2 Μαρ 2021

Πιστοποιημένες μουσικές

 

Η ανάδειξη της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας μοιάζει ένα πολύ ωφέλιμο εγχείρημα. Όμως, τα χαρακτηριστικά που έχει θεσπίσει η UNESCO για να καθορίσει τι εμπίπτει σε αυτήν στηρίζονται σε αμφισβητήσιμες αξίες. Και οι συνέπειες πάνω στις πιστοποιημένες πρακτικές είναι ορισμένες φορές αρνητικές, κυρίως όσον αφορά την μουσική.

https://www.avgi.gr/sites/default/files/styles/main/public/2021-03/africa.jpg?itok=y4dwaSac

Ποιο είναι το κοινό σημείο ανάμεσα στην κοσμοθεωρία των Καλαβάγιας από τις βολιβιανές Άνδεις, στην τέχνη του Ναπολιτάνου πιτσαγιόλο, στο μάζεμα του αμάραντου (αγαποβότανου) στις πλαγιές του Όρους Όζρεν στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη και στη διαχείριση του κινδύνου χιονοστιβάδας στην Ελβετία και στην Αυστρία; Καμία, εάν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι όλες αυτές οι πρακτικές έχουν αναγνωριστεί από την UNESCO (Εκπαιδευτική, Επιστημονική και Πολιτιστική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών) ως μέρος της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας (ΑΠΚΑ) που χρήζει προστασίας. Είναι προφανές ότι το πεδίο αυτής της προστασίας είναι ευρύτατο.

Σύμφωνα με την UNESCO1, η ΑΠΚΑ περιλαμβάνει οτιδήποτε «μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, αναδημιουργείται διαρκώς από τις κοινότητες και ορισμένες ομάδες ενός πληθυσμού, σε συνάρτηση με τον χώρο τους, την αλληλεπίδρασή τους με τη φύση και την ιστορία τους, προσφέροντάς τους την αίσθηση της ταυτότητας και της συνέχειας, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στον σεβασμό της πολιτισμικής διαφορετικότητας και της ανθρώπινης δημιουργικότητας». Με άλλα λόγια, περιλαμβάνει τεχνογνωσίες, προφορικές ή πρακτικές παραδόσεις, τελετουργίες ή εορτασμούς. Αυτή η μορφή πιστοποίησης σημείωσε επιτυχία: στον κατάλογο της ΑΠΚΑ, που δημιουργήθηκε το 2008, περιλαμβάνονται σήμερα περισσότερες από 500 αναφορές, προερχόμενες από 122 χώρες. Ποιος όμως αποφασίζει τι θα ενταχθεί σε αυτόν τον κατάλογο; Και ποιες είναι οι συνέπειες της ένταξης; Η αναγνώριση ως ΑΠΚΑ των χειροποίητων ταπισερί του Ωμπυσόν ή της δαντέλας του Αλονσόν (για να αναφέρουμε δύο παραδείγματα από τη Γαλλία2) δεν φαίνεται να εγείρει ενστάσεις εάν θεωρούμε ότι πρόκειται για υπεραιωνόβιες μορφές χειροτεχνίας που χρήζουν προστασίας. Αντίθετα, το ζήτημα γίνεται πιο περίπλοκο όταν αφορά τη μουσική και τις πρακτικές που είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένες μαζί της. Όμως, μουσικά είναι περισσότερα από το ένα τρίτο (176) των στοιχείων που έχουν ενταχθεί στην ΑΠΚΑ. Τι είναι αυτό που θα πρέπει να αναγνωριστεί ως «μεταβιβαζόμενο από γενιά σε γενιά», εξασφαλίζοντας «αίσθημα ταυτότητας»;

Στην περίπτωση της υλικής πολιτιστικής κληρονομιάς, η επιλογή πραγματοποιείται από μια επιστημονική επιτροπή. Αντίθετα, στην περίπτωση της ζωντανής πολιτιστικής κληρονομιάς, η UNESCO επιμένει στη συμμετοχή των ίδιων των κοινοτήτων στη διαδικασία της επιλογής. Συχνά οργανωμένοι σε σωματείο, οι ασχολούμενοι με μια πρακτική ζητούν την εγγραφή τους στο εθνικό μητρώο ΑΠΚΑ, συντάσσοντας έναν φάκελο από τον οποίο κατά κύριο λόγο απαιτείται να αποδεικνύει ότι η κοινότητα ασπάζεται μαζικά αυτόν τον σκοπό. Στη συνέχεια, οι υποψηφιότητες περνούν από το φίλτρο του υπουργείου Πολιτισμού, που αποφασίζει ποιες θα προωθήσει στην UNESCO, χρησιμοποιώντας πολιτικά κριτήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι πελατειακές σχέσεις και οι εμπορικές υστεροβουλίες. Η ανθρωπολόγος Σεσίλ Ντυβέλ, υπεύθυνη της διεύθυνσης ΑΠΚΑ στην UNESCO από το 2008 έως το 2015, εκφράζει τη λύπη της γι’ αυτήν την εξέλιξη: «Δώστε ένα εργαλείο σε ένα κράτος και τότε θα το χρησιμοποιήσει για να κάνει πολιτική. Αυτή είναι η δουλειά του, κάτι τέτοιο όμως αποτελεί παρέκκλιση από τους στόχους της σύμβασης για την ΑΠΚΑ»3.

Και ο Μπομπ Μάρλεϋ φαινόταν να συμμερίζεται αυτήν την άποψη όταν το 1974 τραγουδούσε στο Revolution: «Mην αφήνετε ποτέ έναν πολιτικό να σας κάνει χάρη / Ειδάλλως, θα θέλει να σας ελέγχει για πάντα». Πώς θα αντιμετώπιζε άραγε την ένταξη της ρέγκε στην ΑΠΚΑ τον Νοέμβριο του 2018; Στην Τζαμάικα, η μουσική συμβάλλει πολύ περισσότερο στην τουριστική βιομηχανία όταν διαθέτει θεσμική αναγνώριση παρά όταν φέρνει στον νου ράστα που καπνίζουν μπάφους. «Στην Τζαμάικα, η εξουσία αγωνιζόταν επί πολλά χρόνια ενάντια στην ρέγκε, ώσπου συνειδητοποίησε ότι απέδιδε περισσότερα χρήματα από τη δοκιμαζόμενη εθνική βιομηχανία του βωξίτη», ειρωνευόταν σε κείμενό του στον «Guardian» (1η Δεκεμβρίου 2018) ο Ντότουν Αντεμπάγιο, παρουσιαστής του BBC. Η πιστοποίηση καταλήγει να γίνει τουριστικό πλεονέκτημα και παράγοντας μετατροπής σε άψυχο φολκλόρ.

Ωστόσο, ακόμα περισσότερο και από την –προβλέψιμη– εμπορευματοποίηση, το σημαντικότερο είναι αναμφίβολα η σημασία που αποκτά η πιστοποίηση για αυτές τις μουσικές και για τις ομάδες που είναι ταυτισμένες μαζί τους. Η γαλλική Ομοσπονδία Παραγόντων Παραδοσιακών Μουσικών και Χορών (FAMDT) συντάσσεται με τους στόχους της UNESCO. Όμως, είναι διαφωτιστικός ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν οι λάτρεις των μόλις τριών μουσικών ειδών που έχει εντάξει η Γαλλία στις ΑΠΚΑ. Και οι τρεις προέρχονται από κοινότητες οι οποίες, σε διαφορετικές χρονικές συγκυρίες και σε διαφορετικό βαθμό, έχουν εκδηλώσει την αντίθεσή τους στον συγκεντρωτισμό: η maloya από τη Νήσο Ρεϋνιόν4, το κορσικανικό cantu in paghjella (εντάχθηκαν το 2009) και η gwoka από τη Γουαδελούπη (2014).

Η μαλόγια, καταγόμενη από την εποχή της δουλείας και περιφρονημένη γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, απαγορεύτηκε για ένα διάστημα και στη συνέχεια αντιμετωπίστηκε με έντονη καχυποψία από τις αρχές, ιδίως από το 1959 έως το 1981, όταν πια υποστηρίχθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρεϋνιόν (PCR). O Πολ Βερζές, ιδρυτής του PCR και περιφερειάρχης από το 1998 ώς το 2010, υποστήριξε την ένταξη στην ΑΠΚΑ και την συνδύασε με την ανέγερση του Οίκου των Πολιτισμών και της Ενότητας της Ρεϋνιόν (MCUR). O Καρπανέν Μαριμούτου, πρωτεργάτης του προγράμματος, αναφέρει: «Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός τρίτου –της UNESCO– για να μπορέσουν να αισθανθούν υπερήφανοι όσοι ασχολούνταν με αυτήν τη μουσική. Προηγουμένως, τους περιφρονούσαν το σχολείο, οι θεσμοί, η αστική τάξη, ακόμα και τα ίδια τους τα παιδιά που είχαν γίνει μικροαστοί». Η πρωτοβουλία MCUR έληξε άδοξα όταν η Περιφέρεια πέρασε στα χέρια της Δεξιάς και οι προβολείς της δημοσιότητας στράφηκαν αλλού. Καμία μελέτη δεν αποδεικνύει ότι ο σημερινός δυναμισμός της μαλόγια, που είναι εξαιρετικά διαδεδομένη και έχει αναμειχθεί με διάφορα άλλα είδη, προκύπτει από την πιστοποίηση. Ο Ντανυέλ Βάρο, ο σημαντικότερος πρέσβης του είδους, συνεχίζει να την καταγγέλλει ως πατερναλιστική: «Δεν είμαστε αντίθετοι σε μια υποστήριξη, αλλά δεν περιμέναμε το βλέμμα των τουριστών για να νιώσουμε υπερήφανοι για την κουλτούρα μας. Μια κουλτούρα από τη φύση της ανυπότακτη, διότι η “ενιαία και αδιαίρετη Γαλλική Δημοκρατία” δεν αναγνωρίζει τις διαφορές μας. Είτε ενταγμένοι στην ΑΠΚΑ είτε όχι, εμείς συνεχίζουμε να παίζουμε, να τραγουδάμε, να μεταδίδουμε τον πολιτισμό μας και να αγωνιζόμαστε».

Και στη Γουαδελούπη υπάρχουν ενστάσεις. Έτσι, ο Ζαν Κλοντ Νελσόν, ανένταχτος αριστερός περιφερειακός σύμβουλος της Γουαδελούπης και τραγουδιστής του συγκροτήματος Solèy Nwè εδώ και εικοσιπέντε χρόνια, θεωρεί ότι «η γκουοκά είναι μια έκφραση ταυτότητας που δεν μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα στον σκλάβο και στον αφέντη». Σφοδρός πολέμιος της ένταξης στην ΑΠΚΑ, δεν της αναγνωρίζει καμία θετική επίπτωση: «Εντάσσοντας την γκουοκά στην ΑΠΚΑ τη στιγμή που δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο, διακινδύνευσαν να την μετατρέψουν σε απολίθωμα. Ευτυχώς, οι νέοι τής αφιερώνονται και την ανανεώνουν… η ένταξη όμως στην ΑΠΚΑ δεν έχει την παραμικρή σχέση». Απηχώντας ανάλογες απόψεις, ο εθνομουσικολόγος Λυκ Σαρλ-Ντομινίκ υποστηρίζει ότι οι ανθρωπολόγοι «ομόφωνα θεωρούν πως η ένταξη στην ΑΠΚΑ είναι εξαιρετικά επικίνδυνη» επειδή «καταλήγει στη δημιουργία ενός ολέθριου λόγου γύρω από την αυθεντικότητα». Αγαπητή στους οπαδούς της παραδοσιοκρατίας και περιορισμένη σε μια περιοχή λες και είναι μια «πολιτιστική Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ)», αυτή η αυθεντικότητα κατά τη γνώμη του μπορεί να οδηγήσει σε «αναδίπλωση, φόβο και ξενοφοβία» και είναι συνεπώς αντίθετη με τη ζωντάνια της μουσικής, που προϋποθέτει «ανταλλαγές, κίνηση και διαπολιτισμικότητα». Παραδέχεται ωστόσο ότι η ένταξη μπορεί να αποτελέσει λόγο υπερηφάνειας5.

Πολιτική και εμπορική εργαλειοποίηση, αισθητική αποστέωση… Ωστόσο, η UNESCO διακατέχεται από τις καλύτερες προθέσεις και προπάντων ελπίζει ότι θα συμβάλει στην αναγέννηση αυτών των μουσικών ειδών από τις ίδιες τους τις κοινότητες. Σύμφωνα με την Σεβερίν Κασά, διευθύντρια του Γαλλικού Κέντρου ΑΠΚΑ (CFPCI), «η ένταξη είναι απλώς ένα εργαλείο που επιτρέπει να συνδεθούν όλοι όσοι ασχολούνται με μια παράδοση, να κινητοποιηθούν οι πολιτικοί και να ανανεωθεί το κοινό της. Όλα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν μονάχα όταν οι διαδικασίες υλοποιηθούν σωστά». Με άλλα λόγια, το εργαλείο δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι θα υπάρξουν αποτελέσματα, κυρίως όσον αφορά την εξασφάλιση δημόσιων ενισχύσεων. Έτσι, περικόπηκαν και πάλι οι επιδοτήσεις για το τελευταίο Φεστιβάλ Γκουοκά της Σαιντ Αν, με εμπνευστή τον Φελίξ Κοτελόν, o οποίος είχε επίσης ιδρύσει την οργάνωση Rèpriz που πρωτοστάτησε στην ένταξη στην ΑΠΚΑ. Και η Περιφέρεια προκήρυξε διαγωνισμό για εταιρείες που ενδιαφέρονται να δρομολογήσουν ξανά ένα σχέδιο διάσωσης…

Και στην Κορσική παρουσιάζονται δυσκολίες, όχι όμως μόνο στο επίπεδο της χρηματοδότησης. Η «ανανέωση» είναι κυρίως εκείνη που δημιουργεί προβλήματα. Το κάντου ιν πατζέλα, ένα τραγούδι με τρεις έως τέσσερις φωνές, εντάχθηκε στη λίστα των ΑΠΚΑ που απαιτούν επείγουσα προστασία: πρόκειται για μια πολύτιμη κατηγορία, όπου έχουν ενταχθεί λιγότερες από 60 περιπτώσεις παγκοσμίως (ανάμεσά τους μονάχα μία από τη Γαλλία), η οποία δίνει τη δυνατότητα πραγματοποίησης ανανεωμένων εκτιμήσεων, ακόμα και της οικονομικής υποστήριξης. Από το 2015, το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού χορηγεί στον σύλλογο Cantu in paghjella ένα κονδύλι 45.000 ευρώ ετησίως, το οποίο προορίζεται κυρίως για την αμοιβή έξι «μεταβιβαστών» που δραστηριοποιούνται στον χώρο της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Πέτρου Γκουελφούτσι, που έχει αφιερωθεί σε αυτό το πρόγραμμα από τη δημιουργία του και έχει συμβάλει στην ανανέωση του τραγουδιού στην κορσικανική γλώσσα τη δεκαετία του 1970 με το συγκρότημα Canta U Populu Corsu, διάφορες πρωτοβουλίες επέτρεψαν μέσα σε δέκα χρόνια τον διπλασιασμό των έμπειρων τραγουδιστών, από 300 σε 600 –παρά το γεγονός ότι, από το 2018, οι «μεταβιβαστές» εργάζονται εθελοντικά, καθώς δεν ανανεώθηκε η σύμβασή τους λόγω διαφωνιών στο εσωτερικό του συλλόγου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Γκουελφούτσι, το γεγονός ότι απειλείται η επιβίωση της πατζέλα δεν είναι μόνο υπόθεση χρημάτων: «Στο χωριό μου, το Σερμανύ, κοντά στο Κόρτε, μαθαίναμε ακούγοντας τους γέρους στα νυχτέρια. Σήμερα, οι περισσότεροι έχουν πεθάνει και οι νέοι προτιμούν τους τρόπους ζωής των πόλεων, που δεν είναι συμβατοί με το πολυφωνικό τραγούδι. Ωστόσο, εμείς πιστεύουμε σε αυτό. Στους διαδρόμους των σχολικών μονάδων που επισκεπτόμαστε, ακούμε μερικές φορές τους μαθητές να το τραγουδούν». Μήπως πρέπει να θυμηθούμε όσα υπογράμμιζε ο συγγραφέας και εθνολόγος Μισέλ Λεϊρίς, ήδη από το 1950; «Από τη στιγμή όπου οποιαδήποτε πολιτισμική έκφραση εμφανίζεται να βρίσκεται σε ένα αέναο γίγνεσθαι και να αποτελεί αντικείμενο διαρκών υπερβάσεων στον βαθμό που ανανεώνεται η ανθρώπινη ομάδα υποστήριξής της, η βούληση για τη διατήρηση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων μιας κοινωνίας (…) δεν έχει πλέον την παραμικρή σημασία. Ή μάλλον, στην πράξη, παρόμοια βούληση σημαίνει ότι επιδιώκει να αντιταχθεί στην ίδια τη ζωτικότητα ενός πολιτισμού»6.

Μετά από την ένταξη στην ΑΠΚΑ της UNESCO εκατοντάδων πολιτιστικών πρακτικών κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών, οι κανόνες άλλαξαν: μια χώρα μπορεί να εντάσσει μόνο μία πρακτική κάθε δύο χρόνια. Έτσι, ο ρυθμός επιβραδύνθηκε σημαντικά. Όμως, αυτός ο περιορισμός δεν αφορά τις υποψηφιότητες που συνυποβάλλονται από περισσότερες χώρες: θα μπορούσε λοιπόν να ευνοηθεί η καταλανική ρούμπα, ένα είδος που πήρε την οριστική του μορφή τη δεκαετία του 1950 στη Βαρκελώνη. Ο Ερβέ Παράν, συντονιστής αυτής της γαλλο-ισπανικής υποψηφιότητας στη γαλλική περιφέρεια της Οξιτανίας, υπογραμμίζει τη σημασία που θα είχε για τον τσιγγάνικο πληθυσμό μια πιθανή αναγνώριση. «Πόσο μάλλον που δεν παίρνουμε μεγάλο ρίσκο», σχολιάζει. «Η ρούμπα δεν μπορεί να παγώσει. Όπως και οι Τσιγγάνοι, που προσαρμόζουν τον τρόπο ζωής τους ανάλογα με την κοινωνία όπου ζουν, η ρούμπα πάντα θα ξεφεύγει.» Όμως, όπως και οι άλλες υποψηφιότητες, θα πρέπει να περιμένει αρκετά χρόνια. Στο γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού είναι έτοιμοι οι φάκελοι για πάνω από δέκα υποψηφιότητες, χωρίς καμία ανάμεσά τους να αφορά τη μουσική. Τα επόμενα στοιχεία που θα εντάξει η Γαλλία στον κατάλογο της UNESCO μάλλον θα είναι η yole ronde (ψαρόβαρκα με πανί) της Μαρτινίκας και το ψωμί σε μπαγκέτα.

  1. Η σύμβαση για την διαφύλαξη της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς υιοθετήθηκε το 2003.
  2. (Σ.τ.Ε.) Βλ. το Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας και της Κύπρου
  3. Εάν δεν υπάρχει αναφορά περί του αντιθέτου, όλα τα αποσπάσματα προέρχονται από συνομιλίες με την συγγραφέα.
  4. (Σ.τ.Μ.) Γαλλική κτήση στον Ινδικό Ωκεανό, μεταξύ της Νήσου Μαυρικίου και της Μαδαγασκάρης.
  5. Luc Charles-Dominique, «La patrimonialisation des formes musicales et artistiques. Anthropologie d’une notion problématique», «Ethnologies», τόμος 35, τ. 1, Κεμπέκ, 2013.
  6. Michel Leiris, «L’ethnographe devant le colonialisme», «Les Temps Modernes», τ. 58, Παρίσι, Αύγουστος 1950.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More