείσθε τάχιστα δηλώνοντες τα κτήματά σας». Στα γραφεία «ΑΛΑΣΚΑ», Εμμ. Μπενάκη 8, ζητούνταν «επειγόντως»: «Πολυκατοικία μέχρι 15.000.000, οριζόντιοι οιασδήποτε αξίας, διώροφοι και τριώροφοι οικοδομαί». Τον Δεκέμβριο του 1941, το «Διεθνές Πρακτορείον», Εμμ. Μπενάκη 4, ενημέρωνε: «πωλούμεν οικίας από 300 χιλιάδας μέχρι 90 εκατομμύρια», όπως και ότι διέθετε «δάνειον 800.000 επί υποθήκη». Τον προηγούμενο μήνα, το γραφείο του Πλάτωνος Αναστασόπουλου ανακοίνωνε: «Αγοράζομεν ολόκληρα εργοστάσια μεθ” όλων των σιδηρών και μηχανικών εγκαταστάσεών των. Αριστείδου 1, 1ος όροφος». Τα γραφεία «Οικοδομικών και Κτηματικών Επιχειρήσεων», Σταδίου 41 διαφημίζονταν τακτικά κατά το διάστημα 1941-1942: «Ζητούνται κτήματα, μέγαρα κεντρικά, πολυκατοικίαι, οικόπεδα και αγροκτήματα αξίας». Αλλά και μέσα στο 1943 ήταν αρκετές οι διαφημίσεις μεσιτικών γραφείων και οι εκδηλώσεις ενδιαφέροντος για αγορά ή πώληση ακινήτων. Το γραφείο του Ι.Σ., Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους 1, αναζητούσε «οικόπεδον δι” εργοστάσιον επί της οδού Πειραιώς ή πλησίον», ενώ το γραφείο του Γ.Π., Εμμ. Μπενάκη 6, γνωστοποιούσε τον Φεβρουάριο του 1943: «Στην οδό Κυψέλης εις δύο στάσεις του τραμ, πωλείται ακίνητον 1000 τ.μ., 21 δωματίων. Ετήσια έσοδα, 240.000. Θέσις μοναδική δι” ανέγερσιν προσοδοφόρου πολυκατοικίας [...] Επί οδού Μάρνη, εις την ευρυτέραν λεωφόρον των Αθηνών, πωλείται λόγω διανομής διώροφον ακίνητον. Πήχεις 350, πρόσοψις 15.50μ. Θέσις προνομιακή δια την ανέγερσιν προσοδοφόρου πολυκατοικίας». Οι βάσεις για την «εργολαβική ανάπτυξη» της Αθήνας είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον και για τα αυτοκίνητα. Παρά τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ζητούνταν ιδιωτικά επιβατικά αυτοκίνητα σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής και ειδικά «άστρα» μετακίνησης. Ο Π.Γ. διαφήμιζε την επιχείρησή του το 1943, «Πατησίων 41, έναντι Πολυτεχνείου», όπου πωλούνταν «Ford 8 κυλίνδρων, Qustin, Ballila, Fiat 500, Fiat 1100 και 1500, Lancia Morris κλπ». Υπήρχαν και αγγελίες που ενοικίαζαν ή ζητούσαν προς ενοικίαση χώρους στάθμευσης, ιδίως μετά το 1942 («ενοικιάζεται γκαράζ εντός οικίας πέριξ πλατείας Βάθη δι” ιδιωτικόν αυτοκίνητον», 26.12.1943). Διαφήμιση της «Εταιρείας Συσσωρευτών ΠΑΚ» ενημέρωνε «τους ιδιοκτήτας αυτοκινήτων εν ακινησία» ότι αναλάμβανε «την δωρεάν συντήρησιν, πάσαν επισκευήν ή και την αντικατάστασιν με καινουργή» (Σεπτέμβριος 1943). Ζητούνταν, όμως, προς αγορά και λεωφορεία, καθώς αναπτύσσονταν επιχειρήσεις μεταφοράς τροφίμων από τις επαρχίες, ιδίως μέχρι το καλοκαίρι του 1942. Για παράδειγμα, η εταιρεία «ΤΗΛΕΞ», Φειδίου 7, αναλάμβανε «προς εξυπηρέτησιν των πελατών της την έκδοσιν των οικογενειακών αδειών μεταφοράς τροφίμων, την προμήθειαν των τροφίμων από τας Επαρχίας και την παράδοσιν αυτών κατ” οίκον». Το «Γραφείον Προμηθειών», Φειδίου 12, διαφήμιζε: «τρόφιμα οικογενειακά, λαχανικά, φρούτα και διάφορα είδη, τα ελευθέρως μεταφερόμενα, προμηθεύομεν εξ επαρχιών με παράδοσιν εις το γραφείον μας». Η «Εταιρεία Γενικών Μεταφορών Ο Αίμος», Βερανζέρου 2, υποσχόταν τις ίδιες υπηρεσίες, ενώ το πρακτορείο «Α. Μπέρος, Ταξίδια-Μεταφοραί» δεσμευόταν για την πλαισίωση όσων επιθυμούσαν να αναζητήσουν μόνοι τους τρόφιμα, από τον Οκτώβριο του 1941 και μετά: «Ενεργούνται ταξίδια και μεταφοραί απανταχού της Ελλάδος, με όλα τα μέσα της συγκοινωνίας, ήτοι λεωφορεία, αυτοκίνητα, βενζινόπλοια, σιδηρόδρομοι κλπ». Υπάρχει και μια χαρακτηριστική διαφήμιση από την Πρωτοχρονιά του 1942, για ειδικό εορταστικό «delivery» εντός Αθηνών: «Bar Krinos. ΜΗΝ ΕΤΟΙΜΑΣΕΤΕ ΤΙΠΟΤΑ! Αναλαμβάνομεν να σας παραδώσωμεν τα ΤΣΟΥΡΕΚΙΑ, ΤΟΥΡΤΕΣ, ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ, ΓΛΥΚΑ εντός 24 ωρών από της εντολής σας. ΤΜΗΜΑ ΖΑΧ/ΣΤΕΙΟΥ. Πατησίων 17».

Αναφορικά με τους «καλοφαγάδες» και τους «μοντέν» του κατοχικού πλουτισμού, υπάρχει μια ακόμα ενδιαφέρουσα καταχώρηση του Περικλή Βυζάντιου από το 1941, στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του: «Όλες αυτές οι κουβέντες γίνονταν από κομψότατα ντυμένους αγνώστους, που ξοδεύουν για τα καθημερινά τους έξοδα δυο-τρεις χιλιάδες τρώγοντας στα μεγαλύτερα ρεστοράν και τα νυχτερινά κέντρα που αποκλειστικά συντηρούνται από αυτούς. Η οδός Βουκουρεστίου, από την οδό Σταδίου μέχρι την οδόν Ακαδημίας, έχει σήμερα όλη τη ζωή και την κίνηση της Αθήνας». Τέτοια κέντρα διασκέδασης, όμως, απαντώνται κατά τη διάρκεια της Κατοχής και σε άλλες συνοικίες, όπως στην περιοχή του Μουσείου και την Κυψέλη. Το «ρεστωράν-μπαρ ΜΟΝ ΠΑΡΝΑΣ» (Κοραή 3) διαφημίζει τα εγκαίνιά του στις 18.10.1941: «Μέσα στο πιο πολιτισμένο αθηναϊκό περιβάλλον, η πιο καλή σημερινή κουζίνα, η πιο πλουσία κάβα, η εκλεκτότερη ορχήστρα». Από τον Νοέμβριο του 1941 διασώζεται μια άλλη κομψή διαφήμιση: «Σήμερον Σάββατον γενικόν προσκλητήριον των καλοφαγάδων στο ΜΠΑΡ ΒΕΡΤΙΖ (οδός Ακαδημίας 59-παραπλεύρως θεάτρου «Ολύμπια») τελεί τα εγκαίνιά του. Θα βρείτε ό,τι ζητήσετε. ΕΚΛΕΚΤΗ ΚΟΥΖΙΝΑ-ΠΑΛΗΑ ΚΡΑΣΙΑ-ΤΣΙΓΓΑΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ-Τιμές λογικές». Τα εγκαίνια της κοσμικής ταβέρνας «Μυκονιάτικη Γωνιά» γνωστοποιούνται ως το «γεγονός της ημέρας» στις 13.11.1941. Στις αρχές Δεκεμβρίου, ένα άλλο κέντρο διαφήμιζε κι αυτό τα εγκαίνιά του: «Το δημοφιλέστερον από την πλουσίαν και αρίστη κουζίνα του με πολλά και εκλεκτά φαγητά της ρεστωράν-βαριετέ ΣΕ-ΝΟΥ της οδού Σκαραμαγκά 3 (έναντι Μουσείου) συμπληρώνει το ωφέλιμον μετά του τερπνού, εμφανίζον τον διάσημον πολυσύνθετον ακροβάτην Μοσχόπουλον και πολλά εκλεκτά μέλη του καλλιτεχνικού κόσμου». Το «ΦΟΛΙ-ΜΠΕΡΖΕΡ» διαφημίζεται το 1943 ως «η πολυτελεστέρα σάλα με τον πιο υπέροχο διάκοσμο, τα πιο μοντέρνα κομφόρ, τας τελειοτέρας εγκαταστάσεις, το πιο πολιτισμένο περιβάλλον, μια ευρωπαϊκή γωνιά στην καρδιά της Αθήνας». Άλλες διαφημίσεις, όπως της κοσμικής ταβέρνας «Μποέμ» (στην οδό Δημοκρίτου), χρησιμοποιούσαν τον τύπο του κατοχικού «αυτοδημιούργητου» και «γλεντζέ» επιχειρηματία, ο οποίος, μετά από μια κουραστική μέρα γεμάτη συμπράξεις και εργολαβίες με τους Γερμανούς, τηλεφωνούσε στο σπίτι: «Λιλίκα, ειδοποίησε τη συντροφιά πως απόψε το βράδυ θα φάμε στην ταβέρνα Μποέμ. Έχει εκλεκτούς μεζέδες, θαυμάσιο κήπο και ορχήστρα τζαζ». Σε αυτή την τάξη της ληστρικής συσσώρευσης απευθύνονται και διαφημίσεις ζαχαροπλαστείων με πολυτελή γλυκά, την ώρα που το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας έδινε τη μάχη της επιβίωσης. Ως προς αυτό, παραθέτω ασχολίαστη μια ανακοίνωση του Σωματείου Καταστηματαρχών Ζαχαροπλαστών προς τα μέλη του, στις 18.2.1943: «ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ προς άπαντα τα μέλη των Σωματείων Καταστηματαρχών Ζαχαροπλαστών Αθηνών, Πειραιώς και Προαστείων. Ειδοποιούνται άπαντα τα μέλη των Σωματείων Ζαχαροπλαστών όπως συμμορφωθούν απολύτως με την υπ” αριθ. 80/1942 διάταξιν της Διευθύνσεως Αστυνομίας Πόλεων και παύσουν εκθέτοντα εις τας προσόψεις (βιτρίνας) των καταστημάτων πάσης φύσεως γλυκίσματα, αλλά να εκθέτουν αυτά μόνον εντός των καταστημάτων. Η πιστή εφαρμογή της ως είρηται διατάξεως είναι απολύτως επιβεβλημένη, διότι εκτός των αυστηρών κυρώσεων, ας ο νόμος προβλέπει, ΣΗΜΕΡΟΝ ΘΕΤΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΚΙΝΔΥΝΟΝ ΑΥΤΗΝ ΤΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΙΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΜΑΣ».

Ο Κ. Βαρβαρέσος είχε γράψει μεταπολεμικά: «τα κέρδη των μαυραγοριτών και των δωσιλόγων παρέμειναν αλώβητα, και μεγάλο μέρος τους φυγαδεύτηκε ανεμπόδιστα στο εξωτερικό». Στις διαφημίσεις και τις αγγελίες της περιόδου 1941-1944 διαβλέπουμε τη συσσώρευση και την καταναλωτική διάθεση αυτών των «αλώβητων κερδών» από το αίμα των άλλων.
*[Πηγή: http://www.vernardakis.gr. Το κείμενο του ιστορικού Νίκου Σκολπάκη δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ (27/10/2013)]
[Πηγή: Hit&Run, 27/10/2014]

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More