Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

19 Οκτ 2013

Ψωμί ΚΑΙ δημοκρατία ή μνημόνια ΚΑΙ φασισμός


Παναγιώτης Μαυροειδής
tumblr_mt0vbbcgkl1qzst69o1_1280‘’Συντρίβουμε τον εξτρεμισμό στην Ελλάδα. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το άλλο άκρο και ειδικά αυτούς  που μιλάνε για έξοδο από ΕΕ και ΝΑΤΟ’’.
Πρόκειται για δήλωση του Πρωθυπουργού, από την αυλή του υπερ-ατλαντικού αφεντικού του, στις ΗΠΑ, στις 1/10/2013.
Σε ποιούς αναφέρεται άραγε ο Πρωθυπουργός;
Την ίδια μέρα ο Δ. Κουτσούμπας ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, δήλωνε από τις Βρυξέλες σχετικά  με το στόχο εξόδου από ευρώ και ΕΕ, που τίθεται από ‘’αριστερές’’ (τα εισαγωγικά του ΔΚ, υπονοούν ότι δεν πρόκειται για πραγματικά αριστερές)  δυνάμεις: ‘’ Εντάξει, μπορεί να φύγουμε απ” το ευρώ και να πάμε στη δραχμή ή σε ένα άλλο νόμισμα ή να φύγουμε απ” την ΕΕ. Οι αντιλαϊκοί νόμοι, η καπιταλιστική βαρβαρότητα, το σύστημα που υπάρχει, δεν θα εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει;’’
Η χρονική σύμπτωση των δύο δηλώσεων είναι ασφαλώς τυχαία, αλλά η τύχη παίζει πάντα άσχημα παιχνίδια. Η επιμονή του ΚΚΕ να θεωρεί την αυτοτελή πρόταξή του σήμερα αποπροσανατολιστική και λαθεμένη, είναι πάγια θέση των τελευταίων χρόνων.
Δύσκολα θα ισχυριστεί κανείς ότι ο Σαμαράς, άφηνε υπονοούμενα για το ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης απορρίπτει σταθερά, από πεποίθηση και όχι από άποψη τακτικής την ανάγκη εξόδου από ευρωζώνη και ΕΕ. Αλλά και την έξοδο από το ΝΑΤΟ την έχει κάνει ‘’όραμα’’ και όχι πολιτικό στόχο της επομένης μέρας.
Θα ήταν αφέλεια να νομίσει κανείς ότι αυτή η αναφορά του Σαμαρά γίνεται απλά για να στοχοποιηθoύν δυνάμεις όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ως το ‘’άλλο άκρο’’ που θέτει το ζήτημα της εξόδου από ληστο-συμμαχία εκπόνησης και επιβολής των μνημονίων, από κοινού με τους εγχώριους  ‘’πρόθυμους’’ στην Ελλάδα.
Ο  επικεφαλής της ακροδεξιάς αντεργατικής κυβέρνησης, που έχει δουλική  υποχρέωση απέναντι σε  κάθε Μελισσανίδη (δηλαδή στην ντόπια αστική τάξη) και σε κάθε Μέρκελ και Ομπάμα, κάνει κάτι πιο ουσιαστικό: Θέτει τα απαραίτητα όρια του αποδεκτού. Το λεγόμενο ‘’συνταγματικό τόξο’’ ξεκινάει από την αναγνώριση του μονοπωλίου της οικονομικής και πολιτικής βίας της εγχώριας εξουσίας  του κεφαλαίου και τελειώνει με την παραδοχή της αιώνιας υποταγής στους υπερεθνικούς δυνάστες των λαών τύπου ΕΕ και ΝΑΤΟ.
Σε μια κοινωνία σαν την καπιταλιστική, αυτός που δίνει ‘’δουλειά και ψωμί’’, έχοντας την ιδιοκτησία, το νόμο, τα χρήματα, τις τράπεζες και  το κράτος με το μέρος του, έχει και την πραγματική εξουσία ελέγχου της κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς των εργαζομένων, που αισθάνονται και είναι εξαρτημένοι από αυτόν. Θα μπορούσαμε να το πούμε απλά: Νόμος και μέτρο των πάντων είναι το συμφέρον του κάθε εργοδότη…
Αλλά δεν κυβερνάει ποτέ ένας Βαρδινογιάννης. Η εξουσία του κεφαλαίου χρειάζεται ένα κρατικό, θεσμικό και κομματικό πολιτικό σύστημα που στο πλαίσιο ιδιαίτερων ρόλων, θα πρέπει να μπορεί να αναλάβει αυτή τη δουλειά. Και αυτό το πολιτικό σύστημα σήμερα, μετά από την κοινωνική σφαγή των μνημονίων, είναι σε κατάρρευση. Το γενικό ‘’κόμμα’’ της αστικής τάξης, δηλαδή το κράτος της, κάθε άλλο παρά άχρηστο είναι ή υπολειτουργεί. Αλλά δεν μπορεί ποτέ να κρατήσει τα γκέμια χωρίς την ιδιαίτερη μεσολάβηση ενός  κομματικού πολιτικού συστήματος, κατά προτίμηση διπολικού, που να μπορεί να πείθει και να ενσωματώνει.
Σήμερα –και αυτή είναι η εκδίκηση της κοινωνίας που αντιστέκεται- όχι μόνο δεν υπάρχει ο απαραίτητος αστικός διπολισμός, αλλά ακόμη και ο ένας πόλος, αυτός που κυβερνά, είναι τουλάχιστον κουτσός.
Μοναδική λύση, μετά το αμφοτερόπλευρο κάψιμο των ΛΑΟΣ και ΔΗΜΑΡ και τη σχετική εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ, είναι η ανασύνθεση του δεξιού και ακροδεξιού χώρου, με πυρήνα τη ΝΔ και με επιστράτευση της φασιστικής δεξιάς.
Αυτές οι σκέψεις κλώθονται εδώ και δύο χρόνια περίπου και συχνά διατυπώνονται και ζυμώνονται δημόσια. Ο καθένας ωστόσο καταλαβαίνει ότι μια άμεση συνεργασία ΝΔ-Χρυσής Αυγής, είναι εξαιρετικά δύσκολη…. Κατέστη μάλιστα σχεδόν αδύνατη μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και την δημοκρατική αντιφασιστική αφύπνιση που ακολούθησε.
Ο μονόδρομος για τον αστικό κόσμο, προϋποθέτει την πλήρη αναδόμηση ειδικά του ναζιστικού μορφώματος, όχι για να αχρηστευτεί, αλλά για να μπορέσει να διατηρήσει στοιχεία χρησιμότητας.
Η Χρυσή Αυγή, πρέπει να ‘’κοντύνει’’, αλλά όχι να εξαφανιστεί. Αυτή είναι η ουσία για την κυβέρνηση. Άλλωστε, το κυνηγητό γίνεται για συγκεκριμένες ‘’εγκληματικές πράξεις’’ συγκεκριμένων προσώπων και όχι για τον ναζιστικό μισανθρωπισμό του κόμματος γενικά. Αυτό διατυπώνεται ρητά. Η εικόνα της μη-προφυλάκισης των εγκληματιών, πάγωσε πολλούς, αλλά είναι ενδεικτική.
Ποιός λοιπόν και γιατί χτύπησε τη Νεο-ναζιστική συμμορία;
Η ΝΔ, οπότε ‘’σιγά τα αυγά’’;
Ή το λαϊκό κίνημα, οπότε ‘’ας κρατήσουν οι χοροί’’;
Δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Αλίμονο αν όλη η αλήθεια και κυρίως ο προσανατολισμός της σκέψης ή της δράσης, εξαντλείτο σε μια απλουστευτική απάντηση σε ένα μηχανιστικό ερώτημα.
Γιατί ξεχνιόμαστε; Μέχρι το στοιχείο 32 του φακέλου Δένδια, μέχρι δηλαδή τη στιγμή της δολοφονίας του Π. Φύσσα,  είχαμε τις 31 υποθέσεις (μαζί με πολλές άλλες), απολύτως συγκαλυμμένες από την κυβέρνηση, το κράτος και τη δικαιοσύνη. Καμία μα καμία δυσκολία δεν υπήρχε ούτε για την εξιχνίαση των εγκλημάτων, ούτε για τη σύλληψη και παραδειγματική τιμωρία των ναζιστών δολοφόνων. Όλα όσα δείχνουν σήμερα τα κανάλια, ο κόσμος της αριστεράς και οι αγωνιστές  της αντιφασιστικής  και αντιρατσιστικής δράσης, τα γνωρίζουν και τα έχουν καταγγείλει επ’ ακριβώς. Το ίδιο και τα τοπικά αστυνομικά τμήματα καθώς και  οι αναγνώστες εφημερίδων και οι επισκέπτες του διαδικτύου.
Η κυβέρνηση και το κράτος συγκάλυπταν. Όχι από ανικανότητα. Από επιλογή και σκοπιμότητα. Οι φασίστες και η δράση τους ήταν χρήσιμοι. Στον αποπροσανατολισμό των φτωχών και των ανέργων. Αντί να πολεμούν τους πάνω, να σφάζονται μεταξύ τους. Αντί να βαθαίνει η  αντιμνημονιακή οργή σε αντικαπιταλιστική και αντι-ΕΕ στάση, να  εγκλωβίζεται σε εθνικιστικά και υπεραντιδραστικά πλαίσια.
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η κατακραυγή που ακολούθησε, αφαίρεσε πολιτικό χρόνο από την κυβέρνηση και την υποχρέωσε να κινηθεί με διαφορετικό τρόπο και με διαφορετική ταχύτητα. Η επίδραση του λαϊκού παράγοντα δε μετριέται μόνο με πολιτικές εκλογικές μετατοπίσεις ή συγκροτημένη κινηματική δράση.
Η κυβέρνηση ήταν αυτή που πήρε στη συνέχεια την πρωτοβουλία των κινήσεων και οδηγεί τα πράγματα ακόμη πιο αντιδραστικά και αυτό σηματοδότησε η δήλωση του Σαμαρά. Δε χωρά καμία ταλάντευση πάνω σε αυτό. Ο δήθεν ‘’αντιφασισμός’’ του Σαμαρά, θα είναι το δόκανο για την εξόντωση του λαϊκού ριζοσπαστισμού, της πάλης ενάντια στην κοινωνική σφαγή του μνημονίου. Το ζητούμενο είναι η υποταγή στον ογκούμενο κοινωνικό εκφασισμό της καθημερινής ζωής, μέσα από την επικράτηση ενός κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού.
Αλλά το να έχει η κυβέρνηση την πρωτοβουλία των κινήσεων, δεν σημαίνει πως έχει και την απόλυτη υπεροχή ή την ικανότητα να οδηγήσει τα πράγματα επακριβώς με βάση κάποιο σιδερένιο σχέδιο. Η κίνηση αυτή της κυβέρνησης, η κλιμάκωση δηλαδή της πολιτικής αντιπαράθεσης, ήταν ένα αναγκαστικό άλμα προς ένα αντιδραστικό κενό, με αβέβαιη έκβαση.
Και αλλιώς μπορούμε να το δούμε. Στον οικονομικό και  κοινωνικό τομέα, οι διαχειριστές της εξουσίας, για λόγους δικής τους πολιτικής και εκλογικής αναπαραγωγής, παρά το γεγονός ότι μπορούν να αποκρούουν την απεργιακή πίεση,  θα ήθελαν ίσως λιγότερες απολύσεις ή μέτρα οικονομικής εξόντωσης ειδικά σε ορισμένους κλάδους (πχ αστυνομία, στρατιωτικοί). Δεν τους αφήνουν όμως κανένα περιθώριο  ούτε η τρόικα ούτε τα αφεντικά τους εν γένει. Η επιθετικότητα που επιδεικνύουν και εδώ, προδίδει και τα στενά όρια που έχουν για να κινηθούν.
Κίνδυνος »επιτυχίας» της κυβερνητικής κίνησης θα υπάρχει μόνο αν το μαζικό λαϊκό κίνημα και η αριστερά, αποδεχτούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το δίλημμα ‘’φασισμός ή μνημόνιο’’ που προσπαθεί να πλασάρει η κυβέρνηση.
Με θαρραλέο και αποφασιστικό τρόπο, μπορεί να συγκροτηθεί μια άλλη απάντηση.
Αγώνας για ψωμί και δημοκρατία, ενάντια σε μνημόνια, ανεργία, φτώχεια και φασισμό.
Αγώνας για ανατροπή, ενάντια σε κάθε σταθεροποίηση της αντεργατικής πολιτικής
Ίσως  βοηθήσει σε αυτή τη συζήτηση η υπενθύμιση μιας είδησης  που πέρασε σχεδόν στα ψιλά. Αφορά, την ταχύτατη δρομολόγηση από την ελληνική κυβέρνηση, της τροϊκανής απαίτησης (υπαγορευμένης σχολαστικά και παλαιόθεν από το ντόπιο ΣΕΒ), για κατάργηση του βασικού μισθού και ‘’απελευθέρωση’’ των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα.  Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ευ­ρω­παίου Επι­τρό­που Ολι Ρε­ν, η τρόι­κα έ­χει ζη­τή­σει -και η κυ­βέρ­νη­ση έ­χει συμ­φω­νή­σει- να αλ­λά­ξει το νο­μι­κό πλαί­σιο που διέ­πει τις ο­μα­δι­κές α­πο­λύ­σεις στον ιδιω­τι­κό το­μέα προ­κει­μέ­νου να μην α­παι­τεί­ται έ­γκρι­ση των ο­μα­δι­κών α­πο­λύ­σεων α­πό τον ε­κά­στο­τε υ­πουρ­γό Εργα­σίας ή τον Πε­ρι­φε­ρειάρ­χη.  Άμεση επίπτωση οι μαζικές απολύσεις αλλά και η αντικατάσταση παλιών με νέους, με μισθούς των 500 ευρώ.
Πηγή: http://aristeroblog.gr/node/1989

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ ΤΗΣ ΜΟΝΤ ΝΤΙΠΛΟΜΑΤΙΚ: ΠΩΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ!

11111French-protestsΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟ» ΚΑΙ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ» ΕΥΡΩ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ
Αυτόν τον Αύγουστο το πρωτοσέλιδο της Μοντ Ντιπλοματίκ, του γαλλικού μηνιαίου έντυπου αναφοράς για την Αριστερά σε διεθνές επίπεδο, που εκδίδεται σε 27 γλώσσες και 84 χώρες με συνολική κυκλοφορία άνω του ενός εκατομυρίου, κυκλοφορεί με το εξής εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο: «πως να φύγουμε από το ευρώ».
Συντάκτης του σχετικού κειμένου ο Φρεντερίκ Λορντόν, από τα πιό σημαντικά ονόματα στο χώρο της «ετερόδοξης» οικονομικής σκέψης στη Γαλλία. Ο Λορντόν (γεννηθείς το 1962) ανήκει στην ονομαζόμενη «σχολή του ρύθμισης», όπως και το μεγαλύτερο μέρος των οικονομολόγων που αντιτίθενται στο νεοφιλελευθερισμό (αναφέρουμε ενδεικτικά τα ονόματα των Μισέλ Αλιετά, Ρομπέρ Μπουαγιέ, Ζακ Σαπίρ), μια σχολή που έχει τις ρίζες στη σκέψη του Μαρξ και του Κέϋνς. Ο ίδιος ανήκει σε μια ριζοσπαστική εκδοχή αυτού του ρεύματος και έχει έντονες αναφορές στη σκέψη του Σπινόζα και του Φουκώ. Είναι σφοδρός πολέμιος της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και ήδη από τις αρχές αυτής της δεκαετίας έχει επισημάνει ότι το εθνικό επίπεδο καλείται να παίξει έναν στρατηγικά καθοριστικό ρόλο σε οποιαδήποτε εγχείρημα προσπαθεί ουσιαστικά να την αμφισβητήσει.
Ο Λορντόν ανήκει στη γενιά διανοητών στους οποίους άσκησε καταλυτική επιρροή η πολιτική στάση του κοινωνιολόγου Πιέρ Μπουρντιέ στη δεκαετία του 1990, και ειδικότερα από το 1995 έως τον πρόωρο θάνατό του (2002), όταν πήρε ενεργό μέρος στο πλευρό των εργατικών και κοινωνικών κινητοποιήσεων που σφράγισαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία. Τα πρώτα βιβλία πολιτικο-θεωρητικής παρέμβασης του Λορντόν, που αφορούν την κριτική των μορφών του σύγχρονου καπιταλισμού και της ιδεολογίας του (ρόλος των pension funds, του χρηματοπιστωτικού κεφάλαιου, της απόπειρας «ηθικοποίησης» της χρηματοπιστωτικής οικονομίας) εκδόθηκαν στη σειρά Liber / Raison d’agir, που δημιούργησε και διήυθυνε αρχικά ο Μπουρντιέ. Ο Λορντόν είναι τακτικός συνεργάτης της Μοντ Ντιπλοματίκ και ιδρυτικό μέλος των Economistes Atterrés (Αηδιασμένων Οικονομολόγων), μία ευρεία συσπείρωση οικονομολόγων που δημοσίευσε ένα ιδρυτικό μανιφέστο τον Σεπτέμβρη του 2010 στο οποίο ασκούσε δριμύτατη κριτική στο νεοφιλελευθερισμό και απαιτούσε μέτρα ρήξης με τις πολιτικές που δημιούργησαν την ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που θεωρούν υπεύθυνη για τη σημερινή κρίση.
Σ’αυτό το κείμενο, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, ο Λορντόν υποβάλλει την ιδεολογία του ευρωπαϊσμού, και μάλιστα των «αριστερών» εκδοχών του, σε καταιγιστική και αναλυτική κριτική. Θεωρεί σχεδόν βέβαιη την κατάρρευση του σημερινού οικοδομήματος της ΟΝΕ αλλά και της ίδιας της ΕΕ, την οποίο θεωρεί δομικά νεοφιλελεύθερη, αντιδημοκρατικ’η και ανεπίδεκτη οποιασδήποτε προοδευτικής μεταρρύθμισης. Ανιχνεύει επίσης το δρόμο ενός εναλλακτικού ευρωπαϊκού σχεδίου, το οποίο θεωρεί ότι μπορεί να αναδυθεί μόνο από τα ερείπια του σημερινού οικοδομήματος.
Σύμφωνα με τον Λορντόν ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει να βασίζεται σε ένα «κοινό» (αλλά όχι «ενιαίο») νόμισμα στους αντίποδες του σημερινού ευρώ, που θα αποκαθιστά την νομισματική κυριαρχία σε εθνικό επίπεδο αλλά θα συμπεριλαμβάνει και ένα σύστημα πολιτικά ρυθμιζόμενων ισοτιμιών σε υπερεθνικό/ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή η ιδέα προσεγγίζει τη συντεταγμένη επιστροφή στα εθνικά νομίσματα που πρότεινε τον περασμένο Απρίλη ο Γερμανός ηγέτης της Αριστεράς Οσκαρ Λαφοντέν, που επίσης βασιζόταν στην δυνατότητα ενός πολιτικά ρυθμισμένου ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος ικανού να αποτρέψει τις απόπειρες συναλλαγματικές κερδοσκοπίας των αγορών.
Αν και οι πολιτικές προϋποθέσεις αυτών των προτάσεων παραμένουν ασαφείς, ίσως και συγκεχυμένες, τόσο στην περίπτωση του Λορντόν όσο και του Λαφοντέν, η εμφάνισή τους είναι απολύτως ενδεικτική της συζήτησης που έχει ανοίξει για τα καλά στους κόλπους τους ευρωπαϊκής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο την χρεοκοπία του σημερινού ευρωπαϊκού σχεδίου, και ειδικότερα της ΟΝΕ, και αναζητεί αγωνιωδώς εφαρμόσιμες και ταυτόχρονα ριζοσπαστικές εναλλακτικές λύσεις.
Στη συνέχεια η iskra παραθέτει ολόκληρο το άρθρο του Φρεντερίκ Λορντόν, όπως δημοσιεύτηκε στην Μοντ Ντιπλοματίκ
ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ ΑΛΛΑ ΠΩΣ;
 Του ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΛΟΡΝΤΟΝ
Πολλοί, εδικά στην Αριστερά, συνεχίζουν να πιστεύουν ότι το ευρώ θα αλλάξει. Ότι από το σημερινό ευρώ της λιτότητας θα μεταβούμε επιτέλους σε ένα επιτέλους ανακαινισμένο ευρώ, ένα ευρώ προοδευτικό και κοινωνικό. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Θα αρκούσε να αναφέρουμε ως πρώτο λόγο την απουσία οποιουδήποτε πολιτικού μοχλού στο κλειδωμένο θεσμικό οικοδόμημα της παρούσας ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Αυτή η αδυναμία προκύπτει όμως από ένα πολύ ισχυρότερο επιχείρημα που διατυπώνεται από τον ακόλουθο συλλογισμό.
Πρώτη προκείμενη πρόταση: το σημερινό ευρώ βασίζεται σε ένα οικοδόμημα που έχει ως συνέπεια, και μάλιστα ως στόχο, την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των κεφαλαικών αγορών και την οργάνωση της κυριαρχίας τους επί των ευρωπαϊκών οικονομικών πολιτικών.
Δεύτερη προκείμενη πρόταση: κάθε σχέδιο ουσιαστικού μετασχηματισμού του ευρώ ισοδυναμεί αυτόματα με σχέδιο εξάρθρωσης της ισχύος των χρηματιστηριακών αγορών και αποβολής των διεθνών επενδυτών από το επίπεδο όπου διαμορφώνονται οι κρατικές πολιτικές.
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι τα εξής:
1. Οι αγορές δεν θα επιτρέψουν ποτέ την απρόσκοπτη διαμόρφωση κάτω από τα μάτια τους ενός σχεδίου ξεκάθαρος στόχος του οποίου θα ήταν η αφαίρεση της πειθαρχικής ισχύος που διαθέτουν σήμερα.
2. Μόλις ένα τέτοιο σχέδιο αρχίσει να αποκτά κάποια πολιτική υπόσταση και πιθανότητα εφαρμογής θα προσκρούσει σε ένα κερδοσκοπικό ξέσπασμα και σε μια οξύτατη κρίση στις αγορές που θα εκμηδενίσουν τους χρόνους που απαιτούνται για την διαμόρφωση ενός εναλλακτικού νομισματικού οικοδομήματος. Αυτή η κρίση μοναδική διέξοδο έχει την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα.
Η Αριστερά που συνεχίζει να πιστεύει στο καλό ευρώ δεν έχει λοιπόν άλλη επιλογή από την παρατεταμένη ανημπόρια ή από την έλευση αυτού ακριβώς που θέλει να αποφύγει (την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα) μόλις το σχέδιο της θα αρχίσει να αποκτά σοβαρό ειδικό βάρος. Θα πρέπει όμως να συνεννοηθούμε εδώ για το τι σημαίνει «Αριστερά»: σίγουρα όχι το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που δεν διατηρεί με την Αριστερά παρά μόνο σχέσεις λεκτικής αδράνειας ούτε την αδιαφοροποίητη μάζα του ευρωπαϊσμού που, σιωπηρή ή σαγηνευμένη εδώ και δύο δεκαετίες, μόλις ανακαλύπτει τα τρωτά του υλοποιημένου αντικείμενου του πόθου της και συνειδητοποιεί έντρομη ότι αυτό ενδέχεται να διαλυθεί στα εξόν συνετέθη.
Αλλά μια τόσο μακρόχρονη περίοδος διανοητικής επανάπαυσης δεν αναπληρώνεται στιγμιαία. Γι αυτό και με τη γλύκα ενός εγερτήριου εν τω μέσω της νυκτός άνοιξε ο διαγωνισμός των λύσεων ύστατης καταφυγής, σε ένα κλίμα ελαφρού πανικού και πλήρους έλλειψης προετοιμασίας. Στην πραγματικότητα οι φτωχές ιδέες στις οποίες ο ευρωπαϊσμός έχει εναποθέσει τις τελευταίες του ελπίδες δεν είναι παρά λέξεις κενές περιεχομένου: «ευρωομόλογα», «οικονομική διακυβέρνηση», ή, πολύ περισσότερο, το «δημοκρατικό άλμα» που πρεσβεύουν η Άγγελλα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ – ήδη ακούγεται η Ωδή της Χαράς. Πρόκειται για επίπλαστες λύσεις που προβάλλει μια επίφαση σκέψης βιτρίνας η οποία αρνούμενη να αμφισβητήσει οτιδήποτε αδυνατεί να καταλάβει το παραμικρό. Ίσως εξάλλου να πρόκειται περισσότερο για αποδοχή παρά για κατανόηση. Αποδοχής των ειδικών χαρακτηριστικών του ευρωπαϊκού οικοδομήματος ως γιγαντιαίας επιχείρησης πολιτικής απόσπασης.
Απόσπασης τίνος πράγματος όμως; Τίποτε λιγότερο από την λαϊκή κυριαρχία. Η «δεξιά της αριστεράς», όλως τυχαίως κατά κόρον ευρωπαϊστική, χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από το εξής: τα αυτιά της ματώνουν μόλις ακούει τη λέξη μόλις ακούει τη λέξη «κυριαρχία», την οποία υποτιμητικά μετατρέπει σε έναν «ισμό» τον «κυριαρχισμό». Όλως περιέργως, δεν περνάει ούτε στιγμή από το μυαλό αυτής της «αριστεράς» ότι η «κυριαρχία» νοούμενη ως λαϊκή κυριαρχία δεν είναι παρά το άλλο όνομα της ίδιας της δημοκρατίας. Να σημαίνει άραγε αυτό ότι όταν μιλούν για «δημοκρατία» αυτοί οι «αριστεροί» έχουν κατά νου κάτι εντελώς διαφορετικό;
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ακούσια ομολογία μέσω της οποίας η άρνηση της κυριαρχίας οδηγεί στην άρνηση της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Η «εθνική αναδίπλωση» γίνεται τότε ο όρος-σκιάχτρο που στοχεύει στην απόκρυψη αυτής της απουσίας δημοκρατίας. Γίνεται πολύς θόρυβος για το 25% στο οποίο έχει φθάσει το ακροδεξιό γαλλικό Εθνικό Μέτωπο στις δημοσκοπήσεις χωρίς όμως να τίθεται το ερώτημα αν αυτό το πράγματι τρομακτικό ποσοστό έχει κάποια σχέση, και μάλιστα πολύ στενή, με την διάλυση της κυριαρχίας. Οχι με την έννοια μιας μυστικιστικής έξαρσης του έθνους αλλά με την έννοια της δυνατότητας των λαών να αποφασίζουν με κυρίαρχο τρόπο για τη μοίρα τους.
Τι απομένει αλήθεια από μια τέτοια δυνατότητα σε ένα οικοδόμημα που έχει συνειδητά επιλέξει την καταστατική εξουδετέρωση των οικονομικών πολιτικών (νομισματικών και δημοσιονομικών) μέσω της υπαγωγής τους σε αυτόματους κανόνες που καθορίζονται από τις καταστατικές ευρωπαϊκές συνθήκες; Οι υπερασπιστές του σχεδίου ευρωσυντάγματος του 2005 έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν ότι το βασικό επιχείρημα όσων αντιπάλων τους αφορούσε το τρίτο μέρος, που αποτελούσε μεν επανάληψη του κεκτημένου των συνθηκών του Μάαστριχτ (1992), του Αμστερνταμ (1997) και της Νίκαιας (2001) αλλά που επιβεβαίωνε μέσω όλων αυτών των επαναλήψεων το εγγενές σκάνδαλο που αποτελεί η απόσπαση των κρατικών πολιτικών από το βασικό κριτήριο της δημοκρατίας: το αίτημα της διαρκούς δυνατότητας επανεξέτασης και αντιστροφής της απόφασης.
Γιατί δεν υπάρχει βεβαίως τίποτε προς επανεξέταση, ούτε καν προς συζήτηση, όταν έχει εδραιωθεί η επιλογή του καθορισμού των πάντων από ακατάλυτες συνθήκες. Νομισματική πολιτική, χειρισμός των δημοσιονομικών εργαλείων, ύψος του δημόσιου χρέους, τρόποι αναχρηματοδότησης των ελλειμμάτων, όλοι αυτοί οι μοχλοί είναι χαραγμένοι στο μάρμαρο των ευρωπαϊκών συνθηκών. Πως θα μπορούσε να συζητηθεί ο στόχος του επιθυμητού ποσοστού πληθωρισμού όταν αυτός έχει εκχωρηθεί σε μια ανεξάρτητη και ξεκομμένη από τα πάντα κεντρική τράπεζα; Πως μπορούμε να αποφασίσουμε για την δημοσιονομική πολιτική όταν ο δομικός ισοσκελισμός των προϋπολογισμών είναι προκαθορισμένος (ο «χρυσούς κανόνας») και όταν το τρέχον ισοζύγιό τους υπάγεται επίσης σε ένα προκαθορισμένο πλαφόν; Πως να αποφασιστεί μια άρνηση αποπληρωμής δημόσιου χρέους όταν τα κράτη δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται παρά μόνο στις κεφαλαιακές αγορές;
Ελλείψει οποιασδήποτε απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα, ή μάλλον λόγω της υπόρρητης κατάφασης σε αυτήν την καταστατικά θεμελιωμένη πραγματικότητα, οι πενιχρές ευρεσιτεχνίες των διαγωνισμών ευρωπαϊσμού είναι καταδικασμένες να παραβλέπουν το κεντρικό πρόβλημα.
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς ποιό θα μπορούσε υπό αυτές τις συνθήκες να είναι το νόημα της «οικονομικής διακυβέρνησης» της ευρωζώνης όταν δεν υπάρχει πλέον τίποτε για το οποίο δύναται να αποφασίσει μια τέτοια διακυβέρνηση. Όταν όλα δηλαδή τα ζητήματα έχουν αποσπασθεί από το πεδίο της απόφασης και εγκλωβιστεί εντός των συνθηκών. Όσο για τα ευρωομόλογα, υπό την επίφαση ενός μεγάλου άλματος σε ότι αφορά την χρηματοπιστωτική τους επιτήδευση, δεν έχουν καμιά από τις ιδιότητες που τους αποδίδουν οι εμπνευστές τους. Η Γερμανία, που ωφελείται από τα χαμηλότερα επιτόκια όταν δανείζεται στις αγορές, έχει πλήρη συνείδηση του κόστους που θα επωμιστεί αν συνυπογράψει το παραμικρό με τους μπατίρηδες του Νότου. Ακόμη και αν, στο όνομα της αναγκαίας προώθησης του «ευρωπαϊκού ιδεώδους», δεχόταν να το πληρώσει σίγουρα θα απαιτούσε ως αντάλλαγμα για τη δέσμευσή της υπέρ της χρηματοπιστωτικής ενοποίησης την επιπλέον δρακόντεια επιτήρηση και ανάμιξη στις εθνικές οικονομικές πολιτικές, ακριβώς όπως έπραξε μέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών όταν αποφασίστηκε η ένταξη σε μια ενιαία νομισματική ζώνη.
ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΠΑΡΩΠΙΔΕΣ ΜΕ ΠΑΘΟΣ
Για να το πούμε διαφορετικά, αντί να επανορθώσουν κατ’ελάχιστον έστω τις πολιτικές παθογένειες του σημερινού οικοδομήματος, τα ευρωομόλογα θα τις όξυναν αντίθετα σε πρωτοφανή βαθμό. Ποιός μπορεί να φανταστεί προς στιγμήν έστω ότι η Γερμανία θα δεχθεί να ενταχθεί στον μηχανισμό αλληλεγγύης ενός αμοιβαιοποιημένου χρέους, που θα την ανάγκαζε να πληρώνει αυτόματα κάθε φορά που θα χρεοκοπούσε κάποια χώρα μέλος, χωρίς να απαιτήσει, μέσω μιας ενισχυμένης Κομισιόν, ένα δικαίωμα διαρκούς και δρακόντειας εποπτείας του κάθε «εταίρου», συνοδευόμενου από καθεστώς κηδεμονίας σε περίπτωση μη-συμμόρφωσης; Η σκλήρυνση των δεσμεύσεων που επιβάλλει ο αυτόματος πιλότος των συνθηκών και οι μορφές γενικευμένης «τροϊκανοποίησης» (κράτη υπό κηδεμονία της Κομισιόν, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ) είναι το μόνο δυνατό αναμενόμενο αποτέλεσμα των ευρωομολόγων. Με άλλα λόγια μια επιδείνωση της πολιτικής κρίσης στην οποία βυθίζεται ήδη η Ευρώπη...
Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, η Γερμανία είναι αυτή που βρίσκεται στη ρίζα της γενικευμένης άρνησης της κυριαρχίας, την οποία θεωρεί ως τη μόνη αποδεκτή λύση όταν πρόκειται να μοιραστεί έναν οικονομικό και κυρίως ένα νομισματικό χώρο με άλλους. Για τους οποίους θεωρεί ότι οποιαδήποτε άσκηση κυριαρχίας εκ μέρους τους μόνο επιβλαβής μπορεί να είναι. Κατά συνέπεια επιβάλλεται γενικευμένη εξουδετέρωση. Ενεργή μένει μόνο... η γερμανική κυριαρχία, που μεταφέρεται αυτούσια στους οικονομικούς και νομισματικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Οι κραυγές τρόμου που ακούγονται κάθε φορά που ασκείται κριτική στην Γερμανία έχουν καταντήσει τόσο στερεότυπες που μας μαθαίνουν εν τέλει περισσότερα για αυτούς που τις βγάζουν παρά για το αντικείμενο στο οποίο αναφέρονται. Όπως με τις αντεστραμμένες μορφές ρατσισμού, που νομίζουν ότι μπορούν να καλυφθούν οι ίδιες επιδεικνύοντας τις φιλίες τους με μια υπερβολή που τις καθιστά αναξιόπιστες, έτσι και το γερμανικό ζήτημα ενδέχεται να ταλανίζει περισσότερο αυτούς που διακηρύσσουν αυθόρμητα τον φιλογερμανισμό τους.
Η αντικειμενική ανάλυση των σύνθετων δομικών καταστάσεων, της ιστορικής κληρονομιάς και των σχέσεων ανάμεσα σε χώρες που καλούνται να ενταχθούν σε μια κάπως προχωρημένη μορφή ολοκλήρωσης μπορεί να αναπτυχθεί μόνο τηρώντας ίσες αποστάσεις τόσο από τον φιλο- όσο και από τον αντι-γερμανισμό, που δεν αφήνουν το παραμικρό περιθώριο για την κατανόηση του προβλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, μόνο κάποιος που φοράει με πάθος παρωπίδες μπορεί να μη βλέπει ότι η Γερμανία έχει δημιουργήσει μια δοξασία γύρω από το νόμισμα, το οποίο έχει αναχθεί σε ζήτημα τέτοιας ύψιστης σημασίας που οποιαδήποτε παραχώρηση το αφορά είναι απλά αδιανόητη. Η Γερμανία δέχθηκε μεν να μπει στο κοινό νόμισμα αλλά μόνο υπό τον απαράβατο όρο να μπορεί να του επιβάλλει την δική της αρχιτεκτονική που δεν είναι άλλη από αυτήν του γερμανικού μάρκου.
Το ότι η Γερμανία εμφορείται από μια λανθασμένη πεποίθηση – ότι ο υπερπληθωρισμός του 1923 ευθύνεται για την άνοδο του ναζισμού και όχι η μεγάλη ύφεση του 1931 – δεν έχει καμία σημασία. Το πιστεύει και δρα αναλόγως. Κανείς δεν μπορεί να της προσάψει ότι έχει την ιστορία που έχει ή ότι έχει ενστερνιστεί τις αφηγήσεις που αυτή διαμόρφωσε. Κανείς δεν μπορεί να τις προσάψει ότι έχει μια ιδιαίτερη αντίληψη περί νομισματικής τάξης και ότι αρνείται να μπει σε κάποια ζώνη που αφίσταται από αυτήν. Αλλά σίγουρα μπορεί κάποιος να προσάψει στο Βερολίνο ότι επιβάλλει τις έμμονες ιδέες του σε όλους τους άλλους! Και όσο είναι νόμιμο για τη Γερμανία να συνεχίσει να πορεύεται στο δρόμο των νομισματικών εμμονών της άλλο τόσο είναι για τους υπόλοιπους να μη θέλουν να την ακολουθήσουν. Ιδιαίτερα όταν αυτές οι νομισματικές αντιλήψεις δεν συνάδουν με τις οικονομικές και κοινωνικές δομών αυτών των χωρών και όταν, επί του προκειμένου, οδηγούν ορισμένες εξ΄αυτών στον όλεθρο.
Ορισμένα κράτη-μέλη έχουν πράγματι ανάγκη να υποτιμήσουν το νόμισμά τους, άλλα έχουν ανάγκη από μεγαλύτερα ελλείμματα, άλλα να αρνηθούν να αποπληρώσουν μέρος του χρέους τους, άλλα χρειάζονται πληθωρισμό. Και κυρίως όλοι έχουν ανάγκη αυτά τα θέματα να αποτελέσουν αντικείμενο δημοκρατικής απόφασης! Αλλά οι γερμανικές αντιλήψεις, παγιοποιημένες μέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών, απαγορεύουν κάτι τέτοιο.
Κατ’ ευφημισμόν θα λέγαμε ότι δεν συντρέχει λόγος να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στο «δημοκρατικό άλμα» που προτείνουν ο Ολάντ και η Μέρκελ. Η επανεκκίνηση ενός σχεδίου ομοσπονδιακής Ευρώπης παραμένει ούτως ή άλλως εξαιρετικά ασαφής όσο δεν έχει ξεκαθαριστεί το περιεχόμενό του και οι όροι της πραγματοποίησής του. Θα χρειαστεί πρώτα να μας εξηγήσουν οι οπαδοί της ομοσπονδιακής λύσης πως θα μπορούσε να συντελεστεί το θαύμα χάριν του οποίου η Γερμανία θα αποδεχόταν την επαναφορά στο πεδίο της δημοκρατικής απόφασης όλων των ζητημάτων που με μεθοδικότητα έχει αποκλείσει. Θα πρέπει επίσης να εξηγήσουν αν μια ομοσπονδοποίηση που θα απαγορεύει καταστατικά την συζήτηση τέτοιων θεμάτων θα συνεχίσει γι αυτούς να θεωρείται «δημοκρατικό άλμα».
Προς χάριν αυτού του διανοητικού πειράματος, ας δεχθούμε όμως ότι παίρνει σάρκα και οστά η ιδέα μιας ομοσπονδιακής δημοκρατικής Ευρώπης, με νομοθετική εξουσία αντάξια αυτού του ονόματος, με άνω και κάτω Βουλή φυσικά και πλήρεις αρμοδιότητες, εκλεγμένης μέσω καθολικής ψηφοφορίας όπως εξ’άλλου και η εκτελεστική εξουσία (αν και η μορφή που δύναται αυτή να αποκτήσει παραμένει ακαθόριστη). Το ερώτημα που τίθεται τότε σε όσους ονειρεύνονται να «αλλάξουν την Ευρώπη για να υπερβούν την κρίση» είναι το εξής: φαντάζονται ότι η Γερμανία θα υπακούσει στην αρχή της πλειοψηφίας σε περίπτωση που η κυρίαρχη Ευρωβουλή αποφασίσει να θέσει υπό τον έλεγχό της την ΕΚΤ, να χρηματοδοτεί σε ρευστότητα τα κράτη ή να καταργήσει το όριο που επιβάλλεται στα ελλείμματα των εθνικών προϋπολογισμών; Και για να δώσουμε γενική ισχύ στο επιχείρημα, ας προσθέσουμε ότι η απάντηση, αρνητική εννοείται, θα ήταν η ίδια (αν μη τι άλλο το ευχόμαστε!) αν η ίδια αρχή της πλειοψηφίας επέβαλλε στη Γαλλία την ιδιωτικοποίηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Αλήθεια ποιός ξέρει τι θα είχαμε ακούσει αν η Γαλλία είχε επιβάλλει στην υπόλοιπη Ευρώπη την δική της αντίληψη περί κοινωνικής ασφάλισης, όπως έκανε η Γερμανία με το νόμισμα, και μάλιστα αν το είχε επιβάλλει με τελεσιγραφικό τρόπο...
Θα πρέπει λοιπόν οι υποστηρικτές της ομοσπονδοποίησης να συνειδητοποιήσουν ότι οι τυπικοί ορισμοί της δημοκρατίας είναι ανεπαρκείς και ότι δεν νοείται ζωντανή δημοκρατία χωρίς το υπόβαθρο των συλλογικών δεσμών που είναι απαραίτητοι για να δεχθούν οι μειοψηφίες να υπακούσουν στις πλειοψηφίες. Γιατί εν τέλει αυτό είναι η δημοκρατία: η από κοινού απόφαση και η αρχή της πλειοψηφίας. Αλλά αυτό είναι που είναι ανίκανοι να δουν οι ανώτατοι αξιωματούχοι και οικονομολόγοι, που στερούνται κάθε πολιτικής παιδείας και που αποτελούν παρ’ όλα αυτά τον κύριο όγκο των πολιτικών ταγών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Και αυτή η ανεπάρκεια είναι που παράγει τα θεσμικά τερατουργήματα που αρνούνται την αρχή της κυριαρχίας όπως το «δημοκρατικό άλμα». Ένα άλμα που αγνοεί ότι η δημοκρατία προϋποθέτει ένα αίσθημα του συνανήκειν, και ότι η διαμόρφωση ενός τέτοιου αισθήματος σε ένα πολυεθνικό πλαίσιο είναι μια δύσκολη υπόθεση.
Η ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ
Αντίθετα, ας το θυμίσουμε, η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις που αναφέραμε προηγουμένως και παραμένει τεχνικά εφικτή εάν συνοδεύεται από όλα τα αναγκαία ad hoc μέτρα, ειδικότερα από τον έλεγχο στην κίνηση των κεφαλαίων. Δεν μπορούμε ωστόσο να εγκαταλείψουμε εντελώς την ιδέα ότι κάτι πρέπει να γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όχι ένα ενιαίο νόμισμα, εφόσον αυτό προϋποθέτει μια εντελώς ανέφικτη προς το παρόν αυθεντική πολιτική ένωση. Αλλά ένα κοινό νόμισμα, αυτό χρήζει μελέτης. Πολύ περισσότερο δε που τα επιχειρήματα υπέρ μιας μορφής συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο παραμένουν, αρκεί βέβαια τα μειονεκτήματα να μην είναι περισσότερα από τα προτερήματα.
Ο ισολογισμός μπορεί να γίνει θετικός αν αντί για ένα ενιαίο νόμισμα σκεφτούμε ένα κοινό νόμισμα, δηλαδή ένα ευρώ με εθνικούς αντιπροσώπους: ένα ευρώ-φράγκο, ένα ευρώ-πετσέτα κλπ. Αυτές οι εθνικές εκδοχές ευρώ δεν είναι απ’ευθείας μετατρέψιμες σε ξένα νομίσματα (δηλαδή σε δολλάρια, γιουάν κλπ.), ούτε μεταξύ τους. Ολες οι μετατρεψιμότητες, εσωτερικές και εξωτερικές, γίνονται δια μέσου μιας νέας ΕΚΤ, που είναι ένα είδος συναλλαγματικού γραφείου αλλά που δεν χαράζει σε τίποτε την νομισματική πολιτική. Αυτή είναι υπόθεση των εθνικών κεντρικών τραπεζών και οι κυβερνήσεις θα έχουν κάθε ευχέρεια να αποφασίσουν εάν αυτές θα λειτουργούν υπό τον έλεγχό τους ή όχι.
Η εξωτερική μετατρεψιμόμητα, που αφορά μόνο το ευρώ, θα διεξάγεται κατά τον συνηθισμένο τρόπο στις διεθνείς συναλλαγματικές αγορές, άρα με κυμαινόμενες ισοτιμίες, αλλά μέσω της (νέας) ΕΚΤ, που θα έχει το αποκλειστικό δικαίωμα παρέμβασης εκ μέρους όλων των ευρωπαϊκών φορέων (δημόσιων και ιδιωτικών). Αντίθετα η εσωτερική ισοτιμία, αυτή που αφορά τις τιμές των εθνικών αντιπροσώπων του ευρώ, θα γίνεται μόνο εντός ΕΚΤ, και με σταθερές ισοτιμίες, που θα αποφασίζονται με πολιτικούς όρους.
Μπορούμε κατ’αυτόν τον τρόπο να ξεφορτωθούμε τις εσωτερικές συναλλαγματικές αγορές, που αποτελούσαν εστίες χρόνιων νομισματικών κρίσεων την εποχή του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος και να προστατευθούμε από τις μη-ευρωπαϊκές συναλλαγματικές αγορές χάρη στο νέο ευρώ. Σ’αυτή τη διπλή ιδιότητα έγκειται η δύναμη του κοινού νομίσματος.
Τώρα που η φαντασίωση περί «αυτόματης» σύγλισης των ευρωπαϊκών οικονομιών έχει παρέλθει, ξέρουμε ότι ορισμένες οικονομίες έχουν ανάγκη να υποτιμήσουν το νόμισμά τους, ειδικά σε στις συνθήκες της παρούσας κρίσης! Το σύστημα εσωτερικής μετατρεψιμότητας του κοινού νομίσματος έχει το τεράστιο πλεονέκτημα να επιτρέπει τέτοιου είδους υποτιμήσεις, αλλά με συντεταγμένο τρόπο. Η εμπειρία των δεκαετιών του ‘80 και του ‘90 έδειξε καθαρά ότι συντεταγμένες συναλλαγματικές προσαρμογές είναι αδύνατες σε ένα περιβάλλον ανεξέλεγκτων χρηματιστικών αγορών. Η εσωτερική ρύθμιση μιας ευρωπαϊκής οικονομικής ζώνης απαλλαγμένης από το βαρίδι των συναλλαγματικών αγορών καθιστά τις υποτιμήσεις διαδικασίες εντελώς πολιτικού χαρακτήρα, στις οποίες αποφασιστικό λόγο έχουν οι διακρατικές διαπραγματεύσεις για τις ισοτιμίες.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τις υποτιμήσεις. Το όλο σύστημα θα μπορούσε να διαμορφωθεί κατά το πρότυπο του International Clearing Union που είχε προτείνει ο Κέϋνς το 1944 και που, πέραν της δυνατότητας υποτίμησης που παρείχε στις χώρες με σημαντικά εξωτερικά ελλείματα, προέβλεπε επίσης τον εξαναγκασμό σε ανατίμηση των χωρών με μεγάλα πλεονάσματα. Σε ένα τέτοιο σύστημα, που θα επέβαλλε βαθμιαίες ανατιμήσεις σε περίπτωση που μια χώρα υπερβαίνει ένα πλαφόν σε πλεόνασμα (ας πούμε αρχικά 4% και κατόπιν 6% του ΑΕΠ), η Γερμανία θα είχε εξαναγκασθεί εδώ και πολύ καιρό να ανατιμήσει το ευρω-μάρκο της, στηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη ζήτηση εντός της ζώνης ευρώ και συμβάλλοντας στην μείωση των εσωτερικών της ανισορροπιών. Τέτοιοι κανόνες συναλλαγματικής προσαρμογής θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων την προβλέψιμη έλλειψη καλής θέλησης των πλεονασματικών χωρών.
Η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία βγάζει κραυγές περί «αναποτελεσματικότητας» και «πληθωρισμού» μόλις ακούει τη λέξη «υποτίμηση». Σε ότι αφορά την «αναποτελεσματικότητα» δε θα λέγαμε ότι το επιχείρημα διακρίνεται από κάποια συνεκτικότητα. Διότι αυτό το οποίο προτείνει είναι επίσης υποτίμηση, μόνο που αντί για εξωτερική υποτίμηση στις συναλλαγματικές αγορές έχουμε την «εσωτερική υποτίμηση», με τη μείωση των μισθών και την ανεργία που πιέζει καθοδικά τους μισθούς. Με άλλα λόγια «δομική» προσαρμογή αντί για αναπροσαρμογή των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Εαν έφευγαν πρώτοι αυτοί από την ευρωζώνη για να τραβήξουν έναν χωριστό δρόμο, οι Γερμανοί θα διαπίστωναν γρήγορα ότι μια δεκαετία καθήλωσης των μισθών ακυρώνεται από δύο μέρες ανατίμησης του νέου μάρκου στις συναλλαγματικές αγορές...
Οσο για τον πληθωρισμό, που υποτίθεται ότι καθιστά την πρώτη προσαρμογή προτιμότερη από τη δεύτερη, πρόκειται για αστείο σε μια περίοδο όπου η πραγματική απειλή είναι μάλλον ο υφεσιακός αποπληθωρισμός (η γενική πτώση των τιμών), που είναι τουλάχιστον εξίσου επικίνδυνος και που απαιτεί έναν ελεγχόμενο πληθωρισμό, μεταξύ άλλων για να μειώσει το πραγματικό βάρος του χρέους.
Υπάρχει περίπτωση η επιβάρυνση του εξωτερικού χρέους λόγω της υποτίμησης του νομίσματος να υπερβεί την ελάφρυνση του πραγματικού χρέους που επιφέρει ο πληθωρισμός; Μια υποτίμηση κατά 10% έναντι του δολλάριου μεταφράζεται αυτόματα σε επιβάρυνση κατά 10% ενός χρέους σε δολλάρια. Ομως, όπως απέδειξε ο Ζακ Σαπίρ, το 85% του γαλλικού δημόσιου χρέους υπόκειται στο γαλλικό δίκαιο και μετατρέπεται σε μια τέτοια περίπτωση σε ίσο χρέος σε ευρω-φράγκο. Αρα σε τίποτε δεν επηρεάζεται το ύψος του από μια υποτίμηση.
Σε κάθε περίπτωση, το επίδικο ενός κοινού νομίσματος υπερβαίνει κατά πολύ την απλή αποκατάσταση της δυνατότητας υποτίμησης. Ακόμη και αν αυτή αποτελεί, ειδικά σ’αυτήν την περίοδο, μια ζωτική ελευθερία, σίγουρα δεν είναι η απόλυτη λύση. Η έξοδος από το σημερινό ευρώ δεν είναι τόσο θέμα μακροοικονομίας – αν και σίγουρα είναι και αυτό! – όσο θέμα συμμόρφωσης στην κατηγορηματική προσταγή της δημοκρατίας που ακούει στο όνομα «λαϊκή κυριαρχία».
Εφόσον οι όροι μιας τέτοιας λαϊκής κυριαρχίας στο επίπεδο ενός υπερεθνικού αισθήματος του συνανήκειν απέχουν ακόμη πολύ από το να εκπληρωθούν, ο ρεαλισμός προστάζει μετριοπάθεια στην «ευρωπαϊκή φιλοδοξία» χωρίς αυτό να σημαίνει την πλήρη εγκατάλειψή της. Θα μπορούσε για παράδειγμα να συνεχιστεί στα επίπεδα εκτός οικονομίας – αυτό απαντά ειδικότερα στο επιχείρημα περί «εθνικής αναδίπλωσης». Οσο για το οικονομικό επίπεδο, το θέμα είναι με ποιούς πρέπει να συνεχισθεί. Σίγουρα όχι με 18 ή με 27 χώρες – μεγέθη τέτοιας τάξεως μάλλον φαντάζουν ως εγγύηση για το χειρότερο ενδεχόμενο! Καθοριστική σημασία έχουν οι αντικειμενικές σχέσεις συμβατότητας, οι οποίες προϋποθέτουν μια μίνιμουμ ομοιογένεια τρόπων ζωής (στο επίπεδο ενός κοινωνικού μοντέλου, μιας περιβαλλοντικής πολιτικής κλπ) και μια προϋπάρχουσα συμφωνία σε ότι αφορά τις βασικές αρχές της οικονομικής πολιτικής.
Τέτοιου τύπου συγκλίσεις δεν μπορούν, σε μια πρώτη φάση, παρά να αφορούν έναν περιορισμένο αριθμό κρατών. Και δεν είναι λανθασμένη η ιδέα ότι μπορούν να αποτιμηθούν με βάση κριτήρια σύγκλισης, αλλά όχι σαν αυτά της συνθήκης του Μάαστριχτ...
Εαν πρόκειται π.χ. για τη συγκρότηση μιας ενιαίας αγοράς ως μέρους του κοινού νομίσματος που αναλύσαμε προηγουμένως, τότε σ’αυτήν δεν μπορούν να ενταχθούν παρά μόνο οικονομίες με παρόμοια οικονομικά και παραγωγικά μοντέλα και, κατά συνέπεια, κοντινές συντεταγμένες κόστους παραγωγής. Σε μια νέα οικονομική και νομισματική Ευρώπη αυτού του τύπου δεν θα μπορούν να γίνουν δεκτές παρά χώρες με βασικό μισθό όχι χαμηλότερο από το 75% (ή κάποιο όριο αυτής της τάξεως) του μέσου όρου των μισθών των υπόλοιπων χωρών.
Μια τέτοια επανίδρυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος θα αποτελέσει και ευκαιρία να ξεμπερδέψουμε οριστικά με τα παραληρήματα της νομισματικής ορθοδοξίας, της γενικευμένης «δομικής προσαρμογής» και της παθολογίες του «ανόθευτου ανταγωνισμού» που τόσο καλά ταιριάζει με όλες τις κοινωνικές και περιβαλοντικές δομικές στρεβλώσεις και που στην πραγματικότητα αποσκοπεί στην ακόμη πιο βίαιη επέκτασή τους.
ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΟΣ
Σ’αυτό το σημείο πρέπει να επανέλθουμε στον αρχικό μας συλλογισμό: η ιδέα της μετάβασης από το σημερινό σε ένα αναμορφωμένο και προοδευτικό ευρώ αποτελεί ονειροφαντασία. Εάν είναι όντως προοδευτικό, οι παντοδύναμες σήμερα χρηματοπιστωτικές αγορές δεν θα επιτρέψουν εξ’αντικειμένου την δημιουργία του. Η επιλογή είναι λοιπόν η ακόλουθη: είτε η οριστική βύθιση σε ένα νεοφιλελεύθερο ευρώ οριακά τροποποιημένο με δεύτερης διαλογής ευρήματα τύπου «οικονομική διακυβέρνηση» ή ευρωομόλογα, δηλαδή έμπλαστρα που δεν αλλάζουν στο παραμικρό τη βαθύτερη λογική της «αντιδημοκρατικής απόσπασης». Είτε η μετωπική σύγκρουση με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Μια σύγκρουση από την οποία το κεφάλαιο θα βγει σίγουρα νικητής αλλά θα χάσει με αυτόν τον τρόπο τα πάντα γιατί η νίκη του θα καταστρέψει το ευρώ και θα δημιουργήσει τους όρους μιας ανοικοδόμησης από την οποία οι αγορές θα έχουν αυτή τη φορά αποκλειστεί!
Είναι πάντως βέβαιο ότι αυτή η αναγκαστική επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, που θα εισπραχθεί ως αποτυχία, θα έχει ανασχετικά πολιτικά αποτελέσματα που θα βαραίνουν για μια ολόκληρη περίοδο σε κάθε σχέδιο ευρωπαϊκής ανασύνταξης. Γι αυτό και η προοπτική μιας ανασύνταξης εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο βγαίνουμε από το ευρώ. Το στοίχημα ενός «κοινού νομίσματος» όπως το σκιαγραφήσαμε παραπάνω είναι αναγκαίο για να υπάρξουν διαθέσιμες εφεδρείες για μια ευρωπαϊκή επανεκκίνηση μετά την περίοδο επιστροφής στα εθνικά νομίσματα. Ενα πολιτικό σχέδιο κοινό με τέτοιο ορίζοντα που θα προωθείται από έναν αριθμό ευρωπαϊκών χωρών μπορεί να δώσει στη σύγκρουση με τις χρηματοπιστωτικές αγορές μια διέξοδο που θα υπερβαίνει την άνευ περαιτέτω προοπτικής επιστροφή στα εθνικά νομίσματα. Εφόσον λοιπόν δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, ο τρόπος με τον οποίο θα επιστρέψουμε σ’αυτά καθορίζει και τη δυνατότητα μιας μελλοντικής υπέρβασής τους.
Σε κάθε περίπτωση, εκτός και αν υπερισχύσει η οριστική νάρκωση εντός του αντικοινωνικού ευρώ, η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα είναι αναπόφευκτη. Αποτελεί την τιμωρία μιας οικοδόμησης ανίκανης να μετεξελιχθεί διότι έχει καταργήσει κάθε περιθώριο κίνησης και ελευθερίας. Τα καταναγκαστικά οικοδομήματα δεν μπορούν παρά να αντιστέκονται στις πιέσεις όσο αυτές παραμένουν εντός κάποιων ορίων. Τους είναι αδύνατο όμως να προσαρμοστούν σ’αυτές.
Ο αντίλογος του ευρωπαϊσμού σε όλα αυτά είναι ότι η αγαπημένη του Ευρώπη κάνει συνεχώς προόδους. Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης, Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθεροποίησης, εξαγορά δημόσιου χρέους από την ΕΚΤ, τραπεζική ενοποίηση: ιδού κατακτήσεις με υψηλό κόστος αλλά πάντως υπαρκτές! Δυστυχώς, όπως ήταν αναμενόμενο, καμμιά δεν θέτει υπό αίρεση την καρδιά του οικοδομήματος, αυτόν τον σκληρό πυρήνα από τον οποίο απορρέουν όλες οι υφεσιακές και αντιδημοκρατικές πτυχές: οικονομικές πολιτικές υπό την ομηρεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, ανεξάρτητη ΕΚΤ, αντιπληθωριστική εμμονή, αυτόματη προσαρμογή των ελλειμάτων, άρνηση της νομισματικής τους χρηματοδότησης.
Αυτές οι «κατακτήσεις» είναι λοιπόν περιφερειακής σημασίας, βουλώματα που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν όσο και όπως μπορούν τις καταστροφικές συνέπειες της αδιάκοπης λειτουργίας μιας ερμητικά σφραγισμένης γρανιτένιας «καρδιάς». Αντιμετώπιζοντας με μπαλώματα τις συνέπειες χωρίς να ανατρέχει στις αιτίες, η Ευρώπη εμμένει στη συνέχιση της πορείας της. Ανεπίδεκτη οποιασδήποτε ουσιαστικής αναθεώρησης, δεν έχει καν συνείδηση ότι η ρήξη είναι η μοναδική προοπτική που έχει μπροστά της.
Μετάφραση Στάθης Κουβελάκης

«Για ένα άλλο ύφος» (*)

«Για ένα άλλο ύφος» (*)



Γιώργος Χουρμουζιάδης

«Δεν ξέρω πόσο μακριά θα πάει αυτή η αγωνία. Πόσο θα κοστίσουν όλες αυτές οι τελευταίες πληγές, για να κλειστούν και να μην αιμορροούν πια! Να στεγνώσουν οι ιδρωμένες παλάμες που παραμένουν αμήχανες πίσω από μισόκλειστες πόρτες, από τότε που κάναμε την τελευταία χειραψία και πήρε ο καθένας το δικό του δρόμο! Ειλικρινά, σύντροφοι, δεν ξέρω πότε θα ξανακοιταχτούμε στα μάτια, χωρίς ενοχές ή ανώριμες και ξεπερασμένες υπεροψίες. Εκείνο όμως που ξέρω πολύ καλά είναι πως δεν μπορούμε να παριστάνουμε τους ικανοποιημένους ή τους σχεδόν ευτυχείς. Δεν μπορούμε να διαβάζουμε με τον ίδιο τόνο τις συγκυρίες αδιαφορώντας για τα λάθη του τονισμού μας. Τώρα μάλιστα, που τα πλαστικά οράματα της «ενωμένης» Ευρώπης υπονομεύονται από τους ίδιους τους κατασκευαστές τους και όλες εκείνες οι πομπώδεις περιγραφές του λαμπρού ευρωπαϊκού μέλλοντος αναλύονται σε τριμμένες λέξεις και φτηνές βωμολοχίες.

Τώρα που κάθε μέρα αποκαλύπτεται όλο και πιο καθαρά πως στα μυστικά υπόγεια του ευρωπαϊκού σπιτιού οι φεουδάρχες ενός νέου μεσαίωνα κατασκευάζουν τα καλούπια όπου θα χυθούν οι νέες ευρωπαϊκές κοινωνίες, κοινωνίες πλαδαρές, χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ιεραρχημένες με βάση το εθνικό τους κομπόδεμα, τυλιγμένες σε συμβατικές σημαίες με απροσδιόριστα χρώματα παγιδευμένες μέσα σε καμένα ή κομμένα δάση, παραπαίουσες ανάμεσα σε πλαστικοποιημένα άνθη νεκρών παραδόσεων.
Κοινωνίες, χωρίς συλλογικές ανησυχίες, χωρίς συνείδηση, όπου μπορεί να αντανακλάται η νέα δυστυχία του εργαζόμενου, καθηλωμένου σε δουλείες νέων μορφών εξασθενημένου από την πείνα του καιρού μας, που δεν μπορεί να την γιατρέψει το ψωμί, αλλά μόνο οι πρωτεΐνες ενός άλλου πολιτισμού, που δεν μπορέσαμε ακόμα να διαβάσουμε καθαρά το όνομά του.

Τώρα ακριβώς πρέπει να αλλάξουμε ύφος. Πάνω σ’ αυτή την επικίνδυνη στροφή. Προσοχή, δε λέω ν’ αλλάξουμε άποψη, λέω, κι αυτό μόνο εννοώ: ν’ αλλάξουμε ύφος. Είμαστε οι μόνοι πια που μπορούμε να επιμείνουμε στους αυταπόδεικτους νόμους της Ιστορίας. Οι μόνοι που εξακολουθούμε να ψελλίζουμε ονόματα και θεωρίες παλιές μα ισχύουσες, που οι άλλοι τις αποσιωπούν  γιατί είναι της μόδας μια τέτοια αποσιώπηση. Θυμούμαι δα διαπρύσιους (φλογερούς και οξείς) ρήτορες που δεν είχαν άλλο τι να πουν παρά μονάχα ό,τι είχαν γράψει  ο Μαρξ ή ο Λένιν και που τώρα, αυτοί οι ίδιοι ρήτορες φορώντας την ξεβαμμένη τους τήβεννο ψάχνουν τις καινούργιες λέξεις, για να πουν, τι άλλο, αυτά που είχαν γράψει ο Μαρξ ή ο Λένιν. Εμείς επιμένουμε όμως. Και αυτή ακριβώς η επιμονή είναι που μας χρεώνει με αντιφάσεις και με άλλες περίεργες αγκυλώσεις, το πραγματικό, δηλαδή το ιστορικό νόημα των οποίων δεν προσπαθήσαμε να το αποκαλύψουμε και να το περιγράψουμε με απλό και πειστικό τρόπο. Δεν προσπαθήσαμε ούτε τώρα στα χρόνια της βαθιάς κρίσης να περιγράψουμε με απλό και πειστικό τρόπο την ουτοπία των λαϊκών οραμάτων απέναντι στην οργανωμένη αντίθεση οποιασδήποτε εξουσίας. Και δεν μιλώ βέβαια για την «ουτοπία» που σημαίνει το «μη πραγματοποιήσιμο». Μιλώ για την «ουτοπία» που προκύπτει από την άρνηση των εχθρών κάθε ανατροπής αλλά και κάθε απλής αλλαγής.

Ακόμα, δεν προσπαθήσαμε να αποδείξουμε με πειραματικό – αδιαμφισβήτητο τρόπο την κενότητα του αντίπαλου λόγου. Δεχτήκαμε να χρεωθούμε μόνοι εμείς την κατάχρηση των συνθημάτων, την ανεδαφικότητα της ξύλινης γλώσσας, την επιμονή σε παλιά σχήματα λόγου. Κι όμως περνούμε μια εποχή που ο αγοραίος καπιταλισμός   αριστεύει στην παραγωγή των κατασκευασμένων λεκτικών σχημάτων, με την βοήθεια των οποίων  προσπαθεί να υπερβεί την αναξιοπιστία  των πράξεων του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς. Δεν είναι υπερβολή να πω πως τον τελευταίο καιρό οι καταχθόνιες συμπεριφορές της Δύσης, αλλά και των… νεοδυτικών υποτακτικών τους , των ξιπασμένων νεοκαπιταλιστών,  νεοορθόδοξων και νεοχούλιγκαν ενώ παραμένουν εφιαλτικά ίδιες, ανακοινώνονται και επισημοποιούνται με ονόματα και επιθετικούς προσδιορισμούς καινοφανείς μόνο για λίγο καιρό, γιατί πολύ γρήγορα, σχεδόν πριν προλάβουν να καταχωρηθούν στις νέες εγκυκλοπαίδειες, χάνουν τα ψευδώνυμα περιεχόμενα τους και αποκαλύπτονται με το πραγματικό τους νόημα.

Και τότε είναι που φαίνεται καθαρά πως αυτοί που στέκονται απέναντι από μας και μας κοιτούν μοχθηροί και περιπαίχτες ποτέ δεν εννοούν αυτό που λένε. Νέες συμφωνίες που κρύβουν παλιές σκοπιμότητες «πακέτα» με νέο λαμπρό περιτύλιγμα για να κρυφτεί η ημερομηνία λήξης του περιεχομένου, συμφωνίες μισοσκεπασμένες κάτω από τα αραχνοΰφαντα ονόματα δυτικοευρωπαϊκών κωμοπόλεων όπως Μάαστριχτ, π.χ. ίσως Γουαδελούπη αργότερα, ή Αμπρακατάμπρα, να σκεπάζεται καλά η αλήθεια, να φαίνεται όμως και λίγο από την προκλητική σάρκα της δυτικοευρωπαϊκής πορνικής ευημερίας!

Και πάνω σ’ αυτό ακριβώς το πεδίο ο καπιταλισμός κέρδισε. Κέρδισε τη μάχη των λέξεων και των εικόνων. Αρνήθηκε και  πολέμησε σκληρά την ειλικρίνεια του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» ασκώντας την ίδια στιγμή με θρησκευτική πειθαρχία τα τεχνάσματα του «καπιταλιστικού υπερπραγματισμού». Και κατάφερε μέσα από τις δικές του τεχνοτροπίες να περιγράψει με δικό του τρόπο τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Κατάφερε να χρεώσει με διεστραμμένη λογιστική λογική τους θανάτους των πεινασμένων παιδιών, κατάφερε να αποσιωπήσει τους αριθμούς των ανέργων, να συκοφαντήσει τους αγώνες των αδικημένων, να αποκρύψει τον ανερχόμενο νεοναζισμό. Κατάφερε ακόμα στις μέρες των μεγάλων πτήσεων να ερμηνεύσει τα αίτια με μια δική του πολιτική «αισθητική», που ούτε απαντούσε ούτε υπαινισσόταν κάποια απάντηση. Απλώς περιέπαιζε! Κατάφερε σε τελευταία ανάλυση, μόνος πια, διαιτητής και παρατηρητής, ο καπιταλισμός με το φτιασιδωμένο πρόσωπο του προστάτη, να σφυρίξει τα «φάουλ» του παιχνιδιού, ανάλογα με το ύψος της… εκάστοτε δωροδοκίας.

Γι’ αυτό είπα και πιο πάνω: είναι καιρός να αλλάξουμε ύφος και με τρόπο πειστικό και προπαντός απλό, να περιγράψουμε και να αποκαλύψουμε  την κενότητα του αντίπαλου λόγου. Να καταλάβει πια ο ταλαιπωρημένος μικρός πως όλες αυτές οι καινούργιες λέξεις που σέρνονται στους δρόμους της φτωχής μας πατρίδας είναι παγίδες. Είναι όλες ένα μεγάλο ψέμα (…)» 

 (*) Το κείμενο αυτό, υπό τον τίτλο «Για ένα άλλο ύφος», γράφτηκε πριν από είκοσι ένα χρόνια. Δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 4 Οκτώβρη 1992. Συντάκτης του ήταν ο κομμουνιστής, ο δάσκαλος, ο Γιώργος Χουρμουζιάδης. Ότι σε πολλά σημεία του αυτό το κείμενο μοιάζει σαν να γράφτηκε σήμερα δεν οφείλεται στο ότι ο Γιώργος Χουρμουζιάδης ήταν «προφήτης». Οφείλεται στο ότι ήταν Κομμουνιστής. Δηλαδή αξιώθηκε να κατέχει τα εργαλεία για να αναλύει το τώρα και να «βλέπει» το αύριο με τη βοήθεια της Επιστήμης και της Λογικής. Σε σημεία αυτού του κειμένου εμείς οι «μαθητές» του Χουρμουζιάδη μπορεί να διαφωνούσαμε και να διαφωνούμε μαζί του. Το ότι ο ίδιος δεν «απαγόρευσε» ποτέ τη διαφωνία μας ρίχνοντας – και έτσι – λίπασμα στη σκέψη μας και ότι δεν μας στέρησε ποτέ την τιμή να θεωρούμαστε «μαθητές» του, οφείλεται στο ότι ο Χουρμουζιάδης ήταν Δάσκαλος.     

email: mpog@enikos.gr

Ο Λέων της Σπάρτης πήρε ανάποδες

Ο Λέων της Σπάρτης πήρε ανάποδες


Οταν καταγγέλλεις το Μνημόνιο, καταγγέλλεις ταυτοχρόνως τη δανειακή σύμβαση (που περιέχει) και διαπραγματεύεσαι εκ νέου μιαν άλλη, χωρίς μνημόνιο, Είναι τόσον απλό.
Η υπάρχουσα δανειακή σύμβαση κινείται μέσα στο πλαίσιο του Μνημονίου, το οποίο όμως την υπερβαίνει, επιβάλλει ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο (που αφορά, εκτός απ’ την εκτέλεση της σύμβασης, σε πλήθος άλλων μέτρων οικονομικών, διαρθρωτικών, πολιτικών) και προκαλεί ανάλογες πολιτειακές μεταλλάξεις.
Καταργώντας το Μνημόνιο, εν πρώτοις καταργείς το πολιτικό πλαίσιο (της υπαγορευόμενης έξωθεν πολιτικής) και βγαίνεις απ’ την πολιτειακή μετάλλαξη (αποκαθιστώντας την αυθεντία του Συντάγματος). Μετά
είναι στο χέρι σου, αναλόγως της εντολής αλλά και της δύναμης που σου έχει δώσει ο λαός, να διαπραγματευθείς εκ νέου ή (αναλόγως των εξελίξεων) να καταγγείλεις ολοσχερώς τη δανειακή σύμβαση, να
εξετάσεις τη νομιμότητα του χρέους, το μέγεθος, τη διάρκεια, να διεκδικήσεις τις πολεμικές αποζημιώσεις και ό,τι άλλο θα βελτιώσει τη θέση του λαού, αν αυτή είναι και όχι άλλη η πολιτική σου βούληση. Είναι τόσον απλό.
Κι επειδή θα σου την πέσουν θεοί και δαίμονες, αν έχεις τον λαό στο προσκήνιο θα μπορείς να προχωράς σε συμφωνίες ή μονομερείς ενέργειες αναλόγως.
Τα υπόλοιπα είναι ψειρίσματα. Από μεν τα δεξιά για να καταδηλώνεται πολυγλωσσία στον ΣΥΡΙΖΑ, να του χρεώνεται αμφιθυμία περί το πρακτέον, δημαγωγία πασόκιου τύπου κι αμφιβολίες περί το κατορθωτόν. Από πλευράς δε του ΚΚΕ αιτιάσεις δίκην δίκης προθέσεων, διότι όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει. Και τα δύο απελπίζουν τον λαό το ίδιο.
Το Μνημόνιο ούτε είναι ούτε ταυτίζεται με τις δανειακές συμβάσεις (που περιέχει), την τήρηση ή την αναθεώρησή τους απ’ την παρούσα κυβέρνηση ή μιαν άλλη. Είναι μια ευρύτερη, άνωθεν επιβληθείσα πολιτική δομή που λαμβάνει πρόνοια για ένα πλήθος θεμάτων, εργασιακά, ασφαλιστικά, διεθνών σχέσεων και άλλων, που οδηγούν στη μεταμόρφωση της Ελλάδας σε μια «άλλη» χώρα, φόρου υποτελή, Ειδική Οικονομική Ζώνη, μάλιστα επ’ αόριστον.

Αλλά, ας πάμε στα τρέχοντα. Σφίξανε τα γάλατα, ανάμνηση το success story, δεν περπατάει η θεωρία των δύο άκρων, μπούρδες το πρωτογενές πλεόνασμα, γύρισε δαρμένος απ’ τας Ευρώπας ο κ. Στουρνάρας, πλάκωσε και ο κ. Τόμας Βίζερ απ’ το Euro Working Group ζητώντας νέα μέτρα ώς τον Δεκέμβριο, άρχισαν οι κουβέντες για νέο δάνειο και συνεπώς για νέα μέτρα - παίδες, χανόμαστε!
Κι έπεσε σε περισυλλογή το Μαξίμου. Σώπασαν και τα παπαγαλάκια, να ακούσουν τι σκέφτεται ο αρχηγός, τον λόγον έλαβαν οι κότες: «να το πούμε mini μνημόνιο», «να τους το φέρουμε μαλακά» - όμως
την έχουμε ξαναπαίξει αυτήν την παράσταση, θα μας πάρουν με τα γιαούρτια - «εγώ καταδικάζω τα γιαούρτια απ’ όπου κι αν εκτοξεύονται» έγρουξε ο Σίμος, τον αγριοκοίταξαν οι άλλοι, έλαβαν τον λόγο οι ιέρακες: «Ωρα
να ξαναγίνεις αντιμνημονιακός, αρχηγέ!».
- Ορίστε;
- «Μην τρομάζεις, Πρόεδρε! Θα τρίξεις τα δόντια στη Μέρκελ, τώρα που θα έρθει ο Τόμσεν θα βάλεις τον Μηταράκη να τον βουτήξει απ’ τον γιακά, και θα πας για ρήξη! Θα απειλήσεις με εκλογές - μόλις συναισθανθούν οι Γερμαναράδες ότι υπάρχει ο κίνδυνος να αναλάβει την εξουσία ο Τατσόπουλος και οι σταλινοπαράφρονες που τον ψήφισαν, θα παραδοθούν αμέσως. Θα μπεις θριαμβευτής στο Βερολίνο απ’ την πύλη του Βραδεμβούργου και ο Πρετεντέρης θα καρφώσει τη σημαία του Mega στην κορυφή της Μπούντεσμπανγκ, στην καρδιά του κτήνους!»...
Ο αρχηγός δάκρυσε! «Θα καταδίκαζε ποτέ ο Κολοκοτρώνης τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;», σκέφτηκε. Αναθάρρησε και ρώτησε τον Βαγγέλη, «εσύ, Μπενύτο, τι λες;».
- Αντώνη, σου θυμίζω ότι πρώτος εγώ έριξα την Τρόικα στη θάλασσα, πρώτος εγώ πήγα να εισβάλω στη Συρία, πρώτος εγώ έκανα τη Λίστα Λαγκάρντ απόκρυφο Ευαγγέλιο, εγώ είμαι ο Νόμος περί Ευθύνης Υπουργών, συνεπώς εγώ θα ηγηθώ της επίθεσης! Εμπρός, σύντροφοι, στα Γουναράδικα!
- Να ’χαμε μαζί μας και τον Φώτη, αναστέναξε νοσταλγικά ο Χρύσανθος (του έλειπε το άλλο του άκρο).
- Μη γίνεσαι απάνθρωπος, τον μάλωσε ο Αρχηγός. Ανθρωποι είναι και οι Γερμανοί. Αλλωστε η δημοκρατία δεν εκδικείται, αποζημιώνεται. Με ’κείνα τα υποβρύχια τι γίνεται, Βαγγέλη; είναι μάχιμα;
Κι έτσι, μ’ αυτόν τον ρυθμό, γεμάτη ενθουσιασμό, κράτησε η συζήτηση έως το βράδυ το βαθύ, πάντα στο «πνεύμα του Μετώπου», πάντα στο πνεύμα του Ζαππείου.
Η μέρα ξημέρωσε βρίσκοντας την Αθήνα γεμάτη συνθήματα: ΕΞΩ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.
Η χώρα πήρε ανάσα. Αλλαξε σελίδα. Απ’ τη σελίδα 45 του Μνημονίου πήγε στη σελίδα 46. Ως άλλον πανηγυρικόν της ημέρας, ο κ. Χρυσοχοΐδης διάβαζε απ’ τα μεγάφωνα τη σελίδα 46 (του έμεναν να διαβάσει άλλες 2.314 σελίδες), ενώ κατασυγκινημένοι λαδέμποροι της κατοχής μοίραζαν στα πλήθη μπιτονάκια με πετρέλαιο θέρμανσης. Επιτέλους! νίκη
νίκη!
νίκη!
όπως φωνάζαμε κι επί Σημίτη κάθε φορά που έβγαινε στο εξωτερικό ο ευλογημένος και γύριζε με ένα κομμάτι Ελλάδας να μας λείπει...


email: stathis@enikos.gr

18 Οκτ 2013

Κοινωνικό τιμολόγιο ΔΕΥΑΜ για τις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες του Δήμου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.

Την εφαρμογή Κοινωνικού Τιμολογίου για τις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες αποφάσισε στην τελευταία συνεδρίαση του το Δημοτικό Συμβούλιο της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.
Σύμφωνα με την απόφαση θα υπάρχει πλήρης απαλλαγή κατά το μεγαλύτερο δυνατόν ποσοστό από την κατανάλωση και όχι από τα πάγια, μέχρι τα 40m3/τετράμηνο. Δικαιούχοι είναι όσοι υπάγονται στο Κοινωνικό Παντοπωλείο αλλά και όσοι προτείνονται μετά από αιτήματα των Προέδρων Τοπικών Συμβουλίων και μετά από σχετική απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΥΑΜ.

Ο Δήμαρχος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου Παναγιώτης Κατσούλης δήλωσε : « Στις περιόδους κρίσης που τα εισοδήματα για πολλούς συμπολίτες μας είναι ανύπαρκτα, έχουμε την ηθική υποχρέωση να τους στηρίζουμε με τέτοιες αποφάσεις. Η δημοτική αρχή έχει πάρει και άλλες πρωτοβουλίες για την στήριξη των οικονομικά αδύναμων συμπολιτών μας με δράσεις όπως το κοινωνικό παντοπωλείο και το κοινωνικό ιατρείο. Σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη σχεδιάζουμε τις επόμενες δράσεις για την ενίσχυση των κοινωνικών δομών στήριξης των συμπολιτών μας, καθώς οι Δήμοι και η Εκκλησιά είναι οι φορείς που συμβάλουν ουσιαστικά στην ανακούφιση των συμπολιτών μας».

Ο «απασχολήσιμος» (επιτέλους!) κ. Σημίτης

Ο «απασχολήσιμος» (επιτέλους!) κ. Σημίτης


Ο όρος Κεντροαριστερά μετά τη δεκαετία του ’60 είχε πάει στα θυμαράκια. Ακόμα κι εκείνη την εποχή, πριν από τη χούντα, ο όρος αυτός εξέφραζε περισσότερο τη ρευστή σχέση Κέντρου και Αριστεράς και λιγότερο κάποιον διαμορφωμένο πολιτικό χώρο μεταξύ Κέντρου και Αριστεράς, ακόμα δε λιγότερο κάποιο σχετικό κόμμα.
Κατά τη μεταπολίτευση και για μακρό διάστημα μετά, ο όρος είχε περιπέσει σε αχρησία, οι κυρίαρχοι προσδιορισμοί ήταν Δεξιά, Κέντρο (ώσπου έσβησε), ΠΑΣΟΚ, Αριστερά, δηλαδή ΚΚΕ, ΚΚΕ εσ. και τέλος. Ακόμα και η ακροδεξιά, επειδή είχε ταυτισθεί με τη χούντα, είχε περιπέσει ως όρος σε αφάνεια, με τους όρους χούντα και χουντικός να αποδίδουν την έννοια αυτού του χώρου. Μέσα σε λίγο καιρό
ο όρος Κεντρώος είχε μετατραπεί σε κεντρογενής, διότι το ΠΑΣΟΚ απορροφούσε το Κέντρο, όπως απορροφούσε και αριστερούς, ΕΑΜογενείς ή ΕΔΑϊτες κατά την αμφίπλευρη διεύρυνσή του. Για 20-25 χρόνια ο όρος κεντροαριστερός είχε καταστεί α-νόητος. Οσο μάλιστα εντός του ΠΑΣΟΚ η συνύπαρξη κεντρώων-κεντρογενών και σοσαλιζόντων παλαιάς ή νέας κοπής εξέφραζε και αντίθεση και σύνθεση, οι όροι κεντροαριστερός και κεντροαριστερά είχαν ακόμα λιγότερο νόημα.
Τον όρο «κεντροαριστερά» ανέστησαν τα συγκροτήματα του Τύπου την εποχή Σημίτη, εκφράζοντας έτσι τη βούλησή τους ο νεοεμφανιζόμενος «εκσυγχρονισμός» να πατήσει σε δύο βάρκες: του ΠΑΣΟΚ και της ευεπίφορης προς συνεργασίες με το σύστημα Αριστεράς.
Ηταν η εποχή που η ανέξοδη (αλλά με τρομακτικό κόστος για την Ελλάδα) δημαγωγική περίοδος Παπανδρέου έσβηνε μαζί του. Η «αλλαγή» είχε ξεθυμάνει προ πολλού και η «αμηχανία» του λαϊκού ΠΑΣΟΚ έπρεπε να στοιχηθεί πίσω από ένα νέο πρόταγμα - τον «εκσυγχρονισμό». Κι έγινε της μουρλής. Η οργουελιανή γλώσσα που μιλάμε σήμερα γεννήθηκε τότε. Τότε άρχισαν τα διακυβεύματα, οι λαϊκισμοί, ο αυτοπροσδιορισμός, οι πολυπολιτισμοί, οι αφηγήσεις, οι ανθρωπιστικοί πόλεμοι - ένα κύμα πολιτικής ορθότητας και μεταμοντερνισμού σάρωσε τα μυαλά της χώρας και τα έκανε γκουρμέ, λάιφ στάιλ και επιτόκια. Τότε εστάλησαν εξορία οι λέξεις εργάτης, καπιταλισμός, μεροκάματο, γράμματα.
Βεβαίως, ο κ. Σημίτης απέτυχε περί τον «εκσυγχρονισμό» όσον είχε αποτύχει περί την «αλλαγή» και ο Ανδρέας. Ή μάλλον πέτυχαν το αντίθετο: η διαφθορά και η διαπλοκή της εποχής Ανδρέα ανήχθησαν σε επιστήμες, ενώ ο «εκσυγχρονισμός» άνοιξε τον δρόμο στον νεοφιλελευθερισμό, με αποτέλεσμα τους απασχολήσιμους, τα χρηματιστήρια κι εντέλει τα μνημόνια.
Ολα αυτά εκινούντο μέσα σε ένα φαρδουλό πολιτικό πλαίσιο, την κεντροαριστερά (και κατ’ αντίστιξιν την κεντροδεξιά), μέσα στο οποίο μπορούσαν να χωρέσουν όλοι οι «καλοί»: από τους συνεργαζόμενους Αριστερούς -του κλίματος ΔΗΜΑΡ σήμερα- έως τους άγριους νεοφιλελεύθερους. Μπορεί τα κόμματα της κεντροαριστεράς να μη συνεργάζονταν μεταξύ τους (έως ότε εχρειάσθη), αλλά οι πολιτικές τους και τα στελέχη τους έρχονταν όλο και πιο κοντά, ετέμνοντο κι εν τέλει ταυτίζονταν. Το φαινόμενο ήταν γενικότερο και οδήγησε σε μια ώσμωση των δύο μεγάλων τότε κομμάτων σε έναν ιδιότυπο μονοκομματικό δικομματισμό (κατά το πολιτικό αποτέλεσμα) και δικομματικό μονοκομματισμό (κατά τη σύνθεση).
Ηταν η εποχή που το ΠΑΣΟΚ ως «δημοκρατική παράταξη» συν τα παραφερνάλιά της άμα τε και παρακολουθήματα συναντούσε τη Ν.Δ. (και το αντίστροφο) σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που παρακολουθούσε την ομογενοποιημένη κυβερνητική που επέβαλλε η παγκοσμιοποίηση. Ετσι βρέθηκαν στον ίδιο παρονομαστή ο κ. Γεωργιάδης, φέρ’ ειπείν, και η κυρία Ρεπούση, διότι αυτά που τους «χώριζαν» ήταν για κατανάλωση, ενώ αυτά που τους ενώνουν είναι για λεηλασία.
Εξω απ’ αυτήν την υβριδική αποτύπωση του μονοκομματικού δικομματισμού σε Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά έμειναν το ΚΚΕ, το ριζοσπαστικό μέρος του ΣΥΝ, σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, η υπόλοιπη Αριστερά και -τώρα- ένα μέρος της λαϊκής δεξιάς που στρέφεται κατά του Μνημονίου.
Το πολιτικό σχήμα που οδήγησε την Ελλάδα απ’ την υποτέλεια στην υποδούλωση, τον λαό απ’ τη φτώχεια στην εξαθλίωση και το μέλλον στο παρελθόν παρουσιάζει τριγμούς, κόπωση, πάει πιθανόν για κατάρρευση. Καλούνται λοιπόν απόστρατοι εξ εφέδρων - εμφανίζεται ο κ. Σημίτης - φτου φτου στον κόρφο μας, σκόρδα και απήγανος.
Και τι κομίζει επανεμφανιζόμενος ο «αρχιερέας της διαπλοκής»; Το αενάως θνησιγενές σχήμα της Κεντροαριστεράς. Ενα σχήμα που το έχουν πάρει εργολαβία τα ΜΜΕ των εργολάβων χρόνια τώρα, αλλά που δεν οδηγεί πουθενά, όπως οι παρατημένοι δρόμοι που ανέλαβαν οι ίδιοι να διανοίξουν ανά την επικράτεια.
Αγχωμένο το εγχείρημα. Και χωρίς έμπνευση. Αίφνης η «Ελιά». Παρ’ ότι στη διπλανή Ιταλία, ξεράθηκε. Και παρ’ ότι στα δικά μας μάτια έλαβε ήδη εν τη γενέσει του σχήμα φαιδράς πορτοκαλέας - εδώ ο Μπίστης, εκεί ο Λοβέρδος, να τος ο Μπενύτο που είναι ο Κουβέλης, διαφωνεί ο Τσουκάτος, συμφωνεί ο Χριστοδουλάκης, Χριστούλη μου παραπάτησε ο Μόσιαλος, φτου και βγαίνω η Σώτη, τι θα κάνουμε χωρίς τη Διαμαντοπούλου;
Προς τι λοιπόν οι σπαραγματικές κινήσεις θραυσμάτων;
Ή νομίζουν οι κινούντες τα νήματα πως απευθύνονται σε λωτοφάγους, ή η επιμελητεία τους για εφεδρείες βρίσκεται σε απελπισία. Πιθανόν είναι βεβαίως να μην το αντιλαμβάνονται, διότι ο μικρόκοσμός τους κυβερνά αυτήν τη χώρα πολλά χρόνια, αλλάζοντας τα πιόνια της σε μια σκακιέρα χωρίς αντίπαλο. Ωσπου το παράκαναν. Κι έφεραν την κρίση. Και η κρίση έφερε τον λαό στο προσκήνιο. Για πρώτη φορά μετά τη μεταπολιτευτική περίοδο 1974-1981. Μεγάλο μέρος των πολιτών περνάει αυτόν τον καιρό από τη χειραγώγηση στη χειραφέτηση. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό η δημοκρατία, ταλαιπωρημένη έστω και κολοβωμένη, δείχνει να μην ποδηγετείται εύκολα με απειλές, εκβιασμούς και καταστολή.
Η θεωρία των δύο άκρων ξεφουσκώνει και η «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται» σκοντάφτει πάνω στη βία που ασκούν η Ευρωπαϊκή Ενωση, τα μνημόνια και οι ντόπιοι Δυνατοί.
Η ανάκληση λοιπόν απ’ τους «διαθέσιμους» του κ. Σημίτη τον καθιστά απλώς «απασχολήσιμον». Κατά ειρωνείαν όσων προσπάθησε για εκατομμύρια από μας -να μας κάνει «απασχολήσιμους»- «απασχολήσιμος» και ο ίδιος, για πέντε μέρες κούφιας δημοσιότητας...
ΥΓ.: Πέθανε χθες ο σύντροφος Γιώργος Χουρμουζιάδης. Ενας κομμουνιστής κι ακαδημαϊκός δάσκαλος που συνέβαλε στη μόρφωση και την πολιτική διαμόρφωση χιλιάδων Ελλήνων. Μόνον καλό πρόσφερε στα γράμματα, την πατρίδα και τους ανθρώπους. Με σοφία, ήθος, τιμή και καλοσύνη. Υποκλινόμαστε.


email: stathis@enikos.gr

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ: ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ


Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε καλύτερα πώς σχετίζεται αυτός ο τελευταίος κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θʼ απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις.
Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και το ποινικό δίκαιο και τον καθηγητή που διδάσκει ποινικό δίκαιο και, συνάμα, το αναπόφευκτο σύγγραμμα με το οποίο ο ίδιος καθηγητής ρίχνει στη γενική αγορά τις παραδόσεις του εν είδει «εμπορεύματος». Έτσι πολλαπλασιάζεται ο εθνικός πλούτος. Για να μην αναφέρουμε την ατομική απόλαυση που παρέχει το χειρόγραφο του συγγράμματος στο δημιουργό του, όπως μας λέει ένας πολύ αξιόπιστος μάρτυρας, ο καθηγητής Roscher. [1]
Πέραν τούτου, ο καθηγητής παράγει ολόκληρη την αστυνομία και την ποινική δικονομία, κλητήρες, δικαστές, δήμιους, ενόρκους και λοιπά. Όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι επαγγελματικοί κλάδοι, που αποτελούν ισάριθμες κατηγορίες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αναπτύσσουν διάφορες ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος, φτιάχνουν νέες ανάγκες αλλά και νέους τρόπους για την ικανοποίησή τους. Και μόνο τα βασανιστήρια έγιναν αφορμή για τις ευφυέστερες μηχανικές εφευρέσεις, ενώ πλήθος τίμιοι χειρώνακτες απασχολούνται στην παραγωγή των σχετικών εργαλείων.

Ο εγκληματίας παράγει μια εντύπωση, εν μέρει ηθική, εν μέρει τραγική, αναλόγως, κι έτσι προσφέρει μια «υπηρεσία» στη διακίνηση των ηθικών και αισθητικών συγκινήσεων του κοινού. Δεν παράγει μόνο συγγράμματα ποινικού δικαίου, ούτε απλώς τους ποινικούς κώδικες και τους νομοθέτες, παράγει και τέχνη, ωραία λογοτεχνία, μυθιστορήματα, ακόμη και τραγωδίες, όπως αποδεικνύουν, όχι μόνο η Ενοχή του Müllner [2] και οι Ληστές του Schiller, αλλά και αυτός ο Οιδίπους και ο Ριχάρδος ο Τρίτος.
Ο εγκληματίας σπάζει τη μονοτονία και την καθημερινή ασφάλεια της αστικής ζωής. Έτσι την προστατεύει από την τελμάτωση και προκαλεί την ανήσυχη ένταση και την κινητικότητα, χωρίς τις οποίες θα αμβλυνόταν ακόμη και η ορμή του ανταγωνισμού. Δίνει, λοιπόν, ένα κίνητρο στις παραγωγικές δυνάμεις. Το έγκλημα αποσύρει από την αγορά εργασίας ένα τμήμα του περιττού πληθυσμού, οπότε μειώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών, εμποδίζοντας, ως ένα βαθμό, την πτώση του μισθού κάτω από το ελάχιστο όριο, ενώ παράλληλα ο αγώνας εναντίον του εγκλήματος απορροφά ένα άλλο τμήμα του ίδιου πληθυσμού. Άρα ο εγκληματίας αναδεικνύεται σε μια από εκείνες τις φυσικές «εξισορροπήσεις» που αποκαθιστούν το σωστό επίπεδο και ανοίγουν μιαν ολόκληρη προοπτική «ωφέλιμων κλάδων απασχόλησης».
Οι επενέργειες του εγκλήματος στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσαν να αποδειχθούν ως την τελευταία λεπτομέρεια. Οι κλειδαριές θα είχαν αποκτήσει τη σημερινή τους αρτιότητα, αν δεν υπήρχαν κλέφτες; Η νομισματοκοπία θα έφτανε στην τωρινή της τελειότητα, αν δεν υπήρχαν παραχαράκτες; Το μικροσκόπιο θα έβρισκε ποτέ τρόπο να περάσει στη συνήθη εμπορική σφαίρα (βλ. και Babbage) [3], αν δεν γινόταν απάτη στο εμπόριο; Τέλος, η εφαρμοσμένη χημεία δεν οφείλει στη νοθεία των εμπορευμάτων και στην προσπάθεια ανακάλυψής της όσα ακριβώς οφείλει και στον τίμιο παραγωγικό ζήλο; Το έγκλημα επινοεί διαρκώς νέα επιθετικά μέσα για να προσβάλει την ιδιοκτησία, κι έτσι γεννά και νέα αμυντικά μέσα, οπότε επιδρά παραγωγικά στην ανακάλυψη νέων μηχανών – όπως ακριβώς και οι απεργίες.
Ας αφήσουμε όμως τη σφαίρα του ιδιωτικού εγκλήματος: χωρίς εθνικό έγκλημα θα μπορούσε να υπάρξει η παγκόσμια αγορά; Θα υπήρχαν έθνη; Άραγε το δέντρο της αμαρτίας δεν είναι, ταυτόχρονα, και δέντρο της γνώσης, από την εποχή του Αδάμ ως σήμερα; Στο Μύθο Των Μελισσών (1705) ο Mandeville [4] έχει αποδείξει την παραγωγική δύναμη που διαθέτουν όλα τα πιθανά είδη επαγγελμάτων, αλλά και το γενικό συμπέρασμα όλου αυτού του επιχειρήματος:
«Αυτό που ονομάζουμε στον κόσμο μας Κακό, είτε ηθικό είτε φυσικό, είναι η μεγάλη αρχή που μας κάνει κοινωνικά πλάσματα, η σταθερή βάση, η ζωή και το στήριγμα όλων των τεχνών και των ενασχολήσεων ανεξαιρέτως. Και τη στιγμή που θα έπαυε να υπάρχει το Κακό, η κοινωνία θα ήταν καταδικασμένη να φθαρεί, αν όχι να καταποντιστεί αύτανδρη.»
Μόνο που, βέβαια, ο Mandeville ήταν απείρως πιο τολμηρός και έντιμος από τους Φιλισταίους απολογητές της αστικής κοινωνίας.
   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ   
[1] Roscher, Wilhelm Georg Friedrich (1817-1894). Ιδρυτής της παλαιότερης ιστορικής σχολής της πολιτικής οικονομίας στη Γερμανία.
[2] Müllner, Amandus Gottfried Adolf (1774-1829). Κριτικός και ποιητής.
[3] Babage, Charles (1792-1871). Άγγλος μαθηματικός, μηχανικός και οικονομολόγος.
[4] Mandeville, Bernard de (1670-1733). Άγγλος σατιρικός συγγραφέας, γιατρός και οικονομολόγος.
Το περίφημο «Εγκώμιο του Εγκλήματος» του Καρλ Μαρξ. Γράφτηκε ανάμεσα στα 1860 και 1862. Οι εκδότες του Μαρξ το ενσωμάτωσαν στις Θεωρίες της υπεραξίας, τόμος IV του Κεφαλαίου (εκδόσεις Α/συνέχεια). Στα ελληνικά το βρίσκετε και μόνο του, σε έκδοση της ΑΓΡΑΣ και σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη.
υπεύθυνος εγκληματικής ενέργειας και επαναστατικής βαρβατίλας ο no_longer_safe
Πηγή: The Trim

ΕΔΩ ΕΧΕΙ ΔΙΚΙΟ Ο Κ. ΤΣΙΠΡΑΣ


Του Ν. ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΥ*
Ο κ.Τσίπρας απάντησε στον Νίκο Χατζηνικολάου στην συνέντευξή του την Δευτέρα «στον ενικό»:
«Είναι άλλο πράγμα το Μνημόνιο, και είναι άλλο πράγμα η Δανειακή σύμβαση».
Το πρώτο θα ακυρωθεί. Το Μνημόνιο - λέει ο κ.Τσίπρας - θα καταργηθεί  από το πρώτο βράδυ των εκλογών εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει πάρει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Τη δεύτερη, τη Δανειακή σύμβαση (σσ: που είναι «άλλο πράγμα» από το Μνημόνιο) θα την «διαπραγματευτούμε» για να την αλλάξουμε, είπε ο κ.Τσίπρας.
Η θέση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ είναι γνωστή από την προεκλογική περίοδο του 2012. Πρόκειται όμως για μια θέση που βρίσκεται σε απόσταση από την πραγματικότητα  ως προς την ουσία της σχέσης που πραγματικά διέπει τα δύο κείμενα (Μνημόνιο – Δανειακή σύμβαση). Για παράδειγμα, στη σελίδα 59, παράγραφος 8 της Δανειακής σύμβασης, απερίφραστα αναφέρεται:
«Η διαθεσιμότητα αυτής της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης εξαρτάται από τη συμμόρφωση της Ελλάδας με τα μέτρα που εκτίθενται στο Μνημόνιο...»!
Δηλαδή το Μνημόνιο και η Δανειακή δεν είναι «δυο πράγματα». Είναι «ένα πράγμα». Είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και σε αυτή τη ζωή δεν γίνεται να συναλλάσσεσαι  μόνο με τη μια όψη του νομίσματος.

Όμως η θέση «άλλο το Μνημόνιο, άλλο η Δανειακή σύμβαση» εκτός από την απόσταση που τη χωρίζει από την εσωτερική συνάφεια που διέπει τα δυο κείμενα, είναι μια θέση που βρίσκεται σε απόσταση και από προηγούμενες (προ- προεκλογικές) θέσεις του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ.
Για παράδειγμα:
  • «Είμαι βέβαιος ότι η διαχωριστική γραμμή πλέον που θα μπει πολύ βίαια στη ζωή μας θα είναι αποδοχή της νέας δανειακής σύμβασης και της υποτέλειας και της επιτροπείας του διεθνούς οικονομικού ελέγχου ή μη αποδοχή και εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης; Αυτό είναι το βασικό» (Α. Τσίπρας, ρ/σ «Real Fm», 8/2/2012).
  • «Πράξη εθνικής ευθύνης είναι η απόρριψη της δανειακής σύμβασης, είναι η απόρριψη των νέων μέτρων που θα βυθίσουν το λαό μας στη δυστυχία (...). Με ένα νέο συνασπισμό εξουσίας δεν θα αναγνωρίσουμε τις παράνομες και αντισυνταγματικές δανειακές συμβάσεις...». (Α. Τσίπρας,  Γραφείο Τύπου ΣΥΡΙΖΑ, 11/2/2012)
  • «…με τη συμφωνία τους για τη νέα αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση, το δρακόντειο μνημόνιο που τη συνοδεύει (…) οδηγούν το λαό σε εξανδραποδισμό, ταπείνωση και αφανισμό». (Δ. Στρατούλης, ρ/σ «Κόκκινο», 9/2/2012)
  • «Αν περάσει αυτό το πακέτο (σ.σ.: Μνημόνιο και Δανειακή σύμβαση) θα δεθεί η χώρα και οι πολίτες της χειροπόδαρα για δεκαετίες, μηδενίζεται κάθε περιθώριο αναδιαπραγμάτευσης σαν και αυτή που υποσχότανε παλιά ο κ. Σαμαράς» (Δηλώσεις κ. Δ. Παπαδημούλη, ρ/σ «Κόκκινο», 9/2/2012).
Όπως βλέπουμε, τρεις μήνες πριν από τις εκλογές του περασμένου Μάη, για τον ΣΥΡΙΖΑ η Δανειακή σύμβαση δεν ήταν «άλλο πράγμα» από το Μνημόνιο. Μνημόνιο και σύμβαση, έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ένα και το αυτό «πακέτο» που μηδένιζε «κάθε περιθώριο αναδιαπραγμάτευσης». Το «δρακόντειο μνημόνιο» δεν ήταν κάτι το διαφορετικό από τη σύμβαση, αντίθετα  ήταν το «συνοδευτικό» της «αποικιοκρατικής» «παράνομης» και «αντισυνταγματικής» σύμβασης.  Τότε από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ  γινόταν λόγος για «απόρριψη»  της «υποτέλειας» που συνεπαγόταν η Δανειακή σύμβαση. Σήμερα γίνεται λόγος για «διαπραγμάτευση». Αλλά την υποτέλεια την διαπραγματεύεσαι; Η’ την απορρίπτεις αδιαπραγμάτευτα;…
Την απάντηση στο ερώτημα τη δίνει η ίδια η Δανειακή σύμβαση. Πράγματι, το σημαντικότερο είναι να απαντηθεί  αν τα όσα περιέχονται σε αυτήν είναι τελικά «διαπραγματεύσιμα».
Να μερικά απ’ όσα περιλαμβάνοντα στα κείμενα των Δανειακών συμβάσεων:
  1. Με τη Δανειακή σύμβαση η Ελλάδα (άρθρο 13, παράγραφος 1, σελ. 86) τίθεται υπό το «αγγλικό δίκαιο». Συγκεκριμένα αναφέρεται: «Η Παρούσα Σύμβαση και κάθε εξωσυμβατική αξίωση που γεννάται σε σχέση με αυτή θα διέπονται και θα ερμηνεύονται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο»!
  2. Με τη Δανειακή σύμβαση (άρθρο 13, παράγραφος 2, σελ. 86) η Ελλάδα τίθεται υπό την «αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου»!
  3. Στη Δανειακή σύμβαση (άρθρο 13, παράγραφος 4, σελ. 86-87) αναφέρεται το εξής καταπληκτικό: «Το Δικαιούχο Κράτος Μέλος και η Τράπεζα της Ελλάδος παραιτούνται με την παρούσα αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμα ασυλίας που ήδη έχουν ή μπορεί να δικαιούνται σε σχέση με τους ίδιους και τα περιουσιακά τους στοιχεία έναντι δικαστικών ενεργειών σχετικά με την παρούσα Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά από κάθε δικαίωμα ασυλίας έναντι άσκησης αγωγής, έκδοσης δικαστικής απόφασης ή άλλης διάταξης, κατάσχεσης, εκτέλεσης ή ασφαλιστικού μέτρου και έναντι κάθε εκτέλεσης ή αναγκαστικού μέτρου σε βάρος περιουσιακών τους στοιχείων στο μέτρο που αυτό δεν απαγορεύεται από αναγκαστικό νόμο»!

Τα παραπάνω καταγράφονται στο άρθρο 14 της Δανειακής σύμβασης του 2010. Αυτούσια έχουν μεταφερθεί στο άρθρο 13 της Δανειακής σύμβασης του 2012
Αλήθεια (και τώρα το ερώτημα τίθεται μόνο ρητορικά): Μια τέτοια σύμβαση, που περιλαμβάνει τέτοιες διατάξεις, ανήκει στην κατηγορία των συμβάσεων που τις  «διαπραγματεύεσαι» ή που τις απορρίπτεις ασυζητητί;
Εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι αυτό το ανεπανάληπτο όργιο που λέγεται «Δανειακή Σύμβαση», με το οποίο η Ελλάδα τίθεται υπό το αγγλικό δίκαιο (!), με το οποίο η Ελλάδα «απαλλάσσεται» από τα ...βάρη κάθε έννοιας ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, με το οποίο η Ελλάδα «παραιτείται» κάθε ασυλίας της περιουσίας της έναντι των δανειστών, δεν είναι άμεσα απορριπτέο, δεν είναι ακαριαία ακυρωτέο, αλλά είναι «διαπραγματεύσιμο», είναι «συζητήσιμο», είναι «διαχειρίσιμο», εφόσον θεωρεί ότι τους συντάκτες τέτοιων κειμένων δεν τους στέλνεις από εκεί που ήρθανε αλλά ότι υπάρχει μαζί τους βάση συνομιλίας αλλά και συμφωνίας,
τότε – πριν από την κουβέντα περί ακύρωσης ή διαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης - μάλλον θα καταλήξουμε  να αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε γύρω από το τι είναι και τι δεν είναι αριστερή πολιτική.
Αλλά στη συζήτηση αυτή, επειδή συνήθως διεξάγεται με «αριστερόμετρα» και όχι με  μέτρο την πολιτική λογική, δεν βγαίνει άκρη. Εξ’ αυτού του λόγου επιτρέψτε μας να καταθέσουμε την δική μας άποψη χωρίς τους «γεωγραφικούς πολιτικούς προσδιορισμούς» που (για να μην κρυβόμαστε) τη συνοδεύουν. Εμείς, λοιπόν, πιστεύουμε ότι η πολιτική που διαχωρίζει τα Μνημόνια από τις Δανειακές συμβάσεις και υποστηρίζει την («αριστερή», «δεξιά», «κεντρώα» κλπ) διαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης δεν αποτελεί πορεία εξόδου του λαού και της χώρας από την κόλαση που βιώνουμε. Αντίθετα - εμείς πιστεύουμε ότι - αυτή η εξαγγελία οδηγεί προοπτικά σε μια νέα («αριστερή», «δεξιά», κεντρώα» κλπ) διαχείριση της δανειακής σύμβασης (και της κόλασης με ή χωρίς μνημόνια). Αλλά – εμείς πιστεύουμε ότι - την «υποτέλεια», την «αποικιοκρατία», την «επιτροπεία», την «εξόντωση του λαού» (και την «κόλαση», γενικώς) δεν τα συζητάς και δεν τα διαπραγματεύεσαι με τους «αποικιοκράτες». Τα απορρίπτεις. Τα καταγγέλλεις. Τα ακυρώνεις. Τα «χειρίζεσαι» καταργώντας τα. Δεν τα «διαχειρίζεται» συζητώντας τα.  Και προχωράς. Μόνο έτσι.

Υστερόγραφο:
Στο πλαίσιο μιας τέτοιας συζήτησης, συμπαραστάτη - συνήγορο της άποψής μας κατά της διαχείρισης της σύμβασης θα καλέσουμε τον… κ.Τσίπρα. Ο κ.Τσίπρας, πριν ο ΣΥΡΙΖΑ μετακινηθεί στη θέση για την «διαπραγμάτευση» της σύμβασης, είχε πει την εξής κουβέντα: «...να διαχειριστούμε αυτή τη δανειακή σύμβαση, είναι οξύμωρο, είναι εγκληματικό, είναι καταστροφικό και σε κάθε περίπτωση είναι αναξιόπιστο» (Α. Τσίπρας, ρ/σ «Real Fm», 8/2/2012).
Στο σημείο αυτό, ο κ. Τσίπρας έχει απόλυτο δίκιο.

… και μια βαθιά υπόκλιση : Γιώργος Χουρμουζιάδης

*Δημοσιεύθηκε στο "enikos.gr"  την Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More