Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

4 Μαΐ 2023

Ανοχή σημαίνει ενοχή

 https://i1.wp.com/www.nostimonimar.gr/wp-content/uploads/2023/04/democracy_anoxh.png?resize=1024%2C516&ssl=1

Μήπως έχουμε κι εμείς μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση της κοινωνίας, με τις επιλογές μας ίσως; Στο σαγηνευτικό χορό της Σαλώμης, που «τα πέπλα της γδύνεται», για να μας παραπλανήσει ότι ο κόσμος, ο εικονικός, στις οθόνες μας, της τηλεόρασης με τα λαμπρά σώου και του διαδικτύου, είναι όμορφος, μήπως θα πρέπει να αντισταθούμε, να δούμε με νέο μάτι τις επιλογές μας, να διορθώσουμε το σύστημα και να μην μένουμε με τη δικαιολογία ότι τίποτα δεν αλλάζει, αφού για όλα φταίει το «σύστημα», να ζητήσουμε περισσότερη υπευθυνότητα από εκείνους που αναλαμβάνουν την τύχη μας; Να συνειδητοποιήσουμε ότι το «σύστημα» εμείς το συντηρούμε, ανοχή σημαίνει ενοχή.

  • του Παναγιώτη Χαλούλου

Σχήμα λόγου, Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα [Στιχουργός: Τριπολίτης Κώστας, 1986]

Ο λόγος δεν έχει λόγο να λέγεται
 το λόγο αυτό εγώ τον σεβάστηκα
 και να που η Τροία ακόμη καίγεται
 και να ο Αδόλφος υψώνει τη σβάστικα

 Νίκη, νίκη, νίκη 

Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα
 κι εγώ δεν έχω για νοίκι
 φορούσε μαύρο νυφικό η περσινή μας η κοπέλα
 κι ο λόγος αυτός τής ανήκει.

 Ο λόγος δεν έχει λόγο να υψώνεται
 ο λόγος ωμή τροφή για τους κόρακες
 και να που η Ρώμη ακόμη σώνεται
 και να οι Αννίβες με τρύπες στους θώρακες

 Νίκη, νίκη, νίκη 

Ο λόγος σαπίζει καταναλώνεται
στο λόγο αυτό κουβέντα δε γίνεται
και να που ο Οιδίποδας τυφλώνεται
και να η Σαλώμη τα πέπλα της γδύνεται

Νίκη, νίκη, νίκη

 Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα
κι εγώ δεν έχω για νοίκι
φορούσε μαύρο νυφικό η περσινή μας η κοπέλα
κι ο λόγος αυτός τής ανήκει.


Πριν από κάποια χρόνια, ακούγοντας το πασίγνωστο τραγούδι στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, επιστρέφοντας από το σχολείο του γιου μου, δέχτηκα την απορία του έφηβου μαθητή, τι νόημα έχει αυτό που ακούμε, καθόσον του φαίνονταν ακατανόητοι οι στίχοι, ενώ ως τραγούδι του άρεσε.

Προσπαθώ τώρα να ανακαλέσω από τη μνήμη όσα ευθύς αμέσως σκέφτηκα και ανέφερα κάνοντας εκείνη τη στιγμή αυθόρμητα ανάλυση των στίχων δίνοντας νόημα στους στίχους που φαίνονται σουρεαλιστικοί στον ανυποψίαστο, συμπληρώνοντας τις σκέψεις εκείνες και με άλλα, μεταγενέστερα, δεδομένα.

Ήταν η εποχή που δρούσε σχεδόν ανενόχλητη η «Χρυσή Αυγή» εναντίον κυρίως μεταναστών, με σοβαρές επιθέσεις και νεκρούς ήδη, θύματά της.

Σε μια εποχή με τέτοια παράλογα φαινόμενα, που επιστρέφουν τον κόσμο μας σε σκοτεινές εποχές, ίσως «ο λόγος δεν έχει λόγο να λέγεται». Ο λόγος ως λογική θα έπρεπε να διέπει τη σύγχρονη κοινωνία μας, τη λογοκρατούμενη, σε σύγκριση με παλιές εποχές, που θα χαρακτηρίζαμε ως βάρβαρες, παράλογης βίας, αδικίας και καταπίεσης, για παράδειγμα εποχές φασισμού, εμφύλιου, της τελευταίας δικτατορίας… Και να, που, αντίθετα από όσα νομίζαμε, οι βάρβαροι γύρω μας υπάρχουν – ποτέ δεν έλειψαν – μόνο που έχουν νέα προσωπεία κι εμείς δεν τους αναγνωρίζουμε, πολλές φορές τους δημιουργούμε και τους τρέφουμε με την ανοχή μας· ανοχή σημαίνει ενοχή… Έτσι η κοινωνία για πολλά, δυστυχώς χρόνια, ανέχτηκε τη δράση μιας εγκληματικής οργάνωσης, μέχρι που της έδωσε δικαίωμα λόγου στη Βουλή, για να αντιδράσουμε, όταν πολλαπλασιάστηκαν τα εγκλήματά της («να ο Αδόλφος υψώνει τη σβάστικα»)!

Μήπως «η Τροία ακόμη καίγεται»;

Και μετά από αυτό λύθηκαν τα σοβαρά προβλήματα; Μήπως «η Τροία ακόμη καίγεται»; Δεν έφτιαξε η ζωή μας ούτε μετά τη δικτατορία και την επάνοδο της δημοκρατίας, πιο σωστής από την προδικτατορική-νόθα δημοκρατία. Καθημερινά πρέπει να επαγρυπνούμε, αυταρχισμός και βία καθημερινά επανεμφανίζονται, με διάφορες μορφές! Ας θυμηθούμε δολοφονίες της εποχής μας, με κίνητρα πολιτικά, όπως του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα (1991).

Ζήσαμε τον αυταρχισμό, και με θύματα, νεκρούς, από τα αστυνομικά όργανα, που δήθεν επιβάλλουν την «τάξη», ακόμα και αν δημιουργούν «αταξία», όταν επιτίθενται αναίτια σε πολίτες κάνοντας κατάχρηση εξουσίας, λόγω υπερβάλλοντος ζήλου ίσως. Την ήσυχη ζωή μας ταράσσουν συχνά δολοφονίες, με ιδιαίτερη εστίαση στις λεγόμενες «γυναικοκτονίες», κάποιες μάλιστα με ομαδικό λιντσάρισμα, όπως στην περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου…

«Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα»

Στα πρόσφατα γεγονότα πάλι αισθανθήκαμε ότι, παρά την τεχνολογική πρόοδο, «Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα», όταν με ένα τραγικό και αδικαιολόγητο για την ψηφιακή εποχή μας σιδηροδρομικό δυστύχημα μάθαμε πως δεν μας νοιάζονται, δεν μας προστατεύουν όσοι κόπτονται, υποτίθεται, για τη βελτίωση του κράτους και της κοινωνίας! Να διαπιστώνεις πως συγκατοικείς σε ένα κόσμο τρέλας, παραλογισμού και να αισθάνεσαι πως «δεν έχεις για νοίκι», δεν επιθυμείς να συγκατοικείς στην τρέλα αυτού του κόσμου! Πώς, λοιπόν, να μη δεχτείς ότι «φορούσε μαύρο νυφικό η περσινή μας η κοπέλα», οξύμωρο «σχήμα λόγου» (ο τίτλος του στιχουργήματος); Ο λόγος, λοιπόν, «ωμή τροφή για τους κόρακες», «Ο λόγος σαπίζει…»

Υπάρχει λύση ή βρισκόμαστε σε αδιέξοδο και σωτηρία δεν υπάρχει για τον κόσμο μας; Κατ’ αρχάς τι λέει επ’ αυτού το τραγούδι;

«και να που η Ρώμη ακόμη σώνεται
και να οι Αννίβες με τρύπες στους θώρακες
Νίκη, νίκη, νίκη»

Η Ρώμη βλέπει τη σωτηρία της στους διάτρητους θώρακες των εχθρών της, ο αντίπαλος είναι τρωτός!…

Ο Οιδίποδας, αφού γνώρισε την αλήθεια κι ένιωσε συμμέτοχος και υπεύθυνος στο κακό, τιμώρησε εαυτόν και «τυφλώθηκε». Τυφλώθηκε μεν, αλλά κατάφερε να «βλέπει» πλέον την αλήθεια, που αγνοούσε και ζούσε σε μια ψευδαίσθηση ευτυχισμένης ζωής.

Μήπως έχουμε κι εμείς μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση της κοινωνίας, με τις επιλογές μας ίσως; Στο σαγηνευτικό χορό της Σαλώμης, που «τα πέπλα της γδύνεται», για να μας παραπλανήσει ότι ο κόσμος, ο εικονικός, στις οθόνες μας, της τηλεόρασης με τα λαμπρά σώου και του διαδικτύου, είναι όμορφος (για όλους; Όχι, βέβαια!), μήπως θα πρέπει να αντισταθούμε, να δούμε με νέο μάτι τις επιλογές μας, να διορθώσουμε το σύστημα και να μην μένουμε με τη δικαιολογία ότι τίποτα δεν αλλάζει, αφού για όλα φταίει το «σύστημα», να ζητήσουμε περισσότερη υπευθυνότητα από εκείνους που αναλαμβάνουν την τύχη μας; Να συνειδητοποιήσουμε ότι το «σύστημα» εμείς το συντηρούμε, ανοχή σημαίνει ενοχή, όπως γράφουμε στην αρχή!…

Χρηματοπιστωτική κατάρρευση, ένας διαρκής κίνδυνος για τη Δύση

 Τέλος η Δύση: Δολάριο, ομόλογα και μετοχές θα έχουν μηδενική αξία – Το  μέλλον ανήκει στην Ασία

Η πρόσφατη χρεωκοπία της καλιφορνέζικης Silicon Valley Bank συνοδεύεται από την εντύπωση πως όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί: χρηματιστήρια σε παράκρουση, εκκλήσεις για ηρεμία, διάσωση παράτολμων επενδυτών, υποσχέσεις για έρευνες σε βάθος… Μπορεί η πτώση της SVB να μην παρασύρει την υπόλοιπη οικονομία, όμως ένα πράγμα είναι σίγουρο: δεκαπέντε χρόνια μετά την πτώχευση της Lehman Brothers, τα πάντα θα μπορούσαν να επαναληφθούν.

Επιμένει σθεναρά μια πολιτική προσωπικότητα για κάτι προφανές; Είναι επειδή μάλλον αμφιβάλλει για αυτό. Επομένως, όταν ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Μπρυνό Λε Μερ εξηγούσε, στις 13 του περασμένου Μαρτίου, ότι «όλα πηγαίνουν καλά» για τις γαλλικές τράπεζες ύστερα από μια νέα τραπεζική πτώχευση στις ΗΠΑ, κατά πάσα πιθανότητα συνέβαλε ώστε να πειστούν οι παράγοντες του οικονομικού κόσμου να σπεύσουν προς τις σωσίβιες λέμβους.

Τρεις ημέρες νωρίτερα, οι ΗΠΑ βίωναν την πιο σημαντική τραπεζική κατάρρευση από το 2008: εκείνη της Silicon Valley Bank (SVB), ενός πιστωτικού ιδρύματος με εξειδίκευση στη χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων (start-up). Μετά από ένα σαββατοκύριακο παζαρεμάτων στους κόλπους των αμερικανικών πολιτικών και νομισματικών αρχών, όλα τα βλέμματα στρέφονται προς το χρηματοπιστωτικό σύμπαν υπό τον φόβο ενός εφέ ντόμινο. Μπροστά στις κάμερες, ο Λε Μερ πασχίζει να εμπνεύσει εμπιστοσύνη και γαλήνη. Ωστόσο, το βεβιασμένο μειδίαμα στο πρόσωπό του φανερώνει ένταση: «Ηρεμήστε!», λέει απότομα, απευθυνόμενος προς τους επενδυτές. «Ηρεμήστε και κοιτάξτε την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ότι το γαλλικό τραπεζικό σύστημα δεν έχει εκτεθεί. Δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των καταστάσεων» στη Γαλλία και στην Αμερική. Και το στέλεχος της κυβέρνησης κατέληξε λέγοντας, σαν πυροσβέστης που η μάνικά του εκτοξεύει κηροζίνη: «Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τις γαλλικές τράπεζες».

Ενώ ένας άνεμος πανικού ταράζει τα Χρηματιστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο, οι πολιτικοί ιθύνοντες προβάλλουν τις συνήθεις εξηγήσεις. Πρώτα απ’ όλα, η SVB δεν ήταν μια τράπεζα σαν τις άλλες. «Δεν ήταν η τυπική ατμόσφαιρα της Γουόλ Στριτ, με την τραχιά μπίζνες νοοτροπία “με σηκωμένα τα μανίκια”. Η εργασία στην SVB μάλλον έδινε την εντύπωση πως εργαζόσουν σε κάποια εταιρεία του τεχνολογικού τομέα παρά σε τράπεζα», εξηγεί ένας πρώην εργαζόμενος της εταιρείας στους «Financial Times» (1). Με άλλα λόγια, εφόσον η SVB αποτελούσε κομμάτι μιας κουλτούρας διαφορετικής από εκείνη των συνηθισμένων τραπεζών, οι δυσκολίες της σίγουρα θα αφήσουν αλώβητα τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Φευ, τη στιγμή που δημοσιεύεται το άρθρο των «Financial Times», η πτώση της SVB έχει ήδη αναγκάσει την κεντρική ελβετική τράπεζα να επέμβει προκειμένου να εμποδίσει την κατάρρευση της Crédit Suisse —μιας πλήρως παραδοσιακής τράπεζας— προτού επιβληθεί η εξαγορά της από τον γίγαντα UBS.

Δεύτερος τρόπος εξήγησης της κρίσης: φέρεται να προέρχεται από την επιλήψιμη συμπεριφορά ατόμων –ατόμων μάλλον πολύ δυνατών, αφού στους ώμους τους σηκώνουν όλο το βάρος της ευθύνης για τις χρηματοπιστωτικές δυσλειτουργίες. Το 2008, ο χρηματιστής Ζερόμ Κερβιέλ και ο διαχειριστής κεφαλαίων Μπέρναρντ Μάντοφ είχαν ενσαρκώσει, στα μάτια των μέσων ενημέρωσης, τις «παρεκτροπές» ενός κατά τ’ άλλα άσπιλου συστήματος. Έτσι, λίγες ημέρες μετά την πτώχευση της SVB, η αμερικανική δικαιοσύνη δρομολογεί έρευνα εις βάρος των διευθυντών της εταιρείας, ενόσω η κεντρική τράπεζα της χώρας, η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα (Fed), αναγγέλλει τη διεξαγωγή εσωτερικής έρευνας με στόχο να καταλάβει «πώς μπόρεσε να αφήσει την τράπεζα να καταρρεύσει» (2).

Ιδεολογικές ακροβασίες

Είναι πολύ πιθανό τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών να προκαλέσουν λιγότερο θόρυβο από την αναγγελία τους. Διότι, ενώ οι ειδήμονες ερίζουν μεταξύ τους (Θα υπάρξει άραγε μετάδοση; Πρόκειται μήπως για ένα «νέο 2008»;), από τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους ηγέτες διαφεύγει η πιο σημαντική διαπίστωση: μια νέα μεγάλη κρίση έχει γίνει πιθανή, για να μην πούμε αναπόφευκτη, είτε συμβεί αύριο είτε αργότερα. Όχι λόγω «δυσλειτουργιών» στην περιφέρεια του συστήματος, αλλά λόγω των ανισορροπιών της ίδιας της καθημερινής λειτουργίας του. Δυσλειτουργίες οι οποίες τοποθετούν τις κεντρικές τράπεζες, κομβικό σημείο αποκρυστάλλωσης όλων των αντιφάσεων του συστήματος, στη θέση του οδηγού ενός οχήματος με τετράγωνες ρόδες.

Δέκατη έκτη στον πίνακα κατάταξης των αμερικανικών τραπεζών με βάση το μέγεθος του ενεργητικού τους, η SVB γονάτισε από ένα γεγονός αρκετά κοινότοπο στην ιστορία: έναν τραπεζικό πανικό (bank run), δηλαδή μια μαζική και αιφνίδια απόσυρση των πελατών της, στην οποία δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Ωστόσο, το σύστημα είναι πια τόσο σφιχτοπλεγμένο, ώστε ένα κοινότοπο γεγονός απειλεί ολόκληρο το οικοδόμημα. Υπό τον φόβο μετάδοσης, οι νομισματικές αρχές πήραν την απόφαση να κλείσουν την SVB στις 10 Μαρτίου και κατόπιν, δύο ημέρες αργότερα, τη Signature Bank, εξειδικευμένη στα κρυπτονομίσματα. Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε στη συνέχεια πως θα κινητοποιήσει 25 δισεκατομμύρια δολάρια (23 δισεκατομμύρια ευρώ) εγγυήσεων προκειμένου να ανταποκριθεί στις ενδεχόμενες ανάγκες άλλων ιδρυμάτων, ώστε να καθησυχαστούν οι καταθέτες τους. Σε αυτό προστίθενται δύο έκτακτα μέτρα: εγγύηση που καλύπτει κατά 100% τις καταθέσεις της SVB —ενώ η ομοσπονδιακή εγγύηση κανονικά περιορίζεται στα 250.000 δολάρια– και η ίδρυση ενός νέου μηχανισμού έκτακτης ανάγκης (του Bank Term Funding Program, BTFP) από τη Fed.

Εξειδικευμένη στην –εγγενώς επισφαλή– χρηματοδότηση των νεοφυών επιχειρήσεων, η SVB επωφελήθηκε από τον ενθουσιασμό για τον τομέα της τεχνολογίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19. Επένδυσε την άφθονη ρευστότητα που διέθετε σε μακροπρόθεσμα, χαμηλού κινδύνου ομόλογα (ή χρεόγραφα), κυρίως σε αμερικανικούς κρατικούς τίτλους. Όμως, μετά το 2022, η κατάσταση στον τομέα της τεχνολογίας ανατράπηκε και οι νεοφυείς επιχειρήσεις δυσκολεύονταν να συγκεντρώσουν κεφάλαια. Μια δυσκολία που εξηγείται μεταξύ άλλων από την αναθεώρηση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής της Fed, η οποία είχε για καιρό διατηρήσει τα επιτόκια βάσης της σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Η ρευστότητα στέρεψε σταδιακά ύστερα από έξι διαδοχικές αυξήσεις των επιτοκίων αυτών, που πέρασαν από το 0% στο 4,75% μέσα σε έναν περίπου χρόνο. Οπότε, οι νεοφυείς επιχειρήσεις άντλησαν χρήματα από τις καταθέσεις τους στην SVB.

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτές οι σημαντικές και απρόβλεπτες αναλήψεις, η SVB υποχρεώθηκε να πουλήσει επειγόντως τα ομόλογα που είχε συγκεντρώσει. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: η αξία τους είχε καταρρεύσει λόγω της αύξησης των επιτοκίων. Η αρχή είναι πολύ γνωστή στις ομολογιακές αγορές (όπου ανταλλάσσονται τα χρεόγραφα). Όταν τα επιτόκια αυξάνονται, οι νέοι τίτλοι που εκδίδονται είναι πιο αποδοτικοί από τους παλαιότερους, των οποίων η τιμή μειώνεται μηχανικά κατά τη μεταπώληση στις αγορές. Διαπιστώνοντας τις σημαντικές απώλειες —της τάξης των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων— κατά τη μεταπώληση των τίτλων της SVB, οι πελάτες της έχασαν την εμπιστοσύνη τους και έσπευσαν σωρηδόν να αποσύρουν τις καταθέσεις τους… επισπεύδοντας την πτώχευση της τράπεζάς τους.

Οι αμερικανικές αρχές επέδειξαν περίσσεια απερισκεψία, μειώνοντας την ήδη περιορισμένη εμβέλεια της τραπεζικής επιτήρησης που κληροδοτήθηκε από την οικονομική κρίση του 2008. Το 2018, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να αυξήσει από τα 50 στα 250 δισεκατομμύρια δολάρια το κατώτατο όριο του ισολογισμού βάσει του οποίου μια τράπεζα τίθεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Η SVB βρισκόταν κάτω από αυτό το όριο, συνεπώς είχε χαθεί από το ραντάρ των αρχών…

Η κατάρρευση του συγκεκριμένου ιδρύματος υπογραμμίζει όμως και την ευθύνη των κεντρικών τραπεζιτών (3). Μετά την επιστροφή του πληθωρισμού, κατά τη διάρκεια του 2021, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δίλημμα. Αφού επί πολύ καιρό μείωναν τα επιτόκια έτσι ώστε να επανεκκινηθεί η οικονομική δραστηριότητα ύστερα από την κρίση των δανείων υψηλού κινδύνου του 2008 και της Covid-19, τα ανέβασαν και πάλι προκειμένου να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό. Λάθος διάγνωση, δηλαδή. Διότι οι κύριες αιτίες του πρόσφατου πληθωρισμού δεν είναι νομισματικές αλλά δομικές. Απορρέουν από την αναδιάρθρωση των αλυσίδων αξίας, την άνοδο της τιμής της ενέργειας και τη γεωπολιτική κατάσταση. Επιπλέον, αυξάνοντας τα επιτόκια βάσης, οι νομισματικές αρχές διέπραξαν το ίδιο λάθος που είχαν κάνει κατά την οικονομική κρίση του 2008: υποτίμησαν τον αντίκτυπο της νομισματικής πολιτικής στη σταθερότητα του τραπεζικού και του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Παρόλα αυτά, ουδείς αγνοούσε πως η αύξηση των επιτοκίων θα προξενούσε σημαντικές δυσκολίες σε παράγοντες με πολύ μεγαλύτερη πολιτική ισχύ από τους ψηφοφόρους: τους επενδυτές, με πορτοφόλια «φουσκωμένα» μετά από χρόνια εύκολου χρήματος. Μια ξαφνική αύξηση των επιτοκίων απειλούσε να τους στερήσει τη ρευστότητα από την οποία πλέον έχουν καταλήξει να εξαρτώνται (4). Πριν από τον Μάρτιο του 2023, η Fed ακόμη εκτιμούσε πως ο πληθωρισμός αποτελούσε τον πιο απειλητικό σκόπελο. Η πτώχευση της SVB ίσως την κάνει να επανεξετάσει τις επιλογές της. Και οι επιλογές της είναι δύο: είτε να συνεχίσει στην οδό της περιοριστικής πολιτικής, παρά τον αυξημένο κίνδυνο αστάθειας, είτε να προχωρήσει σε μια «παύση», έως και σε μείωση των επιτοκίων, ώστε να μην δυσχεράνει τη θέση ακόμη περισσότερων παικτών στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Όλα δείχνουν ότι τα σύννεφα που σκιάζουν τον ορίζοντα για τις τράπεζες θα την οδηγήσουν στη δεύτερη εναλλακτική λύση.

Εξάλλου, η Fed έχει ήδη διακόψει τη μείωση του ισολογισμού της, απαραίτητη συνιστώσα για το σφίξιμο της νομισματικής πολιτικής, την οποία είχε δρομολογήσει εκχωρώντας τίτλους που είχε αρχικά αποκτήσει για να διασφαλίσει τη σταθερότητα των χρηματαγορών. Σε συντονισμό με την αρμόδια ομοσπονδιακή υπηρεσία για την εγγύηση των καταθέσεων και με το υπουργείο Οικονομικών, άνοιξε και πάλι τη στρόφιγγα της ρευστότητας προκειμένου να προστρέξει τις τράπεζες που έχουν πληγεί από την πτώση της SVB.

Αποτέλεσμα: από την Πέμπτη 9 Μαρτίου έως την Παρασκευή 15 Μαρτίου, η Fed δάνεισε 164,8 δισεκατομμύρια δολάρια, περισσότερα δηλαδή από το ποσό-ρεκόρ του τέλους Σεπτεμβρίου 2008 (111 δισεκατομμύρια). Μέσα σε τέσσερις ημέρες, το νέο BTFP είχε ήδη αποκτήσει αξία 11,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σύμφωνα με την τράπεζα JPMorgan, το ύψος των διαθέσιμων ρευστών που δόθηκαν με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να ανέλθει στα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια (5). Στις 15 Μαρτίου, τα έκτακτα δάνεια είχαν ήδη εξανεμίσει το ήμισυ της μείωσης του ισολογισμού της Fed. Την Κυριακή 19 Μαρτίου, ανησυχώντας, όπως όλα δείχνουν, για τη μετάδοση των αναλήψεων σε δολάρια, η Fed επαναφέρει ένα σύστημα που είχε χρησιμοποιηθεί κατά τις κρίσεις του 2008 και της Covid-19: τις γραμμές swap (ανταλλαγής νομισμάτων), ένα εργαλείο που επιτρέπει στις άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες να εφοδιάζουν με δολάρια τα ιδρύματα που θα τα ζητήσουν.

Για μία ακόμη φορά, οι αρχές αποφασίζουν να στηρίξουν, «όσο και αν στοιχίσει», τους επενδυτές. Πράττοντας έτσι, τροφοδοτούν μία από τις απειλές που αιωρούνται ήδη επί μακρόν επάνω από την παγκόσμια οικονομία: τον κίνδυνο να σκάσουν οι κερδοσκοπικές φούσκες, διογκωμένες από τις ενέσεις ρευστότητας που χορήγησαν οι κεντρικές τράπεζες στο πλαίσιο των λεγόμενων «μη συμβατικών» πολιτικών μετά το 2015.

Όλα αυτά με τίμημα ολοένα πιο άβολες πολιτικές και ιδεολογικές ακροβασίες. Όλο και συχνότερα, και με σκοπό να εξασφαλιστεί για λίγο περισσότερο χρόνο η επιβίωση ενός μη βιώσιμου συστήματος, οι πολιτικές και οι νομισματικές αρχές αναγκάζονται να βρουν τις λύσεις στις επαναλαμβανόμενες κρίσεις του συστήματος μέσα από μια εργαλειοθήκη που απεχθάνονται: εκείνη των δημόσιων κεφαλαίων. Και με αυτόν τον τρόπο, να περιφρονήσουν όλες τις αρχές που είχαν υπερασπιστεί ως εχέγγυα της «βέλτιστης» λειτουργίας της οικονομίας.

Ύστερα από την κρίση των subprimes, οι «μη συμβατικές» πολιτικές που εφάρμοσαν οι κεντρικές τράπεζες οδήγησαν στον κατακλυσμό της αγοράς και του χρηματοπιστωτικού τομέα από ρευστό χρήμα: μια πρακτική που ωστόσο απαγορεύεται από την ορθόδοξη οικονομική θεωρία. Έτσι, από το 2021, επιδιώκοντας να διασφαλίσει τη συνοχή μιας Ευρωζώνης απειλούμενης από την κρίση του κρατικού χρέους της περιόδου 2010-2011 και κατόπιν από την κρίση της Covid, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), χωρίς ποτέ να το αναλάβει θεσμικά, διαχειρίζεται τα επιτόκια των κρατικών χρεών της Ευρώπης. Και εκ των πραγμάτων θέτει υπό αμφισβήτηση το δόγμα της «ουδετερότητας της αγοράς».

Μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία

Σε αυτό το πεδίο, η κρίση της SVB συνοδεύεται από καινοτομίες. Προκειμένου να επωφεληθούν από τις χρηματοδοτήσεις με προνομιακούς όρους που θεσπίστηκαν από τη Fed, οι οικονομικοί παίκτες οφείλουν συνήθως να παράσχουν ως εγγύηση τίτλους που θεωρούνται υψηλής ποιότητας (χαμηλού κινδύνου), όπως είναι τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα ή οι τίτλοι χρέους μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι αυτό που αποκαλείται «ενέχυρο». Οι συμμετέχοντες λαμβάνουν ρευστότητα ύψους αντίστοιχου της αγοραίας αξίας των ενεχυριασμένων τίτλων. Πλέον όμως, στο πλαίσιο του νέου συστήματος επείγουσας χρηματοδότησης, ο κανόνας άλλαξε. Αυτή τη φορά η Fed δέχεται τους ενεχυριασμένους τίτλους με την αρχική (ή ονομαστική) αξία τους, κάτι διαμετρικά αντίθετο στην ορθοδοξία των κεντρικών τραπεζιτών. Η αξία των τίτλων έχει γίνει πολιτική. Και όλα αυτά θυμίζουν λιγότερο μια οικονομία της ελεύθερης αγοράς και περισσότερο μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία. Ωστόσο, η προκληθείσα από την αύξηση των επιτοκίων υποτίμηση των ομολογιακών τίτλων, που είναι γενεσιουργός αιτία της πτώχευσης της SVB, έπρεπε να καταστεί ανώδυνη μέσω της δημιουργίας χρήματος εκ του μηδενός. Και η υποτίμηση αυτή απειλεί πολλούς άλλους απερίσκεπτους οικονομικούς παράγοντες που δεν προετοιμάστηκαν επαρκώς για το σφίξιμο της νομισματικής πολιτικής.

Σημάδι της νευρικότητας του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος, η αμερικανική τραπεζική κρίση γρήγορα μεταφράστηκε σε χρηματιστηριακό πανικό που έπληξε τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Οι ανησυχίες αρχικά αφορούσαν την Crédit Suisse, ήδη αντιμέτωπη με δυσκολίες, η οποία συγκαταλέγεται στην κατηγορία των συστημικών τραπεζών, των επονομαζόμενων «too big to fail» (πάρα πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν), στενά διασυνδεδεμένων με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Παρόλα αυτά, στις 16 Μαρτίου η ΕΚΤ επιβεβαίωνε ότι θα διατηρούσε την προβλεπόμενη για εκείνη την ημέρα αύξηση των επιτοκίων της, ενώ ταυτόχρονα μοιραζόταν την αβεβαιότητά της για τη συνέχεια: «Δεν είναι δυνατό σε αυτό το στάδιο να προσδιοριστεί ποιον δρόμο θα πρέπει να ακολουθήσουμε», εξήγησε η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ (6). Μια πιρουέτα που δεν καταφέρνει να αποκρύψει τις ολοένα πιο κατάφωρες αποκλίσεις απόψεων, τόσο στους κόλπους της ΕΚΤ όσο και της Fed: από τη μία πλευρά τα «γεράκια», με αποκλειστική έγνοια τους την καταπολέμηση του πληθωρισμού και, από την άλλη, εκείνοι που ανησυχούν για τις συνέπειες της αύξησης των επιτοκίων στη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Αυτές οι αποκλίσεις αντικατοπτρίζουν τη σύγκρουση των στόχων της ΕΚΤ, μεταξύ νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η επιλογή να συνεχιστεί η αύξηση των επιτοκίων δεν είναι καθόλου καλός οιωνός για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Από την κρίση του 2008 και έπειτα, οι αμερικανικές και οι ευρωπαϊκές νομισματικές αρχές μοιάζουν να συμμετέχουν σε μια απερίσκεπτη κούρσα, την οποία μόλις επιτάχυνε η πτώχευση της SVB: κάνουν συνεχώς ένα βήμα πιο πέρα για την αντιμετώπιση των ζημιών που προκλήθηκαν από την αμέλεια των παικτών του χρηματοπιστωτικού τομέα και τη χωρίς αντισταθμίσματα εγγύηση των ρίσκων που πήραν. Ακόμα και εάν αυτό σημαίνει ότι απομακρύνονται από την ορθοδοξία της αγοράς που πολύ συχνά υπόσχονται να υπερασπιστούν. Ένα παράδοξο το οποίο δεν διέφυγε από τον Αμερικανό διαχειριστή αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου Κένεθ Γκρίφιν: «Οι ΗΠΑ υποτίθεται πως είναι μια καπιταλιστική οικονομία, αλλά να που τα πάντα καταρρέουν μπροστά στα μάτια μας» (7). Η διαπίστωση θα μπορούσε να ισχύσει και για την Ευρώπη.

Renaud Lambert

Δημοσιογράφος, Le Monde diplomatique

Frédéric Lemaire

Οικονομολόγος, διδάκτωρ του Κέντρου Οικονομικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Paris-Nord (CEPN), μέλος του επιστημονικού συμβουλίου της Attac (Ένωση για τη Φορολόγηση των Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών και τη Δράση των Πολιτών)

Dominique Plihon

Ομότιμος καθηγητής οικονομίας (Πανεπιστήμιο της Σορβόννης Paris Nord), μέλος του επιστημονικού συμβουλίου της Attac (Ένωση για τη Φορολόγηση των Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών και για τη Δράση των Πολιτών)
μετάφραση: Γιάννης Κυπαρισσιάδης

(1Tabby Kinder και Antoine Gara, «“It is not cutthroat like Goldman Sachs”: SVB’s culture in focus», «Financial Times», Λονδίνο, 16 Μαρτίου 2023.

(2Brian Quarmby, «US Fed faces internal probe over Silicon Valley Bank failure», 14 Μαρτίου 2023, https://cointelegraph.com.

(3Jean-Marie Harribey, Esther Jeffers, Pierre Khalfa, Dominique Plihon και Nicolas Thirion, Les Banques centrales, apprentis sorciers à la manœuvre, Éditions du Croquant, συλλ. «Les partis pris de la Fondation Copernic», Βιλέν-συρ-Σεν, 2023.

(4Βλ. Frédéric Lemaire, «Μήπως πρέπει να φοβόμαστε τον πληθωρισμό;», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», Μάρτιος 2022, https://monde-diplomatique.gr.

(5«Les banques américaines ont emprunté 165 milliards de dollars à la Fed en une semaine», «Les Échos», Παρίσι, 17 Μαρτίου 2023.

(6«François Villeroy de Galhau écarte le spectre d’une crise financière en Europe», 17 Μαρτίου 2023, https://www.latribune.fr.

(7Harriet Agnew, Laurence Fletcher και Patrick Jenkins, «US capitalism is “breaking down before our eyes”, says Ken Griffin», «Financial Times», 13 Μαρτίου 2023.

Χάρτης-σοκ, ποιες περιοχές της Ελλάδας συρρικνώνονται πληθυσμιακά πιο γρήγορα από άλλες!

Το μείζον θέμα του δημογραφικού απασχολεί δεκαετίες τώρα την Ελλάδα. Ωστόσο, ένας χάρτης αποτυπώνει με σοκαριστικά ανάγλυφο τρόπο την ερήμωση της ελληνικής επαρχίας.

Ο Τσάβι Ρουίθ, μάνατζερ επικοινωνίας του European Jewish Congress, δημοσίευσε έναν συγκλονιστικό χάρτη της Ελλάδας που δείχνει τα αποτελέσματα της πληθυσμιακής γήρανσης.

«Ο ελληνικός πληθυσμός συρρικνώνεται, αλλά ορισμένες περιοχές συρρικνώνονται ταχύτερα από άλλες. Ο χάρτης δείχνει την πληθυσμιακή αλλαγή στην Ελλάδα ανά επαρχία (2011-2021)», γράφει.

Σύμφωνα με τον χάρτη, οι περιοχές που είναι με βαθύ κόκκινο εμφανίζουν πιο γοργούς ρυθμούς πληθυσμιακής συρρίκνωσης.

Στην πρώτη θέση είναι ο νομός Γρεβενών με μείωση 16,1%, ακολουθεί ο νομός Δράμας με -14,3% και ο νομός Ευρυτανίας με -13%.

Σημαντική μείωση παρουσιάζουν και οι νομοί Φθιώτιδας (-12,9%) Πέλλας και Κιλκίς (-12,2%) καθώς και Αρκαδίας (-10,5%).

Από όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ελλάδας αύξηση στον πληθυσμό τους παρουσιάζουν μόλις δύο νομοί: Δωδεκανήσων με αύξηση 7,4% και Λασιθίου με +0,7%.

21 Απρ 2023

Κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις: η μεγάλη απάτη

 Κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις: η μεγάλη απάτη - Militaire.gr

Είναι μια ιδέα που κάθε τόσο επανέρχεται: να εκπαιδεύσουμε τον λύκο για να παριστάνει το τσοπανόσκυλο. Παρά τη συστηματική αποτυχία τέτοιων προσπαθειών, η ελπίδα ξαναγεννιέται, κάθε φορά συνοδευόμενη από νέες, αποτελεσματικότερες μεθόδους. Κάπως έτσι προέκυψε η ιδέα της δημιουργίας «επιχειρήσεων με αποστολή», οι οποίες υποτίθεται ότι θα κατευνάσουν τους ανταγωνισμούς στους χώρους εργασίας και θα εξασφαλίσουν την καλή επικοινωνία των μετόχων, των διευθυνόντων και των μισθωτών σε συνθήκες κοινωνικής ειρήνης.

«Μόλις γκρεμίσατε το άγαλμα του Μίλτον Φρίντμαν!», δήλωνε γεμάτος υπερηφάνεια ο Εμμανουέλ Φαμπέρ στις 26 Ιουνίου 2020. Στη γενική συνέλευση της Danone (1), οι μέτοχοι ψήφισαν με πλειοψηφία που υπερέβαινε το 99% την υιοθέτηση της ιδιότητας «επιχείρηση με αποστολή». Αυτό το νομικό καθεστώς ιδρύθηκε από τον νόμο Pacte (2) («Σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη και τον μετασχηματισμό των επιχειρήσεων») του 2019. Μια πρωτιά για γαλλική εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο και μια ειρωνική αναφορά στον Αμερικανό οικονομολόγο που αγαπούν οι Γάλλοι εργοδότες. Στο εξής, ο «προορισμός» του γίγαντα του κλάδου των τροφίμων θεωρητικά δεν είναι μόνο η επίτευξη κερδών: υπάρχει και ένας ευγενέστερος σκοπός, «η βελτίωση της υγείας», καθώς και «η προστασία του πλανήτη και η ανανέωση των φυσικών πόρων». Ο Φαμπέρ, «ανθρωπιστής και εντελώς ασυνήθιστος επιχειρηματίας», όπως αρέσκεται να τον περιγράφει ο οικονομικός Τύπος, δεν αρκείται να ατενίζει κάθε μέρα στο γραφείο του τη φωτογραφία ενός άστεγου τραβηγμένη από τον Λη Τζέφρις: παραιτήθηκε επίσης από την ειδική εταιρική σύνταξη («retraite chapeau») ύψους 1,2 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως.

Έτσι, σύμφωνα με τον Φαμπέρ, η Danone ετοιμαζόταν να «επανεφεύρει ένα μοντέλο ζωντανής επιχείρησης, μια οικονομία που υπηρετεί τον άνθρωπο» (3) όταν, ξαφνικά, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο όμιλος ανακοίνωσε την κατάργηση 2.000 θέσεων εργασίας, εκ των οποίων οι 500 στη Γαλλία –το μεγαλύτερο πρόγραμμα μαζικών απολύσεων στην ιστορία του. Κι όμως, η κερδοφορία του είναι σημαντική, ενώ η πανδημία ελάχιστα επηρέασε τον κύκλο εργασιών του. Ωστόσο, η χρηματιστηριακή τιμή τoυ κατρακύλησε. Και η Danone είναι λιγότερο κερδοφόρα από τους ανταγωνιστές της, τη Nestlé και την Unilever. «Είναι οδυνηρό», αλλά «η προστασία της οικονομικής αποδοτικότητας και των κερδών έχει θεμελιώδη ρόλο για μια επιχείρηση», δήλωνε ο Φαμπέρ στον ραδιοφωνικό σταθμό France Inter στις 24 Νοεμβρίου 2020. Τέσσερις μήνες αργότερα, είδε την πόρτα της εξόδου από την εταιρεία.

Αλλά και ο Λάρρυ Φινκ, το αφεντικό της BlackRock (4), στις επιστολές που απευθύνει κάθε χρόνο στις επιχειρήσεις στις οποίες είναι μέτοχος, τους ζητάει να αποκτήσουν έναν «προορισμό» και, γενικότερα, να «εργαστούν για το κοινό καλό». Το 2021, ο διευθυντής του μεγαλύτερου διαχειριστή κεφαλαίων παγκοσμίως επέμεινε κυρίως στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστρωσης σχεδίων για να οδηγηθούμε στο «ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα». Κάτι που δεν τον εμπόδισε να διατηρήσει επενδύσεις ύψους 85 δισ. δολαρίων στον κλάδο του άνθρακα. Καμία σημασία δεν έχει το γεγονός ότι η BlackRock καταψήφισε το 90% των αποφάσεων των εταιρικών γενικών συνελεύσεων που απαιτούσαν την ανάληψη δράσης υπέρ του κλίματος: οι «New York Times» βλέπουν σε αυτά τα ευχολόγια του Φινκ «μια αποφασιστική στιγμή για την Γουόλ Στριτ, από εκείνες που εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την ίδια την φύση του καπιταλισμού» (5).

Όσο για τις πολυσχολιασμένες «αρχές εταιρικής διακυβέρνησης» της ισχυρής Business Roundtable του 2019, δεν συνοδεύτηκαν από πρακτικά αποτελέσματα. Αυτό το λόμπι Αμερικανών μεγαλοεπιχειρηματιών, στο οποίο εκπροσωπούνται μεταξύ άλλων η Apple, η Boeing, η JP Morgan Chase και η Amazon, είχε εντυπωσιάσει δηλώνοντας για πρώτη φορά ότι οι επιχειρήσεις δεν οφείλουν να υπηρετούν μονάχα τους μετόχους τους, αλλά «όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη». Μια αλλαγή ύφους που δεν εμπόδισε τους υπογράφοντες να καταγράψουν ποσοστά παραβιάσεων της περιβαλλοντικής και της εργατικής/ασφαλιστικής νομοθεσίας υψηλότερα από εκείνα που κατέγραψαν ομόλογες επιχειρήσεις που δεν προσυπέγραψαν το κείμενο αρχών (6). Διότι, αντίθετα απ’ όσα υποστηρίζει το επίσημο ευρωπαϊκό δόγμα περί «ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος» που εξασφαλίζουν οι καλές «κοινωνικές επιδόσεις», η δεοντολογία και η κερδοφορία είναι συχνά ανταγωνιστικές. Πράγματι, μια έρευνα της Ecole des Hautes Etudes Commerciales (7) δείχνει ότι «οι κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις έχουν διπλάσιες πιθανότητες να αποτελέσουν στόχο επιθετικής εξαγοράς από τα κερδοσκοπικά κεφάλαια» (8), καθώς πιστεύεται ότι τέτοιες εταιρείες δεν μεγιστοποιούν όσο θα μπορούσαν τα κέρδη των μετόχων.

«Δημιουργία ενός αποδεκτού φιλελευθερισμού»

«Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) απόκτησε επαγγελματικό χαρακτήρα και εργαλειοποιήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό», μας εξηγεί ο οικονομολόγος Τομά Λαμάρς. Ο στόχος: να γίνει αποδεκτή μια ολοένα και περισσότερο αμφισβητούμενη καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, παριστάνοντας ότι αποκηρύσσει τις υπερβολές της χρηματιστηριοποίησης και της βραχυπρόθεσμης στόχευσης, χωρίς ωστόσο να ενδίδει σε συγκεκριμένα αιτήματα για νομοθετική ρύθμιση, για έλεγχο των κεφαλαίων ή για φορολόγηση. Ο Ζαν-Ντομινίκ Σενάρ, ένας από τους συντάκτες της έκθεσης που ενέπνευσε τον νόμο Pacte, το έλεγε ξεκάθαρα στην οικονομική εφημερίδα «Les Echos» (9): «Η “λαμπρή μεταπολεμική τριακονταετία ” έχει περάσει προ πολλού και το κράτος πρόνοιας εξαφανίζεται. Υπάρχει σήμερα μια πραγματική ανάγκη να δημιουργηθεί ένα φιλελευθερισμός αποδεκτός από όλους. (…) Διότι, εάν δεν ακολουθήσουμε τον δρόμο ενός μη επιθετικού και αλληλέγγυου καπιταλισμού, θα βρεθούμε μπροστά σε τεράστια προβλήματα». Αυτά δήλωνε ο τότε επικεφαλής της Michelin, μερικούς μήνες πριν ξεσπάσει το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων. Δύο χρόνια και μία πανδημία αργότερα, ο Σενάρ, που πλέον διευθύνει τη Renault, ανήγγειλε την κατάργηση 4.600 θέσεων εργασίας στη Γαλλία και περισσότερων από 10.000 στο εξωτερικό, παρότι η συγκεκριμένη αυτοκινητοβιομηχανία έλαβε δάνεια εγγυημένα από το κράτος, ύψους 5 δισ. ευρώ.

Έτσι, οι νέες διατάξεις για την ευθύνη των επιχειρήσεων προκύπτουν από έναν νόμο που προβλέπει την ιδιωτικοποίηση πολλών δημόσιων επιχειρήσεων. Τα Αεροδρόμια του Παρισιού είναι προορισμένα να περάσουν σε χέρια ιδιωτών; Είναι κάτι τέτοιο τόσο προβληματικό από τη στιγμή που ο όμιλος απέκτησε έναν νέο «προορισμό», δηλαδή «να υποδέχεται τους επιβάτες, να εκμεταλλεύεται και να σχεδιάζει τα αεροδρόμια κατά τρόπο υπεύθυνο, ανά τον κόσμο»; Η συνταγή είναι παλιά. Το 2006, ο Ντέιβιντ Κάμερον, εκείνη την εποχή ηγέτης του βρετανικού Συντηρητικού Κόμματος και μελλοντικός πρωθυπουργός, είχε προδώσει το μυστικό μιλώντας στους επιχειρηματίες. Όσοι «εξακολουθούν να θεωρούν την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων ένα είδος σοσιαλισμού διά της πλαγίας οδού» ας ηρεμήσουν: «Όσο περισσότερο οι επιχειρήσεις υιοθετούν εκούσια τις κοινωνικά υπεύθυνες πρακτικές (…) τόσο περισσότερο γίνεται αξιόπιστη η έκκληση για ελάφρυνση των ελέγχων και του ρυθμιστικού πλαισίου» (10).

Κατά τον ίδιο τρόπο, η τάση για απορρύθμιση που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση συνοδεύεται από εκκλήσεις των Βρυξελλών για «να ξεπεραστούν οι νομικές υποχρεώσεις» των επιχειρήσεων μέσω «εκούσιων εγχειρημάτων κοινωνικής ευθύνης» (11). Κάπως δηλαδή σαν τον όμιλο των γαλλικών ταχυδρομείων La Poste, που άνοιξαν το κεφάλαιό τους σε ιδιώτες, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συστάσεις. Το 2020 βαθμολογήθηκαν με 75 στα 100 (την υψηλότερη βαθμολογία που έχει ποτέ απονείμει ο οίκος εξωοικονομικής αξιολόγησης Vigeo Eiris) ως αναγνώριση, μεταξύ άλλων, του μεγέθους του στόλου των ηλεκτρικών οχημάτων της και του υψηλού ποσοστού απασχόλησης ατόμων με ειδικές ανάγκες (7%). Οι πενήντα περίπου αυτοκτονίες εργαζόμενων που καταγράφηκαν μέσα σε δύο χρόνια, εξαιτίας της βίαιης αναδιοργάνωσης των εργασιακών πρακτικών, δεν φαίνεται να μέτρησαν…

Όσο ανώδυνες κι αν φαίνονται αυτές οι ανθρωπιστικές δηλώσεις για τον ρόλο των επιχειρήσεων μέσα στην κοινωνία, δεν θα μπορούσαμε να τις θεωρήσουμε απλές εκστρατείες μάρκετινγκ. Η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν υπήρξαν ποτέ ομόφωνα αποδεκτές, ούτε μεταξύ των καπιταλιστών ούτε και μεταξύ των αντινεοφιλελεύθερων ακτιβιστών. Οι θεωρητικός και στρατηγικός διάλογος γύρω από τους σκοπούς της δραστηριότητας των επιχειρήσεων ξεκίνησε στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950, τη στιγμή όπου πολλαπλασιάζονταν οι σύγχρονες μετοχικές εταιρείες, οι οποίες έχουν την ιδιαιτερότητα ότι δεν διευθύνονται πλέον από εργοδότες-ιδιοκτήτες Για μια ιστορία του διαλόγου γύρω από το «ηθικό μάνατζμεντ», βλ. (12). Καθώς οι μισθωτοί μάνατζερ που τους αντικατέστησαν δεν έχουν πλέον το κίνητρο να αυξάνουν την αξία της επιχείρησης ώστε να την κληρονομήσουν στους απογόνους τους, στο όνομα ποιου πράγματος ασκούν πλέον την εξουσία τους; Ο οικονομολόγος Χάουαρντ Μπόουεν πρόσφερε την απάντηση (13), εισάγοντας την έννοια της «κοινωνικής ευθύνης» των επικεφαλής των επιχειρήσεων, οι οποίοι θεωρητικά αντλούν την νομιμοποίησή τους από το γεγονός ότι, καθώς δεν είναι ιδιοκτήτες της επιχείρησης, είναι σε θέση να λάβουν υπόψη «τα συμφέροντα όλων των επηρεαζόμενων μερών», κάτι που οφείλει να εκφράζεται και με πράξεις φιλανθρωπίας.

Ενόσω η άνθηση των κινημάτων αμφισβήτησης τη δεκαετία 1960 υποχρέωνε ακόμα περισσότερο τις επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν ευθύνες, οι νεοφιλελεύθεροι διανοητές ανησυχούσαν: μήπως ήταν επικίνδυνο να αναγνωριστεί με έμμεσο τρόπο ότι οι επιχειρήσεις αποτελούν χώρους εξουσίας χωρίς πλήρη νομιμοποίηση, αφού τους αποδίδουμε και άλλη αποστολή εκτός από την κερδοφορία; Για τον Φρίντμαν, «το δόγμα της “κοινωνικής ευθύνης” προϋποθέτει την αποδοχή της σοσιαλιστικής οπτικής, σύμφωνα με την οποία οι πολιτικοί μηχανισμοί, και όχι οι μηχανισμοί της αγοράς, είναι οι πλέον κατάλληλοι για τον καθορισμό της κατανομής των πόρων» (14). Εάν αποδεχθούμε ότι δικαιούμαστε «να απευθύνουμε σε αυτές τις μορφές ιδιωτικής διακυβέρνησης το ίδιο είδος ερωτημάτων με εκείνα που θέτουμε στα υπόλοιπα είδη διακυβέρνησης», προειδοποιούσε το 1960 μια έκθεση του Ιδρύματος Ροκφέλερ, θα προκύψει αναγκαστικά μια αντίφαση ανάμεσα «στη δημοκρατική παράδοση μιας διακυβέρνησης βασισμένης στην κοινωνική συναίνεση και στις αναπόφευκτα ιεραρχικές και αυταρχικές διαδικασίες του επιχειρηματικού κόσμου» (15). Κι ο Πίτερ Ντρούκερ, ο «πάπας του μάνατζμεντ», υπενθύμιζε μια ιστορική σταθερά: «Όλες οι φωτισμένες δεσποτείες κατέληξαν να πυροδοτήσουν μια επανάσταση» (16).

Προκειμένου να αντικρούσουν αυτές τις προσδοκίες, οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι επινόησαν την δεκαετία του 1970 τις «νέες θεωρίες για την επιχείρηση», που προωθούν ένα συμφιλιωτικό εταιρικό όραμα. Οι ιεραρχίες ανήκουν στο παρελθόν, όπως και οι ευθύνες που απέρρεαν από αυτές: πλέον, υπάρχει μονάχα ένα σύνολο συμβατικών σχέσεων μεταξύ ελεύθερων και ισότιμων παραγόντων. Αυτή η επίθεση επέτρεψε τη μόνιμη αποπολιτικοποίηση των θεωριών για την εταιρική κοινωνική ευθύνη, οι οποίες συνέχισαν να αναπτύσσονται κατά τη δεκαετία του 1980, καθώς και εκείνων που επιστρατεύουν την έννοια των «ενδιαφερόμενων μερών» (stakeholders) (17), τα οποία οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη στον ίδιο βαθμό με τους μετόχους (shareholders).

Ο νόμος Pacte αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο στην ιστορία της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στην Γαλλία: για πρώτη φορά αναθεωρείται στον Αστικό Κώδικα ο ορισμός του κοινωνικού σκοπού της επιχείρησης, η οποία πλέον καλείται να λαμβάνει υπόψη «τα κοινωνικά και τα περιβαλλοντικά διακυβεύματα της δραστηριότητάς της». Πρόκειται για μια πολύ μέτρια πρόοδο: «Βασικό μέλημα της κυβέρνησης ήταν να αποφύγει να αλλάξει τον Ποινικό Κώδικα ώστε να καταστούν ποινικά υπόλογοι οι επικεφαλής των επιχειρήσεων», παρατηρεί ο Ζαν-Φιλίπ Ντενί, ερευνητής στη διοίκηση επιχειρήσεων. Πράγματι, μετά από κάποιες διαμαρτυρίες, η γαλλική εργοδοσία προσαρμόστηκε γρήγορα στον νόμο. Το Κίνημα Επιχειρήσεων της Γαλλίας (Medef, το αντίστοιχο του ελληνικού ΣΕΒ) υιοθέτησε μάλιστα έναν «προορισμό» τον Ιανουάριο του 2019: «Κοινή δράση για την προώθηση μιας υπεύθυνης οικονομικής ανάπτυξης».

Ωστόσο, εμμένοντας στην παράδοση του Φρίντμαν, ένα τμήμα του γαλλικού κεφαλαίου εξακολουθεί να διάκειται εχθρικά απέναντι στη ρητορική της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Ο Ζαν-Σαρλ Σιμόν, φιλελεύθερος επιχειρηματίας και ατυχήσας υποψήφιος για την προεδρία του Medef το 2018, μας εξηγεί ότι κατά τη γνώμη του ο κίνδυνος είναι λιγότερο νομικός και περισσότερο πολιτισμικός: «Το να υποστηρίζουμε ότι ο καπιταλισμός οφείλει να αναπτύξει την υπευθυνότητά του αποτελεί ένα επικίνδυνο παιχνίδι, γιατί συνιστά ομολογία αποτυχίας. Κατά κάποιον τρόπο, όποιος απολογείται, δηλώνει την ενοχή του. Οι επιχειρήσεις αρχίζουν να εμπλέκονται σε έναν φαύλο κύκλο, καθώς ποτέ δεν θα έχουν κάνει αρκετές παραχωρήσεις». Πράγματι, μόλις ο Φαμπέρ ανακοίνωσε τη μείωση της αμοιβής του στην Danone, η Oxfam (18) του ζήτησε επιτακτικά να κάνει ένα επιπλέον βήμα και «να αναλάβει την αταλάντευτη δέσμευση ότι θα εντάξει στους στόχους της επιχείρησής του τη θέσπιση πλαφόν στα κέρδη που διανέμονται στους μετόχους, με τα υπερβάλλοντα κέρδη να κατευθύνονται σε ένα ειδικό ταμείο αφιερωμένο στη μετάβαση της επιχείρησής του σε ένα κοινωνικό και οικολογικό μοντέλο» (19). Όσο κι αν ο Σιμόν συμμερίζεται την επιθυμία των οπαδών της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης «να αποφευχθεί η επανάσταση», θεωρεί ότι «είναι προτιμότερο να αποδεχθούμε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει ένα βάναυσο σύστημα και να αναπτύξουμε παιδαγωγική δράση ώστε να εξηγήσουμε γιατί, παρ’ όλα αυτά, είναι το μοναδικό εφικτό σύστημα».

Πιο απρόσμενη είναι η καταγγελία του για την αντιδημοκρατική φύση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης: «Ο ρόλος της γενικής συνέλευσης μιας επιχείρησης δεν είναι η λήψη αποφάσεων για τη σωτηρία του πλανήτη. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη αποτελεί μια ιδιωτικοποίηση του συλλογικού συμφέροντος. Και, αν θεωρούμε ότι οι επιχειρήσεις ενεργούν με τρόπο νόμιμο πλην όμως ανεύθυνο, εναπόκειται στο κράτος να νομοθετήσει προκειμένου να φορολογήσει ή να απαγορεύσει μια δραστηριότητα που κρίνεται επικίνδυνη ή ρυπογόνα». Παραδόξως, η θέση του συναντά εν μέρει εκείνη του Ρόμπερτ Ράιχ, του Αμερικανού οικονομολόγου και υποστηρικτή του Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος χαρακτηρίζει «απάτη» την εταιρική κοινωνική ευθύνη (20): «Ο μοναδικός τρόπος να καταστούν οι επιχειρήσεις κοινωνικά υπεύθυνες είναι η ψήφιση νόμων που, λόγου χάρη, θα τις υποχρεώνουν να δίνουν σημαντικότερο ρόλο στους εργαζομένους τους κατά τη λήψη των αποφάσεων ή να καταβάλλουν αποζημιώσεις στις κοινότητες που πλήττονται από το κλείσιμο των μονάδων τους, αλλά και θα αυξάνουν τη φορολογία επί των εταιρικών κερδών».

Laura Raim

Δημοσιογράφος
μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος

(1(Σ.τ.Μ) Γαλλικός πολυεθνικός όμιλος με κύρια δραστηριότητα την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων. Έχει παρουσία σε 120 χώρες και κατέχει την 3η θέση στην παγκόσμια αγορά γαλακτοκομικών.

(2(Σ.τ.Μ) Το ακρωνύμιο «Pacte » στη γαλλική γλώσσα σημαίνει «σύμφωνο», «συμφωνία».

(3Λόγος του Φαμπέρ ενώπιον των μετόχων στις 26 Ιουνίου 2020.

(4Βλ. Sylvain Leder, «BlackRock, la finance au chevet des retraités français», Le Monde diplomatique, Ιανουάριος 2020.

(5Andrew Ross Sorkin, «BlackRock’s message: Contribute to society, or risk losing our support», «The New York Times», 15 Ιανουαρίου 2018.

(6Aneesh Raghunandan και Shivaram Rajgopal, «Do socially responsible firms walk the talk?», Social Science Research Network (SSRN), Απρίλιος 2021, https://papers.ssrn.com.

(7(Σ.τ.Μ) Η Ecole des Hautes Etudes Commerciales (HEC) είναι η πλέον φημισμένη γαλλική σχολή διοίκησης επιχειρήσεων.

(8Mark R. DesJardine, Emilio Marti και Rodolphe Durand, «Why activist hedge funds target socially responsible firms: The reaction costs of signaling corporate social responsibility», «Academy of Management Journal», Νέα Υόρκη, 22 Απρίλιος 2020.

(9Muriel Jasor, «Jean-Dominique Senard: “Le sens et le pourquoi nourrissent la motivation”», «Les Échos», Paris, 8 Ιούνιος 2018.

(10Λόγος του Κάμερον ενώπιον της οργάνωσης Business in the Community, 6 Μαΐου 2006.

(11«Πράσινο βιβλίο - Προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλλες, 2001, https://eur-lex.europa.eu.

(12Grégoire Chamayou, La Société ingouvernable. Une généalogie du libéralisme autoritaire, La Fabrique, Paris, 2018.

(13Howard Bowen, Social Responsibilities of the Businessman, Harper, Νέα Υόρκη, 1953.

(14Milton Friedman, «A Friedman doctrine – The social responsibility of business is to increase its profits», «The New York Times», 13 Σεπτεμβρίου 1970.

(15«The power of the democratic idea», έκτη έκθεση του Rockefeller Brothers Fund Special Studies Project, Doubleday, Garden City (Νέα Υόρκη), 1960.

(16Peter F. Drucker, The New Society: The Anatomy of the Industrial Order, Harper, Νέα Υόρκη, 1950.

(17R. Edward Freeman, Strategic Management: A Stakeholder Approach, Pitman, Βοστόνη, 1984.

(18(Σ.τ.Μ.) Συνομοσπονδία ανθρωπιστικών οργανώσεων που μάχονται ενάντια στην πείνα και στις κοινωνικές ανισότητες ανά τον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1942 στην Οξφόρδη για να βοηθήσει την κατεχόμενη Ελλάδα όπου η πείνα προκαλούσε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, στρεφόμενη ενάντια στην επίσημη βρετανική πολιτική, η οποία συνέχιζε τον σκληρό ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας τη στιγμή που οι Γερμανοί κατακτητές άρπαζαν τα ντόπια τρόφιμα.

(19«Lettre ouverte du Mouves et Oxfam à Emmanuel Faber, PDG de Danone», 25 Ιουνίου 2020, http://mouves.impactfrance.eco.

(20Robert Reich, «The sham of corporate social responsibility», 31 Δεκεμβρίου 2019, https://robertreich.org.

Γαλλία: Από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης

 Γαλλία: Από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης -  Militaire.gr

Εδώ και εβδομάδες, η Γαλλία συγκλονίζεται από άκρη σε άκρη από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις που γνώρισε εδώ και δεκαετίες. Με αφορμή την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση οι διαδηλωτές είπαν ταυτόχρονα όχι και σε μια κοινωνία όπου ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, όπου η κερδοσκοπική συσσώρευση υπερισχύει της αλληλεγγύης. Όπως συμβαίνει όταν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα περνάει από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Οι πάντες, ή σχεδόν οι πάντες, λατρεύουν το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης. Ακόμη και ο Εμμανουέλ Μακρόν. Ένα σύστημα όπου «εκείνος που εργάζεται πληρώνει για εκείνον ή εκείνη που βρίσκεται στη σύνταξη», εξηγούσε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2019 στο Ροντές, για να καταλήξει: «αυτή είναι η δύναμή μας». Η πρωθυπουργός Ελιζαμπέτ Μπορν δηλώνει ότι μάχεται για να αποφευχθεί η εξαφάνιση του αναδιανεμητικού συστήματος «προς όφελος του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, που ενσαρκώνει τη βασιλεία του “ο καθένας για τον εαυτό του”» (1). Μόνο ορισμένοι εμμονικοί διακινδυνεύουν ακόμη να υποστηρίξουν ότι κάθε οικονομικά ενεργός πολίτης θα έπρεπε να χρηματοδοτεί το μεγαλύτερο μέρος της σύνταξής του από την αποταμίευση και τα εισοδήματα που αποφέρουν οι τοποθετήσεις της. Όπως ο Νταβίντ Λισνάρ, δήμαρχος του κόμματος της Δεξιάς Les Républicains (LR) στις Κάννες, μία από τις ακριβότερες πόλεις στον κόσμο, όπου το 34% των κατοίκων είναι συνταξιούχοι, σύμφωνα με το γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών (Insee). Ή ο Φιλίπ Ζουβέν, βουλευτής του ίδιου κόμματος (LR), ο οποίος το 2021 αποκόμισε καθαρά εισοδήματα 209.455 ευρώ από τις διάφορες δημόσιες θέσεις του και από τη δραστηριότητά του ως ιατρός (2). Ή, ακόμη, ορισμένες δεξαμενές σκέψης αμετακίνητες από τις απόψεις τους, όπως το Ίδρυμα για την Έρευνα στη Δημόσια Διοίκηση και στις Δημόσιες Πολιτικές (Ifrap) της Ανιές Βερντιέ-Μολινιέ ή τα Ινστιτούτα Μολινάρι και Σάπιενς, καθώς και τα φερέφωνά τους στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, δηλαδή η εφημερίδα «L’Opinion» και ο Ντομινίκ Σε στον δημόσιο ραδιοφωνικό σταθμό France Inter ή στην οικονομική εφημερίδα «Les Echos».

Με εξαίρεση τις λιγοστές αυτές φωνές, το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης υποτίθεται ότι δεν έχει εχθρούς. Και όμως, όπως διαπίστωνε πρόσφατα η εφημερίδα «Le Monde», «υποχωρεί λίγο-λίγο» (3). Ενώ το 2011 9,7 εκατομμύρια Γάλλοι πλήρωναν εισφορές σε κάποιο κεφαλαιοποιητικό επικουρικό ταμείο σε επίπεδο επιχείρησης ή σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, δέκα χρόνια αργότερα το έκαναν 15,3 εκατομμύρια. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας αυτής, το συνολικό ύψος των ασφαλιστικών εισφορών αυτής της κατηγορίας σχεδόν διπλασιάστηκε, αγγίζοντας πλέον τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Στο εξής, μολονότι οι σχετικές καταβολές συντάξεων για το 2021 δεν αντιστοιχούσαν παρά στο 2,3% των συνολικών συνταξιοδοτικών καταβολών, το ποσοστό αυτό διαρκώς αυξάνεται και μεσοπρόθεσμα αναμένεται να σημειώσει κατακόρυφη άνοδο. Εξάλλου, οι ασφαλιστικές εταιρείες το περιμένουν: εδώ και δέκα χρόνια, το ύψος των προβλέψεών τους για τις μελλοντικές επικουρικές συντάξεις –δηλαδή τα αποθέματα που συσσωρεύουν για τη μελλοντική καταβολή τους– αυξήθηκαν κατά 70%, υπερβαίνοντας τα 250 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι δηλαδή κατά πολύ υψηλότερα των αποθεμάτων που επιβάλλει η νομοθεσία για τα ταμεία υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης (κυρίως για την Agirc-Arrco), τα οποία κυμαίνονται λίγο κάτω από τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ (4).

Τι ονειρεύονται οι σοσιαλδημοκράτες;

Πώς να εξηγηθεί μια τόσο σοβαρή εξέλιξη για μια κοινωνία που δεν είχε ζητήσει τίποτε ανάλογο; Πώς το σχέδιο αυτό σημείωσε τέτοια πρόοδο μέσα σε μια δεκαετία, τη στιγμή που ούτε η μεταρρύθμιση της σύνταξης γήρατος του Νικολά Σαρκοζί, το 2010, ούτε εκείνη του Φρανσουά Ολάντ, το 2013, δεν προέβλεπαν την επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα και στις συντάξεις;

Τη δεκαετία του 1980, όταν αναδύεται ο φόβος για ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων, ανοίγει μια συζήτηση για την προσφυγή στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης «με την υποστήριξη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ιδιαίτερα του ασφαλιστικού τομέα, ο οποίος βλέπει μια νέα αγορά στις συντάξεις» (5), όπως θα εξηγήσει ο Μισέλ Λαρόκ, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων. Το χρηματιστηριακό κραχ του 1987 ανακόπτει προσωρινά τον μεταρρυθμιστικό οίστρο. Τα επόμενα χρόνια όμως, οι εκθέσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας ή το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακινούν και επιβάλλουν ως θεμιτή μια θεώρηση του ασφαλιστικού συστήματος βασισμένη σε τρεις πυλώνες –τον αναδιανεμητικό πυλώνα, τον κεφαλαιοποιητικό πυλώνα και τον πυλώνα της ιδιωτικής αποταμίευσης. Έτσι, οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί ενθαρρύνουν τις κινήσεις διείσδυσης του χρηματοπιστωτικού τομέα στον κλάδο των συντάξεων, εκεί όπου κυριαρχούσε η φορολόγηση και οι κοινωνικές εισφορές (6). Το 1991, στο βιβλίο τους L’Heure des choix, ο Ολάντ και ο σοσιαλιστής σύντροφός του Πιερ Μοσκοβισί μπορούν να εμφανίσουν την προσφυγή στα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία ως ένα «όνειρο τόσο καπιταλιστικό όσο και σοσιαλδημοκρατικό, που κάνει το γαλλικό μοντέλο να ξεθωριάζει, καθώς οι επιχειρήσεις μας πολύ συχνά συνδυάζουν υψηλά επίπεδα χρέους με απαγορευτικά επιτόκια και ανεπαρκή ίδια κεφάλαια, χωρίς αποφασιστική σύνδεση των εργαζομένων με την πορεία της επιχείρησης».

Ήταν η εποχή της διαπαιδαγώγησης: η εποχή της αποπολιτικοποίησης, όπου η αυτοκρατορία των ειδικών συνέτριβε τις δημοκρατικές επιλογές. Αλλά και η εποχή του παράφορου έρωτα των μέσων ενημέρωσης για τα ξένα μοντέλα, των οποίων η δήθεν ανωτερότητα έκανε το γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης να μοιάζει αρχαϊκό. Το ολλανδικό μοντέλο. Το μοντέλο του Ηνωμένου Βασιλείου και του Τόνι Μπλερ, όπου τα συνταξιοδοτικά ταμεία κατέχουν στοιχεία ενεργητικού εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα σχετικά δημοσιεύματα πολλαπλασιάζονταν –από πανεπιστήμια, ιδρύματα ή εργοδοτικές οργανώσεις, όπως οι δημοσιεύσεις του France Pensions, μιας ένωσης όπου συμμετέχουν μια σειρά επιχειρηματίες, με πρόεδρο τον Ρεϊμόν Σουμπί, μετέπειτα σύμβουλο κοινωνικών υποθέσεων του Σαρκοζί– και προωθούσαν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα στις διάφορες εκδοχές του.

Ενώ το 1980 μια έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού (7) κατήγγελλε το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ως «κοινωνική οπισθοδρόμηση που στηριζόταν σε οικονομικές ψευδαισθήσεις» (8), το 1999 ο ίδιος ο επικεφαλής της Ζαν-Μισέλ Σαρπέν το υποστήριζε στην εισήγησή του «Το μέλλον των συντάξεών μας», η οποία συντάχθηκε κατόπιν αιτήματος του τότε πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν και στηριζόταν σε συγκρίσεις με το αμερικανικό, το καναδικό και το βρετανικό μοντέλο: «Η τεχνική της συλλογικής κεφαλαιοποίησης», συνόψιζε ο Σαρπέν, «θα μπορούσε να προσφέρει ένα χρήσιμο στήριγμα στη διαχείριση του αναδιανεμητικού γαλλικού ασφαλιστικού συστήματος». Την προηγούμενη χρονιά, ο Ολιβιέ Νταβάν, πρώην τραπεζίτης στη Goldman Sachs, σε σημείωμά του προς το Συμβούλιο Οικονομικής Ανάλυσης (CAE), είχε από την πλευρά του χρησιμοποιήσει το επιχείρημα της τότε εκτόξευσης των χρηματιστηριακών αξιών για να ασκήσει κριτική στις μέτριες αποδόσεις του αναδιανεμητικού συστήματος.

Στην πράξη, ωστόσο, παρά την κινητοποίηση των ελίτ, η υπόθεση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης προχωρά ελάχιστα εκείνη την εποχή. Το κίνημα ενάντια στο σχέδιο Ζιπέ, το 1995, ανέδειξε πολύ καθαρά τους δεσμούς της γαλλικής κοινωνίας με το αναδιανεμητικό σύστημα και την κοινωνική ασφάλιση –όπως και την αποφασιστικότητά της να τα υπερασπιστεί. Όσο για τις ασφαλιστικές εταιρείες, φοβούνταν τον ανταγωνισμό των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων, τα οποία θα έρχονταν να αποσπάσουν σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεων, σε βάρος κυρίως των ασφαλειών ζωής. Κατά τη δεκαετία του 1990, οι ασφαλιστικές εταιρείες έπεισαν τη γαλλική κυβέρνηση να καθυστερήσει την ενσωμάτωση μιας ευρωπαϊκής οδηγίας για το πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων, κάτι που, τελικά, θα συμβεί το 2003. Και μολονότι, τον Ιανουάριο του 2008, η έκθεση της Επιτροπής για την Απελευθέρωση της Ανάπτυξης –με πρόεδρο τον Ζακ Αταλί και εξέχον μέλος τον Εμμανουέλ Μακρόν– πρότεινε την αυτόματη ένταξη στα ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία, η τύχη τους σφραγίστηκε μερικούς μήνες αργότερα από το χρηματοπιστωτικό κραχ, που είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση των σχετικών μοντέλων και των υποστηρικτών τους στη Γαλλία: κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2008, 925.000 ηλικιωμένοι Αμερικανοί αναγκάστηκαν να εργαστούν ξανά μετά την κατάρρευση των συνταξιοδοτικών φορέων τους. 104.000 από αυτούς ήταν πάνω από 75 ετών (9).

Μόνο τα υψηλά εισοδήματα δεν ανησυχούν

Και όμως, για μία ακόμη φορά, το κεφαλαιοποιητικό σύστημα επανακάμπτει. Και εκεί όπου κυριαρχούσε και εκεί όπου μόλις εμφανιζόταν. Σήμερα, σε τέτοιες συνταξιοδοτικές λύσεις καταφεύγουν διπλάσιοι Γάλλοι σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση του 2008. Διότι, στην πραγματικότητα, η ενίσχυση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης οφείλεται στον μακρόχρονο συνδυασμό ελλιπούς χρηματοδότησης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων και θέσπισης κεφαλαιοποιητικών επικουρικών καθεστώτων ασφάλισης. Δηλαδή, με λίγα λόγια, οφείλεται σε έναν μηχανισμό που συνίσταται στην υποβάθμιση εκείνου που λειτουργεί για να επιβληθεί μοιραία εκείνο που κανείς δεν επιθυμούσε. Κατ’ αρχάς, υπάρχει η μείωση του «εργασιακού κόστους». Οι απαλλαγές από τις ασφαλιστικές εισφορές ή οι πολιτικές παγώματος των μισθών, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα, στεγνώνουν τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων. Η κινδυνολογία συντηρεί τον «μύθο της τρύπας στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης» (10) και δικαιολογεί την κοινωνική οπισθοδρόμηση. Στη συνέχεια, υπάρχει η υποβάθμιση στο επίπεδο των συντάξεων, ήδη από την εποχή της πρώτης αντι-μεταρρύθμισης του 1993, η οποία οδηγεί στον υπολογισμό τους με βάση τα 25 καλύτερα έτη αντί για τα 10 –με τη συγκεκριμένη τάση, μάλιστα, να ενισχύεται αισθητά τα πρόσφατα χρόνια. Τέλος, υπάρχει το άγχος που μεγαλώνει. Η ανησυχία γύρω από τη βιωσιμότητα του αναδιανεμητικού συστήματος ασφάλισης, η ανησυχία για το τι θα αντιμετωπίσει κάποιος στο τέλος της σταδιοδρομίας του. Και ο πειρασμός να στραφεί προς τα κεφαλαιοποιητικά ασφαλιστικά προϊόντα που εισήγαγε ο νομοθέτης, πριν τα συνενώσει το 2019 σε ένα ενιαίο προϊόν, το αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα (plan épargne-retraite, PER).

Το 2022, ο αριθμός όσων εντάχθηκαν στο αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα αυξήθηκε κατά 30% σε σχέση με την ήδη εξαιρετική χρονιά του 2021. Και «οι σχετικές τοποθετήσεις δεν είναι οι μόνες που ωφελήθηκαν από το άγχος των αποταμιευτών σε σχέση με τη σύνταξή τους», διαπίστωνε η εφημερίδα «Le Figaro» στις 3 Φεβρουαρίου 2023. «Οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων στον τομέα των ακινήτων, οι οποίες επενδύουν σε κτίρια (γραφεία, εμπορικά καταστήματα) και καταβάλουν μια τακτική απόδοση, τα πήγαν εξίσου εξαιρετικά πέρσι». Ορισμένα από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που διαθέτουν στην αγορά τα προϊόντα αυτά δεν διστάζουν να επωφεληθούν από τέτοιους φόβους. Τον Ιούλιο του 2019, η γαλλική ΑΧΑ αναρτά διαφήμιση στο Διαδίκτυο. «Σήμερα, η χρηματοπιστωτική ισορροπία του ασφαλιστικού συστήματος αμφισβητείται», μπορεί κάποιος να διαβάσει στο σχετικό γράφημα, και «η προγραμματισμένη μείωση των μελλοντικών συντάξεων» αναδεικνύει «την ελκυστικότητα του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης». Στις 5 Δεκεμβρίου 2022, ενώ η κυβέρνηση Μπορν οριστικοποιεί το σχέδιο συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, είναι η σειρά της Crédit Agricole Assurances να ανακοινώσει με δελτίο Τύπου τη δημιουργία του δικού της ταμείου επικουρικής επαγγελματικής σύνταξης «την ώρα που η προετοιμασία για τη σύνταξη αναδεικνύεται σε μεγάλη πηγή ανησυχίας για πολλούς Γάλλους». Και, στις 16 Ιανουαρίου 2023, σε σημείωμά του για τον ιστότοπο Boursorama, ο Φιλίπ Τρενάρ, chief risk officer της εταιρείας αντασφάλισης Scor, δραματοποιεί την κατάσταση του αναδιανεμητικού συστήματος («βαθιά ελλειμματικό»): «Για τους Γάλλους που δεν είναι ούτε δημόσιοι υπάλληλοι ούτε δικαιούχοι της ελάχιστης σύνταξης γήρατος, είναι ακόμη πιο επιτακτική ανάγκη σήμερα από ό,τι χθες να ενταχθούν σε ένα αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που θα τους επιτρέψει να λειάνουν κάπως το βιοτικό επίπεδό τους σε όλη τη διάρκεια του κύκλου της ζωής».

Στις διαφημίσεις τους, οι ασφαλιστικές εταιρείες προβάλλουν επίσης τις σημαντικές φοροαπαλλαγές που επιτρέπει η ένταξη σε ένα αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Μεταφέρουν την ομιλία προς τον ασφαλιστικό κλάδο του υπουργού Οικονομίας Μπρινό Λεμέρ, ο οποίος, στις 25 Οκτωβρίου 2019, καυχιόταν ότι τους έχει προσφέρει ένα «σημαντικό» πλεονέκτημα. Πράγματι, είναι πλέον εφικτό να αφαιρέσει κάποιος από το φορολογητέο εισόδημά του τέτοιου είδους εισφορές, μέχρι του ποσού των 32.419 ευρώ. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για το λόμπι. Στις «προτάσεις εν όψει των προεδρικών εκλογών», τις οποίες δημοσίευσε στις αρχές του 2022, η ένωση των γαλλικών ασφαλιστικών εταιρειών France Assureurs ζητά τον διπλασιασμό του ορίου φοροαπαλλαγών.

Τον χειμώνα 2019-2020, ωστόσο, πάρα πολλοί Γάλλοι συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις ενάντια στο λεγόμενο «συστημικό» σχέδιο μεταρρύθμισης, το οποίο θα άνοιγε επιπλέον προοπτικές στα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία ή σε διαχειριστές κεφαλαίων όπως η BlackRock (11). Ο γαλλικός λαός δεν ψήφισε ποτέ υπέρ μιας τέτοιας διεύρυνσης του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης, όπως δεν ψήφισε ποτέ υπέρ της αποδιάρθρωσης των ταχυδρομείων και των πανεπιστημίων ή της αραίωσης των μικρών και μεσαίων σιδηροδρομικών δρομολογίων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η υποβάθμιση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών υποχρέωσε τους χρήστες να καταφύγουν σε υποκατάστατα: τις ψηφιακές συναλλαγές, τη συλλογική χρήση αυτοκινήτων, την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Ή το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης. Είναι προσφορές στις οποίες συνηθίζουμε, ή τουλάχιστον υποκύπτουμε. Ακόμη κι αν, τον Οκτώβριο του 2023, η Τράπεζα της Αγγλίας χρειάστηκε να αγοράσει ομόλογα του βρετανικού Δημοσίου αξίας αρκετών δισεκατομμυρίων βρετανικών λιρών προκειμένου να σώσει από την κερδοσκοπική κατάρρευση τα ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία που διαχειρίζονται τις συντάξεις 30 εκατομμυρίων Βρετανών. Ακόμη κι αν το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης θα βρεθεί ακόμη πιο αποδυναμωμένο.

Χωρίς αμφιβολία, τα πλουσιότερα νοικοκυριά θα τα καταφέρουν. Οι υπόλοιποι δυσκολότερα. Σύμφωνα με τη γαλλική στατιστική υπηρεσία, το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 4 φορές μεγαλύτερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20%. Οι αποταμιεύσεις τους είναι 10 φορές μεγαλύτερες. Επομένως, η ικανότητα αποταμίευσης αυξάνεται πολύ γρηγορότερα από την ικανότητα εξασφάλισης εισοδήματος. Και για τα πιο ταπεινά εισοδήματα δεν περισσεύει σχεδόν τίποτε κάθε μήνα. Άραγε, θα αγαπήσουν όλοι το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης;

Επίμετρο: Πολύμορφα συστήματα

Πέρα από τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ αναδιανεμητικού και κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης, καθένα από τα δύο συστήματα μπορεί να προσλάβει αρκετά διαφορετικές μορφές.

Στο αναδιανεμητικό σύστημα, υπάρχουν καθεστώτα κύριων και επικουρικών συντάξεων. Και στις δύο περιπτώσεις, το σύστημα χαρακτηρίζεται από τη διαγενεακή αλληλεγγύη: οι σημερινές συντάξεις χρηματοδοτούνται από τις σημερινές εισφορές. Αλλά η λειτουργία των καθεστώτων κύριας σύνταξης με βάση τα έτη ασφάλισης είναι διαφορετική από τα καθεστώτα συγκέντρωσης μονάδων της Agirc-Arrco, η οποία καταβάλλει επικουρικές συντάξεις ανάλογες με τις δηλωθείσες αποδοχές.

Από την άλλη, η ένταξη σε ένα κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό προϊόν μπορεί να είναι ατομική ή συλλογική. Στη Γαλλία, υπάρχουν αποταμιευτικά-συνταξιοδοτικά προγράμματα (PER) σε επίπεδο επιχείρησης. Υπάρχει επίσης ένα δημόσιο ίδρυμα που αναλαμβάνει τις επικουρικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων (RAFP). Η οντότητα αυτή, στην οποία εισρέουν και οι εργοδοτικές εισφορές της δημόσιας διοίκησης, διαχειρίζεται τα 40 δισεκατομμύρια των περιουσιακών στοιχείων της όπως ένα αγγλοσαξονικό ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο, κεφαλαιοποιώντας τις εισφορές και αποδίδοντας το προϊόν τους στους δικαιούχους όταν σταματήσουν να εργάζονται.

Gregory Rzepski

Συντονιστής του Action-Critique-Médias
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης

(1Συνέντευξη στην εφημερίδα «Journal du dimanche», Παρίσι, 5 Φεβρουαρίου 2023.

(2Δήλωση «πόθεν έσχες» που κατατέθηκε στην Ανώτατη Αρχή για τη Διαφάνεια της Δημόσιας Ζωής (Haute Autorité pour la transparence de la vie publique - HATVP) στις 28 Ιουλίου 2022.

(3Aurélie Blondel, «Retraites: la capitalization s’installe à bas bruit chez les Français» και «Le PER, un “bulldozer” de la défiscalisation», «Le Monde», 16 Φεβρουαρίου 2023.

(4Δεδομένα που αναρτήθηκαν στο Διαδίκτυο στις 7 Φεβρουαρίου 2023, https://drees.solidarites-sante.gouv.fr.

(5Michel Laroque, «L’adaptation de la politique d’assurance vieillesse au vieillissement», «Vie sociale», τ. 15, Παρίσι, 2016.

(6Βλ. Gaël Coron, «L’inscription des retraites dans la politique de l’Union européenne», στο Nicolas Castel και Bernard Friot (επιμ.), Retraites: généraliser le droit au salaire, Éditions du Croquant, Vulaines-sur-Seine, 2022.

(7(Σ.τ.Μ.) Η Γενική Διεύθυνση Σχεδιασμού δημιουργήθηκε στη Γαλλία το 1946 από τον στρατηγό ντε Γκολ. Υπαγόταν κατευθείαν στον πρόεδρο της Δημοκρατίας και ήταν επιφορτισμένη με τον στρατηγικό σχεδιασμό της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα, υποβάλλοντας πενταετή πλάνα. Από τη δεκαετία του 1980, σταδιακά αποδυναμώθηκε, μέχρι τη μετονομασία-κατάργησή της το 2006.

(8«Vieillir demain», έκθεση της ομάδας Prospective personnes âgées pour le VIIIe Plan, La Documentation française, Παρίσι, 1980.

(9Laurent Carroué, «La crise économique et financière états-unienne: enjeux géographiques et géopolitiques», «Hérodote», τ. 132, Παρίσι, 2009.

(10Julien Duval, Le Mythe du «trou de la Sécu», Raisons d’agir, Παρίσι, 2008.

(11Βλ. Sylvain Leder, «BlackRock, la finance au chevet des retraités français», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2020.

Αποψεις Ιστορια Στιγμιοτυπα 21η Απριλίου: Χούντα καθαρμάτων, ηλιθίων και λαμογιών

Η μαύρη επέτειος αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να θυμηθούμε την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει χούντα – στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον κόσμο – που να μην είναι κυλισμένη στο αίμα της τρομοκρατίας, των δολοφονιών, στην αγριότητα των ανά τον κόσμο «ΕΑΤ – ΕΣΑ», στην ταξική βαρβαρότητα και στο βούρκο της διαφθοράς

H ιστορική άγνοια αποτελεί λίπασμα για την πολιτική αφασία. Ο φασισμός γίνεται «ελκυστικός» έτσι: Πατώντας πάντα στο έδαφος της αφασίας και της άγνοιας.

Το κράτος μας με τους θύλακες της αέναης και μηδέποτε συντελούμενης «αποχουντοποίησης», συμπεριλαμβανομένης μερίδας της «τέταρτης εξουσίας» που υπηρετεί τον βούρκο, έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί την αφασία και την άγνοια, ώστε έτσι να κρατά πάντα ζεστό τον κόρφο που επωάζει τα «φίδια» του.

Πάνω σε αυτό το έδαφος, της καλλιεργούμενης άγνοιας και της αφασίας, της ιστορικής παραχάραξης και της μαζικού τύπου πολιτικής λοβοτομής, αναπτύσσονται  οι γνωστές θεωρίες για το «πόσο καλύτερα ήταν τα πράγματα επί χούντας»…

Η μαύρη επέτειος αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να θυμηθούμε την αλήθεια. 

Και η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει χούντα – στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον κόσμο – που να μην είναι κυλισμένη στο αίμα της τρομοκρατίας, των δολοφονιών, στην αγριότητα των ανά τον κόσμο «ΕΑΤ – ΕΣΑ», στην ταξική βαρβαρότητα και στο βούρκο της διαφθοράς.

Οσον αφορά στο ζήτημα της διαφθοράς (*), της βρωμιάς και της δυσωδίας, με τους «ημέτερους» συνταγματάρχες είχαμε εκείνη ακριβώς τη διαφθορά και εκείνη την «τιμιότητα» που άρμοζε στη γελοιότητά τους:

  • Ήταν τόσο γελοίοι όσο και οι κομπίνες τους στην υπόθεση με τα «κρέατα του Μπαλόπουλου».Ήταν τόσο αντιφαυλοκράτες όσο και οι «τακτοποιήσεις»των γαμπρών του Παττακού, των αδερφών του Παπαδόπουλου και των ίδιων των πραξικοπηματιών που «νομοθέτησαν» τον… διπλασιασμό των μισθών τους

Σημειώστε: Μια από τις πρώτες πράξεις των χουνταίων ήταν να δώσουν αυξήσεις στον… εαυτό τους. Με τον Αναγκαστικό Νόμο 5/1967, οι «Παπαδόπουλοι» φρόντισαν να υπερδιπλασιάσουν τον μισθό του πρωθυπουργού από τις 23.600 στις 45.000 δραχμές και των υπουργών και υφυπουργών από τις 22.400 στις 35.000 δραχμές. Αυτοί ήταν που κατέβασαν τα τανκς για να σώσουν την Ελλάδα από την «φαυλοκρατία»…

  • Ήταν τόσο «τίμιοι» και αντικομφορμιστές όσο και οι τρεις βίλες του Παπαδόπουλου: Μια στο Ψυχικό, μία την Πάρνηθα και μια Τρίτη το Λαγονήσι (η τελευταία ήταν προσφορά του Ωνάση).
  • Ήταν τόσο «πατριώτες» που – εκτός του μέγιστου εγκλήματος κατά της Κύπρου – το βοούν και οι ληστρικές συμβάσεις με «Litton», «Μακντόναλντ», «Τομ Πάππας» και «Ζήμενς» – πάντα η… «Ζήμενς».
  • Ήταν τόσο θεομπαίχτες που έφτασαν να βουτάνε λεφτά ακόμα και από το… παγκάρι! Γνωστή η ιστορία με την ανέγερση του «θαυματουργού» (καθότι… αόρατος) Ναού του Σωτήρος. Μόνο από εκεί, από έναν προϋπολογισμό ύψους 450 εκατομμυρίων, φαγώθηκαν τα 400… 

***

Εντούτοις, στο σημερινό σημείωμα θα εστιάσουμε ειδικότερα σε ένα μόνο από τα «καλά» της δικτατορίας, όπως το διακινούν τα φασιστοειδή: Σ’ αυτό το τόσο γελοίο όσο και «προσφιλές» τροπάρι περί του δήθεν «οικονομικού θαύματος» της χούντας των συνταγματαρχών.

1ο) Το δημόσιο χρέος από 32 δισ. δραχμές το 1966 εκτινάχτηκε στα 87,5 δισεκατομμύρια δραχμές τον Ιανουάριο του 1973 ενώ το 1974 απογειώθηκε στα 114 δισ. δραχμές. Δηλαδή ήταν τέτοιο το έγκλημα που συντελέστηκε στην ελληνική οικονομία επί χούντας ώστε το δημόσιο χρέος υπερτριπλασιάστηκε! Το επίτευγμα της χούντας ήταν τέτοιο που δεν μπορούσε να κρυφτεί ούτε επί των ημερών της. Στο «Βήµα» της 20/10/1973, καταγράφεται ότι στην εξαετία της δικτατορίας το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε όσο δεν είχε αυξηθεί από την γέννηση του ελληνικού κράτους το 1821! Σε έξι χρόνια οι χουντικοί έκαναν το χρέος 1,5 φορά μεγαλύτερο απ’ όσο είχε αυξηθεί σε διάστημα 145 χρόνων!

2ο) Το εμπορικό έλλειμμα το 1973 έγινε τέσσερις και πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1968. Παρά τη λογοκρισία που ασκείτο στον Τύπο, ήταν τέτοια η κατρακύλα που δεν κρυβόταν με τίποτα: «Η δεύτερη μεγάλη θυσία της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο αυτήν (έγραφε το «Βήμα» στο ίδιο άρθρο) υπήρξε η θεαματική διόγκωση του εμπορικού ισοζυγίου. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου από 745 εκατ. δολάρια προβλέπεται ότι θα φτάσει τελικά το τέλος του 1973 τα 2.600 εκατ. δολάρια, δηλαδή περίπου θα τετραπλασιασθεί»…

3ο) Στην Ελλάδα, που 1961-71 είχε το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ (2,2%), ο δείκτης καταναλωτικών τιμών αυξήθηκε κατά 15,3% από το 1972 έως το 1973 και κατά 37,8% από τον Απρίλη του 1973 μέχρι τον Απρίλη του επόμενου έτους, και μάλιστα σε τομείς όπως τα είδη πρώτης ανάγκης και η υγεία. Το 1973 το ποσοστό του πληθωρισμού είχε επιφέρει μειώσεις των πραγματικών μισθών κατά 4%. Με δυο λόγια επί χούντας οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι. Πράγμα που επίσης δεν κρυβόταν με τίποτα. Ο Τύπος έγραφε (στο ίδιο): «Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της οικονομίας περιορίστηκε. Τα συμπτώµατα κερδοσκοπίας εντάθηκαν. Έχει ήδη σημειωθεί ένταση στην ανισοκατανομή µε την αύξηση της μερίδας των κερδών έναντι της μερίδας των μισθών στο εθνικό εισόδημα. Πρέπει να προστεθεί ότι η τελευταία πληθωριστική διαδικασία δεν έθιξε τα υπέρογκα κέρδη της περιόδου αυτής».

4ο) Το ποσοστό των δαπανών για την εκπαίδευση στο σύνολο των γενικών κρατικών δαπανών μειώθηκε από 11,6% σε 10%, όταν οι δαπάνες για την «άμυνα» και «δημόσια ασφάλεια» του αστυνομοκρατικού καθεστώτος μέσα σε μια πενταετία σχεδόν διπλασιάστηκαν.

5ο) Οι προσωπικές καταθέσεις μειώθηκαν ως αποτέλεσμα της οικονομικής δυσχέρειας των λαϊκών στρωμάτων από 34,2 δισεκατομμύρια δραχμές το 1972 σε 19,6 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973.

6ο) Στον αγροτικό τομέα, όπου απασχολείτο το 44% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, αντί της πενταετούς πρόβλεψης του καθεστώτος για ανάπτυξη 5,2%, η αγροτική οικονομία αναπτύχθηκε κατά μόλις 1,8% στην περίοδο 1967 – 1974, σε αντίθεση με το 4,2% κατά την περίοδο 1963 – 1966. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν από το 63% του συνόλου των εξαγωγών το 1968 στο 48% το 1972. Το αποτέλεσμα ήταν το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα να πέσει από το 55% στο 43% του μέσου κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος.

7ο) Οι φόροι που επιβάρυναν τα λαϊκά στρώματα ανέρχονταν στο 91% επί του συνόλου των φορολογικών εσόδων του καθεστώτος τα οποία αυξάνονταν σταθερά: Τα φορολογικά έσοδα από 27,4% του ΑΕΠ το 1966, επί συνταγματαρχών και μέχρι το 1972 αυξήθηκαν στο 29,2%. Αυτά για τα λαϊκά στρώματα. Από την άλλη:

  • Οι φόροι επί των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 10,9%την περίοδο 1972 – 73.
  • Η φορολογική «μεταρρύθμιση» του 1968 μετέφερε το φορολογικό φορτίο στους ώμους της εργατικής τάξης με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πλουτοκράτες να απολαμβάνουν μεγαλύτερα φορολογικά προνόμια. Συνέπεια: Οι φοροαπαλλαγές 464 μεγάλων επιχειρήσεων το 1971 ήταν κατά τρεις φορές υψηλότερες από τους φόρους που οι ίδιες εταιρείες είχαν καταβάλει!
  • Τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από 109 εκατομμύρια δραχμές το 1968 σε 29 εκατομμύρια το 1972 (μείωση 73%!),περίοδος κατά την οποία ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους.

8ο) Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε κατά οχτώ φορές, μεταξύ του 1967 και 1972. Το ισοζύγιο πληρωμών από μέσο πλεόνασμα 14,6 εκατ. δολαρίων την περίοδο 1960 – 66, εμφάνισε μέσο έλλειμμα την περίοδο 1967-73 ύψους 117 εκατομμυρίων δολαρίων.

9ο) Οσο για την «ανάπτυξη» που σημειώθηκε επί συνταγματαρχών, το άρθρο του οικονομολόγου Αδαμάντιου Πεπελάση στις 2/8/1974, είναι αποκαλυπτικό και για το χαρακτήρα της «ανάπτυξης» και για το ξεπούλημα της Ελλάδας στο ξένο κεφάλαιο. Γράφει:

«Η ανάπτυξη της επταετίας είχε αντιλαϊκό χαρακτήρα. Η μεγάλη μάζα δηλαδή επωμίσθηκε το βάρος της ανάπτυξης, καρπώθηκε τα λιγότερα ωφελήματα κι έφερε το κόστος των διάφορων αντιφατικών και συγκυριακών μέτρων για την προσπάθεια επαναφοράς της οικονομίας σε σχετική σταθερότητα και ισορροπία. Ιδιαίτερα τα µέτρα των τελευταίων 12 μηνών ήταν εξοντωτικά για τα μικρά εισοδήματα. Η άνοδος των τιμών κατά 40%-45% το 1973 (και κατά 9% για το πρώτο εξάμηνο του 1974) υπερκάλυψε την αύξηση των αστικών εισοδημάτων ενώ το αγροτικό εισόδημα άρχισε να συρρικνώνεται σημαντικά. Οι ξένες παραγωγικές επενδύσεις μειώνονται εντυπωσιακά. Ενώ στην περίοδο 1965-66 εισάγονται 200 εκατ. δολάρια για παραγωγικές επενδύσεις, σ’ όλη την επταετία 1967-1973 εισάγεται πραγματικά το μισό περίπου της προηγούμενης επταετίας. Τα άλλα ξένα κεφάλαια που εισέρρευσαν ήταν ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ – αγορά γης, οικοπέδων και παρόμοια».

***

Από τη μια, λοιπόν, χούντα σήμαινε φορολογικά και κάθε λογής προνόμια σε ντόπια και ξένα μονοπώλια, χαριστικές πράξεις στους φιλικά προσκείμενους στη χούντα Ωνάσηδες και Τομ Πάπες, φτηνό και φιμωμένο εργατικό δυναμικό, απαλλαγές από δασμούς και πακτωλός επιχορηγήσεων («νόμοι» 89/1967 και 378/1968) σε εργολάβους, βιομήχανους, μεγαλεμπόρους, μεγαλοξενοδόχους, επιβολή 300 ειδικών μέτρων παροχής πλήρους ελευθερίας στο εγχώριο και ξένο κεφάλαιο να κερδοσκοπεί χωρίς κανέναν έλεγχο.

Από την άλλη «ξεχαρβάλωμα» όλων των οικονομικών δεικτών, αποσάθρωση της εγχώριας παραγωγής, βάρη στο λαό και μια πλασματική «ανάπτυξη» που πίσω της έκρυβε αθρόες εισαγωγές, επιμήκυνση πιστώσεων και τεχνητή κυκλοφορία χρήματος, που προέκυπτε από αναγκαστικό δανεισμό κι άλλες τέτοιες υψηλού επιπέδου δημοσιονομικές αλχημείες.

Αυτό ήταν το οικονομικό… «θαύμα» του καθεστώτος των συνταγματαρχών. Αυτά είναι και τα παραμύθια της Χαλιμάς από τους γκεμπελίσκους επιγόνους τους και από τους «τακτοποιημένους» εκείνης της μαύρης για τον τόπο περιόδου.

(Τα παραπάνω στοιχεία είδαν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας το 1975. Πηγή: Journal of the Hellenic Diaspora Vol 2 -1975-, Permanent URL: http://hdl.handle.net/10066/4929. Για αναλυτικότερη ενημέρωση στην επισκόπηση του Βασίλη Καρίφη, «Η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967 – 1974)», στο «greekjunda.blogspot.com»).

(*) Το βιβλίο του Διονύση Ελευθεράτου “Λαμόγια στο χακί”, εκδόσεις Τόπος, αποτελεί μια εξαιρετικά εμπεριστατωμένη έρευνα γύρω από την διαφθορά της απριλιανής χούντας

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More