Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΕΡΕΥΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΕΡΕΥΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Ιουν 2023

Covid: Οι πηγές της δυσπιστίας απέναντι στα εμβόλια

 Ιδέες, απόψεις και συγκρούσεις από όλο τον Κόσμο - Peripteron.eu

Η μαζική διοχέτευση δημόσιου χρήματος για την αντιμετώπιση της Covid-19 δεν χαλάρωσε τον έλεγχο που ασκεί η βιομηχανία πάνω στην παραγωγή της ιατρικής πληροφόρησης. Έτσι, ο επιστημονικός λόγος, χρησιμοποιημένος για τον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών, έχασε μέρος της νομιμοποίησής του, κάτι που ευνόησε τη στροφή σε απλοϊκές αντιεμβολιαστικές λογικές. Τρία χρόνια αργότερα, μένει να πραγματοποιηθεί ένας πιο τεκμηριωμένος απολογισμός των πολιτικών δημόσιας υγείας.

Τα εμβόλια Comirnaty (της Pfizer/BioNTech) και Spikevax (Moderna), που αναπτύχθηκαν επειγόντως για την καταπολέμηση της Covid-19, αποτέλεσαν μια «μείζονα θεραπευτική πρόοδο», εξασφαλίζοντας μια «σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης συμπτωματικών μορφών της νόσου, συμπεριλαμβανομένων των σοβαρότερων», σύμφωνα με την εκτίμηση της μοναδικής ανεξάρτητης από τη φαρμακευτική βιομηχανία γαλλόφωνης ιατρικής επιθεώρησης. Τον Ιανουάριο του 2022, η επιθεώρηση «Prescrire» («Συνταγογραφείν») τους απένειμε το βραβείο της «Χρυσό Χάπι», θεωρώντας ότι είχαν προσφέρει «μια αποφασιστική θεραπευτική πρόοδο σε έναν τομέα όπου ασθενείς και νοσηλευτές βρίσκονταν εντελώς απροστάτευτοι».

Ενόσω μαινόταν μια παγκόσμια πανδημία, με πολλά συστήματα υγείας να έχουν υποστεί τεράστια αφαίμαξη από την χρόνια υποχρηματοδότηση, όπως στη Γαλλία, η άφιξη αυτών των εμβολίων χαιρετίστηκε ως μια υπόσχεση για επιστροφή στην «κανονική» ζωή. Το αδιαμφισβήτητο αυτό επιστημονικό επίτευγμα δεν μπορεί να αποκρύψει τα σφάλματα των υγειονομικών και των ρυθμιστικών αρχών, καθώς και το έλλειμμα στην ενημέρωση των πολιτών. Δεδομένων των τεράστιων κρατικών χρηματοδοτήσεων που κινητοποιήθηκαν για την ανάπτυξη των θεραπειών (προπαραγγελίες, οικονομικές ενισχύσεις κ.λπ.), όλα έδειχναν ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την επιβολή ενός νέου πλαισίου διαφάνειας στο σύνολο του κλάδου. Αντίθετα όμως, οι απλοϊκές ρητορικές και οι πλέον ποικιλόμορφες φαντασιώσεις τροφοδοτήθηκαν από την τεράστια αδιαφάνεια όσον αφορά τις μελέτες, καθώς και από τη μανιχαϊστική ρητορική των αυθεντιών, αγνοώντας την πολυπλοκότητα του επιστημονικού εγχειρήματος.

«Τα εμβόλια για την αντιμετώπιση της Covid έσωσαν εκατομμύρια ζωές», επιβεβαιώνει ο καθηγητής Γιάννης Ιωαννίδης, ιατρός και εξέχων ειδικός σε ζητήματα πρόληψης και δημόσιας υγείας στο πανεπιστήμιο Στάνφορντ των ΗΠΑ. «Η εκτίμηση που κυκλοφόρησε ευρύτερα ανέφερε περισσότερα από 14 εκατομμύρια ζωές που σώθηκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης χρονιάς, αλλά πρόκειται για μια μοντελοποίηση που στηρίζεται σε αμφισβητήσιμες βάσεις.»

Όπως βεβαιώνει ο καθηγητής Ιωαννίδης, «στη συνέχεια συνέβαλα στην απόδειξη (1) του γεγονότος ότι το ποσοστό θνητότητας της λοίμωξης, πριν από τον εμβολιασμό, είχε υπερεκτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό, ενώ η αποτελεσματικότητα των εμβολίων είχε μάλλον υπερτιμηθεί (2), καθώς βασιζόταν σε βραχυπρόθεσμες μελέτες παρακολούθησης. Η εκτίμηση του αριθμού των ανθρώπων που σώθηκαν είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση και θα πρέπει να υπάρχει “διαστρωμάτωση” σε σχέση με την ηλικία. Θα υποστήριζα όμως, πολύ συνετά, ότι αυτός ο αριθμός κυμαίνεται μεταξύ ενός και έξι εκατομμυρίων. Τα οφέλη όσον αφορά τη μείωση του αριθμού των θανάτων και των σοβαρών προβλημάτων είναι σημαντικά για τα ηλικιωμένα άτομα με ευάλωτη υγεία».

Εντούτοις, ο Ιωαννίδης εκφράζει τη λύπη του για την «ελλιπέστατη επικοινωνία» σχετικά με όσα θα μπορούσαμε πραγματικά να περιμένουμε από τα εμβόλια. «Τα παρουσίασαν ως μια λύση που θα έθετε τέλος στην πανδημία, τη στιγμή που η ικανότητά τους να περιορίσουν τη μετάδοση του ιού ήταν σχετικά χαμηλή και πολύ σύντομα διαβρώθηκε με την άφιξη της παραλλαγής Όμικρον. Στηριχθήκαμε υπερβολικά σε μέτριες μελέτες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας αυτών των εμβολίων και, στο μέλλον, θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό να καταφεύγουμε σε τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές (RCT) (3) προκειμένου να αξιολογήσουμε τα οφέλη των πιθανών εμβολιαστικών στρατηγικών, για παράδειγμα όσον αφορά τις αναμνηστικές δόσεις.» Επιπλέον, η ύπαρξη καλύτερων μελετών, κατά προτίμηση ανεξάρτητων και συνοδευόμενων από πλήρη διαφάνεια ως προς τα αποτελέσματά τους, θα επέτρεπε την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του αντιεπιστημονικού λόγου.

Οι βιομήχανοι υποβαθμίζουν τους κινδύνους

«Ορισμένες ομάδες, τις οποίες σήμερα θα αποκαλούσαμε συνοπτικά “αντιεμβολιαστές”, ξεκοκκαλίζουν και υπερερμηνεύουν έγγραφα που δεν είναι βέβαιο ότι κατανοούν», εκφράζει τη λύπη της η Κλωντινά Μισάλ-Τεϊτελμπώμ, ιατρός γενικής ιατρικής και συνεργάτης της επιθεώρησης «Prescrire». «Ωστόσο, δεν πρέπει να είμαστε αφελείς», συνεχίζει, υπενθυμίζοντας ένα γενικότερο γεγονός που αφορά μεγάλο αριθμό εμβολίων και θεραπειών: «Οι δοκιμές πραγματοποιούνται από τους βιομήχανους και τα δεδομένα που προκύπτουν από αυτές τους ανήκουν κατ’ αποκλειστικότητα. Κοινοποιούν σε τρίτους μόνο όσα στοιχεία επιθυμούν, ακόμα κι αν πρόκειται για τις υγειονομικές αρχές: υποβαθμίζουν τους κινδύνους και υπερτονίζουν τα οφέλη. Καθώς οι δημόσιες αρχές επιθυμούσαν να παρακινήσουν τον πληθυσμό να εμβολιαστεί, αναμετάδωσαν τα θριαμβολογικά μηνύματα της βιομηχανίας, χωρίς να τα αμφισβητήσουν. Έτσι, οι δοκιμές δεν ήταν σχεδιασμένες για να αξιολογήσουν την ικανότητα των εμβολίων να προλαμβάνουν τον θάνατο, την μετάδοση του ιού, τις σοβαρότερες μορφές της ασθένειας, ούτε καν τις εισαγωγές στο νοσοκομείο. Στη συνέχεια έδειξαν θετικά αποτελέσματα στην προστασία από τις σοβαρές μορφές της ασθένειας, αλλά επρόκειτο για ένα εντελώς τυχαίο γεγονός!». Πράγματι, η ανακοινωθείσα αποτελεσματικότητα της τάξης του 90% ως 95% αφορούσε τον κυριότερο στόχο, που ήταν ο περιορισμός των συμπτωματικών μορφών (κατάσταση γρίπης). Στις 10 Οκτωβρίου 2022, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Τζανίν Σμολ, υπεύθυνη διεθνών αγορών της Pfizer, παραδέχτηκε ότι η επιχείρηση δεν διέθετε στοιχεία για τη μετάδοση του ιού από τους εμβολιασμένους: «Όταν το εμβόλιο βγήκε στην αγορά, γνωρίζαμε εάν σταματούσε τη μετάδοση της ασθένειας; Όχι. Στην πραγματικότητα, προχωρήσαμε ακολουθώντας την ταχύτητα της επιστήμης».

Στο τεύχος του Σεπτεμβρίου 2022, η «Prescrire» προέβη σε μια προσεκτική ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων, εκτιμώντας καταρχάς ότι «τα εμβόλια μείωσαν σημαντικά τον κίνδυνο της συμπωματικής νόσησης από τη νόσο Covid-19, συμπεριλαμβανομένων και των σοβαρότερων μορφών της». Η επιθεώρηση περαιτέρω επισήμαινε ότι «εντοπίστηκε σημαντικός αριθμός παρενεργειών, συνήθως όχι σοβαρών», καταγράφοντάς τις μία προς μία και παραπέμποντας στον επίσημο απολογισμό του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) (4): «Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ), στις αρχές Απριλίου 2022, ο συνολικός αριθμός των περιπτώσεων ασθενών των οποίων ο θάνατος αποδόθηκε στα εμβόλια κατά της Covid-19 ανερχόταν στους 10.451, εκ των οποίων οι 8.631 είχαν κάνει δύο εμβολιασμούς με αγγελιαφόρο RNA (mRNA)». Σε σύνολο σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου δόσεων χορηγημένων μέχρι τις 23 Νοεμβρίου 2022, o EMA κατέγραψε 1,6 εκατομμύριο παρενέργειες μετά τον εμβολιασμό, εκ των οποίων οι 11.515 οδήγησαν σε θάνατο. Πρόκειται για «ιατρικά συμβάντα που παρατηρήθηκαν μετά τη χρήση εμβολίου», διευκρινίζει ο Οργανισμός. «Το γεγονός ότι ένα άτομο αντιμετώπισε ιατρικό πρόβλημα ή απεβίωσε μετά από εμβολιασμό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η αιτία ήταν το εμβόλιο» (5). Συμπερασματικά, η επιθεώρηση «Prescrire» κατέληγε ότι το ισοζύγιο οφέλους-κινδύνου αυτών των εμβολίων κυμαίνεται «ανάλογα με την ευαλωτότητα κάθε ατόμου απέναντι στις σοβαρές μορφές της Covid-19 και ανάλογα με τις παραλλαγές του [ιού] SARS-CoV-2 που κυκλοφορούν».

Στην εξόχως σοβαρή επιθεώρηση «Vaccine», επτά ερευνητές εντόπισαν αισθητά αυξημένο κίνδυνο παρενεργειών στις ομάδες που λάμβαναν τα εμβόλια mRNA συγκριτικά με την ομάδα που εμβολιάστηκε με εικονικό φάρμακο (placebo) (6) και κυρίως εμφάνιση σοβαρών παρενεργειών σε 800 περιπτώσεις εμβολιασμού. Όπως και ο Ιωαννίδης, καλούν σε μια επαναξιολόγηση των αναλύσεων οφέλους-κινδύνου, ενσωματώνοντας μια «διαστρωμάτωση» που θα διακρίνει τους ασθενείς ανάλογα με τον κίνδυνο εκδήλωσης σοβαρής μορφής της νόσου. Δεν παραλείπουν επίσης να υπενθυμίσουν ότι, προκειμένου να προβούν σε παρόμοιες αναλύσεις, οι κατασκευαστές των εμβολίων θα έπρεπε να ανακοινώνουν τα πλήρη αποτελέσματα των τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών (RCT). Επιπλέον, όπως μας διευκρινίζει ο καθηγητής Πίτερ Ντόσι, αρχισυντάκτης του «British Medical Journal» (BMJ): «Η επαναανάλυσή μας στηρίζεται στα δεδομένα που διαβίβασαν οι κατασκευαστές των εμβολίων στις υγειονομικές αρχές και συνεπώς δεν λαμβάνει υπόψη περιπτώσεις παρόμοιες με εκείνες της Μπριάν Ντρέσεν και της Μάντυ ντε Γκαρέυ».

Τα δύο ονόματα που αναφέρει ο ερευνητής προσωποποιούν τα ερωτήματα γύρω από την αγνόηση, σε ορισμένες μελέτες πραγματοποιημένες από τις φαρμακευτικές εταιρείες, υγιών εθελοντών που έπεσαν θύματα σοβαρών παρενεργειών κατά τη συμμετοχή τους στις δοκιμές των εμβολίων. Η δασκάλα Μπριάν Ντρέσεν, 39 χρόνων εκείνη την εποχή, έμεινε ανάπηρη μετά την πρώτη δόση του εμβολίου AstraZeneca, στις 4 Νοεμβρίου 2020. Δημοσιευμένο τον Σεπτέμβριο 2021 στο «New England Journal of Medicine» (NEJM), το κείμενο με τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν σε περισσότερους από 32.000 συμμετέχοντες συμπέραινε ότι το εμβόλιο «είναι ασφαλές και αποτελεσματικό για την πρόληψη των σοβαρών και συμπτωματικών λοιμώξεων της Covid-19» (7). Δεν καταγράφηκε καμία από τις σοβαρές παρενέργειες που υπέστη η Μπριάν Ντρέσεν. Η ιατρική παρακολούθησή της από την AstraZeneca, η οποία σύμφωνα με το πρωτόκολλο της κλινικής δοκιμής προβλεπόταν να διαρκέσει 790 ημέρες, διακόπηκε μετά από μόλις 60 ημέρες. Παρά την επίσημη αναγνώριση από τα αμερικανικά Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (National Institutes of Health, ΝΙΗ) της σχέσης του εμβολίου με την υπόθεσή της, ο καθηγητής Έρικ Ρούμπιν, αρχισυντάκτης του NEJM, αρνήθηκε να δημοσιεύσει ένα διορθωτικό σημείωμα, προσθέτοντας ότι προώθησε στον κατασκευαστή του εμβολίου («τον μόνο αρμόδιο για τη διαχείριση των πηγαίων δεδομένων της κλινικής έρευνας») το ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο η Ντρέσεν τού γνωστοποιούσε την ιστορία της.

Μια δεκατριάχρονη έφηβη, η Μάντυ ντε Γκαρέυ, η οποία έχαιρε απόλυτης υγείας όταν εντάχθηκε στο πρόγραμμα δοκιμών της Pfizer, βρίσκεται σήμερα καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι και λαμβάνει τροφή μέσω ρινογαστρικού σωλήνα. Η κατάστασή της αποδόθηκε από τους υπεύθυνους των κλινικών δοκιμών σε ψυχολογικούς παράγοντες και συνεπώς δεν καταχωρίσθηκε σωστά ούτε στη δοκιμή ούτε στο άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2021 στο NEJM (8). Ο Ντέιβιντ Χήλυ, ο φαρμακολόγος και ψυχίατρος που ανέλαβε την πραγματογνωμοσύνη για την περίπτωσή της, θεωρεί ότι η διάγνωση περί υστερίας «είναι παράλογη». Ο συγκεκριμένος καθηγητής θεωρεί ότι «κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, οι γιατροί χάνουν όλο και περισσότερο την ικανότητά τους να διαγνώσκουν τις τοξικές παρενέργειες των φαρμάκων και των εμβολίων. Αυτό οφείλεται κυρίως στην ολοένα εντεινόμενη εξειδίκευσή τους, που τους εμποδίζει να διακρίνουν τα πολυσυστημικά συμπτώματα, συχνά παρατηρούμενα στις περιπτώσεις τοξικότητας».

«Εδώ και τριάντα-σαράντα χρόνια, η βιομηχανία έχει την κακή συνήθεια να εξαφανίζει ορισμένες ενοχλητικές παρενέργειες από τις στατιστικές που προκύπτουν από τις κλινικές δοκιμές της και οι νέοι “εικονικοί” τρόποι οργάνωσης αυτών των δοκιμών διευκολύνουν την προσπάθειά της», καταγγέλλει ο Χήλυ, ένας από τους συγγραφείς μιας αξιοπρόσεκτης μελέτης του 2015 που συγκεκριμένα αποκάλυπτε την απόκρυψη, σε μια κλινική μελέτη του 2001 (9), του διπλασιασμού, έως και τριπλασιασμού, του κινδύνου αυτοκτονίας των εφήβων όταν λαμβάνουν την αντικαταθλιπτική ουσία παροξετίνη. Στις κλινικές δοκιμές για τα εμβόλια κατά της Covid-19, οι εθελοντές παρακολουθούνταν μέσω μιας εφαρμογής που όφειλε να καταγράφει τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Στην πράξη όμως, μπορούσαν να επιλέξουν μόνο από έναν κατάλογο με ήπιες παρενέργειες (πυρετός, πόνος στο σημείο της ένεσης, πονοκέφαλος κ.λπ.). Για να αναφέρει κάποιος μια παρενέργεια που δεν περιεχόταν στον κατάλογο, έπρεπε να δοκιμάσει να επικοινωνήσει με το κέντρο. Η Ντρέσεν, που είχε καταγραφεί ως αποχωρήσασα από τη δοκιμή, ουσιαστικά είχε αποκλειστεί από αυτή τη δυνατότητα, καθώς η εφαρμογή της είχε απενεργοποιηθεί εξ αποστάσεως.

Παρατυπίες σε υπεργολάβο της Pfizer

Εξάλλου, οι συγκεκριμένες δοκιμές είχαν διασπαρεί σε πολλά κέντρα διάφορων χωρών. Οι «πολυκεντρικές» κλινικές δοκιμές αυτού του τύπου καταφεύγουν συνήθως σε ένα αλυσιδωτό σύστημα υπεργολάβων, το οποίο βλάπτει τη διαφάνεια ολόκληρης της διαδικασίας. Έτσι, ο αριθμός των κέντρων που εμπλέκονταν στις δοκιμές της Pfizer σε αμερικανικό έδαφος ανερχόταν σύμφωνα με τις πηγές μεταξύ 135 και 153. Ούτε οι υπεύθυνοι των κέντρων για την παρακολούθηση των συμμετεχόντων ούτε οι διευθυντές κέντρου διαθέτουν συνολική εικόνα, κάτι που επιτρέπει στον παραγγελιοδότη της δοκιμής να επιλέγει τα δεδομένα που επιθυμεί να γνωστοποιήσει. Ολοένα συχνότερα, δεν ανακοινώνεται κανένα αποτέλεσμα, κατά παραβίαση των νομικών υποχρεώσεων των κατασκευαστών. Έτσι, ένας έλεγχος της Γενικής Επιθεώρησης του αμερικανικού υπουργείου Υγείας αποκάλυψε ότι, από τις πρόσφατες τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές που είχαν χρηματοδοτηθεί από το ΝΙΗ (τον μεγαλύτερο χρηματοδότη παγκοσμίως σε αυτόν τον τομέα), περισσότερες από τις μισές δεν είχαν δημοσιεύσει αποτελέσματα μέσα στο έτος που ακολούθησε την αποπεράτωσή τους, αδιαφορώντας για τις νόμιμες υποχρεώσεις τους (The-scientist.com, 18 Αυγούστου 2022).

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, η Μπρουκ Τζάκσον, τότε περιφερειακή διευθύντρια της Ventavia, υπεργολάβου της τεξανικής εταιρείας Icon, η οποία με τη σειρά της ήταν υπεργολάβος της Pfizer και επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή ενός μέρους των κλινικών δοκιμών του εμβολίου mRNA, κάλεσε τον αμερικανικό Ομοσπονδιακό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) για να καταγγείλει μια σειρά σοβαρών παρατυπιών που είχε διαπράξει ο εργοδότης της: πλαστογραφήσεις δεδομένων, παραλείψεις στην ψύξη των εμβολίων, άρση του τυφλού χαρακτήρα της κλινικής δοκιμής. Το τελευταίο σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες ή το προσωπικό γνώριζαν ποιος είχε λάβει το φαρμακευτικό προϊόν και ποιος το εικονικό φάρμακο –κάτι που ακυρώνει την ίδια την αρχή του «διπλά τυφλού» χαρακτήρα της κλινικής δοκιμής. Την ίδια την ημέρα που η Τζάκσον σήμανε τον συναγερμό, απολύθηκε από τη Ventavia. Στις 8 Ιανουαρίου 2021, προσέφυγε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μπώμοντ του Τέξας μέσω μιας ειδικής διαδικασίας που επιτρέπει σε ιδιώτες να ασκούν αγωγές σε επιχειρήσεις στο όνομα του αμερικανικού κράτους. Μας εξομολογήθηκε ότι η υπόθεσή της δεν περιμένει να εκδικαστεί πριν από την άνοιξη του 2024. Έκτοτε, η Pfizer έχει αναθέσει υπεργολαβικά στη Ventavia άλλες τέσσερις κλινικές δοκιμές για εμβόλια.

Για όλα αυτά τα ζητήματα, ζητήσαμε την άποψη των ρυθμιστικών αρχών και φορέων που έχουν αρμοδιότητα στη γαλλική επικράτεια. Ούτε ο Εθνικός Οργανισμός Ασφάλειας των Φαρμάκων και των Προϊόντων Υγείας (ANSM) ούτε o ευρωπαϊκός EMA μας απάντησαν. Η Ντομινίκ Λε Γκυλυντέκ, πρόεδρος της Ανώτατης Αρχής Υγείας (HAS), υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη ανεξάρτητη αρχή είχε προχωρήσει ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη διαφοροποίηση των συστάσεών της υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων. Όσον αφορά τις ανεπιθύμητες ενέργειες, αναγνωρίζει «την ύπαρξή τους και τα μειωμένα επίπεδα δήλωσής τους στη Γαλλία, τα οποία συνδέονται με μια τιμωρητική και αποσταθεροποιητική κουλτούρα που λειτουργεί στους γιατρούς ως αντικίνητρο για την αναφορά τους». Και προσθέτει: «Ανεξαρτήτως φαρμάκου, η HAS ενθαρρύνει εμφατικά τους επαγγελματίες της υγείας να δηλώνουν τέτοια περιστατικά. Γενικότερα, κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, αφιερώσαμε εξαιρετικά πολύ χρόνο στην επικοινωνία σχετικά με τα τεστ, τα εμβόλια και τις θεραπείες, μέσω συνεντεύξεων Τύπου και “σύντομων απαντήσεων” που δημοσιεύονταν στην ιστοσελίδα μας και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Για τη Λε Γκυλυντέκ, «είναι φυσιολογικό να αναλαμβάνει η βιομηχανία την έρευνα, αφού εκείνη αντλεί τα οφέλη από την πώληση των προϊόντων της. Ωστόσο, το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις κλινικές δοκιμές και τους ελέγχους στους οποίους υπόκεινται είναι ρητό και πολύ ακριβές».

Όμως, μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στις 16 Νοεμβρίου 2022 στο «British Medical Journal» αποκαλύπτει την ύπαρξη σημαντικών κενών στους ελέγχους των κλινικών δοκιμών στις ΗΠΑ, που συνοδεύονται από έλλειμμα διαφάνειας (10). Η ίδια επιθεώρηση είχε ενδιαφερθεί, τον Ιούνιο του 2022, για το μερίδιο του προϋπολογισμού των υγειονομικών οργανισμών που εξαρτάται από τη χρηματοδότηση της φαρμακευτικής βιομηχανίας (89% για τον ΕΜΑ, 65% για τον FDA), προκειμένου να υπογραμμίσει τους κινδύνους που αυτός ο παράγοντας εγκυμονεί για την ανεξαρτησία τους.

Διαφάνεια για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης

Όλες οι προσπάθειες με στόχο να υποχρεωθούν οι φαρμακευτικές εταιρείες να δώσουν στη δημοσιότητα το σύνολο των δεδομένων που προέκυψαν από τις κλινικές δοκιμές έχουν αποτύχει. Τον Αύγουστο του 2021, μια διεθνής ομάδα ερευνητών ζήτησε, επικαλούμενη τον αμερικανικό νόμο περί πρόσβασης στην πληροφόρηση, να λάβει γνώση των δεδομένων βάσει των οποίων ο FDA είχε αδειοδοτήσει το εμβόλιο της Pfizer. Ο Οργανισμός, που είχε χρειαστεί 108 ημέρες για να εξετάσει αυτά τα δεδομένα, ζήτησε από τον Τεξανό ομοσπονδιακό δικαστή να ορίσει προθεσμία… 75 ετών πριν κοινοποιηθούν. Ο δικαστής έδωσε προθεσμία οκτώ μηνών. Τα έγγραφα, που έχουν αρχίσει να αναλύονται, δείχνουν ιδίως ότι ο Λευκός Οίκος άσκησε πιέσεις προκειμένου να επισπευστεί η κατεπείγουσα αδειοδότηση, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε ήδη αντικείμενο μιας εξαιρετικά ταχείας διαδικασίας. «Μπορούμε να είμαστε και υπέρ των εμβολίων για την Covid-19 και υπέρ της διαφάνειας: η κατάργηση όλων των περιορισμών και η πρόσβαση στα πηγαία δεδομένα είναι σήμερα απαραίτητη προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη», επιχειρηματολογούσε τον περασμένο Αύγουστο ο Βρετανός καρδιολόγος Ασίμ Μαλχότρα, ειδικός σε ζητήματα δημόσιας υγείας (11).

«Στις ΗΠΑ, ο FDA ενέκρινε τον Ιούνιο την επείγουσα αδειοδότηση του εμβολιασμού των παιδιών από την ηλικία των 6 μηνών, με βάση κλινικές δοκιμές όπου τίποτα δεν είναι εντάξει», εκφράζει τη λύπη της η Μισάλ-Τεϊτελμπώμ. «Οι προδιαγραφές αποτελεσματικότητας είχαν αναθεωρηθεί αισθητά προς τα κάτω. Θα ήταν πιο λογικό να ενισχυθούν, δεδομένου ότι αυτή η ηλικιακή ομάδα κινδυνεύει λιγότερο από την Covid. Επιπλέον, το κυριότερο κριτήριο αξιολόγησης στηρίζεται στην “ισοδύναμη ανοσογονικότητα”, μια έννοια που έκανε την εμφάνισή της τον Ιούνιο του 2021 σε μια διεθνή συνάντηση των υγειονομικών ρυθμιστικών αρχών και που ποτέ πριν δεν είχε χρησιμοποιηθεί για να επιβεβαιώσει την αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου. Αυτό σημαίνει ότι υποθέτουμε πως ένα επίπεδο αντισωμάτων που εξασφαλίζει προστασία απέναντι σε λοιμώξεις ή σε σοβαρές μορφές της νόσου, σε μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα και απέναντι σε μια συγκεκριμένη παραλλαγή του ιού, θα προσφέρει την ίδια προστασία σε μια άλλη ηλικιακή ομάδα απέναντι σε μια άλλη παραλλαγή του ιού. Είναι παράλογο, πρόκειται για το σημείο μηδέν της επιστήμης και των κανονιστικών ρυθμίσεων.»

Κατά τη γνώμη της, τα παιδιά, οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες με καλή υγεία έχουν δυσμενή σχέση ατομικού οφέλους-κινδύνου όσον αφορά τα συγκεκριμένα εμβόλια, κάτι που καθιστά τη χορήγησή τους αντιδεοντολογική. Ενάντια στη γνώμη πολλών συναδέλφων του, ο καθηγητής Ερίκ Κωμ, περιζήτητος στα γαλλικά μέσα ενημέρωσης την περίοδο κορύφωσης της πανδημίας, προχωράει ακόμα περισσότερο: «Σε ατομικό επίπεδο και με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, θα έλεγα ότι η ηλικία κατά την οποία η σχέση οφέλους-κινδύνου είναι θετική υπέρ αυτών των εμβολίων αρχίζει μετά τα 60-65 έτη, εάν βεβαίως δεν υπάρχει συννοσηρότητα [άλλα υποκείμενα νοσήματα]». Ο πρώην διευθυντής του τμήματος λοιμωδών νοσημάτων του παρισινού νοσοκομείου Πιτιέ-Σαλπετριέρ, ο οποίος σήμερα ασκεί τα καθήκοντά του στο νοσοκομείο Οτέλ-Ντιέ, αφιέρωσε ένα βιβλίο στα σφάλματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας (12). Διαπιστώνει ότι «οι αποκλίνουσες φωνές γρήγορα εκδιώχθηκαν από τα όργανα λήψης αποφάσεων. Μεταξύ άλλων, θα έπρεπε να είχαμε αρνηθεί το υγειονομικό διαβατήριο».

Ο καθηγητής Ντόσι υπενθυμίζει ότι εισηγήθηκε τα εμβόλια να κυκλοφορήσουν «με πλήρη διαφάνεια όσον αφορά την επιστημονική γνώση»: «Δεν διαθέταμε καμία εγγύηση ασφάλειας ούτε και αποτελεσματικότητας, ενώ συνέχιζαν να υπάρχουν αρκετές αβεβαιότητες γύρω από αυτά. Οι κυβερνήσεις [καθώς και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ΠΟΥ] τα είχαν χαρακτηρίσει “ασφαλή και αποτελεσματικά”, τη συνήθη διατύπωση για την κυκλοφορία φαρμάκων στην αγορά με τη συμβατική διαδικασία. Από εκείνη τη στιγμή, ο μαζικός εμβολιασμός μετατράπηκε σε μία από εκείνες τις πολιτικές που η ίδια τους η έκταση αποκλείει την εξέταση του ενδεχομένου αποτυχίας». Από την πλευρά της, η διαδικτυακή επιθεώρηση «European Scientist» απευθύνει έκκληση ώστε να γίνει διάκριση μεταξύ της υπεράσπισης των εμβολίων κατά της Covid-19 και του υποχρεωτικού εμβολιασμού. Ζητά επίσης την πλήρη δημοσιοποίηση των ανεπεξέργαστων δεδομένων, κατ’ αυτήν το μοναδικό μέσο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού απέναντι στις υγειονομικές αρχές.

Στις 25 Οκτωβρίου 2022, η «British Medical Journal» θεωρούσε λυπηρό το γεγονός ότι ο FDA χρειάστηκε περισσότερο από έναν χρόνο για να μελετήσει τέσσερις ενδείξεις σοβαρών παρενεργειών που παρατηρήθηκαν σε ηλικιωμένα άτομα όταν τους χορηγήθηκε το εμβόλιο της Pfizer: έμφραγμα του μυοκαρδίου, διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη, άνοση θρομβοπενία και πνευμονική εμβολή. Η επιθεώρηση επισημαίνει ότι, κατά τη διάρκεια όλου αυτού του χρονικού διαστήματος, ο FDA δεν εξέδωσε καμία προειδοποίηση, ούτε προς τους γιατρούς ούτε προς το ευρύ κοινό. Σε ιστοσελίδες όπως η Realnotrare.com βρίσκουμε δεκάδες μαρτυρίες ατόμων που δηλώνουν ότι υποφέρουν από παρενέργειες μετά τον εμβολιασμό τους, μερικές φορές σοβαρότατες –ανάμεσά τους και οι περιπτώσεις των Ντρέσεν και ντε Γκαρέυ. Οι περισσότεροι διηγούνται ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν τοίχο ιατρικής άρνησης και συχνά με μια «ψυχιατρικοποίηση»: τα συμπτώματά τους αποδίδονται στο άγχος, στην κατάθλιψη κ.λπ.

Ένας δικηγόρος από τη Μασσαλία, ο Ερίκ Λανζαρόν, που διαβεβαιώνει ότι εκπροσωπεί 300 θύματα παρενεργειών των εμβολίων mRNA, έχει ασκήσει αρκετές αγωγές για λογαριασμό τους. Όπως αναφέρει, «τα θύματα καταφεύγουν συχνά σε εμένα αφού προηγουμένως έχουν απευθυνθεί στον Εθνικό Οργανισμό Αποζημίωσης Ιατρικών Ατυχημάτων, Ιατρογενών Παθήσεων και Ενδονοσοκομειακών Λοιμώξεων (Oniam), είτε επειδή δεν τους απαντάει είτε επειδή αρνείται να τα αποζημιώσει επικαλούμενος ιδιαίτερα αμφισβητήσιμη επιχειρηματολογία, συνήθως μετά την αξιολόγηση του φακέλου τους από εμπειρογνώμονες με σύγκρουση συμφερόντων. Απορρίπτει επίσης συστηματικά τις παρενέργειες που δεν συμπεριλαμβάνονται στην επιστημονική βιβλιογραφία, τη στιγμή που δεν διαθέτουμε αρκετή χρονική απόσταση από αυτά τα εμβόλια για να είμαστε σε θέση να αποκλείσουμε οποιαδήποτε αιτιότητα». Όταν απευθυνθήκαμε στον Oniam, δεν λάβαμε απάντηση στις ερωτήσεις μας. Η έκθεσή του για το 2021 αναφέρει τρεις αποζημιώσεις σε σύνολο 243 αιτημάτων.

Μετά από ένα κείμενο συλλογής υπογραφών, το γαλλικό Γραφείο του Κοινοβουλίου για την Αξιολόγηση των Επιστημονικών και των Τεχνικών Επιλογών (Opecst) ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2022 μια διαβούλευση για τις ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων. Μεγάλο μέρος των ακροάσεων πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς να συνταχθεί απολογισμός τους. Στην «έκθεση προόδου», δημοσιευμένη τον Ιούνιο, δίνεται πολύς χώρος στην έκφραση ικανοποίησης για τη λειτουργία του γαλλικού συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης, ενώ γίνεται σύντομη αναφορά σε μαρτυρίες ασθενών για γιατρούς που αρνήθηκαν να αναφέρουν σε αυτό το σύστημα καταγραφής τις αντιδράσεις τους στο εμβόλιο. Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η επικοινωνία των δημόσιων αρχών για τις παρενέργειες υπήρξε «πιο διακριτική» από εκείνη για την αναγκαιότητα εμβολιασμού.

«Ενθαρρύναμε τις αναφορές των ανεπιθύμητων ενεργειών», εξισορροπεί τις εντυπώσεις η Αννί-Πιερ Ζονβίλ-Μπερά, πρόεδρος του Γαλλικού Δικτύου Περιφερειακών Κέντρων Φαρμακοεπαγρύπνησης (CRPV), «κυρίως έχοντας βάλει στο κάτω μέρος της σελίδας του εγγράφου που χορηγούσαμε στους εμβολιασμένους τον σύνδεσμο στον οποίο έπρεπε να αναφέρουν τις παρενέργειες. Τα CRPV πραγματοποίησαν μέσα σε έναν χρόνο δραστηριότητα αντίστοιχη με εκείνη μιας πενταετίας. Η δουλειά μας είναι να εντοπίζουμε νέες παρενέργειες, η ποσοτικοποίηση του κινδύνου επέλευσής τους εμπίπτει στην αρμοδιότητα της φαρμακοεπιδημιολογίας».

Σύμφωνα με τις «κριτικές φωνές» που επίσης κατέθεσαν στον Opecst, ένα μέρος του προϋπολογισμού για τις εκστρατείες υπέρ του εμβολιασμού θα έπρεπε να είχε διατεθεί για τις παρενέργειες και για το σύστημα αναφοράς τους. Η ιολόγος Ορ Σωνιέ εισηγείται ένα σύστημα «ενεργού καταγραφής», αντίστοιχου με την αμερικανική εφαρμογή V-safe. Ο Opecst παραλείπει να αναφέρει το γεγονός ότι τα συστήματα παθητικής φαρμακοεπαγρύπνησης δεν «πιάνουν» το 82% έως το 98% των παρενεργειών, σύμφωνα με την Ιατρική Ακαδημία.

«Εφόσον στις μαζικές εκστρατείες επικοινωνίας, όπως και στα ηλεκτρονικά μηνύματα με τα οποία η Γενική Διεύθυνση Υγείας κατακλύζει τους επαγγελματίες της υγείας, δεν αναφέρονταν οι ανεπιθύμητες ενέργειες και ο τρόπος αναφοράς τους, οι δημόσιες αρχές δεν ενημέρωσαν με έντιμο τρόπο», καταγγέλλει ο καθηγητής Φρανσουά Αλά. «Για παράδειγμα, υποβαθμίστηκε η σημασία των μυοκαρδίτιδων, καθώς χαρακτηρίζονταν συστηματικά ως “ελαφράς μορφής”, τη στιγμή που μπορούσαν να απαιτήσουν νοσηλεία και αλλαγή στον τρόπο ζωής του ασθενούς για διάστημα αρκετών εβδομάδων. Το σύνθημα “Όλοι εμβολιασμένοι, όλοι προστατευμένοι” αποτελεί ψευδή είδηση με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Το εμβόλιο δεν προστατεύει από την μετάδοση του ιού σε άλλους. Η γενίκευση του εμβολιασμού στον ενήλικο πληθυσμό και στη συνέχεια στους εφήβους, σε συνδυασμό με την υιοθέτηση αυστηρών μέτρων περιορισμού των ατομικών ελευθεριών, δεν στηριζόταν στις συνήθεις επιστημονικές βάσεις». Ο γιατρός εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι επικράτησε «μια βούληση να ενισχυθεί το αίσθημα ότι είμαστε ευάλωτοι» και ότι προτάθηκε «μια επιλογή βασισμένη στον φόβο», σε συνδυασμό με την απουσία διαλόγου. Σε ένα πρόσφατο τομίδιο που συνυπογράφει με την φιλόσοφο Μπάρμπαρα Στίγκλερ, καταγγέλλει την ύπαρξη κλειστών κύκλων συγκεκριμένων ατόμων και την ευνοιοκρατία στο εσωτερικό θεσμών που συμβουλεύουν, επικυρώνουν και στη συνέχεια αυτοαξιολογούνται (13).

«Η γαλλική κυβέρνηση επέλεξε να χρησιμοποιήσει τις πλέον κινδυνολογικές προβλέψεις, έφτασε ακόμα και στο σημείο να τις επιδεινώσει όταν αυτό την συνέφερε, κυρίως τη στιγμή της υιοθέτησης του υγειονομικού διαβατηρίου», βεβαιώνουν οι Μαξίμ Λανζεβέν και Τομά Σταρκ, δημιουργοί της κριτικής ιστοσελίδας Covid Scenarios, που επικεντρώνεται στη χρήση των μοντελοποιήσεων δεδομένων. «Οι μοντελοποιήσεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα εξαρτώνταν από το μήνυμα που ήθελαν να περάσουν, κάτι που δημιουργεί προβλήματα όσον αφορά την πνευματική εντιμότητα. Στον λόγο του τον Νοέμβριο του 2020 για την αναγγελία της δεύτερης δέσμης περιοριστικών μέτρων, ο Εμμανουέλ Μακρόν δήλωνε πως “ό,τι και να κάνουμε”, θα έχουμε 9.000 άτομα στην εντατική στα μέσα Νοεμβρίου. Όμως, η έκθεση του Ινστιτούτου Παστέρ διόλου δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Στην πραγματικότητα, αυτός ο αριθμός ήταν δύο φορές χαμηλότερος» (14).

«Οι αυταρχικές πολιτικές έβλαψαν σημαντικά την αποδοχή του εμβολιασμού γενικότερα, αλλά και την ψυχική υγεία του πληθυσμού: πλέον, το ένα τρίτο του γαλλικού πληθυσμού δηλώνει “κυριευμένο από άγχος” ή “σε κατάθλιψη”, σύμφωνα με το Santé publique en France», προσθέτει η Αλά. Η συνταγογράφηση ψυχοτρόπων φαρμάκων αυξήθηκε με ραγδαίους ρυθμούς, σύμφωνα με την ένωση επιστημονικού συμφέροντος Epi-Phare: συγκεκριμένα, την περίοδο Μαρτίου 2020-Απριλίου 2021, παρατηρήθηκε μια αύξηση της κατανάλωσης αγχολυτικών κατά 3,4 εκατομμύρια δόσεις. Η Συνήγορος του Πολίτη ζήτησε δύο φορές την εκπόνηση ενός επείγοντος σχεδίου δράσης για την ψυχική υγεία των νέων.

Αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων

Παράλληλα, αυξήθηκε το ειδικό βάρος των φαρμακευτικών εταιρειών σε όλα τα πεδία της δημόσιας υγείας. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα: τα στελέχη που ενσωματώθηκαν στις νέες γενιές εμβολίων κατά της Covid δεν επιλέχθηκαν από τον ΠΟΥ, αλλά από τους κατασκευαστές των εμβολίων. Και, στα τέλη Αυγούστου, η «Wall Street Journal» αποκάλυψε ότι ο FDA θα αρκεστεί στις μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί σε ποντίκια προκειμένου να αδειοδοτήσει τις «επικαιροποιημένες» εκδοχές της αναμνηστικής δόσης του εμβολίου mRNA. Ακόμα και αυτά τα δεδομένα από τις δοκιμές σε ζώα δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα, σύμφωνα με την επιθεώρηση «Science» (15), η οποία διευκρίνιζε ότι η Pfizer είχε αρκεστεί να παρουσιάσει στον FDA τον περασμένο Ιούνιο τα «προκαταρκτικά αποτελέσματα» για οκτώ τριπλά εμβολιασμένα ποντίκια. Οι κλινικές μελέτες ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο και θα χρησιμεύσουν για την εξασφάλιση πλήρους άδειας διάθεσης των εμβολίων στην αγορά, καθώς ο FDA έχει για την ώρα παράσχει μονάχα μια άδεια κατεπείγουσας χρήσης.

«Τα μέσα ενημέρωσης λειτούργησαν κινδυνολογικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ ταυτόχρονα επιδίωξαν με κάθε τίμημα να καθησυχάσουν τον πληθυσμό σε σχέση με τα εμβόλια», εκτιμά η Μισάλ-Τεϊτελμπώμ. «Μέσα στη γενική αίσθηση παγώματος από την πανδημία, οι επιστημονικές βάσεις των αποφάσεων των υγειονομικών αρχών αμφισβητήθηκαν ελάχιστα και οι δημοσιογράφοι αυτολογοκρίθηκαν σε μεγάλο βαθμό, αντιμετωπίζοντας τα εμβόλια σαν κάτι ιερό, υπεράνω κριτικής. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι σφοδρότερες κριτικές, και όχι πάντα τεκμηριωμένες, προέρχονταν από την άκρα Δεξιά, κάτι που είχε παραλυτική επίδραση: έτσι, κάθε κριτική κατέληξε να θεωρείται αναξιόπιστη.»

Η υπόθεση Ventavia, που αποκαλύφθηκε από το «British Medical Journal», ελαχιστοποιήθηκε. Το Facebook χαρακτήρισε το άρθρο ως «παραπληροφόρηση», αναγκάζοντας τον αρχισυντάκτη της επιθεώρησης να απευθύνει στον ιδρυτή του κοινωνικού δικτύου Μαρκ Ζούκερμπεργκ ανοιχτή επιστολή όπου κατήγγελλε τον «ανακριβή, ανεπαρκή και ανεύθυνο» τρόπο επαλήθευσης των πληροφοριών (16). Αναμφίβολα, το αποκορύφωμα ήταν όταν το Twitter απέκλεισε την Άλεξ Γκούτενταγκ, τη δημοσιογράφο από την Καλιφόρνια που είχε δημοσιεύσει πληροφορίες για τις δοκιμές των εμβολίων mRNA σε παιδιά. Ο λογαριασμός της αποκαταστάθηκε όταν η πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης συνειδητοποίησε ότι αυτά τα δεδομένα προέρχονταν… από ένα δελτίο Τύπου της Pfizer.

Ariane Denoyel

Δημοσιογράφος και συγγραφέας του "Génération zombie, enquête sur le scandale des antidépresseurs", Fayard, Παρίσι, 2021
μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος

(1) Angelo Maria Pezzullo, Cathrine Axfors, Despina G. Contopoulos-Ioannidis, Alexandre Apostolatos και John P.A. Ioannidis, «Age-stratified infection fatality rate of Covid-19 in the non-elderly population», «Environmental Research», τόμος 216, Elsevier, Άμστερνταμ, Ιανουάριος 2023.

(2) John P.A. Ioannidis, «Factors influencing estimated effectiveness of Covid-19 vaccines in nonrandomised studies», BMJ Evidence-Based Medicine, Λονδίνο, 25 Μαρτίου 2022.

(3) Δοκιμές που πραγματοποιούνται με πολλές ομάδες, επιλεγμένες με τυχαίο τρόπο, οι οποίες λαμβάνουν διαφορετικές θεραπείες προκειμένου να αποδειχθεί το θεραπευτικό αποτέλεσμα.

(4) Ευρωπαϊκή Ένωση, Νορβηγία, Ισλανδία και Λιχτενστάιν.

(5) «Covid-19 vaccines safety update», ΕΜΑ (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων), Άμστερνταμ, 8 Δεκεμβρίου 2022.

(6) Joseph Fraiman και άλλοι, «Serious adverse events of special interest following mRNA Covid-19 vaccination in randomized trials in adults», «Vaccine», τόμος 40, τ. 40, Elsevier, 22 Σεπτεμβρίου 2022.

(7) Ann R. Falsey και άλλοι, «Phase 3 safety and efficacy of AZD1222 (ChAdOx1 nCoV-19) Covid-19 vaccine», «New England Journal of Medicine», Βοστώνη, 29 Σεπτεμβρίου 2021.

(8) Robert W. Frenck και άλλοι, «Safety, immunogenicity, and efficacy of the BNT162b2 Covid-19 vaccine in adolescents», «New England Journal of Medicine», 15 Ιουλίου 2021.

(9) Joanna Le Noury και άλλοι, «Restoring study 329: efficacy and harms of paroxetine and imipramine in treatment of major depression in adolescence», «British Medical Journal», τόμος 351, Λονδίνο, 16 Σεπτεμβρίου 2015.

(10) Maryanne Demasi, «FDA oversight of clinical trials is “grossly inadequate”, say experts», «British Medical Journal», τόμος 379, 16 Νοεμβρίου 2022.

(11) Aseem Malhotra, «Being pro-Covid 19 vaccines and pro-transparency are not mutually exclusive – ending all mandates globally and accessing the raw data is now essential to restore trust», European Scientist, 16 Αυγούστου 2022, www.europeanscientist.com.

(12) Éric Caumes, Urgence sanitaire, Robert Laffont, Παρίσι, 2020.

(13) François Alla και Barbara Stiegler, Santé publique année zéro, Gallimard, συλλογή «Tracts», Παρίσι, 2022. Μια κριτική αυτού του έργου δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα AOC: Daniel Benamouzig, François Bourdillon, Mélanie Heard, Florence Jusot και Frédéric Sawicki, «La santé publique a-t-elle besoin de telles sciences sociales?», 28 Ιουνίου 2022, www.aoc.media.

(14) Βλ. https://evaluation-modelisation-covid.github.io/france, καθώς και τον λογαριασμό Covid Scenarios στο Twitter.

(15) Gretchen Vogel, «Omicron booster shots are coming – with lots of questions», «Science», Ουάσιγκτον, 30 Αυγούστου 2022.

(16) Paul D. Thakker, «Covid-19: Researcher blows the whistle on data integrity issues in Pfizer’s vaccine trial», «British Medical Journal», τόμος 375, 17 Δεκεμβρίου 2021.

22 Μαρ 2023

Το προφίλ του εφηβικού εθισμού στα social media – Αποκαλυπτικά στοιχεία έρευνας του ΕΠΙΨΥ

 έφηβοι εθισμένοι στα social media

Tο ποσοστό της προβληματικής χρήσης κινητών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι σημαντικά μεγαλύτερο στους 15χρονους και 13χρονους συγκριτικά με τους 11χρονους αλλά και στα κορίτσια σε σχέση με τα αγόρια.


Εναλλαγές διάθεσης, άγχος, τάση απομόνωσης, παραμέληση του σχολείου. Οι κοινότοπες αυτές συμπεριφορές σκιαγραφούν συνήθως τον σύγχρονο έφηβο. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια εξετάζονται και υπό ένα διαφορετικό πρίσμα, αυτό της εκτεταμένης χρήσης κινητών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Μπορεί, λοιπόν, η εφηβεία να είναι μια περίοδος όπου τα πιο παράλογα συναισθήματα είναι απλά μέρος της καθημερινότητας, ωστόσο πολλά είναι τα ερωτήματα για το κατά πόσο οι τεράστιες αλλαγές που έχει φέρει η τεχνολογία στη ζωή μας έχουν κάποιο αντίκτυπο στην ψυχική υγεία των παιδιών Γυμνασίου και Λυκείου.

Εικόνες και συνήθειες που βλέπουμε σε καθημερινό επίπεδο προβληματίζουν: παιδιά που είναι έξω μεν, αλλά κάθονται σε μια σειρά και έχουν τα κινητά στα χέρια· που αντί να κλωτσάνε μια μπάλα, παίζουν Fortnite με τους φίλους τους· που αντί να γυρίσουν το κεφάλι και να μιλήσουν στη διπλανή τους, της ανοίγουν τη συζήτηση μέσω TikTok. Πώς επιδρούν όλα αυτά στον ψυχισμό των εφήβων;

Στις δια-ζώσης επαφές των εφήβων έχει περιοριστεί σημαντικά η απευθείας οπτική επικοινωνία, η οποία έχει σε μεγάλο ποσοστό αντικατασταθεί από μια διαθλασμένη οπτική επικοινωνία με την παρεμβολή του κινητού, δηλώνει η Άννα Κοκκέβη, ομότιμη καθηγήτρια Ψυχιατρικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ).

Μαζί με την ομάδα της (Τάσος Φωτίου, Μυρτώ Σταύρου, Ελευθερία Καναβού, Clive Richardson), «τρέχουν» την «Πανελλήνια Ερευνα για τις συμπεριφορές που συνδέονται με την υγεία των εφήβων-μαθητών», η οποία υλοποιείται από το 1998 και κάθε τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα, από το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ).

Ένας στους 7 κάνει προβληματική χρήση

Στην προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα εάν συνδέεται η έντονη χρήση κινητών και social media με την επιβαρυμένη ψυχική υγεία των εφήβων, όπως επίσης και να σκιαγραφηθεί το προφίλ του εφηβικού εθισμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα, η κ. Κοκκέβη και η ομάδα της έδωσαν στην «Κ» αδημοσίευτα, προκαταρκτικά στοιχεία για το 2022. Η πανελλήνια έρευνα του ΕΠΙΨΥ έγινε σε περίπου 6.250 μαθητές 11,5, 13,5 και 15,5 ετών.

Για να προσδιοριστεί η «προβληματική χρήση των σόσιαλ», οι έφηβοι απάντησαν σε μια σειρά από ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση τους το χρονικό διάστημα έως και 12 μήνες πριν από την έρευνα. Ερωτήθηκαν για παράδειγμα, εάν συχνά ένιωσαν ότι ήθελαν να περάσουν ολοένα και περισσότερο χρόνο χρησιμοποιώντας τα, εάν συχνά τα χρησιμοποίησαν για να «ξεφύγουν» από αρνητικά συναισθήματα ή εάν παραμέλησαν άλλες δραστηριότητές τους γιατί ήταν συνδεδεμένοι σε αυτά.

Μεταξύ άλλων, τα προκαταρκτικά στοιχεία για το 2022 δείχνουν ότι ένας στους 7 εφήβους (το 13%) έκανε προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η προβληματική αυτή χρήση ήταν σε σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά:

  • στα κορίτσια (16%), συγκριτικά με τα αγόρια (9%) και
  • στους 13χρονους (16%) και τους 15χρονους (16%, μαθητές της Α Λυκείου), συγκριτικά με τους 11χρονους (6%).
    • Eνας/μία στους/στις 7 (13%) εφήβους στη χώρα μας έκανε προβληματική χρήση των social media. Tο ποσοστό της προβληματικής χρήσης ήταν σημαντικά μεγαλύτερο στα κορίτσια (16%), συγκριτικά με τα αγόρια (9%).
    • Το ποσοστό των εφήβων 15 και 13 ετών που έκαναν προβληματική χρήση του διαδικτύου ήταν μεγαλύτερο από διπλάσιο σε σχέση με αυτό των 11χρονων.
    • Από την άλλη, η προβληματική χρήση των social media δεν φαίνεται να διαφέρει μεταξύ των εφήβων από οικογένειες με αναλογικά χαμηλότερο(13%), μέσο (13%) και υψηλότερο (14%) οικονομικό επίπεδο.

Χαρακτηριστικά του εφηβικού εθισμού στα σόσιαλ

Η αμέσως προηγούμενη έρευνα του ΕΠΙΨΥ από το 2018 περιγράφει και τα χαρακτηριστικά των εφήβων που κάνουν προβληματική ή καθημερινή χρήση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

  • Οι έφηβοι που επικοινωνούν καθημερινά, όλη την ημέρα, μέσω ίντερνετ χαρακτηρίζονται από υψηλότερα επίπεδα άγχους (27% έναντι 19%) και καταθλιπτικού συναισθήματος (35% έναντι 25%) συγκριτικά με εκείνους που αναφέρουν λιγότερο συχνή χρήση.
  • Οι έφηβοι που έχουν ισχυρή προτίμηση στην κοινωνική αλληλεπίδραση μέσω ίντερνετ χαρακτηρίζονται σε σχέση με τους υπόλοιπους από χαμηλότερα επίπεδα αυτεπάρκειας (25% έναντι 19%), χαμηλή υποστήριξη από την οικογένεια (35% έναντι 21%), υψηλότερα επίπεδα άγχους (34% έναντι 20%) και καταθλιπτικού συναισθήματος (43% έναντι 27%).
  • Οι έφηβοι που κάνουν προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι επίσης συχνότερα οι έφηβοι που, σε σχέση με τους υπόλοιπους, δεν λαμβάνουν υποστήριξη από την οικογένεια (41% έναντι 20%), δεν λαμβάνουν υποστήριξη από τους συμμαθητές τους (83% έναντι 70%), δεν λαμβάνουν υποστήριξη από τους δασκάλους/καθηγητές τους (73% έναντι 60%), έχουν υψηλά επίπεδα άγχους (43% έναντι 19%), έχουν καταθλιπτικό συναίσθημα (66% έναντι 24%) και έχουν χαμηλή αυτεπάρκεια (27% έναντι 19%).

Βέβαια, η κ. Κοκκέβη τονίζει ότι αναφορικά με την προσκόλληση στα κινητά και στα social media, η κατηγορία των εφήβων δεν είναι καθόλου ομοιογενής. Για παράδειγμα, με την αύξηση της ηλικίας μειώνεται (ενδεχομένως και εκλογικεύεται) η χρήση αυτών, ειδικά στο Λύκειο.

Ειδικότερα, οι μαθητές της Α’ Λυκείου βρίσκονται υψηλά στην κλίμακα προσκόλλησης στα social media (44%) συγκριτικά με τους μαθητές της Γ’ Λυκείου (39%). «Με το πέρασμα από τη μία τάξη του Λυκείου στην άλλη τόσο το πλαίσιο όσο και οι ίδιοι οι έφηβοι παρουσιάζονται περισσότερο έτοιμοι και ανθεκτικοί στο να ρυθμίσουν την εμπλοκή τους με αυτά», σχολιάζει η καθηγήτρια.

Γιατί οι έφηβοι δεν «κόβουν» τα σόσιαλ

Οι παλαιότερες γενιές πάντα είχαν μια τάση να κουνούν το δάχτυλο στις νεότερες και διαβάζοντας στοιχεία όπως τα παραπάνω είναι εύκολο να ανησυχήσει κάποιος, αλλά και να προχωρήσει σε αφορισμούς.

Από την άλλη, η κ. Κοκκέβη δίνει μια άλλη διάσταση για να εξηγήσει γιατί οι έφηβοι δυσκολεύονται να ελέγξουν τη χρήση του διαδικτύου και των social media. Οι σημερινοί έφηβοι:

  1. Εχουν μεγαλώσει σε πλαίσια όπου η χρήση του κινητού και των social media θεωρούνταν ήδη «φυσιολογική».
  2. Λόγω αυτού, εμφανίζουν προσκόλληση στο κινητό και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με έντονα -σε κάποιες περιπτώσεις- στοιχεία εθισμού.
  3. Εχουν αναπτύξει και συντηρούν μέσω των apps έναν κώδικα επικοινωνίας.
  4. Θέλουν να περιορίσουν το FOMO (fear of missing out, «φόβος του να μείνω στην απ’ έξω»).

Εξάλλου, όπως υπογραμμίζει η ίδια, και οι γονείς των εφήβων αφιερώνουν αρκετές ώρες ημερησίως στα κινητά, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνουν εμμέσως την «κανονικότητα» της χρήσης τους και να δυσχεραίνουν ουσιαστικά το έργο των παιδιών τους που θα επιδιώξουν κάποια στιγμή να τα περιορίσουν.

Πριν και μετά την πανδημία

Πολλά έχουν γραφτεί και για το πώς η πανδημία επηρέασε τον ψυχισμό των εφήβων, πώς τους ώθησε σε ακόμα μεγαλύτερη χρήση των social media, τα οποία αποτέλεσαν την κυρία ενασχόληση και διέξοδο κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού.

Όπως αναφέρει η κ. Κοκκέβη, την τελευταία τετραετία, φαίνεται να έχει αυξηθεί το ποσοστό της προβληματικής χρήσης των social media τόσο συνολικά στον πληθυσμό των 11-15 ετών (αυξήθηκε από 10 στο 13%) όσο και στις επιμέρους ομάδες (φύλο, ηλικία και οικονομική κατάσταση).

Συγκρίνοντας μάλιστα την ψυχική υγεία των εφήβων πριν και μετά την πανδημία, βλέπουμε ότι έχει αυξηθεί το ποσοστό αυτών που εμφάνισαν ψυχοσωματικά συμπτώματα.

  • Το ποσοστό των εφήβων που ανέφεραν ότι είχαν ψυχοσωματικά συμπτώματα αυξήθηκε σε 44% το 2022, σε σχέση με 35% το 2018 - τάση η οποία ανακόπτει την έως τότε φθίνουσα πορεία του ποσοστού στον δείκτη αυτόν.
  • Το ποσοστό των εφήβων που ανέφεραν σε ειδική κλίμακα «υψηλή» ικανοποίηση από τη ζωή τους κατά την περίοδο της διεξαγωγής της έρευνας μειώθηκε από 60% το 2022 σε 57% το 2018.

Αύξηση στο ψηφιακό bullying

Mε τα κινητά και τα social media, ο ψηφιακός εκφοβισμός έχει βρει «πεδίο δόξης λαμπρό», με την έννοια ότι δημιουργούνται εναλλακτικές δίοδοι εκφοβισμού και θυματοποίησης.

Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της τελευταίας έρευνας του ΕΠΙΨΥ, το 2022 ήταν διπλάσιο το ποσοστό των εφήβων που ανέφεραν ότι υπήρξαν πρόσφατα θύματα cyberbullying (7%), συγκριτικά με την προ-Covid περίοδο (3%).

Mεταξύ των ίδιων δύο περιόδων, διπλασιάστηκε και το ποσοστό των θυτών cyberbullying (από 5% το 2018 στο 10% το 2022).

Τα απρόσμενα θετικά στοιχεία

Πάντως, οι αλλαγές στις συνήθειες που έχει επιφέρει η χρήση κινητών και ο περιορισμός των δια ζώσης κοινωνικών συναναστροφών έχουν και κάποιες «ακούσιες» θετικές συνέπειες. Σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ελλάδα καταγράφονται τάσεις όπως η μείωση της χρήση καπνού (αλλά αύξηση του vaping), καθώς και μια σχετική σταθερότητα στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και ουσιών, όπως επίσης και στο σωματικό bullying (αν και έχει αυξηθεί το ψηφιακό, όπως αναφέρθηκε παραπάνω).

Η χρήση κινητών και η συνεχής ανατροφοδότηση που παρέχουν τα social media περιόρισαν σημαντικά τη διά ζώσης επαφή.

Όπως εξηγεί η κ. Κοκκέβη, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που ωθούσαν τους εφήβους στη χρήση νόμιμων και παράνομων ουσιών αλλά και στην υιοθέτηση άλλων συμπεριφορών υψηλού κινδύνου, ήταν παραδοσιακά η διά ζώσης επαφή με την «παρέα» σε κατάσταση «βαρεμάρας».

Με την αύξηση της ψηφιακής συναναστροφής περιορίστηκαν σημαντικά οι διά ζώσης επαφές και βγήκε… νοκ άουτ το κενό της «βαρεμάρας». Η προσοχή των εφήβων μετατοπίστηκε στο περιεχόμενο της οθόνης με αποτέλεσμα τη μείωση της χρήσης αυτών των ουσιών.

Δαιμονοποίηση των social media;

Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να απαντηθεί εύκολα το εάν η έντονη χρήση των smartphones και των social media είναι ο βασικός παράγοντας που έχει επηρεάσει τη μεταβολή στη ψυχική υγεία των εφήβων. Υπάρχουν και ξένες έρευνες που δείχνουν το αντίθετο, ότι δεν υπάρχει δηλαδή συνάφεια μεταξύ αυτών των δύο παραμέτρων.

Ενδεικτικά, υπάρχουν μελέτες που διαπιστώνουν μια διαφοροποιημένη επίδραση της υπερβολικής χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ψυχοκοινωνική υγεία των εφήβων, ιδιαίτερα στην περίοδο της πανδημίας: ευεργετικά αποτελέσματα στο αίσθημα «μοναξιάς» όταν εξετάζεται η χρήση των μέσων ανάμεσα στα μέλη μιας στενής παρέας (περιορισμός του FOMO) και αρνητικές προεκτάσεις σε θέματα αυτοεικόνας, cyberbullying κλπ., όταν διερευνάται η έκθεση των εφήβων στην ευρύτερη κοινότητα των social media.

Επομένως, μολονότι υπάρχει μια τάση να δαιμονοποιούνται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τον ρόλο τους στη ψυχική υγεία των εφήβων, η πραγματικότητα είναι μάλλον σύνθετη και (ιδιαίτερα τις περιόδους των περιοριστικών μέτρων) ασφαλώς περιλαμβάνει ευεργετικές ιδιότητες των πρώτων, καταλήγει η κ. Κοκκέβη.


*Η ελληνική έρευνα εντάσσεται στο διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα για την υγεία των παιδιών σχολικής ηλικίας (Health Behavior in School-aged Children, HBSC), το οποίο διενεργείται κάθε τέσσερα έτη υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το www.kathimerini.gr

Τα ορεινά δάση χάνονται με επιταχυνόμενους ρυθμούς

Τα ορεινά δάση χάνονται με επιταχυνόμενους ρυθμούςΠάνω από το 85% των πουλιών, θηλαστικών και αμφίβιων ειδών παγκοσμίως ζουν σε βουνά, ιδιαίτερα σε δασικούς βιότοπους, ωστόσο οι ερευνητές εντοπίζουν ότι τα δάση αυτά εξαφανίζονται με επιταχυνόμενο ρυθμό.

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «One Earth», 78,1 εκατομμύρια εκτάρια ορεινών δασών (ποσοστό 7,1%) έχουν χαθεί παγκοσμίως από το 2000, μια περιοχή μεγαλύτερη από το μέγεθος του Τέξας. Μεγάλο μέρος της απώλειας σημειώθηκε σε σημεία τροπικής βιοποικιλότητας, ασκώντας αυξανόμενη πίεση στα απειλούμενα είδη.

https://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2023/11/385761-1826960_1.jpg

Αν και η απόκρημνη τοποθεσία τους κάποτε προστάτευε τα ορεινά δάση από την αποψίλωση, αυτά έχουν γίνει ολοένα και περισσότερο αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις αρχές του 21ου αιώνα, καθώς οι πεδινές περιοχές εξαντλούνται ή υπόκεινται σε προστασία.

Μια ομάδα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Λιντς και το Νότιο Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κίνας, παρακολούθησε τις αλλαγές στα ορεινά δάση σε ετήσια βάση από το 2001 ως το 2018. Σημαντικές απώλειες σημειώθηκαν στην Ασία, τη Νότια Αμερική, την Αφρική, την Ευρώπη και την Αυστραλία, αλλά όχι στη Βόρεια Αμερική και την Ωκεανία.

Ήταν ανησυχητικό το εύρημα ότι ο ρυθμός απώλειας ορεινών δασών φαίνεται να επιταχύνεται: ο ετήσιος ρυθμός απώλειας αυξήθηκε κατά 50% από την περίοδο 2001-2009 στην περίοδο 2010-2018. Οι ερευνητές αποδίδουν την επιτάχυνση αυτή στην ταχεία αγροτική επέκταση σε ορεινές περιοχές της ηπειρωτικής Νοτιοανατολικής Ασίας, καθώς και στην αυξημένη υλοτόμηση ορεινών δασών.

Ο μεγαλύτερος παράγοντας απώλειας των ορεινών δασών συνολικά ήταν η υλοτομία (42%), ακολουθούμενη από τις πυρκαγιές (29%), την καλλιέργεια σε καμένα και αποψιλωμένα εδάφη (15%) και τη μόνιμη ή ημιμόνιμη γεωργία (10%).

Τη μεγαλύτερη απώλεια (42%) και τον ταχύτερο ρυθμό επιτάχυνσης των απωλειών παρουσίασαν τα τροπικά ορεινά δάση, τα οποία είχαν επίσης ταχύτερο ρυθμό αναγέννησης σε σύγκριση με τα ορεινά δάση σε εύκρατες και αρκτικές περιοχές. Συνολικά οι ερευνητές παρατήρησαν κάποια σημάδια αναγέννησης της κάλυψης με δέντρα στο 23% των περιοχών που έχασαν το δάσος.

Οι προστατευόμενες περιοχές παρουσίασαν μικρότερη απώλεια δασών από τις απροστάτευτες περιοχές, αλλά οι ερευνητές προειδοποιούν ότι αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό για τη διατήρηση των απειλούμενων ειδών.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:

https://www.cell.com/one-earth/fulltext/S2590-3322(23)00085-4

6 Μαΐ 2022

Το δικαίωμα στην παραφροσύνη

Το δικαίωμα στην παραφροσύνη: Η νέα ιδεολογία της «επαγρύπνισης» των δυτικών ελίτ και οι συνέπειές της.

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ Β. ΛΟΥΚΙΝ (ALEXANDER V. LUKIN)

Εθνικό Ινστιτούτο Ερευνών-Ανώτατη Σχολή Οικονομικών Επιστημών, της Μόσχας

1Επικεφαλής του Τμήματος Διεθνών Υποθέσεων,

Επικεφαλής του Διεθνούς Εργαστηρίου Μελετών Παγκόσμιας Τάξης και Νέας Περιφερειακής πολιτικής

Οι νέες ιδεολογικές τάσεις που έχουν αναπτυχθεί στους κόλπους των Αμερικανικών και Ευρωπαϊκών ελίτ εξαπλώνονται σταδιακά στον υπόλοιπο κόσμο. Αν και διαφέρουν μεταξύ τους, εντούτοις μπορούμε ήδη να μιλάμε για την ανάδυση ενός ιδεολογικού συστήματος διαφορετικού από αυτό που επικρατούσε στις χώρες αυτές μόλις πρόσφατα. Παίρνει τη μορφή τόσο νέων ηθικών αντιλήψεων και κανόνων όσο και ψευδοεπιστημονικών θεωριών και μπορεί να απαντηθεί σε όλους τους τομείς της ζωής, από την επιστημονική έρευνα μέχρι τη μαζική κουλτούρα.Ολόκληρο το άρθρο εδώ:Το δικαίωμα στην παραφροσύνη

 

https://seisaxthia.wordpress.com

3 Μαΐ 2022

Η πανδημία αύξησε τον χρόνο των παιδιών μπροστά στην οθόνη και τα social media

 Διπλή έρευνα του Pew Research Center πριν και μετά την πανδημία διαπίστωσε δυο ανησυχητικά φαινόμενα

Φωτ: Unsplash 

Το πρώτο έτος πανδημίας του κορωνοϊού έφερε ποικίλες προκλήσεις στους γονείς, από το να βοηθήσουν τα παιδιά τους να διαχειριστούν την τεχνολογία μέχρι τον αυξημένο χρόνο που περνούν μπροστά στις οθόνες.

Το Pew Research Center πραγματοποίησε σχετική έρευνα τον Μάρτιο του 2020, λίγο πριν το ξέσπασμα του Covid-19, και επικοινώνησε με πολλούς από τους γονείς που συμμετείχαν σε μια δεύτερη έρευνα τον Απρίλιο του 2021 για να δει πώς χρησιμοποιούσαν τα παιδιά τους τα social media κατά τη διάρκεια της πανδημίας και πώς είχε αλλάξει η συμπεριφορά τους.

Η δεύτερη έρευνα επικεντρώθηκε σε γονείς που είχαν παιδί ηλικίας 11 ετών ή μικρότερο το 2020 και πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο που κάποια σχολεία επέστρεψαν προσωρινά στην τηλεκπαίδευση και τα εμβόλια δεν είχαν εγκριθεί ακόμη για παιδιά κάτω των 12 ετών.

Η διπλή έρευνα διαπίστωσε δυο φαινόμενα- αφενός τα παιδιά αύξησαν τον χρόνο που περνούσαν σε ηλεκτρονικές συσκευές, αφετέρου οι ανησυχίες των γονιών ενισχύθηκαν ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

Συγκεκριμένα, οι περισσότεροι γονείς δήλωσαν ότι τα παιδιά τους χρησιμοποιούσαν ψηφιακές συσκευές και social media, με το 81% των ερωτηθέντων τον Απρίλιο του 2021 που είχαν παιδί 11 ετών και κάτω να λένε ότι χρησιμοποιούσε τάμπλετ, από 68% στην πρώτη έρευνα.

Παρόμοια εικόνα και στα smartphone, με το 71% να λέει ότι το παιδί τους χρησιμοποίησε ένα, από 63% στην πρώτη έρευνα.

Το TikTok ήταν η πιο δημοφιλής πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης μεταξύ αυτών που κάλυψε η έρευνα, με το 21% των γονιών να λέει ότι το παιδί τους τη χρησιμοποίησε τον Απρίλιο του 2021, από 13% τον Μάρτιο του 2020.

Facebook και Instagram σημείωσαν επίσης μικρή αύξηση στο ίδιο χρονικό διάστημα, ενώ το Snapchat παρέμεινε σχεδόν σταθερό. Ο αριθμός των γονέων που είπαν ότι το παιδί τους χρησιμοποιούσε κάποιο κοινωνικό δίκτυο διαφορετικό από αυτά τα τέσσερα αυξήθηκε σε 17% από 8%.

Η πανδημία αύξησε τον χρόνο των παιδιών μπροστά στην οθόνη και τα social media
 Η έρευνα του Pew Research Center διαπίστωσε επίσης ότι οι γονείς άρχισαν όλο και περισσότερο να ανησυχούν για τον χρόνο που περνούσαν τα παιδιά τους σε συσκευές, προσφέροντας ως παραδείγματα:
  • Το 25% των γονέων είπε ότι το παιδί τους περνούσε πολύ χρόνο σε ένα smartphone, ενώ το 23% είπε το ίδιο για τα βιντεοπαιχνίδια και το 8% για το χρόνο που αφιερώνει σε social media.
  • Από 31% σε 51% αυξήθηκε επίσης το ποσοστό των γονέων που πίστευαν ότι τα παιδιά τους περνούσαν πολύ χρόνο παίζοντας βιντεοπαιχνίδια.
  • Το μοτίβο ήταν παρόμοιο για τα smartphone, με τους ανήσυχους γονείς να αυξάνονται σε 42% από 28% λίγο πριν το lockdown.

10 Ιαν 2022

Η γεωπολιτική των μικροτσίπ

Συμπεριφορά και συναισθήματα θα ελέγχονται με μικροτσίπ” – Μετανθρωπισμός  και ελευθερία -





Οι ζωές μας πλέον εξαρτώνται από τους ημιαγωγούς. Αυτά τα ιλιγγιωδώς ισχυρά και πολύπλοκα μικροτσίπ βρίσκονται σε κάθε συσκευή που χρησιμοποιούμε. Τον αιώνα που διανύουμε, η κυριαρχία στη σχεδίαση, την παραγωγή και την προμήθεια ημιαγωγών θα έχει ανάλογη γεωπολιτική σημασία με εκείνη που είχε το πετρέλαιο κατά τον 20ό αιώνα.

Αν την συγκρίνουμε με άλλες κρίσεις, η φετινή «επιδημία» ανεπάρκειας μικροτσίπ –η παγκόσμια έλλειψη των ημιαγωγών με τους οποίους λειτουργούν οι ηλεκτρονικές συσκευές, από υπολογιστές, αυτοκίνητα και πλυντήρια μέχρι φρυγανιέρες και κονσόλες παιχνιδιών– αποτελεί ένα παράξενο γεγονός, κυρίως γεωπολιτικά. Τον περασμένο Μάιο, αμερικανικές εταιρείες έστειλαν επιστολή στον πρόεδρο της Νότιας Κορέας Μουν Τζάε-ιν, προτρέποντάς τον να αμνηστεύσει τον υπό δυσμένεια πρόεδρο της Samsung Λι Τζάε-γιονγκ, που αυτή τη στιγμή εκτίει ποινή φυλάκισης 18 μηνών για δωροδοκία1. Δεδομένης της αμερικανικής εξάρτησης από τα μικροτσίπ, ήταν επιτακτική ανάγκη η Samsung να προχωρήσει στην προγραμματισμένη επένδυση πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εγκαταστάσεις παραγωγής μικροτσίπ στις ΗΠΑ. Με την «αυτονομία σε ημιαγωγούς» των ΗΠΑ να διακυβεύεται, δεν υπήρχε χώρος για αναφορές στο κράτος δικαίου.

Η διαλεκτική της κρίσης των ημιαγωγών θα είχε ενθουσιάσει τους θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης και μόνο για το γεγονός ότι εκθέτει την εγγενή ανοησία της σημερινής «έξυπνης» κοινωνίας. Η έλλειψη μικροτσίπ μάς έχει αναγκάσει να αναμένουμε μάταια τον ερχομό των τελευταίων ηλεκτρονικών συσκευών ευρείας κατανάλωσης: χωρίς ημιαγωγούς (μερικοί κοστίζουν μόλις ένα δολάριο το κομμάτι) δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα «έξυπνα» τηλέφωνα, ψυγεία και οδοντόβουρτσες έχουν ξαφνικά εξαφανιστεί μέσα στη μαύρη τρύπα του παγκόσμιου καπιταλισμού, λες και κάποιος αόρατος σαμποτέρ ακύρωσε την Έκθεση Ηλεκτρονικών Καταναλωτικών Αγαθών του Λας Βέγκας.

Η σημερινή κρίση δεν έχει κάτι το εξαιρετικό. Αυτή τη φορά, ωστόσο, συνέβη εν μέσω μιας ευρύτερης ανησυχίας για την παγκοσμιοποίηση, την παρακμή της δυτικής βιομηχανικής δραστηριότητας και την πολιτικοποίηση των προηγμένων τεχνολογιών, όπως λόγου χάρη της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), που έχει πλέον αναχθεί σε στρατηγικό διακύβευμα της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Κίνας. Αυτό εξηγεί πώς ένα βαρετό τεχνικό ζήτημα, το οποίο πριν από δέκα χρόνια θα είχε μικρό αντίκτυπο εκτός των άμεσα επηρεαζόμενων βιομηχανιών, έχει καταλήξει ένας μεγάλος πονοκέφαλος για τις κυβερνήσεις.

Και υπάρχει σχέση και με την πανδημία. Η παγκόσμια απαγόρευση κυκλοφορίας κατέστη υποφερτή μέσα από μια άνευ προηγουμένου αύξηση της κατανάλωσης ψηφιακών υπηρεσιών, όλες βασισμένες σε συσκευές, δρομολογητές και διακομιστές που εξαρτώνται από μικροτσίπ. Επιπλέον, ώθησε τους βαριεστημένους καταναλωτές να αναζητήσουν πιο μοδάτες οικιακές συσκευές, ενισχύοντας τη ζήτηση για μπλέντερ, βραστήρες ρυζιού κ.ο.κ.

Επιβραδυνόμενη παραγωγή

Η πανδημία (για μικρό χρονικό διάστημα) διέκοψε τη λειτουργία των εγκαταστάσεων παραγωγής ημιαγωγών. Οι περισσότερες βρίσκονται στην Ασία: Ταϊβάν, Νότια Κορέα και Κίνα (η Γουχάν φιλοξενεί έναν από τους κορυφαίους κατασκευαστές μικροτσίπ της χώρας, τη Yangtze Memory Technologies). Παρ’ όλο που δέχθηκαν επαίνους για τον τρόπο που χειρίστηκαν την πανδημία, η αδυναμία της Σεούλ και της Ταϊπέι να εξασφαλίσουν αρκετά εμβόλια οδήγησε σε ξεσπάσματα της ασθένειας σε εγκαταστάσεις κατασκευής ημιαγωγών, επιβραδύνοντας ακόμη περισσότερο την παραγωγή.

Ακολούθησε ένα είδος διπλωματίας «μικροτσίπ αντί εμβολίων», με την Ταϊβάν να αξιοποιεί επιθετικά την ικανότητά της να παράγει μικροτσίπ προκειμένου να προμηθεύεται εμβόλια από διψασμένους για ημιαγωγούς συμμάχους. Η Ιαπωνία, θετική στην ιδέα οι Ταϊβανέζοι κατασκευαστές μικροτσίπ να ανοίξουν επιχειρήσεις εκεί, δώρισε 1,24 εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου AstraZeneca. Οι ΗΠΑ, που αρχικά σχεδίαζαν να δωρίσουν 750.000 δόσεις εμβολίου της Moderna στη Ταϊβάν, τριπλασίασαν τη δέσμευσή τους. Στα μέσα Ιουνίου, η Ταϊπέι έδωσε στην Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC), τον πιο σημαντικό παραγωγό μικροτσίπ της χώρας, και στην Foxconn, τον άλλον εγχώριο τεχνολογικό γίγαντά της, την εξουσιοδότηση να διαπραγματευτεί απευθείας με τη γερμανική BioNTech για την αγορά 10 εκατομμυρίων δόσεων2.

Οι επιπτώσεις από την τρέχουσα έλλειψη φαίνονται ακόμη πιο έντονες διότι το κύριο βάρος των καθυστερήσεων στον εφοδιασμό και την παραγωγή πέφτει στην αυτοκινητοβιομηχανία –που εξακολουθεί να αποτελεί κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης και πηγή ελπίδας για ανάκαμψη μετά την πανδημία. Επί δεκαετίες, οι αυτοκινητοβιομηχανίες προσκυνούν την ιδεολογία του «ακριβώς στη ώρα τους», το πραγματικό ευαγγέλιο της παγκοσμιοποίησης: επαγγέλλεται τεράστια εξοικονόμηση κόστους με αντάλλαγμα τη διατήρηση των αποθεμάτων τους σε χαμηλά επίπεδα. Όταν οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού λειτουργούν καλά, οι διακυμάνσεις στη ζήτηση μπορούν να αντιμετωπιστούν σε πραγματικό χρόνο, χωρίς οι εταιρείες αυτοκινήτων να αναγκαστούν να αγοράσουν και να αποθηκεύσουν παραπανίσια υλικά.

Με την έναρξη της πανδημίας, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων έκαναν σημαντικές περικοπές στις προβλέψεις των πωλήσεών τους, ακυρώνοντας ή μειώνοντας τις παραγγελίες μικροτσίπ. Όμως, δεν πρόβλεψαν ότι η παγκόσμια όρεξη για ημιαγωγούς θα παρέμενε ισχυρή ή ότι η ζήτηση για οχήματα θα ανέκαμπτε σχετικά γρήγορα. Καθώς δίσταζαν να πάρουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, οι πελάτες στράφηκαν μαζικά σε νέα αυτοκίνητα. Αυτά μπορεί να περιέχουν από 1.400 έως 3.500 ημιαγωγούς, 40% του συνολικού κόστους του αυτοκινήτου3.

Σε κανονικές συνθήκες, θα μπορούσε απλώς να ενταθεί η παραγωγή μικροτσίπ. Ωστόσο, το κλείσιμο εργοστασίων εξαιτίας της Covid-19, σε συνδυασμό με κάποια έκτακτα γεγονότα, το κατέστησαν αδύνατο: το κύμα ψύχους στο Τέξας (όπου εδρεύουν πολλοί κατασκευαστές μικροτσίπ των ΗΠΑ), η ξηρασία στην Ταϊβάν, η πυρκαγιά σε ένα μεγάλο εργοστάσιο της Ιαπωνίας, το μπλοκάρισμα της Διώρυγας του Σουέζ, οι προσπάθειες των κινεζικών εταιρειών να ενισχύσουν τα αποθέματά τους σε μικροτσίπ πριν υποστούν τις αμερικανικές κυρώσεις.

Γιατί δεν μπορούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες να φτιάξουν μικροτσίπ;

Οι κατασκευαστές αυτοκινήτων πιάστηκαν απροετοίμαστοι. Πολλοί, ακόμα και οι μεγαλύτεροι, δεν έχουν άμεσες σχέσεις με κατασκευαστές μικροτσίπ: εφοδιάζονται από προμηθευτές εξαρτημάτων αυτοκινήτων όπως η Bosch και η Continental. Επιπλέον, καθώς η ζήτηση για ημιαγωγούς όλων των ειδών αυξήθηκε, οι κατασκευαστές εύλογα ανακατεύθυναν την παραγωγή τους προς τα πολύ πιο προσοδοφόρα μικροτσίπ για υπολογιστές και smartphone.

Γιατί δεν μπορούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες να παράγουν τα δικά τους μικροτσίπ; Ο Ίλον Μασκ προσπαθεί να το ανακαλύψει: η Tesla όχι μόνο μελετά ένα σχέδιο προπληρωμής των κατασκευαστών για τους ημιαγωγούς που χρειάζεται (ακόμα ένα καρφί στο φέρετρο του δόγματος «ακριβώς στην ώρα τους»), αλλά λογαριάζει και να αγοράσει ένα εργοστάσιο ημιαγωγών. Η Volkswagen σύντομα θα σχεδιάζει μικροτσίπ για αυτόνομα αυτοκίνητα4.

Ωστόσο, άλλο πράγμα ο σχεδιασμός και άλλο η κατασκευή. Η Ευρώπη δεν είναι ευχαριστημένη. «Εάν ένας μεγάλος συνασπισμός σαν την Ε.Ε. δεν είναι σε θέση να παράγει μικροτσίπ, δεν αισθάνομαι ιδιαίτερη άνεση», δήλωνε η Άνγκελα Μέρκελ τον Μάιο. «Αν είσαι έθνος αυτοκινήτων, πραγματικά δεν είναι καλό αν δεν μπορείς να παράγεις το βασικό εξάρτημα»5. Η λογική της Μέρκελ είναι βάσιμη: η Ευρώπη έχει περάσει από το 44% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας το 1990 σε μόλις 10% σήμερα. Εντούτοις, η αργοπορημένη ενδοσκόπηση είναι απίθανο να αποφέρει αποτελέσματα χωρίς μια πολύ ευρύτερη εξέταση των βασικών υποθέσεων (σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, το εμπόριο, την εθνική ασφάλεια και τη βιομηχανική στρατηγική) που διαμόρφωσαν την πολιτική ημιαγωγών των ΗΠΑ και της Ε.Ε. επί δεκαετίες.

Η κατασκευή μικροτσίπ είναι μια σύνθετη διαδικασία, η οποία απαιτεί μια σειρά από ξεχωριστές διαδικασίες που μπορεί να διαρκέσουν μήνες. Μπορεί να περιλαμβάνουν περισσότερα από χίλια βήματα, καθώς η άμμος –η πηγή του πυριτίου, που εξακολουθεί να είναι το πιο κοινό υλικό των ημιαγωγών– μετατρέπεται σε ολοκληρωμένα κυκλώματα σχεδόν άπειρης πολυπλοκότητας.

Παρ’ όλη την πολυπλοκότητα, η υποκείμενη βασική αρχή παραμένει απλή. Τα σημερινά μικροτσίπ αποτελούνται από εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια κρυσταλλολυχνίες (transistors): όσες περισσότερες κρυσταλλολυχνίες χωρούν σε ένα μικροτσίπ τόσο μεγαλύτερη είναι η ισχύς του. Οι κρυσταλλολυχνίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ροής του ηλεκτρικού κυκλώματος, ενεργοποιημένου ή απενεργοποιημένου. Αυτή η δυαδική γλώσσα των 0 και 1 αποτελεί το θεμέλιο της σύγχρονης πληροφορικής, διαμεσολαβώντας μεταξύ του ηλεκτρισμού και της πληροφορίας6.

Ας κάνουμε «περισσότερα με περισσότερα»

Όπως κάθε ανταγωνιστική βιομηχανία, η κατασκευή μικροτσίπ υπόκειται στην πίεση να κάνει διαρκώς «περισσότερα με λιγότερα». Για τα περισσότερα μικροτσίπ, τουλάχιστον για εκείνα με λειτουργία λογικής, αυτό σημαίνει μεγιστοποίηση της υπολογιστικής ισχύος τους με παράλληλη ελαχιστοποίηση του επακόλουθου οικονομικού και ενεργειακού κόστους. Αυτή η τάση είναι γνωστή ως Νόμος του Μουρ (από τον συνιδρυτή της Intel Γκόρντον Μουρ): εφόσον συνεχίζονται οι παλαιότερες κατευθύνσεις, ο αριθμός των κρυσταλλολυχνιών σε ένα μικροτσίπ θα διπλασιάζεται κάθε χρόνο, με αντίστοιχη μείωση του κόστους του και αύξηση της υπολογιστικής ισχύος του.

Παραδόξως, τα οφέλη του «περισσότερα με λιγότερα» που σχετίζονται με το Νόμο του Μουρ έχουν ωθήσει τη βιομηχανία ημιαγωγών να κάνει «περισσότερα με περισσότερα»7. Καθώς οι κορυφαίες εταιρείες του κλάδου ωθούνται στα άκρα της Φυσικής, είναι αναγκασμένες να επενδύουν όλο και μεγαλύτερα ποσά σε εξοπλισμό. Οι προβλεπόμενες κεφαλαιουχικές δαπάνες της TSMC για την περίοδο 2021-2024 είναι 100 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η Samsung σκοπεύει να δαπανήσει 151 δισ. δολάρια μέχρι το 2030. Και άλλοι βιομηχανικοί γίγαντες επενδύουν παρόμοια ποσά. Δεν απαιτούνται όμως μόνο δολάρια, αλλά και εγκέφαλοι: σύμφωνα με μια μελέτη, για να συμβαδίσεις σήμερα με τον Νόμο του Μουρ απαιτούνται 18 φορές περισσότεροι ερευνητές από όσοι στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Οι ημιαγωγοί συνήθως ομαδοποιούνται ανάλογα με τη λεπτότητα της χάραξής τους. Κάπως σαν τις γενεές σε μια οικογένεια, τα διαφορετικά μεγέθη χάραξης συνήθως απαιτούν διαφορετικές αρχιτεκτονικές και διαδικασίες κατασκευής. Γενικά, όσο πιο λεπτή είναι η χάραξη τόσο μικρότερες, ταχύτερες και πιο αποδοτικές ενεργειακά είναι οι κρυσταλλολυχνίες. Τα τελευταίας γενιάς smartphone και τάμπλετ είναι εξοπλισμένα με μικροτσίπ χαραγμένα στα 5 νανόμετρα (nm). Στα μικροτσίπ των 3 νανομέτρων –τα οποία δεν θα βγουν σε μαζική παραγωγή μέχρι τουλάχιστον το 2022– οι κρυσταλλολυχνίες θα έχουν το 1/20.000 του πλάτους μιας ανθρώπινης τρίχας. Ωστόσο, τέτοιες καινοτομίες έχουν εφαρμογή μόνο σε ορισμένα ηλεκτρονικά προϊόντα. Εκτός  από τα μικροτσίπ που χρησιμοποιούνται στην ΤΝ και την ενημέρωση-ψυχαγωγία, τα αυτοκίνητα λειτουργούν με ημιαγωγούς πολύ παλαιότερης τεχνολογίας χάραξης.

Στο παρελθόν, μία και μόνη εταιρεία –ένας κατασκευαστής ολοκληρωμένων συσκευών– κατά κανόνα ενορχήστρωνε ολόκληρη τη διαδικασία, από τον σχεδιασμό του μικροτσίπ μέχρι την κατασκευή, τη δοκιμή και τη συσκευασία του. Αυτή είναι η ιστορία της Intel, της Texas Instruments, της IBM και πολλών άλλων.

Όλα αυτά ξεκίνησαν να αλλάζουν στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ο Μόρις Τσανγκ, ένας μηχανικός κινεζικής καταγωγής με σπουδές στις ΗΠΑ και δεκαετίες εμπειρίας στην Texas Instruments, τον αμερικανικό γίγαντα των ημιαγωγών, ίδρυσε την TSMC στην Ταϊβάν. Ο Τσανγκ είδε ότι η παραγωγή μικροτσίπ απαιτούσε τόσο μεγάλη ένταση κεφαλαίου ώστε χρειαζόταν ένα διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο. Οραματίστηκε την παραγωγή ημιαγωγών ως υπηρεσία, όπου η TSMC θα προσέφερε εξαιρετικές εγκαταστάσεις παραγωγής προκειμένου να επιτρέψει στις εταιρείες ημιαγωγών να απαλλαγούν από τα δικά τους εργοστάσια και να επικεντρωθούν στον σχεδιασμό.

Η μεγάλη ευκαιρία του Τσανγκ εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν η Apple έδωσε στην εταιρεία τη σύμβαση για τα μικροτσίπ των iPhone. Η TSMC ανέκαθεν ήταν μια αυστηρά διοικούμενη επιχείρηση, με σχεδόν παρανοϊκή επιμονή στη μυστικότητα του χώρου εργασίας και μια σταχανοβίτικη εργασιακή κουλτούρα: κάποια περίοδο, το τμήμα Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) της εταιρείας δούλευε σε 24ωρη βάση, με τρεις βάρδιες8.

Σήμερα, η χρηματιστηριακή αξία της TSMC υπερβαίνει τα 600 δισ. δολάρια –2,5 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της Intel– και την τοποθετεί ανάμεσα στις δώδεκα πιο ακριβές εταιρείες του κόσμου. Τεχνολογικά, βρίσκεται αρκετά χρόνια πιο μπροστά από τους αμεσότερους ανταγωνιστές της. Το τελευταίο εργοστάσιό της, που πρόκειται να τεθεί σε λειτουργία του χρόνου, έχει κοστίσει 20 δισ. δολάρια και θα περιλαμβάνει έναν αποστειρωμένο χώρο –απαραίτητο για την παραγωγή ημιαγωγών– μεγέθους 22 γηπέδων ποδοσφαίρου.

Είναι εν μέρει χάρη στην TSMC που οι ημιαγωγοί δεν θεωρούνται πλέον προκατασκευασμένα εξαρτήματα για όλες τις χρήσεις. Οι τεχνολογικές ανάγκες γιγάντων όπως η Alphabet και η Amazon είναι πολύ εξειδικευμένες –και οι πόροι τους τόσο τεράστιοι– που έχουν την οικονομική δυνατότητα να θέσουν τις προδιαγραφές και να σχεδιάσουν τα δικά τους μικροτσίπ9. Τα αμέσως επόμενα χρόνια, οι αυτοκινητοβιομηχανίες είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσουν την ίδια πορεία για τα πιο προηγμένα μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης.

Η στροφή προς τον κατά παραγγελία σχεδιασμό σηματοδότησε επίσης τη δημιουργία επιχειρηματικών μοντέλων βασισμένων στην πνευματική ιδιοκτησία. Η ARM Holdings με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο –ιδιοκτησία της ιαπωνικής Softbank, αλλά προσφάτως στόχος μιας αμφιλεγόμενης προσφοράς εξαγοράς ύψους 40 δισ. δολαρίων από την NVIDIA, τον αμερικανικό γίγαντα των μικροτσίπ– αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ARM κατέχει μια εντυπωσιακή γκάμα δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η εταιρεία επινοεί αφηρημένες λύσεις που, από τη στιγμή που θα εφαρμοστούν, καθιστούν δυνατή τη βελτίωση της αρχιτεκτονικής του μικροτσίπ. Οι πελάτες πληρώνουν στην ARM ένα τέλος αδειοδότησης και δικαιώματα με αντάλλαγμα τις οδηγίες για τον τρόπο που αυτοί οι αφηρημένοι κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε συγκεκριμένο πλαίσιο χρήσης.

Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, οι ΗΠΑ ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης στον τομέα. Η τεράστια χρηματοδότηση της έρευνας και οι ευλογίες του Πενταγώνου εξασφάλισαν την ηγεμονία των αμερικανικών εταιρειών. Αυτό ξεκίνησε να αλλάζει στη δεκαετία του 1970, όταν ιαπωνικές επιχειρήσεις αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, ειδικά στα μικροτσίπ μνήμης και τους αισθητήρες. Οι κατασκευαστές μικροτσίπ της Ιαπωνίας ξεκίνησαν να κάνουν τολμηρές προσφορές εξαγοράς στις ΗΠΑ, διατηρώντας παράλληλα τη δική τους εγχώρια αγορά κλειστή για όσους ξένους ήθελαν να εισέλθουν σε αυτήν.

Η στρατηγική αυτή δεν άρεσε στην κυβέρνηση του Ρήγκαν, η οποία τελικά χρησιμοποίησε την εμπορική και γεωπολιτική ισχύ της προκειμένου να εξουδετερώσει τους Ιάπωνες ανταγωνιστές της10. Η αμερικανική κυβέρνηση επίσης προώθησε τους στενότερους δεσμούς μεταξύ βιομηχανίας και πανεπιστημιακής έρευνας. Η άνοδος του μοντέλου παραγωγής χωρίς εργοστάσια πράγματι αποδείχθηκε επωφελής για τις ΗΠΑ, καθώς άφησε τους Ιάπωνες κατασκευαστές ημιαγωγών με αδρανείς (και σχετικά ακριβές) εγκαταστάσεις παραγωγής, επιτρέποντας ταυτόχρονα στους αμερικανικούς γίγαντες των μικροτσίπ να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στον σχεδιασμό. Η Ιαπωνία δεν ανέκτησε ποτέ εντελώς τις ικανότητές της στην κατασκευή μικροτσίπ: το μερίδιό της στις παγκόσμιες πωλήσεις ημιαγωγών έχει μειωθεί από 50% το 1988 σε 10% σήμερα.

Μια πύρρειος νίκη για την Αμερική;

Ήταν άραγε πύρρειος η νίκη για την Αμερική, δεδομένου ότι το δικό της μερίδιο στην παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε από 37% το 1990 σε 12% σήμερα; Σίγουρα δεν μοιάζει με τέτοια: η αμερικανική βιομηχανία ημιαγωγών –εκπροσωπούμενη από τη NVIDIA, την AMD, την Broadcom, την Qualcomm, ακόμα και την προβληματική πλέον Intel– έπαιξε το παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης όπως έπρεπε να παιχτεί: η κατασκευή, με τα χαμηλά περιθώρια κέρδους, δόθηκε εργολαβικά στην Ασία, ενώ παρέμειναν στις ΗΠΑ ο σχεδιασμός και οι άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την πνευματική ιδιοκτησία, με τα υψηλά περιθώρια κέρδους.

Μια χώρα που παρακολούθησε στενά την άνοδο της TSMC είναι η Κίνα11. Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, τα χέρια των τεχνολογικών εταιρειών της, καθώς πολλές από αυτές συνεργάζονταν με τις ένοπλες δυνάμεις, ήταν δεμένα από τον Διακανονισμό του Wassenaar: διάδοχος του καθεστώτος πολυμερούς ελέγχου των εξοπλισμών της εποχής του ψυχρού πολέμου, ελέγχει τις εξαγωγές συμβατικών όπλων και τεχνολογικών προϊόντων διττής χρήσης και περιορίζει σημαντικά το περιθώριο ελιγμών της Κίνας στο θέμα των ημιαγωγών.

Η Κίνα χρειαζόταν εγχώριους πρωταγωνιστές που θα εμφανίζονταν ως ευυπόληπτες ανεξάρτητες επιχειρήσεις και όχι ως απλές μαριονέτες του καθεστώτος. Βρήκε έναν τέτοιο πρωταγωνιστή στη Semiconductor Manufacturing International Corporation (SMIC), που ιδρύθηκε το 2000 από τον Ρίτσαρντ Τσανγκ. Όπως ο Μόρις Τσανγκ, ο Ρίτσαρντ Τσανγκ (καμία συγγένεια μεταξύ τους) πέρασε χρόνια στην Texas Instruments και στη συνέχεια δούλεψε για τον Μόρις Τσανγκ στη TSMC. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Ρίτσαρντ Τσανγκ έφυγε από την TSMC για να ιδρύσει μια ανταγωνιστική εταιρεία ονόματι Worldwide Semiconductor Manufacturing Corp (WSMC), αν και τελικά έχασε τον έλεγχό της και πωλήθηκε.

Εξοργισμένος, ο Ρίτσαρντ Τσανγκ έφυγε για τη Σαγκάη, παίρνοντας μαζί του εκατό μηχανικούς, για να ιδρύσει την SMCI. Ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, δεν ήταν προφανής σύμμαχος του Κομμουνιστικού Κόμματος12. Ωστόσο, δεν είχε κανένα πρόβλημα να συγκεντρώσει χρήματα από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς όπως η Γκόλντμαν Σακς, η οποία έγινε ένας από τους πρώτους μεγάλους επενδυτές στη SMIC. Ούτε η κυβέρνηση της Ταϊβάν ούτε η TMSC ήταν ευχαριστημένοι με την αναχώρηση του Τσανγκ: χρόνια δικαστικών αγώνων τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη SMIC το 2009.

Κινεζικές επενδύσεις βοηθούν τη SMIC

Η SMIC επέμεινε, προσελκύοντας τεράστιες επενδύσεις από ποικίλες κρατικές κινεζικές εταιρείες και επενδυτικά κεφάλαια (η πιο πρόσφατη, ύψους 2,2 δισ. δολαρίων, έγινε τον Μάιο του 2020). Παρ’ όλη τη χρηματοδότηση, εξακολουθεί να υπολείπεται της TSMC και της Samsung: προς το παρόν, περιορίζεται σε μικροτσίπ των 14 νανομέτρων. Οι απόπειρές της να ανέβει στη κλίμακα της λεπτότητας χάραξης έχουν παρεμποδιστεί από τις αμερικανικές κυρώσεις, μην επιτρέποντάς της να αποκτήσει μηχανήματα ακραίας υπεριώδους λιθογραφίας από τον μοναδικό προμηθευτή της, την ολλανδική εταιρεία ASML. Ωστόσο, η SMIC ισχυρίζεται ότι βρήκε τρόπο να παρακάμψει το εμπόδιο: οι δικές της καινοτομίες μπορεί να την βοηθήσουν να μεταβεί άμεσα στην παραγωγή μικροτσίπ των 7 νανομέτρων.

Η επιτυχία της SMCI οφείλεται στις απόλυτα εστιασμένες προσπάθειες των κινεζικών αρχών να αναπτύξουν εγχώρια βιομηχανία ημιαγωγών. Και αυτές οι προσπάθειες φαίνεται να αποδίδουν, τουλάχιστον εν μέρει: η Κίνα έχει περισσότερα εργοστάσια υπό κατασκευή από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Έχουν υπάρξει πάνω από 1.000 επίσημα σχέδια που υπόσχονταν κάποια μορφή υποστήριξης στην υπόθεση των ημιαγωγών. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι το Εθνικό Σχέδιο Ολοκληρωμένων Κυκλωμάτων του 2014, με βάση το οποίο δημιουργήθηκε ένα επενδυτικό κεφάλαιο ύψους 150 δισ. δολαρίων για την υποστήριξη της εγχώριας βιομηχανίας μικροτσίπ, τη διευκόλυνση των εξαγορών ξένων εταιρειών και την εξασφάλιση κρίσιμων εξαρτημάτων από το εξωτερικό. Το 2019 προστέθηκαν επιπλέον 28,9 δισ. δολάρια σε αυτό.

Υπάρχει βεβαίως και η γενικότερη δέσμευση του προέδρου Σι Τζινπίνγκ να δαπανήσει τα επόμενα έξι χρόνια έως και 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια προκειμένου να εξασφαλίσει το προβάδισμα της Κίνας στις στρατηγικές τεχνολογίες. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Λιου Χε, απόφοιτος του Χάρβαρντ, έχει οριστεί τσάρος των ημιαγωγών της Κίνας και έχει αναλάβει την επίβλεψη της ανάπτυξης τεχνολογιών αιχμής στα μικροτσίπ.

Το Πεκίνο έχει θεσπίσει πολλά μέτρα για την τόνωση της βιομηχανίας μικροτσίπ13. Κυμαίνονται από τον εξαναγκασμό ξένων εταιρειών τεχνολογίας να σχηματίζουν κοινοπραξίες και να μοιράζονται την πνευματική ιδιοκτησία τους με κινεζικές επιχειρήσεις μέχρι την πίεση στους τεχνολογικούς γίγαντες της Κίνας να προμηθεύονται περισσότερα μικροτσίπ από τους νεοσύστατους εγχώριους κατασκευαστές, ειδάλλως να χάνουν όλες τις κρατικές επιδοτήσεις.

Εκατοντάδες, ή και χιλιάδες, χρεοκοπούν

Γιατί το Πεκίνο δίνει τόσο μεγάλη προσοχή στους ημιαγωγούς; Όσο η Κίνα φιλοδοξεί να παραμένει το εργοστάσιο του κόσμου, πρέπει να διαθέτει αρκετά μικροτσίπ ώστε να εξοπλίζει όλα τα ηλεκτρονικά είδη που παράγει. Προς το παρόν, δεν τα έχει: μόνο μέσα στο 2020, εισήγαγε μικροτσίπ αξίας 350 δισ. δολαρίων –δαπανώντας για αυτά περισσότερα από όσα για εισαγωγές πετρελαίου. Από το 2005 κατέχει τον αμφιλεγόμενο τίτλο του μεγαλύτερου εισαγωγέα ημιαγωγών στον κόσμο, υπογραμμίζοντας το τεράστιο κενό μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσής της σε αυτόν τον τομέα.

Είναι βάναυσος ο κόσμος των ημιαγωγών. Για κάθε SMIC, υπάρχουν εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, επιχειρήσεις που χρεοκοπούν. Σύμφωνα με μια εκτίμηση της «Λαϊκής Ημερησίας», επίσημης εφημερίδας του ΚΚ Κίνας, κατά την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου του περασμένου χρόνου δημιουργήθηκαν περισσότερες από 58.000 εταιρείες μικροτσίπ –περίπου 200 την ημέρα.

Η απόπειρα της NVIDIA να εξαγοράσει την ARM Holdings προκάλεσε κάποια ανησυχία στο Πεκίνο. Αν η ARM υπαχθεί σε αμερικανική εταιρεία, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να την πιέσει να μην αδειοδοτεί την πνευματική ιδιοκτησία της σε κινεζικές εταιρείες. Βραχυπρόθεσμα, το Πεκίνο θα μπορούσε απλώς να εμποδίσει τη συγχώνευση NVIDIA-ARM, όπως έχει κάνει στο παρελθόν. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία εναποθέτουν τις ελπίδες τους στο RISC-V, μια εναλλακτική ανοιχτού κώδικα στην τεχνολογία RISC της ARM. Ξεκίνησε ως ένα ερευνητικό σχέδιο ανοιχτού κώδικα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ, έκτοτε όμως έχει εξελιχθεί σε μια εντυπωσιακή μη κερδοσκοπική ένωση, τη RISC-V International. Τον Νοέμβριο του 2019 μετέφερε την έδρα της στην Ελβετία. Αυτό έγινε προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν προβλήματα με τους εμπορικούς κανονισμούς των ΗΠΑ, δεδομένης της έντονης παρουσίας κινεζικών εταιρειών στις γραμμές της (περισσότερες από είκοσι έχουν ήδη ενταχθεί). Η ZTE, η Huawei και η Alibaba επίσης πειραματίζονται πάνω στις δυνατότητες των τεχνολογιών RISC-V14.

Ίσως η πιο διασκεδαστική πτυχή της κρίσης των ημιαγωγών να ήταν ότι παρακολουθήσαμε τους Αμερικανούς πολιτικούς να αμφισβητούν τη συναίνεση των τελευταίων δεκαετιών σχετικά με την πολιτική του ελεύθερου εμπορίου. Στα τέλη Ιουνίου, σε ομιλία του στο Atlantic Council, τη συντηρητική δεξαμενή σκέψης, ο Μπράιαν Ντις, κορυφαίος οικονομικός σύμβουλος του Τζο Μπάιντεν, παραπονέθηκε για το «κώμα που έχουν προκαλέσει οι ισχύουσες πολιτικές εμπορίου» όσον αφορά τους ημιαγωγούς και άλλους κρίσιμους τομείς της εγχώριας παραγωγής και επέμεινε ότι «οι στρατηγικές δημόσιες επενδύσεις για τη δημιουργία και την ανάπτυξη πρωτοπόρων βιομηχανιών είναι μια πραγματικότητα για την οικονομία του 21ου αιώνα»15.

Η πολιτική των ΗΠΑ για τους μικροεπεξεργαστές έχει διαμορφωθεί από μια διπλή επιτακτική ανάγκη: να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να προληφθεί η άνοδος της Κίνας. Δεδομένου ότι ο Μπάιντεν έχει υποσχεθεί να επιστρέψουν στην Αμερική θέσεις εργασίας στη βιομηχανία, πολύ λίγοι πολιτικοί θα εναντιώνονταν στην προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στον κλάδο των ημιαγωγών: εξάλλου, τέτοιες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ προσφέρουν διπλάσιο μισθό σε σχέση με τη μέση βιομηχανική εργασία.

Ο Νόμος για την Καινοτομία και τον Ανταγωνισμό στις ΗΠΑ, που ψηφίστηκε από τη Γερουσία στις αρχές Ιουνίου, προβλέπει 52 δισ. δολάρια προκειμένου να αποκαταστήσει την παλιά δόξα της αμερικανικής βιομηχανίας μικροτσίπ. Μερικά από αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να δελεάσουν τη TSMC και τη Samsung να προχωρήσουν σε σχέδια για τη δημιουργία προηγμένων μονάδων παραγωγής ημιαγωγών στις ΗΠΑ. Όμως, αν και τα 52 δισ. δολάρια μπορεί να φαίνονται πολλά χρήματα –και, για τους περισσότερους κλάδους είναι– ωχριούν σε σύγκριση με τα 450 δισ. δολάρια που σχεδιάζει να δαπανήσει η Νότια Κορέα τις επόμενες δεκαετίες. Και τα μακροπρόθεσμα οφέλη από την επιστροφή των εργοστασίων σε αμερικανικό έδαφος δεν είναι προφανή: μια μελέτη εκτιμά ότι, σε βάθος δέκα χρόνων, το κόστος λειτουργίας μιας νέας εγκατάστασης παραγωγής ημιαγωγών στις ΗΠΑ θα είναι κατά 30% υψηλότερο σε σχέση με την Ταϊβάν ή τη Νότια Κορέα και κατά 50% υψηλότερο σε σχέση την Κίνα16.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει συνεχίσει τη σκληρή γραμμή του Τραμπ απέναντι στην Κίνα, ενισχύοντας μάλιστα μερικά από τα αρχικά μέτρα της. Για παράδειγμα, ένα προεδρικό διάταγμα που υπέγραψε ο Μπάιντεν στις αρχές Ιουνίου απαγορεύει σε Αμερικανούς να επενδύουν σε 59 κινεζικές εταιρείες που φέρονται να έχουν δεσμούς με τις ένοπλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων των Huawei και SMIC17.

Μια ήττα για την Ευρώπη

Πού βρίσκεται η Ευρώπη σε όλο αυτό; Η σημερινή στάση των Ευρωπαίων υπευθύνων για τη χάραξη πολιτικής θυμίζει εκείνη των ομολόγων τους στην Αμερική: πανικός. Τον Μάιο, ο Τιερί Μπρετόν, ο Γάλλος επίτροπος της Ε.Ε. υπεύθυνος για την ψηφιακή πολιτική, υποσχέθηκε να αποκαταστήσει το χαμένο μερίδιο της Ευρώπης στην κατασκευή μικροτσίπ, εξασφαλίζοντας τουλάχιστον το 20% της παγκόσμιας προμήθειας ημιαγωγών μέχρι το 2030. Η Ε.Ε., όπως είπε, υπήρξε «υπερβολικά αφελής, υπερβολικά ανοιχτή».

Αυτός ήταν ένας ευγενικός τρόπος να πει ότι η Ευρώπη δεν ήταν τόσο επιτυχημένη όσο οι ΗΠΑ στην προσπάθειά της να κάνει την παγκοσμιοποίηση να δουλέψει για τη δική της ατζέντα. Όσον αφορά τις εταιρείες ημιαγωγών χωρίς εργοστάσια, η Ευρώπη κατέχει μόλις το 3% της αγοράς. Η μόνη ευρωπαϊκή εταιρεία που βρίσκεται στους 50 κορυφαίους παραγωγούς μικροτσίπ χωρίς εργοστάσιο είναι η νορβηγική Nordic Semiconductor. Η μόνη άλλη πρόσφατη είσοδος στη λίστα –η Dialog Semiconductor με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο– πουλήθηκε τον Φεβρουάριο στην ιαπωνική Renesas Electronics.

Οι πιο γνωστοί κατασκευαστές μικροτσίπ της Ευρώπης –NXP (ολλανδική), Infineon και Bosch Semiconductors (και οι δύο γερμανικές), STMicroelectronics (γαλλοϊταλική)– έχουν διατηρήσει κάποια βασική παραγωγική ικανότητα, όμως και αυτές εξαρτώνται από εταιρείες όπως η TSMC. Εξυπηρετούν μια πολύ ιδιαίτερη πελατειακή βάση (κυρίως στους τομείς της βιομηχανίας και του αυτοκινήτου) και ειδικεύονται σε αισθητήρες και ολοκληρωμένα κυκλώματα τροφοδοσίας και ραδιοσυχνοτήτων. Τα τελευταία, σε αντίθεση με τα μικροτσίπ λογικής, δεν υπόκεινται στον Νόμο του Μουρ και συνεπώς η αύξηση της λεπτότητας στη χάραξη είναι λιγότερο σημαντική.

Πολλές από τις εταιρείες μικροτσίπ της Ευρώπης τα πάνε πραγματικά καλά, καθώς η ζήτηση από τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας είναι ισχυρή όπως πάντα. Ωστόσο, πολλά από τα μικροτσίπ τους απέχουν πολύ από την αιχμή της τεχνολογίας, ακόμη και αν είναι αρκετά καλά για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Από τη στιγμή που η Ευρώπη εγκατέλειψε τις φιλοδοξίες της να ανταγωνιστεί την Apple και τη Samsung σε έξυπνα τηλέφωνα και τάμπλετ, δεν υπάρχει εξασφαλισμένη ευρωπαϊκή ζήτηση για προηγμένους ημιαγωγούς λογικής. Και, χωρίς ευρωπαϊκή ζήτηση, δεν υπάρχει λόγος να εγκατασταθούν νέα εργοστάσια στην Ευρώπη με το υψηλό κόστος εργασίας και όχι στην Ασία: οι αμερικανικές εταιρείες σίγουρα δεν θα έσπευδαν να κατασκευάσουν τα μικροτσίπ τους στην Δρέσδη αντί στην Ταϊπέι.

Όπως ήταν αναμενόμενο, κανένας από τους μεγάλους κατασκευαστές μικροτσίπ της Ευρώπης δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Μπρετόν να δώσει δισεκατομμύρια προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η Ευρώπη θα μπορεί να κατασκευάζει ημιαγωγούς των 2 και των 5 νανομέτρων μέχρι το 2030. Η Intel –η οποία κλήθηκε να δώσει τη βοήθειά της, μαζί με την TSMC και τη Samsung– πρόσφερε τις υπηρεσίες της, με τον όρο κάθε εργοστάσιο να λαμβάνει τουλάχιστον 4 δισ. ευρώ σε κρατικές επιδοτήσεις.

Ο Μπρετόν είναι πεπεισμένος ότι, ακόμη και αν η Ευρώπη δεν διαθέτει αυτή τη στιγμή αγορά για μικροτσίπ των 2 νανομέτρων, είναι δική του δουλειά να δημιουργήσει τις τεχνολογίες που θα κάνουν εφικτή την παραγωγή τους. Όλο αυτό μοιάζει με μαγική σκέψη. Η εξάρτηση της Ευρώπης από τους ημιαγωγούς είναι το σύμπτωμα μιας πολύ βαθύτερης δυσφορίας, που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έγχυση κεφαλαίων. Έχοντας αναθέσει εργολαβικά την αμυντική στρατηγική της στο Πεντάγωνο και τη βιομηχανική στρατηγική της στις αυτοκινητοβιομηχανίες, η Ευρώπη έχει χάσει την ικανότητά της για στρατηγικό σχεδιασμό στο πεδίο της ηλεκτρονικής παραγωγής της. Δεν αντιλαμβάνεται καν γιατί αξίζει τον κόπο να στοχαστεί πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Το τεχνολογικό υπόστρωμα που τροφοδοτεί τις ευρωπαϊκές οικονομίες υποτίθεται ότι θα ήταν αδιαπέραστο από τη γεωπολιτική: η ανάθεση της κατασκευής του στις δυνάμεις της αγοράς φαινόταν να είναι ο σωστός δρόμος. Τελικά αποδείχθηκε ένα εξαιρετικά ανόητο στοίχημα. Το «Airbus των μικροτσίπ», που τόσο ενθουσιάζει τους Ευρωπαίους τεχνοκράτες, θα πετάξει σίγουρα με τα εθνικά χρώματα της Κίνας.


  1. Edward White, «US companies lobby South Korea to free jailed Samsung boss», «Financial Times», Λονδίνο, 20 Μαΐου 2021.
  2. Lauly Li και Cheng Ting-Fang, «Taiwan probes possible COVID outbreak at TMSC», Nikkei Asia, 12 Ιουλίου 2021, https://asia.nikkei.com.
  3. «Semiconductors — the next wave: Opportunities and winning strategies for semiconductor companies», Deloitte, Απρίλιος 2019, www.deloitte.com.
  4. «Tesla set to pay for chips in advance in bid to overcome shortage», «Financial Times», 27 Μαΐου 2021. «Volkswagen to design chips for autonomous vehicles, says CEO», Reuters, 30 Απριλίου 2021.
  5. Christoph Rauwald, «Bosch opens German chip factory to help relieve global shortage», «Bloomberg Businessweek», Νέα Υόρκη, 7 Ιουνίου 2021.
  6. Τα μικροτσίπ διαφέρουν ανάλογα με τη λειτουργία τους. Τα μικροτσίπ λογικής (που επεξεργάζονται τις πληροφορίες) και τα μικροτσίπ μνήμης (που αποθηκεύουν τις πληροφορίες) είναι οι δύο κύριοι τύποι. Τα αναλογικά μικροτσίπ (χρησιμοποιούνται για τη μετατροπή αναλογικών σημάτων όπως ο ήχος ή το φως σε ψηφιακή μορφή), τα οπτοηλεκτρονικά, οι αισθητήρες και οι ημιαγωγοί διακριτών διατάξεων αποτελούν τα υπόλοιπα.
  7. Βλ. «Semiconductors: US industry, global competition, and federal policy», Congressional Research Service, Ουάσιγκτον, 26 Οκτωβρίου 2020.
  8. Yang Jie, Stephanie Yang και Asa Fitch, «The world relies on one chip maker in Taiwan, leaving everyone vulnerable», «The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 19 Ιουνίου 2021.
  9. Ian King και Dina Bass, «Why Amazon, Google, and Microsoft are designing their own chips», «Bloomberg Businessweek», 17 Μαρτίου 2021.
  10. Βλ. Tom Meinderts, «The power of section 301: the Reagan tariffs in an age of globalization», «Globalizations», τόμος 17, τ. 4, Abingdon-on-Thames, 2020.
  11. Seamus Grimes και Debin Du, «China’s emerging role in the global semiconductor value chain», «Telecommunications Policy», Elsevier, 2020.
  12. «Richard Chang: Taiwan’s silicon invasion», «Bloomberg Businessweek», 9 Δεκεμβρίου 2002.
  13. Για μία επισκόπηση από την πλευρά των ΗΠΑ, βλ. Stephen Ezell, «Moore’s law under attack: The impact of China’s policies on global semiconductor innovation», Information Technology & Innovation Foundation, 18 Φεβρουάριος 2021, https://itif.org. Επίσης, «China’s new semiconductor policies: Issues for Congress», Congressional Research Service, 20 Απρίλιος 2021, https://crsreports.congress.gov.
  14. Tobias Mann, «Is RISC-V China’s semiconductor salvation?» SDX Central, 6 Μάρτιος 2021, www.sdxcentral.com.
  15. James Politi και Aime Williams, «Top Biden aide calls for US to embrace “industrial strategy”», «Financial Times», 23 Ιουνίου 2021.
  16. Antonio Varas, Raj Varadarajan, Jimmy Goodrich και Falan Yinug, «Government incentives and US competitiveness in semiconductor manufacturing», Boston Consulting Group/Semiconductor Industry Association, 16 Σεπτέμβριος 2020.
  17. «Washington to bar US investors from 59 Chinese companies», «Financial Times», 4 Ιουνίου 2021.

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More