Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

8 Φεβ 2021

1821 – Β’ Μέρος – Η επανάσταση έπρεπε να ξεσπάσει

Γρά­φει ο Γιάν­νης Βε­ντού­ρας

Η ελ­λη­νι­κή επα­νά­στα­ση του 1821 υπήρ­ξε η πρώτη αστι­κή επα­νά­στα­ση στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη ενά­ντια στους γαιο­κτή­μο­νες φε­ου­δάρ­χες, η οποία είχε σαν κα­τά­λη­ξη την ίδρυ­ση του πρώ­του αστι­κού κρά­τους στην πε­ριο­χή. Βέ­βαια είχε προη­γη­θεί η επα­νά­στα­ση των Σέρ­βων το 1804 με τον Κα­ρα­γε­ώρ­γη Πέ­τρο­βιτς (γνω­στό ως Κα­ρα­γε­ώρ­γη Σερ­βί­ας) η οποία όμως έφτα­σε μέχρι το βαθμό της ανα­γνώ­ρι­σης της Σερ­βί­ας σε αυ­τό­νο­μη ηγε­μο­νία, που πλή­ρω­νε φό­ρους στην Πύλη. Οι τε­λευ­ταί­ες αστι­κές επα­να­στά­σεις στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη ξέ­σπα­σαν έναν αιώνα αρ­γό­τε­ρα, η Ρώ­σι­κη (1905 και Φλε­βά­ρης 1917) και η Τούρ­κι­κη με τον Κεμάλ Ατα­τούρκ (1919).

Με την απο­τυ­χία των Οθω­μα­νών να κα­τα­λά­βουν την Βιέν­νη το 1682, στα­μά­τη­σαν και οι λη­στρι­κές τους επι­θέ­σεις για την κα­τά­κτη­ση νέων εδα­φών. Αυτό είχε σαν απο­τέ­λε­σμα την στέ­ρη­ση εσό­δων για το κρά­τος. Ει­δι­κά μετά τις ήττες στους Ρω­σο­τουρ­κι­κούς πο­λέ­μους του 1768 και 1792 (συν­θή­κες Κιου­τσούκ-Καϊ­ναρ­τζή και Ιά­σιου) το πρό­βλη­μα έγινε τε­ρά­στιο. Για να ανα­πλη­ρώ­σουν τα κενά στα κρα­τι­κά τα­μεία αύ­ξη­σαν υπέ­ρο­γκα την φο­ρο­λο­γία, όχι μόνο στους αλ­λό­θρη­σκους πλη­θυ­σμούς αλλά και στους μου­σουλ­μά­νους.

Μέσα σε αυτή την κα­τά­στα­ση, δια­δό­θη­κε ευ­ρέ­ως η εκ­μί­σθω­ση δη­μο­σί­ων θέ­σε­ων στους πλειο­δό­τες ώστε να αυ­ξη­θούν τα έσοδα του κρά­τους! Οι πλειο­δό­τες με την σειρά τους επέ­βα­λαν το­πι­κούς φό­ρους, ενώ πολ­λοί συγ­γε­νείς και αυ­λι­κοί του σουλ­τά­νου διό­ρι­ζαν χρι­στια­νούς και άλ­λους ως το­πι­κούς υπαλ­λή­λους ένα­ντι αδράς αμοι­βής. Στο τέλος της σει­ράς αυτής ήταν οι κο­τζα­μπά­ση­δες, οι οποί­οι κυ­ριο­λε­κτι­κά λή­στευαν τους χω­ρι­κούς. Ει­δι­κά η θέση των χρι­στια­νών υπαλ­λή­λων στις οι­κο­νο­μι­κές υπη­ρε­σί­ες του Οθω­μα­νι­κού κρά­τους, τους επέ­τρε­πε να αγο­ρά­ζουν πο­λι­τι­κές και δι­πλω­μα­τι­κές θέ­σεις, να γί­νο­νται διερ­μη­νείς, δρα­γου­μά­νοι έως και ηγε­μό­νες στην Μολ­δα­βία και Βλα­χία. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι από αυ­τούς προ­ήρ­χο­ντο από την αρι­στο­κρα­τία των Φα­να­ριω­τών.

Με ανά­λο­γο τρόπο λει­τουρ­γού­σε το σύ­στη­μα και στην χρι­στια­νι­κή ιε­ραρ­χία. Ο πα­τριάρ­χης, για να εγκα­τα­στα­θεί στο αξί­ω­μά του, πλή­ρω­νε στο Δι­βά­νι (ανώ­τα­το συμ­βού­λιο) έναν με­γά­λο φόρο. Με την σειρά του, αυτός που­λού­σε στους κλη­ρι­κούς τις αρ­χιε­πι­σκο­πί­ες και τις επι­σκο­πί­ες. Αρ­χιε­πί­σκο­ποι και Επί­σκο­ποι που­λού­σαν κα­τώ­τε­ρα αξιώ­μα­τα, ενώ ει­σέ­πρατ­ταν και κά­ποια τέλη από τους πα­πά­δες. Οι πα­πά­δες που­λού­σαν «λια­νι­κώς» τις εξου­σί­ες που αγό­ρα­ζαν, και εμπο­ρεύ­ο­νταν πρά­ξεις όπως δια­θή­κες, γάμοι, βα­φτί­σια, κη­δεί­ες. Ει­δι­κή κα­τη­γο­ρία της εκ­κλη­σί­ας απο­τε­λού­σαν οι μο­να­χοί (ιδίως στο Άγιον όρος) οι οποί­οι σύμ­φω­να με τον ανώ­νυ­μο συγ­γρα­φέα της Ελ­λη­νι­κής Νο­μαρ­χί­ας «εκατό χι­λιά­δες και πλέον μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νοι … τρέ­φο­νται από τον ιδρώ­τα των τα­λαί­πω­ρων και πτω­χών Ελ­λή­νων», τους στη­λί­τευε δε, για την εμπο­ρία λει­ψά­νων αγίων που έκα­ναν, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τους ως «κοκ­κα­λο­πω­λη­τές»!

Η διαρ­κής αύ­ξη­ση της φο­ρο­λο­γί­ας τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες πριν την επα­νά­στα­ση του 1821, απο­τέ­λε­σε «το θερ­μο­κή­πιο της το­κο­γλυ­φί­ας» (χα­ρα­κτη­ρι­σμός του Λ. Πα­πα­νι­κο­λά­ου), με απο­τέ­λε­σμα οι χω­ρι­κοί να χρε­ώ­νο­νται διαρ­κώς και ανα­γκα­στι­κά να που­λά­νε τα χω­ρά­φια τους ένα­ντι πι­να­κί­ου φακής ή να τα πα­ρα­δί­δουν στους γαιο­κτή­μο­νες και να μπαί­νουν στην δού­λε­ψή των τσι­φλι­κά­δων, με­τα­τρε­πό­με­νοι σε δου­λο­πά­ροι­κους. Τσι­φλι­κά­δες, κο­τζα­μπά­ση­δες, αγά­δες, πα­σά­δες, «σε­βά­σμιοι δε­σπο­τά­δες», έπαιρ­ναν με την βία το 35% έως 70% της αγρο­τι­κής πα­ρα­γω­γής. Η φο­ρο­λο­γία (δε­κά­τη, γαιο­πρό­σο­δος κ.λπ.), η πλη­ρω­μή για πα­ρο­χή προ­στα­σί­ας από τους κλέ­φτες, τα πα­ρα­σπό­ρια (η ανα­γκα­στι­κή αγ­γα­ρεία στα χω­ρά­φια των γαι­κτη­μό­νων), εξα­θλί­ω­νε τα αγρο­τι­κά νοι­κο­κυ­ριά. Την τε­λευ­ταία «μα­χαι­ριά» έδινε ο κε­χα­γιάς του τσι­φλι­κιού (ο επι­στά­της), που άρ­πα­ζε το δικό του μερ­τι­κό αφή­νο­ντας τε­λι­κά στα χέρια του αγρό­τη το 20% της πα­ρα­γω­γής.
Στους ορει­νούς όγκους του Ελ­λα­δι­κού χώρου (Πίν­δος, Ρού­με­λη, Μάνη κ.λπ.) υπήρ­χαν ορε­σί­βιες φυ­λε­τι­κές κοι­νό­τη­τες, οι οποί­ες ασχο­λού­ντο με την κτη­νο­τρο­φία και ήταν χω­ρι­σμέ­νοι σε τσε­λι­γκά­τα και κα­πε­τα­νά­τα, δη­λα­δή συγ­γε­νι­κές ομά­δες πο­λε­μι­στών. Στα μέρη αυτών των κοι­νο­τή­των υπήρ­χε δια­δε­δο­μέ­νη η λη­στεία και η κλοπή ζώων, ενώ δρα­στη­ριο­ποιού­νταν και ομά­δες κλε­φτών οι οποί­ες ακο­λου­θού­σαν τις με­τα­κι­νή­σεις των ποι­με­νι­κών πλη­θυ­σμών. Ιδίως η επι­βο­λή ποι­με­νι­κού φόρου μόνο στους ρα­γιά­δες, έκανε πολλά τσε­λι­γκά­τα να στρα­φούν προς την λη­στεία. Πλή­θος βο­σκών των ορει­νών πε­ριο­χών, πα­ρεί­χαν τις υπη­ρε­σί­ες τους στους πα­σά­δες, στρα­το­λο­γού­με­νοι κατά δια­στή­μα­τα στα στρα­τιω­τι­κά τους τμή­μα­τα, ένα­ντι αμοι­βής (π.χ. Σου­λιώ­τες στην αυλή του Αλή Πασά). Πολ­λοί κλέ­φτες υπη­ρε­τού­σαν για ένα διά­στη­μα ως αρ­μα­το­λοί στην δού­λε­ψη των Τούρ­κων, και στη συ­νέ­χεια επέ­στρε­φαν στην παλιά τους «ερ­γα­σία». Αυτοί απο­τέ­λε­σαν και το έμπει­ρο στρα­τιω­τι­κό τμήμα της επα­νά­στα­σης του 1821.

Η Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση το 1789, έφερε τις ιδέες της «πα­τρί­δας» και του «πα­τριω­τι­σμού» στο προ­σκή­νιο. Οι νέοι αστοί δια­νοη­τές με τα έργα τους, βγά­ζουν στο προ­σκή­νιο τις νέες ρι­ζο­σπα­στι­κές αστι­κές ιδέες της «ατο­μι­κής ελευ­θε­ρί­ας», της «ισό­τη­τας» και εγκω­μιά­ζουν την δυ­να­τό­τη­τα της «απε­λευ­θέ­ρω­σης του γέ­νους», δη­μιουρ­γώ­ντας ένα κί­νη­μα που ονο­μά­στη­κε «Ελ­λη­νι­κός Δια­φω­τι­σμός». Μια ζύ­μω­ση πάνω σε αυτές τις ιδέες άρ­χι­σε να ανα­πτύσ­σε­ται τόσο στον πλη­θυ­σμό του Ελ­λα­δι­κού χώρου, όσο και στους Έλ­λη­νες των πα­ροι­κιών του εξω­τε­ρι­κού. Κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη αυτών των και­νο­τό­μων ιδεών (όπως εί­πα­με και στο προη­γού­με­νο ση­μεί­ω­μά μας), υπήρ­ξε η νεαρή αστι­κή τάξη αλλά και η λαϊκή αγα­νά­κτη­ση (κυ­ρί­ως των κτη­νο­τρό­φων) που εκ­φρα­ζό­ταν με τον «κλε­φτο­πό­λε­μο» ενα­ντί­ον της Οθω­μα­νι­κής διοί­κη­σης, φυ­σι­κά και ενα­ντί­ον των Ελ­λή­νων κο­τζα­μπά­ση­δων που απο­τε­λού­σαν μέρος της.

Οι πρώ­τοι με­γά­λοι εκ­φρα­στές της μελ­λού­με­νης κοι­νω­νί­ας, όπως ο Ρήγας Φε­ραί­ος, ο Αδα­μά­ντιος Κο­ρα­ής και άλλοι, ήρθαν σε αντι­πα­ρά­θε­ση όχι μόνο με το Οθω­μα­νι­κό κρά­τος αλλά ενα­ντιώ­θη­καν και στο Ορ­θό­δο­ξο Πα­τριαρ­χείο, που συ­νερ­γα­ζό­ταν στενά με την Πύλη. Πα­ντού, όπου υπήρ­χαν Έλ­λη­νες αστοί, άρ­χι­σαν να δη­μιουρ­γού­νται μυ­στι­κές και συ­νω­μο­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις, όπως η μυ­στι­κή εται­ρεία του Ρήγα Φε­ραί­ου, το Ελ­λη­νό­γλωσ­σον Ξε­νο­δο­χεί­ον, η Φι­λό­μου­σος Εται­ρεία των Αθη­νών (υπό την αι­γί­δα των Άγ­γλων με πρό­ε­δρο τον Γκίλ­φορντ), η Φι­λό­μου­σος Εται­ρεία της Βιέν­νης (υπό την αι­γί­δα των Ρώσ­σων και επι­κε­φα­λής τον Κα­πο­δί­στρια) και τε­λι­κά το 1814, η Φι­λι­κή Εται­ρεία.

Η Φι­λι­κή Εται­ρεία ιδρύ­θη­κε από τους έμπο­ρους (και μα­σό­νους) Νι­κό­λαο Σκου­φά, Αθα­νά­σιο Τσα­κά­λωφ και Εμ­μα­νου­ήλ Ξάνθο και εξα­πλώ­θη­κε πολύ γρή­γο­ρα. Δια­φω­νώ­ντας με τις από­ψεις του Κοραή ότι το γένος έπρε­πε πρώτα να μορ­φω­θεί, συ­γκρό­τη­σε πα­ντού επα­να­στα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις. Σύμ­φω­να με τον με­λε­τη­τή Γ. Φρά­γκο, ανά­με­σα στα 911 μέλη με γνω­στό επάγ­γελ­μα, οι 445 ήταν έμπο­ροι, οι 117 επι­στή­μο­νες, και μόνο 24 πλοιο­κτή­τες. Οι πλοιο­κτή­τες, παρά του ότι ήταν το πιο δυ­να­μι­κό και πρω­το­πό­ρο τμήμα της αστι­κής τάξης και παρά τον με­γά­λο ρόλο που έπαι­ξαν στις δια­δι­κα­σί­ες συ­γκρό­τη­σης του Ελ­λη­νι­κού αστι­κού κρά­τους, δεν συμ­με­τεί­χαν δρα­στή­ρια στις επα­να­στα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις.

Η Φι­λι­κή Εται­ρεία κα­τά­φερ­νε να συ­γκε­ντρώ­νει οι­κο­νο­μι­κούς πό­ρους και να προ­πα­γαν­δί­ζει την ιδέα της εθνι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης, προ­ε­τοι­μά­ζο­ντας, όσο κα­νέ­νας άλλος, τον επα­να­στα­τι­κό αγώνα, τόσο υλικά όσο και ιδε­ο­λο­γι­κά. Αντι­με­τώ­πι­σε ως ένα βαθμό τις αντι­δρά­σεις των κο­τζα­μπά­ση­δων και των λοι­πών προ­ε­στών, αλλά και του υψη­λό­βαθ­μου κλή­ρου. Για να δια­σφα­λί­σει την Ρώ­σι­κη ανοχή και να επε­κτα­θεί ελεύ­θε­ρα στις εκεί πα­ροι­κί­ες, δια­μόρ­φω­σε ένα πρό­γραμ­μα λι­γό­τε­ρο ρι­ζο­σπα­στι­κό από αυτό του Ρήγα Φε­ραί­ου. Προ­σπά­θη­σε να κα­μου­φλά­ρει τον Αστι­κό χα­ρα­κτή­ρα της επερ­χό­με­νης επα­νά­στα­σης (για να μην έχει αντι­δρά­σεις από τον Τσάρο και τους Ρώσ­σους φε­ου­δάρ­χες), ενώ έδωσε έμ­φα­ση στο θρη­σκευ­τι­κό της πε­ριε­χό­με­νο (για να πε­ριο­ρί­σει τις αντι­δρά­σεις του Πα­τριαρ­χεί­ου). Στο πρό­γραμ­μά της δεν υπήρ­χαν ανα­φο­ρές στα κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα και δεν ξε­κα­θά­ρι­ζε ότι στους σκο­πούς τής επα­νά­στα­σης θα ήταν η δη­μιουρ­γία ανε­ξάρ­τη­του κρά­τους, με δική του διοί­κη­ση, και δικό του στρα­τό. Η ση­μα­σία του τε­λευ­ταί­ου (μαζί με την έλ­λει­ψη προ­γράμ­μα­τος για την χρήση της γης), φά­νη­κε στην διάρ­κεια της επα­νά­στα­σης, αλλά και μετά από αυτήν, όταν έπρε­πε να πά­ρουν τις σχε­τι­κές απο­φά­σεις, πράγ­μα που οδή­γη­σε στον αλ­λη­λο­σπα­ραγ­μό των ηγε­τι­κών ομά­δων.

Όσο πλη­σιά­ζα­με στην κρί­σι­μη χρο­νιά του 1821, τόσο και ωρί­μα­ζαν οι συν­θή­κες της επα­νά­στα­σης. Η Ελ­λη­νι­κή αστι­κή τάξη είχε ορ­γα­νω­θεί, είχε κάνει συμ­φω­νί­ες με άλλες αστι­κές τά­ξεις των Βαλ­κα­νί­ων, είχε φρο­ντί­σει να έχει την στή­ρι­ξη ή έστω την ανοχή της Ρω­σί­ας. Ο σουλ­τά­νος Μαχ­μούτ Β’ προ­σπα­θώ­ντας να ανα­συ­γκρο­τή­σει το κρά­τος του, αύ­ξη­σε την φο­ρο­λο­γία στους μου­σουλ­μά­νους με απο­τέ­λε­σμα να συ­γκρου­στεί με πα­σά­δες που αντι­δρού­σαν (π.χ. Αλή Πασάς Ιω­αν­νί­νων). Για να μπο­ρέ­σει να αντι­με­τω­πί­σει τα έξοδα των πο­λέ­μων, αύ­ξη­σε την φο­ρο­λο­γία στην εκ­κλη­σία, τους Φα­να­ριώ­τες, αλλά επέ­βα­λε και νέους δα­σμούς (όπως ο φόρος βο­σκής) που έπλη­ξαν τους Έλ­λη­νες φτω­χούς αγρό­τες και κτη­νο­τρό­φους. Απο­τέ­λε­σμα ήταν να ανα­στα­τω­θεί η ηγε­σία της εκ­κλη­σί­ας και να δη­μιουρ­γη­θεί, όπως εί­πα­με πα­ρα­πά­νω, με­γά­λη αγα­νά­κτη­ση στον φτωχό λαό.

Ο τερ­μα­τι­σμός των Να­πο­λε­ό­ντειων πο­λέ­μων το 1815, μεί­ω­σε το εμπό­ριο και συρ­ρί­κνω­σε τα κέρδη των Ελ­λή­νων πλοιο­κτη­τών, με απο­τέ­λε­σμα με­γά­λη κρίση στον κλάδο της εμπο­ρι­κής ναυ­τι­λί­ας και την εμ­φά­νι­ση ανέρ­γων ναυ­τι­κών στα νησιά. Οι κο­τζα­μπά­ση­δες που τα προη­γού­με­να χρό­νια είχαν γίνει αρ­κε­τά ισχυ­ροί με την ιδιο­ποί­η­ση του αγρο­τι­κού υπερ­προ­ϊ­ό­ντος και την εκ­με­τάλ­λευ­ση των χω­ρι­κών, τώρα άρ­χι­σαν να επο­φθαλ­μιούν τα απέ­ρα­ντα τουρ­κι­κά κτή­μα­τα.

Μπαί­νο­ντας το 1821 όλα συ­ναι­νού­σαν στο ότι είχε πλέον δια­μορ­φω­θεί επα­να­στα­τι­κή κα­τά­στα­ση. Οι κα­πι­τα­λι­στι­κές σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής είχαν ανα­πτυ­χθεί μέσα στο φε­ου­δαρ­χι­κό οθω­μα­νι­κό σύ­στη­μα. Η τάξη που θα ηγεί­το, η αστι­κή, είχε σχη­μα­τι­σθεί. Η ιδε­ο­λο­γία της, ο Ελ­λη­νι­κός Δια­φω­τι­σμός, έδει­χνε ότι κυ­ριαρ­χού­σε. Οι συμ­μα­χί­ες με τμή­μα­τα κο­τζα­μπά­ση­δων, προ­ε­στών και κλη­ρι­κών, είχαν κάνει βή­μα­τα. Ο φτω­χός λαός αγα­να­κτι­σμέ­νος από την εκ­με­τάλ­λευ­ση, ήταν έτοι­μος να ακο­λου­θή­σει όποιον του έταζε κα­λύ­τε­ρες μέρες.
Οι συν­θή­κες είχαν ωρι­μά­σει. Η επα­νά­στα­ση έπρε­πε να ξε­σπά­σει!

 

 

Απόστολος Χατζηχρήστος, o καλόκαρδος παραπονιάρης του ρεμπέτικου

 Με τον Απόστολο Χατζηχρήστο συμβαίνει το εξής παράδοξο: Ενώ τα τραγούδια του παραμένουν δημοφιλή, περνάνε από γενιά σε γενιά και τραγουδιούνται, πολύ λίγα στοιχεία έχουν καταγραφεί για τον ίδιο και λίγοι τα γνωρίζουν. Μπορεί όμως και να μη πρόκειται για παράδοξο…

«Ο Χατζηχρήστος καρδιά μποστάνι. Καλός στο όργανο και συνθέτης από τους λίγους, έχει τόσες επιτυχίες. Οι κωλοεταιρείες τον θάψανε. Μαζί ξεκινήσαμε τότες, μαζί παίζαμε, μαζί τραγουδούσαμε στους δίσκους τα τραγούδια μας, μαζί γλεντάγαμε, μαζί τόσες ιστορίες… Πήγε τζάμπα. Άστα. Ποτέ δεν έφυγε από το μυαλό μου, κάθε βράδυ, λέω τα τραγούδια του στο μαγαζί…» Γιάννης Παπαϊωάννου1

Με τον Απόστολο Χατζηχρήστο συμβαίνει το εξής παράδοξο: Ενώ τα τραγούδια του παραμένουν δημοφιλή, περνάνε από γενιά σε γενιά και τραγουδιούνται, πολύ λίγα στοιχεία έχουν καταγραφεί για τον ίδιο και λίγοι τα γνωρίζουν. Μπορεί όμως και να μη πρόκειται για παράδοξο…

Σ’ ένα οργανωμένο κράτος που υπηρετεί το λαό και σέβεται την ιστορία του, οι αρμόδιοι φορείς συντονισμένα θα έσκυβαν πάνω από τον λαϊκό πολιτισμό και θα φρόντιζαν να τον διασώσουν, να τον καταγράψουν και να τον αναδείξουν. Όμως, σ’ ένα κράτος όπου η κυρίαρχη τάξη που ασκεί την εξουσία ουσιαστικά απεχθάνεται ή μισεί οτιδήποτε λαϊκό, αυτό που μπορείς να περιμένεις είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στη χώρα μας. Αν κάτι δεν μπορεί να το θάψει ή να το αποφύγει, το κυρίαρχο «ρεύμα» μέσω των παντοδύναμων ΜΜΕ και ΜΚΔ το διαστρεβλώνει ή το παρουσιάζει απονευρωμένο από τα πραγματικά μηνύματά του.

«Βρε τι κι αν είμαι εγώ φτωχός,
και της ζωής μου ο τροχός,

για μένα κι αν δε γύρισε,
το κέφι μου δε λύγισε.

Ώιντε μπρε, φτωχός κι αν βρέθηκα,
ζωή δε σε βαρέθηκα…»

Ίσως, λοιπόν, η αφάνεια στην οποία η πολιτεία έχει καταδικάσει σημαντικούς δημιουργούς του ρεμπέτικου και στη συνέχεια του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, και στην περίπτωσή μας, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, να μην αποτελεί παράδοξο αλλά συνέπεια αυτής της λογικής. Τα έργα τέχνης σπουδαίων λαϊκών δημιουργών όπως ο Χατζηχρήστος καταδικάζονται στην αφάνεια, το ίδιο και οι ίδιοι, και οι προβολείς είναι μονίμως στραμμένοι στα προϊόντα της υποκουλτούρας, τους «σταρ», τις «σταρλετίτσες» και ολόκληρο τον εσμό που, όπως οι σκνίπες γύρω από την αναμμένη λάμπα, τούς περιτριγυρίζει. Άκου, λέει, λαϊκός πολιτισμός… Άκου, λαός με ζωντανή παράδοση και πάλλουσα ιστορική μνήμη… Επικίνδυνα πράγματα…

«Φέρε μας κάπελα κρασί με δυο ποτήρια και μισή
είμ’ απόψε στα μεράκια και γουστάρω να τα πιω…»

Χρωστάμε πάρα πολλά σε όλους εκείνους τους ρομαντικούς (η λέξη μέσα ή έξω από εισαγωγικά) αλλά και πεισματάρηδες ερευνητές και μελετητές, όπως ο Κώστας Χατζηδουλής, ο Τάσος Σχορέλης, ο Νέαρχος Γεωργιάδης, ο Παναγιώτης Κουνάδης, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Πάνος Σαββόπουλος, ο Πάνος Γεραμάνης και σίγουρα και άλλοι που δεν γνωρίζω ή ξεχνώ τα ονόματά τους, που «αγκάλιασαν» τους λαϊκούς δημιουργούς και ερμηνευτές, κατέγραψαν «χιλιόμετρα» από τη διαδρομή τους, που διαφορετικά θα σκεπάζονταν  για πάντα από την αδυσώπητη σκόνη του χρόνου, και ανέδειξαν το έργο τους, που – σε αρκετές περιπτώσεις – μόνο αποσπασματικά έγινε γνωστό. Χωρίς την κοπιώδη εργασία αυτών, διάφοροι σύγχρονοι ασήμαντοι δεν θα μπορούσαν να εμφανίζονται ως «ειδικοί», και, το κυριότερο, όλοι όσοι αγαπούμε αγνά και άδολα το ρεμπέτικο – λαϊκό τραγούδι θα ήμασταν πιο «φτωχοί», και φτωχότερος στο σύνολό του θα καταγραφόταν και θα κληρονομούνταν από τις μελλοντικές γενιές ο λαϊκός μας πολιτισμός.

«Τράβα τράβα τράβα, καροτσιέρη τράβα
και στο Καλαμάκι κόψε για ουζάκι…Ε! ρε ντουνιά…»

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος ή «Σμυρνιωτάκι» (προσωνύμιο που του αποδόθηκε λόγω της καταγωγής του) υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες του ρεμπέτικου, σπουδαίος ερμηνευτής με θαυμάσια, απεριόριστων ικανοτήτων φωνή και διαπρεπής παίχτης μπουζουκιού. Ανήκει στους ρεμπέτες  τα τραγούδια των οποίων πολλοί ξέρουν, μα πολύ λίγοι γνωρίζουν τον δημιουργό τους. Ίσως κι ο ίδιος να έχει ένα μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό. Ο χαρακτήρας του και ο τρόπος που έζησε και δημιούργησε το έργο του δεν ευνόησαν την (αυτο)προβολή του. Πορεύτηκε με αξιοπρέπεια στα λίγα χρόνια που έζησε δημιουργώντας αξιοζήλευτο έργο, χωρίς να χτίζει υστεροφημία και σεβόμενος πάντα το ακροατήριό του και τους συναδέλφους του. Αυτό βέβαια δεν μειώνει, σε καμιά περίπτωση, την ευθύνη της πολιτείας, όπως προαναφέρθηκε.

«Σκλάβα μέσα στο κελί της κλαίει και θρηνεί
και ζητάει τη λευτεριά της, γκελ γκελ καϊκτσή…»

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος γεννήθηκε την αυγή του 20ου αιώνα (μάλλον το 1904) στο Κοκαργιαλί (ή Κοκάργιαλι), ένα προάστιο της Σμύρνης στη Μικρά Ασία. Η οικογενειακή οικονομική ευμάρεια τού επέτρεψε να παρακολουθήσει μαθήματα μουσικής και να μάθει πιάνο, κιθάρα και ακορντεόν. Εκτός από την μητρική ελληνική γλώσσα και τα τουρκικά, μιλούσε επίσης γαλλικά.

Ενδεικτική του συμπονετικού χαρακτήρα του, που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από την παιδική του ηλικία, και για τον οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω, είναι η ιστορία που ακολουθεί και που και ο ίδιος διηγήθηκε κάποτε στις δυο κόρες του: «Όταν λοιπόν ζούσε ο Απόστολος στο Κοκαριαλί της Σμύρνης, και επειδή η οικογένειά του ήταν εύπορη, είχαν προσλάβει μία παραδουλεύτρα, με το όνομα Αδριανή, η οποία πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι τους και βοηθούσε. Μία μέρα όμως η Αδριανή αρρώστησε με πυρετό και δεν πήγε στο σπίτι τους. Το μεσημέρι η μητέρα του Χατζηχρήστου έστειλε τον μικρό Απόστολο να της πάει φαγητό. Το παιδί πήγε, χτύπησε την πόρτα της αλλά αυτή δεν του άνοιγε γιατί κοιμόταν βαθιά απ’ τον πυρετό. Το παιδί δεν έφυγε, καθόταν με υπομονή στο σκαλοπάτι της πόρτας και κάπου-κάπου χτυπούσε, μάλιστα στο τέλος έκλαιγε και παρακαλούσε να του ανοίξει. Όταν τελικά άκουσε και άνοιξε η ξαφνιασμένη Αδριανή, της έδωσε το φαγητό και της είπε να το φάει αμέσως για να «μην πεθάνει» και για να πάει την άλλη μέρα στο σπίτι τους»…2

«Καημό μεγάλο απόκτησα βαθιά μες στην καρδιά μου
έχασα τη μανούλα μου που ’ταν παρηγοριά μου…»
(Τραγούδι που έγραψε με αφορμή το θάνατο της μητέρας του):

Το 1919 ο Χατζηχρήστος κατατάσσεται εθελοντικά στον ελληνικό στρατό που αποβιβάζεται στη Σμύρνη. Στην καταστροφή δεν εγκαταλείπει την δοκιμαζόμενη περιοχή μαζί με την οικογένειά του. Βρίσκεται στο λιμάνι και βοηθά γυναικόπαιδα να επιβιβαστούν στις βάρκες για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μολύβι των Τούρκων, όταν πιάνεται αιχμάλωτος. Θα  βρεθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα κρατούμενος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όσο κι αν προσπαθήσουμε δεν θα καταφέρουμε να φανταστούμε τις εικόνες που αντίκρισαν τα μάτια του και τις σκληρές συνθήκες που βίωσε. Όταν κατάφερε να δραπετεύσει, με τη συνδρομή ενός συγκρατούμενου θείου του, χρειάστηκε σαν μαραθωνοδρόμος να διανύσει την απόσταση που χώριζε τη φρίκη και τον επερχόμενο θάνατο από την ασφάλεια της οικογενειακής εστίας. Ξεριζωμένος και ανέστιος περιπλανήθηκε ώσπου να καταφέρει να πιάσει λιμάνι στη Τζια, εκεί όπου η οικογένειά του, αγωνιζόταν να ορθοποδήσει στην αναγκαστική προσφυγιά. Φτάνει στο νησί όταν η μάνα του τού ετοιμάζει μνημόσυνο νομίζοντας ότι είναι νεκρός… Όταν εμφανίζεται η χαρά όλων είναι απερίγραπτη κι ένα γλέντι επισφραγίζει το χαρμόσυνο γεγονός. Το ημερολόγιο τη μέρα που δραπέτευσε έγραφε 14 Σεπτέμβρη και από τότε, κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ο Χατζηχρήστος δεν έπινε ούτε έτρωγε τίποτα όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής του.3

Σύντομα η οικογένειά του αναζητώντας καλύτερη τύχη εγκαταλείπει τη Τζια και φτάνει στον Πειραιά. Στην Κρεμμυδαρού, όπως ονομαζόταν τότε η Δραπετσώνα, δουλεύει στα λιπάσματα και αργότερα στο Τουρκολίμανο (σήμερα Μικρολίμανο) ως οξυγονοκολλητής, ενώ παράλληλα εξελίσσει τις γνώσεις του στη μουσική.

Το 1929 παντρεύεται τη Γαρουφαλλιά, με την οποία θ’ αποχτήσουν δυο γιους και δυο κόρες, την Ευαγγελία (για την οποία θα γράψει το τραγούδι «Βαγγελιώ δεν είσ’ εντάξει») και την Καλλιόπη (Πόπη). Γνωρίζονται στο εργοστάσιο λιπασμάτων όπου δουλεύουν και οι δυο. Ο Απόστολος ζητά τη 16χρονη Γαρουφαλλιά σε γάμο, μα η οικογένειά της εξαιτίας της ηλικίας της αρνείται να δώσει  συγκατάθεση. Τότε οι δυο νέοι κλέβονται και προχωρούν σε γάμο με τη βοήθεια ψευδομαρτύρων που «βεβαιώνουν» ότι είναι ενήλικη.

«Μαράθηκε η καρδούλα μου, μ’ αυτή την αδικία
παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία
…»
(Βλ. και εδώ)

Οι δυο γιοι τους θα φύγουν από τη ζωή σε ηλικία (και οι δυο!) 14 μηνών, από πνευμονία (γεννήθηκαν με κάποια χρόνια διαφορά, πριν ακόμα ανακαλυφτεί η πενικιλίνη) και η απώλειά τους θα σημαδέψει τον Χατζηχρήστο για πάντα. Η οικογένεια θα ζήσει στον Πειραιά μέχρι το 1941 και με την είσοδο στην πόλη των Γερμανών ναζί καταχτητών θα μετακομίσει στο Θησείο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο Χατζηχρήστος παίζει μαντολίνο και ακορντεόν, όταν ο σπουδαίος ερμηνευτής Στράτος Παγιουμτζής, που ήταν δεύτερος ξάδελφός του από τη μεριά της μάνας του, τον παροτρύνει ν’ ασχοληθεί με το μπουζούκι.4 Ο Χατζηχρήστος με τη βοήθεια ενός οργανοποιού μετατρέπει το μαντολίνο του σε μπουζούκι και μπαίνει στο δρόμο του τραγουδιού.

1950. Γιάννης Παπαϊωάννου, Απόστολος Χατζηχρήστος και κάποιος φίλος τους – Πηγή φωτογραφίας: «Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα», επιμέλεια Κώστας Χατζηδουλής, εκδόσεις Κάκτος, 1982

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 γνωρίζεται με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, με τον οποίο θα συνεργαστούν και θα χτίσουν αδερφική φιλία. Το 1932 οι δυο φίλοι παίζουν σε ταβέρνες πέριξ του Πειραιά, όταν ο Χατζηχρήστος  γράφει το πρώτο του τραγούδι που έχει τίτλο: «Γιατί σκληρή και άπονη» αλλά είναι μάλλον περισσότερο γνωστό ως «Κοκκινιώτισσα».

Η πρώτη εμφάνιση σε μεγάλο μαγαζί έρχεται μάλλον το 1936, στο πασίγνωστο «Δάσος» του διαβόητου Αντώνη Βλάχου, στο Βοτανικό. Ο Χατζηχρήστος εμφανίζεται εκεί μαζί με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Στράτο Παγιουμτζή, Στέλιο Κηρομύτη, Γιώργο Μπάτη, Ανέστο Δελιά, τον Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα, τον Κώστα Καρίπη και τον Δημήτρη Λορέντζο. «Πολλά λεφτά εκεί αλλά το μεροκάματο του τρόμου! Ναι, σου λέω. Κάθε καρυδιάς καρύδι μαζευόταν εκεί. Μάγκες, κουτσαβάκια, παλιοί κατάδικοι, πιτουρόμαγκες, κουτόμαγκες, και ότι βάλει ο νους σου. Παίζαμε στο πάλκο κι είχαμε πιστόλια κρεμασμένα ζούλα στο παντελόνι. Κίνδυνος θάνατος! Βάραγαν πιστολιές χωρίς λόγο. Έτσι για φιγούρα. Σκότωναν με άνεση, για γούστο, παρεξήγηση για το τίποτα. Δύσκολα χρόνια», θυμάται ο Γιάννης Παπαϊωάννου5.

«Έστησα για σένα θρόνο στην καρδούλα μου,
έλα και μη θες να λιώνω Κατινούλα μου…»

Οι μαρτυρίες όσων συνεργάστηκαν με τον Βλάχο κάνουν λόγο για ένα σκληρό και αδίστακτο κακοποιό, καταδικασμένο για φόνους και άλλα ποινικά αδικήματα, που μπαινόβγαινε στις φυλακές. Οι μπράβοι του και ο ίδιος κακομεταχειρίζονταν τους τραγουδιστές και τους μουσικούς και δεν ήταν λίγοι αυτοί που απέφευγαν να παίξουν ή να τραγουδήσουν στο μαγαζί του. «Σακάτεψαν από το πολύ ξύλο, αυτός και οι μπράβοι του, το Μάθεση τον Τρελλάκια. Μια άλλη φορά χαστούκισαν το γέρο Μπάτη, ενώ ο ίδιος ο Βλάχος κούφανε από το πολύ ξύλο το Χατζηχρήστο που ήταν ένα παιδί άγιο!» διηγείται ο Παπαϊωάννου.6 Επιθέσεις του Βλάχου στον Χατζηχρήστο, τον Μπάτη, τον Μάρκο, τον Καρυδάκια (σ.σ. Δημήτρης Καρυδόπουλος) και τον Δελιά, με «βρισιές και απειλές» επιβεβαιώνει ο Μπαγιαντέρας,7 χωρίς να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες: «Δεν μπορώ να πω τι ακριβώς έκανε σ’ αυτούς, μόνο αυτοί οι ίδιοι έχουν αυτό το δικαίωμα. Αλλά γεγονός είναι ότι όλοι μετάνιωσαν που πήγαν σ’ αυτό το μαγαζί για δουλειά»…

Ίσως στο επεισόδιο που αναφέρεται ο Παπαϊωάννου να οφείλεται η ουλή που έφερε στο πρόσωπο ο Χατζηχρήστος και η παραμόρφωση στο μάτι του, ίσως και όχι. Μια εκδοχή καταθέτει ο Νέαρχος Γεωργιάδης: «Γύρω στα 1936, κάποιος βίαιος άνθρωπος, που ήθελε να εκδικηθεί κάποιον άλλο, από παρεξήγηση και κατά λάθος χτύπησε τον Απόστολο Χατζηχρήστο με μια ξιφολόγχη αφήνοντάς του μια ουλή στο πρόσωπο και κάποια παραμόρφωση στο μάτι».8

Οι πόρτες της δισκογραφίας ανοίγουν για τον Χατζηχρήστο το 1937. Ηχογραφεί την «Κοκκινιώτισσα» (στο δίσκο σημειώνεται ο τίτλος «Γιατί σκληρή και άπονη») και μετά από μερικούς μήνες την «Ξανθιά Σμυρνιωτοπούλα».

Στο “Έλατο”, στον Πειραιά, στα 1938. Από αριστερά: Ποτοσίδης, Μακαρόνας (με την κιθάρα), Χατζηχρήστος, Μαρινάκης – Πηγή φωτογραφίας και σχολιασμού: Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη ιστορία, Περπινιάδης – Γενίτσαρης – Μάθεσης – Λελάκης». Εκδόσεις Νεφέλη

Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τον στιχουργό Γιάννη Λελάκη και ξεκινά η συνεργασία τους που θα «γεννήσει» πολλές επιτυχίες. Ο Λελάκης «καρφώνει» τους στίχους του, όπως ο ίδιος έλεγε, πάνω στη μουσική του Χατζηχρήστου. Χωρίς να έχει διαθέσιμους στίχους, εμπνέεται και γράφει από το άκουσμα των μελωδιών που παίζει ο Χατζηχρήστος στο οργανοποιείο του Μακαρόνα (Νίκος Κωνσταντινίδης), με τον δεύτερο να παίζει κιθάρα. Από τα πρώτα τραγούδια τους είναι το «Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά». Για τον Χατζηχρήστο ο Λελάκης έχει καταγράψει στην αυτοβιογραφία του9: «Ήταν φτωχό παιδί και εξαιρετικός άνθρωπος και συνθέτης. Πολύ σεμνό και πολύ καλό παιδί. Έντιμος, φιλαλήθης και κουβαρντάς».

«Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά χωρίς καμιά αιτία
μα του αλήτη η καρδιά δε σου κρατά κακία…»

Κοντά στο 1938 οι δυο συνεργάτες θα γράψουν το «Μην είσαι ψεύτρα, δίγνωμη», τραγούδι με σαφή αναφορά στην εργατική τάξη, καθώς η τραγιάσκα εκείνη την εποχή είναι το σύμβολο του εργάτη.

«Μην είσαι ψεύτρα, δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα,
γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα…»


Ο Χατζηχρήστος γνώρισε στο πετσί του τη χειρωνακτική εργασία, δουλεύοντας οξυγονοκολλητής για σχεδόν δέκα χρόνια. Ο δύσκολος αγώνας του μεροκάματου έχει σημαδέψει ανεξίτηλα τη συνείδησή του και ο νέος δρόμος που τον έφεραν η ζωή και το ταλέντο του, δεν τον αποξενώνει από το χώρο της εργατιάς. Άλλωστε οι εργαζόμενοι βιοπαλαιστές και οι οικογένειές τους αποτελούν μέρος του ακροατηρίου του, στις ταβέρνες και τα λαϊκά κέντρα όπου εμφανίζεται και λιγότερο στη δισκογραφία, καθώς, ακόμα τότε, τα μέσα αναπαραγωγής του ήχου σπανίζουν. Στη σύνδεσή του με τον χώρο της εργατιάς οφείλεται και το ότι χρόνια αργότερα, μάλλον το 1952, ο Χατζηχρήστος επανέρχεται με ένα ακόμα σχετικό με την τραγιάσκα τραγούδι, αυτή τη φορά σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα, με τίτλο «Η τραγιάσκα»:

«Εγώ τη μοίρα μου την ξέρω, είναι γραφτό να υποφέρω
Μη μου μιλάς με μάσκα,
το βλέπω πως δε μ’ αγαπάς γιατί φορώ τραγιάσκα…»

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος θα γράψει λίγα (περίπου 80) αλλά εκλεκτά τραγούδια, ζεϊμπέκικα, χασάπικα, καντάδες, συρτά· επιτυχίες που χιλιοτραγουδήθηκαν και ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά με προορισμό την αθανασία. Τα περισσότερα τα ερμήνευσε ο ίδιος. Οι τίτλοι μερικών από τα πιο γνωστά του: «Γιατί σκληρή και άπονη» (Κοκκινιώτισσα) – «Η μικρή του καμηλιέρη» – «Η μανούλα» (Καημό μεγάλο απόχτησα) – «Καροτσέρη τράβα» – «Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει» – «Γκιουλ μπαξέ» (Θα ’ρθω στην πόρτα σου μικρή) – «Φέρε μας κάπελα κρασί» –  «Το παλιόπαιδο» – «Ο ξενύχτης» (Ξενύχτης μπρος στην πόρτα σου) – «Γλυκοβραδιάζει» (Ο χάρος) – «Ο πασάς» – «Ψεύτη ντουνιά» – «Γκρινιάρικο» (Δε θέλω να ζηλεύεις) – «Σκάλα τη σκάλα θ’ ανεβώ» – «Έχω βαθιά τον πόνο» – «Νυχτοπούλι» (Λίγη αγάπη σου ζητώ μικρό μου) σε στίχους δικούς του. «Καϊξής» – «Πάμε στο Φάληρο» – «Θα ’ρθει μια μέρα να πονάς» – «Στης Αλβανίας τα βουνά» – «Το μαγκαλάκι» – «Ρεμπέτες» (Θα σε περιμένω απόψε) σε στίχους Γιώργου Φωτίδα. «Παραπονιάρικο» (Ό,τι κι αν έχεις στην καρδιά) – «Φτώχεια» – «Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά» – «Χατζηχρήστος» (Ήρθαμε να γλεντήσουμε) – «Κατινούλα» – «Καρδιά παραπονιάρα» – «Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη» σε στίχους Γιάννη Λελάκη. «Ας μη ξημέρωνε ποτέ» – «Πάνε τρένα κι έρχονται» – «Βαρύς καημός» – «Καρδιά ορφανή» σε στίχους Κώστα Μάνεση. «Η πεντάμορφη» – «Η άμαξα μες τη βροχή» – «Η τραγιάσκα» – «Παραπονιάρικό μου» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα. «Κυβέρνησε τα βήματά μου» σε στίχους Ιωάννη Κοντοκάνη. «Ντουνιά ανακριτή» σε στίχους Π. Κασαπάκη, κ.ά.

«Ας μη ξημέρωνε ποτέ…
Ας μη φύγει αυτό το βράδυ, που ’μαστε μαζί
γιατί μέσα στο σκοτάδι η αγάπη ζει…»

Εκτός από τα δικά του τραγούδια, ερμήνευσε και συνθέσεις άλλων δημιουργών. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές επιτυχίες του: «Βαγγελίτσα» – «Η αβγουλού» (Μαριγώ) σε στίχους και μουσική Γιάννη Παπαϊωάννου. «Η ξενιτιά» (μαζί με τον Στράτο Παγιουμτζή) – «Το τρελοκόριτσο» σε στίχους και μουσική Βασίλη Τσιτσάνη. «Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις» σε στίχους Κώστα Μάνεση και μουσική Γιώργου Ροβερτάκη, ενώ ερμηνεύει μαζί με άλλους ή κάνει δεύτερη φωνή σε πολλά τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Σπύρου Περιστέρη, του Κώστα Καπλάνη και άλλων δημιουργών.

Ένα από τα γνωρίσματα του χαρακτήρα του Απόστολου Χατζηχρήστου ήταν η γενναιοδωρία. Σε μια κοινωνία σκληρή και άδικη για το μεγαλύτερο κομμάτι της, ο σπουδαίος αυτός δημιουργός και άνθρωπος είχε αναπτύξει και κάνει πράξη την έννοια της αληθινής αλληλεγγύης, που θέλει να μοιράζεσαι αυτό που έχεις και όχι να χαρίζεις ό,τι σου περισσεύει. «Έτσι, για παράδειγμα, έδινε το ρολόι του (σαν «ταυτότητα») σε κάποιον γνωστό του με ανάγκες και τον έστελνε στο σπίτι του, στη γυναίκα του, για να του δώσει εκείνη ένα δικό του παντελόνι ή σακάκι να φορέσει! Και δεν ήταν κανένας πλούσιος. Μεροκαματιάρης μουσικός ήταν ο άνθρωπος» σημειώνει ο Πάνος Σαββόπουλος.10 «Θυμάμαι που μας έλεγε η μητέρα μας ότι από τους δίσκους και τα κέντρα ο μπαμπάς έβγαζε τότε πολλά λεφτά (ήταν η εποχή που είχε σουξέ). Αλλά ο πατέρας μας ήταν άνθρωπος φιλότιμος, βοηθούσε πολύ τους άλλους και δεν μπόρεσε να κάνει περιουσία. Πέθανε στην ψάθα», θα πει η κόρη του, Πόπη Μπάρδη.11

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της γενναιοδωρίας του Χατζηχρήστου αποτελούν τα δικαιώματα κάποιων δικών του τραγουδιών, που παραχώρησε ή εξαναγκάστηκε να παραχωρήσει σε τρίτους, όπως συνέβαινε εκείνη την εποχή στο χώρο της δισκογραφίας. Τρανό παράδειγμα,  ο «ύμνος» του ρεμπέτικου «Το μινόρε της αυγής» (Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε, άκου μινόρε της αυγής) που εγγράφεται επισήμως στα ονόματα των Σπύρου Περιστέρη (μουσική) και Μίνωα Μάτσα (στίχοι), ενώ είναι σύνθεση του Χατζηχρήστου από τα χρόνια της Κατοχής («το έπαιζε ήδη από το 1941-42 όταν δούλευε στην «Μπίρα του Πίκινου στο Θησείο»12), σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα και είναι βασισμένο σε σμυρναίικη μελωδία.

«Ο Χατζηχρήστος συνοδευόμενος από τον Χ. Βασιλειάδη, επισκέφτηκε τον Περιστέρη, καλλιτεχνικό διευθυντή της «Odeon». Σκοπός της επίσκεψης ήταν να του παρουσιάσει δύο τραγούδια του για να ηχογραφηθούν. Τα τραγούδια αυτά ήταν «Ο αμαξάς» («Η άμαξα μες στη βροχή») και το «Μινόρε της αυγής». Εκεί ο Περιστέρης απαίτησε να του χαρίσει ο Χατζηχρήστος το «Μινόρε της αυγής», προκειμένου να του κυκλοφορήσει τον «Αμαξά». Έτσι έγινε…» σημειώνει13 ο Πάνος Σαββόπουλος, επικαλούμενος και τη μαρτυρία της συζύγου του Τσάντα σε τηλεοπτική εκπομπή.

Ο Χατζηχρήστος είχε μάθει κιθάρα στην κόρη του Πόπη για να τον συνοδεύει όταν έγραφε τα τραγούδια του στο σπίτι. Η επιστροφή του από την Odeon τής έχει μείνει αξέχαστη: «Θυμάμαι τον πατέρα μου όταν ήρθε στο σπίτι… Για πρώτη φορά στη ζωή μου τον είδα να κλαίει…. Μου κράτησε το καλύτερο τραγούδι, είπε ο πατέρας μου… Δεν θα ξεχάσω αυτή τη σκηνή. Όλοι στο σπίτι στεναχωρηθήκαμε πάρα πολύ. Ήταν ένα από καλύτερά του τραγούδια… Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα του απέρριπτε τα υπόλοιπα τραγούδια»14

Το θαυμάσιο αυτό τραγούδι ερμηνεύει στο δίσκο ο Απόστολος Χατζηχρήστος με τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Γιάννη Σταμούλη (Μπιρ Αλλάχ).

«Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε, άκου μινόρε της αυγής
για σένανε είναι γραμμένο, από το κλάμα κάποιας ψυχής…»

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τραγουδιών του Χατζηχρήστου είναι η βαθιά ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει τον απλό άνθρωπο, τη χαρά και τις λύπες του, τα ντέρτια και το μεράκι, τον πόνο και τους καημούς του, τη φλόγα του έρωτα και τη δύναμη της αληθινής αγάπης. Από τη θεματολογία του δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι κοινωνικές αναφορές. Τα βιώματά του παίζουν καταλυτικό ρόλο. Οι εικόνες και τα πρόσωπα της Σμύρνης των ανέμελων παιδικών του χρόνων, στη συνέχεια η καταστροφή, ο ξεριζωμός και η προσφυγιά, η σκληρή βιοπάλη στην κοινωνία των ανισοτήτων, η περηφάνια του φτωχού εργάτη, ο πόλεμος, αλλά και η ανάγκη να βρουν διέξοδο οι πόνοι της ψυχής, δηλαδή η φυγή μέσω του γλεντιού, αποτυπώνονται στα τραγούδια του.

«Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις,
βάσανα να νιώσω και στερήσεις
στην ψευτιά αυτού του κόσμου
να ‘μαι πάντα μοναχός μου
μες στους πέντε δρόμους να γυρνώ…»

Ο σύγχρονος ακροατής ίσως εντυπωσιαστεί με τα στρώματα του γκρίζου που ο Χατζηχρήστος χρωματίζει τις νότες και τους στίχους του, και απορήσει με το βάθος της απαισιοδοξίας και κάποιες φορές της απογοήτευσης στα όρια της απελπισίας που βγαίνουν από κάποια τραγούδια του. Ατόφιο παράπονο αναβλύζει από τα πιο πονεμένα βαριά ζεϊμπέκικά του, ενώ η μελαγχολική αύρα του (παράπονου) τυλίγει νότες και στίχους ακόμα και τραγουδιών που αναφέρονται στο γλέντι:

Ήρθαμε να γλεντήσουμε, Χατζηχρήστο, να φύγει το μαράζι
κι αν φύγουνε πολλά λεφτά, χαλάλι δεν πειράζει.

Το παλικάρι στη γωνιά, Χατζηχρήστο, μια ζεΐμπεκιά γουστάρει
απ’ το γλυκό μπουζούκι σου φίλε παραπονιάρη.

Ρίξε γιαβάσικες πενιές, Χατζηχρήστο, σ’ ένα γλυκό ντουζένι
για να σ’ ακούσει μια ψυχή που σε καταλαβαίνει.

Η «εξήγηση» μπορεί να δοθεί αν ο σύγχρονος ακροατής δεν αποκόψει τα τραγούδια του Χατζηχρήστου από την εποχή που γράφτηκαν και συνυπολογίσει τη σκληρή ζωή που έζησε ο ίδιος και άλλοι δημιουργοί, όπως άλλωστε και το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού μας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του στιχουργού Γιάννη Λελάκη, που όταν έγραφε τη «Φτώχεια» (πριν ακόμα καταξιωθεί ως στιχουργός με τις από κοινού επιτυχίες με τον Χατζηχρήστο) ήταν πολλές οι μέρες που δεν κατάφερνε να εξασφαλίσει ούτε καν ένα πιάτο φαγητό. Ο ίδιος δεν κρύβει ότι προσδοκούσε μέσα από το τραγούδι να γεμίσει τουλάχιστον το «άδειο, απελπιστικά και κατ’ εξακολούθησιν άδειο» στομάχι του: «Η αμάθειά μου, η αφέλειά μου (γιατί όχι και η ανέχεια;) με έφταναν στο σημείο να πιστεύω ότι μπορούσα με δυο δίσκους να χορτάσω φαγητό, να ξεπεράσω τη φτώχεια και να ζήσω σαν άνθρωπος», έλεγε.15

Ακόμα, όμως, και στα πιο «βαριά» τραγούδια του Χατζηχρήστου περισσεύουν η ευαισθησία και η ανθρωπιά ενός δημιουργού που η κυνικότητα και η απανθρωπιά της κοινωνίας στην οποία ανδρώθηκε και διακρίθηκε και που κι ο ίδιος βίωσε στο πετσί του, δεν αλλοίωσαν το χαρακτήρα του και την προσωπικότητά του, και δεν «βρώμισαν» την ψυχή του.

«Δε με φοβίσαν κύματα, χιόνια κι ανεμοβρόχια
όσο με φόβισες εσύ κατηραμένη φτώχεια…»

Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Χατζηχρήστος γράφει τραγούδια εμπνεόμενος από τον ενθουσιασμό που γεμίζουν το λαό μας οι συνεχόμενες νίκες κατά των κοκορόφτερων του φασίστα Μουσολίνι. Το «Στης Αλβανίας τα βουνά» σε στίχους Γιώργου Φωτίδα, είναι ένα από αυτά:

«Στης Αλβανίας τα βουνά μερόνυχτα γυρνάω,
για την γλυκιά πατρίδα μας, μανούλα πολεμάω…»

Ο πατριωτισμός του εκφράστηκε με τον πιο έμπρακτο τρόπο σε πολύ νεαρή ηλικία, όταν, όπως είδαμε, κατατάχτηκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό στη Μικρασία. Στη διάρκεια της τριπλής φασιστικής Κατοχής, ο Χατζηχρήστος περνάει στην Εθνική Αντίσταση ως ενεργό μέλος αντιστασιακών οργανώσεων.

«Στον ύπνο σου την έβλεπες Ντούτσε μου την Ελλάδα
και νόμιζες πως θα την φας σαν την μακαρονάδα…»

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το μπουζούκι κυνηγήθηκε ανελέητα από την πολιτεία και οι μπουζουξήδες διώκονταν, ακόμα και φυλακίζονταν, επειδή είχαν συνδεθεί με το περιθώριο και το χασίς. Η πρώτη ηχογράφηση ρεμπέτικου, το 1933, όμως, είχε ανοίξει το δρόμο στον Μάρκο Βαμβακάρη και στους άλλους ρεμπέτες να γράψουν τραγούδια. Από τους πρώτους που ακολούθησαν το Μάρκο ήταν ο Απόστολος Χατζηχρήστος που εκτός από σπουδαίος μουσικοσυνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, υπήρξε και περίφημος παίκτης μπουζουκιού.

Απόστολος Χατζηχρήστος – Σόλο μπουζούκι

Ο αξέχαστος Πάνος Γεραμάνης κατατάσσει τους μπουζουξήδες σε δυο κατηγορίες, στους δεξιοτέχνες – σολίστες και «σ’ αυτούς που έχουν το χρώμα του παιξίματος και είναι δεξιοτέχνες της ψυχής».16 Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσει τον Χατζηχρήστο, δίπλα στον πατριάρχη Μάρκο, τον Μπαγιαντέρα, τον Παπαϊωάννου, τον Τσιτσάνη, τον Ποτοσίδη και άλλους.

Απόστολος Χατζηχρήστος – Σόλο μπουζούκι

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος σύχναζε στο μπαράκι του Μάριου Δαλέζιου («καφέ μπαρ ο Μάριος»), στην οδό Ίωνος 8, στην Ομόνοια, που ο Τάκης Μπίνης αποκαλεί «στρατηγείο του ρεμπέτικου». Εκεί συναντιούνταν και έκλειναν δουλειές και συνεργασίες μουσικοί, συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδιστές, οργανοποιοί, ένας ολόκληρος κόσμος που ζούσε από το λαϊκό τραγούδι. Κάποιες φορές το έριχναν έξω παίζοντας και τραγουδώντας, στο πατάρι του μπαρ. Πολλές τέτοιες βραδιές θυμάται ο Μπίνης που έκανε παρέα με τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον Στέλιο Κηρομύτη, τον Λευτέρη Τσαγκάρη, τον Γιώργο Λαύκα και τον Ορφέα Κρεούζη.17

Ο Χατζηχρήστος διακρινόταν ανάμεσα σε άλλους τραγουδιστές και δημιουργούς εκτός των άλλων και για το εντυπωσιακά κομψό ντύσιμό του. «Με παπιγιόν κυκλοφορούσε πολλές φορές και ο Απόστολος Χατζηχρήστος που υπήρξε από τους κορυφαίους του ρεμπέτικου (συνθέτης, μπουζουξής, ενορχηστρωτής, τραγουδιστής) και οι συνάδελφοί του τον χαρακτήριζαν ως πολύ σοβαρό και καλοκάγαθο άνθρωπο. Του άρεσε όμως το λούσο: παπούτσι λουστρίνι, κεντημένο μαντιλάκι και χρυσή καρφίτσα στην γραβάτα, όταν δεν φορούσε παπιγιόν» σημειώνει ο Πάνος Γεραμάνης.18 «Ο Χατζηχρήστος φορούσε πάντα μαύρο κοστούμι, γραβάτα, μπριγιαντίνη στα μαλλιά» θυμάται19 η ρεμπέτισσα Ρένα Στάμου. Και ο Γιώργος Ζαμπέτας υπογραμμίζει με μια δόση υπερβολής την έμφαση που έδιναν στην εμφάνισή τους οι πρωταγωνιστές του πάλκου: «Όλων αυτών των παλιών η εμφάνιση ήταν τέλεια, τελειότατη. Μη τυχόν κι είχε σκόνη το παπούτσι, έπρεπε να πέσει να πεθάνει, να καεί το σύμπαν. Μη τυχόν και δεν ήτανε σιδερωμένο το παντελόνι, μη τυχόν και δεν υπήρχε γιλέκο… Βέβαια! Ο Μητσάκης ήτανε ο πιο μοντέρνος, αυτός χρησιμοποιούσε γραβάτα, που και που το κόλλαγε και το παπιόν. Κι ο Χατζηχρήστος φόραγε γραβάτα, πάντα σκούρα και το κλασικό το καβουράκι, το μπορσαλίνο…Ωραίοι άνθρωποι, σοβαροί κι αξιοσέβαστοι, τους αγαπούσε ο κόσμος»20

Εγωκεντρισμός, ωραιοπάθεια, ματαιοδοξία ή σεβασμός στο κοινό; Η απάντηση σίγουρα δε μπορεί να είναι η ίδια για όλους. Για τον Χατζηχρήστο όμως με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι τα τρία πρώτα απουσίαζαν παντελώς από τον χαρακτήρα του και τις δικές του, αξιακές αποσκευές. Κάποιες φορές η εμφάνιση των πρώτων ονομάτων, μουσικών και τραγουδιστών, αποτελούσε μέρος μιας συνολικότερης στάσης τους, που είχε να κάνει με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τη δουλειά τους και τον αποδέκτη της, το κοινό. Έτσι, εκτός από την προσεγμένη εμφάνιση χρησιμοποιούσαν και τη βαρύτητα του λόγου τους όσο αφορά στα παρεχόμενα είδη (φαγητό, ποτά κλπ) και υπηρεσίες της ταβέρνας ή του κέντρου διασκέδασης όπου εμφανίζονταν. Την αναφορά του Ζαμπέτα στον Μητσάκη δεν την προσθέσαμε τυχαία, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης λίγο πιο κάτω.

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος υπήρξε στα νταραβέρια του ντόμπρος, έντιμος και καθαρός. Φιλότιμος και συμπονετικός, δεν δίσταζε να βάλει το χέρι στην τσέπη και να προσφέρει βοήθεια, είτε του είχε ζητηθεί είτε όχι. Υπήρξε άντρας με αρχές και αξίες που τις ακολουθούσε απαρέγκλιτα, τόσο στην προσωπική όσο και την επαγγελματική του διαδρομή. Η αυστηρότητά του, που τονιζόταν από το παρουσιαστικό και το ντύσιμό του, δεν τον έκανε λιγότερο δίκαιο ή καλόκαρδο.  

«Ο πατέρας μας είχε πολύ τρυφερή καρδιά. Ήταν όμως και σκληρός…Ήταν αυστηρός αλλά ξύλο δεν είχαμε φάει ποτέ από το μπαμπά. Το ξύλο του ήταν η ματιά του» έχει πει η κόρη του Πόπη Μπάρδη.21

«Της αγάπης μας τη στάχτη ψάχνω προσπαθώ
μήπως κι έβρω καμιά σπίθα για να ζεσταθώ…»

Το 1938 ο 17χρονος τότε Γιώργος Μητσάκης αναζητά τον δρόμο που θα τον βάλει στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Φοράει ακόμα κοντό παντελονάκι, ενώ παίζει μπουζούκι όταν γνωρίζεται με τον Χατζηχρήστο στη Δραπετσώνα. Ο Χατζηχρήστος εκείνη την εποχή γνωρίζει μεγάλη επιτυχία με το τραγούδι του «Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά». Με τη γυναίκα του, τη Γαρυφαλλιά, θ’ ανοίξουν την πόρτα του σπιτιού τους και θα δείξουν στον άσημο νεαρό ανθρωπιά, φιλοξενώντας τον για μήνες.

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος με τον Ηλία Ποτοσίδη

Τον χειμώνα του 1938 ο Μητσάκης πρωτοβγαίνει στο πάλκο με τον Χατζηχρήστο και τον Ηλία Ποτοσίδη. «Φορούσα πάνινα παπούτσια Ελβιέλα και επειδή ήταν άσπρα, για να μη με κοροϊδεύουν τα έβαφα καφέ» θυμάται ο ίδιος.22 «Το 1939 με πήρε μαζί του στο Θησείο, στου Πίκινου τη Μπύρα (έτσι λεγόταν το κέντρο) για δυο μήνες. Ύστερα εγώ τράβηξα το δρόμο μου. Αλλά από τότε μείναμε φίλοι, μέχρι το τέλος της ζωής του», θα πει για τον Χατζηχρήστο πολλά χρόνια αργότερα.23

Απόστολος Χατζηχρήστος – Γιώργος Μητσάκης

Ο Χατζηχρήστος υπήρξε πατρική φιγούρα για νεότερους καλλιτέχνες, που τους ενθάρρυνε στα πρώτα βήματά τους αλλά και όποτε χρειάστηκε τους προστάτευσε. Η Ρένα Στάμου έχει ερμηνεύσει σε πρώτη εκτέλεση δυο τραγούδια του, σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα. Τον Γενάρη του 1952 είναι μόλις 22 χρόνων όταν ηχογραφεί «Το βασανάκι» με δεύτερη φωνή τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και κάνει δεύτερη φωνή στον ίδιο στο «Παραπονιάρικό μου» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα (λιγότερο γνωστό από το διαχρονικό «Παραπονιάρικο» (Ό,τι κι αν έχεις στην καρδιά) του Απ. Χατζηχρήστου σε στίχους Γιάννη Λελάκη).

«Ματώνουνε τα στήθια μου που όλο κλαις μικρό μου
πες μου σε τι σε πίκρανα παραπονιάρικο μου…»

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά η ίδια μιλάει διατηρώντας γλυκά συναισθήματα για τον Χατζηχρήστο24: «Ο Χατζηχρήστος ήτανε σαν πατέρας μου. Ήταν πολύ σοβαρός οικογενειάρχης, ηθικότατος. Φαινόταν από το σύνολο της συμπεριφοράς του, όχι μόνο σε μένα, που ήμουνα η πιο μικρή από όσες είχανε βγει, το πιτσιρίκι. Ήτανε αγαπητός, προστατευτικός, όχι μόνο για μένα, αλλά για όλες. Μιλούσε πάντοτε με γλυκό τρόπο, με γλυκό ύφος. Όταν έβλεπε τη Χρυσάφη, τη Ντάλια, την Γκρέυ στο καφενείο των μουσικών, έπρεπε να τις καλημερίσει, να τις ρωτήσει για την οικογένεια, όσες ήτανε παντρεμένες… Ήτανε γλυκομίλητος και αυστηρός σε αυτά που έλεγε. Γελαστός αλλά πολύ αυστηρός… Δεν είχα ακούσει από κανένα συνάδελφο, άντρα ή γυναίκα, να πει ένα κακό λόγο για τον Χατζηχρήστο… Όλοι μιλούσαν με αγάπη γι’ αυτόν…».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 λίγοι λαϊκοί συνθέτες μπορούν να γράψουν τη μουσική των τραγουδιών τους σε παρτιτούρες. Κάτι που ήταν όμως απολύτως αναγκαίο αφού πριν εκδώσει μια δισκογραφική εταιρεία ένα δίσκο έπρεπε να έχουν κατατεθεί οι παρτιτούρες των τραγουδιών στο Υπουργείο Προεδρίας για… να πάρουν έγκριση, δηλαδή να περάσουν από την επιτροπή λογοκρισίας.

Ο Θόδωρος Δερβενιώτης, πριν ακόμα γίνει ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, έκανε αυτή τη δουλειά για να βγαίνει το μεροκάματο. Συχνάζοντας στο θρυλικό μπαράκι του Μάριου, γνωρίζει, γράφοντας τα τραγούδια τους στο χαρτίς, μεταξύ άλλων τον Πάνο Πετσά, τον Γεράσιμο Κλουβάτο, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Στέλιο Χρυσίνη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο. Η συνεργασία του με τον Χατζηχρήστο λίγα χρόνια μετά θα μεταφερθεί στο πάλκο. Ο Δερβενιώτης είναι το νεότερο μέλος του λαϊκού συγκροτήματος που με επικεφαλής τον Χατζηχρήστο φτάνει από την Αθήνα στο Νησί της Καλαμάτας. Δεκαετίες μετά στη βιογραφία του αναφέρει25 ότι στην ανάπαυλα του ταξιδιού, την ώρα που ο ίδιος κοιμόταν οι παλιοί ρεμπέτες «είχαν εξαφανιστεί, γιατί ξέρανε πού ήτανε τα στέκια, η πηγή του χασισιού. Πήγανε, προμηθευτήκανε και φτιάξανε τα τσιγαρλίκια τους, τα οποία φαίνονταν αθώα, κανονικά τσιγάρα».

Ο ίδιος περιγράφει γλαφυρά ένα περιστατικό σχετικό με την προσωπικότητα του Χατζηχρήστου και την πατρική στάση του απέναντι στα νέα παιδιά του σιναφιού. Αξίζει να μεταφερθεί ολόκληρη η περιγραφή26: «Φάγαμε, κοιμηθήκαμε, σηκωθήκαμε το πρωί. Είχε μια σάλα με σανίδια και καθίσαμε κάτω οκλαδόν, σταυροπόδι. Μας φέρανε και τους καφέδες, βγάλαμε και τα τσιγάρα. Καφές χωρίς τσιγάρο δε γίνεται. Έβγαλα κι εγώ το δικό μου κι ετοιμαζόμουνα να το ανοίξω. Δίπλα μου καθόταν ένας μπουζουξής, ο Αντώνης, που τον είχε πάρει ο Απόστολος στο συγκρότημα. Ήτανε πολύ ψηλός, είχε κάτι μπράτσα! Και δίπλα καθόταν ο Χατζηχρήστος. Με το που ετοιμαζόμουν να ανοίξω το πακέτο, αυτός ο ψηλός, από εκεί που καθόταν απλώνει το χέρι του, για να μου δώσει ένα τσιγάρο απ’ τα δικά του… Δε φαινόταν τίποτα το ύποπτο… Κάνω, λοιπόν, εγώ να το πάρω κι ακούω ένα – φλαπ! Μία ανάποδη από τον Χατζηχρήστο στο ντερέκι αυτό. Τον είχε χαστουκίσει. Ταυτόχρονα του λέει: “Άσ’ το κάτω, ρε! Δεν το βλέπεις το παιδάκι; Επειδή βγάλαμε εμείς τα μάτια μας, πρέπει να τα βγάλουμε κι αυτουνού;” Κέρωσα εγώ, άσπρισα. Λέω, τώρα άμα σηκωθεί αυτός, θα τον βουτήξει τον Χατζηχρήστο, θα τον σηκώσει απάνω και θα τον πετάξει μακριά. Θα χαλάσει η δουλειά και δεν έχουμε ούτε το εισιτήριο για να γυρίσουμε στην Αθήνα. Αυτοί ξέρανε τι τσιγάρο ήταν. Έλα, όμως, που ο Χατζηχρήστος ήταν αυστηρός, ένας δεύτερος μπαρμπα-Βισβίκης. Και μ’ έκοψε τι άνθρωπος ήμουνα, γι’ αυτό με πήγαινε και στο σπίτι του. Δίνει, λοιπόν, το χαστούκι στον άλλο, κι εκεί που περίμενα εγώ να γίνουν σημεία και τέρατα, ακούω: “Κύριε Απόστολε, δεν ήξερα…” Κι έληξε το επεισόδιο εδώ. (…) Ο χαρακτήρας του Χατζηχρήστου ήτανε και λίγο δύστροπος, αυστηρός, αλλά ήταν καλός με τους συναδέλφους του. Ήθελε το συγκρότημα να δείχνει προς τα έξω μια καλή εικόνα…».

«Κέντρον Ο ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΣ (Τζιτζιφιές) – ΜΕΓΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ – Οι Δώδεκα Άσσοι του Μοντέρνου Λαϊκού Τραγουδιού από τους Φωνογραφικούς Δίσκους όλων των Εταιριών. ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ: Ι. Παπαϊωάννου, Γ. Μητσάκης, Μάρκος Βαμβακάρης, Α. Χατζηχρήστος, Σ. Κερομύτης, Γ. Μανισαλής, Ηλ. Ποτοσίδης, Αργύρης Βαμβακάρης. Ζαχαρίας Κασιμάτης (κιθάρα), Κώστας Ρούκουνας (Σαμιώτης) (κιθάρα), Μήτσος Μασσέλος (Πιάνο)» – 1947-48. Ο Απόστολος Χατζηχρήστος καθιστός, δεύτερος από αριστερά – Πηγή φωτογραφίας: «Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα», επιμέλεια Κώστας Χατζηδουλής, εκδόσεις Κάκτος, 1982

Από το 1946 έως το 1953  ο Απόστολος Χατζηχρήστος θα εμφανιστεί  ως όνομα πρώτης γραμμής στα καλύτερα λαϊκά κέντρα. Στη συνέχεια, καθώς το ρεμπέτικο, όπως έγινε γνωστό και εδραιώθηκε προπολεμικά, παραμερίζεται μαζί με τους δημιουργούς από τις δισκογραφικές εταιρείες, δουλεύει με κομπανίες σε ταβέρνες και λαϊκά μαγαζιά περιπλανώμενος ανά την Ελλάδα.

Ο Χατζηχρήστος (στο μέσον) με τη γυναίκα του Γαρουφαλλιά και κάποιο συγγενή. Μετά από λίγες βδομάδες θα πεθάνει – Πηγή φωτογραφίας και σχολιασμού: Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη ιστορία, Περπινιάδης – Γενίτσαρης – Μάθεσης – Λελάκης». Εκδόσεις Νεφέλη

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 χτυπιέται από τον καρκίνο στους πνεύμονες. Βαριά άρρωστος και χωρίς την οικονομική δυνατότητα ν’ αποχτήσει τα φάρμακά του – ποιος; ο Χατζηχρήστος που πάντα χάριζε ή μοιραζόταν με τους άλλους το έχω του! – αναγκάζεται να πουλήσει το μπουζούκι του στον Γρηγόρη Μπιθικώτση, έναντι 1.000 δραχμών. Δυο χρόνια μετά το θάνατό του, η γυναίκα του και η κόρη του Πόπη επισκέπτονται τον Μπιθικώτση στο κέντρο που τραγουδάει και του προσφέρουν τα διπλάσια χρήματα για να τους το επιστρέψει, ως οικογενειακό κειμήλιο πια, αλλά συναντούν την άρνησή του (μαρτυρία Πόπης Μπάρδη27)…

«Γλυκοβραδιάζει κι ο ντουνιάς αμέριμνος γλεντάει
την ώρα που ο Χάροντας την πόρτα μου χτυπάει…»

Ο σπουδαίος δημιουργός και ερμηνευτής τόσων μεγάλων επιτυχιών, διαχρονικές οι περισσότερες, ο καλοσυνάτος και γλυκός άνθρωπος που αγαπήθηκε όσο λίγοι από το κοινό αλλά και τους συναδέλφους του, ο «καλός άγγελος» των μη εχόντων και των κατατρεγμένων, ο ρεμπέτης με τους ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες που «του άρεσε πολύ το δημοτικό τραγούδι, η Ίμα Σουμάκ, ο Φώτης Πολυμέρης και ο Νίκος Γούναρης» (μαρτυρία της κόρης του Ευαγγελίας Χατζηχρήστου28) θα φύγει από τη ζωή στις 5 του Ιούνη 1959, μόλις στα 55 του χρόνια, για να στοιχηθεί δίπλα στους μεγάλους αθάνατους του ρεμπέτικου και του λαϊκού μας πολιτισμού και να πάρει μια θέση στην καρδιά όσων «κοιτάζουν» λίγο πίσω και πέρα από τις νότες και τους στίχους των τραγουδιών.

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος ανήκει στους μεγάλους δημιουργούς και εκτελεστές που αφήνουν παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές, εκτός από το σπουδαίο έργο τους, και την περπατησιά τους. Μαζί με τον αδελφικό του φίλο, Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Βαγγέλη Παπάζογλου και άλλους, ο Χατζηχρήστος ανήκει στην κατηγορία των ρεμπετών που ο τρόπος που πορεύτηκαν στη ζωή, οι αξίες που έφεραν και η ανθρωπιά τους αποτελούν παντοτινό παράδειγμα, για τον λαϊκό δημιουργό-καλλιτέχνη και γενικότερα για τον άνθρωπο «που θέλει να λέγεται άνθρωπος».

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

1,5,6,7.«Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα», Αυτοβιογραφία. Επιμέλεια Κώστας Χατζηδουλής. Εκδόσεις Κάκτος, 1982

2,10,12,13.Πάνου Σαββόπουλου, «Απόστολος Χατζηχρήστος, ο γενναιόδωρος». Ιστοσελίδα «Ρεμπέτικο φόρουμ», 2 Ιούνη 2009

3.Πάνου Σαββόπουλου, «Απόστολος Χατζηχρήστος». Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 21 Μάη 2010

4.«Αφιέρωμα στον Απόστολο Χατζηχρήστο – Κώστας Καλαφάτης». Εκπομπή «Τα παντελόνια είναι περίεργα ρούχα» (παρουσίαση Πάρης Μήτσου) στην τηλεόραση του 902

8,19,24.Νέαρχου Γεωργιάδη, Τάνιας Ραχματούλινα, «Ρένα Στάμου, Μια εγκυκλοπαίδεια του Ρεμπέτικου». Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2009

9,15.Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη ιστορία, Περπινιάδης – Γενίτσαρης – Μάθεσης – Λελάκης». Εκδόσεις Νεφέλη

11,21,23,28.«Θόδωρος Παπαδόπουλος – Απόστολος Χατζηχρήστος, Βίοι παράλληλοι», στη σειρά εκπομπών «Οι παλιοί μας φίλοι» (παρουσίαση Γιώργος Παπαστεφάνου. Επιμέλεια του αφιερώματος: Γιώργος Παπαστεφάνου – Κώστας Αυγέρης. Προβλήθηκε στην ΕΤ-1 την περίοδο 1991-92

14,27.«Απόστολος Χατζηχρήστος… ο ρεμπέτης κανταδόρος». Εκπομπή «Έχει γούστο» στη ΝΕΤ (παρουσίαση Μπήλιω Τσουκαλά), 16 Φλεβάρη 2009

16,17,18,22.Πάνου Γεραμάνη, «Η ζωή μου ένα τραγούδι». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007

20.Ιωάννας Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε… στρέιτ θρου. Γιώργος Ζαμπέτας, βίος και πολιτεία». Εκδόσεις Ντέφι, 1997

25,26.Νέαρχου Γεωργιάδη, Τάνιας Ραχματούλινα, «Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι». Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2003

Δηλητηριάζουν εν γνώσει τους βρέφη με βαρέα μέταλλα μεγάλες εταιρείες παιδικών τροφών στις ΗΠΑ

 http://www.katiousa.gr/wp-content/uploads/2021/02/210203162024-baby-eating-food-stock-restricted-super-169.jpg

Σύμφωνα με την έρευνα του Κογκρέσου, ανιχνεύθηκαν επικίνδυνα επίπεδα αρσενικού, μολύβδου, καδμίου και υδραργύρου στις βρεφικές τροφές, πολύ πάνω από τα όρια ασφαλείας.

Μπορεί οι υπεύθυνοι της έρευνας που διεξήχθη από το Κογκρέσο να χαρακτηρίζουν “σοκαριστικό” το πόρισμα σύμφωνα με το οποίο τέσσερις κορυφαίες εταιρείες βρεφικών τροφών συνειδητά πουλούσαν προϊόντα με υψηλά επίπεδα βαρέων μετάλλων, στην πραγματικότητα όμως δεν μπορεί να σοκάρεται κανένας με τις εγκληματικές πρακτικές των καπιταλιστών μπροστά στη διαφύλαξη και τη μεγιστοποίηση των κερδών τους.
Σύμφωνα με την έρευνα, ανιχνεύθηκαν επικίνδυνα επίπεδα αρσενικού, μολύβδου, καδμίου και υδραργύρου στις βρεφικές τροφές, πολύ πάνω από τα όρια ασφαλείας. Τα στοιχεία αυτά ανιχνεύονται φυσικά στο έδαφος, οπότε δεν μπορούν να αποφευχθούν εντελώς, αλλά σε κάποιες περιοχές είναι σε υψηλότερα επίπεδα, λόγω και της υπερβολικής χρήσης λιπασμάτων που περιέχουν μέταλλα και βιομηχανικής ρύπανσης. Τα βαρέα μέταλλα έχουν καρκινογόνες και νευροτοξικές συνέπειες, αλλά είναι ακόμα πιο επικίνδυνες για τα παιδιά, καθώς βλάπτουν ανεπανόρθωτα τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ δεν έχει θέσει ακόμα επίσημα επίπεδα ασφαλείας βαρέων μετάλλων στην πλειονότητα των παιδικών τροφών, με εξαίρεση το όριο 100 μερών ανά δισεκατομμύριο ανόργανου αρσενικού στα παιδικά δημητριακά ρυζιού, όριο που ήδη θεωρείται υπερβολικά υψηλό από τους ειδικούς, με δεδομένο μάλιστα ότι στο εμφιαλωμένο νερό το αντίστοιχο όριο δεν υπερβαίνει τα 10 μέρη ανά δισεκατομμύριο.

Σύμφωνα με την Τζέιν Χούλιχαν, διευθύντρια της οργάνωσης Healthy Babies Bright Futures, τα νήπια που εκτίθενται σε βαρέα μέταλλα ως την ηλικία των δύο ετών, μπορεί να παρουσιάσουν προβλήματα συμπεριφοράς, πτώση IQ και άλλα γνωστικά προβλήματα, ακόμα και εφόρου ζωής. Η συγκεριμένη οργάνωση έδωσε το έναυσμα για την έρευνα του Κογκρέσου, όταν το 2019 δημοσίευσε έκθεση στην οποία ανέφερε πως το 95% των βρεφικών τροφών που τυχαία συνέλεξε από σούπερ μάρκετ περιείχαν τοξικά μέταλλα, από πέντε ως και 177(!) φορές παραπάνω από τα όρια ασφαλείας. Αυτό ίσχυε τόσο για τα βιολογικά προϊόντα, όσο και για όσα παράγονται με μεθόδους συμβατικής γεωργίας.

Oι εταιρείες που εξτάστηκαν από την πλευρά τους αρνούνται οποιαδήποτε ευθύνη και υποστηρίζουν πως τα προϊόντα τους παράγονται με βάση υψηλά υγειονομικά στάνταρ. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως τρεις ακόμα εταιρείες του χώρου αρνήθηκαν να συνεργαστούν πλήρως με την έρευνα του Κογκρέσου, ανάμεσά τους και η μεγάλη αλυσίδα Walmart.

Η έρευνα κλείνει με συστάσεις για υποχρεωτικό τεστ των συστατικών των τροφών πριν φτάσουν στο ράφι και αυτά να αντικαθίστανται αν ξεπερνούν τα όρια. Η έλλειψη της σχετικής νομοθεσίας είναι σαφές κλείσιμο του ματιού στις μεγάλες εταιρείες του κλάδου, με τον επικεφαλής της αρμόδιας επιτροπής του Κογκρέσου Κρισναμούρτι να “ελπίζει” πως οι εταιρείες θα συμμορφωθούν “εθελοντικά”, αν και παραδέχεται πως “χρειαζόμαστε νομοθεσία για να εξαναγκάσουμε σε συμμόρφωση με τα στάνταρ που πρέπει να θέσει ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων”.

Με πληροφορίες από CNN

Η διατροφή στην παιδική ηλικία έχει επίδραση για μια ζωή

 παιδί του οποίου η διατροφή στην παιδική ηλικία έχει επίδραση για μια ζωή

Η κακή διατροφή στην αρχή της ζωής μπορεί να αλλάξει το μικροβίωμα του εντέρου για πάντα, ακόμη και αν αργότερα κατά τη διάρκεια του βίου η διατροφή γίνει υγιεινότερη.


Η κατανάλωση πολλών λιπαρών και ζάχαρης στην παιδική ηλικία μπορεί να αλλάξει το μικροβίωμα του εντέρου εφ’ όρου ζωής, ακόμη και αν αργότερα το άτομο αρχίσει να τρώει υγιεινά. Αυτό δείχνει μια νέα μελέτη που διεξήχθη σε ποντίκια από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ριβερσάιντ (UCR) και η οποία δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Journal of Experimental Biology».

Μακροπρόθεσμες αλλαγές

Η μελέτη αυτή είναι από τις πρώτες παγκοσμίως οι οποίες δείχνουν σημαντική μείωση στον αριθμό και στην ποικιλία των βακτηρίων του εντέρου σε ενήλικα ποντίκια τα οποία ακολούθησαν ανθυγιεινή διατροφή σε μικρή ηλικία. Μπορεί να μελετήσαμε ποντίκια, ωστόσο σε ανθρώπινους όρους είναι σαν να έχουμε παιδιά που ακολουθούν δυτικού τύπου διατροφή, πλούσια σε λιπαρά και ζάχαρη, και το μικροβίωμά τους να εμφανίζει αλλαγές έως και έξι χρόνια μετά την εφηβεία, εξήγησε ο εξελικτικός φυσιολόγος στο UCR και επικεφαλής της μελέτης Θίοντορ Γκάρλαντ.

Ο ρόλος του μικροβιώματος

Το μικροβίωμα αφορά όλα τα βακτήρια καθώς και τους μύκητες, τα παράσιτα και τους ιούς που ζουν επάνω μας και μέσα μας. Οι περισσότεροι από αυτούς τους μικροοργανισμούς εντοπίζονται στο έντερο και στην πλειονότητά τους είναι ευεργετικοί για τον οργανισμό ενεργοποιώντας το ανοσοποιητικό σύστημα, διασπώντας τις τροφές και συμβάλλοντας στη σύνθεση βιταμινών-κλειδιών.

Σε έναν υγιή οργανισμό υπάρχει ισορροπία μεταξύ επιβλαβών και ευεργετικών μικροοργανισμών. Ωστόσο αν η ισορροπία αυτή διαταραχθεί, είτε εξαιτίας της λήψης αντιβιοτικών, είτε εξαιτίας νόσου, είτε εξαιτίας κακής διατροφής, ο οργανισμός μπορεί να καταστεί ευάλωτος σε ασθένειες.

Η μελέτη

Στο πλαίσιο της νέας μελέτης η ομάδα του δρος Γκάρλαντ αναζήτησε τις επιδράσεις στο μικροβίωμα αφότου χώρισε τα ποντίκια σε ομάδες: τα μισά ακολούθησαν υγιεινή διατροφή και τα άλλα μισά δυτικού τύπου διατροφή. Τα μισά από την κάθε ομάδα είχαν πρόσβαση σε τροχό για άσκηση ενώ τα άλλα μισά δεν ασκούνταν.

Τρεις εβδομάδες αργότερα όλα τα πειραματόζωα επέστρεψαν στον στάνταρντ τύπο διατροφής χωρίς να ασκούνται (αυτές είναι οι φυσιολογικές συνθήκες υπό τις οποίες ζουν τα ποντίκια στο εργαστήριο). Στις 14 εβδομάδες από την αρχή του πειράματος η ερευνητική ομάδα εξέτασε την αφθονία και την ποικιλομορφία των βακτηρίων του μικροβιώματος των ζώων.

Μείωση ωφέλιμων βακτηρίων

Οπως προέκυψε, η ποσότητα βακτηρίων όπως το Muribaculum intestinale εμφανίστηκε σημαντικά μειωμένη στην ομάδα της δυτικού τύπου διατροφής – το συγκεκριμένο είδος βακτηρίου εμπλέκεται στον μεταβολισμό των υδατανθράκων.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο είδος βακτηρίου καθώς και η οικογένεια βακτηρίων στην οποία ανήκει, μπορεί να επηρεάσει την ποσότητα της ενέργειας που διατίθεται στον ξενιστή του. Η έρευνα συνεχίζεται σχετικά με άλλες πιθανές δράσεις αυτού του τύπου βακτηρίου.

Σημαντικότερη η διατροφή από την άσκηση στην αρχή της ζωής

Συνολικά πάντως οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η υιοθέτηση ανθυγιεινής διατροφής στην αρχή της ζωής έχει πιο μακροπρόθεσμες επιδράσεις στο μικροβίωμα σε σχέση με την άσκηση στην αρχή της ζωής.

«Είμαστε αυτό που τρώγαμε ως παιδιά»

Οπως ανέφερε ο δρ Γκάρλαντ ήταν εντυπωσιακό το πόσο μπορούν να διαρκέσουν οι αλλαγές που παρατηρούνται στο μικροβίωμα στην αρχή της ζωής. Κλείνοντας, ο ερευνητής είπε ότι το μήνυμα που πρέπει όλοι να λάβουν είναι ότι δεν είμαστε μόνο αυτό που τρώμε, αλλά αυτό που τρώγαμε ως παιδιά!.


Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το www.tovima.gr

Μοναχές «νοίκιαζαν» παιδιά σε παιδόφιλους

 


Χιλιάδες παιδιά κακοποιούνταν από μέλη της Καθολικής Εκκλησίας της Γερμανίας, ενώ οι μοναχές λειτουργούσαν ως... προαγωγοί

Η καθολική εκκλησία της Γερμανίας τα τελευταία χρόνια αναγκάζεται να πληρώσει τις συνέπειες των δικών της αμαρτιών. Σχεδόν 1.500 άνθρωποι έχουν βγει μπροστά και έχουν αποκαλύψει ότι ως παιδιά υπέστησαν σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση από ιερείς, μοναχούς και μοναχές και άλλα μέλη της καθολικής εκκλησίας.

Μοναχές… προαγωγοί

Μια νέα αποκάλυψη έρχεται τώρα στο φως προσθέτοντας κι άλλη φρίκη σε όσα είχαν ήδη γίνει γνωστά. Όπως αποκαλύπτεται από μια νέα απόφαση δικαστηρίου που ήρθε στο φως οι μοναχές ενός καθολικού μοναστηρίου και οικοτροφείου στην πόλη Σπάγιερ ουσιαστικά «νοίκιαζαν» τα ανήλικα παιδιά σε αρρωστημένους παιδόφιλους για να τα κακοποιούν.

Η υπόθεση αποκαλύφθηκε αφού ένα 63χρονο θύμα που ζούσε για χρόνια στο οικοτροφείο του Σπάγιερ το οποίο διοικούσαν  μοναχές του τάγματος της Αδελφότητας της Θεϊκής Λύτρωσης κατέθεσε αίτημα για αποζημίωση από την Καθολική εκκλησία αναγκάζοντας το δικαστήριο του Ντάρμσταντ να ερευνήσει το θέμα. Το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του τον περασμένο Μάιο, ωστόσο μόλις τώρα ήρθε στο φως κυρίως από το προτεσταντικό πρακτορείο ειδήσεων EPD και το καθολικό πρακτορείο ειδήσεων KNA. Τα δύο πρακτορεία απέκτησαν πρόσβαση σε αντίγραφα των αποφάσεων του δικαστηρίου, τα οποία αποκαλύπτουν τις φρικιαστικές κακοποιήσεις των παιδιών κυρίως τις δεκαετίες του 1960 και του 1970.

Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε στο δικαστήριο το θύμα, οι μοναχές «πουλούσαν» ή «νοίκιαζαν» τα αγόρια για εβδομάδες σε ιερείς και επιχειρηματίες έναντι αδράς αμοιβής, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα κύκλωμα σωματεμπορίας. Τα θύματα που κατέθεσαν την αγωγή υποστηρίζουν μάλιστα πως όταν ήταν παιδιά οι μοναχές εμπόδισαν επίτηδες τις υιοθεσίες τους καθώς η «πώλησή» τους ως σεξουαλικά αντικείμενα απέδιδε περισσότερα χρήματα στις μοναχές. Μάλιστα, κάποια από τα αγόρια αυτά γίνονταν «σκλάβοι του σεξ», σύμφωνα με την εν λόγω αναφορά.

Το μεγαλύτερο μέρος των κακοποιήσεων επικεντρώνεται γύρω από το όνομα ενός συγκεκριμένου ιερέα, του Ρούντολφ Μοτζενμπέικερ, ο οποίο πλέον έχει πεθάνει. Σύμφωνα με την μαρτυρία του θύματος, επί δέκα χρόνια που ζούσε στο οικοτροφείο αυτό οι μοναχές τον ανάγκαζαν να πηγαίνει στο διαμέρισμα του συγκεκριμένου ιερέα μια ή δύο φορές το μήνα. Ο 63χρονος υπολογίζει ότι έχει κακοποιηθεί τουλάχιστον 1.000 φορές.

Η έρευνα επίσης διαπίστωσε ότι ο Μοτζενμπέικερ οργάνωνε «πάρτι του σεξ» κάθε τρεις ή τέσσερις μήνες στα οποία συμμετείχαν αρκετοί ιερείς και πολιτικοί. Σε αυτά οι μοναχές προμήθευαν τους άντρες με αγόρια και κορίτσια. Από αυτά, άλλα δούλευαν ως σερβιτόροι πηγαίνοντάς τους φαγητά και ποτά, ενώ σε άλλα σημεία του δωματίου άλλα παιδιά κακοποιούνταν.

«Οι μοναχές κέρδιζαν χρήματα από αυτό. Οι άντρες που ήταν παρόντες έκαναν μεγάλες δωρεές», ανέφερε το θύμα, το οποίο τόνισε ότι μέχρι και σήμερα πάσχει από σύνδρομο μετατραυματικού στρες. Όπως λέει πολλά από τα παιδιά που ζούσαν μαζί με αυτόν στο οικοτροφείο δεν ζουν πια με τα περισσότερα από αυτά να έχουν βάλει τα ίδια τέλος στη ζωή τους.

Ύστερα από την αποκάλυψη του 63χρονου για τα όσα συνέβαιναν στο οικοτροφείο του Σπάγιερ, αρκετά ακόμα θύματα βρήκαν το θάρρος και εμφανίστηκαν να καταθέσουν. Όπως αποκάλυψαν, η κακοποίηση συνεχιζόταν για χρόνια, ενώ ένα από τα θύματα που κατέθεσε δήλωσε ότι οι μοναχές τον επισκέπτονταν ακόμα και στην φοιτητική εστία που έμενε αφού έφυγε από το οικοτροφείο και τον «έσερναν» μέχρι τα σπίτια των παιδόφιλων. Αξίζει να σημειωθεί ότι  η Αδελφότητα της Θεϊκής Λύτρωσης αρνήθηκε να σχολιάσει τις καταγγελίες.

Προσπαθώντας να κρύψουν τα ευρήματα

Η υπόθεση σχετικά με το οικοτροφείο της Σπάγιερ είναι μέρος μιας μεγάλης αγωγής, η οποία είχε δει το φως της δημοσιότητας από τη DeutscheWelle πέρυσι, και αφορά χιλιάδες περιπτώσεις κακοποιήσεων παιδιών από μέλη της Καθολικής Εκκλησίας. Η αγωγή ξεκίνησε από τον 63χρονο σήμερα Καρλ Χάουκε και 15 ακόμα άντρες που είχαν υποστεί κακοποίηση ως παιδιά. Τα θύματα απαίτησαν να διεξαχθεί πλήρης έρευνα από την Αρχιεπισκοπή, η οποία και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2021. Ωστόσο, ο αρχιεπίσκοπος Ράινερ Μαρία Βέλκι αρνήθηκε να δημοσιοποιήσει τα ευρήματα.

Μάλιστα, όπως γράφει το Daily Beast, το οποίο επίσης αποκαλύπτει πλευρές της υπόθεσης, η Αρχιεπισκοπή ζήτησε από τους δημοσιογράφους που θα έβλεπαν τα αποτελέσματα της έρευνας να υπογράψουν συμφωνητικά εχεμύθειας. Οκτώ Γερμανοί δημοσιογράφοι αποχώρησαν από συνέντευξη Τύπου τον Ιανουάριο αφού δεν τους επετράπη να έχουν πρόσβαση στα στοιχεία αν δεν υπέγραφαν το συμφωνητικό που θα τους έκλεινε ουσιαστικά το στόμα.


Ο Χάουκε είχε αποκαλύψει στην  Deutsche Welle πως τον κακοποιούσαν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα όταν ήταν  11 με 15 ετών, ενώ συχνά οι θύτες του ήταν πάνω από ένας ιερέας. Ο ίδιος ζούσε σε ένα διαφορετικό οικοτροφείο, το οποίο διοικούνταν από άντρες ιερείς, του Τάγματος του Πιο Ιερού Λυτρωτή (Redemptorists). Μεγαλώνοντας διαπίστωσε ότι πολλά από τα αγόρια με τα οποία ζούσε μαζί βίωναν ακριβώς το ίδιο μαρτύριο με τον ίδιο.

«Δεν σταματούσε στον σωματικό πόνο. Είχαμε μια ξεκάθαρη αίσθηση ταπείνωσης και ότι μας χρησιμοποιούσαν» είπε στη Deutsche Welle, χαρακτηρίζοντας σκανδαλώδες αυτό που έγινε με την αναφορά. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το γεγονός ότι δεν επετράπη στους δημοσιογράφους να δημοσιοποιήσουν την έρευνα ήταν σαν να υφίσταται κακοποίηση ξανά.

Οι σωματέμποροι μοναχές έκαναν λάθη… διαχείρισης

Ωστόσο, δικηγόροι που απέκτησαν πρόσβαση στην 560 σελίδων αναφορά μοιράστηκαν αποσπάσματα με ΜΜΕ. Σε αυτήν κατονομάζονται Γερμανοί επιχειρηματίες και κληρικοί που «νοίκιαζαν» τα νεαρά αγόρια από τις μοναχές, που είχαν μοναστήρι στο Σπάγιερ της Γερμανίας μεταξύ των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Μεταξύ των χειρότερων περιπτώσεων κακοποίησης ήταν ομαδικό σεξ και όργια στα οποία τα αγόρια αναγκάζονταν να συμμετέχουν πριν τα αφήσουν να επιστρέψουν στη μονή. Εκεί, οι μοναχές με τη σειρά τους τα τιμωρούσαν αν διαπίστωσαν ότι τα ρούχα τους είχαν τσαλακωθεί ή αν ήταν λερωμένα με σπέρμα.

Σύμφωνα με την αναφορά, υπολογίζεται ότι 175 άτομα, κυρίως αγόρια 8-14 ετών, κακοποιήθηκαν σε διάστημα δύο δεκαετιών με τη συνδρομή των μοναχών. Το πιο εξωφρενικό πάντως είναι πως δεν κατηγορούνται ευθέως οι καλόγριες, αλλά υποστηρίζεται απλώς ότι «συστηματικά» λάθη διαχείρισης και «επιείκεια» προς αυτούς που κατηγορούνταν από τα παιδιά επέτρεπαν να συνεχίζεται η κακοποίηση.

Σοκαριστικές αποκαλύψεις

Η συνολική αγωγή οδήγησε σε μια ενδελεχή έρευνα σε θρησκευτικά τάγματα καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι 1.412 άτομα που ζούσαν ή βρίσκονταν συχνά σε μοναστήρια, μονές κ.α. κακοποιήθηκαν ως παιδιά, έφηβοι ή κηδεμονευόμενοι από τουλάχιστον 654 μοναχούς, μοναχές και άλλα μέλη ταγμάτων. Περίπου το 80% των θυμάτων ήταν αγόρια και 20% κορίτσια. Η έρευνα επίσης έδειξε πως το 80% των δραστών των κακοποιήσεων έχουν πλέον πεθάνει.

Η αρχιεπισκοπή της Κολωνίας είπε στο Daily Beast ότι ο λόγος που δεν δημοσιοποιήθηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν επειδή δεν εξηγήθηκε πλήρως η μεθοδολογία της σε αυτούς. Ωστόσο, πριν λίγες μέρες ο επίσκοπος Καρλ Χάιντς Βίσμαν, που πλέον ηγείται της Αρχιεπισκοπής, είπε ότι η αναφορά ήταν τόσο φρικτή που θα ήταν σοκαριστικό να δημοσιοποιηθεί.

Οι κύριοι δράστες είναι πλέον νεκροί και πολλά από τα θύματα έχουν καταλήξει σε συμβιβασμούς με την εκκλησία για οικονομικές αποζημιώσεις, δεχόμενα να μην συμμετέχουν στην αγωγή. Η αρχιεπισκοπή τώρα σκοπεύει να δημοσιεύσει μια νέα, αναθεωρημένη έκδοση της αναφοράς τον Μάρτιο.

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More