αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....
Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....
Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης.
Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...
Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας
Το
φαινόμενο «αρπαγής γης», γνωστό διεθνώς ως "land grabbing", ανοίγει μία
νέα πραγματικότητα στην παγκόσμια οικονομία. Κυβερνήσεις και διεθνείς
οργανισμοί έχουν πλέον να επιλέξουν ανάμεσα σε πολιτικές αντιμετώπισης
της πείνας ή μίας άμετρης βιομηχανικής παραγωγής. Ορισμένες χώρες όπως η
Κίνα και η Ινδία αγοράζουν εκτάσεις γης σε φτωχές χώρες, για να
διασφαλίσουν για λογαριασμό τους αποθέματα τροφίμων αλλά και πρώτη ύλη
για τα βιοκαύσιμα. Είναι αυτό που περιγράφεται με τον καινοφανή
όρο«αγροτο-ιμπεριαλισμός».
Η τάση αυτή άρχισε να εκδηλώνεται την
περίοδο 2007-2008, όταν οι τιμές των τροφίμων είχαν εκτιναχθεί στα ύψη.
Τότε για πρώτη φορά άρχισε η αγορά τεράστιων εκτάσεων καλλιεργημένης γης
στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Σύμφωνα με έκθεση της Παγκόσμιας
Τράπεζας, το 2010 είχαν αγορασθεί περίπου 650 εκατομμύρια στρέμματα -
μία επιφάνεια πενταπλάσια από τη συνολική έκταση της Ελλάδας και πολύ
μεγαλύτερη από τις εκτάσεις που διαθέτουν οι ΗΠΑ για την καλλιέργεια
καλαμποκιού και σταριού.
Σύντομα η συγκεκριμένη αγορά μεγάλωσε.
Οι αγοραστές δεν είναι μόνον κράτη, αλλά και επιχειρηματικοί όμιλοι και
hedge funds. Οι πιο δραστήριοι σε αυτές τις αγορές είναι εκτός της Κίνας
και της Ινδίας, οι χώρες του Περσικού Κόλπου, η Ν. Κορέα και η Σ.
Αραβία. Πληροφορίες εμφανίζουν επίσης και μεμονωμένες ευρωπαϊκές χώρες
να ενδιαφέρονται για την αγορά τέτοιων εκτάσεων, επιδιώκοντας να
εξασφαλίσουν πηγές προμήθειας τροφίμων και να επενδύσουν στην
παραγωγήβιοκαυσίμων.
Στην Αργεντινή είχε ξεσπάσει σάλος όταν
έγινε γνωστό ότι κινεζικές επιχειρήσεις επεδίωξαν να μισθώσουν μεγάλες
εκτάσεις γης με στόχο την εντατική καλλιέργεια σόγιας. Τα κινέζικα
σχέδια, σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στον διεθνή τύπο και
δεν διαψεύστηκαν προέβλεπαν, την μίσθωση για 50 χρόνια μία έκτασης
320.000 εκταρίων. Στα σχέδια των Κινέζων επενδυτών ήταν και να
κατασκευάσουν αποβάθρες στο κοντινό λιμάνι του Σαν Αντόνιο, από τις
οποίες θα μετέφεραν τη σόγια στην Κίνα. Οι ντόπιοι αντέδρασαν στα
σχέδια αυτά και τελικά η προγραμματισμένη συναλλαγή ματαιώθηκε.
Σύμφωνα
με ακτιβιστές, η Κίνα είχε προσπαθήσει πριν μερικά χρόνια να αγοράσει
μεγάλες εκτάσεις γης καιστη Μαδαγασκάρη, με αποτέλεσμα το 2009 ο
πληθυσμός να ανατρέψει την τότε κυβέρνηση της χώρας.
Ανάλογα
φαινόμενα έχουν καταγραφεί και σε πολλές αφρικανικές χώρες, στις οποίες
επικεντρώνεται το αγοραστικό ενδιαφέρον είτε για αγορές είτε για
μακροχρόνιες μισθώσεις μεγάλων εκτάσεων γης.
Το σαθρό πολιτικό
περιβάλλον και η διαφθορά διευκολύνει τέτοιου είδους συναλλαγές με
αποτέλεσμα πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις να μιλούν και να
καταγγέλλουν τις κυβερνήσεις.
Όπως καταγγέλλουν διεθνείς
ανθρωπιστικές οργανώσεις, αυτές οι επενδυτικές συναλλαγές καταπατούν
συχνότατα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επιπλέον επιφέρουν τεράστιες
οικολογικές καταστροφές, αφού σε πολλές περιοχές των αναπτυσσομένων
χωρών αποψιλώνονται δασικές εκτάσεις προκειμένου να μεταβληθούν σε
καλλιέργειες που εξυπηρετούν την ενεργειακή βιομηχανία.
Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1955 η είδηση της έκρηξης αυτοσχέδιου
μηχανισμού στο Τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο στεγάζεται
μέχρι και σήμερα, στο σπίτι που γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής
του σύγχρονου τουρκικού κράτους, αποτελεί την αφορμή για το προγκρόμ
κατά της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης – μια σειρά
γεγονότων που έμειναν γνωστά ως τα «Σεπτεμβριανά».
Αποτέλεσμα του προγκρόμ της 6ης και 7ης
Σεπτεμβρίου του 1955 ήταν να συρρικνωθεί σταδιακά ο πληθυσμός των
100.000 Ελλήνων που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο αριθμός των Ελλήνων
στην Πόλη σήμερα δεν ξεπερνά τις 2.000.
Από την έκρηξη στο σπίτι του Ατατούρκ προκλήθηκαν μικρές υλικές ζημιές,
παρόλα αυτά ο τούρκικος τύπος υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης του
Δημοκρατικού Κόμματος του Αντνάν Μεντέρες,
διαστρεβλώνουν το περιστατικό με τίτλους όπως «Έλληνες τρομοκράτες
κατέστρεψαν το πατρικό σπίτι του Ατατούρκ». Το αποτέλεσμα ήταν ένας
κατευθυνόμενος όχλος να κυνηγά τον ελληνικό πληθυσμό.
Στις 5 το απόγευμα, το μαινόμενο πλήθος των 50.000 ατόμων στράφηκε κατά
των ελληνικών περιουσιών στη συνοικία Πέραν. Μεγάλος αριθμός διαδηλωτών
μεταφέρθηκε από τη Δυτική Μικρά Ασία δωρεάν, αντί αμοιβής 6 δολαρίων,
που ουδέποτε τους δόθηκε. 4.000 ταξί τους μετέφεραν στον χώρο των
ταραχών, ενώ φορτηγά του Δήμου της Κωνσταντινούπολης είχαν αναπτυχθεί σε
επίκαιρα σημεία της Πόλης, φορτωμένα με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα,
αξίνες, σφυριά, σιδερένιους λοστούς και μπιτόνια βενζίνης.
Οι λεηλασίες κράτησαν μέχρι τις πρωινές ώρες της 7ης Σεπτεμβρίου, όταν
επενέβη ο στρατός, καθώς η κατάσταση κινδύνευε να τεθεί εκτός ελέγχου.
Τα χαράματα της 7ης Σεπτεμβρίου, οι ταραχές μεταφέρθηκαν στην Σμύρνη με τους Τούρκους να καίνε το ελληνικό περίπτερο στην Διεθνή Έκθεση της Σμύρνης.
Η αρχική αιτιολογία της κυβέρνησης Μεντέρες ήταν πως το προγκρόμ
πραγματοποιήθηκε από τους κουμουνιστές. Παρόλα αυτά τα συνεχή
τηλεγραφήματα των ξένων πρέσβεων στην Άγκυρα προς τις κυβερνήσεις τους
διέψευδαν αυτόν τον ισχυρισμό.
Το πογκρόμ κατά της ελληνικής κοινότητας της Πόλης προκάλεσε:
τον θάνατο 16 Ελλήνων και τον τραυματισμό 32
τον θάνατο ενός Αρμένιου
τον βιασμό 12 Ελληνίδων
τον βιασμό αδιευκρίνιστου αριθμού ανδρών (εξαναγκάστηκαν να υποστούν περιτομή)
την καταστροφή: 4.348 εμπορικών καταστημάτων, 110 ξενοδοχείων, 27
φαρμακείων, 23 σχολείων, 21 εργοστασίων, 73 εκκλησιών, περίπου 1000
κατοικιών, όλα ελληνικής ιδιοκτησίας.
Το οικονομικό κόστος των ζημιών ανήλθε σε 150 εκατομμύρια δολάρια και χιλιάδες Έλληνες ομογενείς μετανάστευσαν στην Ελλάδα.
Με τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και υπό το ευρωπαϊκό όραμα
της Τουρκίας, μια σειρά Τούρκοι διανοούμενοι ασκούν πλέον ανοικτά
κριτική στην πολιτική της χώρας τους απέναντι στους Έλληνες της
Κωνσταντινούπολης. Η σκηνοθέτης Τομπρίζ, γυρίζει μια ταινία με θέμα το πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων στα «Σεπτεμβριανά» του 1955. Ο εκδότης Ραγκίπ Ζαράκολου
εκδίδει ένα ακόμη βιβλίο για την κουλτούρα των Ποντίων – τα προηγούμενα
του στοίχισαν δικαστικές διώξεις και μια βομβιστική επίθεση που
κατέστρεψε τον εκδοτικό του οίκο. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ριτβάν Ακάρ,
έγραψε ένα πολύκροτο άρθρο που είχε τον τίτλο «Συγγνώμη Κώστα». Ζητάει
συγγνώμη, για τις διώξεις κατά τις ελληνικής μειονότητας στην διάρκεια
του 20ού αιώνα.
-«Μουργή δεν μας ήθελε αυτό το καλοκαίρι, δεν μας πήγε…».
Κλείσαμε το τηλέφωνο με το Βασίλη με ένα «γάμα τα» φίλε και μια καληνύχτα βουβή.
Τα μαντάτα δεν ήταν καλά για τον δικό του. Τι σημασία έχει το πρόσωπο αν ο άλλος είναι δικός σου;
Το θανατικό που μας σημάδεψε και θα συνεχίζει, όπως φαίνεται, να μας
σημαδεύει, μέχρι να θυμηθεί την ώρα μας, ήταν βαρύ τελευταία.
Το πένθος το έχω χεσμένο, έρχεται όμως η ώρα που η απώλεια και ο θρήνος μέσα σου δεν παλεύονται.
Κι αυτόν το χρόνο, όπως και τους προηγούμενους δηλαδή, μας έλαχε να πονέσουμε, να θρηνήσουμε με απώλειες.
Κι αυτή την εποχή του χρόνου, που «φθίνουν οι οπώρες»,
προετοιμαζόμαστε, μάλλον απροετοίμαστοι να ξαναπονέσουμε, να ξαναθρηνήσουμε, να ξανανταμώσουμε το τετελεσμένο της είδησης.
[…]
«Αγαπούσαμε πολύ τα δάκρυα, την αγάπη, τους νικημένους, τον ουρανό και τους διαβάτες… Ας ανάψουμε τη φωτιά μας, ας τινάξουμε τα βιβλία μας, ας βουρτσίσουμε τα ρούχα μας, ας γυαλίσουμε τα …Αγαπούσαμε πολύ τα δάκρυα, την αγάπη, τους νικημένους, τον ουρανό και τους διαβάτες… Ας ανάψουμε τη φωτιά μας, ας τινάξουμε τα βιβλία μας, ας βουρτσίσουμε τα ρούχα μας, ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας κι ας πλύνουμε τα πιάτα. Καταλαβαίνεις, μικρούλα μου, καταλαβαίνεις;»
[…] Κώστας Καρυωτάκης
Και μέσα στη μαυρίλα αυτής της θλίψης, αυτού του θρήνου, άρχισα να
μετράω χαμούς, τραγούδια, φωτογραφίες, ώσπου στα ξαφνικά μου ήρθε το
χαμόγελό της. Σαν ντεραπάρισμα, να κοιτάς ευθεία τον ουρανό και να
γνέφεις ζωντανά στις ψυχές που μας άφησαν, μα πρώτα πρώτα σε εκείνη.
Εκεί παραδίπλα της έστεκε κι ο Χρόνης. Έσκυψα να ακούσω τι τους έλεγε. Φαντάστηκα πως στα σίγουρα θα μίλαγε για το «Καλά εσύ έφυγες νωρίς». Λάθεψα και τέντωσα αυτί στο ψίθυρο του Μίσιου:
«Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική
ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να
ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί
την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την.
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.
Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;
Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις
ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος. Γιατί δε
ζούμε… κατάλαβες;
Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις
θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου
γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των
ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν
“ανάγκες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.
Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να
παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια
και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα,
να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του
πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας
και το διπλανό μας…
Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ’ αφήσαμε, γι’ αυτό το αύριο, που δεν θα ‘ρθει ποτέ…
Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε,
γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά
πράγματα, όπως:
Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.
Όμως, τ’ αφήσαμε για αύριο.
Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.
Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε!
Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να
είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.
Την καταντήσαμε έναν καθημερινό -χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης- θάνατο!
Διότι, αυτός είναι θάνατος!
Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας,
όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος. Είναι μετάβαση.
Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ σε τούτη τη
μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα
δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την
ταράτσα για να μην πεθάνει…
Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το “όχι”, με τον πιο αμετάκλητο τρόπο.
Πήγαμε στην κηδεία της. Και τί άκουσα τον παππά να λέει;
“Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει”…
Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε.
Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…».
Ξαλάφρωσα έβαλα ένα διπλό με πάγο, καθαρό, και πήρα βαθιά ανάσα.
Άναψα ένα τσιγάρο να λιβανίζει σαν θυμιατό. Άναψα ένα κερί κόκκινο σαν
τη καύτρα να καίει σαν καντήλι. Ξανάβαλα το Μίσιο να τον ακούσω από την αρχή.
«Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική
ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να
ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί
την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την…».
Ήπια μονοκοπανιά το διπλό, λέγοντας στη παρέα μου: «βάλτε να
πιούμε…». Τους χάρηκα όλους, όπως τους είχα κοντά μου να μου γνέφουν και
να πίνουν μαζί μου. Υποσχέθηκα σε όλους τους, να ζήσω τη «μετάβαση» του
Μίσιου. Βάλαμε τα τρίτα κι άναψαν όλοι από ένα κερί, σαν ευχή της
υπόσχεσης μου.
Υποσχεθείτε το στον εαυτό σας και σεις, που ακούσατε το Χρόνη και:
[…]
«Βάλτε να πιούμε…
Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα.
Καπνοί `ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα.
Καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε.
Βάλτε να πιούμε…
Άκουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη.
Μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη.
Μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε.
Βάλτε να πιούμε.. »
* Αφήγηση: Χρόνης Μίσσιος
Μουσική Σύνθεση: Βαγγέλης Μπόντας
Αρχείο www.bond-us.gr
Στις Θερμοπύλες τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια του ΔΝΤ, της Ε.Ε. και των μνημονίων, στις Θερμοπύλες συμβαίνουν δύο πράγματα.
Το ένα είναι μια ετήσια θερινή τελετή της εγχώριας συμμορίας των Ναζί γύρω από το άγαλμα του Λεωνίδα.
Το δεύτερο είναι μια αγγελία – μνημείο ντροπής που φιγουράρει στη σελίδα του ΤΑΙΠΕΔ από το 2013 και αναφέρει τα εξής: «Περιοχή
με μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον, όπου διεξήχθη η γνωστή μάχη των
Θερμοπυλών μεταξύ Ελλήνων και Περσών το 480 πΧ. Σύμφωνα με την Ελληνική
μυθολογία, ο Ήφαιστος, μετά από αίτηση της Θεάς Αθηνάς, δημιούργησε τις
πηγές για τον Ηρακλή, προκειμένου να πλένεται και να ξεκουράζεται μετά
την ολοκλήρωση των εργασιών του»!! Όπως είναι φανερό πρόκειται για μοναδικής έμπνευσης αγγελία εκποίησης.
Ας μιλήσουμε (για την ακρίβεια ας ξαναμιλήσουμε, δες http://www.imerodromos.gr/xepoylima/#prettyPhoto και http://www.imerodromos.gr/thermopyles-xrysh-aygh/) και για τα δύο.
Σχετικά, λοιπόν, με την ετήσια συγκέντρωση του ναζιστικού εγκληματικού απόπατου, ο οποίος κυκλοφορεί ανενόχλητος. Οι ναζί πραγματοποιούν την τελετή τους σε αρχαιολογικό χώρο.
Το μνημείο του Λεωνίδα έχει περιληφθεί στα όρια που προστατευόμενου
αρχαιολογικού χώρου (ΥΑ ΥΠΠΕ/53246/1671/11-11-1983 – ΦΕΚ
732/Β/21-12-1983 και ΥΑ ΥΠΠΟΤ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/2860/255/11-1-2011 – ΦΕΚ
23/ΑΑΠ/22-2-2011). Από πού, επομένως πήραν τη σχετική άδεια (αν τη
ζήτησαν και αν την πήραν) που χρειάζονται; Την πήραν από την αρμόδια
Εφορεία Αρχαιοτήτων; Την πήραν από τις τοπικές αρχές; Την πήραν απλώς
από … τη ναζιστική σημαία; Και αν δεν πήραν άδεια, οι αρμόδια Υπηρεσίες
έπραξαν τα δέοντα και αυτονόητα;
Σχετικά, με τη realestate
αγγελία του μεγάλου μεσίτη της χώρας, του ΤΑΙΠΕΔ, είναι προφανές ότι η
ιστορικότητα του χώρου είναι το δόλωμα που θα «τσιμπήσουν» οι επενδυτές.
Δηλαδή, τα μνημεία και οι ιστορικοί τόποι της χώρας έχουν γίνει το
ιδανικό επενδυτικό και κερδοσκοπικό «κελεπούρι».
Για την ακρίβεια βγαίνουν στο σφυρί οι ιαματικές πηγές και το ξενοδοχειακό συγκρότημα,
τα οποία βρίσκονται εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, αλλά λίγα
μέτρα έξω από την αδόμητη Ζώνη ‘Α Προστασίας, δηλαδή τη ζώνη που δεν
επιτρέπεται καμία δόμηση. Και όταν λέμε λίγα μέτρα το εννοούμε. Το
πωλητήριο αφορά σε έκταση που απέχει μόλις 500 μέτρα από τον πυρήνα του
αρχαιολογικού χώρου, που είναι ο Κολωνός, ο μικρός λόφος που έλαβε χώρα η
τελική φάση της μάχης των Θερμοπυλών το 480 πΧ. Η προς εκποίηση έκσταση
τυπικά ανήκει στην προτεινόμενη Ζώνη ‘Β προστασίας του αρχαιολογικού
χώρου (δηλαδή η ζώνη που επιτρέπεται η δόμηση, αλλά με περιορισμούς), η
οποία ακόμα δεν έχει οριστεί.
Η απόφαση να βγουν στο σφυρί τα εν λόγω ακίνητα και η δημοσίευση της
κατάπτυστης αγγελίας έγιναν ερήμην της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία
χρόνο με το χρόνο υποβιβάζεται στο ρόλο του διαχειριστή των πολιτικών
αποφάσεων αγοραίας εκμετάλλευσης του μνημειακού και ιστορικού αποθέματος
της χώρας.
Ως «συνένοχος» στο ανίερο ξεπούλημα εμφανίστηκε και το Συμβούλιο της
Επικρατείας, το οποίο τον Απρίλιο του 2016 απέρριψε τις προσφυγές
κατοίκων των περιοχών που ζητούσαν να ακυρωθούν οι σχετικές αποφάσεις
της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων
κρίνοντας ότι η μεταβίβαση των ιαματικών πηγών στο ΤΑΙΠΕΔ «δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, τον Αστικό Κώδικα και τη νομοθεσία για την προστασία και τη χρήση των ιαματικών πηγών».!!
Μάλλον, η ιστορικότητα του χώρου και η άμεση γειτνίαση με την αδόμητη
ζώνη του αρχαιολογικού χώρου είναι ψιλά γράμματα στα χρόνια του «νόμιμου
και άρα ηθικού».
Ετσι, λοιπόν, έχουμε:
μια φασιστική συμμορία να καπηλεύεται ανενόχλητη το χώρο,
δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις (εκείνη του 2013 που έλαβε την
απόφαση και ετούτη, η «αριστερή», που θα την υλοποιήσει) που τον
ξεπουλάνε χωρίς ίχνος ντροπής
και την ΕΡΤ, την «αριστερή» ΕΡΤ, η οποία μεταδίδει την ομιλία του φυρερίσκου Μιχαλολιάκου στις Θερμοπύλες.
Κάθε άλλο σχόλιο για το ποιόν των πρώτων, την
αποστολή των δεύτερων , το ρόλο της τρίτης και το δηλητηριώδες μείγμα
που φτιάχνουν όλοι μαζί απλώς περιττεύει…
Οι ναζιστές της Χρυσής Αυγής είναι περισσότερα πράγματα από τις πανηγυρικές τελετές τους, με φόντο το άγαλμα του Λεωνίδα.
Οι ναζιστές της Χρυσής Αυγής,
πέρα από την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, επιδιώκουν, μέρα με τη μέρα,
να αυξάνουν τις δυνάμεις τους μέσα στην κοινωνία. Ένας από τους τρόπους
που χρησιμοποιούν είναι να εμφανίζονται σαν «πολιτικές παρθένες», παρά τις αμέτρητες αποδείξεις για την ιδεολογική ταύτιση με το ναζισμό (άρθρα τους που εξυμνούν τον Χίτλερ, φωτογραφίες με σβάστικες). Κάνουν πως δεν θυμούνται, πως δεν ξέρουν τίποτα και κλαψουρίζουν ότι τους αποκαλούν ναζιστές.
Καμία έκπληξη από τέτοιου είδους αντιδράσεις. Οι ναζιστές ήταν, είναι και θα είναι θρασύδειλοι.
Ας προσέξουμε, όμως, κάτι: Οι ομιλίες δίπλα στο άγαλμα του Λεωνίδα, οι
φωνές στη Βουλή και στις συγκεντρώσεις τους, δεν είναι κούφια λόγια. Ήταν, είναι και θα είναι επικίνδυνοι, διότι είναι ναζιστές.
Δεν θα σταθούμε στο γνωστό (σύμφωνα και με δικά τους κείμενα) θαυμασμό τους στο καθεστώς του φασίστα Μεταξά. Θα αναφερθούμε στην ταύτιση τους με το ναζισμό.
Όποτε κλήθηκαν να μιλήσουν για τη σχέση
τους με το ναζισμό έμειναν στις «αποστάσεις», τόσο μεγάλες «αποστάσεις»
που αδυνατούν να καταδικάσουν τον Χϊτλερ. Δεν μπορούν οι άνθρωποι (όσο
άνθρωποι μπορεί να είναι οι ναζιστές…) να πούνε κακή κουβέντα για τον
Αδόλφο τους.
Τα δύο βίντεο που
ακολουθούν δεν είναι καινούργια. Είναι, όμως, οι δύο «διαφορετικές»
προσεγγίσεις τους για το ναζισμό και τον Χίτλερ. Η μια είναι για το
δημόσιο λόγο τους , ώστε να αφήνουν κι ένα παράθυρο για να μιλήσουν ξανά
ανοιχτά για τον Χίτλερ, και η δεύτερη για το εσωτερικό της ναζιστικής
οργάνωσης. Καμιά φορά υπάρχει και μια τρίτη προσέγγιση, σύμφωνα με την
οποία δεν έχουν καμία σχέση με το ναζισμό, αλλά είναι …αγνοί
εθνικιστές.
Δεν είναι τυχαία η αναφορά μας στους
ναζιστές της Χρυσής Αυγής. Δεν είναι «χωρίς αφορμή». Οι τύποι αυτοί
έχουν γίνει μέρος της πολιτικής πραγματικότητας της χώρας, εδώ και
χρόνια, πια. Προσπαθούν να κρύψουν, ορισμένες φορές, την ιδεολογική τους
ταυτότητα, τη σύνδεση τους με τις πιο κτηνώδεις στιγμές της ανθρώπινης
Ιστορίας.
Παράλληλα, δεν έχουν εξαφανιστεί (και ούτε πρόκειται) εκείνες οι φωνές που αποζητούν μια «σοβαρότερη Χρυσή Αυγή»
(όπως ο Μπάμπης Παπαδημητρίου του ΣΚΑΪ) σε μια «συντηρητική συμμαχία»,
όπως οι Μπαλτάκοι και διάφοροι άλλοι. Δεν λείπουν οι τοποθετήσεις που
ξεπλένουν τη Χρυσή Αυγή, τοποθετήσεις που προκύπτουν από τη σύνδεση του
ίδιου του συστήματος με το ναζισμό. Σε αυτό το ξέπλυμα εντάσσεται και η
«περιβόητη» θεωρία των δύο άκρων.
Η δίκη της Χρυσής Αυγής ξεκίνησε πάλι και (εκτός από την παρακολούθηση της, για την απόδειξη της εγκληματικής της δράσης) είναι απαραίτητη και η διαρκής αποκάλυψη πως αυτοί οι τύποι είναι ναζιστές, η υπενθύμιση, με ιστορικά στοιχεία και ντοκουμέντα, της πορείας και των πράξεων του ναζισμού.
Ακολουθεί το βίντεο που είχε δώσει η οικογένεια του Παύλου Φύσσα,
τον περασμένο Μάρτιο. Ένα βίντεο με στοιχεία για τη δολοφονία του
Παύλου Φύσσα (σε λίγες μέρες κλείνουν τρία χρόνια) και αποδείξεις πως
πρόκειται για ΝΑΖΙΣΤΕΣ.
Στοιχεία για την καθημερινή παρακολούθηση της δίκης μπορείτε να βρίσκεται εδώ κι εδώ
κι (Golden Dawn Watch – Για την Πολιτική Αγωγή του αντιφασιστικού
κινήματος – Πρωτοβουλία για την παρακολούθηση της δίκης της Χρυσής
Αυγής – fb).
Πριν δώδεκα χρόνια ξεκινήσαμε, στην Α' Ψυχιατρική Κλινική του
Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, ένα ειδικό ιατρείο για
την ψυχική υγεία της γυναίκας, την πρώτη εξειδικευμένη δομή αυτού του
είδους στην Ελλάδα. Υπήρχαν κάποιοι ψυχίατροι και ψυχολόγοι που ήδη
ασχολούνταν με αυτό το ζήτημα, είτε μεμονωμένα είτε στο πλαίσιο
οργανισμών για την ψυχική υγεία του παιδιού. Οργανωμένες ειδικές δομές
για την ψυχολογική και ψυχιατρική φροντίδα της νέας μητέρας δεν υπήρχαν
στην Ελλάδα, μόνο στα κορυφαία πανεπιστήμια ορισμένων από τις ιατρικά
προηγμένες Δυτικές χώρες (Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Σκανδιναβικές χώρες,
Αμερική, Αυστραλία).
Δύο χρόνια αργότερα όμως, το 2006, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας
εξέδωσε επίσημες οδηγίες για την πολιτική σε σχέση με τα ζητήματα Υγείας
και Ψυχικής υγείας του γυναικείου φύλου (τονίζοντας ότι κοινωνική
εξίσωση δεν συνεπάγεται εξομοίωση των φύλων σε επίπεδο ρόλων και
αναγκών) και, έναν χρόνο αργότερα, ο αγγλικός οργανισμός NICE (National
Institute of Clinical Excellence) δημοσίευσε κατευθυντήριες οδηγίες για
την πρόληψη και την φροντίδα περιγεννητικών ψυχικών διαταραχών (σε
εγκύους και λεχώνες). Μια δεύτερη δομή, εξειδικευμένη στην περιγεννητική
φροντίδα, με έμφαση στην πρόληψη αλλά και την αντιμετώπιση, εμφανίστηκε
στην Αθήνα, το 2008 («Φαιναρέτη», ΑΜΚΕ). Πιο πρόσφατα, σε διεθνές
επίπεδο, ένα από τα πιο πλήρη κέντρα τέτοιων υπηρεσίων, σε μη
κερδοσκοπική βάση, το ίδρυμα Seleni, ιδρύθηκε το 2011 στη Νέα Υόρκη, από
μια Ελληνίδα ψυχολόγο (Ν. Λογοθέτη).
Προς τι ο ενθουσιασμός προς το γενικό κοινό; Σε μια πρώτη ματιά, ένας
τέτοιος κλάδος μοιάζει να αφορά μια ειδική περιοχή επιστημονικού
ενδιαφέροντος. Αν κοιτάξει κανείς τις στατιστικές θα καταλάβει ότι τα
πράγματα δεν είναι έτσι. Παρά την παλαιότερη πεποίθηση ότι η εγκυμοσύνη
προστατεύει από ψυχικές διαταραχές, τουλάχιστον μία στις δέκα γυναίκες
θα εμφανίσει ψυχολογικά προβλήματα ή και κατάθλιψη στην περιγεννητική
περίοδο (κύηση και λοχεία), ενώ ο κίνδυνος σοβαρής μείζονος κατάθλιψης
κατά τη διάρκεια της κύησης είναι 3-6 % των εγκύων, κατ' έτος!
Οι παραπάνω αριθμοί, καλά τεκμηριωμένοι σε πολλές χώρες, (θα έπρεπε
να) μας κάνουν να συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα
ζήτημα δημόσιας υγείας. Στην Ελλάδα έχουμε περίπου 100 χιλιάδες
γεννήσεις κατ' έτος (από την έναρξη της κρίσης έχουν πέσει στις 80.000).
Αυτό σημαίνει πως κάθε χρόνο περίπου 3.000 έως 6.000 γυναίκες θα
εκδηλώσουν σοβαρή κατάθλιψη σε συνάρτηση με την εγκυμοσύνη τους. Σε μια
πρόσφατη μελέτη μας, οι αριθμοί αυτοί ίσχυαν απαράλλαχτοι και για την
Ελλάδα, όπως και για το εξωτερικό. Τα δύο τρίτα των γυναικών που
εμφάνισαν κατάθλιψη στη λοχεία είχαν στο ιστορικό τους προηγούμενο
επεισόδιο, ανεξάρτητο από κύηση, σε συχνότητα δέκα φορές μεγαλύτερη από
τις γυναίκες με προηγούμενο ιστορικό κατάθλιψης που γέννησαν χωρίς να
υποτροπιάσουν.
Εάν υπολογίσει κανείς ότι η περιγεννητική κατάθλιψη είναι μια
διαταραχή που εμφανίζει στη συνέχεια υποτροπιάζουσα πορεία, και
χρονιότητα, σε σημαντικό ποσοστό των περιπτώσεων, καθώς επίσης και ότι η
κύρια αιτία θανάτου λεχώνων στις ανεπτυγμένες χώρες δεν είναι άλλη από
την αυτοκτονία (η οποία, σε σοβαρά περιστατικά ψυχωτικής κατάθλιψης,
μπορεί να συνδυάζεται με τη βρεφοκτονία), αντιλαμβάνεται πόσο μεγάλη
είναι η ανάγκη για ενημέρωση, για ειδική εκπαίδευση και για παροχή
ειδικών υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες που ιδανικά χρειάζονται, τόσο σε επίπεδο
ειδικών εξωτερικών ιατρείων όσο και σε επίπεδο νοσηλευτικών δομών (π.χ.
μονάδες μητέρας-βρέφους, δηλαδή ειδικά τμήματα όπου μπορούν να
νοσηλευθούν είτε πλήρως είτε με μορφή νοσοκομείου ημέρας οι λεχωίδες
μαζί με τα μωρά τους) υπάρχουν σε λίγες χώρες και πάντως σπανίζουν
οδυνηρά στην Ελλάδα.
Η σωστή ιατρική φροντίδα περιγεννητικά αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση
της δυνατότητας να γεννηθεί ένα υγιές βρέφος αλλά και να εξασφαλιστεί η
υγεία της μητέρας για να μπορεί να το φροντίσει. Η περιγεννητική
κατάθλιψη είναι μια συχνή, προβλέψιμη και θεραπεύσιμη κλινική οντότητα,
αλλά εάν δεν αντιμετωπιστεί κατάλληλα και έγκαιρα μπορεί να ζημιώσει την
ψυχική αλλά και τη σωματική υγεία της μητέρας και να διακυβεύσει τη
δυνατότητά της να φροντίσει το βρέφος, κάτι που μπορεί να έχει
μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη φυσιολογική ψυχική αλλά και σωματική του
υγεία και ανάπτυξη, όπως γίνεται πια φανερό από μια πληθώρα
επιστημονικών δεδομένων.
Τι είναι αυτό που έχει εμποδίσει ως τώρα να αναπτυχθούν όπως πρέπει
τέτοιες δομές και υπηρεσίες, στην Ελλάδα; Πέρα από τα συνήθη
γραφειοκρατικά, χρηματοδοτικά και (φευ) συντεχνιακά ελληνικά ζητήματα,
υπάρχουν δύο ογκόλιθοι που, κατά τη γνώμη μου, εμποδίζουν τη σωστή
ανάπτυξη και αυτοί έχουν να κάνουν και οι δύο με την προκατάληψη.
Το στίγμα της ψυχικής διαταραχής, από τη μία - φυσικά -, και η
εξιδανίκευση με την οποία περιβάλλεται ο θεσμός της μητρότητας, από την
άλλη, είναι οι δύο σκοτεινοί βράχοι, η Σκύλλα και η Χάρυβδη, που πάνω
τους συνθλίβονται οι ανάγκες και οι αλήθειες της γυναικείας
αναπαραγωγής.
Η νέα μητέρα οφείλει να ανταποκριθεί σε ένα ιδανικό πρότυπο:
αποφασιστικότητας, δύναμης, αυτοθυσίας, πρόθυμης εγκατάλειψης του
ερωτικού, επαγγελματικού, αυτόνομου ρόλου της, προκειμένου να γεννήσει
και να μεγαλώσει ένα παιδί. Και όσο η κουλτούρα μας απομακρύνεται από
ένα πρότυπο αυταπάρνησης (που προερχόταν από τη στέρηση που χαρακτήριζε
παλαιότερες εποχές) τόσο δυσκολότερη γίνεται αυτή η μετάβαση. Η νέα
γυναίκα οφείλει να είναι γόνιμη, υγιής, ακούραστη, ευτυχής, βέβαιη, και
πιθανώς υπάκουη στις προσδοκίες του συζύγου, της μητέρας και της
πεθεράς (ίσως και του σογιού ολόκληρου). Από την άλλη, η ψυχολογική
αναστάτωση, είτε ορμονική, είτε διαπροσωπικά ή ενδοψυχικά συγκρουσιακή,
είναι κοινωνικά σχεδόν «ανεπίτρεπτη» και από τους αστοιχείωτους
θεωρείται ότι αποτελεί δείγμα «αδύναμου χαρακτήρα».
Τι ζητάμε αλήθεια από τις γυναίκες που διαβαίνουν τη δυσκολότερη
(ψυχικά, κοινωνικά, βιολογικά) μετάβαση της ζωής τους; Να είναι
αγόγγυστα πρότυπα σύμφωνα με την προκατάληψή μας, να μας δικαιώσουν
συλλήβδην και να μας συντηρήσουν το πρότυπο της αγιοσύνης σε μια
κοινωνία που τους ζητάει επιπλέον τα πάντα, κοινωνικά και επαγγελματικά
(πόσο έχει μειωθεί η άδεια της λοχείας στον ιδιωτικό τομέα;). Και βέβαια
να μην έχουν ψυχολογικές ανάγκες!
Η ψυχική υγεία της νέας μητέρας δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τη
μητέρα, έχει σοβαρές διαγενεακές επιπτώσεις. Απαιτεί σκέψη, γνώση,
ειδικές υπηρεσίες, οργάνωση, ενημέρωση, εκπαίδευση, ρεαλισμό, εμπειρία
κι εντέλει ένα κράτος που δίνει πέντε δεκάρες για την ποιότητα και την
υγεία της επόμενης γενιάς.
* Ο Γιάννης Ζέρβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής, Α'
Ψυχιατρική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και Υπεύθυνος Ψυχικής υγείας της
Γυναίκας και της Αναπαραγωγής, Αιγινήτειο Νοσοκομείο. Από το Αθηναϊκό Πρακτορείο
Σαν σήμερα, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983, αφήνει την τελευταία της πνοή, χτυπημένη από καρκίνο, η Έλλη Λαμπέτη…
«Φαίνεται πως κάποια μαγικά πλάσματα δίνουν ραντεβού όταν έρχονται
στον κόσμο αυτό – η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε στα 1926, δηλαδή την ίδια
ακριβώς χρονιά που θα γεννιόταν η Μαίριλυν Μονρόε, στην απέναντι ακτή
του Ατλαντικού…» γράφει ο Φρέντυ Γερμανός στην αρχή του βιβλίου του
«Έλλη Λαμπέτη. Βιογραφία» (Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006).
Και συνεχίζει: «Η γέννησή της ήταν το ίδιο παράλογη όπως και ο
θάνατός της. Για μια ώρα η ζωή της κρεμόταν από έναν αόρατο ιστό. Πρώτα
είχε βγει ο Τάκης, ο δίδυμος αδερφός της. Ένα υγιέστατο μωρό που ζύγιζε
τέσσερα κιλά, θα έγραφε η ίδια η Έλλη σ’ ένα ιδιόχειρο σημείωμά της,
λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο “Όρος Σινά” της Νέας Υόρκης. Και μετά από
μιάν ώρα βγήκα εγώ. Ένα λυμφατικό πιθηκάκι! Το λυμφατικό πιθηκάκι
φαινόταν αναποφάσιστο να ζήσει, σαν να ’ξερε τους αμείλικτους κανόνες
του παιχνιδιού που θα ’πρεπε να παίξει στα επόμενα πενήντα εφτά χρόνια.
Σχεδόν δεν ανέπνεε.
“Θα πεθάνει”, ψιθύρισε η νοσοκόμα που στεκόταν δίπλα στο γιατρό…
Η μητέρα της Έλλης, η Αναστασία Λούκου, η Τάσα, όπως την έλεγαν στα
Βίλλια, κοίταζε τον γιατρό με το κεφάλι ελαφρά ανασηκωμένο απ’ το
μαξιλάρι. Είχε ακούσει το κλάμα του ενός απ’ τα μωρά της, πριν από μια
ώρα, αλλά το άλλο, το λυμφατικό πιθηκάκι, δεν είχε ακόμα ανοίξει το
στόμα του.
“Θα ζήσει”, της χαμογέλασε ο γιατρός.
Άρπαξε το μωρό και το βούτηξε στη λεκάνη με το χλιαρό νερό – ύστερα στη
λεκάνη με το κρύο. Και μετά πάλι στη λεκάνη με το χλιαρό. Αυτό έγινε
τουλάχιστον πέντ’ έξι φορές, ώσπου η Έλλη Λαμπέτη αποφάσισε, εκείνο το
πρωί, στις 13 Απριλίου του 1926, να κλάψει για πρώτη φορά στη ζωή της…
Ο Κώστας Λούκος, ο πατέρας της Έλλης, περίμενε ιδρωμένος έξω απ’ το
χειρουργείο. Ήξερε πως είχε κιόλας έναν γιό, αλλά δεν ήξερε τη μοίρα του
άλλου παιδιού του, που πάλευε άγρια για μια ολόκληρη ώρα ανάμεσα στη
ζωή και στην ανυπαρξία. Είδε τον γιατρό να τον πλησιάζει, ιδρωμένος όσο
κι εκείνος.
“Κόρη!” του είπε γελαστά.
Ήταν η πέμπτη κόρη του μετά την πρώτη, τη Φωτεινή, που ήταν κιόλας
έντεκα χρονώ, την Κούλα, την Ειρήνη και την Αντιγόνη. Εφτά παιδιά, αν
υπολόγιζε και τον άλλο γιό του, τον Τάσο. Σε μια χώρα που μαστιζόταν από
υπογεννητικότητα, ο Κώστας Λούκος, ένας απλός ταβερνιάρης απ’ τα Βίλλια
που θα γινόταν αργότερα ξυλέμπορος στην Αθήνα, είχε καταθέσει
γενναιόδωρα εφτά οβολούς. Κι ανάμεσά τους το μεγάλο τάλαντο…».
Το σπίτι της οικογένειας Λούκου στα Βίλλια – το «αρχοντικό», όπως το
αποκαλούσαν οι γείτονες – ήταν ένα απλό, διώροφο σπίτι με άνετα δωμάτια
κι έναν μεγάλο κήπο, που γύρω στα 1980 (τρία δηλαδή χρόνια πριν από τον
θάνατο της Έλλης) είχε πια αποκτήσει στη σκέψη της τη μαγεία ενός πίνακα
του Ρενουάρ… «Ήταν πάντα ανθισμένος – από παντού ξεφύτρωναν
τριαντάφυλλα. Και το γρασίδι του ήταν πράσινο χειμώνα καλοκαίρι. Δεν θα
ξεχάσω ποτέ τη μυρωδιά του» έλεγε με συγκίνηση…
Το 1928, όταν η Έλλη ήταν μόλις δύο ετών, η οικογένεια βρέθηκε στην
Αθήνα, επειδή η ταβέρνα στα Βίλλια δεν πήγαινε καλά και – επιπλέον –
επειδή επιθυμία της μητέρας ήταν να σπουδάσουν στην πρωτεύουσα όλα τα
παιδιά της. Έτσι, την άνοιξη του 1928 η οικογένεια εγκαταστάθηκε σ’ ένα
μικρό σπίτι με δυό δωμάτια, στην οδό Μιχαήλ Βόδα 139. Όμως, τα Βίλλια θα
έμεναν πάντα στη ζωή τους, αφού κάθε καλοκαίρι δραπέτευαν από την
Αθήνα, για να βρεθούν εκεί, στον χαμένο παράδεισό τους… «Στα Βίλλια
έμαθα ν’ αγαπάω την ομορφιά» έλεγε με νοσταλγία η Έλλη, μετά από χρόνια…
Η Φωτεινή, η μεγαλύτερη αδερφή, λάτρευε τη μουσική. «Όταν άκουγε
Σοπέν στο πιάνο, δάκρυζε» θυμόταν με συγκίνηση η Έλλη. Η Κούλα έγραφε
στίχους στο περιθώριο των σχολικών βιβλίων της. Η Ειρήνη, παθιασμένη με
τη ζωγραφική, ζωγράφιζε στον φλοιό απ’ τους κορμούς των δέντρων. Η
Αντιγόνη ονειρευόταν να γίνει δασκάλα. Όσο για τον Τάκη, τον δίδυμο
αδερφό της Έλλης, ήταν ποιητής, χωρίς να γράφει ποιήματα· «είχε την
ποίηση μέσα του, σε ό,τι έκανε, από παιδί» είπε κάποτε η Έλλη… «Είχα
πάει στο Πόρτο Γερμενό ν’ ακούσω ένα αηδόνι… Το άκουγα όλη τη νύχτα.
Ήταν σαν να έζησα όλη μου τη ζωή. Μου φαίνεται πως δεν μου μένει να ζήσω
πια τίποτ’ άλλο» είχε πει κάποτε ο Τάκης, όταν ήταν εφτά μονάχα ετών,
στη μητέρα του. Ο θάνατός του από φυματίωση, το 1941, τους πρώτους μήνες
της Κατοχής, σε ηλικία μόλις 15 ετών, βύθισε την οικογένεια Λούκου στο
πένθος· ιδιαίτερα το δίδυμο αντίγραφό του, τη λατρεμένη του Έλλη…
Το επόμενο σπίτι της οικογένειας Λούκου ήταν στην οδό Αχιλλέως, όπου
έμειναν μέχρι το 1938, και μετά μετακόμισαν στην οδό Ασκληπιού. Το 1938 η
Έλλη μπήκε στο Γυμνάσιο. «…Μισούσε τ’ αρχαία ελληνικά, με τον ίδιο ίσως
τρόπο που θα μισούσε και τον Δημήτρη Χορν, όταν θα έπαιζε, μετά από
χρόνια, για πρώτη φορά μαζί του, στο Εθνικό Θέατρο. Και στις δύο
περιπτώσεις το κλειδί του μυστηρίου ίσως να ’ταν το ίδιο – στην επόμενη
φάση παραμόνευε το μεγάλο πάθος…» γράφει ο Φρέντυ Γερμανός.
Το 1941 ένας θείος της Έλλης, ο Τάκης Σταμάτης, πρότεινε στην
δεκαπεντάχρονη τότε ανιψιά του την αλλαγή του ονόματός της από Λούκου σε
Λαμπέτη. Σημειωτέον ότι «Λαμπέτη» έλεγαν έναν από τους ήρωες του
«Αστραπόγιαννου» του Βαλαωρίτη. Η Έλλη είχε αρνηθεί πεισματικά: «Θα ’ναι
σαν να κλέβω τον Βαλαωρίτη!».Όμως, ο θείος επέμεινε: «Δεν κλέβεις
κανέναν. Απλώς το “Λαμπέτη” είναι πιο θεατρικό απ’ το “Λούκου”. Το
βλέπεις και μόνη σου!»
Εκείνη τη χρονιά, η καριέρα της νεαρής Έλλης ξεκίνησε με δύο
παταγώδεις αποτυχίες. Η πρώτη ήταν στις 25 Σεπτεμβρίου, όταν την
απέρριψαν παμψηφεί στη δραματική σχολή του Εθνικού. Η δεύτερη απόρριψή
της έγινε στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη, όπου είχε πάει με τη μαθητική
της τσάντα στο χέρι, έχοντας κάνει σκασιαρχείο από το Πέμπτο Γυμνάσιο
όπου φοιτούσε. Απήγγειλε τον «Πραματευτή» του Γρυπάρη. «Δεν τα λέει!»
ήταν η λακωνική ετυμηγορία της επιτροπής, μέλος της οποίας ήταν και ο
νεαρός ζεν πρεμιέ της εποχής, ο Δημήτρης Χορν. Όμως, ο Σπύρος Μελάς,
φίλος του θείου της Έλλης, έπεισε την Κοτοπούλη να αναστείλει την
«καταδίκη» της μικρής Έλλης με το επιχείρημα: «Τί διάβολο! Δεν χάθηκε ο
κόσμος με μια κομπάρσα παραπάνω». Η Έλλη, επιστρέφοντας στην οδό
Ασκληπιού, ανακοίνωσε: «Η Κοτοπούλη με πήρε στη σχολή της!... Θα γίνω
ηθοποιός». Έτσι, εκείνο τον δύσκολο χειμώνα του ’41, η Έλλη μοιραζόταν
τη μέρα της ανάμεσα στο Πέμπτο Γυμνάσιο και στα μαθήματα της Κοτοπούλη. Η
απαγγελία των πρώτων στίχων της «Αντιγόνης» από την μικρή Έλλη καθήλωσε
την μεγάλη θεατρίνα… «Μπράβο, πουλάκι μου!»…
Το 1942, έναν χρόνο μετά την απόρριψή της από την Κοτοπούλη, η Έλλη
Λαμπέτη πήρε από την ίδια, τη μεγάλη θεατρίνα, το χρίσμα της
πρωταγωνίστριας στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν.
Την άνοιξη του 1943, λίγους μήνες μετά το πρωταγωνιστικό της ντεμπούτο
στο Θέατρο, η Έλλη γνώρισε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς τον Θ. Σ., έναν
πλούσιο Έλληνα που ζούσε ως το 1940 στο Παρίσι, παντρεμένο με μια
Γαλλίδα, και που αποκλείστηκε με τον πόλεμο στην Ελλάδα. «Μου τον
σύστησε ο αδερφός μου ο Τάσος…»θα πει η ίδια. Και ο Φρέντυ Γερμανός
γράφει: «… Η Έλλη… νιώθει με το πρώτο βλέμμα μια ηλεκτρική εκκένωση. “Ο
άνθρωπος αυτός θα πρέπει να ’ταν κάτι σαν μάγος”, θα πει ύστερα από
χρόνια ο Μιχάλης Κακογιάννης, ένας από τους ελάχιστους γνώστες αυτής της
ιστορίας. Ο μάγος γοητεύει την Έλλη με τον ίδιο τρόπο που ο βόας
υπνωτίζει το θήραμά του κι ύστερα το καταπίνει… Ο βόας θα καταπιεί την
Έλλη και θα την κρατήσει μέσα στον πεπτικό του σωλήνα για ενάμιση
τουλάχιστον χρόνο. Είναι ο μόνος τρόπος να εξηγηθεί αυτή η απότομη
έκλειψη του λαμπερού άστρου την ώρα που ξεκινάει την πτήση του στο
θεατρικό στερέωμα του 1943… Η Αθήνα περιμένει την αστραπή, αλλά… έρχεται
η εξαφάνιση… Τις πρώτες μέρες η Κοτοπούλη δεν δίνει σημασία – ύστερα
κυριεύεται από πανικό. “Πού είναι η Λαμπέτη;” φωνάζει άγρια. “Φέρτε μού
την απ’ το σπίτι της!”. Με το ερωτικό της ένστικτο μαντεύει ότι μόνο
κάτι πολύ δυνατό και πολύ μεγάλο μπορεί να κρατήσει μιά θεατρίνα σαν την
Έλλη μακριά απ’ το σανίδι. Ούτε όμως στο σπίτι ξέρουν – η Λαμπέτη έχει
χαθεί από παντού. “Όταν εγώ ερωτεύομαι, το θερμόμετρο χτυπάει τους
σαράντα δύο βαθμούς”. Μόνο που αυτή τη φορά χάνεται και το θερμόμετρο! Η
πίεση του υδράργυρου σπάει τον γυάλινο σωλήνα, σκορπάει στο χάος
θεατρικά όνειρα και κάνει άνω κάτω την οδό Ασκληπιού. Το θηρίο ξύπνησε.
Θα ξαναγυρίσει βέβαια στο σπίτι της και κάποια στιγμή θα συστήσει τον Θ.
Σ. στους δικούς της. Θα τον πάει ακόμα και στα Βίλλια – τώρα που
γεννήθηκε το μεγάλο πάθος, δεν λογαριάζει τίποτε. “Ήμουν ένα παιδί και
μέσα σε λίγες μέρες έγινα γυναίκα”… Δεν μπορεί όμως, ακόμα και τώρα που
είναι γυναίκα, να πείσει τους δικούς της ότι ο άντρας αυτός θα την κάνει
ευτυχισμένη. Η οδός Ασκληπιού έχει παγώσει…».
Ο Θ. Σ. προσπάθησε να «ξεριζώσει» την Έλλη από το θεατρικό σανίδι,
προτείνοντάς της να γίνει ζωγράφος. Προσπάθησε να την μυήσει στον
Μπετόβεν, της διάβαζε Νίτσε, της απήγγελλε Ταγκόρ, που ήταν ο αγαπημένος
του ποιητής (Η νεραϊδένια κυρά / των Ονείρων / έρχεται σε σένα πετώντας
/ απ’ το Μισόφωτο Ουρανό…). Στο τέλος του 1943, τύπωσε την πρώτη (και
μάλλον τελευταία) ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ατέρμων πορεία προς τον
ήλιο». Ο Θ. Σ. έμεινε ως το τέλος ένας άλυτος γρίφος, που ούτε και η
ίδια η Λαμπέτη μπόρεσε να λύσει ποτέ. «Μου χάρισε τον Παράδεισο – αυτό
έχει σημασία!» είπε μετά από σαράντα χρόνια, λίγο πριν τον θάνατό της…
«Ήταν μια παθιασμένη ιστορία. Ζούσαν στον δικό τους κόσμο, έκαναν έρωτα
στα χωράφια, δεν λογάριαζαν τίποτε. Η Έλλη ήταν ένα πολύ ερωτικό πλάσμα –
όταν τα διηγόταν όλα αυτά, τους έδινε μια ποιητική διάσταση. Ήταν σαν
ν’ άκουγες ένα γοητευτικό παραμύθι» είπε κάποτε ο Μιχάλης Κακογιάννης.
Η συνεργασία της με το Θέατρο Τέχνης, κατά το διάστημα 1946 – 1948,
καθιέρωσε την Έλλη Λαμπέτη ως μία εξαιρετική ηθοποιό, οι ερμηνείες της
οποίας καθήλωναν κυριολεκτικά το κοινό (Γυάλινος Κόσμος, Αντιγόνη, Ο
γάμος της Μπάρμπαρα, Το φιόρο του Λεβάντε, Ήταν όλοι τους παιδιά μου,
Ζωή με τον πατέρα, Ο ανακριτής έρχεται, Ο Ματωμένος Γάμος).
Ακολούθησαν οι συνεργασίες της με τον Θίασο της Κατερίνας [1948 –
1949] (Ο Απόλλων του Μπελάκ, Χρυσή μου Ρουθ, Φθινοπωρινή Παλίρροια, Οι
τρομεροί εραστές) και με το Εθνικό Θέατρο (Ο κουρέας της Σεβίλλης, Οι
Φοιτητές), και από το 1949 ανήκε στον Θίασο του Κώστα Μουσούρη (Η
κληρονόμος, Η ανθρώπινη φωνή, Λίλιομ, Ένας αξιοθαύμαστος υπηρέτης, Πεγκ,
καρδούλα μου, Χαμένοι στο σκοτάδι, Το κουρέλι).
Το καλοκαίρι του 1949, η Έλλη Λαμπέτη με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, με
τον οποίο και συμπρωταγωνίστησαν και στο θέατρο, έζησαν έναν δυνατό
έρωτα, που δεν κράτησε παρά ελάχιστους μήνες… Ο Φρέντυ Γερμανός γράφει
χαρακτηριστικά: «…Κάθε βράδυ διασχίζουν το πάρκο ανάμεσα στους ερωτικούς
αναστεναγμούς και στα ξερόκλαδα που τρίζουν πίσω απ’ τους θάμνους. Στα
1949 το Πεδίον του Άρεως είναι ο Παράδεισος των άστεγων εραστών –
γκαρσονιέρες έχουν μόνο οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι! Ο Αλεξανδράκης
βέβαια δεν μπορεί να πιστέψει ότι, πριν καλά καλά βγάλει τη δραματική
σχολή, έχει αρχίσει να βγαίνει με τη διάσημη πια Έλλη Λαμπέτη. “Έστω και
φιλικά βέβαια”. Κάθε βράδυ κουβέντιαζαν για ένα σωρό πράματα – απ’ το
ελληνικό θέατρο ως τον εμφύλιο πόλεμο… Ήταν κι οι δυό τους αριστεροί –
αυτό ήταν ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσά τους. Ύστερα ένα βράδυ τού λέει
αναπάντεχα: “Είμαι πολύ γριά για σένα – το ξέρεις; Σε περνάω δύο
ολόκληρα χρόνια”. Το δεύτερο ημίχρονο αρχίζει, ο διαιτητής έχει βγάλει
κιόλας τη σφυρίχτρα του. Το άλλο βράδυ θα τους καταπιούν οι θάμνοι του
πάρκου…».
Τον Αύγουστο του 1950, η Έλλη Λαμπέτη παντρεύτηκε τον Μάριο Πλωρίτη
στον Αϊ – Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη. Στην αρχή έμεναν στην οδό Ασκληπιού,
μαζί με την οικογένεια της Έλλης. Ήταν, στ’ αλήθεια τόσο γλυκό εκείνο
το καλοκαίρι στην οδό Ασκληπιού κι έπειτα στο Πόρτο Γερμενό, όπως και
στη Ρόδο, όπου έκαναν το γαμήλιο ταξίδι τους. Ο Μάριος φωτογράφιζε
συνεχώς την αγαπημένη του… «Το βλέμμα του ερωτευμένου φωτογράφου
αποτυπώνει όλη τη μυστηριακή λάμψη που εκπέμπει αυτό το πλάσμα, ακόμα
και στις πιο καθημερινές του ώρες. Μπορεί ο Πλωρίτης να μην έγινε
σκηνοθέτης…, αλλά να που βρήκε τώρα τον τρόπο να βγάλει τον μικρό
Φελλίνι που κρύβει μέσα του, με μια ερασιτεχνική μηχανή. Ποτέ άλλοτε η
Λαμπέτη δεν φωτογραφήθηκε έτσι. Ο στοχαστικός λόγιος είναι ένας ποιητής
του φακού. Θα μπορούσε να ήταν κι ένας ευτυχισμένος γάμος – ίσως…»
γράφει ο Φρέντυ Γερμανός.
Το 1952, συγκροτήθηκε ο Θίασος Λαμπέτη – Παππά – Χορν, ο οποίος
ανέβασε εκπληκτικές παραστάσεις (Βαθειά, γαλάζια θάλασσα, Ξενοδοχείο η
Ευτυχία, Νόρα – το σπίτι της κούκλας, Αγαπούλα, Τρεις άγγελοι, Γαλάζιο
φεγγάρι, Ο άνθρωπος με την ομπρέλα).
Ο γάμος της Έλλης με τον Μάριο Πλωρίτη, ο οποίος παρέμεινε παντοτινός
φίλος της και στάθηκε κοντά της μέχρι το τέλος της ζωής της, ήταν
άτυχος, αφού χώρισαν το 1953, όταν η μεγάλη ηθοποιός συνδέθηκε – με μιά
θυελλώδη ερωτική σχέση – με τον Δημήτρη Χορν. Την άνοιξη του 1953, ο
Θίασος Λαμπέτη – Παππά – Χορν θα πήγαινε στην Αίγυπτο, για να γυρίσουν
το «Κυριακάτικο ξύπνημα», την πρώτη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, τα
εξωτερικά γυρίσματα της οποίας είχαν ήδη γίνει στην Αθήνα. «Η Έλλη ξέρει
τώρα πια καλά ότι το ταξίδι αυτό μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή της… Τα λέει
μια μέρα όλα στον Πλωρίτη. “Του είπα ότι είχα αρχίσει να ερωτεύομαι τον
Χορν. Το ίδιο κι εκείνος εμένα. Μπαίναμε σε μιά επικίνδυνη ιστορία. Του
ζήτησα να έρθει μαζί μας στο Κάιρο”. Στο βάθος βέβαια ούτε κι η ίδια
ξέρει τί του ζητάει εκείνη την ώρα.
Να πάει στην Αίγυπτο να κάνει τί; Να τρέχει από πίσω τους σαν
λαχανιασμένος πυροσβέστης για να σβήσει τη φωτιά πριν κάψει τις
πυραμίδες; Ο Πλωρίτης σίγουρα δεν είναι ο άντρας που θ’ αποδεχτεί αυτό
τον ρόλο… Το πρόβλημα βέβαια δεν λύνεται – αν μπορούσε να λυθεί έτσι
απλά, ο Ίψεν δεν θα ’χε εφεύρει τα τρίγωνά του. Ο Πλωρίτης μένει στην
οδό Λυκαβηττού – η Έλλη φεύγει με τους άλλους για την Αίγυπτο. Η μάχη
των πυραμίδων αρχίζει. Στο Κάιρο γεννιέται το πρόβλημα της διαμονής. Ο
Χορν κι η Λαμπέτη προτιμούν το “Μέννα Χάουζ”, ένα ξενοδοχείο στην έρημο
που βλέπει στις πυραμίδες… Μπορεί να κοιμήθηκαν μαζί το πρώτο κιόλας
βράδυ στο “Μέννα Χάουζ”, που το κόκκινο ξύλο του αναδίδει έναν έντονο
αισθησιασμό, ή μπορεί ακόμα να ξενύχτησαν στην άμμο, κάτω απ’ το
αιγυπτιακό φεγγάρι, χωρίς να κάνουν τίποτε… Θα πρέπει να ήταν το πιο
ερωτικό καλοκαίρι της ζωής τους… Γυρίζουν στην Αθήνα… Ο Πλωρίτης λείπει
στη Θεσσαλονίκη – τί νόημα θα ’χε να την περιμένει εκεί για να κηδέψουν
τον γάμο τους; Γεμίζει κι εκείνη τις βαλίτσες της. Ο Χορν έχει νοικιάσει
ένα σπίτι στην οδό Λυκείου.
“Χωρίζω με τον Μάριο”, αναγγέλλει στις αδερφές της, που δεν φαίνονται
να ξαφνιάζονται ιδιαίτερα. “Θα μείνω μαζί με τον Χορν”. Και μετά:
“Αγαπιόμαστε”. Φεύγει για την καινούργια της ζωή παίρνοντας μαζί το
χαμόγελο μιάς οικογένειας που έχει καταλάβει πια ότι αυτό το άτακτο
τροπικό πουλί δεν μπορεί να μείνει για πολύ καιρό στην ίδια φωλιά – τα
ανήσυχα φτερά αποζητάνε όλο και πιο μεγάλα ύψη. Ο Χορν την περίμενε έξω
απ’ το σπίτι της οδού Λυκείου φορώντας ένα γαλάζιο πουκάμισο κι ένα
τσαλακωμένο παντελόνι που μόλις το ’χε βγάλει απ’ τη βαλίτσα. “Δεν
κοιμήθηκα όλο το βράδυ”, λέει. Η Έλλη κοιτάζει τρυφερά τον άντρα που θα
μοιραζόταν μαζί της τον μεγάλο έρωτα…» γράφει μ’ αυτή τη μοναδική γραφή
του ο Φρέντυ Γερμανός.
Μετά το «Κυριακάτικο ξύπνημα» (1953), η Λαμπέτη και ο Χορν θα
συμπρωταγωνιστήσουν στην «Κάλπικη λίρα» (1954) και δυό χρόνια μετά στο
«Κορίτσι με τα μαύρα» (1956).
Από το 1956 η μεγάλη ηθοποιός συμπρωταγωνιστούσε με τον Δημήτρη Χορν
(στον Θίασο Λαμπέτη – Χορν) σε περίφημα έργα του κλασσικού ρεπερτορίου
(Αριστοκρατικός δρόμος, Βροχοποιός, Ζιζή, Το νυφικό κρεβάτι, Ένα ζευγάρι
παπούτσια, Το παιχνίδι της μοναξιάς, Ο Βαβάς, Η κυρία με τις καμέλιες,
Εραστής από χαρτόνι). Όπως είναι, επίσης, γνωστό, το «μυθικό» αυτό
ζευγάρι – Έλλη Λαμπέτη και Δημήτρης Χορν – περιόδευσε στην Αλεξάνδρεια,
στο Κάιρο, στην Κωνσταντινούπολη και στην Κύπρο.
Τον Απρίλιο του 1959, η Λαμπέτη έχοντας πια απομακρυνθεί από τον
Χορν, ταξίδεψε στην Αμερική, για να παντρευτεί τον συγγραφέα Φρεντ
Γουέηκμαν, τον άντρα που ίσως την αγάπησε περισσότερο απ’ όλους τους
άλλους… «Είχαμε κάνει όλους τους ωκεανούς δικούς μας» ομολογούσε
αργότερα η Έλλη. Η αλήθεια είναι ότι έζησαν έναν πολύ ποιητικό μήνα του
μέλιτος, που κράτησε πενήντα ολόκληρες μέρες, στις Βερμούδες, στο
Τρινιντάντ, στη Χαβάη και στις Μπαχάμες. Όμως, η Έλλη δεν ήταν από τις
γυναίκες εκείνες που γοητεύονται από τη μεγάλη ζωή. Αυτό το ήξερε πολύ
καλά ο Χορν, όχι όμως και ο Γουέηκμαν, ο οποίος πίστευε ότι θα μπορούσε
να την αποσπάσει από το θέατρο και γενικότερα από την Ελλάδα. Ναι! «Ένα
καταπληκτικό σπίτι… Είχε τρία πατώματα και πέντε κηπουρούς. Πελώρια
δωμάτια, πελώριες πισίνες, πελώριες σκάλες. Όλα πελώρια…» παραδεχόταν
αργότερα η Έλλη. Όμως, έλειπε ο πελώριος έρωτας… Της είχε άραγε περάσει ή
μήπως δεν τον είχε νοιώσει ποτέ για τον Φρεντ; «Απ’ τον πρώτο χρόνο
κιόλας κατάλαβα ότι ο γάμος αυτός ήταν ένα πελώριο λάθος» είπε μετά από
καιρό η Έλλη. Έτσι, το 1961, επέστρεψε στην Ελλάδα, κυρίως για να
ξαναπαίξει θέατρο, με τον δικό της πια Θίασο (Το θαύμα της Άννυ
Σάλλιβαν, Πεγκ, καρδούλα μου, Η μικρή μας πόλη, Ανοιξιάτικο τραγούδι,
Οντίν, Η κληρονόμος, Σαμπρίνα, Ξυπόλητη στο πάρκο, Λεωφορείο Πόθος, Αγία
Ιωάννα, Μαμζέλ Πέπσυ, Θυμήσου τον Σεπτέμβρη, Σαράντα καράτια, Φράνκυ,
Το άνθος του κάκτου, Ο λογαριασμός, Γλυκιά Ίρμα, Φιλουμένα… κ.ά.).
Η Έλλη Λαμπέτη και ο Φρεντ Γουέηκμαν, έχοντας ήδη πολλά προβλήματα και
βρισκόμενοι επί αρκετά χρόνια σε διάσταση, χώρισαν οριστικά το 1978.
Ένας ακόμη μεγάλος σταθμός στη ζωή της Έλλης υπήρξε η γνωριμία της με
τον νεαρό τότε ηθοποιό Κώστα Καρρά, με τον οποίο έπαιξαν μαζί, το 1967,
στο έργο «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη». Γι’ άλλη μιά φορά, η Έλλη – στο
πλευρό του Κώστα – ονειρευόταν τον γάμο και την οικογένεια. Όμως, το
νεαρό της ηλικίας του αγαπημένου της και – κυρίως – το ότι ήταν
παντρεμένος (γεγονός που πληροφορήθηκε από τη νεαρή φίλη της Βέρα
Κρούσκα, η οποία εκείνο το διάστημα έκανε τα πρώτα της θεατρικά βήματα
στο πλευρό της Λαμπέτη) γκρέμισαν γι’ άλλη μιά φορά τα όνειρα και τις
προσδοκίες της Έλλης…
Το 1968, ο καρκίνος έκανε την εμφάνισή του στη ζωή της Λαμπέτη. «Τη
χτυπάει την άνοιξη – γράφει ο Φρέντυ Γερμανός – δηλαδή την εποχή που οι
πεταλούδες πετάνε από λουλούδι σε λουλούδι πιο ανέμελες από ποτέ… Η
Λαμπέτη υπέστη γαστρορραγία θα είναι η επίσημη εκδοχή που θα γράψουν το
άλλο πρωί οι εφημερίδες, αλλά την ίδια ώρα η Έλλη… κάνει μαστεκτομή στον
“Ευαγγελισμό”…».
Η προσπάθεια υιοθεσίας της μικρής Ελίζας, από κοινού με τον
Γουέηκμαν, δημιούργησε πλείστα και δυσεπίλυτα προβλήματα στην ήδη τόσο
σωματικά όσο και ψυχικά ταλαιπωρημένη Έλλη. Στις 11 Μαρτίου του 1975 οι
εφημερίδες ανήγγειλαν: Η Λαμπέτη εγκαταλείπει τη μάχη της για το παιδί.
Και η ίδια δήλωνε: «Δεν θέλω να τιμωρηθούν ο πατέρας του κι η μάνα του
παιδιού επειδή το πήραν όπως το πήραν. Είναι οι φυσικοί του γονείς. Αφού
το θέλουν, τί νόημα θα είχε να τους κυνηγήσω με τον Νόμο;». Γενναία και
περήφανα λόγια…
Το 1980, ο καρκίνος, κάνοντας την επανεμφάνισή του, ύστερ’ από 11
ολόκληρα χρόνια, δημιουργούσε συνεχείς μεταστάσεις στην Έλλη, οι οποίες
έπληξαν τις φωνητικές της χορδές – κάτι ιδιαίτερα σπάνιο –, με
αποτέλεσμα να χάσει σταδιακά τη φωνή της.
Η τελευταία της παράσταση στην Αθήνα ήταν «Τα παιδιά ενός κατώτερου
θεού», όπου η Αγαπημένη Ηθοποιός υποδύθηκε τον ρόλο της κωφάλαλης Σάρα.
Το έργο ανέβηκε τον Μάρτιο του 1981 και συνεχίστηκε και τον επόμενο
χειμώνα. «Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό
θέατρο – από κάθε ίσως θέατρο» της είπε ο Μάνος Χατζιδάκις…
δεκαοχτώ μήνες που μεσολάβησαν από τον Φεβρουάριο του 1982, που η
Λαμπέτη ξαναπήγε στη Νέα Υόρκη, μέχρι τον μοιραίο Σεπτέμβριο του 1983…,
ήταν ένα ατελείωτο «πήγαιν’ – έλα» ανάμεσα σε νοσοκομεία της Ελλάδας και
της Αμερικής...
Οι τελευταίες μέρες της Λατρεμένης μας Έλλης Λαμπέτη, μέσα στο «Όρος
Σινά» της Νέας Υόρκης, καταγράφονται μοναδικά από τον Φρέντυ Γερμανό
στον συναρπαστικό επίλογο του πραγματικά υπέροχου βιβλίου του «Έλλη
Λαμπέτη».
«Στις 31 Αυγούστου θα ψιθυρίσει:
“Αργώ πολύ να πεθάνω”.
Και λίγες ώρες αργότερα θα πει στην Αντιγόνη, που σκύβει πάνω απ’ το μαξιλάρι της:
“Ένα τριαντάφυλλο. Μόνο ένα τριαντάφυλλο”.
Αυτό θέλει στην κηδεία της – μονάχα ένα τριαντάφυλλο. Τρέμει στην εικόνα
του σώου που μαντεύει ότι θ’ ακολουθήσει με τους θεατρικούς κοπετούς
και τα δακρυσμένα γκρο πλαν στις ειδήσεις των εννέα.
Την επόμενη μέρα, 1η Σεπτεμβρίου του 1983, ανοίγει πάλι τα μάτια της και ρωτάει την Αντιγόνη:
“Πού είναι το τριαντάφυλλο;”
Νομίζει ότι πέθανε κιόλας. Όχι, δεν είναι τόσο τυχερή – έχει ακόμα
μπροστά της δεκαεφτάμισι ώρες ζωής. Πέφτει σε κώμα και τα μεσάνυχτα
ανοίγει πάλι τα μάτια της. Η αδερφή της, που λαγοκοιμάται σε μιά
πολυθρόνα δίπλα, τσακισμένη απ’ τις απανωτές αγρύπνιες, την ακούει να
ψιθυρίζει: “Μαμά…”
Είναι τα τελευταία λόγια της Έλλης Λαμπέτη και μ’ αυτά στέλνει βέβαια
ένα μήνυμα στη μάνα της, όπως τη θυμάται απ’ τα Βίλλια του ’30. “Σ’
έναν ανθισμένο κήπο μεγάλο όσο ο κόσμος”. Από εκεί έφυγε κι εκεί
ξαναγυρνάει, τώρα που δεν την κρατάει πια τίποτε στη Νέα Υόρκη, αυτή την
πόλη του θανάτου.
Θα πρέπει να έχει αρχίσει κιόλας να ταξιδεύει, πετώντας πάνω απ’ τους ουρανοξύστες.
“Δόξα τω Θεώ πια είμαι ελεύθερη!”
Δεν έχει σημασία η επίσημη ώρα του τέλους. Η Έλλη, βιαστική όπως ήταν
πάντα στη ζωή, δεν θα κάτσει σίγουρα να περιμένει τον ιατροδικαστή. Τα
χαράματα θα πετάει πάνω απ’ τον Ατλαντικό κι όταν ο γιατρός πιστοποιήσει
την άλλη μέρα στις 7.28 το πρωί τον θάνατό της, εκείνη θα είναι κιόλας
στα Βίλλια.
Είναι όλοι μαζεμένοι εκεί και την περιμένουν. Δεν λείπει ούτε ο
παππούς της, ο βιβλικός γέροντας που την έβαζε να του διαβάζει
Παπαδιαμάντη.
Πώς μεγάλωσες, κοριτσάκι μου, της λέει.
Κι ύστερα, κάπως εμπιστευτικά:
Μου είπαν ότι έγινες μια μεγάλη θεατρίνα – είναι αλήθεια;
Είναι όλοι εκεί. Η μάνα της, ο πατέρας της, οι αδερφές της – φρέσκιες
και γελαστές όπως ήταν στ’ ανθισμένα χρόνια της νιότης τους. Τί κατάφερε
τελικά αυτός ο ηλίθιος καρκίνος; Μόνο να την κάνει να σπαράζει στο
κλάμα κάθε φορά που τις έχανε!
Τί αλλόκοτη μέρα. Είναι 2 Σεπτεμβρίου κι η Αθήνα περιμένει δακρυσμένη το
φέρετρο της Λαμπέτη απ’ την Αμερική, αλλά εκείνη δεν προλαβαίνει να
υποδέχεται γελαστούς καλεσμένους. Να κι η Κοτοπούλη – πώς μπορούσε να
λείπει απ’ το καλωσόρισμά της;
Καρδούλα μου!
Η μεγάλη ντίβα τής κλείνει πονηρά το μάτι:
Σ’ το ’χα πει το ’43 – θυμάσαι; “Μιά μέρα θα γίνεις η πιο μεγάλη απ’ όλες μας”.
Τα αγαπημένα πρόσωπα μιας ζωής. Κι όλο και γεμίζει ο κήπος από
αναπάντεχους φίλους: ο Λόρκα του Ματωμένου γάμου, ο Ανούιγ της
Αντιγόνης, ο Θόρντον Ουάιλντερ της Μικρής μας πόλης. Όλοι σκύβουν να της
φιλήσουν το χέρι. Ύστερα ένα παλιό αμάξι σταματάει έξω απ’ τη
μισάνοιχτη καγκελόπορτα και κατεβαίνει ένας σοβαρός κύριος με χρυσά
γυαλάκια.
Καλώς ήρθατε στα Βίλλια, κύριε Τσέχωφ.
Μια ουράνια σύναξη.
Η Έλλη Λαμπέτη σκουπίζει χωρίς να το θέλει τα μάτια της.
Χριστέ μου, τί ωραίο πράμα είναι να ζεις…».
*Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πηγή: Palmografos.com
Πληρώνω δημοτικά
τέλη άρα έχω δικαίωμα να ρυπαίνω! Πως θα φαινόταν ένας τέτοιος
ισχυρισμός; Παράλογος, τουλάχιστον. Πληρώνω τέλη κυκλοφορίας για το ΙΧ
μου, άρα έχω δικαίωμα να οδηγώ όπως γουστάρω. Πως θα ακουγόταν μια
τέτοια άποψη; Εξωφρενική. Κι όμως, το
παράλογο, το απίθανο και το εξωφρενικό, αποτελεί πλέον επίσημη πολιτική
στο χώρο των τηλεοπτικών αδειών και μάλιστα με το πρόσημο της
«διαφάνειας», της «κάθαρσης» και της «αντιδιαπλοκής». Όποιος
έχει φράγκα έχει κανάλι, αυτό ορίστηκε – και επίσημα - σαν το μέγιστο,
το ύψιστο, το καθοριστικό κριτήριο στο τηλεοπτικό τοπίο. Έτσι ήταν και
πριν, φυσικά. Σωστά. Η διαφορά είναι πως τώρα το μοντέλο λειτουργεί και
με το… νόμο. Όπως το έλεγε παλιότερα ο Βουλγαράκης: «Ο,τι είναι νόμιμον είναι και ηθικόν»… Άλλωστε
προ διμήνου ο ίδιος ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του (στο Σκάι) υπήρξε
σαφέστατος ως προς το κυβερνητικό πνεύμα: Δεν περιμένω να καταθέσουν
αιτήσεις για άδειες ευαγή ιδρύματα, είχε πει.
Λεφτάδες περίμενε ο άνθρωπος. Σε αυτούς απευθυνόταν, σε αυτούς θα
πήγαιναν οι άδειες, ε, αυτό κι έγινε. Τώρα, όλα τα υπόλοιπα περί
«πλουραλισμού», «αντικειμενικότητας», «αλήθειας» και «ποιότητας», είναι
απλώς μπαρμπούτσαλα. Ναι, μα δεν βλέπετε πόσα λεφτά μπήκαν στο ταμείο, αγανακτούν οι κυβερνητικοί. Πως δεν βλέπουμε. Πολλά. Μόνο που: α)
Η σαπίλα των προηγούμενων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, η εποχή της «παλιάς
διαπλοκής» - όπως οι ίδιοι την ονομάζουν – δεν αναιρεί σε τίποτα τα
λόγια του Μπρεχτ: «Στεκόμουν πάνω σε έναν λόφο –έγραφε-/ Κι είδα το Παλιό να πλησιάζει/ Μα ερχόταν σα Νέο./ Σερνόταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια Που κανένας δεν είχε ξαναδεί/ Κι απέπνεενέες μυρωδιές σαπίλας Που κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει (…)». β)Πολλά τα λεφτά, αλλά ας μας απαντήσουν οι «ταμίες»: Η δημοκρατία, η πραγματικά τίμια ενημέρωση, πόσο πουλιέται; Έχει αντίτιμο;
Ισχύει ο ίδιος τιμοκατάλογος με τον οποίο πουλήθηκαν οι άδειες; Ίσως το
ερώτημα δεν έχει κανένα νόημα για εκείνους που έχουν κάνει σημαία τους
ότι αυτοί ξεπουλάνε καλύτερα, από Ελληνικό και Cosco μέχρι αεροδρόμια
και τρένα. Για άλλους, όμως, συνεχίζει να έχει. γ)Πολλά
τα λεφτά, ιδίως αν τα συγκρίνεις με το τίποτα των προηγούμενων 27
χρόνων. Αλλά αν τα συγκρίνεις με ένα μόνο μέγεθος, για παράδειγμα με τα πάνω από 3 δισ. ευρώ που έχουν κοπεί την τελευταία 4ετία μόνο από τις επικουρικές συντάξεις, πόσα είναι; Πολλά; δ)Υποτίθεται
ότι το θέμα με τα κανάλια ήταν να μην μπορούν οι έχοντες να τα
χρησιμοποιούν ως πολιορκητικό κριό για την διεύρυνση της εξουσίας τους
και την εξυπηρέτηση των αλλότριων επιχειρηματικών συμφερόντων τους.
Αλλά, όπως είπε ο πρωθυπουργός, σε κάθε μια από τις 4 άδειες αντιστοιχεί
ένας τζίρος από τη διαφημιστική πίτα της τάξης των 50 δισ. ευρώ.
Ρωτάμε: Κάποιος που έδωσε 40, 50, 60 και 70 δισ. ευρώ για μια άδεια, που
θέλει άλλα τόσα για να στήσει σταθμό κι άλλα πολλά για να τον
λειτουργήσει, είναι από χέρι δεδομένο ότι δεν τα βγάζει. Αυτό
επιχειρηματικά κάπου μπάζει. Συνεπώς, παλιοί και νέοι καναλάρχες ή θα
βάζουν λεφτά να λειτουργούν ελλειμματικά κανάλια διότι δονούνται από το
πάθος να ενημερώνουν το λαό, ή θα το κάνουν για άλλους λόγους. Υπάρχει
τρίτη εκδοχή; Όμως, διαμαρτύρονται οι κυβερνητικοί, τώρα θα τα βάζουν
από την τσέπη τους και όχι με θαλασσοδάνεια. Απάντηση: Πρώτον, θα το
δούμε. Δεύτερον, πολύ μπεσαλίδικο και πολύ «αριστερό» να ανάγεται σε
πολιτικό δόγμα το «με τον παρά μου και την κυρά μου»… Στα παραπάνω
τίθενται κι άλλα, πολλά ερωτήματα. Όπως για παράδειγμα το ερώτημα που
έθεσε ένας παλιός μου σύντροφος και φίλος, ο Παναγιώτης Μαυροειδής, προς
τον κ.Παύλο Πολάκη: «Υπουργέ μου, αλήθεια, από σήμερα και στο εξής,
υπάρχουν “βοθροκάναλα” στην Ελλάδα ή εξαγνίστηκαν στην κολυμβήθρα του
Σιλωάμ με τα 246 εκ;». Η’ για να το θέσουμε με τα δικά μας λόγια: Ήδη δυο από τα κανάλια με νόμιμη άδεια, έχουν μεγαλουργήσει στο «ΔΝΤ, κράτα γερά» και στα ψηφίστε υπέρ των Μνημονίων γιατί «θα γίνουμε Ζιμπάμπουε». Έχει αλλάξει κάτι; Προσυπογράφουμε,
λοιπόν, την παρατήρηση του επίσης συντρόφου και φίλου μου, του Ηρακλή
Κακαβάνη, ο οποίος με όλη αυτή την διαδικασία που θα βάλει τέρμα στη
διαπλοκή, θυμήθηκε τον στίχο του Τριπολίτη: «…την παρθενιά της επανορθώσαμ(ν)ε σφιχτά με ράμματα (και) ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε» ενώ
στο ερώτημα αν θα είναι οι νέοι επιχειρηματίες καλύτεροι από τους
παλαιότερους, αν το πρόγραμμα θα γίνει ποιοτικότερο και η ενημέρωση
αντικειμενική (τέτοιο πράγμα, φυσικά, δεν υπάρχει), προσέφυγε στον
Βάρναλη: «Άμα πεθάνει ο αφέντης σου, μη χαίρεσαι,
λαουτζίκο,/ και λες θα ’ναι καλύτερος ο γιος απ’ τον μπαμπά του,/ πως θα
’ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ το λύκο». Σε κάθε περίπτωση, η
πρωτοτυπία του ΣΥΡΙΖΑ – αν μπορεί να τεθεί έτσι – έγκειται σε τούτο:
Όπως η πολιτική των Μνημονίων επί δικής του εποχής είναι «καλή»,
«αναπτυξιακή» και «αριστερή» έτσι και η εποχή των εργολάβων και των
εφοπλιστών στα κανάλια επί των δικών του ημερών είναι, επίσης, «καλή».
Τι κι αν είναι φτιαγμένη με τα ίδια υλικά της προηγούμενης εποχής. Τώρα
υπάρχουν άδειες! Τουτέστιν – το επαναλαμβάνουμε προς εμπέδωση – «ότι
είναι νόμιμο είναι και ηθικό» (α, βρε Βουλγαράκη, τζάμπα πήγες…). Όπως, λοιπόν,
η ίδια πολιτική που πριν παρήγαγε τρόικες τώρα επί ΣΥΡΙΖΑ παράγει
«θεσμούς» έτσι και η ίδια πολιτική της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας των
ΜΜΕ (εδώ είναι όλο το θέμα, όπως έχουμε ήδη καταγράψει: http://www.imerodromos.gr/midiakh-oligarxia-me-adeia/) που πριν παρήγαγε «διαπλοκή», «αδιαφάνεια», «ασυδοσία», «παραπληροφόρηση» τώρα (θα) παράγει ανθισμένες αμυγδαλιές. Τα πράγματα προδιαγράφονται, όπως ακριβώς μονολογούσε ο Μπαρτ Λάνκαστερ στον «Γατόπαρδο» του Βισκόντι: «Για να μείνουν όλα ίδια, πρέπει να αλλάξουν». Στη δική του ποιητική γλώσσα ο ελληνικός λαός το έχει αποτυπώσει έτσι: «Άλλαξε ο Μανωλιός και φόρεσε τα ρούχα του αλλιώς». Βέβαια
δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, υποβοηθούμενος -
επαναλαμβάνουμε - από την χρόνια σαπίλα των προηγούμενων, έχει ακόμα το
περιθώριο να πουλάει καλύτερα το παραμύθι από
τους πρώην χαλίφηδες (αυτοί ειρήσθω εν παρόδω που έχουν προκαλέσει 1
εκατομμύριο ανέργους, τώρα – τι υποκρισία - κόπτονται για την απειλή της
ανεργίας στα κανάλια που δεν πήραν άδεια). Όμως,
σε αυτά τα παραμύθια το τέλος, αργά ή γρήγορα, έρχεται και είναι πάντα
το ίδιο με τον πιτσιρίκο, τους εξαπατημένους, τον λαό, να φωνάζουν: «Ο βασιλιάς είναι γυμνός».
Με γεωμετρική πρόοδο, από την ηλικία των έντεκα ετών, έως την ώριμη
εφηβεία εμφανίζεται η σχολική οσφυαλγία σύμφωνα με διεθνείς στατιστικές,
όπως αναφέρει ο Διδάκτωρ ορθοπαθητικής, και επιστημονικός συνεργάτης,
του πανεπιστημίου Κρήτης Γιώργος Γουδέβενος, στο Πρακτορείο Fm και στην
εκπομπή 104,9 Μυστικά Υγείας.
Ο Δρ. Γουδέβενος εξηγεί ότι ο κύριος λόγος είναι η πολύ φορτωμένη
σχολική τσάντα που κουβαλούν τα παιδιά, ειδικότερα στις χώρες που δεν
υπάρχει πλήρες ηλεκτρονικό σχολείο. Κάτι που στην Ευρώπη αποτυπώνεται
ευκρινώς με τον Νότο να υπερτερεί κατά πολύ σε ποσοστά από το Βορά, όπως
τονίζεται σε όλα τα διεθνή συνέδρια, σύμφωνα με τον επιστημονικό
συνεργάτη του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Όπως επισημαίνει ο κ. Γουδέβενος η σχολική τσάντα δεν θα πρέπει να
ξεπερνάει σε βάρος, το 10% του βάρους του παιδιού, ενώ σημαντικό
επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί και το μέγεθος του θρανίου που δεν
αλλάζει, σύμφωνα με την μυοσκελετική ανάπτυξη των μαθητών.
Αν ένα παιδί είναι τριάντα κιλά η τσάντα πρέπει να είναι τρία
Υπάρχει μεγάλη συσχέτιση μεταξύ του πόνου στη μέση, της οσφυαλγίας
δηλαδή, και του βάρους της σχολικής τσάντας, αναφέρει ο Δρ Γουδέβενος.
«Σύμφωνα με διεθνείς στατιστικές που έχουν δημοσιευτεί στο έγκριτο
επιστημονικό περιοδικό «Spine Jourmal» το 46% των παιδιών με οσφυαλγία,
έχει κουβαλήσει υπέρβαρη τσάντα. Τα παιδιά εδώ και πάρα πολλά χρόνια και
ακόμα και σήμερα σηκώνουν πολύ βαριά τσάντα. Για κάποιο διάστημα
επικρατούσε, η άποψη να την σηκώνουν μόνο από τον ένα ώμο, γεγονός που
επέφερε μία μονόπλευρη επιβάρυνση, όσον αφορά τη στάση του σώματος και
τη βάδιση του παιδιού. Ωστόσο αυτό τείνει να αλλάξει, πλέον. Η ιδανική
τσάντα είναι το σακίδιο, για να μοιράζεται το βάρος στην πλάτη και αυτό
δεν πρέπει να ξεπερνά το 10% του βάρους του παιδιού. Δηλαδή αν ένα παιδί
είναι τριάντα κιλά, η τσάντα πρέπει να είναι τρία. Επίσης σημαντικό
ρόλο παίζει και επί πόση ώρα κουβαλάει την τσάντα το παιδί. Όσο
μεγαλύτερη η απόσταση που διανύει με μία υπέρβαρη για το μέγεθος του
τσάντα, τόσο μεγαλύτερη η επιβάρυνση. Και κάτι τέτοιο μπορεί να του
προκαλέσει οσφυαλγία και πόνο στην σπονδυλική στήλη γενικότερα».
Η λύση: Πλήρης ψηφιοποίηση και θρανία σε διάφορα μεγέθη
Ποια είναι όμως η λύση όταν το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι πλήρως
ψηφιοποιημένο και όταν τα μεγέθη των θρανίων δεν αλλάζουν ανάλογα με τη
σκελετική ανάπτυξη των παιδιών; Σύμφωνα με τον κύριο Γουδέβενο η λύση
ξεκινάει από την Πολιτεία. «Πρέπει να χωριστεί η σχολική ύλη σε τρίμηνα ή
τετράμηνα, κάτι το οποίο πάει να γίνει, έτσι ώστε το παιδί να κουβαλάει
λιγότερα βιβλία. Πιστεύω ότι σε λίγα χρόνια με την πλήρη ηλεκτρονική
εφαρμογή των μαθημάτων δεν θα χρειάζεται καν αυτό. Θα πρέπει όμως να
τονίσω ότι η παιδική οσφυαλγία στη Νότια Ευρώπη είναι σε πολύ υψηλότερα
επίπεδα από ότι στο Βορά, κυρίως ελλείψει πλήρους ηλεκτρονικού σχολείου.
Ωστόσο άλλος ένας παράγοντας, πολύ σημαντικός, που κατά τη γνώμη μου
πρέπει να αλλάξει, καθότι επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την οσφυαλγία, είναι
το μέγεθος του θρανίου που παραμένει το ίδιο από την πρώτη έως την έκτη
δημοτικού και από την πρώτη γυμνασίου έως την τρίτη λυκείου, όταν η
αύξηση του σκελετού του παιδιού είναι ραγδαία».
7 στους 10 μαθητές λυκείου θα παρουσιάσουν κάποια στιγμή σύνδρομο οσφυαλγίας
Αίσθηση προκαλούν τα νούμερα που εμφανίζονται σε διεθνείς
στατιστικές, καθώς όσο προχωρούν οι τάξεις στο σχολείο οι πιθανότητες
εμφάνισης οσφυαλγίας αυξάνονται γεωμετρικά. «Διεθνείς στατιστικές και
μελέτες για την παιδική και σχολική οσφυαλγία καταδεικνύουν ότι η πάθηση
είναι σπάνια σε ηλικίες κάτω των 7 ετών. Αλλά μετά τα 10 έτη του
παιδιού, αρχίζει μία σταδιακή αύξηση.
Στην ηλικία των 11 ετών τα ποσοστά είναι μόλις 12%. Μεταξύ 13-15 ετών
ξεπερνούν το 30%,μπορεί να αγγίξουν και το 40% .Και μετά τα 15-16 έτη
του παιδιού, ανεβαίνοντας στην εφηβεία, τα ποσοστά μπορεί να φτάσουν και
το 70%. Στην ώριμη εφηβική ηλικία 17 προς 18 είναι πολύ μεγάλο το
ποσοστό, τότε που πλέον το φορτίο μπορεί να αυξάνεται, να είναι πολλές
οι ώρες, να είναι πολλά τα φροντιστήρια. Δηλαδή 7 στους 10 μαθητές θα
παρουσιάσουν κάποια στιγμή σύνδρομο οσφυαλγίας στις τελευταίες τάξεις
του σχολείου, όχι όμως μόνο λόγω βαριάς τσάντας, αλλά και λόγω άλλων
παραγόντων, μεταξύ των οποίων είναι η έλλειψη χρόνου άσκησης, και η
αύξηση της καθιστικής ζωής, λόγω διαβάσματος. Υπάρχουν και άλλοι
παράγοντες, που όμως αλλάζουν σύμφωνα με πληθυσμιακά χαρακτηριστικά κάθε
τόπου.
Επίσης η συχνότητα εμφάνισης είναι 6 κορίτσια προς 4 αγόρια στο
ηλικιακό γκρουπ των 15-17 ετών. Όσον αφορά τη χρήση αντιφλεγμονωδών
φαρμάκων για την αντιμετώπιση του πόνου, υπολογίζεται ότι τα αγόρια
λαμβάνουν τα εν λόγω φάρμακα σε ένα ποσοστό 22% και τα κορίτσια σε ένα
ποσοστό 32%, στην ηλικία 13-15 ετών. Και μετά πάει αυξανόμενη η
ποσόστωση και στα δύο φύλα. Στο γενικό πληθυσμό 9 στους 10 θα εμφανίσουν
κάποια στιγμή το σύνδρομο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θα πάσχουν για
πάντα».
Έκκληση προς τους γονείς: Μην αγνοείτε τα παράπονα των παιδιών
Όταν ένα παιδί παραπονιέται για τη μέση του, οι γονείς δεν πρέπει να
το αγνοούν, τονίζει ο κύριος Γουδέβενος. «Μπορεί να παραπονιούνται για
την κοιλιά, για το κεφάλι, για να υπεκφύγουν προφανώς κάποια πράγματα,
αλλά όταν μιλάνε για την μέση, που δεν την έχουν επινοήσει ακόμα ως
δικαιολογία κοπάνας ας πούμε, θα πρέπει οι γονείς να το ψάξουν
οπωσδήποτε. Το πιο πιθανό είναι να μην είναι κάτι σοβαρό. Να είναι κάτι
μυοσυνδεσμικό. Ωστόσο αν παραμείνει το πρόβλημα και παραμεληθεί, θα
δημιουργήσει σίγουρα, προβλήματα στην ενήλικη ζωή του παιδιού. Σίγουρα η
οσφυαλγία δεν είναι πάθηση, είναι σύμπτωμα, είναι πόνος στη μέση. Όμως
στα μικρά παιδιά, που δεν έχει ολοκληρωθεί η οστέωση των σπονδύλων,
μπορεί να προκαλέσει ενδοοστικές κοίλες, οι οποίες θα φανούν αργότερα,
και οι οποίες θα αποσταθεροποιήσουν τη σπονδυλική στήλη και θα βάλουν το
παιδί σε μία ομάδα υψηλού κινδύνου, που μπορεί να αντιμετωπίσει
σοβαρότερα προβλήματα αργότερα.
Το βλέπουμε πάρα πολύ συχνά σε παιδιά αγροτικών οικογενειών ή σε
παιδιά που έχουν μεγαλώσει με χειρωνακτικές εργασίες, καθώς και σε
παιδιά που έχουν γυμναστεί πάρα πολύ, με παρά πάνω φορτίο από αυτό που
αντέχει η σπονδυλική στήλη. Το πρόβλημα το βλέπουμε γύρω στα είκοσι, που
οι νέοι αρχίζουν και εμφανίζουν προβλήματα κλινικά, με πόνο στη μέση,
πόνο στο πόδι και δισκοπάθεια».
Οδηγίες προς ναυτιλομένους
Με γνώμονα πάντα την πρόληψη που είναι η καλύτερη θεραπεία ο Δρ. Γουδέβενος συστήνει στα παιδιά:
-Προτιμήστε τσάντα τύπου σακίδιο και φορέστε το στην πλάτη, για να εξισορροπείται το βάρος. Μην το κρεμάτε από το ένα ώμο.
-Κάντε πολλές μικρές στάσεις όταν το κουβαλάτε.
-Να κινείστε όσο περισσότερο μπορείτε. Να γυμνάζεστε, αλλά όχι
υπερβολικά. Η υπερβολική άσκηση δεν κάνει καλό και ιδιαίτερα τα βάρη σε
αυτές τις ηλικίες. Επίσης μην ξεχνάτε ποτέ ότι ό,τι συμβαίνει μένει σαν
αποτύπωμα μνήμης. Εφόσον όμως το λάβουμε σοβαρά υπόψη, είναι
αντιμετωπίσιμο.
Ποιός από μας
δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να
είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση
αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του
εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα,
αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή
τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή
περιμένουν.
Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να
συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της
ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα
σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το
μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι. Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε
η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι
σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’
αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς
βαθύτερα ζητήματα.
1. Αυτό που κατέχουμε.Τα
υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η
συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει
ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι
απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο
περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς
τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.
2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων.Η
φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ
γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την
έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι
απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή
εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον
τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι
το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες. Η γνώμη των άλλων
είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες
κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι,
ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν
μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.
3. Αυτό που είμαστε.Μόνο
αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο
Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος
μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος
οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική
ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας
αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα. Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας
προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις
ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται
στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από
τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ
και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην
ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.
Από το βιβλίο του Irvin Yalom, Στον κήπο του Επίκουρου: αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου, εκδόσεις Άγρα. Tvxs - Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη
--- O Irvin D. Yalom (1931-) είναι επίτιμος καθηγητής ψυχιατρικής στην
Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Μαθητής και
συνεργάτης του Rollo May, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν
ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι
συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειρίδιου υπαρξιακής
ψυχοθεραπείας ("Existential Psychotherapy"). Το πρώτο του βιβλίο,
"Theory and Practice of Group Psychotherapy", έχει μεταφραστεί σε 14
γλώσσες και αποτελεί βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε πολλές σχολές
ψυχιατρικής και ψυχοθεραπείας. Ο Yalom έχει γράψει πολλά ακόμη επιστημονικά βιβλία
και άρθρα. Το λογοτεχνικό του έργο αρχίζει όψιμα και περιλαμβάνει δύο
συλλογές διηγημάτων ("Love's Executioner" και "Momma and the Meaning of
Life") και τρία μυθιστορήματα ("When Nietzsche Wept", "Lying on the
Couch" και "The Schopenhauer Cure"), που όλα έχουν γίνει μπεστ-σέλλερ σε
πολλές χώρες. Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία αποτελούν ιστορίες
ψυχοθεραπείας και ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου,
το οποίο, όπως λέει, βρίθει ούτως ή άλλως ιστοριών και διηγήσεων. Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: "Όταν
έκλαψε ο Νίτσε", "Στο ντιβάνι" και "Η θεραπεία του Σοπενάουερ"
(μυθιστορήματα)· "Ο δήμιος του έρωτα" και "Η μάνα και το νόημα της ζωής"
(διηγήματα)· "Θρησκεία και ψυχιατρική", "Το δώρο της ψυχοθεραπείας",
"Στον κήπο του Επίκουρου - Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου",
"Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας και Ενδονοσοκομειακή
ομαδική ψυχοθεραπεία" (δοκίμια και μελέτες)· "Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά -
Μια ψυχοθεραπεία ειπωμένη δυό φορές" (με την Ginny Elkin)· "Θα φωνάξω
την αστυνομία" που συνέγραψε με τον R.L.Berger (αφήγημα), ενώ
ετοιμάζεται το βιβλίο "Υπαρξιακή ψυχοθεραπεία".
Τήνος 1899 - Αθήνα 1977
Τραγουδιστής-συνθέτης-στιχουργός-οργανοπαίκτης
Ο Στελλάκης Περπινιάδης ανήκει και αυτός, όπως ο Κώστας Ρούκουνας, ο
Στράτος Παγιουμτζής, ο Γιώργος Κάβουρας και άλλοι,στη μεγάλη γενιά των
τραγουδιστών του μεσοπολέμου, που διαμόρφωσαν το νεώτερο ύφος στο λαικό
τραγούδι των πόλεων και αντικατέστησαν στη δισκογραφία και το πάλκο, την
πρώτη γενιά των Μικρασιατών τραγουδιστών (Κώστα Νούρο, Αντώνη Νταλγκά,
Γιώργο Βιδάλη, Ευάγγελο Σωφρονίου, Κώστα Καρίπη, κ.ά).
Γεννήθηκε στη νήσο Τήνο, -ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα του, (η μητέρα
του ήταν από τα Μεστά της Χίου),- το έτος 1899 και ήταν το 11ο και
τελευταίο παιδί της οικογένειας, από τα οποία έζησαν μόνο τα πρώτα δύο
αδέλφια του, ο Ηλίας και η Ευγενία.
Στην παιδική του ηλικία, ακολούθησε τις μετακινήσεις της οικογενείας,
πρώτα στην Αλεξάνδρεια -από το 1900 μέχρι το 1906- και μετά στην
Κωνσταντινούπολη -από τον Δεκέμβριο του 1906 μέχρι και το 1919 που
στρατεύτηκε στον Ελληνικό στρατό που είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη και την
Πόλη.
Πέρασε δύσκολα τα πρώτα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι να
αποκαταστήσει μια οικονομική ισοροπία ο πατέρας του και να βελτιώσει τη
κατάσταση της οικογενείας του. Ο πατέρας του δούλεψε για αρκετά χρόνια
στο φούρνο ενός εξαδέλφου του στον Γαλατά και μετά έγινε "κινητός
πρατηριούχος άρτου", δηλαδή μοίραζε ψωμί στα σπίτια, με τη βοήθεια και
του μικρού Στελλάκη, που αργούσε -λόγω της δουλειάς - να πηγαίνει
σχολείο. Παράλληλα με το σχολείο, πήγαινε τακτικά, από παιδάκι, στην
εκκλησία του Αγίου Ιωάννη των Χίων στο Γαλατά, όπου σιγά-σιγά έμαθε να
ψέλνει, πλάι σε πολύ καλούς ψάλτες της εποχής, όπως ο Αργύριος
Πιτσικούλης, που ήταν και ο πρώτος τους δάσκαλος στη Βυζαντινή μουσική.
Εκεί γνώρισε και έμαθε πολλά από τον μεγάλο ψάλτη Νηλέα Καμαράδο, τον
Γεώργιο Βενάκη και τον Μαργαριτόπουλο. Γνώρισε ακόμη στον Γαλατά και τον
Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, που τα χρόνια εκείνα ήταν εξόριστος
στην Πόλη.
Το 1919 που παρουσιάστηκε στο στρατό, πήγε για πρώτη φορά στον Πειραιά
και μετά τον έστειλαν στη Σμύρνη. Έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Μικράς
Ασίας, αλλά έπαθαν βλάβη τα μάτια του από τη σκόνη και επέστρεψε στη
Σμύρνη, όπου έμεινε μέχρι την κατάρευση του μετώπου, τον Αύγουστο του
1922.
Μετά την τις τραγικές μέρες της καταστροφής, πέρασε με τους πρόσφυγες
στη Χίο, έμεινε για λίγο στα Μεστά -το χωριό της μητέρας του- και μετά
ήρθε στον Πειραιά, όπου εργάστηκε για μερικά χρόνια σ'ένα χρωματοπωλείο.
Κατοικούσε στη Δραπετσώνα και έψελνε ανελιπώς στην Αγία Ζώνη με τον
δάσκαλό του κ.Μιχαλάκη.
Έτσι κυλούσε ο καιρός, μέχρι που το 1925 γνωρίστηκε σ'ένα γάμο με τον
εξαίρετο μουσικό Μανώλη Μαργαρώνη, που έπαιζε κανονάκι.(πατέρας της
εκλεκτής μουσικού Ευαγγελίας, που έπαιζε μεταπολεμικά για δεκάδες χρόνια
ακορντεόν και πιάνο πλάι στον Βασίλη Τσιτσάνη). Ο Μ. Μαργαρώνης τον
παρακίνησε ν' ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι, του αγόρασε την
πρώτη του κιθάρα, του έκανε τα πρώτα μαθήματα και γρήγορα βγήκε στο
επάγγελμα, τραγουδώντας τα πρώτα αυτά χρόνια, κυρίως σε ιδιωτικές
γιορτές και σε μερικά γνωστά καφενεία-στέκια, του Πειραιά και της
Δραπετσώνας.
(Ο Νίκος Συρίγος ο σαντορινιός, ο Μιχάλης Σκουλούδης (μαντολίνο), ο
Γιώργος Πετρίδης (τσίμπαλο), ο τότε διάσημος Κώστας Νούρος (με το
περίφημο υποπόδιόν του) κι ο Στελάκης ο Περπινιάδης (τραγούδι-κιθάρα),
σε φωτογραφία του 1928)
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή στη ζωή του γίνεται το 1929-30, όταν γνωρίζει το
μεγάλο Σμυρνιό συνθέτη Παναγιώτη Τούντα. Η γνωριμία είναι ενθουσιαστική
και για τους δύο κι' έτσι ο Παν. Τούντας του δίνει να τραγουδήσει -μαζί
με δύο αμανάδες- το "Κουκλί της Κοκκινιάς", σε δεύτερη εκτέλεση (πρώτη
ήταν με τον Κ.Ρούκουνα) και το "Στον Ποδονίφτη" (δίσκος Odeon GA 1462
του 1930). Τον πρώτο αυτό καιρό ο Στελλάκης Περπινιάδης θα βγάλει μερικά
ακόμα τραγούδια με την Odeon-Parlophone (συνολικά 7 με την Odeon και 6
με την Parlophone) και στη συνέχεια θα υπογράψει με την Columbia το
μοναδικό συμβόλαιο τραγουδιστή διαρκείας με ετήσια αποζημίωση και
συγκεκριμένο αριθμό ηχογραφήσεων.
Ο Στελλάκης Περπινιάδης είχε την ευτυχία -όπως και ο ίδιος αναγνωρίζει
στην αυτοβιογραφία του- να γνωρίσει όλους τους μεγάλους δημιουργούς της
Μ. Ασίας και να συνεργαστεί μαζί τους. Έτσι μετά τον Παν. Τούντα,
γνωρίστηκε με τον μαέστρο και βιολιστή Δημ. Σέμση και συνεργάστηκε μαζί
του για είκοσι ολόκληρα χρόνια.
Η εξαίρετη τεχνική του Στελλάκη, έκανε όλους τους συνθέτες του
ρεμπέτικου να του εμπιστευτούν τις καλύτερες δημιουργίες τους. Στην
δεκαετία του '30 τραγούδησε τραγούδια -εκτός του Παν. Τούντα- των,
Γρηγόρη Ασίκη, Σταύρου Παντελίδη, Ευάγγελου Παπάζογλου, Κώστα Σκαρβέλη,
Δημήτρη Σέμση, Εμμανουήλ Χρυσαφάκη, Δημήτρη Λορέντζου (ή Μπαρούση),
Γιώργου Ροβερτάκη, Ιωάννη Ειτζιρίδη (Γιοβάν Τσαούς), Δημήτρη
Περδικόπουλου, Σταύρου Καρακάση, Κώστα Καρίπη, Βασίλη Τσιτσάνη, Δημήτρη
Γκόγκου (Μπαγιαντέρα), Λεωνίδα Παγγαλή, Ιωάννη Παπαιωάννου, Κώστα
Κανούλα, Κώστα Κοσμαδόπουλου, Στέλιου Χρυσίνη, Σπύρου Περιστέρη, Ιάκωβου
Μοντανάρη, Μιχάλη Γενίτσαρη, Αντώνη Νταλγκά, Σωτήρη Γαβαλά και άλλων.
Έγραψε ο ίδιος και τραγούδησε μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα, που ορισμένα περιλαμβάνονται, σ' αυτήν την έκδοση.
Στη δεκαετία αυτή, θα μείνουν στην ιστορία της δισκογραφίας -πέρα από
την εξαίσια φωνή του- και οι διφωνίες του με γνωστούς συνεργάτες
τραγουδιστές και τραγουδίστριες, όπως αυτές με τη Ρόζα Εσκενάζυ και Άννα
Πολίτισσα, σε διαλογικά τραγούδια. Με τη Ρίτα Αμπατζή, με τον Βασίλη
Τσιτσάνη, με τον Στέλιο Χρυσίνη, με τον Δημήτρη Περδικόπουλο, και παν'
απ' όλα βέβαια αυτές -και είναι πολλές- με τον Στράτο Παγιουμτζή.
Υπήρξε ο καλύτερος συνεργάτης του ευφυούς Σμυρνιού συνθέτη Βαγγέλη
Παπάζογλου, ο οποίος του εμπιστεύτηκε -σε πρώτη εκτέλεση- τα καλύτερα
και διασημότερα τραγούδια του. Του χάρισε δε και μερικά απ' αυτά, που
δεν ήθελε να τα καταθέσει ο ίδιος στις επιτροπές της λογοκρισίας της
μεταξικής δικτατορίας. Το ίδιο συνέβη και με τον Γιάννη Ειτζιρίδη ή
Γιοβάν Τσαούς και τα λίγα, αλλά σπουδαία τραγούδια του, καθώς και μ'
αυτά του Π. Τούντα, όπου έπαιζε ο ιδιότυπος αυτός Μικρασιάτης συνθέτης
και οργανοπαίκτης.
Στις αρχές της δεκαετίας του '30 ο Στελλάκης Περπινιάδης, δούλεψε με
διάφορα σχήματα, σε όλα τα γνωστά στέκια του Πειραιά, της Δραπετσώνας
και της Κοκκινιάς, με τον Κώστα Νούρο, τον Γιώργο Κάβουρα, τον Βαγγέλη
Παπάζογλου και άλλους. Είναι ενδιαφέρουσα η μαρτυρία που είχαμε από τον
παλαιό Σμυρνιό τραγουδιστή και κιθαρίστα Γιάννη Χατζη-Αγορόπουλο, φίλο
του Γιώργου Κάβουρα, ότι στο κέντρο του Σαραντόπουλου, στη Δραπετσώνα,
το καλοκαίρι του 1934, πριν εμφανιστεί η "τετράς η ξακουστή του
Πειραιώς" με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Γιώργο Μπάτη, Ανέστη Δελιά και Στράτο
Παγιουμτζή, παίζανε και τραγουδούσαν στον ίδιο χώρο, οι Στελλάκης
Περπινιάδης, Γιώργος Κάβουρας, Κώστας Νούρος με άλλους μικρασιάτες
μουσικούς. Μάλιστα υπήρξε και ένα μικρό χρονικό διάστημα μιας εβδομάδος,
που παίζαν και οι δυο κομπανίες κατ' εναλλαγήν. Στη συνέχεια η
"κομπανία των Μικρασιατών"εγκαταστάθηκε σε κέντρο στην πλατεία της
Κοκκινιάς.
Προς το τέλος της δεκαετίας του '30, ο σοβαρός, συντηρητικών αρχών και
οικγενειάρχης Στελλάκης, άνοιξε δικό του κέντρο στη θέση "Κουνέλια" στο
Χαιδάρι, που ήταν και το σπίτι του. Το μαγαζί αυτό διασώθηκε μέχρι τις
μέρες μας. Εκεί πέθανε στην Κατοχή -μάλλον από εγκεφαλικό ο νεαρός
34χρονος- Γιώργος Κάβουρας, από τους καλύτερους φίλους του Στελλάκη. Από
το μαγαζί αυτό του Στελλάκη πέρασαν, όπως ήταν φυσικό, όλα τα μεγάλα
ονόματα του ρεμπέτικου.
(Το συμβούλιο του Συνδέσμου Μουσικών Αθηνών-Πειραιώς.
Καθιστοί:Βουγιούκας(Μπουρνάμπασλης), Σωφρονίου, Χρυσαφάκης, Ογδοντάκης,
Ασίκης και Ζαφειρόπουλος. Όρθιοι:Περπινιάδης, Αντιλαβής, Κουτουρούς
και Αστεράκης)
Αν και σοβαρός και μετρημένος ο Στελλάκης συμμετείχε συχνά σε
χιουμοριστικές πλάκες, που έκαναν μεταξύ τους οι παρέες και οι φίλοι του
μουσικοί, τα χρόνια εκείνα. Με χιουμοριστικό επι΄σης τρόπο αντιμετώπησε
τον πρόεδρο και τον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στην περίφημη δίκη για
το τραγούδι "Βαρβάρα", που έγινε στο τέλος του 1936, όπου ήταν και
μάρτυρας υπερασπίσεως του συνθέτη Παναγιώτη Τούντα και του, εκ των
ιδιοκτητών της Columbia, Θεμιστοκλή Λαμπρόπουλου. Την "μπόρα" την έφαγε
βέβαια ο Παναγιώτης Τούντας, που για ν' αντιμετωπίσει τις οικονομικές
συνέπειες, ξανάβγαλε τρείς ακόμα φορές τη διάσημη πλέον μελωδία της
"Βαρβάρας" με άλλους στίχους: ("Η Μαρίκα η δασκάλα", δίσκος Columbia DG
2199 και DG 6249, "Μανωλιός και Δημητρούλα", δίσκος Columbia DG 6414
και τέλος " Άκου Ντούτσε μου να νέα" , δίσκος His Master' s Voice ΑΟ
2691, όλα με τον Στελλάκη). Η Μαρίκα η δασκάλα κυκλοφόρησε και σε
δεύτερη εκτέλεση με τον Κώστα Ρούκουνα.
Ο Στελλάκης και μετά την επαναλειτουργία του εργοστασίου δίσκων της
Columbia στον Περισσό, το 1946, άρχισε με τους ίδιους προπολεμικούς
ρυθμούς να βγάζει δίσκους. Βέβαια τώρα δεν είχε κοντά του τους παλιούς
και αγαπημένους του συνθέτες που χάθηκαν στα χρόνια της κατοχής, όπως
τον Βαγγέλη Παπάζογλου, τον Παν. Τούντα, τον Κώστα Σκαρβέλη, τον Ιάκωβο
Μοντανάρη, τον Γιοβάν Τσαούς.
Στη νέα αυτή περίοδο συνεργάζεται με όλους τους νεώτερους συνθέτες που
εμφανίζονται μετά τον πόλεμο και φυσικά με όσους συνέχισαν την
προπολεμική παράδοση: Γιώργος Μητσάκης, Μανώλης Χιώτης, Γιάννης
Παπαιωάννου, Κώστας Καπλάνης, Δημήτρης Σωφρονίου, Τόλης Χάρμας, Σταύρος
Τζουανάκος. Και από τους παλιούς: Βασίλης Τσιτσάνης, Στέλιος Χρυσίνης,
Δημήτρης Σέμσης, Σπύρος Περιστέρης, Απόστολος Καλδάρας και άλλοι.
Στα 30 χρόνια της παρουσίας του στη δισκογραφία των 78 στροφών ο
Στελλάκης Περπινιάδης, ηχογράφησε ένα μεγάλο αριθμό τραγουδιών που
πλησιάζουν τα 400, από τους μεγαλύτερους που πραγματοποίησε τραγουδιστής
στις 78 στροφές. Πιο μπροστά βρίσκονται ο Αντώνης Νταλγκάς και η Ρόζα
Εσκενάζυ.
Το ενδιαφέρον της δισκογραφικής παρουσίας του Στελλάκη βρίσκεται ακόμη
στο γεγονός ότι αν και τραγουδιστής μεγάλης εμβέλειας, υπευθυνότητας και
σοβαρότητας, δεν αρνήθηκε ποτέ -όπως φαίνεται από τη δισκογραφία- να
συμμετάσχει σαν δεύτερη φωνή σε πρωτοεμφανιζόμενα πρόσωπα και να τα
βοηθήσει στα πρώτα τους βήματα με την παρουσία του. Σημειώνουμε από τα
στοιχεία της δισκογραφίας του, ότι έλαβε μέρος σε πρώτες εμφανίσεις ή
ξεκινήματα των παρακάτω: Ιωάννα Γεωργακοπούλου (με πλειάδα
συνεργασιών), Ανδρέας Σπαγγαδώρος, Οδυσσέας Μοσχονάς, Σούλα Πασαλάρη,
Σωτηρία Μπέλλου, Στέλλα Χασκήλ, Έλλη Σωφρονίου, Γιώτα Λύδια, Μαρίκα
Νίνου, Σούλα Καλφοπούλου κ.ά.
Ο Στελλάκης Περπινιάδης, στις λίγες του εμφανίσεις εκτός από το μαγαζί
του -σε περιόδους κρίσεως- βοήθησε πολλούς νέους καλλιτέχνες στο πάλκο.
Ανάμεσά τους και η Μαρίκα Νίνου, που την έβαλε να τραγουδήσει το 1947
στο κέντρο "Φλώριδα" της Λ. Αλεξάνδρας, εγκαταλείποντας τα ακροβατικά
νούμερα που έκανε με τον άνδρα της και το παιδί τους. Την ίδια χρονιά η
Μαρίκα Νίνου συνέχισε με τον Τσιτσάνη στου Τζίμη του Χοντρού, στην
Αχαρνών, για να δημιουργήσουν για λίγα χρόνια το αξεπέραστο δίδυμο Β.
Τσιτσάνης--Μαρίκα Νίνου.
Υπήρξε για πολλά χρόνια μέλος του ΔΣ. του σωματείου των μουσικών και
συνέβαλε πολύ στους συνδικαλιστικούς αγώνες του κλάδου. Έμεινε όλα τα
χρόνια της καλλιτεχνικής του ζωής στο πάλκο και μετά το 1950, ένα ακόμα
μέλος της οικογένειας, ο γυιος του Βαγγέλης,τραγουδιστής και συνθέτης,
πλαισίωσε τη μεγάλη οικογένεια του λαικού τραγουδιού.
Στη δεκαετία του '70, με την επαναφορά του ρεμπέτικου, επανήλθε στο
προσκήνιο, έλαβε μέρος σε αρκετές εκδηλώσεις, εμφανίστηκε στην τηλεόραση
και στον τύπο με δημοσιεύματα.
Πέθανε στο σπίτι του, στο Χαιδάρι, τον Σεπτέμβριο του 1977.
Έτσι θα είμαστε ….πάντα
-
Δεν άλλαξε και δε θα αλλάξει τίποτε στο Μεσολόγγι, όσο θα μας κυβερνάνε
άνθρωποι που ….αυτοπροβάλλονται, αυτοδιαφημίζονται και αυτοθαυμάζονται
γιατί…....
-
ΦΟΡΟΥΜ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΔΗΜΟΥ Ι.Π. ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ Ανοικτή επιστολή στους
συνδημότες της Ι.Π. Μεσολογγίου: Με την παρούσα θέλουμε να απαντήσουμε και
να σας ενημ...
ΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ
-
ΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ Posts . Η Μπουμπουλίνα[1] «τσίμπησε» βαθμό απ’ τον
Καμμένο, ταγό… Αλεξιβρόχιο και εν φρεσί[2] καμένο! . [Ο υπουργός σε θωρηκτό
προήχθη ...
-
*«Ιδιώνυμο» αδίκημα ο αγώνας για την προστασία της λαϊκής κατοικίας!*
Χείρα βοηθείας από ΝΔ, Δημοκρατική Συμπαράταξη και Ποτάμι για να «περάσει»
το έκτρωμα...
Κίτσου Τζαβέλα και Επαμεινώνδα Δεληγιώργη
-
*Τρυπάει μέσα απ’ τα στενά *
*τη φλόγα του καλοκαιριού*
*φυσάει μαϊστράλι*
*λίγα τα σύννεφα που σκορπάνε στο φως.*
*κορίτσια με τιραντέ μπλουζάκια προκαλού...
δυστυχώς πρέπει να τα αποχωριστούμε!
-
Χαρίζονται δυο θηλυκά γνήσια (από πατέρα και μητέρα) τσοπανόσκυλα - λευκά,
δυο περίπου μηνών, εμβολιασμένα με το 1ο εμβόλιο τύφου. Θα γίνουν το ένα
αρκετά ...