11 Μαρ 2018

Κοινωνιολογία της κοινωνικής ανισότητας

Ελένη Τομπέα – Οι κοινωνιολόγοι εκλαμβάνουν την κοινωνία ως ένα σύστημα διαστρωμάτωσης που έχει ως βάση μια ιεραρχία εξουσίας (την ικανότητα να διευθύνεις τη συμπεριφορά κάποιου άλλου), προνόμια (τιμή και σεβασμό), και κύρος (εισόδημα, πλούτο και ιδιοκτησία), σύστημα το οποίο οδηγεί σε μοτίβα κοινωνικών ανισοτήτων. Η ανισότητα σχετίζεται με το ποιος παίρνει τι, πώς το παίρνει και γιατί.
Η κοινωνική ανισότητα είναι συνήθως συνδεδεμένη με την φυλή, το φύλο και την τάξη, με τους άνδρες, με όσους έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και με εκείνους που καταλαμβάνουν τις θέσεις στην κορυφή της ιεραρχίας με τα υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος.
Λαμβάνοντας υπόψη όλους αυτούς τους παράγοντες, η μελέτη της ισχύος και της ανισότητας με αυτόν τον τρόπο είναι γνωστή ως «διαθεματική» προσέγγιση.
Τι είναι η κοινωνική ανισότητα;
Η κοινωνική ανισότητα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη άνισων ευκαιριών και ανταμοιβών για διαφορετικές κοινωνικές θέσεις ή status σε μια ομάδα ή σε μια κοινωνία. Περιέχει δομημένα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα από άνισες διανομές αγαθών, πλούτου, ευκαιριών, ανταμοιβών και τιμωριών. Ο ρατσισμός, για παράδειγμα, γίνεται αντιληπτός ως ένα φαινόμενο με το οποίο η πρόσβαση στα δικαιώματα και στους πόρους είναι άνισα καταμερισμένη ως προς τις φυλετικές γραμμές. Αντίθετα, το «λευκό προνόμιο» είναι μια έννοια που αναπτύχθηκε από την κοινωνική επιστήμονα Peggy McIntosh, αναφερόμενη στους μυριάδες τρόπους με τους οποίους οι λευκοί άνθρωποι επωφελούνται από την φυλετική ανισότητα.
Υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι για τη μέτρηση των κοινωνικών ανισοτήτων: η ανισότητα των συνθηκών, και η ανισότητα των ευκαιριών. Η ανισότητα των συνθηκών αναφέρεται στην άνιση κατανομή του εισοδήματος, πλούτου και υλικών αγαθών. Η στέγαση, για παράδειγμα, είναι μια ανισότητα των συνθηκών με τους άστεγους και όσους ζουν σε στεγαστικά προγράμματα να βρίσκονται στο κάτω μέρος της ιεραρχίας, ενώ εκείνοι που ζουν σε βίλες πολλών εκατομμυρίων δολαρίων να βρίσκονται στην κορυφή.
Ένα άλλο παράδειγμα έγκειται στο επίπεδο ολόκληρων κοινοτήτων, όπου μερικές είναι φτωχές, ασταθείς και μαστίζονται από τη βία, ενώ άλλες έχουν «ενισχυθεί» από επιχειρηματικές επενδύσεις και κυβερνήσεις έτσι ώστε να ευδοκιμούν και να παρέχουν ασφαλείς, σίγουρες και χαρούμενες συνθήκες για τους κατοίκους.
Η ανισότητα των ευκαιριών αναφέρεται στην άνιση κατανομή των «ευκαιριών ζωής» προς τα άτομα. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε μέτρα όπως είναι το επίπεδο της εκπαίδευσης, η κατάσταση της υγείας και η αντιμετώπιση από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Για παράδειγμα, μελέτες στην Αμερική έχουν δείξει ότι οι καθηγητές κολεγίων και πανεπιστημίων είναι πιθανότερο να αγνοήσουν τα emails από γυναίκες και έγχρωμους, από ό, τι από λευκούς άνδρες, γεγονός που αποτελεί προνόμιο ως προς τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα των λευκών ανδρών μέσω της διοχέτευσης μεροληπτικών πόρων καθοδήγησης (mentoring).
Οι διακρίσεις κατά του ατόμου, της κοινότητας και των θεσμικών επιπέδων είναι ένα σημαντικό μέρος της διαδικασίας αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων λόγω φυλής, τάξης, φύλου και σεξουαλικότητας. Για παράδειγμα, οι γυναίκες αμοίβονται συστηματικά λιγότερο από τους άνδρες για την ίδια εργασία και οι κοινωνιολόγοι έχουν καταδείξει αποφασιστικά ότι ο ρατσισμός είναι ενσωματωμένος στα θεμέλια της κοινωνίας μας, και είναι παρών σε όλους μας τους κοινωνικούς θεσμούς.
Δύο βασικές θεωρίες της κοινωνικής ανισότητας
Υπάρχουν δύο κύριες απόψεις των κοινωνικών ανισοτήτων εντός της κοινωνιολογίας. Η μια άποψη συντάσσεται με την φονξιοναλιστική θεωρία ενώ η άλλη με τη θεωρία της σύγκρουσης.
Οι φονξιοναλιστές θεωρητικοί πιστεύουν ότι η ανισότητα είναι αναπόφευκτη αλλά και επιθυμητή και παίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία. Οι σημαντικές θέσεις στην κοινωνία απαιτούν περισσότερη κατάρτιση και κατά συνέπεια θα πρέπει να λαμβάνουν περισσότερες ανταμοιβές. Η κοινωνική ανισότητα και η κοινωνική διαστρωμάτωση, σύμφωνα με την άποψη αυτή, θα οδηγήσει σε αξιοκρατία με βάση την ικανότητα.
Οι θεωρητικοί της κοινωνικής σύγκρουσης από την άλλη πλευρά, βλέπουν την ανισότητα να προκύπτει από την κυριαρχική δύναμη που ασκούν κάποιες ισχυρές ομάδες πολιτών σε λιγότερο ισχυρές ομάδες. Πιστεύουν ότι η κοινωνική ανισότητα αποτρέπει και εμποδίζει την κοινωνική πρόοδο καθώς οι ισχυρές ομάδες καταπιέζουν τις αδύναμες ομάδες ανθρώπων προκειμένου να διατηρήσουν το status quo. Στο σημερινό κόσμο, αυτό το έργο της κυριαρχίας επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της δύναμης της ιδεολογίας – οι σκέψεις μας, οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι κοσμοθεωρίες, οι νόρμες και οι προσδοκίες – μέσα από μια διαδικασία γνωστή ως «πολιτιστική ηγεμονία.»
Πώς μελετούν οι κοινωνιολόγοι την κοινωνική ανισότητα
Κοινωνιολογικά, μπορούμε να μελετήσουμε την κοινωνική ανισότητα ως κοινωνικό πρόβλημα που περιλαμβάνει τρεις διαστάσεις: διαρθρωτικές συνθήκες, ιδεολογική ηγεμονία και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.
Οι διαρθρωτικές συνθήκες περιλαμβάνουν πράγματα που μπορούν να μετρηθούν αντικειμενικά και που συμβάλλουν στην κοινωνική ανισότητα. Οι κοινωνιολόγοι μελετούν, πως π.χ. το μορφωτικό επίπεδο, τον πλούτο, την φτώχεια, τα επαγγέλματα, και η ισχύς οδηγούν στην κοινωνική ανισότητα μεταξύ των ατόμων και των ομάδων ατόμων.
Η ιδεολογική ηγεμονία περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που υποστηρίζουν την κοινωνική ανισότητα που παρουσιάζεται σε μια κοινωνία. Οι κοινωνιολόγοι εξετάζουν πώς οι τυπικοί νόμοι, οι δημόσιες πολιτικές και οι κυρίαρχες αξίες οδηγούν στην κοινωνική ανισότητα και βοηθούν στην διατήρηση της.

Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν π.χ. η οργανωμένη αντίσταση, οι ομάδες διαμαρτυρίας και τα κοινωνικά κινήματα. Οι κοινωνιολόγοι μελετούν πώς αυτές οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις βοηθούν στη διαμόρφωση ή στην αλλαγή της κοινωνικής ανισότητας που υπάρχει σε μια κοινωνία, καθώς και την  προέλευση τους, τις επιπτώσεις, και την μακροπρόθεσμη επηρροή τους. Σήμερα, τα social media διαδραματίζουν έναν μεγάλο ρόλο στις εκστρατείες κοινωνικής μεταρρύθμισης.
socialpolicy.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More