Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

25 Αυγ 2022

ΑΝΕΣΤΗΣ ΜΠΑΡΜΠΑΤΣΗΣ ένα βιβλίο για τον ρεμπέτη Δημήτρη Γκόγκο (Μπαγιαντέρας)

 Ένα αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Το βιβλίο αφορά στον συνθέτη, στιχουργό και τραγουδιστή του ρεμπέτικου Δημήτρη Γκόγκο (1903-1985) ή Μπαγιαντέρα κι έχει τίτλο «Μπαγιαντέρας / Δημήτρης Γκόγκος / Προπολεμική περίοδος» (2022). Συγγραφέας του είναι ο Ανέστης Μπαρμπάτσης.

 Ο Α. Μπαρμπάτσης είναι και ο ίδιος μουσικός και ακόμη απόφοιτος του Τμήματος Λαϊκής & Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου, έχοντας σχετικό μεταπτυχιακό κ.λπ. Θέλουμε να πούμε με αυτό πως πρόκειται για έναν συγγραφέα, που μπορεί να «πιάσει» το θέμα του Μπαγιαντέρα από πολλές πλευρές – και αυτό συμβαίνει. Μάλιστα, ο τίτλος του βιβλίου του δεν είναι 100% ακριβής, υπό την έννοια πως η έρευνα του Α. Μπαρμπάτση δεν μένει, αυστηρώς, στην προπολεμική εποχή, καθώς επεκτείνεται, έστω και... εν τάχει, σε όλο το μήκος και το πλάτος της διαδρομής τού σημαντικού ρεμπέτη τραγουδοποιού, προσφέροντας έτσι μία όσο είναι εφικτό ολοκληρωμένη εικόνα – όπως θα ήταν και το σωστό δηλαδή. Βεβαίως η «προπολεμική περίοδος» είναι εκείνη που κυριαρχεί στο βιβλίο... οπότε ok και με τον τίτλο.


Το βιβλίο πέρα από προλόγους, εισαγωγές, επιλόγους, παραρτήματα και βιβλιογραφία-πηγές, αποτελείται από τέσσερα βασικά κεφάλαια, που έχουν τίτλους: «Βιογραφικά στοιχεία», «Τα χειρόγραφα του Μπαγιαντέρα», «Μουσικολογικά» και «Μέθοδος Μπουζουκιού».
 

Στο πρώτο απ’ αυτά τα κεφάλαια, το «Βιογραφικά στοιχεία» (38 σελίδες), ο συγγραφέας ερευνά ποικίλες πηγές, υλικό τυπωμένο, αλλά όχι μόνο (π.χ. συζητήσεις του Μπαγιαντέρα με τον αείμνηστο μελετητή του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού Κώστα Χατζηδουλή, στις οποίες, συζητήσεις, ο Α. Μπαρμπάτσης είχε πρόσβαση), για να μας αποκαλύψει τα ποικίλα μουσικά ενδιαφέροντα του Μπαγιαντέρα (την αγάπη του, ας πούμε, για το ευρωπαϊκό, το ελαφρό τραγούδι), τον τρόπο που συνέθετε (πρώτα έγραφε τους στίχους και μετά την μουσική κ.λπ.), την σχέση του με τις μαντολινάτες και την αγάπη του για το μαντολίνο γενικότερα, επίσης να μας πληροφορήσει για τον ατίθασο χαρακτήρα του (η θητεία του στον Στρατό διήρκησε πάνω από έξι χρόνια!), την αριστερή πολιτική τοποθέτησή του, το ξεκίνημα της επαγγελματικής και δισκογραφικής διαδρομής του (1934) και άλλα πολλά – και όλα με τις δέουσες λεπτομέρειες.

Στα «Χειρόγραφα του Μπαγιαντέρα», το δεύτερο κεφάλαιο, που αναπτύσσεται σε 51 σελίδες, ο συγγραφέας θα μας πληροφορήσει για τις «ανέκδοτες» προπολεμικές δημιουργίες του Μπαγιαντέρα, θα μας περιγράψει το πολιτικό κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, λίγο πριν και βασικά κατά την διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος του Ι. Μεταξά (όταν λογοκρινόταν ακόμη και η μουσική, και όχι μόνον οι στίχοι των τραγουδιών), θα μας πληροφορήσει για το πώς θα αναγκασθεί ο ρεμπέτης τραγουδοποιός να αλλάξει ύφος τραγουδιών, περνώντας από τα χασικλίδικα στα «δυτικότροπα ερωτικά» και λοιπά. Φυσικά, δεν μένει απ’ έξω το γεγονός της τύφλωσης του Μπαγιαντέρα, ενώ αποτιμάται με προσοχή η παραγωγή του (καθώς σ’ αυτό το διάστημα και έως το 1940 η Δημήτρης Γκόγκος θα ηχογραφήσει 32 τραγούδια («Γυρνώ σαν νυχτερίδα», «Μ’ έχεις μαγεμένο» και ακόμη τριάντα). 
Επίσης γίνεται λόγος για τα χρόνια της Κατοχής και τα «αντάρτικα» τραγούδια του, για να ολοκληρωθεί το κεφάλαιο με μιαν αναφορά στα μεταπολεμικά χρόνια τού ρεμπέτη βάρδου, έως και τις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Το τρίτο κεφάλαιο είναι τα «Μουσικολογικά» (23 σελίδες). Εδώ κατατάσσονται τα τραγούδια του Μπαγιαντέρα αναλόγως των «δρόμων» τους («πειραιώτικα», «χιτζάζ», σε «αρμονική μινόρε», «ματζόρε» και άλλα), για να μελετηθούν ως προς τα δομικά χαρακτηριστικά τους, με αναφορές στα κουρδίσματα κ.λπ. και με τον συγγραφέα να τα παρουσιάζει όλα αυτά μέσα από τα ανάλογα πεντάγραμμα.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, που αποκαλείται «Μέθοδος μπουζουκιού» ο συγγραφέας ασχολείται μ’ ένα ιδιαίτερο ζήτημα, την πρώτη «πρακτική μέθοδο μπουζουκιού», που είχε ετοιμάσει ο Μπαγιαντέρας κι είχε εκδώσει ο μουσικός οίκος Γαϊτάνου, περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50! Και όπως σημειώνει ο Α. Μπαρμπάτσης: «η μέθοδος αυτή αποτελεί σημαντικό τεκμήριο, καθώς είναι η πρώτη προσπάθεια καταγραφής της προφορικής τεχνογνωσίας του οργάνου σε εγγράμματη μορφή».

Δεν έχουμε να πούμε κάτι περισσότερα για το πολύ ενδιαφέρον αυτό πόνημα του Ανέστη Μπαρμπάτση, παρ’ εκτός ότι θα άξιζε τα labels των δίσκων, που εικονίζονται, να ήταν μεγαλύτερα και σε υψηλότερη ανάλυση, ώστε να διαβάζονταν καλύτερα.
 
 
Επαφή: www.metronomos.gr

24 Αυγ 2022

Επιδότηση ρεύματος: Ένα σκάνδαλο μεταφοράς δημόσιου χρήματος σε κερδοσκόπους που οδηγεί στον γκρεμό την ελληνική οικονομία

 Επιδότηση ρεύματος: Ένα σκάνδαλο μεταφοράς δημόσιου χρήματος σε κερδοσκόπους που οδηγεί στον γκρεμό την ελληνική οικονομίαΕπιδότηση ρεύματος: Ένα σκάνδαλο μεταφοράς δημόσιου χρήματος σε κερδοσκόπους που οδηγεί στον γκρεμό την ελληνική οικονομίαΜόνιμος μηχανισμός επιδοτήσεων στο ρεύμα με ορίζοντα 10ετίας

Γιάννης Α. Μυλόπουλος

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr.

Η κυβέρνηση εμφανώς πιεσμένη από τις τεράστιες αυξήσεις στις τιμές του ρεύματος που ανακοίνωσαν οι ανεξέλεγκτες επιχειρήσεις παραγωγής και παροχής του, αλλά και εμφανώς στρυμωγμένη από τις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο των υποκλοπών που παίρνει πια διεθνείς διαστάσεις, ανακοίνωσε ένα γενναίο πακέτο 1,9 δις ευρώ για επιδότηση ρεύματος σε οικιακά και επαγγελματικά τιμολόγια.

Η πρώτη εντύπωση, που είναι και αυτή στην οποία αποσκοπεί η κυβέρνηση, είναι ασφαλώς θετική. Σύμφωνα με την κυβερνητική προπαγάνδα το ρεύμα ακριβαίνει λόγω διεθνούς ενεργειακής κρίσης και λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και η κυβέρνηση προστατεύει τους πολίτες από τις αυξήσεις, επιδοτώντας τα τιμολόγια.

Είναι όμως έτσι;

Η ανάλυση της κυβερνητικής επικοινωνιακής μηχανής ξεχνά 3 – 4 σημαντικές… λεπτομέρειες που αλλάζουν εντελώς την εικόνα της κυβερνητικής πολιτικής. 

Πρώτη… λεπτομέρεια που αποκρύπτεται εντέχνως, είναι ότι οι τιμές του ρεύματος στην Ελλάδα είναι από τις ακριβότερες στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα η χώρα μας, με 616,38 ευρώ τη χονδρεμπορική τιμή της μεγαβατώρας, μοιράζεται μαζί με τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και συγκεκριμένα με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σλοβενία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία, τη δεύτερη ακριβότερη τιμή ρεύματος στην Ευρώπη. 

Με πρώτη την πλούσια Ελβετία, στην οποία η μεγαβατώρα στη χονδρική έχει 624 ευρώ.

Ενδεικτικά στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, οι κυβερνήσεις των οποίων έλαβαν σοβαρά μέτρα για την ενεργειακή κρίση και εντάχθηκαν σε ειδικό καθεστώς, η τιμή της μεγαβατώρας είναι μόλις 183 ευρώ, 3,5 φορές δηλαδή φτηνότερη από τη δική μας.

Κι ακόμη, η λιανική τιμή του ρεύματος στη Γερμανία των πολύ καλύτερων αμοιβών για τους εργαζόμενους, είναι 0,33 ευρώ ανά κιλοβατώρα, 3 δηλαδή φορές χαμηλότερη από τις αυξημένες τιμές που ανακοίνωσαν οι πάροχοι ρεύματος στην Ελλάδα.

Η πρώτη λεπτομέρεια, λοιπόν, που αποκρύπτει η κυβερνητική προπαγάνδα ανατρέπει πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα. Καθώς αν η ενεργειακή κρίση ήταν πράγματι εισαγόμενη, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, τότε γιατί οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που παρενέβησαν στην ενεργειακή αγορά και εφάρμοσαν γενναία μέτρα υπέρ των καταναλωτών, έχουν τόσο φτηνότερο ρεύμα;

Το πρώτο χρήσιμο συμπέρασμα επομένως που πρέπει να γνωρίζουν οι καταναλωτές είναι ότι οι τεράστιες αυξήσεις του ρεύματος που είμαστε αναγκασμένοι να υφιστάμεθα στην Ελλάδα δεν είναι εισαγόμενες και δεν οφείλονται σε διεθνείς συνθήκες.

Είναι αυξήσεις με ονοματεπώνυμο, καθώς οφείλονται αποκλειστικά στην πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η οποία έχοντας επιλέξει να μην επεμβαίνει στην ενεργειακή αγορά και να μην εφαρμόζει μέτρα για την προστασία των καταναλωτών, όπως το πλαφόν στις ανατιμήσεις που εφαρμόζουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ευθύνεται για τις υπέρμετρα μεγάλες αυξήσεις στα τιμολόγια.

Η δεύτερη… λεπτομέρεια που αποκρύπτεται από την κυβερνητική προπαγάνδα που αναπαράγουν όλα τα συστημικά ΜΜΕ, είναι ότι στην Ελλάδα οι επιχειρήσεις παραγωγής και παροχής ρεύματος θησαυρίζουν από τις αυξημένες τιμές ρεύματος, καθώς κερδοσκοπούν και αισχροκερδούν σε βάρος των καταναλωτών.

Η υπεύθυνη κυβέρνηση, η οποία έχει ευθύνη να προστατεύει τους πολίτες από φαινόμενα αισχροκέρδειας, έχει αφήσει την ενεργειακή αγορά ανεξέλεγκτη, επιτρέποντας την κερδοσκοπία, που σε άλλες εποχές κρατικής παρέμβασης στις αγορές θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα και θα διώκονταν.

Η τρίτη… λεπτομέρεια που σκοπίμως αποκρύπτεται αφορά στην πολιτική των επιδοτήσεων των αλόγιστα αυξημένων τιμών του ρεύματος.

Η επιδοματική πολιτική, ενώ φαίνεται να στηρίζει τους καταναλωτές, στην πραγματικότητα επιδοτεί τις μεγάλες επιχειρήσεις που κερδοσκοπούν σε βάρος του πολίτη. Γιατί οι επιδοτήσεις μεταβιβάζονται απευθείας από τους καταναλωτές στους κερδοσκόπους.

 

Αντί δηλαδή η κυβέρνηση, όπως κάνουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, να επιδιώκει τον έλεγχο της ενεργειακής αγοράς περιορίζοντας τις ανατιμήσεις, εκείνη όχι μόνο δεν διώκει, αλλά νομιμοποιεί και επιδοτεί με δημόσιο χρήμα την αισχροκέρδεια.

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τεράστιο σκάνδαλο μεταφοράς δημόσιου χρήματος από τα δημόσια ταμεία στις ιδιωτικές επιχειρήσεις παραγωγής και παροχής ρεύματος. Οι οποίες, αν και διαχειρίζονται και εμπορεύονται ενέργεια, ένα φυσικό και κοινωνικό, δηλαδή, αγαθό απαραίτητο για την επιβίωση της κοινωνίας, αυξάνουν ανεξέλεγκτα τις τιμές του στα ύψη προκειμένου να προσποριστούν υπερκέρδη.

Και το υπεύθυνο κράτος αντί να εμποδίζει και να διώκει αυτή την αντικοινωνική και κερδοσκοπική πολιτική, την επιδοτεί με 1,9 δις από τα δημόσια ταμεία.

Η τέταρτη… λεπτομέρεια που σκοπίμως αποκρύπτεται για την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης, αφορά στο ζημιογόνο ρόλο των επιδοτήσεων. Και απαντά στην αφελή, όσο και εύλογη, δεδομένου του ανενημέρωτου των πολιτών, αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι επιδοτήσεις στηρίζουν τους καταναλωτές σε δύσκολες στιγμές. 

Επιδοτώντας με 1,9 δις ζεστό, δημόσιο χρήμα η κυβέρνηση τις επιχειρήσεις που κερδοσκοπούν, εφαρμόζει ουσιαστικά μια άφρονα οικονομική πολιτική που επιδεινώνει τους δημοσιονομικούς δείκτες. Ήδη, το πλεόνασμα που άφησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην οικονομία έχει γίνει σήμερα έλλειμμα και μάλιστα της τάξης του 9,7% του ΑΕΠ. Που σημαίνει αντίστοιχη αύξηση του εξωτερικού χρέους της χώρας, προκειμένου να καλυφθούν τα ελλείμματα.

Η κυβέρνηση δηλαδή μοιράζει επιδοτήσεις από δημόσιο χρήμα που η χώρα δεν έχει και που αναγκάζεται να δανειστεί από το εξωτερικό.

Κάνουν δηλαδή μνημόσυνο με ξένα κόλυβα.

Υπενθυμίζεται ότι το 2009, ως αποτέλεσμα μιας αντίστοιχα άφρονος δημοσιονομικής πολιτικής που μοίραζε αφειδώς πενηντόευρα στους πυρόπληκτους της Ηλείας, η χώρα με 15,1% του ΑΕΠ έλλειμμα, μπήκε σε δημοσιονομική επιτήρηση από τους δανειστές της.

Που σημαίνει ότι με τα 7 δις που η κυβέρνηση μοιράζει αδιαφανώς σε εργολαβίες και προμήθειες σε δικούς της επιχειρηματίες και με το 1,9 δις που επιδοτεί σήμερα τους κερδοσκόπους της ενέργειας, σύντομα θα έρθει και πάλι η ώρα της δημοσιονομικής προσαρμογής που θα επιβάλουν στη χώρα οι δανειστές της.

Και τότε θα είμαστε πάλι εμείς, οι καταναλωτές του ρεύματος που σήμερα χαιρόμαστε με τις γενναίες επιδοτήσεις, που θα κληθούμε να πληρώσουμε το λογαριασμό. Με μείωση των μισθών και των συντάξεών μας, με αυξήσεις στη φορολογία και με την κατάργηση των όποιων κοινωνικών μας παροχών.

Την ίδια ώρα που οι επιχειρήσεις που επιδοτούνται θα απολαμβάνουν τα υπερκέρδη που η διανομή δημόσιου και δανεικού χρήματος από την κυβέρνηση Μητσοτάκη προκαλεί.

Η μεταφορά δημόσιου πλούτου από την κυβέρνηση σε μια ομάδα επιλεγμένων επιχειρηματιών που τη στηρίζουν, μέσω των επιδοτήσεων του ρεύματος, είναι σκανδαλώδης και καταστροφική για τη χώρα και τους πολίτες.

Γι’ αυτό, άλλωστε, ευρωπαίοι ηγέτες επίσης από τον συντηρητικό χώρο, όπως ο πρόεδρος Μακρόν, προστατεύοντας τα δημόσια οικονομικά της χώρας τους και τους ίδιους τους πολίτες προσέφυγαν σε μέτρα κρατικής παρέμβασης στις αγορές, όπως η επανακρατικοποίηση της ΔΕΗ και η εφαρμογή πλαφόν στα υπερκέρδη της ενεργειακής αγοράς.

Τι κρύβουν τα «ρεκόρ»;

 

Πηγή: Eurokinissi

Καθώς τελειώνει ο Αύγουστος, πυκνώνουν οι διθύραμβοι για τα «ρεκόρ» που σπάει ο τουρισμός σε σύγκριση με το 2019. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, οι αφίξεις προβλέπεται να ξεπεράσουν τα 30 εκατ. και οι εισπράξεις τα 18 δισ. ευρώ, που ήταν το «ταβάνι» πριν από τρία χρόνια. Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτά τα νούμερα;

Τα φετινά «ρεκόρ» προετοιμάστηκαν πολύ πριν ξεκινήσει η τουριστική σεζόν. Τις δύο προηγούμενες χρονιές, με την πανδημία σε έξαρση, η κυβέρνηση άπλωσε δίχτυ προστασίας στις μεγαλοεπιχειρήσεις του κλάδου, απαλλάσσοντάς τες ακόμα και από στοιχειώδεις υποχρεώσεις απέναντι στους εργαζόμενους.

Πολλοί απ' αυτούς βρέθηκαν ξεκρέμαστοι, χωρίς καθόλου εισόδημα, την ώρα που οι τουριστικοί όμιλοι και κυρίως τα μεγάλα ξενοδοχεία απολάμβαναν απλόχερη κρατική στήριξη για να κάνουν ανακαινίσεις, συγχωνεύσεις, εξαγορές.

Το 2021, με την πλειοψηφία των τουριστικών μονάδων σε αναστολή λόγω των περιορισμών για τον COVID, τα ξενοδοχεία αυξήθηκαν κατά 4% σε σχέση με το 2020 μόνο στον κεντρικό τομέα Αθηνών.

Συνολικά τη διετία 2020 - 2021 στο τουριστικό ...ρόστερ της χώρας προστέθηκαν επιπλέον 150 ξενοδοχειακές μονάδες, οι περισσότερες στην κατηγορία των τεσσάρων και πέντε αστέρων, που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του φετινού τζίρου.

Το κράτος στάθηκε πολύτιμος «αρωγός» των επενδυτών: Διαμορφώνοντας το κατάλληλο χωροταξικό πλαίσιο, επιδοτώντας αδρά τους ξενοδοχειακούς ομίλους με νόμους του ΣΥΡΙΖΑ (4399/2016) και της ΝΔ (4887/2022, 4914/2022, 4949/2022), ξοδεύοντας τεράστια ποσά σε αναπλάσεις και υποδομές που αναβαθμίζουν το τουριστικό προϊόν.

Μόνο το 2021 πάνω από 800 εκατ. ευρώ δόθηκαν ως άμεση κρατική επιχορήγηση σε τουριστικές επιχειρήσεις, για να περιορίσουν τη χασούρα από τη μειωμένη κίνηση λόγω κορονοϊού. Το μεγαλύτερο μέρος της ενίσχυσης πήγε στους μεγάλους ξενοδοχειακούς ομίλους, για τους οποίους προβλεπόταν επιδότηση μέχρι και 1,8 εκατ. ευρώ ανά επιχείρηση!

Ακόμα και τα «υγειονομικά πρωτόκολλα» της πανδημίας «κούμπωσαν» φέτος απόλυτα με τις ανάγκες των τουριστικών ομίλων, με την κυβέρνηση να ...εξαφανίζει τον κορονοϊό πριν την έναρξη της τουριστικής σεζόν και να ετοιμάζεται να τον επανεμφανίσει όταν πλησιάζει η λήξη της.

Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη έχει να κάνει με το πώς ζουν το «θαύμα του τουρισμού» οι εργαζόμενοι και οι βιοπαλαιστές ΕΒΕ στον κλάδο. Αλλά και τα εκατομμύρια λαϊκά νοικοκυριά, που σε ποσοστό 50% περίπου δεν μπορούν να κάνουν ούτε μία μέρα διακοπές ενώ η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη στον εισερχόμενο τουρισμό αυξήθηκε φέτος κατά 10% σε σχέση με το 2019!

Την 7ετία 2013 - 2019 οι αυξήσεις που δόθηκαν από Συλλογικές Συμβάσεις ήταν της τάξης του 1% και 1,5%. Οι σημερινοί μισθοί είναι χαμηλότεροι και από τον κατώτατο που υπήρχε στον κλάδο πριν από 10 χρόνια, παρά το γεγονός ότι ο εισερχόμενος τουρισμός έχει πολλαπλασιαστεί και το κόστος ζωής των εργαζομένων έχει εκτιναχθεί.

Οι εργασιακές σχέσεις, με τις 14 διαφορετικές μορφές «ευέλικτης» εργασίας, τα ανύπαρκτα ωράρια και την απασχόληση σε πολλά διαφορετικά πόστα, κάνουν τον βίο αβίωτο για τους εργαζόμενους.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που λείπουν φέτος περισσότεροι από 40.000 εργαζόμενοι από τις επιχειρήσεις του κλάδου, παρά την έκρηξη του τουρισμού. Και θα ήταν ακόμα περισσότεροι, αν δεν υπήρχε η εκτεταμένη ανήλικη και «μαύρη» εργασία να καλύπτει τα κενά.

Οσον αφορά τους μικροεπαγγελματίες, τα «ρεκόρ» τούς αφήνουν αδιάφορους και ήδη απασχολεί πώς θα βγάλουν τον χειμώνα, με τα έξοδα και την ακρίβεια να «τρέχουν». Ειδικά στις περιοχές που δεν προσελκύουν τουρίστες από το εξωτερικό η κατάσταση είναι ακόμα πιο δύσκολη, αφού ο εσωτερικός τουρισμός, εκτός από περιορισμένος, έχει και πολύ λιγότερα λεφτά να ξοδέψει.

Η «εξωστρέφεια» του τουρισμού εκθέτει τον κλάδο στα σκαμπανεβάσματα της παγκόσμιας οικονομίας, που εμφανίζει σημάδια νέας συγχρονισμένης κρίσης, και των γεωπολιτικών εξελίξεων, που είναι στο «κόκκινο». Κανένας δεν υπέγραψε ...συμβόλαιο με τα «ρεκόρ», που έρχονται και παρέρχονται, με τους εργαζόμενους και τον λαό πάντα στην πλευρά των χαμένων.

Γι' αυτό, είναι ανάγκη το δικαίωμα στις διακοπές και τον τουρισμό να βρεθεί στο επίκεντρο των διεκδικήσεων του εργατικού - λαϊκού κινήματος.

Να δυναμώσει η πάλη για αυξήσεις στους μισθούς και σύγχρονα δικαιώματα των εργαζομένων του κλάδου. Το κέρδος είναι αυτό που μετατρέπει σε ακριβοπληρωμένο εμπόρευμα την ανάγκη του λαού για ποιοτική ξεκούραση και αναψυχή, και αυτό πρέπει να βάλει στο στόχαστρο με την πάλη του.

Αναδημοσίευση από τη στήλη «Η Άποψη μας» του «Ριζοσπάστη», Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

«Σ’ αφήσανε μωρή Βουλγάρα;…» – Η Σωτηρία Μπέλλου δέθηκε με το λαό και με τα τραγούδια της και με κοινούς αγώνες

 Φτώχεια, αγώνας για την επιβίωση, αντίσταση, εμφυλιοπολεμικές διώξεις, πίκρες, πάθη και τραγούδι, συνθέτουν τη ζωή της μεγάλης λαϊκής ερμηνεύτριας, της ρεμπέτισσας που συνδέθηκε με το λαό και με κοινούς αγώνες.

Αύγουστο ξεκίνησε και τέλειωσε η ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου. Στις 22 του Αυγούστου 1921, σαν σήμερα, γεννήθηκε στη Χαλκίδα, και στις 27 του μήνα, το 1997 έφυγε από τη ζωή· αδάμαστη και ασυμβίβαστη, όπως πορεύτηκε για εβδομήντα έξι χρόνια.

Η ζωή της Μπέλλου πέρασε από σαράντα κύματα: φτώχεια, αγώνας για την επιβίωση, αντίσταση, εμφυλιοπολεμικές διώξεις, πίκρες, πάθη και τραγούδι, πολύ τραγούδι.

«Μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει…»

Παντρεύεται στα 17, αλλά ο γάμος της σύντομα θα διαλυθεί. Στις 29 του Οκτώβρη 1940 φτάνει στην Αθήνα όπου θα κάνει πολλές δουλειές για να ανταπεξέλθει, ενώ παράλληλα θα παίζει με την κιθάρα της και θα τραγουδάει σε ταβέρνες.

«Ήμουν, είμαι και θα είμαι αριστερή. Το λέω και το φωνάζω… Πέρασα πολλά. Και ξύλο και φυλακές», θα πει πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή της στο Ριζοσπάστη, την εφημερίδα που η ίδια διακινούσε κρυφά εκείνα τα πέτρινα χρόνια.

Οι Γερμανοί την πιάνουν και τη φυλακίζουν. Τον Δεκέμβρη του 1944 παίρνει μέρος με τον ΕΛΑΣ στις μάχες της Αθήνας και τραυματίζεται. Στη συνέχεια δίνει τη μάχη της επιβίωσης. Μέχρι που θα συναντηθεί με τον Τσιτσάνη. Η ζωή της θα αλλάξει, όχι όμως και η ίδια η Σωτηρία.

Η ίδια διηγείται στη Σοφία Αδαμίδου, συγγραφέα της αυτοβιογραφίας της με τίτλο «Πότε ντόρτια, πότε εξάρες» (εκδ. Λιβάνη): «Ήμουν με τους αριστερούς της Χαλκίδας και σε μια μάχη κοντά στην Ομόνοια, οδός Βούλγαρη και Πειραιώς, τραυματίστηκα στο χέρι. Αμέσως μετά την οπισθοχώρηση δεν πρόλαβα να φύγω, έμεινα λίγο πίσω και κάτι… μην πω… με κάρφωσαν στην Εθνοφυλακή και κοντά στον Σταθμό Λαρίσης, εδώ στον Άγιο Παύλο, με συνέλαβαν.

(…) «Στη Θεμιστοκλέους, όταν γύρισα τράβηξα πάλι μαρτύρια. Μια μέρα ζήτησα να μας δώσουν λίγο ψωμί περισσότερο. Η κατάσταση ήταν τραγική. Πείνα και δυστυχία. Είχαμε μια κουβέρτα δέκα γυναίκες. Όταν, λοιπόν, ζήτησα λίγο παραπάνω ψωμί, μου είπαν “Αντάρτισσα είσαι; Κι εδώ μέσα είσαι αντάρτισσα”; Με παίρνουν αμέσως και με πολλές φασαρίες με κλείνουν στο πειθαρχείο».

(…) «Μετά από καιρό περνάγαμε από μια επιτροπή και κάθε μέρα, δύο – τρεις κάθε φορά τις άφηναν ελεύθερες. Κάποια μέρα, λοιπόν, ήρθε και η δική μου σειρά. Με άφησαν ελεύθερη. Μόλις βγήκα είχα πάρει μια κουβέρτα και κάτι σχισμένα παπούτσια και βάδιζα προς την Ομόνοια. Με βλέπει ένας αξιωματικός που ήταν στη Θεμιστοκλέους και μου λέει: “Σ’ αφήσανε μωρή Βουλγάρα;” Του λέω δεν είμαι Βουλγάρα είμαι Ελληνίδα. Με πλακώνει στο ξύλο και με ξαναπάει φυλακή…»

Ηχογραφεί τα πρώτα της τραγούδια και γρήγορα καθιερώνεται ως λαϊκή τραγουδίστρια.

Το 1948 τραγουδάει με τον Τσιτσάνη στου «Τζίμη του Χοντρού», ένα κέντρο της οδού Αχαρνών. Μαζί τους στο πάλκο είναι και οι Περιστέρης, Κασιμάτης, Κερομύτης, Ρούκουνας κ.ά. Η Σωτηρία θα αρνηθεί να τραγουδήσει το «βασιλικό τραγούδι, όπως τότε το έλεγαν οι χίτες», «Του αϊτού ο γιος», που της παρήγγειλλαν να πει από ένα τραπέζι. Για την άρνησή της θα υποστεί άγριο ξυλοδαρμό, θα φύγει από το μαγαζί και θα θυμάται πάντα ότι κανείς από τους άντρες συναδέλφους της δεν σηκώθηκε να την υπερασπιστεί.

 Σωτηρία Μπέλλου: Σαν σήμερα γεννιέται η «τελευταία ρεμπέτισσα» - Menta 88 FM

«Τον πόνο έχω αδελφό μα τον κρατώ βαθιά κρυφό…»

Η Σωτηρία Μπέλλου συνεργάστηκε με μεγάλη επιτυχία με τους Παπαϊωάννου, Χιώτη, Μητσάκη, Καπλάνη, Γαβριήλ, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Χατζηχρήστου, Περιστέρη, Ροβερτάκη, Κολοκοτρώνη, Μπακάλη, Μπαγιαντέρα, Βασιλειάδη κ.ά. σε τραγούδια που δεν θα πάψουν να τραγουδιούνται, όπως «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Όταν πίνεις στην ταβέρνα», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Γύρνα στη ζωή την πρώτη», «Κάνε κουράγιο καρδιά μου», «Ο ναύτης», «Το σβηστό φανάρι», «Είπα να σβήσω τα παλιά», «Άνοιξε, άνοιξε» και πολλά πολλά ακόμα.

Δεν θα διστάσει όμως να ερμηνεύσει με την χαρακτηριστική, ανεπανάληπτη, εμβληματική φωνή της, και τραγούδια των Ξαρχάκου, Σαββόπουλου (Το βαρύ ζεϊμπέκικο), Μούτση (Το φράγμα), Ανδριόπουλου (Λαϊκά προάστια), Λάγιου (Αη Λαός), Αρ. Κουνάδη, Β. Δημητρίου.

«Ό,τι έχω πει», έλεγε σε συνέντευξή της στο «Ριζοσπάστη» (6/12/87), «είναι βγαλμένο απ’ τη ζωή. Κράτησα μια ποιότητα, γιατί για να πω ένα τραγούδι κάθομαι και το μελετώ. Το διαβάζω, το ξαναδιαβάζω, να δω την έννοιά του, πού καταλήγει… Γιατί πώς αλλιώς θα επιλέξω… Άντε, επειδή μας έφεραν ένα τραγούδι θα το πούμε… Ύστερα, όλα τα τραγούδια που ‘χω πει τα ‘χω αγαπήσει. Ορισμένα τα ‘χω αγαπήσει πιο πολύ, όπως κι ο κόσμος. Είναι δεμένα μαζί μου. Έχω ένα που το ‘χει γράψει ο Τσιτσάνης: “Ποια καρδιά δε θα ραΐσει”. Αυτό το τραγούδι κάτι μου λέει…»

Η Σωτηρία Μπέλλου ήταν γενναιόδωρος άνθρωπος. Και στα πάνω και στα κάτω της έδινε τη βοήθειά της δίχως να το σκεφτεί. Κάποιες φορές που χρειάστηκε η ίδια βοήθεια δεν την είχε. Με αυτό το παράπονο έφυγε από τη ζωή.

«Αναμετρήθηκε με το χρόνο, με τις σκληρές και δύσκολες εποχές του τόπου μας, με τη γλυκόπικρη ζωή και τη μεγάλη ψυχή του λαού μας, αλλά κυρίως αναμετρήθηκε με τη ζωή ενός ανθρώπου που βάδιζε πάντα κόντρα στον άνεμο, όμως τις περισσότερες φορές χέρι χέρι με τις αγωνίες του λαού. (…) Δεν μας επιτρέπεται πια να καταλογίσουμε κανένα λάθος σ’ αυτό τον άνθρωπο, που έδωσε αμέτρητες μάχες για την προσωπική του ελευθερία. Τα μόνα, ίσως, λάθη ήταν τα πάθη της. Αλλά κι αυτά τα ονομάζουμε έτσι στη δική μας γλώσσα. Στην ξύλινη γλώσσα της λογικής από την οποία λίγοι μπορούμε να ξεφύγουμε. Όμως, οφείλουμε σεβασμό στους ανθρώπους που «ξεφεύγουν» γιατί θέλουν να είναι ελεύθεροι», επισημαίνει η Σοφία Αδαμίδου στο βιβλίο της «Πότε ντόρτια, πότε εξάρες».

 

Δείτε ακόμα:


Πατώντας εδώ δείτε όλες τις πολύ ενδιαφέρουσες αναρτήσεις του περιοδικού για τη Σωτηρία Μπέλλου.

Η μάστιγα της αυτοκινητομανίας

 ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ | ΕΙΔΗΣΕΙΣ | in.gr

Εδώ και παραπάνω από πενήντα χρόνια, ο αστικός ιστός δεν παύει να εκτείνεται και ταυτόχρονα να τέμνεται διαρκώς, προς όφελος της αυτοκίνησης. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι ελεύθεροι χώροι και η αγροτική γη αλλάζουν χρήση, «βιομηχανοποιούνται» και υποτάσσονται στις ανάγκες των τεσσάρων τροχών. Το παράδειγμα της Γαλλίας.

Πώς είναι δυνατόν να έχει ασχημύνει και να έχει τυποποιηθεί τόσο πολύ, από την Αλσατία ώς τη Χώρα των Βάσκων κι από την Κορσική ώς τη Βρετάνη, μια χώρα όπως η Γαλλία, που ενσαρκώνει την ποικιλομορφία των καλλιεργειών και των αστικών τοπίων στην Ευρώπη; Πώς μπόρεσαν πόλεις με τόσο πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά να αφήσουν να κατασκευαστούν στα περίχωρά τους τέτοια γιγαντιαία εμπορικά υπόστεγα, απρόσωπα όσο και αποκρουστικά, καταδικάζοντας σε μαρασμό το κέντρο και τις λαϊκές συνοικίες τους;

Αν και η ιστορία της εμπορικής αστικοποίησης της Γαλλίας δεν έχει ακόμα γραφτεί, αρχίζει πιθανότατα στο Ντέιτον των ΗΠΑ, στα τέλη της δεκαετίας του 1950. «Noparking, nobusiness» («χωρίς πάρκινγκ, μπίζνες δεν γίνονται»): ο Μπερνάρντο Τρουχίγιο, ο γκουρού του λιανεμπορίου, διακηρύσσει την έλευση της εποχής «τα πάντα με το αυτοκίνητο». Κηρύσσει επίσης ότι το μέσο για την αποκόμιση οφέλους είναι το παιχνίδι με την εξισορρόπηση και την αντιστάθμιση των περιθωρίων κέρδους: σχεδόν μηδενικά για τα προϊόντα «κράχτες» όπως η βενζίνη και μεγιστοποιημένα για τα υπόλοιπα, «μια νησίδα ζημιών μέσα σε έναν ωκεανό κερδών»1.

Καθώς επιθυμεί να αυξήσει τις πωλήσεις των ταμειακών μηχανών που παράγει, η αμερικανική εταιρία National Cash Register (NCR) οργανώνει σεμινάρια για τις «σύγχρονες εμπορικές μεθόδους», που προσελκύουν πολλούς Δυτικούς –και κυρίως Γάλλους. Με εξαίρεση τον Εντουάρ Λεκλέρκ των ομώνυμων υπεραγορών, οι ιδρυτές όλων των μελλοντικών μεγάλων ομίλων λιανικού εμπορίου της Γαλλίας συνωστίζονται σε αυτά: της Auchan, του Castorama, του Prisunic, του Promodès, της Fnac, του Printemps κ.λπ. Ο Μισέλ Φουρνιέ, ιδρυτής του Carrefour, επιστρέφει από το Ντέιτον πεπεισμένος για την ανάγκη να επεκταθούν οι χώροι στάθμευσης και το εμβαδόν των χώρων πώλησης της πρώτης γαλλικής υπεραγοράς, την οποία εγκαινιάζει το 1963 στη Σαιντ Ζενεβιέβ ντε Μπουά, στον νομό της Εσόν. Το 1975 υπάρχουν στη χώρα 250 γιγαντιαία καταστήματα αυτού του τύπου2, το 1980 είναι 400, ενώ σήμερα ο αριθμός τους φτάνει τα 2.200. Ο ετήσιος κύκλος εργασιών τους υπερβαίνει τα 100 δισ. ευρώ, ενώ πραγματοποιούν το 35% των πωλήσεων τροφίμων.

Το 1964, ένας έμπορος οικιακών συσκευών ανοίγει ένα πρώτο κατάστημα στην ελώδη περιοχή βόρεια της Μασσαλίας: η Plan de campagne θα μετατραπεί σε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές ζώνες της Γαλλίας. Το 1969 ανοίγουν τα πρώτα εμπορικά κέντρα με καταστήματα στη σειρά: το Parly στις Υβελίν και το Cap 3000 κοντά στο αεροδρόμιο της Νίκαιας. Όπως και τα αναρίθμητα εμπορικά κέντρα ή εμπορικές ζώνες που θα ακολουθήσουν, περιστοιχίζονται από χώρους στάθμευσης –το εμπορικό κέντρο της Νίκαιας παίρνει το όνομά του από τις 3.000 θέσεις παρκαρίσματος. Λόγω της επιθυμίας να προσαρμοστεί η πόλη στο αυτοκίνητο, η αυτοκινητομανία σκότωσε την πολεοδομία, όπως το είχε προβλέψει ο Αντρέ Γκορζ3 ήδη από το 1973: «Αν το αυτοκίνητο πρέπει σώνει και καλά να κυριαρχήσει, τότε απομένει μόνο μία λύση: να καταργήσουμε τις πόλεις, δηλαδή να τις απλώσουμε σε εκατοντάδες χιλιόμετρα, κατά μήκος κολοσσιαίων οδικών αξόνων και προαστίων αναπτυγμένων δίπλα στους αυτοκινητοδρόμους»4.

Αναμφίβολα, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μεγάλοι όμιλοι του λιανικού εμπορίου και η αυτοκινητοβιομηχανία είναι εδώ και πολύ καιρό οι πρώτοι σε δαπάνες διαφημιζόμενοι, προωθώντας μια δοξασία: το ιδιωτικό αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο-κουβαλητής, έχει τη δυνατότητα να μας βοηθά να εξοικονομούμε χρόνο και να μας προσφέρει τόσες πολλές υπηρεσίες, ώστε θα πρέπει να συμφιλιωθούμε συνολικά με τις οχλήσεις που συνεπάγεται. Ατυχήματα, ρύπανση της ατμόσφαιρας, του νερού, του εδάφους, συμβολή στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, θόρυβος, κυκλοφοριακή συμφόρηση, καταστροφή των τοπίων και της βιοποικιλότητας κ.ο.κ.: πράγματι, ο φαύλος κύκλος της εξάρτησης από το αυτοκίνητο συνεπάγεται κολοσσιαία «εξωτερικά κόστη» που μετακυλίονται στο περιβάλλον, τα οποία έχουν υπολογιστεί στα 820 δισ. ευρώ ετησίως για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στα 109 δισ. για τη Γαλλία (ποσό που αντιστοιχεί στο 5,5% του ΑΕΠ της χώρας)5. Και παραμένει ακόμη αδύνατο να εκτιμηθεί το στοιχειώδες: το κόστος μιας επέκτασης του αστικού ιστού που πολύ δύσκολα μπορεί να αναστραφεί.

Όσο κι αν η περιαστικοποίηση μετατρέπεται σε παγκόσμιο φαινόμενο, η Γαλλία διακρίνεται στην Ευρώπη λόγω του ιδιαίτερου μοντέλου της όσον αφορά την είσοδο στην πόλη, όπου αφθονούν οι υπεραγορές και οι εμπορικές ζώνες. Η συγκεντροποίηση επιχειρήσεων και εγκαταστάσεων στον χώρο των τροφίμων αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για όλους τους κλάδους του λιανικού εμπορίου, από τη μόδα ώς τα αθλητικά είδη. Από την αρχή, οι μικρέμποροι ανησυχούσαν για τις συνέπειες της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς. Το 1973, ο νομοθέτης επιχείρησε να δημιουργήσει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο για την επέκταση των πόλεων, με τον νόμο Ρουαγιέ και τη δημιουργία επιτροπών που υποτίθεται ότι θα ρύθμιζαν την εγκατάσταση των νέων εμπορικών συγκροτημάτων. Όμως, η υποκρισία των τοπικών αρχόντων, όλων των παρατάξεων, και η διαφθορά οδήγησαν αυτές τις επιτροπές σε παρεκκλίσεις, όπως αποδείχθηκε περίτρανα το 1991 από την εξεταστική επιτροπή του Κοινοβουλίου για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων.

Οι νόμοι Σαπέν του 1993 περί διαφθοράς, Γκαλάν του 1996 περί απαγόρευσης πωλήσεων με ζημία και Ραφαρέν του 1996, με τον οποίο μειώνεται στα 300 τ.μ. το εμβαδόν των καταστημάτων για τα οποία δεν απαιτείται ειδική άδεια εγκατάστασης από τις αρχές, επιχείρησαν χωρίς επιτυχία να φρενάρουν αυτήν την τάση. Η Επιτροπή για την Απελευθέρωση της Γαλλικής Ανάπτυξης, που συγκροτήθηκε από τον Νικολά Σαρκοζί μετά την εκλογή του το 2007, με πρόεδρο τον Ζακ Αταλί6 (και εισηγητή τον νεαρό τότε Εμμανουέλ Μακρόν), πρότεινε να καταργηθούν οι κυριότεροι περιορισμοί των προηγούμενων νόμων και να εφαρμοστεί με ζήλο η ευρωπαϊκή οδηγία για τις υπηρεσίες. Έτσι, ο Νόμος για τον Εκσυγχρονισμό της Οικονομίας του Αυγούστου 2008 άνοιξε διάπλατα τον δρόμο προς αυτήν την κατεύθυνση. «Η μηχανή που κατασκευάζει τους μεγάλους εμπορικούς χώρους δεν επιβραδύνθηκε. Αντίθετα, άρχισε να λειτουργεί με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς», παρατηρεί ο Φρανκ Ζεντράν, εκπρόσωπος του Ινστιτούτου των Περιφερειών7.

Αλλού, η χωροταξία του εμπορίου πήρε εντελώς διαφορετικές μορφές –λόγου χάρη στη Βόρεια Ευρώπη, όπου δημιουργήθηκαν σουπερμάρκετ μικρότερων διαστάσεων και πιο κοντά στην κατοικία του καταναλωτή. Στη Γαλλία, το 2012, στο εμπορικό κέντρο των πόλεων αντιστοιχούσε πλέον μόνο το 25% του κύκλου εργασιών του εμπορίου, έναντι του 62% για τις ζώνες που βρίσκονται στην περιφέρεια των πόλεων και μόλις 13% για τις υπόλοιπες συνοικιακές αγορές8. Αντίθετα, στη Γερμανία, καθένα από αυτά τα τμήματα της αγοράς είχε σχεδόν ίσο μερίδιο, περίπου το ένα τρίτο. Κι ενώ η Γαλλία με τον νόμο για τον Εκσυγχρονισμό της Οικονομίας διευκόλυνε την εγκατάσταση των εξειδικευμένων γερμανικών εκπτωτικών αλυσίδων (Aldi, Lidl), η Γερμανία δεν συμμορφωνόταν με τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρνούμενη να χαλαρώσει τον χωροταξικό σχεδιασμό της, που αποσκοπεί στον περιορισμό της εγκατάστασης εμπορικών ζωνών στην περιφέρεια των πόλεων.

Η περιαστικοποίηση του εμπορίου συμβαδίζει με την τάση μετακίνησης του πληθυσμού εκτός αστικού κέντρου και την τάση κατασκευής συγκροτημάτων μονοκατοικιών στην ευρύτερη περιφέρεια των πόλεων –και ταυτόχρονα τις μεγεθύνει. Η ραγδαία ανάπτυξη του περιαστικού εμπορίου οφείλεται καταρχάς στα κέρδη που προκύπτουν από τη συγκέντρωση της εμπορικής δραστηριότητας, καθώς το 1% των σημείων πώλησης δημιουργούν το ένα τρίτο του τζίρου των λιανικών πωλήσεων σε καταστήματα, σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών (INSEE): «Η κερδοφορία τους είναι σαφώς υψηλότερη από τον μέσο όρο»9. Ωστόσο, υπάρχει μια ακόμα πιο προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα: η επένδυση σε οικόπεδα και κτίρια. Εταιρείες με ειδίκευση στα εμπορικά ακίνητα, όπως η Klépierre και η Unibail-Rodamco-Westfield, καταγράφουν επί δεκαετίες τεράστιες επιτυχίες στο χρηματιστήριο. Ο αγώνας δρόμου για τη μετατροπή της αγροτικής γης σε τεχνητό περιβάλλον εξηγείται κατά κύριο λόγο από τα ποικίλα χρηματοοικονομικά οφέλη που αποκομίζουν οι μεσάζοντες από τις αγοραπωλησίες ακινήτων.

Η υγειονομική κρίση άλλαξε τα δεδομένα; Το κλείσιμο των μη αναγκαίων μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με την αλματώδη αύξηση των πωλήσεων του ηλεκτρονικού εμπορίου (+32% το 2020), αλλά και των σημείων παραλαβής με αυτοκίνητο των ηλεκτρονικών παραγγελιών, προκαλεί ανατροπές στο μοντέλο –και στο χρηματιστήριο της κτηματαγοράς. Το φάντασμα των deadmalls διασχίζει τον Ατλαντικό. Στις ΗΠΑ, ο αριθμός των «νεκρών εμπορικών κέντρων» μαρτυρά τον κορεσμό της αγοράς. Ο αριθμός-ρεκόρ των μικρών και μεσαίων καταστημάτων που κλείνουν εντείνει τον φόβο –που έκανε την εμφάνισή του το 2010– για μια πραγματική «Αποκάλυψη στο λιανικό εμπόριο». Στη Γαλλία, οι υπεραγορές χάνουν ένα μέρος του ειδικού βάρους τους, ενώ παράλληλα παρατηρήθηκε μια αναντιστοιχία της κατανάλωσης των νοικοκυριών (που βρίσκεται σε στασιμότητα λόγω της ατονίας της αγοραστικής δύναμής τους) και της αυξανόμενης παραγωγής εμπορικών χώρων. Τα νέα κατασκευαστικά σχέδια, μερικές φορές φαραωνικού τύπου, βρίσκονται ολοένα συχνότερα αντιμέτωπα με τη λαϊκή αντίσταση, όπως στο Τουρνύ (νομός Σαόν-ε-Λουάρ) ενάντια στην αλυσίδα Leclerc ή στην Γκονές (νομός Βαλ-ντ’ Ουάζ) ενάντια στην Europacity. Ωστόσο, η εγκατάλειψη του τελευταίου10 δεν προδικάζει διόλου τη μοίρα πολλών άλλων σχεδίων που βρίσκονται ακόμα στα χαρτιά. Τα τελευταία χρόνια σημαδεύτηκαν από τον πολλαπλασιασμό των καταστημάτων όπου οι παραγγελίες παραδίδονται στον πελάτη εντός του αυτοκινήτου του («drive»): ένα σύστημα που συνδυάζει την άνεση του οδηγού με την υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας των υπαλλήλων, οι οποίοι αξιολογούνται με το χρονόμετρο.

«Δεν μπορεί πια κανείς να παρκάρει!» Αν και θύματα της μεγάλης επέκτασης του αστικού ιστού, οι έμποροι του κέντρου των πόλεων συχνά εξακολουθούν να αναπαράγουν τους μύθους που ενισχύουν την αυτοκινητομανία σε βάρος τους. Μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2020 στις Βρυξέλλες καταδεικνύει χαρακτηριστικά την απόκλιση ανάμεσα στην αντίληψη της κατάστασης και στην πραγματικότητα: το 67% των ερωτηθέντων καταστηματαρχών στην λεωφόρο Βατερλώ θεωρούσαν ότι οι πελάτες τους έρχονται να ψωνίσουν με αυτοκίνητο, τη στιγμή που αυτό ίσχυε μονάχα για το 22%11… Συχνά, η άποψη ότι υπάρχουν δυσκολίες στη στάθμευση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ιδιαίτερα σε μεγάλες πόλεις όπως το Παρίσι όπου, σε κλίμακα πόλης, οι στεγασμένες θέσεις στάθμευσης υπερβαίνουν σε μεγάλο βαθμό τη ζήτηση12.

Πέρα από την ωφέλειά τους για την υγεία και το περιβάλλον, τα μη μηχανοκίνητα μέσα μετακίνησης απαιτούν λιγότερες υποδομές και καταναλώνουν λιγότερο χώρο, κάτι που διευκολύνει την πρόσβαση στα καταστήματα. Για παράδειγμα, ήδη από το 2003, μια μελέτη απέδειξε ότι οι πεζοί και οι ποδηλάτες υπερτερούσαν στα συνοικιακά καταστήματα. Αν και αγοράζουν λιγότερα σε κάθε επίσκεψή τους, είναι πιο πιστοί πελάτες και συνολικά δαπανούν πολύ περισσότερα χρήματα13. Στη Νέα Υόρκη, στο Πόρτλαντ, στο Ώκλαντ, στο Δουβλίνο, στο Λονδίνο, στη Μαδρίτη, στο Τορόντο ή στο Γκρατς, όλες οι πρόσφατες έρευνες επιβεβαίωσαν ότι στις μητροπόλεις όντως ισχύει το σύνθημα «Λιγότερα αυτοκίνητα, περισσότεροι πελάτες!»14. Όλες αυτές οι πόλεις κατόρθωσαν να λύσουν το πρόβλημα της μεγάλης επέκτασης του αστικού ιστού χάρη σε ένα πυκνό δίκτυο μέσων μαζικής μεταφοράς ή και ποδηλατοδρόμων. Αντίθετα, αυτή η προοπτική αποτελεί τεράστια πρόκληση για πολλές μεσαίες πόλεις, όπου δεν υπάρχει σχεδόν καμία άλλη εναλλακτική λύση από το αυτοκίνητο. Ωστόσο, η μείωση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων και η ανάπτυξη εναλλακτικών τρόπων μετακίνησης έχουν θετικές επιπτώσεις στον τζίρο των εμπορικών καταστημάτων του κέντρου των πόλεων. Απλά και μόνο ο διπλασιασμός των ποδηλατών μέσα στο αστικό περιβάλλον θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια οικονομική έκρηξη της τάξης των 27 δισ. ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση15. Όμως, οι συνήθειες δύσκολα αλλάζουν και σχεδόν το ήμισυ των καθημερινών μετακινήσεων που δεν υπερβαίνουν το ένα χιλιόμετρο πραγματοποιούνται με αυτοκίνητο16.

Φορολογικά πλεονεκτήματα, «μάνατζερ του κέντρου των πόλεων», δωρεάν στάθμευση: στη Γαλλία, οι άρχοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης πολλαπλασιάζουν τις πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος των κενών καταστημάτων, καθώς το ποσοστό τους αυξήθηκε από 7,2% το 2012 σε 11,9% το 201817. Το υπουργείο Συνοχής της Επικράτειας δρομολόγησε το σχέδιο «Δράση στην καρδιά της πόλης» προκειμένου να τονώσει την εμπορική ζωή και να αυξήσει την οικονομική ελκυστικότητα 222 δήμων. Όμως, πέρα από το γεγονός ότι αυτά τα εγχειρήματα αγνοούν συχνά τις υπόλοιπες συνοικίες, είναι καταδικασμένα να αποτύχουν εάν δεν υπάρξει μια σε βάθος αλλαγή της πολιτικής για τις μεταφορές και τις πολιτικής για τις χρήσεις της γης, καθώς αυτά τα ζητήματα συνδέονται στενά.

Η Συνέλευση των Πολιτών για το Κλίμα (CCC)18 είχε προτείνει «να ληφθούν αμέσως περιοριστικά μέτρα για να σταματήσει η χωροθέτηση περιαστικών εμπορικών ζωνών που καταναλώνουν μεγάλες εκτάσεις γης». Ο σχετικός γαλλικός νόμος του 2021 διευκρινίζει μεν ότι «δεν δίνεται άδεια για την εγκατάσταση ή την επέκταση χώρων προς εμπορική εκμετάλλευση που συνεπάγονται αλλαγή μορφής της αγροτικής γης», προβλέπει όμως πλήθος εξαιρέσεων από τη στιγμή που το σχέδιο δεν υπερβαίνει τα 10.000 τ.μ. Επιπλέον, εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις αποθήκες που προορίζονται για την εξυπηρέτηση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Έχουμε ήδη καθυστερήσει να δώσουμε τη μάχη.


  1. Jacques Tristan, «L’américanisation du commerce français au début des années 1960. Bernardo Trujillo et les séminaires Modern Merchant Methods», «Vingtième Siècle», τ. 134, Παρίσι, Απρίλιος-Ιούνιος 2017.
  2. Η Insee κατατάσσει τα καταστήματα τροφίμων σε κατηγορίες ανάλογα με τον εμβαδό των χώρων πώλησης: υπεραγορά (άνω των 2500 τετρ. μέτρων), σουπερμάρκετ (άνω των 400 τ.μ.), μινιμάρκετ (άνω των 120 τ.μ.) και κατάστημα τροφίμων για καταστήματα με μικρότερο εμβαδό.
  3. (Σ.τ.Μ) André Gorz (1923-2007), Γάλλος φιλόσοφος. Ξεκινώντας από μαρξιστικές καταβολές εξελίχθηκε σε κορυφαίο θεωρητικό της γαλλικής πολιτικής οικολογίας. Ενδιαφέρθηκε επίσης ιδιαίτερα και για τις εξελίξεις στον τομέα της εργασίας.
  4. André Gorz, «L’idéologie sociale de la bagnole», Le Sauvage, Παρίσι, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1973.
  5. «Handbook on the external costs of transport», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλλες, Ιανουάριος 2019.
  6. (Σ.τ.Μ) Jacques Attali (1943-), Γάλλος οικονομολόγος και συγγραφέας με ιδιαίτερα μεγάλη παρουσία στα ΜΜΕ. Υπήρξε σύμβουλος του Φρανσουά Μιτεράν και πολλών άλλων προέδρων. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε πρωτεργάτης της σύνταξης της ιστορικής Έκθεσης της Λέσχης της Ρώμης με τίτλο «Τα όρια της ανάπτυξης», η οποία προειδοποιούσε για τον κίνδυνο της κατάρρευσης του περιβάλλοντος (1972), έχει πλέον στραφεί σε πολύ πιο συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες απόψεις.
  7. Franck Gintrand, «Le Jour où les zones commerciales auront dévoré nos villes», Thierry Souccar Éditions, Vergèze, 2018.
  8. «Urbanisme commercial, une implication croissante des communautés, mais un cadre juridique à repenser», Assemblée des communautés de France (ADCF), Παρίσι, Ιούλιος 2012.
  9. Clément Cohen, «300000 points de vente dans le détail», «Insee Focus», τ. 188, Παρίσι, Απρίλιος 2020.
  10. (Σ.τ.Μ) Συγκρότημα 800.000 τ.μ. που θα χτιζόταν στην περιφέρεια του Παρισιού με κινεζικά κεφάλαια και θα περιλάμβανε καταστήματα, χώρους εστίασης και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Συνάντησε τεράστια αντίδραση από τις οικολογικές οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών.
  11. «Κινητικότητα και εμπορική προσβασιμότητα στις Βρυξέλλες: συγκριτική μελέτη ανάμεσα στην αντίληψη των καταστηματαρχών και των πελατών», μελέτη έξι φοιτητών του Ελεύθερου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών για λογαριασμό της Ομάδας Έρευνας και Δράσης των Καθημερινών Ποδηλατών.
  12. Julien Demade, «Les Embarras de Paris ou l’Illusion techniciste de la politiqueparisienne des déplacements», L’Harmattan, συλλ. «Questions contemporaines», Παρίσι 2015.
  13. Marie Brichet και Frédéric Héran, «Commerces de centre-ville et de proximité et modes non motorisés», έκθεση της Γαλλικής Ομοσπονδίας Χρηστών Ποδηλάτου για λογαριασμό της γαλλικής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος και Εξοικονόμησης Ενέργειας (Ademe), Ανζέ, 2003.
  14. «Mobilité et villes moyennes, état des lieux et perspectives», Σύνδεσμος Αρμόδιων Αρχών για τις Μεταφορές (GART), Παρίσι, Σεπτέμβριος 2015. Eric Jaffe, «The complete business case for converting street parking into bike lanes», Bloomberg CityLab, 13 Μαρτίου 2015, www.bloomberg.com.
  15. Holger Haubold, «Shopping by bike: Best friend of your city centre», European Cyclist’s Federation, Βρυξέλλες, Φεβρουάριος 2016.
  16. Chantal Brutel και Jeanne Pages, «La voiture reste majoritaire pour les déplacements domicile-travail, même pour de courtes distances», Insee Première, τ. 1835, Ιανουάριος 2021.
  17. «Troisième édition du palmarès Procos des centres-villes commerçants», Procos – Ομοσπονδία για την προώθηση του ειδικευμένου εμπορίου, Παρίσι, 20 Φεβρουαρίου 2019.
  18. Anne-Cécile Robert, «Η εργαλειοποίηση του οικολογικού ζητήματος», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 19 Απριλίου 2020, monde-diplomatique.gr.

10 Αυγ 2022

Το βιβλίο του μήνα, Ιούλιος 2022: Λυκοχαβιά, του Κώστα Μπαρμπάτση

 


Λυκοχαβιά, Κώστας Μπαρμπάτσης, Εκδόσεις Κέδρος

«Θα φύγω, ξάδερφε», έλεγε και ξανάλεγε ο Πάνος, μπας και τελικά το έπαιρνε απόφαση και γύριζε στο χωριό.

Σπάραζε όλη μέρα η Σεβαστή, ζητώντας να της φέρουν πίσω τον Ζαχαρία. Τον πατέρα του παιδιού που είχε στην κοιλιά.
Μόνο το λύκο είχε για παρέα ο Τσίλιας στο λόγγο. Κι ό,τι κι αν έλεγαν οι άλλοι, δε θα άφηνε κανέναν να τον πάρει από κοντά του.
Ο Λευτέρης, λοχαγός στο αλβανικό μέτωπο, είχε υποσχεθεί πως ακόμη κι ένας φαντάρος να έμενε ζωντανός, θα τον πήγαινε στον τόπο του.
Είκοσι τόσα χρόνια βολοδέρνει στα λεωφορεία η Γιωργία, ξεροσταλιάζοντας για μια κουβέντα, για ένα βλέμμα του Κωσταντή.
Βροντερά γέλαγε ο Λόλος. Και κάθε που τον άκουγαν οι καλιακούδες, παράταγαν τις καλαμποκιές και πέταγαν τρομαγμένες μακριά.

Έξι ιστορίες για την απώλεια. Την απώλεια των συναισθημάτων, της λογικής, της ίδιας της ζωής. Κυρίαρχο σκηνικό η Αιτωλοακαρνανία και η Ήπειρος κατά τη διάρκεια του πολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου, της μετανάστευσης. Άνθρωποι εύθραυστοι που, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τη σκληρότητα που τους περιβάλλει, βλέπουν ως μόνη διέξοδο τη φυγή.

Διαβάστε ένα απόσπασμα ΕΔΩ. 


https://www.literature.gr

Ιαπωνία: Η «μεγάλη φυγή» από τον δημόσιο τομέα

 

Απέχοντας παρασάγγας από την κοινότοπη εικόνα του δημοσίου υπαλλήλου που ζει μακριά από τις αντιξοότητες της ζωής, οι ανώτεροι υπάλληλοι του ιαπωνικού κράτους εργάζονται κάτω από εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, πραγματοποιώντας έως και τριακόσιες ώρες υπερωριών ανά μήνα. Οι εργατικοί νόμοι της χώρας –ήδη ελάχιστα προστατευτικοί– δεν έχουν εφαρμογή στην ιδιαίτερη αυτή ομάδα εργαζομένων. Όλο και περισσότεροι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους στα υπουργεία, προκαλώντας μια πρωτοφανή κρίση.

Η ώρα είναι μιάμιση το πρωί. Στη συνοικία Κασουμιγκασέκι του Τόκιο, όπου βρίσκονται συγκεντρωμένες οι περισσότερες κρατικές υπηρεσίες της χώρας, ατελείωτες ουρές ταξί περιβάλλουν τα επιβλητικά κτίρια των υπουργείων. Έχοντας χάσει το τελευταίο μετρό, δημόσιοι υπάλληλοι περπατούν με βαρύ βήμα και τρυπώνουν μέσα στα οχήματα, που χάνονται στα βάθη της νύχτας.

Η σκηνή αυτή απεικονίζει την καθημερινότητα των κρατικών υπαλλήλων της Ιαπωνίας. Αν και απολαμβάνουν ένα αξιοζήλευτο εργασιακό καθεστώς, χωρίς τον φόβο της ανεργίας, η ζωή τους μοιάζει με μαρτύριο. Καθώς η φύση της εργασίας τους –υπέρ του δημοσίου συμφέροντος– απαιτεί να αντιμετωπίζουν τις επείγουσες καταστάσεις αν παραστεί ανάγκη, δεν ισχύουν για αυτούς οι προστατευτικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που περιορίζουν τον αριθμό των υπερωριών σε σαρανταπέντε ώρες ανά μήνα για τους υπόλοιπους μισθωτούς. Επιπλέον, τα συνδικάτα τους στερούνται του δικαιώματος κήρυξης απεργίας.

Στο Κασουμιγκασέκι, η διάρκεια της εργασίας αυτών των κάνρυο («υπαλλήλων υπουργείων»), της αφρόκρεμας της ιαπωνικής δημοσιοϋπαλληλικής ελίτ, δεν έχει όριο. Σύμφωνα με μια έρευνα που διενεργήθηκε το 2018 από τον Ιβάμοτο Τακάσι1, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κέιο του Τόκιο, ο αριθμός των υπερωριών που πραγματοποιούν αγγίζει κατά μέσο όρο τις εκατό ώρες ανά μήνα –επτά φορές περισσότερο σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα. Υπερβαίνουν κατά πολύ τη «γραμμή καρόσι», το όριο δηλαδή του «θανάτου λόγω υπερβολικής εργασίας», θεσπισμένο στις ογδόντα ώρες ανά μήνα από το ίδιο το υπουργείο Υγείας, το οποίο εκτιμά ότι πάνω από αυτόν τον αριθμό ωρών υπάρχει αυξημένος παθολογικός κίνδυνος για τον εργαζόμενο. Επιπλέον, καθώς ο προϋπολογισμός της δημόσιας διοίκησης είναι αυστηρά οριοθετημένος από τον νόμο, οι υπερωρίες αυτές πολύ συχνά δεν αμείβονται.

«Στo Κασουμιγκασέκι είναι σύνηθες οι νέοι να εξοντώνονται στη δουλειά. Μερικές φορές, οι υπερωρίες μου ξεπερνούσαν τις διακόσιες ώρες τον μήνα», ανακαλεί ο Κ.Λ., πρώην δημόσιος υπάλληλος που δέχεται να καταθέσει την εμπειρία του υπό τον όρο να παραμείνει ανώνυμος. Όταν εργαζόταν σε υπουργείο, επέστρεφε στο σπίτι του με ταξί «μεταξύ 2 και 5 το πρωί, για να ξαναεπιστρέψει στο γραφείο κατά τις 8». «Για τη γυναίκα μου, ήταν σαν να μην υπήρχα, ήμουν σαν φάντασμα», ομολογεί με πικρία.

Καθώς υπό αυτές τις συνθήκες στερούνται τον ύπνο και την οικογενειακή ζωή, πολλοί εργαζόμενοι βυθίζονται στην κατάθλιψη. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν το 2019 από το συνδικάτο των κρατικών υπαλλήλων2, στο Κασουμιγκασέκι το 32,4% των ερωτώμενων δήλωσαν πως «η υγεία τους ήταν σε κακή κατάσταση», πως «έπαιρναν φαρμακευτική αγωγή» ή πως «είχαν νοσηλευτεί σε νοσοκομείο», ενώ το 28% είχαν ήδη αισθανθεί ή αισθάνονταν «φόβο θανάτου από υπερβολική εργασία». Όσον αφορά το ποσοστό αυτοκτονιών, ανέρχεται σε 16,7 ανά 100.000 άτομα, δηλαδή αυξημένο κατά 50% σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, σύμφωνα με την έρευνα του Ιβάμοτο. Η Εθνική Αρχή Προσωπικού, δημόσιος φορέας επιφορτισμένος με την πρόσληψη και τη διαχείριση των μισθών των κρατικών υπαλλήλων, κατέγραψε έξι περιπτώσεις καρόσι το 2019, σε σύνολο 174 σε εθνικό επίπεδο3.

Η «αγενής» τηλεδιάσκεψη

Η κατάσταση αυτή εξηγείται καταρχάς από τον τρόπο οργάνωσης του κοινοβουλευτικού διαλόγου και από τα πολιτικά-διοικητικά χαρακτηριστικά της χώρας. Από το 2012, την απόλυτη πλειοψηφία και των δύο σωμάτων του Εθνικού Κοινοβουλίου της Ιαπωνίας (Δίαιτα) κρατά το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (ΦΔΚ, δεξιό) και το Κομέιτο (σύμμαχος του ΦΔΚ, κεντροδεξιό). Καθώς η λήξη των κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων σηματοδοτεί την εγκατάλειψη των υπό συζήτηση νομοσχεδίων, τα κόμματα της Αριστεράς, με δεδομένο ότι υστερούν αριθμητικά, προσπαθούν με κάθε τρόπο να παρατείνουν τη διάρκεια των συνεδριάσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών με σκοπό να μπλοκάρουν τα νομοσχέδια της πλειοψηφίας. Και οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι κατέχουν καίριο ρόλο για τη διεξαγωγή των διαδικασιών.

Επιπλέον, καθώς τα όρια μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας είναι θολά, πολύ συχνά επιφορτίζονται με το καθήκον της υποβολής προτάσεων νόμου στους βουλευτές των κυβερνώντων κομμάτων, οι οποίοι στη συνέχεια θα τις παρουσιάσουν στη Δίαιτα. Έτσι, συνεργάζονται στενά με τους εκλεγμένους και αναλαμβάνουν κάθε είδους καθήκοντα, όπως η διοργάνωση συναντήσεων εντός των κομμάτων και η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων ώστε οι βουλευτές να επικυρώνουν κατ’ αρχήν τα νομοσχέδια. Καθώς δεν υπάρχουν υπουργικά γραφεία, οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι προετοιμάζουν τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που τίθενται στους υπουργούς κατά τις κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις.

Έτσι, επωμίζονται την εκπόνηση των νομοσχεδίων και την προετοιμασία των συνεδριάσεων της Δίαιτας. Τις περισσότερες φορές κάτω από ασφυκτικές προθεσμίες, ιδίως για τα σημαντικά θέματα: οι συνεδριάσεις των κοινοβουλευτικών επιτροπών καθορίζεται την αμέσως προηγούμενη ημέρα, αφήνοντας μονάχα ένα βράδυ στους κάνρυο να μελετήσουν τις ερωτήσεις. «Πολύ συχνά τις λαμβάνουμε μεταξύ 9 και 10 το βράδυ. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι στις 9 το πρωί, κατά την έναρξη των εργασιών της Δίαιτας. Η σύνταξη των απαντήσεων, οι επαληθεύσεις τους με όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου προκειμένου να μην υπάρχουν λάθη ή ανακολουθίες σε σχέση με τις θέσεις της κυβέρνησης, και ασφαλώς η ενημέρωση του υπουργού που θα απαντήσει στις ερωτήσεις, είναι μια απαιτητική διαδικασία που εύκολα παίρνει έξι με επτά ώρες. Επιστρέφουμε στα σπίτια μας είτε με ταξί είτε με το πρώτο πρωινό τρένο», παρατηρεί με λύπη ο Κ.Λ.

Επιπλέον, οι διαδοχικές κυβερνήσεις, με νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό, επικαλούμενες το χρέος της χώρας, που το 2020 κορυφώθηκε στο 250% του ΑΕΠ, προχώρησαν σε προοδευτική μείωση του προσωπικού της κρατικής διοίκησης. Η πολιτική αυτή, σε συνδυασμό με την ιδιωτικοποίηση ορισμένων θεσμικών οργάνων, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των κρατικών υπαλλήλων κατά ποσοστό 10% μεταξύ του 2004 και του 20204, προκαλώντας σχεδόν παντού ελλείψεις προσωπικού. «Οι πολιτικοί ηγέτες έχουν προωθήσει μέχρι και την ιδέα ότι τα υπουργεία θα έπρεπε να διαχειρίζονται τα πάντα με περιορισμένο προσωπικό, φέρνοντας ως παράδειγμα την Google, όπου όλα λειτουργούν σε μικρές ομάδες», εξηγεί ο Μακιχάρα Ιζούρου, ειδικός της Δημόσιας Διοίκησης στο πανεπιστήμιο του Τόκιο. «Ο πολλαπλασιασμός των διυπουργικών ζητημάτων, όπως η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ή το Σύμφωνο Συνεργασίας των δύο πλευρών του Ειρηνικού (ΤΡΡ), που απαιτούν συντονισμό μεταξύ υπουργείων, απλώς επιδεινώνουν την κατάσταση.»

Το κερασάκι στην τούρτα: οι εργασιακές πρακτικές είναι τουλάχιστον απαρχαιωμένες. Η ψηφιοποίηση των εγγράφων, αν και προωθείται από την κυβέρνηση, παραμένει νεκρό γράμμα, με αποτέλεσμα οι ανταλλαγές εγγράφων μεταξύ υπαλλήλων και βουλευτών να γίνονται ακόμα και σήμερα μέσω… φαξ. Η καταφυγή σε τηλεδιάσκεψη με τους βουλευτές για τις απαραίτητες εργασίες κάθε νομοσχεδίου εκλαμβάνεται ως «έλλειψη ευγένειας» και σπανίζει. Έτσι, παρατηρούνται ανεπανάληπτες σκηνές, όπου δημόσιοι υπάλληλοι περνούν ώρες επί ωρών εκτυπώνοντας εκατοντάδες έγγραφα, αποτελούμενα από εκατοντάδες σελίδες το καθένα, προκειμένου να εξηγήσουν το περιεχόμενο ενός νομοσχεδίου σε μια σύσκεψη διοργανωμένη από τα κυβερνητικά κόμματα και να λάβουν τη συγκατάθεση των βουλευτών.

Αν και η πραγματικότητα αυτή αφορά όλα τα υπουργεία, το υπουργείο Υγείας, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων διεκδικεί την πρωτιά στην κακομεταχείριση των υπαλλήλων του. Έχοντας λάβει τη σημερινή μορφή του το 2001, μετά από τη συγχώνευση του υπουργείου Εργασίας και του υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κατέληξε να είναι ένα γιγαντιαίο συνονθύλευμα, με αρμοδιότητες που ξεκινούν από τη διαχείριση των συντάξεων και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και καταλήγουν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, περνώντας από την πολιτική για την πρώιμη παιδική ηλικία και την προστασία των δικαιωμάτων των αλλοδαπών εργαζομένων. Σε μια χρονική στιγμή όπου η Ιαπωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με την επιταχυνόμενη γήρανση του πληθυσμού της, τα ζητήματα αυτά τείνουν να γίνουν πολιτικώς ευαίσθητα. «Από τη δεκαετία του 1980, δεν σταματάμε να μειώνουμε τον αριθμό των κρατικών υπαλλήλων. Την εποχή εκείνη, το ύψος των ετήσιων δαπανών για την κοινωνική προστασία ανερχόταν σε 25 τρισεκατομμύρια γιεν [λίγο πάνω από 195 δισεκατομμύρια ευρώ]. Μέσα σε σαράντα χρόνια, το ποσό αυτό τετραπλασιάστηκε!», εξηγεί ο Κούμε Χαγιάτο, πρώην μέλος της γραμματείας του υπουργείου. «Ο φόρτος εργασίας αναγκαστικά αυξάνεται, είναι αναπόφευκτο.» Μεταξύ απελπισίας και αυτοσαρκασμού, ορισμένοι υπάλληλοι διασκεδάζουν παραφράζοντας το όνομά του, από kosei–rodo–sho (υπουργείο Υγείας, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων) στο ειρωνικό kyosei–rodo–sho («υπουργείο Καταναγκαστικής Εργασίας»)…

Κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της πανδημίας Covid-19, την άνοιξη του 2020, το υπουργείο βρέθηκε στα πρόθυρα της διάλυσης. Δημιούργησε μια μονάδα προστασίας κατά του ιού απαρτιζόμενη από μερικές εκατοντάδες άτομα, τα οποία άντλησε από το προσωπικό διαφόρων τμημάτων του, προκαλώντας προβλήματα στην κανονική λειτουργία τους. Η εταιρεία συμβούλων Work-Life Balance5 πήρε συνεντεύξεις από εβδομήντα υπαλλήλους του υπουργείου: σύμφωνα με την έκθεσή της, δεκατρείς από αυτούς πραγματοποίησαν περισσότερες από διακόσιες ώρες υπερωριών μηνιαίως κατά την περίοδο Μαρτίου-Μαΐου 2020. Τέσσερις μάλιστα ξεπέρασαν τις τριακόσιες ώρες… «Ήμουν οκτώ μηνών έγκυος. Όμως, λόγω έλλειψης προσωπικού, ήμουν υποχρεωμένη να πραγματοποιώ έως και εικοσιτέσσερις ώρες υπερωριών την εβδομάδα. Κάποιες φορές, έμενα στο γραφείο έως τις 2 το πρωί», ομολογεί μια νέα γυναίκα που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία της. Στα μέσα Μαρτίου, έχοντας ένα κακό προαίσθημα, επισκέφθηκε το νοσοκομείο, όπου ο γιατρός τής ανακοίνωσε πως υπήρχε κίνδυνος πρόωρου τοκετού. Νοσηλεύτηκε αμέσως. Ευτυχώς, γέννησε το πρώτο παιδί της τον Μάιο, χωρίς κανένα πρόβλημα. «Και αν δεν είχα πάει στο γιατρό;», αναρωτιέται.

Μην αντέχοντας πλέον τα απίστευτα ωράρια, όλο και περισσότεροι νέοι εγκαταλείπουν το Κασουμιγκασέκι. Σύμφωνα με τον Κόνο Τάρο, πρώην υπουργό Μεταρρύθμισης της Δημόσιας Διοίκησης, ο αριθμός των παραιτήσεων κρατικών υπαλλήλων ηλικίας από 20 έως 29 ετών «για προσωπικούς λόγους» ανήλθε σε 87 το 2019, ενώ έξι χρόνια νωρίτερα μετά βίας έφτανε τις 206. Αυτό το κύμα φυγής επιταχύνεται ειδικά από τη στιγμή που έχουν βελτιωθεί οι συνθήκες εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, όπου οι κάνρυο, συνήθως απόφοιτοι κορυφαίων πανεπιστημίων, μπορούν να διεκδικήσουν καλύτερους μισθούς.

Κυβερνητικές ανησυχίες

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι το επάγγελμα προσελκύει ολοένα και λιγότερους φοιτητές και νέους πτυχιούχους. Το 2018, στον διαγωνισμό για την πρόσληψη κρατικών υπαλλήλων συμμετείχαν 22.559 υποψήφιοι, έναντι πάνω από 45.000 στον διαγωνισμό του 19967. «Το πρόβλημα πρέπει να επιλυθεί άμεσα, ειδάλλως η κατάσταση θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Η λειτουργία των υπουργείων θα γίνεται όλο και πιο αργή και τα διοικητικά λάθη δεν θα έχουν σταματημό. Και όλο αυτό θα καταλήξει σε βλάβη των συμπολιτών μας», εκφράζει την ανησυχία του ο Κούμε Χαγιάτο.

Έως σήμερα, η κατάσταση, παρά τη σοβαρότητά της, δεν απασχολούσε κανέναν. Επηρεασμένοι από τα σκάνδαλα διαφθοράς που κλόνισαν τη χώρα κατά τη δεκαετία του 1990, οι Ιάπωνες πολίτες συνεχίζουν να βλέπουν με κακό μάτι τους κρατικούς υπαλλήλους. Ο βαθμός εμπιστοσύνης απέναντί τους φθάνει μόλις στο 2,6, σε μια κλίμακα που κυμαίνεται από το 1 («καθόλου αξιόπιστοι») έως το 5 («πλήρως αξιόπιστοι»), σύμφωνα με μελέτη που διεξήγαγε το 2018 το ινστιτούτο δημοσκοπήσεων Central Research Services8. Το 46% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η κρατική διοίκηση «στερείται διαφάνειας». Όσο για τους πολιτικούς, ούτε και αυτοί κινητοποιούνται. «Αυτή η υπόθεση δεν αποφέρει ούτε ψήφους ούτε χρήματα. Οι βουλευτές του κόμματός μου αδιαφορούν», ξεκαθαρίζει ο Σιοζάκι Γιασούχισα, πρώην υπουργός Υγείας του ΦΔΚ, που εργάζεται για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στο Κασουμιγκασέκι.

Η πανδημία αποκάλυψε την επείγουσα ανάγκη για νέες εργασιακές πρακτικές: τηλεργασία, ψηφιοποίηση εγγράφων, τηλεδιάσκεψη. Ο Κόνο Τάρο, πρώην υπουργός Εξωτερικών και κυρίαρχη μορφή του ΦΔΚ, μεταξύ 2020 και 2021 ανέλαβε υπουργός Μεταρρύθμισης της Δημόσιας Διοίκησης. Μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν να ανακοινώσει την κατάργηση των χάνκο, των παραδοσιακών προσωπικών σφραγίδων για την υπογραφή διοικητικών εγγράφων και τον έλεγχο της εισόδου-εξόδου σε γραφεία. Η κατάργηση του συμβόλου-μάρτυρα της αναποτελεσματικότητας των ιαπωνικών μεθόδων εργασίας θεωρείται ότι διευκόλυνε την ψηφιοποίηση των εγγράφων. Διέταξε επίσης έρευνα σχετικά με τον αριθμό των υπερωριών. Τέλος, ανήγγειλε την πρώτη αύξηση προσωπικού στο υπουργείο Υγείας μετά από είκοσι χρόνια. Τα μικρά βήματα συνεχίζονται, αλλά ο στόχος παραμένει δύσκολος.


  1. Iwamoto Takashi, «Για τη μεταρρύθμιση του τρόπου εργασίας στο Κασουμιγκασέκι. Τέλος στις υπερβολικές ώρες εργασίας και βελτίωση της παραγωγικότητας με τη χρήση των τεχνολογιών της πληροφορικής και της επικοινωνίας», PR Times, 6 Ιουνίου 2018 (στην ιαπωνική γλώσσα), https://prtimes.jp.
  2. «Έρευνα για τις υπερωρίες των υπαλλήλων υπουργείων», Επιτροπή αγώνα των συνδικάτων κρατικών υπαλλήλων του Κασουμιγκασέκι, 31 Ιουλίου 2019 (στην ιαπωνική γλώσσα), http://tk-kokko.org.
  3. «Λευκή Βίβλος για τους θανάτους λόγω υπερβολικής εργασίας», Υπουργείο Υγείας, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Τόκιο, 30 Οκτωβρίου 2020 (στην ιαπωνική γλώσσα).
  4. «Αλλαγές στο προσωπικό των κυβερνητικών υπηρεσιών», Γραφείο Υπουργικού Συμβουλίου (υπάγεται στον πρωθυπουργό), 16 Ιουνίου 2020 (στην ιαπωνική γλώσσα), www.cao.go.jp.
  5. «Έρευνα για τις συνθήκες εργασίας στα υπουργεία κατά την πανδημία Covid-19», Work-Life Balance, Τόκιο, 3 Αυγούστου 2020 (στην ιαπωνική γλώσσα), https://work-life-b.co.jp,
  6. «More young Japan elite bureaucrats quitting; minister expresses concern», «The Mainichi», Τόκιο, 20 Νοεμβρίου 2020.
  7. «Λευκή Βίβλος του 2018 για τις Δημόσιες Υπηρεσίες», Εθνική Αρχή Προσωπικού της Ιαπωνίας, Τόκιο, 1ηΙουνίου 2018 (στην ιαπωνική γλώσσα), www.jinji.go.jp.
  8. «Έρευνα για το βαθμό εμπιστοσύνης των Ιαπώνων απέναντι στους βουλευτές, τους δημοσίους υπαλλήλους, τις μεγάλες επιχειρήσεις και την αστυνομία», Central Research Services, Τόκιο, Μάρτιος 2018 (στην ιαπωνική γλώσσα).

1 Αυγ 2022

Η Ανθρώπινη Ιατρική αντιμέτωπη με την τεχνοεπιστήμη

 

Η υποταγή της Ιατρικής στην εφαρμοσμένη έρευνα και η μετατροπή της σε έναν χώρο εξαντλητικής εργαλειοποίησης της επιστήμης επιφέρει μια τεράστια δυναμική αλλοίωσης του ανθρωπιστικού της χαρακτήρα. Ο ομότιμος καθηγητής Ιατρικής και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Αναστάσιος Γερμενής αντιπαραβάλλει τον χαρακτήρα της αυτόν με τις επιταγές της τεχνοεπιστήμης και μας φέρνει μπροστά στις δύσκολες κοινωνικές και πολιτικές αποφάσεις που οφείλουμε να λάβουμε.

Ο χαρακτηρισμός της Ιατρικής ως ανθρώπινης ή ανθρωπιστικής αποτελεί πλεονασμό, μιας και εξ ορισμού η Ιατρική αντιπροσωπεύει το κατ’ εξοχήν ανθρωπιστικό πεδίο δράσης. Η εμμονή, κατά συνέπεια, στις αναφορές περί Ανθρώπινης Ιατρικής παραπέμπει, έμμεσα αλλά σαφέστατα, σε κάποιου βαθμού αλλοίωση του εξ ορισμού ανθρωπιστικού χαρακτήρα της Ιατρικής.

Οι μελετητές του θέματος εντοπίζουν τις ρίζες του προβλήματος στον καρτεσιανό δυϊσμό, στην αντίληψη δηλαδή που εισήγαγε ο Καρτέσιος περί αυστηρής διάκρισης του σώματος από τον νου. Παρότι ο καρτεσιανός δυϊσμός ήταν αυτός που έθεσε τις βάσεις για μια προσέγγιση της σύγχρονης Ιατρικής προσανατολισμένη στην έννοια του νοσήματος, ήταν αυτός ακριβώς που απέρριψε την πνευματική διάσταση της υγείας του σώματος. Αυτό είχε ως απώτερο αποτέλεσμα να διαμορφωθεί, στις αρχές του 20ού αιώνα, ένα ατομικιστικό ιατρικό μοντέλο που δεν έδινε ιδιαίτερη προσοχή στο κοινωνικό ή στο ευρύτερο περιβάλλον του ασθενούς. Το μοντέλο αυτό κυριάρχησε όχι μόνο στην ιατρική πρακτική αλλά και στη γενικότερη στάση της κοινωνίας απέναντι στην υγεία, επιτάθηκε δε σημαντικά την εποχή του Μεσοπολέμου. Μετά την ανακάλυψη της πενικιλίνης και την έναρξη της εποχής των αντιβιοτικών, η Ιατρική άρχισε να αποκτά εξουσία επεκτείνοντας σιγά-σιγά την αυτονομία της στο χώρο της υγείας. Παράλληλα, εδραιωνόταν η ανάγκη για εξειδικευμένες γνώσεις, αναφορικά με τον προσδιορισμό της υγείας και τη λήψη ιατρικών αποφάσεων.

Καθοριστικό βήμα απομάκρυνσης από την ανθρωπιστική διάσταση της Ιατρικής αποτέλεσε η ενσωμάτωση των κατακλυσμικών ανακαλύψεων των βασικών επιστημών που έλαβε χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το γεγονός αυτό προσέδωσε στην Ιατρική τη σύγχρονη επιστημονική φυσιογνωμία της και είναι προφανώς αυτό που άλλαξε ριζικά τον υγειονομικό χάρτη του Πλανήτη. Το τίμημα όμως αυτής της εντυπωσιακής προόδου ήταν η απομάκρυνση της Ιατρικής από τη θεωρησιακή σκέψη και τον επιστημονικό αναστοχασμό. Αποτέλεσμα της μετασχηματιστικής δυναμικής που αναπτύχθηκε μέσα από τη σχέση της Ιατρικής με τις ανακαλύψεις των βασικών επιστημών, ήταν η μεταστροφή της προς ένα πεδίο που δεν ήταν απλώς πεδίο ούτε «εφαρμοσμένης επιστήμης» ούτε «εφαρμοσμένης τεχνολογίας».

Πάντως, μέχρι τα τέλη περίπου του περασμένου αιώνα, το ενδιαφέρον για τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της Ιατρικής εστιαζόταν στη διασφάλιση της αποτελεσματικότερης δυνατής επικοινωνίας μεταξύ του γιατρού και του ασθενούς, μέσα σ’ ένα συναισθηματικά και ηθικά αποδεκτό πλαίσιο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, κύριο πρόβλημα ήταν η παραμέληση της σχετικής εκπαίδευσης των γιατρών, προκειμένου να αποκτήσουν τις απαιτούμενες δεξιότητες.

Τα τελευταία 20-30 χρόνια εντούτοις, οι διαστάσεις και κυρίως η φύση του προβλήματος φαίνεται να αλλάζουν ριζικά. Συνεχώς, αθροίζονται φαινόμενα που υποδηλώνουν την επιταχυνόμενη υποταγή της Ιατρικής στην εφαρμοσμένη έρευνα και τη μετατροπή της σε έναν χώρο εξαντλητικής εργαλειοποίησης της επιστήμης, με τεράστια δυναμική αλλοίωσης του ανθρωπιστικού της χαρακτήρα. Θεμελιακές έννοιες αναδιαμορφώνονται, εμφανίζονται νέα επιστημονικά παραδείγματα, ενώ μεταβάλλεται ακόμη κι αυτό το ίδιο το όρισμα του ανθρωπισμού. Κατά τούτο, το ζητούμενο σήμερα δεν είναι πλέον η απόκτηση, από μέρους των γιατρών, δεξιοτήτων ανθρωπιστικής άσκησης της Ιατρικής, αλλά κυρίως η αναγνώριση των απειλών που δέχεται η ως τα τώρα ανθρωπιστική της έκφραση. Μπροστά μας δεν έχουμε πλέον κάποιο πρακτικό, αλλά ένα δομικό πρόβλημα: να προσδιορίσουμε εκ νέου τις ανθρωπιστικές αξίες που θα πλαισιώσουν τα επικείμενα παραδείγματα της Ιατρικής και να εξεύρουμε τρόπους υπεράσπισης, διάδοσης και εφαρμογής τους.

Οι βασικοί παράγοντες που αλλάζουν το ανθρωπιστικό πλαίσιο λειτουργίας της σύγχρονης Ιατρικής, είναι αφενός η εξέλιξή της σε μια εκδοχή τεχνοεπιστήμης δέσμια εξ ανάγκης της κοινωνικής πρακτικής που αντιπροσωπεύει, και αφετέρου η διαμόρφωση και η διάδοση του παραδείγματος της Ιατρικής Ακριβείας (precision medicine).

Ιατρική, τεχνοεπιστήμη και μετανθρωπισμός

Στην πραγματικότητα, η Ιατρική από τη φύση της είχε ανέκαθεν χαρακτηριστικά τεχνοεπιστήμης. Κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στην εξάρτησή της από την ανακάλυψη φαρμάκων. Η αλληλεπίδραση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας στο επίπεδο της Ιατρικής αντικατοπτρίζεται καθαρά στις αλλαγές της νοσηρότητας που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες στις ανεπτυγμένες χώρες. Πρόκειται για μια θεαματική αύξηση της επίπτωσης των αλλεργικών και των αυτοάνοσων νοσημάτων που συναρτάται με τη συρρίκνωση της βιοποικιλότητας, η οποία με τη σειρά της είναι αποτέλεσμα της επέκτασης του αστικού τρόπου ζωής. Αυτή η ολοένα επιδεινούμενη σχέση μεταξύ της συρρίκνωσης της βιοποικιλότητας του Πλανήτη και της αύξησης της ανοσολογικής νοσηρότητας αποτελεί τυπικό παράδειγμα της «ανθρωπολογικής ασυμμετρίας» που υφίσταται μεταξύ των συνεπειών της τεχνολογικής ανάπτυξης αφενός και αφετέρου της ουσιαστικής ανθρώπινης και κοινωνικής εξέλιξης, όπως αυτή αποτυπώνεται στο υπέρτατο αγαθό της ζωής που είναι η υγεία.

Πρόκειται για μια συνθήκη που, από τη μια πλευρά, επιβεβαιώνει τον αντιφατικό χαρακτήρα της προόδου στην αστική κοινωνία που, όπως αναφέρει ο Μαρξ, «καταστρέφει τις δύο πηγές του πλούτου –τη φύση και τον άνθρωπο». Από την άλλη, το φαινόμενο αυτό δικαιώνει την προφητική θέση του Χάιντεγκερ αναφορικά με την αντιστροφή της σχέσης επιστήμης-τεχνολογίας. Το προβάδισμα της τεχνολογίας που προσδιορίζει πλέον αποφασιστικά την πορεία της επιστήμης, ο Χάιντεγκερ ισχυριζόταν ότι παρεμβαίνει και μετασχηματίζει το Είναι των όντων, μη εξαιρουμένου και του ίδιου του ανθρώπου.

Σήμερα πια, αυτός ο μετασχηματισμός τείνει να πάρει ακραίες διαστάσεις. Ο ρυθμός, με τον οποίο η τεχνοεπιστήμη μεταλλάσσει την ανθρώπινη φύση, δεν αφήνει περιθώρια εξελικτικών διεπιδράσεων, όπως αυτές που υπόκεινται και ευθύνονται για την παραπάνω μεταβολή της ανοσολογικής νοσηρότητας, με αποτέλεσμα οι συνέπειες να είναι πολύ εντονότερες. Η επαγγελλόμενη βελτιστοποίηση των ανθρώπινων επιδόσεων φαίνεται να επιχειρείται χωρίς όρια και φραγμούς. Η οριστική και αμετάκλητη γενετική χειραγώγηση της ανθρώπινης φύσης είναι πολύ κοντά, ενώ αναζωπυρώνονται ακόμη και οι συζητήσεις για κατάργηση του θανάτου! Η «ανθρώπινη αναβάθμιση», στην οποία οδηγεί ο συνδυασμός της βιολογικής και της τεχνολογικής φύσης, φέρνει στο προσκήνιο διάφορες μορφές μετανθρωπισμού και αντι-ανθρωπισμού που συνιστούν θεμελιακές προκλήσεις για τον κλασικό ανθρωπισμό. Το κυριότερο είναι ότι απειλεί άμεσα το αξιακό σύστημα του κλασικού ανθρωπισμού που αποτελεί προϋπόθεση για την ισότητα των ανθρώπων, το σεβασμό της αξιοπρέπειας και της διαφορετικότητας, την ανεκτικότητα, ακόμη και για την προστασία της φύσης1. Στο χώρο του μετανθρώπου δεν υπάρχουν διακριτά όρια ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, ενώ η μεταξύ τους διαπλοκή γίνεται κάθε μέρα και πιο έντονη. Μέσα σ’ αυτόν το χώρο, η Ιατρική καλείται πλέον να ξεκαθαρίσει τι πρόκειται να χαθεί αναγκαστικά και τι θα επιλέξει να διαφυλάξει από όλα εκείνα τα στοιχεία που μέχρι σήμερα καθόριζαν τους όρους των δυνατοτήτων της ανθρωπιστικής της έκφρασης.

Ιατρικοποίηση, Βιοϊατρικοποίηση, υγιεινισμός

Τυπική περίπτωση κυριάρχησης της τεχνοεπιστημονικής αντίληψης αποτελεί η ιατρικοποίηση (medicalization). Πρόκειται για μια διαδικασία, κατά την οποία διάφορες καταστάσεις και προβλήματα του ανθρώπου (η σωματική εικόνα, οι διαταραχές της στύσης, η φαλάκρα, η εμμηνόπαυση, η ακμή κ.τ.λ.) ορίζονται και αντιμετωπίζονται ως ιατρικές καταστάσεις και, ως εκ τούτου, καθίστανται αντικείμενο ιατρικής διερεύνησης και μελέτης, διάγνωσης, πρόληψης και θεραπείας. Η ιατρικοποίηση συνεπάγεται και καθοδηγείται από νέες υποθέσεις, από αλλαγή της κοινωνικής στάσης και της οικονομικής θεώρησης, καθώς και από την ανάπτυξη νέων θεραπευτικών μεθόδων. Τα οφέλη για την κοινωνία είναι πολλά. Σημαντικές, όμως, είναι και οι ανησυχίες όσον αφορά πλέον την ελευθερία επιλογής των υγιών ατόμων, όταν αυτά βρίσκονται στο μεταίχμιο διαφόρων συμφερόντων, όπως π.χ. του κράτους, της φαρμακοβιομηχανίας, των ασφαλιστικών εταιριών και των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιατρικοποίηση και η ιατρική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας έχει συμβάλει σημαντικά στη μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας. Πολλές όμως από τις σύγχρονες προσεγγίσεις της στειρότητας, όπως η παρένθετη μητρότητα, εγείρουν σοβαρά θέματα και θέτουν υπό αμφισβήτηση τις δυνατότητες της κλασικής ανθρωπιστικής έκφρασης της Ιατρικής. Η ανεξέλεγκτη ιατρικοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε διακρίσεις, σε άμεσους και έμμεσους περιορισμούς της αυτοδιάθεσης, σε σύγχυση ανάμεσα στους βασιζόμενους σε ενδείξεις  (evidence-based) και στους πολιτισμικούς ορισμούς των νοσημάτων και σε μείωση της βιωσιμότητας των συστημάτων υγείας. Αρκεί να σημειωθεί ότι το κόστος συγκεκριμένων ιατρικοποιημένων καταστάσεων στις ΗΠΑ το 2005, ανερχόταν στο 4% περίπου των συνολικών δαπανών για την υγεία.

Η ιατρικοποίηση εντάσσεται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο μεταστροφής της σύγχρονης Ιατρικής, το οποίο ο πολυτάλαντος γιατρός και συγγραφέας Petr Skrabanek ονομάζει υγιεινισμό (healthism) και το χαρακτηρίζει ως «σύμπτωμα πολιτικής παθολογίας»2. Όπως αναφέρει ο γνωστός ιστορικός και διανοητής Yuval Noah Harari, είναι σαφές ότι, ενώ «η Ιατρική του 20ού αιώνα επιδίωκε να θεραπεύσει τον ασθενή, η Ιατρική του 21ου αιώνα επιδιώκει ολοένα και περισσότερο να αναβαθμίσει τον υγιή»3. Αρκετά χρόνια πριν, ο ιερωμένος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Ivan Illich4 περιέγραφε την υγεία ως τη διαδικασία προσαρμογής στην ανάπτυξη, τη γήρανση, τη νόσο και τον θάνατο, μέσα από μηχανισμούς που είναι ενσωματωμένοι στην κουλτούρα και την παράδοση των ανθρώπινων κοινοτήτων. Και υποστήριζε πως η Ιατρική είχε σφετεριστεί το μονοπώλιο στην ερμηνεία και τη διαχείριση της υγείας, της ευημερίας, της ταλαιπωρίας, της νόσου, της αναπηρίας και του θανάτου, εις βάρος της ίδιας της υγείας. Αυτό το ιατρικό μονοπώλιο είχε στερήσει από τους ανθρώπους την αυτονομία τους. Με τη στενή παρακολούθηση των ανθρώπων και τη φροντίδα τους από τη γέννηση (ή ακόμα και πριν από τη γέννηση) έως το θάνατο, η τέχνη του να ζεις και η τέχνη του να πεθαίνεις, που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά, διαγράφηκαν και χάθηκαν. Η συνοχή των παραδοσιακών κοινοτήτων αντικαταστάθηκε από τη μοναξιά των ατόμων, σχηματίζοντας μια ανώνυμη μάζα «καταναλωτών υγείας».

Η διασφάλιση αξιοπρεπούς θανάτου αντιπροσωπεύει την επιτομή του προβλήματος, ιδιαίτερα όταν ένας στους πέντε θανάτους στις ΗΠΑ συμβαίνει σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), όταν η συχνότητα των προθανάτιων οδυνηρών συμπτωμάτων στους ασθενείς των ΜΕΘ ανέρχεται σε ποσοστό 27-75% κι όταν το 57% των συγγενών αυτών των ασθενών παρουσιάζουν τραυματικό στρες και το 70-80% από αυτούς, ιδίως οι νεαρότεροι, εμφανίζουν άγχος και κατάθλιψη. Η τεχνολογία διαιωνίζει το πρόβλημα, καθώς μεταβάλει συνεχώς τους θεραπευτικούς στόχους αναφορικά με την αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας των οργάνων του σώματος και την υποστήριξη της ζωής. Αυτό παρεμποδίζει τον προσδιορισμό του σημείου, κατά το οποίο επιβάλλεται η ένταση των προσπαθειών προς την κατεύθυνση της παροχής της ανακουφιστικής θεραπείας που θα εξασφάλιζε έναν αξιοπρεπή θάνατο.

Πολύ πιο παρεμβατικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της σύγχρονης Ιατρικής διαδραματίζουν οι παρεμβάσεις της βιοτεχνολογίας που εκμεταλλεύονται την εγγενή αναγεννητική δυναμική του οργανισμού, όπως η δωρεά οργάνων, η κατασκευή οργανοειδών (μοντέλα που μιμούνται τη λειτουργία συγκεκριμένων οργάνων του ανθρώπου) και άλλες. Ο μετασχηματισμός που υπαγορεύουν οι παρεμβάσεις αυτού του είδους, που χαρακτηρίζονται ως συλλήβδην ως βιοϊατρικοποίηση (biomedicalization), φαίνεται να εξαρτάται, εκτός των άλλων, και από το πώς η αξιοποίηση ζωτικών σωματικών οργάνων παράγει αξία. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που ορισμένοι κοινωνιολόγοι της Ιατρικής να αναρωτιούνται αν η βιοϊατρικοποίηση θα διαδραματίσει τον 21ο αιώνα κάποιο ρόλο παρεμφερή μ’ αυτό που έπαιξε τον 19ο αιώνα η εκβιομηχάνιση.

Πόσο ανθρωπιστική είναι η Ιατρική Ακριβείας;

Τα παραπάνω φαινόμενα που περιγράφηκαν ως αποτέλεσμα της τεχνοεπιστημονικής μεταστροφής της σύγχρονης Ιατρικής, εξελίχθηκαν σε βάθος χρόνου, γεγονός που επέτρεψε την ανάπτυξη του προβληματισμού αναφορικά με τις συνέπειές τους στον ανθρωπιστικό της χαρακτήρα και, σε κάποιο βαθμό, ακόμη και την απορρόφηση τους. Την τελευταία δεκαετία, όμως, βρίσκεται σε εξέλιξη μια αλλαγή παραδείγματος που απειλεί ευθέως τη σχέση γιατρού-ασθενούς. Πρόκειται για το παράδειγμα της Ιατρικής Ακριβείας, διά του οποίου επιχειρείται η αποτελεσματικότερη απορρόφηση του τεράστιου όγκου των βιολογικών δεδομένων, με τα οποία «περιγράφεται» πλέον ο σύγχρονος ασθενής. Βασικό χαρακτηριστικό της Ιατρικής Ακριβείας είναι ότι υιοθετεί και βασίζεται απολύτως στα πρότυπα και τις δυνατότητες της Πληροφορικής, συμπεριλαμβανομένων του Διαδικτύου, της Επιστήμης των Δεδομένων (data science) και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι αφενός ο επαναπροσδιορισμός βασικών εννοιών της Ιατρικής, όπως η έννοια του νοσήματος, και αφετέρου η αλλοίωση της ταυτότητας του γιατρού και του ασθενούς αλλά και της ίδιας της νόσου, όπως αυτή «περιγραφόταν» μέχρι τώρα από την προσωπική και την κοινωνική εμπειρία της τελευταίας. Οι νέες «τεχνοεπιστημονικές ταυτότητες» βασίζονται κυρίως σε επιστημονικές ταξινομήσεις και στις αντίστοιχες τεχνολογικές διαδικασίες (π.χ. γενετικός έλεγχος, αλληλούχηση γονιδιώματος, νευροαπεικόνιση κ.ά.).

Εξ ορισμού, η Ιατρική Ακριβείας δηλώνει ως προεξάρχον χαρακτηριστικό της τη συμμετοχικότητα (“participatory medicine”) και, κατ’ επέκταση, την απόλυτη αναγνώριση της αυτονομίας του ασθενούς –όπως αυτή προβάλλεται από τον Ιμμάνουελ Καντ– ενάντια στα πατερναλιστικά πρότυπα που ίσχυαν μέχρι τώρα. Πράγματι, ο ασθενής στην Ιατρική Ακριβείας βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος, έχει πολύ καλύτερη ενημέρωση, μεγαλύτερη επαφή με τη γνώση, καθώς και κομβικό ρόλο στη συγκέντρωση των δεδομένων της υγείας του. Ο παθητικός ασθενής του παρελθόντος μεταβάλλεται σε πραγματικό εταίρο στη σχέση του με τον γιατρό, με σημαντικό μέρος ευθύνης για την κατάσταση της υγείας του.

Το πρόβλημα είναι ότι η αύξηση της ευθύνης του ασθενούς απέχει πολύ από το να τίθεται ο ασθενής στο επίκεντρο της διαδικασίας φροντίδας. Πολύ συχνά, τα όρια μεταξύ αυτονομίας, υπευθυνότητας και διαχείρισης της υγείας είναι πολύ θολά. Σύμφωνα με τον Μισέλ Φουκώ, το φάρμακο κάνει τους ανθρώπους υπεύθυνους για τον εαυτό τους και ικανότερους να διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά την υπόστασή τους. Όσο όμως κι αν αυτό αληθεύει στο πλαίσιο, για παράδειγμα, της Προληπτικής Ιατρικής, δεν παύει να ακυρώνεται και να μετατρέπεται σε ύπουλη συνθήκη, όταν η πραγμάτωσή του επαφίεται στον ιδιωτικό εμπορικό τομέα (π.χ. φαρμακοβιομηχανία). Η «ενδυνάμωση» του ασθενούς μπορεί να αυξάνει τη συμμόρφωσή του αλλά παράλληλα οδηγεί και στην αύξηση της ζήτησης των υπηρεσιών υγείας και των φαρμάκων. Αυτή η «ενδυνάμωση» είναι επίσης συχνά ένας τρόπος ενίσχυσης της ευθύνης των ασθενών αναφορικά με τη θεραπεία τους, εις βάρος του γιατρού, της κοινωνίας ή και του κράτους. Επιπλέον, πέρα από την όποια ενίσχυση της αυτονομίας, της ελεύθερης επιλογής και της δύναμης των ασθενών, η λογική της «ενδυνάμωσης» οδηγεί σε ενίσχυση μιας μορφής υποταγής και σε αύξηση των ανισοτήτων ως προς την υγεία όσων δεν έχουν πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες. Τίθεται, κατά συνέπεια, το ερώτημα αν πρόκειται για πραγματική ενίσχυση της αυτονομίας του ασθενούς ή για έναν ατομικισμό που τον αποχωρίζει όλο και περισσότερο από το περιβάλλον του.

Παρεμφερείς προβληματισμοί αναδύονται αναφορικά με την ολιστικότητα της Ιατρικής Ακριβείας. Η Ιατρική Ακριβείας έχει έναν εξ ορισμού βιοϊατρικό ολιστικό χαρακτήρα, ο οποίος όμως είναι ριζικά διαφορετικός από οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική ολιστικότητα. Πρόκειται για μια συνολική («all-encompassing») τεχνολογική και επιστημονική προσέγγιση της ανθρώπινης ζωής που επιβάλει θεμελιώδεις μεθοδολογικές και φιλοσοφικές αλλαγές. Η ολιστικότητα της Ιατρικής Ακριβείας βασίζεται σε μια αντίληψη της ζωής ως συμπλόκου συστήματος, αντίληψη που εξ ορισμού αντιστοιχεί σε κάποιο είδος ολοκληρωμένου συνόλου. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο νοείται το «σύστημα», καθώς και οι ιδιότητες που αναδύονται από τη δυναμική του, μπορεί να ποικίλουν, επιτρέποντας διαφορετικές προσεγγίσεις του ολισμού. Δυνητικά, για παράδειγμα, βάσει της θεωρίας των συστημάτων θα μπορούσε να υποστηριχθεί απορριπτικά ότι η ανθρώπινη υγεία είναι τόσο σύμπλοκη που είναι δύσκολο να προβλεφθεί και να ελεγχθεί. Σημειώνεται ότι στο παρελθόν, η θεωρία των συστημάτων είχε χρησιμοποιηθεί και από τους υποστηρικτές της ανθρωπιστικής Ιατρικής στις ολιστικές προσεγγίσεις τους για την υγεία, όπου όμως δινόταν έμφαση στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και στην προσωπική εμπειρία του ανθρώπινου όλου.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο βιοϊατρικός ολισμός της Ιατρικής Ακριβείας κατατείνει προς μια μορφή ιατρικοποίησης, την οποία ονομάζουν ολιστική ιατρικοποίηση (holistic medicalization). Στο πλαίσιο αυτής της ιατρικοποίησης, η συνολική δυναμική διεργασία της ζωής κάθε ατόμου ορίζεται υπό βιοϊατρικούς, τεχνολογικούς και επιστημονικούς όρους ως ελέγξιμη αλλά και υποκείμενη σε καθεστώς ελέγχου από άποψη παρακολούθησης, ποσοτικής εκτίμησης, πρόγνωσης, αξιολόγησης κινδύνων, πρώιμης διάγνωσης, θεραπείας, πρόληψης και ολιστικής βελτιστοποίησης. Η ολιστικότητα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, νοείται πολυδιάστατη, συνεχής καθόλη τη διάρκεια της ζωής και κατευθυνόμενη προς τον έλεγχο κάθε λειτουργίας, με προεξάρχουσα τη λειτουργία της υγιούς ζωής. Αυτή η διεύρυνση του όρου μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη πραγμάτωση μιας ευρύτερης τάσης ιατρικοποίησης, που είχε διατυπωθεί παλιότερα από πολλούς θεωρητικούς.

Καταλήγοντας, η Ιατρική Ακριβείας απέχει πολύ από το να αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή της Ολιστικής Ιατρικής του παρελθόντος, η οποία είχε διαμορφωθεί πάνω στα πρότυπα της ανθρωπιστικής ιατρικής και εστιαζόταν στον προσδιορισμό των δυνατοτήτων, στις υποκειμενικές εμπειρίες και στις αξίες του συνόλου ανθρώπινου όντος. Ο στόχος μετακινείται πλέον από την ελπίδα να ελεγχθεί η νόσος μέσω της χειραγώγησης κάποιων ολίγων παραμέτρων, προς μια προσπάθεια ελέγχου μέσω της διαχείρισης ολόκληρης της δυναμικής διεργασίας της ζωής. Πρόκειται για μια βιοψυχοκοινωνική ιατρική, που διαρθρώνεται με αμιγώς τεχνοεπιστημονικούς όρους. Αυτή η τάση που εμφωλεύει στο νέο παράδειγμα, τροφοδοτεί αλλά ταυτοχρόνως ενισχύεται από τον φρενήρη ατομικισμό που χαρακτηρίζει τη γενικότερη κυριάρχηση της λογικής της τεχνοεπιστήμης. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο ασθενής δεν διαθέτει αλλά και δεν δέχεται πλέον άλλα σημεία αναφοράς πέρα από τις προσωπικές του αντιλήψεις και τις γνώσεις του για την υγεία και τη νόσο, και πέρα από την ατομική του εμπειρία και τις ερμηνείες του. Έτσι, όμως, καταρρέει το ρυθμιστικό κοινωνικό ιδεώδες του δίπολου φυσιολογικό/παθολογικό, πάνω στο οποίο, κατά το 19ο αιώνα, βασίστηκε η διαμόρφωση της ανθρωπιστικής φυσιογνωμίας της (επιστημονικής) Ιατρικής. Ή –πολύ πιο απλά– αλλάζουν τα προαπαιτούμενα και οι ανθρωπιστικές αναφορές.

Το ενδεχόμενο αυτό απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση, όχι μόνο σε επίπεδο Ιατρικής και ιατρικής εκπαίδευσης, αλλά και σε ευρύτερο κοινωνικό αλλά και πολιτικό επίπεδο. Η ενσωμάτωση των αρχών και μεθόδων της Ιατρικής Ακριβείας απαιτεί θεσμικές προβλέψεις, ώστε να καταστεί αποτελεσματική, τόσο για τον κάθε συγκεκριμένο ασθενή, όσο και για την εξασφάλιση της κοινωνικής αναπαραγωγής, της οποίας η Ιατρική αποτελεί βασική συνιστώσα. Παραφράζοντας αυτά που είπε ο Αμερικανός μικροβιολόγος και βιοφυσικός Καρλ Βούζι για τη νέα βιολογία του 21ου αιώνα: «Μια κοινωνία που επιτρέπει στην [Ιατρική] να εξελίσσεται σε μηχανιστικό αντικείμενο και να διολισθαίνει προς μια τάση αλλαγής του ζωντανού κόσμου χωρίς να προσπαθεί να τον κατανοήσει, αποτελεί κίνδυνο για τον ίδιο της τον εαυτό».


  1. Τάσης Θ. «Ψηφιακός Ανθρωπισμός», 3η έκδοση, Αρμός, Αθήνα 2019.
  2. Skrabanek P., «The Death of Humane Medicine and the Rise of Coersive Healthism», Suffolk, St Edmundsbury Press Ltd, Bury St Edmunds, 1995.
  3. Harari YN., «Homo Deus», New York, HarperCollins, 2016.
  4. Illich I., «Medical Nemesis. The expropriation of health», London, Calder and Boyars, 1975.

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More