4 Σεπ 2011

Ελιά, ο "χρυσός" της Ελλάδας

Λιγότερο νερό έξι έως επτά φορές από το βαμβάκι και εννέα έως έντεκα φορές από το καλαμπόκι απαιτεί η ελιά.

Ποιες αλλαγές φέρνει η μέθοδος της πυκνής φύτευσης, που υιοθετείται σταδιακά σε όλη την Ευρώπη. Πως να πετύχετε μεγάλο περιθώριο κέρδους και απόσβεση σε διάστημα πενταετίας.
Από τον Κώστα Γιαννόπουλο giannopoulos@kefalaio.gr
Έχετε σκεφτεί ότι το... χωραφάκι που κληρονομήσατε πριν από μερικά χρόνια, και το οποίο σήμερα έχει ίσως περιέλθει σε αχρηστία ή, στην καλύτερη περίπτωση, καλύπτει στοιχειωδώς τις διατροφικές ανάγκες σας για οπωρολαχανικά θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια πρώτης τάξης πηγή εισοδήματος; Πώς;
Καλλιεργώντας ένα από τα αρχαιότερα δέντρα στον κόσμο, που υπήρχε πριν από την ανακάλυψη της γραφής, την ελιά. Και μπορεί ήδη από τα μινωικά χρόνια η Κρήτη να παρήγε λάδι, το οποίο αποθηκευόταν σε πήλινους πίθους και αμφορείς, ωστόσο σήμερα το πρόσταγμα στην καλλιέργεια ελιάς δίνει η Ισπανία.
Η «ελιά-νάνος», μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η μηχανική συγκομιδή ελαιοκάρπου δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση, έχει κατακτήσει την τελευταία διετία τον αγροτικό κόσμο.
Και όχι άδικα, καθώς μέσω της νέας καλλιεργητικής μεθόδου μειώνεται δραματικά το κόστος παραγωγής, όπως και ο χρόνος συλλογής.
Πυκνή φύτευση Όπως εξηγεί στο «Κ» ο τεχνικός υπεύθυνος της εταιρείας Geolivo, Θεόδωρος Αρβανίτης, το σύστημα πυκνής φύτευσης αποτελεί ένα πλήρως μηχανοποιημένο σύστημα, που εφαρμόζεται σε όλο τον παραγωγικό κύκλο της ελιάς, και μάλιστα στο πιο σημαντικό του σημείο, στη φάση της συγκομιδής.
Μεταξύ των τριών πιο εύκολα προσαρμοζόμενων ποικιλιών ελιάς με τη συγκεκριμένη μέθοδο είναι η Κορωνέικη i-38, η «σταρ» του ελληνικού ελαιώνα, που διαθέτει πολύ μικρό καρπό, είναι ευαίσθητη στο κρύο, αλλά αντέχει στο κυκλοκόνιο (συνήθης ασθένεια της ελιάς) και παράγει ταχύτερα μεγάλες αποδόσεις.
Όσον αφορά την πυκνότητα φύτευσης, αυτή θεωρείται ιδανική όταν: Εξασφαλίζεται γρήγορη απόσβεση της επένδυσης. Ο ελαιώνας διατηρείται παραγωγικός για πολλά χρόνια. Καθίσταται εφικτή η αποτελεσματικότερη συλλογή. Διευκολύνονται οι καλλιεργητικές εργασίες, ιδιαίτερα το κλάδεμα.
Όπως επισημαίνει ο κ. Αρβανίτης, οι πλέον χρησιμοποιούμενες πυκνότητες σήμερα είναι 166 ή 197 φυτά ανά στρέμμα, με τα τελευταία πειραματικά δεδομένα να δείχνουν ότι, καθώς αυξάνεται η πυκνότητα και μέχρι τα 250 περίπου δέντρα/στρέμμα, αυξάνεται γραμμικά και η παραγωγή, χωρίς να επηρεάζονται τα χαρακτηριστικά του καρπού.
Ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται η ενδεδειγμένη πυκνότητα φύτευσης; Η σύσταση, το προφίλ του εδάφους και η πιθανή παρουσία ή όχι μόνιμα υγρού εδάφους κάτω από τα 60-70 εκατοστά βάθους, το μικροκλίμα της περιοχής και, βέβαια, η επιλεγείσα ποικιλία.
Η διάταξη της γραμμών φύτευσης θα πρέπει να είναι από βορρά προς νότο και το μήκος τους θα πρέπει να περιορίζεται στα 200 περίπου μέτρα. Εφόσον το χωράφι έχει μεγαλύτερο μήκος, εκεί θα αφήνεται διάδρομος, πλάτους 6-7 μέτρων, έτσι ώστε να αδειάζει η μηχανή.
Ανάλογο περιθώριο πρέπει να αφήνεται και στο τέλος του χωραφιού, ενώ η μέγιστη κλίση του χωραφιού, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί η μηχανή συγκομιδής, δεν πρέπει να ξεπερνά το 15%.
Με το νέο σύστημα καλλιέργειας απαιτούνται 132 κυβικά μέτρα νερού ανά στρέμμα σε ετήσια βάση, λιγότερο από το βαμβάκι και εννέα έως έντεκα φορές λιγότερο από το καλαμπόκι. «Η ελιά στο υπερεντατικό σύστημα δεν είναι υδροβόρα καλλιέργεια, αλλά αποτελεί διέξοδο για οικολογική, αειφόρο και πράσινη ανάπτυξη», αναφέρει ο κ. Αρβανίτης.
Αναφορικά με τις απαιτούμενες μονάδες λίπανσης-θρέψης, η συνιστώμενη ποσότητα σε ετήσια βάση ανά στρέμμα είναι 11,7 κιλά άζωτο, 2-5 κιλά φώσφορο και 15 κιλά κάλιο σε επίπεδο διετίας για κάθε στρέμμα.
Οι απαιτήσεις σε άζωτο ανέρχονται στο 35% των απαιτήσεων του καλαμποκιού και περίπου στο 45% των αναγκών της βαμβακοκαλλιέργειας.
 

01. Η πρώτη ανάπτυξη Σύμφωνα με την Geolivo, τα νεαρά δέντρα θα πρέπει να στηρίζονται σε ευθύ πάσσαλο, κατά προτίμηση από μπαμπού, μήκους 1,80-2,10 μέτρων, και για τη διευκόλυνση της λειτουργίας της μηχανής συλλογής τα φυτά θα πρέπει να είναι κάθετα και στην ευθεία. Μετά το τρίτο έτος, το σύστημα στήριξης μπορεί να αφαιρεθεί και να χρησιμοποιηθεί για κάποια πιθανή νέα φύτευση.
Ταυτόχρονα, εφαρμόζονται προληπτικοί ψεκασμοί, ιδιαίτερα την περίοδο που ευνοούνται οι προσβολές από το έντομο Μαργαρόνια (Απρίλιο-Ιούνιο, αλλά και αργότερα εάν χρειαστεί), με σκοπό να προστατέψουμε τη νέα βλάστηση.
Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ιδιαιτέρα ότι, κατά τη στιγμή της φύτευσης, το αρδευτικό σύστημα θα πρέπει να είναι τοποθετημένο και το νερό διαθέσιμο από την πρώτη στιγμή. Η μεταφύτευση μπορεί να γίνει χειρωνακτικά, ενώ το αρδευτικό σύστημα που χρησιμοποιείται είναι σταλακτηφόρος σωλήνας, με τουλάχιστον δύο σταγόνες να αναλογούν σε κάθε φυτό. Όπως τονίζει ο κ. Αρβανίτης, οι πρώτοι 18-24 μήνες είναι κρίσιμοι για τη σωστή ανάπτυξη των δέντρων, καθώς, κατά την περίοδο αυτή, ο στόχος πρέπει να είναι να μεγαλώσουν απρόσκοπτα τα δέντρα, χωρίς κανέναν περιορισμό, σε απαραίτητο νερό και λιπαντικά στοιχεία. Τη χρονιά κατά την οποία αναμένουμε την πρώτη συγκομιδή, αφαιρούμε τους κατώτερους βλαστούς, ύψους μέχρι 50-70 εκατοστών, και αυτό προκειμένου να διευκολύνουμε τη λειτουργία της μηχανής συλλογής.
02. «Ενηλικίωση» Μετά τη συμπλήρωση του 24ου μήνα από τη φύτευση, αρχίζουμε να διαφοροποιούμε την τεχνική της καλλιέργειας. «Ενώ κατά τα πρώτα δύο χρόνια οι προσπάθειές μας είχαν ως στόχο την ταχεία ανάπτυξη των δέντρων, από το σημείο αυτό και μετά κύριος στόχος είναι η επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στη βλάστηση και την καρποφορία», διευκρινίζει ο κ. Αρβανίτης. Στο πλαίσιο αυτό, είναι καθοριστικής σημασίας η σωστή διαχείριση τόσο της λίπανσης όσο και της άρδευσης.
Αναλύσεις εδάφους και φύλλων την κατάλληλη εποχή, αλλά και παρατηρήσεις της εξέλιξης της ετησίας βλάστησης, μας παρέχουν πολύτιμα στοιχεία για να καθοριστεί το κατάλληλο σχήμα της λίπανσης.
Πόση είναι η παραγωγική διάρκεια ζωής του ελαιώνα; Κατά τους ειδικούς, δεδομένου ότι η ελιά είναι αιωνόβιο δέντρο, τα φυτά που χρησιμοποιούνται στο σύστημα πυκνής φύτευσης θα έχουν μακρά περίοδο ζωής. Ωστόσο, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι τα συγκεκριμένα φυτά θα πρέπει να παραμείνουν παραγωγικά στο ίδιο σύστημα για πολλά χρόνια, όντας φυτεμένα πολύ πυκνά.
«Υπολογίζεται ότι κάποια στιγμή τα φυτά θα χάσουν την παραγωγικότητά τους, λόγω της συσσώρευσης πολύ ξύλου. Για τον ίδιο λόγο θα δυσκολέψει και η διαδικασία της μηχανικής συλλογής. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι το πόσο γρήγορα ή αργά θα συμβεί αυτό εξαρτάται από τη σωστή διαχείριση του ελαιώνα», σημειώνει ο κ. Αρβανίτης.

Πόσο αποδίδουν οι νέες μέθοδοι

Σύμφωνα με τη μελέτη που έχει εκπονήσει ο κ. Αρβανίτης, για επένδυση εικοσαετίας και με βάση τις ταμειακές ροές και το κόστος παγίων (βασισμένο σε επικαιροποιημένες τιμές 2010), τα έξοδα ανά στρέμμα είναι χαμηλά, ενώ μετά τον τρίτο χρόνο καταγράφεται σταθερή κερδοφορία. Επίσης , η μελέτη βασίστηκε σε στοιχεία γεωργικών εκμεταλλεύσεων έξι παραγωγών με εγκαταστάσεις μεγαλύτερες των 50 στρεμμάτων και έξι παραγωγών με μικρότερες εγκαταστάσεις, χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο δυνατό κόστος, ενώ δεν εξετάζει το κόστος της ίδιας εργασίας (αφορά τη διαμόρφωση του ελαιώνα, τη χρήση μηχανημάτων για ψεκασμούς κ.ο.κ.) του παραγωγού. Τι σημαίνουν τα παραπάνω στη γλώσσα των αριθμών;
 

Για ένα στρέμμα ελαιώνα, το κόστος πάγιων υλικών και εργασιών διαμορφώνεται στα 766,21 ευρώ και την πρώτη διετία οι συνολικά απαιτούμενες δαπάνες είναι της τάξης των 175 ευρώ. Από το τρίτο έτος και μετά, οι εκροές σταθεροποιούνται περίπου στα 138 ευρώ, ενώ οι εισροές το τρίτο έτος ανέρχονται στα 275 ευρώ και από το τέταρτο έως το εικοστό «κλειδώνουν» στα 440 ευρώ ανά στρέμμα. Στα πέντε έτη και οκτώ μήνες υπάρχει πλήρης επιστροφή του κεφαλαίου, τόσο εγκατάστασης όσο και λειτουργικών εξόδων, των δύο ^ πρώτων ετών.

Οι παραπάνω ταμειακές ροές βασίζονται σε κόστος παραγωγής 138,79 ευρώ ανά 200 κιλά ελαιολάδου, ποσότητα που αποτελεί τη μέση ετήσια στρεμματική παραγωγή. Έτσι, ανά κιλό ελαιολάδου, το κόστος διαμορφώνεται στα 0,69 ευρώ, ενώ στο παραδοσιακό σύστημα καλλιέργειας αυτό ανέρχεται στα 1,9-2 ευρώ ανά κιλό.

Με άλλα λογία, με τη μέθοδο της πυκνής φύτευσης το περιθώριο καθαρού κέρδους είναι 1,61 ευρώ ανά κιλό, με την τιμή ελαιολάδου στα 2,3 ευρώ/κιλό. Αντίθετα, με την παραδοσιακή καλλιέργεια, το περιθώριο κέρδους συρρικνώνεται και διαμορφώνεται στα 0,3-0,4 ευρώ ανά κιλό. Σημειώνεται ότι το ελαιόλαδο είναι ένα από τα βασικότερα εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα και η παραγωγή του επιδοτείται.

Τα συν και τα πλην της νέας καλλιέργειας

Συν Καινοτόμος μέθοδος. Υψηλά περιθώρια κέρδους. Πολύ υψηλή απόδοση 20ετίας. Δυνατότητα απόσβεσης σε πέντε χρόνια. Ελάχιστη παρενιαυτοφορία (μείωση της παραγωγής ύστερα από μια χρονιά πλήρους καρποφορίας). Άριστη ποιότητα τελικού προϊόντος. Γρήγορη είσοδος στην παραγωγή και δυνατότητα επιλογής του χρόνου συγκομιδής βάσει το βαθμού ωριμότητας (βιομηχανικό στάδιο ωρίμανσης) και όχι της διαθεσιμότητας των εργατικών. Εκμηχάνιση του 92% του κόστους χωρίς κόπο. Φιλοπεριβαλλοντική καλλιέργεια, με απαιτήσεις σε νερό 10 φορές λιγότερο από το καλαμπόκι και 6 από το βαμβάκι, με ελάχιστε εισροές σε άζωτο. Αυτοδύναμη οικονομικά εκμετάλλευση, χωρίς οι επιδοτήσεις να καθορίζουν τη βιωσιμότητά της. Δεν τραυματίζεται το δέντρο από δονήσεις. Η αποτελεσματικότητα της συγκομιδής ξεπερνά το 95%.
Πλην Υψηλό κόστος επένδυσης, που, όμως, ισοσκελίζεται από την υψηλή ταχύτητα εισόδου στην παραγωγή, άρα και τον χρόνο επιστροφής των επενδεδυμένων χρημάτων (pay back period). Απαιτεί προσήλωση του παραγωγού στις προτεινόμενες καλλιεργητικές τεχνικές των ειδικών. Αν ο παραγωγός ακολουθήσει τις οδηγίες, η επένδυση θα καθυστερήσει σημαντικά την είσοδο στην παραγωγή και η απόδοση δεν θα είναι η αναμενόμενη. Η εγκατάσταση φυτών που δεν αποτελούν τους επίσημους «πατενταρισμένους» κλώνους (π.χ., εγκατάσταση απλής Κορωνέικης στο σύστημα και όχι Κορωνέικης i-38) θα οδηγήσει σίγουρα σε συνωστισμό των δέντρων και στην ανάγκη για εγκατάλειψη του ελαιώνα μετά το δέκατο έτος.







* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο" της 27ης Αυγούστου

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More