Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Ιουν 2023

Η απίστευτη καινοτομία του αμερικανικού καπιταλισμού: Στην ουρά για ένα καρβέλι ψωμί

 https://im2.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2023/21/390678-food.jpg

Το 1992, λίγο μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής ‘Ένωσης, στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων στη Δύση φιγουράριζαν οι τεράστιες ουρές που σχημάτιζαν οι κάτοικοι της Μόσχας και άλλων πόλεων για να προμηθευτούν τρόφιμα, ή ένα καρβέλι ψωμί, παρά την αφθονία που υπήρχε σε σιτηρά και πρώτες ύλες.

Την εποχή εκείνη οι ελλείψεις τροφίμων στη Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιήθηκαν από τα δυτικά Μέσα για να καταδείξουν την αποτυχία του κομμουνιστικού συστήματος να παρέχει στους πολίτες έστω και τα βασικότερα αγαθά.

Στον αντίποδα προτείνονταν οι ιδιωτικοποιήσεις και η ελεύθερη οικονομία της αγοράς ως ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να σταματήσει ο άσκοπος κύκλος της σπατάλης από ένα άκαμπτο σύστημα. Οι ουρές για το ψωμί έγιναν το σύμβολο της ταπείνωσης των πολιτών, της δυσλειτουργίας του κράτους και της οικονομικής ανεπάρκειας.

Σήμερα, εκατομμύρια άνθρωποι στήνονται στην ουρά για λίγα τρόφιμα στην Μέκκα του καπιταλισμού. Όμως, για τα κυρίαρχα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης και τους πολιτικούς θεσμούς, ο συμβολισμός αυτός ισχύει μόνο για ό, τι συμβαίνει σε άλλες χώρες και συχνά περιγράφεται ως δείγμα προκαπιταλιστικής κατάστασης, αναφέρει ο Luke  Savage στην ιστοσελίδα Jacobin.Αντιθέτως, το αμερικανικό μοντέλο παρουσιάζεται τόσο δυναμικό και αποτελεσματικό που οι όποιοι πολίτες αντιμετωπίζουν ενδεχομένως προβλήματα ή δυσκολίες, όπως πείνα, φτώχεια, ανεργία δεν αποτελούν μομφή εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος.


Πρόσφατο δημοσίευμα του Bloomberg περιγράφει την ουρά των πολιτών έξω από τις εγκαταστάσεις του Ερυθρού Σταυρού της Βοστώνης να εκτείνεται σε μήκος όσο δύο γήπεδα ποδοσφαίρου. Το δημοσίευμα περιγράφει τη δυσκολία μιας σαραντάχρονης  ανάπηρης μητέρας να μοιράσει τα λιγοστά τρόφιμα στα δύο παιδιά της.

Σκηνές όπως αυτή είναι πολύ συνηθισμένες στη σύγχρονη Αμερική, καθώς οι τιμές των τροφίμων έχουν φτάσει στα ύψη και η αναζήτηση βοήθειας από τις τράπεζες τροφίμων έχει φτάσει σε σημείο ρεκόρ, επισημαίνει το δημοσίευμα στο Jacobin.

 Σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία των ΗΠΑ σχεδόν είκοσι πέντε εκατομμύρια άνθρωποι έφτασαν στο κατώφλι της πείνας μόνο τον Απρίλιο, πράγμα που οφείλεται  εν μέρει στην περικοπή των επιδομάτων για τρόφιμα από την εποχή της πανδημίας.

Σε μια χώρα με ΑΕΠ 25 τρισ. δολάρια, δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από την επισιτιστική κρίση, την ώρα που το Κογκρέσο συζητά το ενδεχόμενο να επιβάλει νέους όρους σ΄ ένα ήδη ανεπαρκές πρόγραμμα επισιτιστικής βοήθειας. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς, η εργασία θα είναι ένα από τα προαπαιτούμενα για τους δυνητικούς δικαιούχους βοήθειας. Στην ουσία, τονίζει ο Savage, σήμερα ο μέσος αμερικανός πολίτης πλήττεται από την εκτίναξη των τιμών των τροφίμων, τις περικοπές των επιδομάτων και μία δημοσιονομική πολιτική που έχει σχεδιαστεί για να αυξήσει την ανεργία.

Όπως πολύ ωραία και συνοπτικά το έθεσε κάποιος αναλυτής, σύμφωνα με το δημοσίευμα του Jacobin, υπάρχουν πάρα πολλοί εργαζόμενοι, οπότε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) αυξάνει τα επιτόκια στο όνομα της συγκράτησης του πληθωρισμού ενισχύοντας έτσι την ανεργία. Πολλοί χάνουν τις δουλειές τους με αποτέλεσμα να χρειάζονται κουπόνια τροφίμων, όμως για να είναι δικαιούχοι βοήθειας οι ίδιοι άνθρωποι πρέπει να είναι εργαζόμενοι και σήμερα η εξεύρεση εργασίας γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Ο φαύλος κύκλος των ελλείψεων, της σκληρότητας και της σπατάλης είναι εκεί,  όπως και όλα αυτά που συμβολίζουν οι  μεγάλες ουρές έξω από τις τράπεζες τροφίμων σε αστικές περιοχές όπου υπάρχει υπερπληθώρα καταναλωτικών προϊόντων, καταλήγει το δημοσίευμα.

Ας είναι καλά η ελεύθερη αγορά.

4 Μαΐ 2023

Χρηματοπιστωτική κατάρρευση, ένας διαρκής κίνδυνος για τη Δύση

 Τέλος η Δύση: Δολάριο, ομόλογα και μετοχές θα έχουν μηδενική αξία – Το  μέλλον ανήκει στην Ασία

Η πρόσφατη χρεωκοπία της καλιφορνέζικης Silicon Valley Bank συνοδεύεται από την εντύπωση πως όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί: χρηματιστήρια σε παράκρουση, εκκλήσεις για ηρεμία, διάσωση παράτολμων επενδυτών, υποσχέσεις για έρευνες σε βάθος… Μπορεί η πτώση της SVB να μην παρασύρει την υπόλοιπη οικονομία, όμως ένα πράγμα είναι σίγουρο: δεκαπέντε χρόνια μετά την πτώχευση της Lehman Brothers, τα πάντα θα μπορούσαν να επαναληφθούν.

Επιμένει σθεναρά μια πολιτική προσωπικότητα για κάτι προφανές; Είναι επειδή μάλλον αμφιβάλλει για αυτό. Επομένως, όταν ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Μπρυνό Λε Μερ εξηγούσε, στις 13 του περασμένου Μαρτίου, ότι «όλα πηγαίνουν καλά» για τις γαλλικές τράπεζες ύστερα από μια νέα τραπεζική πτώχευση στις ΗΠΑ, κατά πάσα πιθανότητα συνέβαλε ώστε να πειστούν οι παράγοντες του οικονομικού κόσμου να σπεύσουν προς τις σωσίβιες λέμβους.

Τρεις ημέρες νωρίτερα, οι ΗΠΑ βίωναν την πιο σημαντική τραπεζική κατάρρευση από το 2008: εκείνη της Silicon Valley Bank (SVB), ενός πιστωτικού ιδρύματος με εξειδίκευση στη χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων (start-up). Μετά από ένα σαββατοκύριακο παζαρεμάτων στους κόλπους των αμερικανικών πολιτικών και νομισματικών αρχών, όλα τα βλέμματα στρέφονται προς το χρηματοπιστωτικό σύμπαν υπό τον φόβο ενός εφέ ντόμινο. Μπροστά στις κάμερες, ο Λε Μερ πασχίζει να εμπνεύσει εμπιστοσύνη και γαλήνη. Ωστόσο, το βεβιασμένο μειδίαμα στο πρόσωπό του φανερώνει ένταση: «Ηρεμήστε!», λέει απότομα, απευθυνόμενος προς τους επενδυτές. «Ηρεμήστε και κοιτάξτε την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ότι το γαλλικό τραπεζικό σύστημα δεν έχει εκτεθεί. Δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των καταστάσεων» στη Γαλλία και στην Αμερική. Και το στέλεχος της κυβέρνησης κατέληξε λέγοντας, σαν πυροσβέστης που η μάνικά του εκτοξεύει κηροζίνη: «Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τις γαλλικές τράπεζες».

Ενώ ένας άνεμος πανικού ταράζει τα Χρηματιστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο, οι πολιτικοί ιθύνοντες προβάλλουν τις συνήθεις εξηγήσεις. Πρώτα απ’ όλα, η SVB δεν ήταν μια τράπεζα σαν τις άλλες. «Δεν ήταν η τυπική ατμόσφαιρα της Γουόλ Στριτ, με την τραχιά μπίζνες νοοτροπία “με σηκωμένα τα μανίκια”. Η εργασία στην SVB μάλλον έδινε την εντύπωση πως εργαζόσουν σε κάποια εταιρεία του τεχνολογικού τομέα παρά σε τράπεζα», εξηγεί ένας πρώην εργαζόμενος της εταιρείας στους «Financial Times» (1). Με άλλα λόγια, εφόσον η SVB αποτελούσε κομμάτι μιας κουλτούρας διαφορετικής από εκείνη των συνηθισμένων τραπεζών, οι δυσκολίες της σίγουρα θα αφήσουν αλώβητα τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Φευ, τη στιγμή που δημοσιεύεται το άρθρο των «Financial Times», η πτώση της SVB έχει ήδη αναγκάσει την κεντρική ελβετική τράπεζα να επέμβει προκειμένου να εμποδίσει την κατάρρευση της Crédit Suisse —μιας πλήρως παραδοσιακής τράπεζας— προτού επιβληθεί η εξαγορά της από τον γίγαντα UBS.

Δεύτερος τρόπος εξήγησης της κρίσης: φέρεται να προέρχεται από την επιλήψιμη συμπεριφορά ατόμων –ατόμων μάλλον πολύ δυνατών, αφού στους ώμους τους σηκώνουν όλο το βάρος της ευθύνης για τις χρηματοπιστωτικές δυσλειτουργίες. Το 2008, ο χρηματιστής Ζερόμ Κερβιέλ και ο διαχειριστής κεφαλαίων Μπέρναρντ Μάντοφ είχαν ενσαρκώσει, στα μάτια των μέσων ενημέρωσης, τις «παρεκτροπές» ενός κατά τ’ άλλα άσπιλου συστήματος. Έτσι, λίγες ημέρες μετά την πτώχευση της SVB, η αμερικανική δικαιοσύνη δρομολογεί έρευνα εις βάρος των διευθυντών της εταιρείας, ενόσω η κεντρική τράπεζα της χώρας, η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα (Fed), αναγγέλλει τη διεξαγωγή εσωτερικής έρευνας με στόχο να καταλάβει «πώς μπόρεσε να αφήσει την τράπεζα να καταρρεύσει» (2).

Ιδεολογικές ακροβασίες

Είναι πολύ πιθανό τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών να προκαλέσουν λιγότερο θόρυβο από την αναγγελία τους. Διότι, ενώ οι ειδήμονες ερίζουν μεταξύ τους (Θα υπάρξει άραγε μετάδοση; Πρόκειται μήπως για ένα «νέο 2008»;), από τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους ηγέτες διαφεύγει η πιο σημαντική διαπίστωση: μια νέα μεγάλη κρίση έχει γίνει πιθανή, για να μην πούμε αναπόφευκτη, είτε συμβεί αύριο είτε αργότερα. Όχι λόγω «δυσλειτουργιών» στην περιφέρεια του συστήματος, αλλά λόγω των ανισορροπιών της ίδιας της καθημερινής λειτουργίας του. Δυσλειτουργίες οι οποίες τοποθετούν τις κεντρικές τράπεζες, κομβικό σημείο αποκρυστάλλωσης όλων των αντιφάσεων του συστήματος, στη θέση του οδηγού ενός οχήματος με τετράγωνες ρόδες.

Δέκατη έκτη στον πίνακα κατάταξης των αμερικανικών τραπεζών με βάση το μέγεθος του ενεργητικού τους, η SVB γονάτισε από ένα γεγονός αρκετά κοινότοπο στην ιστορία: έναν τραπεζικό πανικό (bank run), δηλαδή μια μαζική και αιφνίδια απόσυρση των πελατών της, στην οποία δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Ωστόσο, το σύστημα είναι πια τόσο σφιχτοπλεγμένο, ώστε ένα κοινότοπο γεγονός απειλεί ολόκληρο το οικοδόμημα. Υπό τον φόβο μετάδοσης, οι νομισματικές αρχές πήραν την απόφαση να κλείσουν την SVB στις 10 Μαρτίου και κατόπιν, δύο ημέρες αργότερα, τη Signature Bank, εξειδικευμένη στα κρυπτονομίσματα. Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε στη συνέχεια πως θα κινητοποιήσει 25 δισεκατομμύρια δολάρια (23 δισεκατομμύρια ευρώ) εγγυήσεων προκειμένου να ανταποκριθεί στις ενδεχόμενες ανάγκες άλλων ιδρυμάτων, ώστε να καθησυχαστούν οι καταθέτες τους. Σε αυτό προστίθενται δύο έκτακτα μέτρα: εγγύηση που καλύπτει κατά 100% τις καταθέσεις της SVB —ενώ η ομοσπονδιακή εγγύηση κανονικά περιορίζεται στα 250.000 δολάρια– και η ίδρυση ενός νέου μηχανισμού έκτακτης ανάγκης (του Bank Term Funding Program, BTFP) από τη Fed.

Εξειδικευμένη στην –εγγενώς επισφαλή– χρηματοδότηση των νεοφυών επιχειρήσεων, η SVB επωφελήθηκε από τον ενθουσιασμό για τον τομέα της τεχνολογίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19. Επένδυσε την άφθονη ρευστότητα που διέθετε σε μακροπρόθεσμα, χαμηλού κινδύνου ομόλογα (ή χρεόγραφα), κυρίως σε αμερικανικούς κρατικούς τίτλους. Όμως, μετά το 2022, η κατάσταση στον τομέα της τεχνολογίας ανατράπηκε και οι νεοφυείς επιχειρήσεις δυσκολεύονταν να συγκεντρώσουν κεφάλαια. Μια δυσκολία που εξηγείται μεταξύ άλλων από την αναθεώρηση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής της Fed, η οποία είχε για καιρό διατηρήσει τα επιτόκια βάσης της σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Η ρευστότητα στέρεψε σταδιακά ύστερα από έξι διαδοχικές αυξήσεις των επιτοκίων αυτών, που πέρασαν από το 0% στο 4,75% μέσα σε έναν περίπου χρόνο. Οπότε, οι νεοφυείς επιχειρήσεις άντλησαν χρήματα από τις καταθέσεις τους στην SVB.

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτές οι σημαντικές και απρόβλεπτες αναλήψεις, η SVB υποχρεώθηκε να πουλήσει επειγόντως τα ομόλογα που είχε συγκεντρώσει. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: η αξία τους είχε καταρρεύσει λόγω της αύξησης των επιτοκίων. Η αρχή είναι πολύ γνωστή στις ομολογιακές αγορές (όπου ανταλλάσσονται τα χρεόγραφα). Όταν τα επιτόκια αυξάνονται, οι νέοι τίτλοι που εκδίδονται είναι πιο αποδοτικοί από τους παλαιότερους, των οποίων η τιμή μειώνεται μηχανικά κατά τη μεταπώληση στις αγορές. Διαπιστώνοντας τις σημαντικές απώλειες —της τάξης των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων— κατά τη μεταπώληση των τίτλων της SVB, οι πελάτες της έχασαν την εμπιστοσύνη τους και έσπευσαν σωρηδόν να αποσύρουν τις καταθέσεις τους… επισπεύδοντας την πτώχευση της τράπεζάς τους.

Οι αμερικανικές αρχές επέδειξαν περίσσεια απερισκεψία, μειώνοντας την ήδη περιορισμένη εμβέλεια της τραπεζικής επιτήρησης που κληροδοτήθηκε από την οικονομική κρίση του 2008. Το 2018, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να αυξήσει από τα 50 στα 250 δισεκατομμύρια δολάρια το κατώτατο όριο του ισολογισμού βάσει του οποίου μια τράπεζα τίθεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Η SVB βρισκόταν κάτω από αυτό το όριο, συνεπώς είχε χαθεί από το ραντάρ των αρχών…

Η κατάρρευση του συγκεκριμένου ιδρύματος υπογραμμίζει όμως και την ευθύνη των κεντρικών τραπεζιτών (3). Μετά την επιστροφή του πληθωρισμού, κατά τη διάρκεια του 2021, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δίλημμα. Αφού επί πολύ καιρό μείωναν τα επιτόκια έτσι ώστε να επανεκκινηθεί η οικονομική δραστηριότητα ύστερα από την κρίση των δανείων υψηλού κινδύνου του 2008 και της Covid-19, τα ανέβασαν και πάλι προκειμένου να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό. Λάθος διάγνωση, δηλαδή. Διότι οι κύριες αιτίες του πρόσφατου πληθωρισμού δεν είναι νομισματικές αλλά δομικές. Απορρέουν από την αναδιάρθρωση των αλυσίδων αξίας, την άνοδο της τιμής της ενέργειας και τη γεωπολιτική κατάσταση. Επιπλέον, αυξάνοντας τα επιτόκια βάσης, οι νομισματικές αρχές διέπραξαν το ίδιο λάθος που είχαν κάνει κατά την οικονομική κρίση του 2008: υποτίμησαν τον αντίκτυπο της νομισματικής πολιτικής στη σταθερότητα του τραπεζικού και του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Παρόλα αυτά, ουδείς αγνοούσε πως η αύξηση των επιτοκίων θα προξενούσε σημαντικές δυσκολίες σε παράγοντες με πολύ μεγαλύτερη πολιτική ισχύ από τους ψηφοφόρους: τους επενδυτές, με πορτοφόλια «φουσκωμένα» μετά από χρόνια εύκολου χρήματος. Μια ξαφνική αύξηση των επιτοκίων απειλούσε να τους στερήσει τη ρευστότητα από την οποία πλέον έχουν καταλήξει να εξαρτώνται (4). Πριν από τον Μάρτιο του 2023, η Fed ακόμη εκτιμούσε πως ο πληθωρισμός αποτελούσε τον πιο απειλητικό σκόπελο. Η πτώχευση της SVB ίσως την κάνει να επανεξετάσει τις επιλογές της. Και οι επιλογές της είναι δύο: είτε να συνεχίσει στην οδό της περιοριστικής πολιτικής, παρά τον αυξημένο κίνδυνο αστάθειας, είτε να προχωρήσει σε μια «παύση», έως και σε μείωση των επιτοκίων, ώστε να μην δυσχεράνει τη θέση ακόμη περισσότερων παικτών στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Όλα δείχνουν ότι τα σύννεφα που σκιάζουν τον ορίζοντα για τις τράπεζες θα την οδηγήσουν στη δεύτερη εναλλακτική λύση.

Εξάλλου, η Fed έχει ήδη διακόψει τη μείωση του ισολογισμού της, απαραίτητη συνιστώσα για το σφίξιμο της νομισματικής πολιτικής, την οποία είχε δρομολογήσει εκχωρώντας τίτλους που είχε αρχικά αποκτήσει για να διασφαλίσει τη σταθερότητα των χρηματαγορών. Σε συντονισμό με την αρμόδια ομοσπονδιακή υπηρεσία για την εγγύηση των καταθέσεων και με το υπουργείο Οικονομικών, άνοιξε και πάλι τη στρόφιγγα της ρευστότητας προκειμένου να προστρέξει τις τράπεζες που έχουν πληγεί από την πτώση της SVB.

Αποτέλεσμα: από την Πέμπτη 9 Μαρτίου έως την Παρασκευή 15 Μαρτίου, η Fed δάνεισε 164,8 δισεκατομμύρια δολάρια, περισσότερα δηλαδή από το ποσό-ρεκόρ του τέλους Σεπτεμβρίου 2008 (111 δισεκατομμύρια). Μέσα σε τέσσερις ημέρες, το νέο BTFP είχε ήδη αποκτήσει αξία 11,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σύμφωνα με την τράπεζα JPMorgan, το ύψος των διαθέσιμων ρευστών που δόθηκαν με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να ανέλθει στα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια (5). Στις 15 Μαρτίου, τα έκτακτα δάνεια είχαν ήδη εξανεμίσει το ήμισυ της μείωσης του ισολογισμού της Fed. Την Κυριακή 19 Μαρτίου, ανησυχώντας, όπως όλα δείχνουν, για τη μετάδοση των αναλήψεων σε δολάρια, η Fed επαναφέρει ένα σύστημα που είχε χρησιμοποιηθεί κατά τις κρίσεις του 2008 και της Covid-19: τις γραμμές swap (ανταλλαγής νομισμάτων), ένα εργαλείο που επιτρέπει στις άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες να εφοδιάζουν με δολάρια τα ιδρύματα που θα τα ζητήσουν.

Για μία ακόμη φορά, οι αρχές αποφασίζουν να στηρίξουν, «όσο και αν στοιχίσει», τους επενδυτές. Πράττοντας έτσι, τροφοδοτούν μία από τις απειλές που αιωρούνται ήδη επί μακρόν επάνω από την παγκόσμια οικονομία: τον κίνδυνο να σκάσουν οι κερδοσκοπικές φούσκες, διογκωμένες από τις ενέσεις ρευστότητας που χορήγησαν οι κεντρικές τράπεζες στο πλαίσιο των λεγόμενων «μη συμβατικών» πολιτικών μετά το 2015.

Όλα αυτά με τίμημα ολοένα πιο άβολες πολιτικές και ιδεολογικές ακροβασίες. Όλο και συχνότερα, και με σκοπό να εξασφαλιστεί για λίγο περισσότερο χρόνο η επιβίωση ενός μη βιώσιμου συστήματος, οι πολιτικές και οι νομισματικές αρχές αναγκάζονται να βρουν τις λύσεις στις επαναλαμβανόμενες κρίσεις του συστήματος μέσα από μια εργαλειοθήκη που απεχθάνονται: εκείνη των δημόσιων κεφαλαίων. Και με αυτόν τον τρόπο, να περιφρονήσουν όλες τις αρχές που είχαν υπερασπιστεί ως εχέγγυα της «βέλτιστης» λειτουργίας της οικονομίας.

Ύστερα από την κρίση των subprimes, οι «μη συμβατικές» πολιτικές που εφάρμοσαν οι κεντρικές τράπεζες οδήγησαν στον κατακλυσμό της αγοράς και του χρηματοπιστωτικού τομέα από ρευστό χρήμα: μια πρακτική που ωστόσο απαγορεύεται από την ορθόδοξη οικονομική θεωρία. Έτσι, από το 2021, επιδιώκοντας να διασφαλίσει τη συνοχή μιας Ευρωζώνης απειλούμενης από την κρίση του κρατικού χρέους της περιόδου 2010-2011 και κατόπιν από την κρίση της Covid, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), χωρίς ποτέ να το αναλάβει θεσμικά, διαχειρίζεται τα επιτόκια των κρατικών χρεών της Ευρώπης. Και εκ των πραγμάτων θέτει υπό αμφισβήτηση το δόγμα της «ουδετερότητας της αγοράς».

Μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία

Σε αυτό το πεδίο, η κρίση της SVB συνοδεύεται από καινοτομίες. Προκειμένου να επωφεληθούν από τις χρηματοδοτήσεις με προνομιακούς όρους που θεσπίστηκαν από τη Fed, οι οικονομικοί παίκτες οφείλουν συνήθως να παράσχουν ως εγγύηση τίτλους που θεωρούνται υψηλής ποιότητας (χαμηλού κινδύνου), όπως είναι τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα ή οι τίτλοι χρέους μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι αυτό που αποκαλείται «ενέχυρο». Οι συμμετέχοντες λαμβάνουν ρευστότητα ύψους αντίστοιχου της αγοραίας αξίας των ενεχυριασμένων τίτλων. Πλέον όμως, στο πλαίσιο του νέου συστήματος επείγουσας χρηματοδότησης, ο κανόνας άλλαξε. Αυτή τη φορά η Fed δέχεται τους ενεχυριασμένους τίτλους με την αρχική (ή ονομαστική) αξία τους, κάτι διαμετρικά αντίθετο στην ορθοδοξία των κεντρικών τραπεζιτών. Η αξία των τίτλων έχει γίνει πολιτική. Και όλα αυτά θυμίζουν λιγότερο μια οικονομία της ελεύθερης αγοράς και περισσότερο μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία. Ωστόσο, η προκληθείσα από την αύξηση των επιτοκίων υποτίμηση των ομολογιακών τίτλων, που είναι γενεσιουργός αιτία της πτώχευσης της SVB, έπρεπε να καταστεί ανώδυνη μέσω της δημιουργίας χρήματος εκ του μηδενός. Και η υποτίμηση αυτή απειλεί πολλούς άλλους απερίσκεπτους οικονομικούς παράγοντες που δεν προετοιμάστηκαν επαρκώς για το σφίξιμο της νομισματικής πολιτικής.

Σημάδι της νευρικότητας του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος, η αμερικανική τραπεζική κρίση γρήγορα μεταφράστηκε σε χρηματιστηριακό πανικό που έπληξε τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Οι ανησυχίες αρχικά αφορούσαν την Crédit Suisse, ήδη αντιμέτωπη με δυσκολίες, η οποία συγκαταλέγεται στην κατηγορία των συστημικών τραπεζών, των επονομαζόμενων «too big to fail» (πάρα πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν), στενά διασυνδεδεμένων με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Παρόλα αυτά, στις 16 Μαρτίου η ΕΚΤ επιβεβαίωνε ότι θα διατηρούσε την προβλεπόμενη για εκείνη την ημέρα αύξηση των επιτοκίων της, ενώ ταυτόχρονα μοιραζόταν την αβεβαιότητά της για τη συνέχεια: «Δεν είναι δυνατό σε αυτό το στάδιο να προσδιοριστεί ποιον δρόμο θα πρέπει να ακολουθήσουμε», εξήγησε η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ (6). Μια πιρουέτα που δεν καταφέρνει να αποκρύψει τις ολοένα πιο κατάφωρες αποκλίσεις απόψεων, τόσο στους κόλπους της ΕΚΤ όσο και της Fed: από τη μία πλευρά τα «γεράκια», με αποκλειστική έγνοια τους την καταπολέμηση του πληθωρισμού και, από την άλλη, εκείνοι που ανησυχούν για τις συνέπειες της αύξησης των επιτοκίων στη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Αυτές οι αποκλίσεις αντικατοπτρίζουν τη σύγκρουση των στόχων της ΕΚΤ, μεταξύ νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η επιλογή να συνεχιστεί η αύξηση των επιτοκίων δεν είναι καθόλου καλός οιωνός για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Από την κρίση του 2008 και έπειτα, οι αμερικανικές και οι ευρωπαϊκές νομισματικές αρχές μοιάζουν να συμμετέχουν σε μια απερίσκεπτη κούρσα, την οποία μόλις επιτάχυνε η πτώχευση της SVB: κάνουν συνεχώς ένα βήμα πιο πέρα για την αντιμετώπιση των ζημιών που προκλήθηκαν από την αμέλεια των παικτών του χρηματοπιστωτικού τομέα και τη χωρίς αντισταθμίσματα εγγύηση των ρίσκων που πήραν. Ακόμα και εάν αυτό σημαίνει ότι απομακρύνονται από την ορθοδοξία της αγοράς που πολύ συχνά υπόσχονται να υπερασπιστούν. Ένα παράδοξο το οποίο δεν διέφυγε από τον Αμερικανό διαχειριστή αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου Κένεθ Γκρίφιν: «Οι ΗΠΑ υποτίθεται πως είναι μια καπιταλιστική οικονομία, αλλά να που τα πάντα καταρρέουν μπροστά στα μάτια μας» (7). Η διαπίστωση θα μπορούσε να ισχύσει και για την Ευρώπη.

Renaud Lambert

Δημοσιογράφος, Le Monde diplomatique

Frédéric Lemaire

Οικονομολόγος, διδάκτωρ του Κέντρου Οικονομικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Paris-Nord (CEPN), μέλος του επιστημονικού συμβουλίου της Attac (Ένωση για τη Φορολόγηση των Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών και τη Δράση των Πολιτών)

Dominique Plihon

Ομότιμος καθηγητής οικονομίας (Πανεπιστήμιο της Σορβόννης Paris Nord), μέλος του επιστημονικού συμβουλίου της Attac (Ένωση για τη Φορολόγηση των Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών και για τη Δράση των Πολιτών)
μετάφραση: Γιάννης Κυπαρισσιάδης

(1Tabby Kinder και Antoine Gara, «“It is not cutthroat like Goldman Sachs”: SVB’s culture in focus», «Financial Times», Λονδίνο, 16 Μαρτίου 2023.

(2Brian Quarmby, «US Fed faces internal probe over Silicon Valley Bank failure», 14 Μαρτίου 2023, https://cointelegraph.com.

(3Jean-Marie Harribey, Esther Jeffers, Pierre Khalfa, Dominique Plihon και Nicolas Thirion, Les Banques centrales, apprentis sorciers à la manœuvre, Éditions du Croquant, συλλ. «Les partis pris de la Fondation Copernic», Βιλέν-συρ-Σεν, 2023.

(4Βλ. Frédéric Lemaire, «Μήπως πρέπει να φοβόμαστε τον πληθωρισμό;», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», Μάρτιος 2022, https://monde-diplomatique.gr.

(5«Les banques américaines ont emprunté 165 milliards de dollars à la Fed en une semaine», «Les Échos», Παρίσι, 17 Μαρτίου 2023.

(6«François Villeroy de Galhau écarte le spectre d’une crise financière en Europe», 17 Μαρτίου 2023, https://www.latribune.fr.

(7Harriet Agnew, Laurence Fletcher και Patrick Jenkins, «US capitalism is “breaking down before our eyes”, says Ken Griffin», «Financial Times», 13 Μαρτίου 2023.

21 Απρ 2023

Κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις: η μεγάλη απάτη

 Κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις: η μεγάλη απάτη - Militaire.gr

Είναι μια ιδέα που κάθε τόσο επανέρχεται: να εκπαιδεύσουμε τον λύκο για να παριστάνει το τσοπανόσκυλο. Παρά τη συστηματική αποτυχία τέτοιων προσπαθειών, η ελπίδα ξαναγεννιέται, κάθε φορά συνοδευόμενη από νέες, αποτελεσματικότερες μεθόδους. Κάπως έτσι προέκυψε η ιδέα της δημιουργίας «επιχειρήσεων με αποστολή», οι οποίες υποτίθεται ότι θα κατευνάσουν τους ανταγωνισμούς στους χώρους εργασίας και θα εξασφαλίσουν την καλή επικοινωνία των μετόχων, των διευθυνόντων και των μισθωτών σε συνθήκες κοινωνικής ειρήνης.

«Μόλις γκρεμίσατε το άγαλμα του Μίλτον Φρίντμαν!», δήλωνε γεμάτος υπερηφάνεια ο Εμμανουέλ Φαμπέρ στις 26 Ιουνίου 2020. Στη γενική συνέλευση της Danone (1), οι μέτοχοι ψήφισαν με πλειοψηφία που υπερέβαινε το 99% την υιοθέτηση της ιδιότητας «επιχείρηση με αποστολή». Αυτό το νομικό καθεστώς ιδρύθηκε από τον νόμο Pacte (2) («Σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη και τον μετασχηματισμό των επιχειρήσεων») του 2019. Μια πρωτιά για γαλλική εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο και μια ειρωνική αναφορά στον Αμερικανό οικονομολόγο που αγαπούν οι Γάλλοι εργοδότες. Στο εξής, ο «προορισμός» του γίγαντα του κλάδου των τροφίμων θεωρητικά δεν είναι μόνο η επίτευξη κερδών: υπάρχει και ένας ευγενέστερος σκοπός, «η βελτίωση της υγείας», καθώς και «η προστασία του πλανήτη και η ανανέωση των φυσικών πόρων». Ο Φαμπέρ, «ανθρωπιστής και εντελώς ασυνήθιστος επιχειρηματίας», όπως αρέσκεται να τον περιγράφει ο οικονομικός Τύπος, δεν αρκείται να ατενίζει κάθε μέρα στο γραφείο του τη φωτογραφία ενός άστεγου τραβηγμένη από τον Λη Τζέφρις: παραιτήθηκε επίσης από την ειδική εταιρική σύνταξη («retraite chapeau») ύψους 1,2 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως.

Έτσι, σύμφωνα με τον Φαμπέρ, η Danone ετοιμαζόταν να «επανεφεύρει ένα μοντέλο ζωντανής επιχείρησης, μια οικονομία που υπηρετεί τον άνθρωπο» (3) όταν, ξαφνικά, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο όμιλος ανακοίνωσε την κατάργηση 2.000 θέσεων εργασίας, εκ των οποίων οι 500 στη Γαλλία –το μεγαλύτερο πρόγραμμα μαζικών απολύσεων στην ιστορία του. Κι όμως, η κερδοφορία του είναι σημαντική, ενώ η πανδημία ελάχιστα επηρέασε τον κύκλο εργασιών του. Ωστόσο, η χρηματιστηριακή τιμή τoυ κατρακύλησε. Και η Danone είναι λιγότερο κερδοφόρα από τους ανταγωνιστές της, τη Nestlé και την Unilever. «Είναι οδυνηρό», αλλά «η προστασία της οικονομικής αποδοτικότητας και των κερδών έχει θεμελιώδη ρόλο για μια επιχείρηση», δήλωνε ο Φαμπέρ στον ραδιοφωνικό σταθμό France Inter στις 24 Νοεμβρίου 2020. Τέσσερις μήνες αργότερα, είδε την πόρτα της εξόδου από την εταιρεία.

Αλλά και ο Λάρρυ Φινκ, το αφεντικό της BlackRock (4), στις επιστολές που απευθύνει κάθε χρόνο στις επιχειρήσεις στις οποίες είναι μέτοχος, τους ζητάει να αποκτήσουν έναν «προορισμό» και, γενικότερα, να «εργαστούν για το κοινό καλό». Το 2021, ο διευθυντής του μεγαλύτερου διαχειριστή κεφαλαίων παγκοσμίως επέμεινε κυρίως στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστρωσης σχεδίων για να οδηγηθούμε στο «ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα». Κάτι που δεν τον εμπόδισε να διατηρήσει επενδύσεις ύψους 85 δισ. δολαρίων στον κλάδο του άνθρακα. Καμία σημασία δεν έχει το γεγονός ότι η BlackRock καταψήφισε το 90% των αποφάσεων των εταιρικών γενικών συνελεύσεων που απαιτούσαν την ανάληψη δράσης υπέρ του κλίματος: οι «New York Times» βλέπουν σε αυτά τα ευχολόγια του Φινκ «μια αποφασιστική στιγμή για την Γουόλ Στριτ, από εκείνες που εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την ίδια την φύση του καπιταλισμού» (5).

Όσο για τις πολυσχολιασμένες «αρχές εταιρικής διακυβέρνησης» της ισχυρής Business Roundtable του 2019, δεν συνοδεύτηκαν από πρακτικά αποτελέσματα. Αυτό το λόμπι Αμερικανών μεγαλοεπιχειρηματιών, στο οποίο εκπροσωπούνται μεταξύ άλλων η Apple, η Boeing, η JP Morgan Chase και η Amazon, είχε εντυπωσιάσει δηλώνοντας για πρώτη φορά ότι οι επιχειρήσεις δεν οφείλουν να υπηρετούν μονάχα τους μετόχους τους, αλλά «όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη». Μια αλλαγή ύφους που δεν εμπόδισε τους υπογράφοντες να καταγράψουν ποσοστά παραβιάσεων της περιβαλλοντικής και της εργατικής/ασφαλιστικής νομοθεσίας υψηλότερα από εκείνα που κατέγραψαν ομόλογες επιχειρήσεις που δεν προσυπέγραψαν το κείμενο αρχών (6). Διότι, αντίθετα απ’ όσα υποστηρίζει το επίσημο ευρωπαϊκό δόγμα περί «ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος» που εξασφαλίζουν οι καλές «κοινωνικές επιδόσεις», η δεοντολογία και η κερδοφορία είναι συχνά ανταγωνιστικές. Πράγματι, μια έρευνα της Ecole des Hautes Etudes Commerciales (7) δείχνει ότι «οι κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις έχουν διπλάσιες πιθανότητες να αποτελέσουν στόχο επιθετικής εξαγοράς από τα κερδοσκοπικά κεφάλαια» (8), καθώς πιστεύεται ότι τέτοιες εταιρείες δεν μεγιστοποιούν όσο θα μπορούσαν τα κέρδη των μετόχων.

«Δημιουργία ενός αποδεκτού φιλελευθερισμού»

«Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) απόκτησε επαγγελματικό χαρακτήρα και εργαλειοποιήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό», μας εξηγεί ο οικονομολόγος Τομά Λαμάρς. Ο στόχος: να γίνει αποδεκτή μια ολοένα και περισσότερο αμφισβητούμενη καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, παριστάνοντας ότι αποκηρύσσει τις υπερβολές της χρηματιστηριοποίησης και της βραχυπρόθεσμης στόχευσης, χωρίς ωστόσο να ενδίδει σε συγκεκριμένα αιτήματα για νομοθετική ρύθμιση, για έλεγχο των κεφαλαίων ή για φορολόγηση. Ο Ζαν-Ντομινίκ Σενάρ, ένας από τους συντάκτες της έκθεσης που ενέπνευσε τον νόμο Pacte, το έλεγε ξεκάθαρα στην οικονομική εφημερίδα «Les Echos» (9): «Η “λαμπρή μεταπολεμική τριακονταετία ” έχει περάσει προ πολλού και το κράτος πρόνοιας εξαφανίζεται. Υπάρχει σήμερα μια πραγματική ανάγκη να δημιουργηθεί ένα φιλελευθερισμός αποδεκτός από όλους. (…) Διότι, εάν δεν ακολουθήσουμε τον δρόμο ενός μη επιθετικού και αλληλέγγυου καπιταλισμού, θα βρεθούμε μπροστά σε τεράστια προβλήματα». Αυτά δήλωνε ο τότε επικεφαλής της Michelin, μερικούς μήνες πριν ξεσπάσει το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων. Δύο χρόνια και μία πανδημία αργότερα, ο Σενάρ, που πλέον διευθύνει τη Renault, ανήγγειλε την κατάργηση 4.600 θέσεων εργασίας στη Γαλλία και περισσότερων από 10.000 στο εξωτερικό, παρότι η συγκεκριμένη αυτοκινητοβιομηχανία έλαβε δάνεια εγγυημένα από το κράτος, ύψους 5 δισ. ευρώ.

Έτσι, οι νέες διατάξεις για την ευθύνη των επιχειρήσεων προκύπτουν από έναν νόμο που προβλέπει την ιδιωτικοποίηση πολλών δημόσιων επιχειρήσεων. Τα Αεροδρόμια του Παρισιού είναι προορισμένα να περάσουν σε χέρια ιδιωτών; Είναι κάτι τέτοιο τόσο προβληματικό από τη στιγμή που ο όμιλος απέκτησε έναν νέο «προορισμό», δηλαδή «να υποδέχεται τους επιβάτες, να εκμεταλλεύεται και να σχεδιάζει τα αεροδρόμια κατά τρόπο υπεύθυνο, ανά τον κόσμο»; Η συνταγή είναι παλιά. Το 2006, ο Ντέιβιντ Κάμερον, εκείνη την εποχή ηγέτης του βρετανικού Συντηρητικού Κόμματος και μελλοντικός πρωθυπουργός, είχε προδώσει το μυστικό μιλώντας στους επιχειρηματίες. Όσοι «εξακολουθούν να θεωρούν την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων ένα είδος σοσιαλισμού διά της πλαγίας οδού» ας ηρεμήσουν: «Όσο περισσότερο οι επιχειρήσεις υιοθετούν εκούσια τις κοινωνικά υπεύθυνες πρακτικές (…) τόσο περισσότερο γίνεται αξιόπιστη η έκκληση για ελάφρυνση των ελέγχων και του ρυθμιστικού πλαισίου» (10).

Κατά τον ίδιο τρόπο, η τάση για απορρύθμιση που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση συνοδεύεται από εκκλήσεις των Βρυξελλών για «να ξεπεραστούν οι νομικές υποχρεώσεις» των επιχειρήσεων μέσω «εκούσιων εγχειρημάτων κοινωνικής ευθύνης» (11). Κάπως δηλαδή σαν τον όμιλο των γαλλικών ταχυδρομείων La Poste, που άνοιξαν το κεφάλαιό τους σε ιδιώτες, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συστάσεις. Το 2020 βαθμολογήθηκαν με 75 στα 100 (την υψηλότερη βαθμολογία που έχει ποτέ απονείμει ο οίκος εξωοικονομικής αξιολόγησης Vigeo Eiris) ως αναγνώριση, μεταξύ άλλων, του μεγέθους του στόλου των ηλεκτρικών οχημάτων της και του υψηλού ποσοστού απασχόλησης ατόμων με ειδικές ανάγκες (7%). Οι πενήντα περίπου αυτοκτονίες εργαζόμενων που καταγράφηκαν μέσα σε δύο χρόνια, εξαιτίας της βίαιης αναδιοργάνωσης των εργασιακών πρακτικών, δεν φαίνεται να μέτρησαν…

Όσο ανώδυνες κι αν φαίνονται αυτές οι ανθρωπιστικές δηλώσεις για τον ρόλο των επιχειρήσεων μέσα στην κοινωνία, δεν θα μπορούσαμε να τις θεωρήσουμε απλές εκστρατείες μάρκετινγκ. Η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν υπήρξαν ποτέ ομόφωνα αποδεκτές, ούτε μεταξύ των καπιταλιστών ούτε και μεταξύ των αντινεοφιλελεύθερων ακτιβιστών. Οι θεωρητικός και στρατηγικός διάλογος γύρω από τους σκοπούς της δραστηριότητας των επιχειρήσεων ξεκίνησε στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950, τη στιγμή όπου πολλαπλασιάζονταν οι σύγχρονες μετοχικές εταιρείες, οι οποίες έχουν την ιδιαιτερότητα ότι δεν διευθύνονται πλέον από εργοδότες-ιδιοκτήτες Για μια ιστορία του διαλόγου γύρω από το «ηθικό μάνατζμεντ», βλ. (12). Καθώς οι μισθωτοί μάνατζερ που τους αντικατέστησαν δεν έχουν πλέον το κίνητρο να αυξάνουν την αξία της επιχείρησης ώστε να την κληρονομήσουν στους απογόνους τους, στο όνομα ποιου πράγματος ασκούν πλέον την εξουσία τους; Ο οικονομολόγος Χάουαρντ Μπόουεν πρόσφερε την απάντηση (13), εισάγοντας την έννοια της «κοινωνικής ευθύνης» των επικεφαλής των επιχειρήσεων, οι οποίοι θεωρητικά αντλούν την νομιμοποίησή τους από το γεγονός ότι, καθώς δεν είναι ιδιοκτήτες της επιχείρησης, είναι σε θέση να λάβουν υπόψη «τα συμφέροντα όλων των επηρεαζόμενων μερών», κάτι που οφείλει να εκφράζεται και με πράξεις φιλανθρωπίας.

Ενόσω η άνθηση των κινημάτων αμφισβήτησης τη δεκαετία 1960 υποχρέωνε ακόμα περισσότερο τις επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν ευθύνες, οι νεοφιλελεύθεροι διανοητές ανησυχούσαν: μήπως ήταν επικίνδυνο να αναγνωριστεί με έμμεσο τρόπο ότι οι επιχειρήσεις αποτελούν χώρους εξουσίας χωρίς πλήρη νομιμοποίηση, αφού τους αποδίδουμε και άλλη αποστολή εκτός από την κερδοφορία; Για τον Φρίντμαν, «το δόγμα της “κοινωνικής ευθύνης” προϋποθέτει την αποδοχή της σοσιαλιστικής οπτικής, σύμφωνα με την οποία οι πολιτικοί μηχανισμοί, και όχι οι μηχανισμοί της αγοράς, είναι οι πλέον κατάλληλοι για τον καθορισμό της κατανομής των πόρων» (14). Εάν αποδεχθούμε ότι δικαιούμαστε «να απευθύνουμε σε αυτές τις μορφές ιδιωτικής διακυβέρνησης το ίδιο είδος ερωτημάτων με εκείνα που θέτουμε στα υπόλοιπα είδη διακυβέρνησης», προειδοποιούσε το 1960 μια έκθεση του Ιδρύματος Ροκφέλερ, θα προκύψει αναγκαστικά μια αντίφαση ανάμεσα «στη δημοκρατική παράδοση μιας διακυβέρνησης βασισμένης στην κοινωνική συναίνεση και στις αναπόφευκτα ιεραρχικές και αυταρχικές διαδικασίες του επιχειρηματικού κόσμου» (15). Κι ο Πίτερ Ντρούκερ, ο «πάπας του μάνατζμεντ», υπενθύμιζε μια ιστορική σταθερά: «Όλες οι φωτισμένες δεσποτείες κατέληξαν να πυροδοτήσουν μια επανάσταση» (16).

Προκειμένου να αντικρούσουν αυτές τις προσδοκίες, οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι επινόησαν την δεκαετία του 1970 τις «νέες θεωρίες για την επιχείρηση», που προωθούν ένα συμφιλιωτικό εταιρικό όραμα. Οι ιεραρχίες ανήκουν στο παρελθόν, όπως και οι ευθύνες που απέρρεαν από αυτές: πλέον, υπάρχει μονάχα ένα σύνολο συμβατικών σχέσεων μεταξύ ελεύθερων και ισότιμων παραγόντων. Αυτή η επίθεση επέτρεψε τη μόνιμη αποπολιτικοποίηση των θεωριών για την εταιρική κοινωνική ευθύνη, οι οποίες συνέχισαν να αναπτύσσονται κατά τη δεκαετία του 1980, καθώς και εκείνων που επιστρατεύουν την έννοια των «ενδιαφερόμενων μερών» (stakeholders) (17), τα οποία οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη στον ίδιο βαθμό με τους μετόχους (shareholders).

Ο νόμος Pacte αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο στην ιστορία της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στην Γαλλία: για πρώτη φορά αναθεωρείται στον Αστικό Κώδικα ο ορισμός του κοινωνικού σκοπού της επιχείρησης, η οποία πλέον καλείται να λαμβάνει υπόψη «τα κοινωνικά και τα περιβαλλοντικά διακυβεύματα της δραστηριότητάς της». Πρόκειται για μια πολύ μέτρια πρόοδο: «Βασικό μέλημα της κυβέρνησης ήταν να αποφύγει να αλλάξει τον Ποινικό Κώδικα ώστε να καταστούν ποινικά υπόλογοι οι επικεφαλής των επιχειρήσεων», παρατηρεί ο Ζαν-Φιλίπ Ντενί, ερευνητής στη διοίκηση επιχειρήσεων. Πράγματι, μετά από κάποιες διαμαρτυρίες, η γαλλική εργοδοσία προσαρμόστηκε γρήγορα στον νόμο. Το Κίνημα Επιχειρήσεων της Γαλλίας (Medef, το αντίστοιχο του ελληνικού ΣΕΒ) υιοθέτησε μάλιστα έναν «προορισμό» τον Ιανουάριο του 2019: «Κοινή δράση για την προώθηση μιας υπεύθυνης οικονομικής ανάπτυξης».

Ωστόσο, εμμένοντας στην παράδοση του Φρίντμαν, ένα τμήμα του γαλλικού κεφαλαίου εξακολουθεί να διάκειται εχθρικά απέναντι στη ρητορική της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Ο Ζαν-Σαρλ Σιμόν, φιλελεύθερος επιχειρηματίας και ατυχήσας υποψήφιος για την προεδρία του Medef το 2018, μας εξηγεί ότι κατά τη γνώμη του ο κίνδυνος είναι λιγότερο νομικός και περισσότερο πολιτισμικός: «Το να υποστηρίζουμε ότι ο καπιταλισμός οφείλει να αναπτύξει την υπευθυνότητά του αποτελεί ένα επικίνδυνο παιχνίδι, γιατί συνιστά ομολογία αποτυχίας. Κατά κάποιον τρόπο, όποιος απολογείται, δηλώνει την ενοχή του. Οι επιχειρήσεις αρχίζουν να εμπλέκονται σε έναν φαύλο κύκλο, καθώς ποτέ δεν θα έχουν κάνει αρκετές παραχωρήσεις». Πράγματι, μόλις ο Φαμπέρ ανακοίνωσε τη μείωση της αμοιβής του στην Danone, η Oxfam (18) του ζήτησε επιτακτικά να κάνει ένα επιπλέον βήμα και «να αναλάβει την αταλάντευτη δέσμευση ότι θα εντάξει στους στόχους της επιχείρησής του τη θέσπιση πλαφόν στα κέρδη που διανέμονται στους μετόχους, με τα υπερβάλλοντα κέρδη να κατευθύνονται σε ένα ειδικό ταμείο αφιερωμένο στη μετάβαση της επιχείρησής του σε ένα κοινωνικό και οικολογικό μοντέλο» (19). Όσο κι αν ο Σιμόν συμμερίζεται την επιθυμία των οπαδών της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης «να αποφευχθεί η επανάσταση», θεωρεί ότι «είναι προτιμότερο να αποδεχθούμε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει ένα βάναυσο σύστημα και να αναπτύξουμε παιδαγωγική δράση ώστε να εξηγήσουμε γιατί, παρ’ όλα αυτά, είναι το μοναδικό εφικτό σύστημα».

Πιο απρόσμενη είναι η καταγγελία του για την αντιδημοκρατική φύση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης: «Ο ρόλος της γενικής συνέλευσης μιας επιχείρησης δεν είναι η λήψη αποφάσεων για τη σωτηρία του πλανήτη. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη αποτελεί μια ιδιωτικοποίηση του συλλογικού συμφέροντος. Και, αν θεωρούμε ότι οι επιχειρήσεις ενεργούν με τρόπο νόμιμο πλην όμως ανεύθυνο, εναπόκειται στο κράτος να νομοθετήσει προκειμένου να φορολογήσει ή να απαγορεύσει μια δραστηριότητα που κρίνεται επικίνδυνη ή ρυπογόνα». Παραδόξως, η θέση του συναντά εν μέρει εκείνη του Ρόμπερτ Ράιχ, του Αμερικανού οικονομολόγου και υποστηρικτή του Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος χαρακτηρίζει «απάτη» την εταιρική κοινωνική ευθύνη (20): «Ο μοναδικός τρόπος να καταστούν οι επιχειρήσεις κοινωνικά υπεύθυνες είναι η ψήφιση νόμων που, λόγου χάρη, θα τις υποχρεώνουν να δίνουν σημαντικότερο ρόλο στους εργαζομένους τους κατά τη λήψη των αποφάσεων ή να καταβάλλουν αποζημιώσεις στις κοινότητες που πλήττονται από το κλείσιμο των μονάδων τους, αλλά και θα αυξάνουν τη φορολογία επί των εταιρικών κερδών».

Laura Raim

Δημοσιογράφος
μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος

(1(Σ.τ.Μ) Γαλλικός πολυεθνικός όμιλος με κύρια δραστηριότητα την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων. Έχει παρουσία σε 120 χώρες και κατέχει την 3η θέση στην παγκόσμια αγορά γαλακτοκομικών.

(2(Σ.τ.Μ) Το ακρωνύμιο «Pacte » στη γαλλική γλώσσα σημαίνει «σύμφωνο», «συμφωνία».

(3Λόγος του Φαμπέρ ενώπιον των μετόχων στις 26 Ιουνίου 2020.

(4Βλ. Sylvain Leder, «BlackRock, la finance au chevet des retraités français», Le Monde diplomatique, Ιανουάριος 2020.

(5Andrew Ross Sorkin, «BlackRock’s message: Contribute to society, or risk losing our support», «The New York Times», 15 Ιανουαρίου 2018.

(6Aneesh Raghunandan και Shivaram Rajgopal, «Do socially responsible firms walk the talk?», Social Science Research Network (SSRN), Απρίλιος 2021, https://papers.ssrn.com.

(7(Σ.τ.Μ) Η Ecole des Hautes Etudes Commerciales (HEC) είναι η πλέον φημισμένη γαλλική σχολή διοίκησης επιχειρήσεων.

(8Mark R. DesJardine, Emilio Marti και Rodolphe Durand, «Why activist hedge funds target socially responsible firms: The reaction costs of signaling corporate social responsibility», «Academy of Management Journal», Νέα Υόρκη, 22 Απρίλιος 2020.

(9Muriel Jasor, «Jean-Dominique Senard: “Le sens et le pourquoi nourrissent la motivation”», «Les Échos», Paris, 8 Ιούνιος 2018.

(10Λόγος του Κάμερον ενώπιον της οργάνωσης Business in the Community, 6 Μαΐου 2006.

(11«Πράσινο βιβλίο - Προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλλες, 2001, https://eur-lex.europa.eu.

(12Grégoire Chamayou, La Société ingouvernable. Une généalogie du libéralisme autoritaire, La Fabrique, Paris, 2018.

(13Howard Bowen, Social Responsibilities of the Businessman, Harper, Νέα Υόρκη, 1953.

(14Milton Friedman, «A Friedman doctrine – The social responsibility of business is to increase its profits», «The New York Times», 13 Σεπτεμβρίου 1970.

(15«The power of the democratic idea», έκτη έκθεση του Rockefeller Brothers Fund Special Studies Project, Doubleday, Garden City (Νέα Υόρκη), 1960.

(16Peter F. Drucker, The New Society: The Anatomy of the Industrial Order, Harper, Νέα Υόρκη, 1950.

(17R. Edward Freeman, Strategic Management: A Stakeholder Approach, Pitman, Βοστόνη, 1984.

(18(Σ.τ.Μ.) Συνομοσπονδία ανθρωπιστικών οργανώσεων που μάχονται ενάντια στην πείνα και στις κοινωνικές ανισότητες ανά τον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1942 στην Οξφόρδη για να βοηθήσει την κατεχόμενη Ελλάδα όπου η πείνα προκαλούσε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, στρεφόμενη ενάντια στην επίσημη βρετανική πολιτική, η οποία συνέχιζε τον σκληρό ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας τη στιγμή που οι Γερμανοί κατακτητές άρπαζαν τα ντόπια τρόφιμα.

(19«Lettre ouverte du Mouves et Oxfam à Emmanuel Faber, PDG de Danone», 25 Ιουνίου 2020, http://mouves.impactfrance.eco.

(20Robert Reich, «The sham of corporate social responsibility», 31 Δεκεμβρίου 2019, https://robertreich.org.

Γαλλία: Από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης

 Γαλλία: Από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης -  Militaire.gr

Εδώ και εβδομάδες, η Γαλλία συγκλονίζεται από άκρη σε άκρη από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις που γνώρισε εδώ και δεκαετίες. Με αφορμή την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση οι διαδηλωτές είπαν ταυτόχρονα όχι και σε μια κοινωνία όπου ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, όπου η κερδοσκοπική συσσώρευση υπερισχύει της αλληλεγγύης. Όπως συμβαίνει όταν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα περνάει από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Οι πάντες, ή σχεδόν οι πάντες, λατρεύουν το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης. Ακόμη και ο Εμμανουέλ Μακρόν. Ένα σύστημα όπου «εκείνος που εργάζεται πληρώνει για εκείνον ή εκείνη που βρίσκεται στη σύνταξη», εξηγούσε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2019 στο Ροντές, για να καταλήξει: «αυτή είναι η δύναμή μας». Η πρωθυπουργός Ελιζαμπέτ Μπορν δηλώνει ότι μάχεται για να αποφευχθεί η εξαφάνιση του αναδιανεμητικού συστήματος «προς όφελος του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, που ενσαρκώνει τη βασιλεία του “ο καθένας για τον εαυτό του”» (1). Μόνο ορισμένοι εμμονικοί διακινδυνεύουν ακόμη να υποστηρίξουν ότι κάθε οικονομικά ενεργός πολίτης θα έπρεπε να χρηματοδοτεί το μεγαλύτερο μέρος της σύνταξής του από την αποταμίευση και τα εισοδήματα που αποφέρουν οι τοποθετήσεις της. Όπως ο Νταβίντ Λισνάρ, δήμαρχος του κόμματος της Δεξιάς Les Républicains (LR) στις Κάννες, μία από τις ακριβότερες πόλεις στον κόσμο, όπου το 34% των κατοίκων είναι συνταξιούχοι, σύμφωνα με το γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών (Insee). Ή ο Φιλίπ Ζουβέν, βουλευτής του ίδιου κόμματος (LR), ο οποίος το 2021 αποκόμισε καθαρά εισοδήματα 209.455 ευρώ από τις διάφορες δημόσιες θέσεις του και από τη δραστηριότητά του ως ιατρός (2). Ή, ακόμη, ορισμένες δεξαμενές σκέψης αμετακίνητες από τις απόψεις τους, όπως το Ίδρυμα για την Έρευνα στη Δημόσια Διοίκηση και στις Δημόσιες Πολιτικές (Ifrap) της Ανιές Βερντιέ-Μολινιέ ή τα Ινστιτούτα Μολινάρι και Σάπιενς, καθώς και τα φερέφωνά τους στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, δηλαδή η εφημερίδα «L’Opinion» και ο Ντομινίκ Σε στον δημόσιο ραδιοφωνικό σταθμό France Inter ή στην οικονομική εφημερίδα «Les Echos».

Με εξαίρεση τις λιγοστές αυτές φωνές, το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης υποτίθεται ότι δεν έχει εχθρούς. Και όμως, όπως διαπίστωνε πρόσφατα η εφημερίδα «Le Monde», «υποχωρεί λίγο-λίγο» (3). Ενώ το 2011 9,7 εκατομμύρια Γάλλοι πλήρωναν εισφορές σε κάποιο κεφαλαιοποιητικό επικουρικό ταμείο σε επίπεδο επιχείρησης ή σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, δέκα χρόνια αργότερα το έκαναν 15,3 εκατομμύρια. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας αυτής, το συνολικό ύψος των ασφαλιστικών εισφορών αυτής της κατηγορίας σχεδόν διπλασιάστηκε, αγγίζοντας πλέον τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Στο εξής, μολονότι οι σχετικές καταβολές συντάξεων για το 2021 δεν αντιστοιχούσαν παρά στο 2,3% των συνολικών συνταξιοδοτικών καταβολών, το ποσοστό αυτό διαρκώς αυξάνεται και μεσοπρόθεσμα αναμένεται να σημειώσει κατακόρυφη άνοδο. Εξάλλου, οι ασφαλιστικές εταιρείες το περιμένουν: εδώ και δέκα χρόνια, το ύψος των προβλέψεών τους για τις μελλοντικές επικουρικές συντάξεις –δηλαδή τα αποθέματα που συσσωρεύουν για τη μελλοντική καταβολή τους– αυξήθηκαν κατά 70%, υπερβαίνοντας τα 250 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι δηλαδή κατά πολύ υψηλότερα των αποθεμάτων που επιβάλλει η νομοθεσία για τα ταμεία υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης (κυρίως για την Agirc-Arrco), τα οποία κυμαίνονται λίγο κάτω από τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ (4).

Τι ονειρεύονται οι σοσιαλδημοκράτες;

Πώς να εξηγηθεί μια τόσο σοβαρή εξέλιξη για μια κοινωνία που δεν είχε ζητήσει τίποτε ανάλογο; Πώς το σχέδιο αυτό σημείωσε τέτοια πρόοδο μέσα σε μια δεκαετία, τη στιγμή που ούτε η μεταρρύθμιση της σύνταξης γήρατος του Νικολά Σαρκοζί, το 2010, ούτε εκείνη του Φρανσουά Ολάντ, το 2013, δεν προέβλεπαν την επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα και στις συντάξεις;

Τη δεκαετία του 1980, όταν αναδύεται ο φόβος για ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων, ανοίγει μια συζήτηση για την προσφυγή στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης «με την υποστήριξη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ιδιαίτερα του ασφαλιστικού τομέα, ο οποίος βλέπει μια νέα αγορά στις συντάξεις» (5), όπως θα εξηγήσει ο Μισέλ Λαρόκ, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων. Το χρηματιστηριακό κραχ του 1987 ανακόπτει προσωρινά τον μεταρρυθμιστικό οίστρο. Τα επόμενα χρόνια όμως, οι εκθέσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας ή το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακινούν και επιβάλλουν ως θεμιτή μια θεώρηση του ασφαλιστικού συστήματος βασισμένη σε τρεις πυλώνες –τον αναδιανεμητικό πυλώνα, τον κεφαλαιοποιητικό πυλώνα και τον πυλώνα της ιδιωτικής αποταμίευσης. Έτσι, οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί ενθαρρύνουν τις κινήσεις διείσδυσης του χρηματοπιστωτικού τομέα στον κλάδο των συντάξεων, εκεί όπου κυριαρχούσε η φορολόγηση και οι κοινωνικές εισφορές (6). Το 1991, στο βιβλίο τους L’Heure des choix, ο Ολάντ και ο σοσιαλιστής σύντροφός του Πιερ Μοσκοβισί μπορούν να εμφανίσουν την προσφυγή στα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία ως ένα «όνειρο τόσο καπιταλιστικό όσο και σοσιαλδημοκρατικό, που κάνει το γαλλικό μοντέλο να ξεθωριάζει, καθώς οι επιχειρήσεις μας πολύ συχνά συνδυάζουν υψηλά επίπεδα χρέους με απαγορευτικά επιτόκια και ανεπαρκή ίδια κεφάλαια, χωρίς αποφασιστική σύνδεση των εργαζομένων με την πορεία της επιχείρησης».

Ήταν η εποχή της διαπαιδαγώγησης: η εποχή της αποπολιτικοποίησης, όπου η αυτοκρατορία των ειδικών συνέτριβε τις δημοκρατικές επιλογές. Αλλά και η εποχή του παράφορου έρωτα των μέσων ενημέρωσης για τα ξένα μοντέλα, των οποίων η δήθεν ανωτερότητα έκανε το γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης να μοιάζει αρχαϊκό. Το ολλανδικό μοντέλο. Το μοντέλο του Ηνωμένου Βασιλείου και του Τόνι Μπλερ, όπου τα συνταξιοδοτικά ταμεία κατέχουν στοιχεία ενεργητικού εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα σχετικά δημοσιεύματα πολλαπλασιάζονταν –από πανεπιστήμια, ιδρύματα ή εργοδοτικές οργανώσεις, όπως οι δημοσιεύσεις του France Pensions, μιας ένωσης όπου συμμετέχουν μια σειρά επιχειρηματίες, με πρόεδρο τον Ρεϊμόν Σουμπί, μετέπειτα σύμβουλο κοινωνικών υποθέσεων του Σαρκοζί– και προωθούσαν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα στις διάφορες εκδοχές του.

Ενώ το 1980 μια έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού (7) κατήγγελλε το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ως «κοινωνική οπισθοδρόμηση που στηριζόταν σε οικονομικές ψευδαισθήσεις» (8), το 1999 ο ίδιος ο επικεφαλής της Ζαν-Μισέλ Σαρπέν το υποστήριζε στην εισήγησή του «Το μέλλον των συντάξεών μας», η οποία συντάχθηκε κατόπιν αιτήματος του τότε πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν και στηριζόταν σε συγκρίσεις με το αμερικανικό, το καναδικό και το βρετανικό μοντέλο: «Η τεχνική της συλλογικής κεφαλαιοποίησης», συνόψιζε ο Σαρπέν, «θα μπορούσε να προσφέρει ένα χρήσιμο στήριγμα στη διαχείριση του αναδιανεμητικού γαλλικού ασφαλιστικού συστήματος». Την προηγούμενη χρονιά, ο Ολιβιέ Νταβάν, πρώην τραπεζίτης στη Goldman Sachs, σε σημείωμά του προς το Συμβούλιο Οικονομικής Ανάλυσης (CAE), είχε από την πλευρά του χρησιμοποιήσει το επιχείρημα της τότε εκτόξευσης των χρηματιστηριακών αξιών για να ασκήσει κριτική στις μέτριες αποδόσεις του αναδιανεμητικού συστήματος.

Στην πράξη, ωστόσο, παρά την κινητοποίηση των ελίτ, η υπόθεση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης προχωρά ελάχιστα εκείνη την εποχή. Το κίνημα ενάντια στο σχέδιο Ζιπέ, το 1995, ανέδειξε πολύ καθαρά τους δεσμούς της γαλλικής κοινωνίας με το αναδιανεμητικό σύστημα και την κοινωνική ασφάλιση –όπως και την αποφασιστικότητά της να τα υπερασπιστεί. Όσο για τις ασφαλιστικές εταιρείες, φοβούνταν τον ανταγωνισμό των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων, τα οποία θα έρχονταν να αποσπάσουν σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεων, σε βάρος κυρίως των ασφαλειών ζωής. Κατά τη δεκαετία του 1990, οι ασφαλιστικές εταιρείες έπεισαν τη γαλλική κυβέρνηση να καθυστερήσει την ενσωμάτωση μιας ευρωπαϊκής οδηγίας για το πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων, κάτι που, τελικά, θα συμβεί το 2003. Και μολονότι, τον Ιανουάριο του 2008, η έκθεση της Επιτροπής για την Απελευθέρωση της Ανάπτυξης –με πρόεδρο τον Ζακ Αταλί και εξέχον μέλος τον Εμμανουέλ Μακρόν– πρότεινε την αυτόματη ένταξη στα ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία, η τύχη τους σφραγίστηκε μερικούς μήνες αργότερα από το χρηματοπιστωτικό κραχ, που είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση των σχετικών μοντέλων και των υποστηρικτών τους στη Γαλλία: κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2008, 925.000 ηλικιωμένοι Αμερικανοί αναγκάστηκαν να εργαστούν ξανά μετά την κατάρρευση των συνταξιοδοτικών φορέων τους. 104.000 από αυτούς ήταν πάνω από 75 ετών (9).

Μόνο τα υψηλά εισοδήματα δεν ανησυχούν

Και όμως, για μία ακόμη φορά, το κεφαλαιοποιητικό σύστημα επανακάμπτει. Και εκεί όπου κυριαρχούσε και εκεί όπου μόλις εμφανιζόταν. Σήμερα, σε τέτοιες συνταξιοδοτικές λύσεις καταφεύγουν διπλάσιοι Γάλλοι σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση του 2008. Διότι, στην πραγματικότητα, η ενίσχυση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης οφείλεται στον μακρόχρονο συνδυασμό ελλιπούς χρηματοδότησης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων και θέσπισης κεφαλαιοποιητικών επικουρικών καθεστώτων ασφάλισης. Δηλαδή, με λίγα λόγια, οφείλεται σε έναν μηχανισμό που συνίσταται στην υποβάθμιση εκείνου που λειτουργεί για να επιβληθεί μοιραία εκείνο που κανείς δεν επιθυμούσε. Κατ’ αρχάς, υπάρχει η μείωση του «εργασιακού κόστους». Οι απαλλαγές από τις ασφαλιστικές εισφορές ή οι πολιτικές παγώματος των μισθών, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα, στεγνώνουν τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων. Η κινδυνολογία συντηρεί τον «μύθο της τρύπας στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης» (10) και δικαιολογεί την κοινωνική οπισθοδρόμηση. Στη συνέχεια, υπάρχει η υποβάθμιση στο επίπεδο των συντάξεων, ήδη από την εποχή της πρώτης αντι-μεταρρύθμισης του 1993, η οποία οδηγεί στον υπολογισμό τους με βάση τα 25 καλύτερα έτη αντί για τα 10 –με τη συγκεκριμένη τάση, μάλιστα, να ενισχύεται αισθητά τα πρόσφατα χρόνια. Τέλος, υπάρχει το άγχος που μεγαλώνει. Η ανησυχία γύρω από τη βιωσιμότητα του αναδιανεμητικού συστήματος ασφάλισης, η ανησυχία για το τι θα αντιμετωπίσει κάποιος στο τέλος της σταδιοδρομίας του. Και ο πειρασμός να στραφεί προς τα κεφαλαιοποιητικά ασφαλιστικά προϊόντα που εισήγαγε ο νομοθέτης, πριν τα συνενώσει το 2019 σε ένα ενιαίο προϊόν, το αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα (plan épargne-retraite, PER).

Το 2022, ο αριθμός όσων εντάχθηκαν στο αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα αυξήθηκε κατά 30% σε σχέση με την ήδη εξαιρετική χρονιά του 2021. Και «οι σχετικές τοποθετήσεις δεν είναι οι μόνες που ωφελήθηκαν από το άγχος των αποταμιευτών σε σχέση με τη σύνταξή τους», διαπίστωνε η εφημερίδα «Le Figaro» στις 3 Φεβρουαρίου 2023. «Οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων στον τομέα των ακινήτων, οι οποίες επενδύουν σε κτίρια (γραφεία, εμπορικά καταστήματα) και καταβάλουν μια τακτική απόδοση, τα πήγαν εξίσου εξαιρετικά πέρσι». Ορισμένα από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που διαθέτουν στην αγορά τα προϊόντα αυτά δεν διστάζουν να επωφεληθούν από τέτοιους φόβους. Τον Ιούλιο του 2019, η γαλλική ΑΧΑ αναρτά διαφήμιση στο Διαδίκτυο. «Σήμερα, η χρηματοπιστωτική ισορροπία του ασφαλιστικού συστήματος αμφισβητείται», μπορεί κάποιος να διαβάσει στο σχετικό γράφημα, και «η προγραμματισμένη μείωση των μελλοντικών συντάξεων» αναδεικνύει «την ελκυστικότητα του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης». Στις 5 Δεκεμβρίου 2022, ενώ η κυβέρνηση Μπορν οριστικοποιεί το σχέδιο συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, είναι η σειρά της Crédit Agricole Assurances να ανακοινώσει με δελτίο Τύπου τη δημιουργία του δικού της ταμείου επικουρικής επαγγελματικής σύνταξης «την ώρα που η προετοιμασία για τη σύνταξη αναδεικνύεται σε μεγάλη πηγή ανησυχίας για πολλούς Γάλλους». Και, στις 16 Ιανουαρίου 2023, σε σημείωμά του για τον ιστότοπο Boursorama, ο Φιλίπ Τρενάρ, chief risk officer της εταιρείας αντασφάλισης Scor, δραματοποιεί την κατάσταση του αναδιανεμητικού συστήματος («βαθιά ελλειμματικό»): «Για τους Γάλλους που δεν είναι ούτε δημόσιοι υπάλληλοι ούτε δικαιούχοι της ελάχιστης σύνταξης γήρατος, είναι ακόμη πιο επιτακτική ανάγκη σήμερα από ό,τι χθες να ενταχθούν σε ένα αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που θα τους επιτρέψει να λειάνουν κάπως το βιοτικό επίπεδό τους σε όλη τη διάρκεια του κύκλου της ζωής».

Στις διαφημίσεις τους, οι ασφαλιστικές εταιρείες προβάλλουν επίσης τις σημαντικές φοροαπαλλαγές που επιτρέπει η ένταξη σε ένα αποταμιευτικό-συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Μεταφέρουν την ομιλία προς τον ασφαλιστικό κλάδο του υπουργού Οικονομίας Μπρινό Λεμέρ, ο οποίος, στις 25 Οκτωβρίου 2019, καυχιόταν ότι τους έχει προσφέρει ένα «σημαντικό» πλεονέκτημα. Πράγματι, είναι πλέον εφικτό να αφαιρέσει κάποιος από το φορολογητέο εισόδημά του τέτοιου είδους εισφορές, μέχρι του ποσού των 32.419 ευρώ. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για το λόμπι. Στις «προτάσεις εν όψει των προεδρικών εκλογών», τις οποίες δημοσίευσε στις αρχές του 2022, η ένωση των γαλλικών ασφαλιστικών εταιρειών France Assureurs ζητά τον διπλασιασμό του ορίου φοροαπαλλαγών.

Τον χειμώνα 2019-2020, ωστόσο, πάρα πολλοί Γάλλοι συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις ενάντια στο λεγόμενο «συστημικό» σχέδιο μεταρρύθμισης, το οποίο θα άνοιγε επιπλέον προοπτικές στα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία ή σε διαχειριστές κεφαλαίων όπως η BlackRock (11). Ο γαλλικός λαός δεν ψήφισε ποτέ υπέρ μιας τέτοιας διεύρυνσης του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης, όπως δεν ψήφισε ποτέ υπέρ της αποδιάρθρωσης των ταχυδρομείων και των πανεπιστημίων ή της αραίωσης των μικρών και μεσαίων σιδηροδρομικών δρομολογίων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η υποβάθμιση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών υποχρέωσε τους χρήστες να καταφύγουν σε υποκατάστατα: τις ψηφιακές συναλλαγές, τη συλλογική χρήση αυτοκινήτων, την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Ή το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης. Είναι προσφορές στις οποίες συνηθίζουμε, ή τουλάχιστον υποκύπτουμε. Ακόμη κι αν, τον Οκτώβριο του 2023, η Τράπεζα της Αγγλίας χρειάστηκε να αγοράσει ομόλογα του βρετανικού Δημοσίου αξίας αρκετών δισεκατομμυρίων βρετανικών λιρών προκειμένου να σώσει από την κερδοσκοπική κατάρρευση τα ιδιωτικά ασφαλιστικά ταμεία που διαχειρίζονται τις συντάξεις 30 εκατομμυρίων Βρετανών. Ακόμη κι αν το αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης θα βρεθεί ακόμη πιο αποδυναμωμένο.

Χωρίς αμφιβολία, τα πλουσιότερα νοικοκυριά θα τα καταφέρουν. Οι υπόλοιποι δυσκολότερα. Σύμφωνα με τη γαλλική στατιστική υπηρεσία, το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 4 φορές μεγαλύτερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20%. Οι αποταμιεύσεις τους είναι 10 φορές μεγαλύτερες. Επομένως, η ικανότητα αποταμίευσης αυξάνεται πολύ γρηγορότερα από την ικανότητα εξασφάλισης εισοδήματος. Και για τα πιο ταπεινά εισοδήματα δεν περισσεύει σχεδόν τίποτε κάθε μήνα. Άραγε, θα αγαπήσουν όλοι το κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης;

Επίμετρο: Πολύμορφα συστήματα

Πέρα από τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ αναδιανεμητικού και κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης, καθένα από τα δύο συστήματα μπορεί να προσλάβει αρκετά διαφορετικές μορφές.

Στο αναδιανεμητικό σύστημα, υπάρχουν καθεστώτα κύριων και επικουρικών συντάξεων. Και στις δύο περιπτώσεις, το σύστημα χαρακτηρίζεται από τη διαγενεακή αλληλεγγύη: οι σημερινές συντάξεις χρηματοδοτούνται από τις σημερινές εισφορές. Αλλά η λειτουργία των καθεστώτων κύριας σύνταξης με βάση τα έτη ασφάλισης είναι διαφορετική από τα καθεστώτα συγκέντρωσης μονάδων της Agirc-Arrco, η οποία καταβάλλει επικουρικές συντάξεις ανάλογες με τις δηλωθείσες αποδοχές.

Από την άλλη, η ένταξη σε ένα κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό προϊόν μπορεί να είναι ατομική ή συλλογική. Στη Γαλλία, υπάρχουν αποταμιευτικά-συνταξιοδοτικά προγράμματα (PER) σε επίπεδο επιχείρησης. Υπάρχει επίσης ένα δημόσιο ίδρυμα που αναλαμβάνει τις επικουρικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων (RAFP). Η οντότητα αυτή, στην οποία εισρέουν και οι εργοδοτικές εισφορές της δημόσιας διοίκησης, διαχειρίζεται τα 40 δισεκατομμύρια των περιουσιακών στοιχείων της όπως ένα αγγλοσαξονικό ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο, κεφαλαιοποιώντας τις εισφορές και αποδίδοντας το προϊόν τους στους δικαιούχους όταν σταματήσουν να εργάζονται.

Gregory Rzepski

Συντονιστής του Action-Critique-Médias
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης

(1Συνέντευξη στην εφημερίδα «Journal du dimanche», Παρίσι, 5 Φεβρουαρίου 2023.

(2Δήλωση «πόθεν έσχες» που κατατέθηκε στην Ανώτατη Αρχή για τη Διαφάνεια της Δημόσιας Ζωής (Haute Autorité pour la transparence de la vie publique - HATVP) στις 28 Ιουλίου 2022.

(3Aurélie Blondel, «Retraites: la capitalization s’installe à bas bruit chez les Français» και «Le PER, un “bulldozer” de la défiscalisation», «Le Monde», 16 Φεβρουαρίου 2023.

(4Δεδομένα που αναρτήθηκαν στο Διαδίκτυο στις 7 Φεβρουαρίου 2023, https://drees.solidarites-sante.gouv.fr.

(5Michel Laroque, «L’adaptation de la politique d’assurance vieillesse au vieillissement», «Vie sociale», τ. 15, Παρίσι, 2016.

(6Βλ. Gaël Coron, «L’inscription des retraites dans la politique de l’Union européenne», στο Nicolas Castel και Bernard Friot (επιμ.), Retraites: généraliser le droit au salaire, Éditions du Croquant, Vulaines-sur-Seine, 2022.

(7(Σ.τ.Μ.) Η Γενική Διεύθυνση Σχεδιασμού δημιουργήθηκε στη Γαλλία το 1946 από τον στρατηγό ντε Γκολ. Υπαγόταν κατευθείαν στον πρόεδρο της Δημοκρατίας και ήταν επιφορτισμένη με τον στρατηγικό σχεδιασμό της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα, υποβάλλοντας πενταετή πλάνα. Από τη δεκαετία του 1980, σταδιακά αποδυναμώθηκε, μέχρι τη μετονομασία-κατάργησή της το 2006.

(8«Vieillir demain», έκθεση της ομάδας Prospective personnes âgées pour le VIIIe Plan, La Documentation française, Παρίσι, 1980.

(9Laurent Carroué, «La crise économique et financière états-unienne: enjeux géographiques et géopolitiques», «Hérodote», τ. 132, Παρίσι, 2009.

(10Julien Duval, Le Mythe du «trou de la Sécu», Raisons d’agir, Παρίσι, 2008.

(11Βλ. Sylvain Leder, «BlackRock, la finance au chevet des retraités français», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2020.

27 Μαρ 2023

Δεν υπάρχει ολίγη… ιδιωτικοποίηση

 

Ο ίδιος ο τρόπος που τροχοδρομήθηκαν οι ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας από την δεκαετία του ’90 και την κυβέρνηση του Κ. Σημίτη, έχοντας στα κρίσιμα πόστα υπουργούς όπως ο Ν. Χριστοδουλάκης και ο Γ. Παπαντωνίου, στηρίχθηκε σε έναν θεμελιώδη διαχωρισμό ανάμεσα στις υποδομές ή τα δίκτυα από την μια, και στο παρεχόμενο έργο από την άλλη. Αυτός ο διχασμός, όπως εφαρμόστηκε από την ενέργεια μέχρι τον σιδηρόδρομο ήταν αναγκαίος μεν για να απαλλαγούν οι ιδιώτες από το κόστος συντήρησης των υποδομών, αλλά δημιούργησε τους όρους για μια μεγάλη αυταπάτη: ότι οι υποδομές είναι δημόσιες ή κρατικές και το παρεχόμενο έργο ιδιωτικό.

  • του Λεωνίδα Βατικιώτη για το Documento

Στο πλαίσιο του παραπάνω απλοϊκού σχήματος δεν μπορεί να ερμηνευθεί ούτε η ιδιωτικοποίηση των δικτύων μεταφοράς και διανομής του ηλεκτρικού ρεύματος, ούτε ακόμη και το έγκλημα στα Τέμπη, για έναν λόγο: επειδή εξαφανίζει από την οπτική μας την διαπλοκή του ιδιωτικού τομέα με τον δημόσιο.

Δύο μόνο σταγόνες από την θάλασσα της διαπλοκής:

Πρώτο:

Οι επιδοτήσεις στην Hellenic Train ύψους 750 εκ. ευρώ για 15 χρόνια ή 50 εκατ. ετησίως με την δικαιολογία της κάλυψης «άγονων γραμμών». Το γεγονός ότι βαφτίστηκε άγονη ακόμη και η γραμμή Αθήνα – Θεσσαλονίκη, υποδηλώνει ότι οι ιδιώτες Ιταλοί επιβιώνουν χάρη στο κρατικό χρήμα. Μένει άγνωστο δε, αν το κρατικό χρήμα έπαιξε ρόλο λευκού ιππότη για να σώσει τους κερδοσκόπους της γείτονος από τις ζημιές λόγω του σπιράλ μείωσης επιβατικού έργου – συρρίκνωση εσόδων κι εξαφάνιση κερδών. Πίσω λοιπόν από τους ιδιώτες υπάρχει το κράτος που τους σιτίζει…

Δεύτερο:

Τα έργα και οι αναθέσεις του ΟΣΕ για να συντηρεί «το πιο θανατηφόρο σιδηροδρομικό σύστημα στην Ευρώπη», σύμφωνα με τους New York Times ζέχνουν διαπλοκή από χιλιόμετρα. Δεν είναι μόνο ότι εξαϋλώθηκε, στην πιο πρόσφατη σύμβαση με τους Ιταλούς, η υποχρέωση του δημοσίου να επενδύσει σε σύγχρονα συστήματα ασφαλούς κυκλοφορίας μαζί με την υποχρέωση των Ιταλών να επενδύσουν 582,5 εκ. ευρώ, βάσει του ρεπορτάζ της Εφημερίδας των Συντακτών. Είναι και η υποχρέωση που ανέλαβε το ελληνικό δημόσιο να αγοράσει τα νέα τρένα ύψους 215 εκατ. ευρώ, τα οποία στη συνέχεια θα μισθώσει στους Ιταλούς. Πίσω λοιπόν από το δημόσιο υπάρχουν οι ιδιώτες που το αφαιμάζουν…

Τα παραπάνω γεγονότα δείχνουν ότι ο υποτιθέμενος ρυθμιστικός και ανεξάρτητος ρόλος του κράτους, που συχνά παρομοιάζεται με νυχτοφύλακα, υπάρχει μόνο στα εγχειρίδια. Κάθε ιδιωτικοποίηση όσο αυστηρά κι αν έχει οριοθετεί, αργά ή γρήγορα παρασέρνει και τις υποδομές, οδηγώντας στην υποβάθμιση του συνόλου των παρεχόμενων υπηρεσιών, με δραματικά αποτελέσματα. Οδηγεί επίσης τα κόστη στα ύψη: Είτε μέσω του εισιτηρίου που καλούμαστε να πληρώσουμε ως επιβάτες είτε μέσω της συνολικής επιβάρυνσης που περιλαμβάνει και τις κρατικές δαπάνες για τις υποδομές.

Σε αυτό το πλαίσιο όσες εξαγγελίες κι αν κάνει ο κάθε υπουργός Μεταφορών για το δίκτυο και τις υποδομές δεν πρόκειται να ακυρώσει τα αρνητικά αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης. Πολώ δε μάλλον που δεν χρειάζεται να είμαστε και ειδικοί της θεωρίας συστημάτων για να αντιληφθούμε ότι είναι τόσο εντατική η συνεργασία των δύο μερών (υποδομών και εταιρειών διαχείρισης) ειδικά σε κρίσιμες στιγμές που ο διαχωρισμός τους, αν κάτι εξυπηρετεί είναι την δόλια απόσειση ευθυνών και την ανάληψη σκανδαλωδών κερδών.

Γι’ αυτό τίποτε λιγότερο από την ενοποίηση και πλήρη κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων!

24 Μαρ 2023

Η Γαλλία «φλέγεται»: Ένας ολόκληρος λαός στους δρόμους ενάντια στο ασφαλιστικό έκτρωμα

 

Εργαζόμενοι κάθε κλάδου, φοιτητές, μαθητές κι αυτοαπασχολούμενοι  πλημμύρισαν τους δρόμους μεγάλων αλλά και μικρότερων πόλεων σε όλη τη χώρα.

Πρωτοφανής ήταν η συμμετοχή και χθες στις απεργιακές διαδηλώσεις σε όλη τη Γαλλία, στο πλαίσιο της πανεθνικής απεργίας, με εργαζόμενους κάθε κλάδου, φοιτητές, μαθητές κι αυτοαπασχολούμενους να πλημμυρίζουν τους δρόμους μεγάλων αλλά και μικρότερων πόλεων σε όλη τη χώρα, κάνοντας ξεκάθαρο ότι θα καταργήσουν στην πράξη το ασφαλιστικό έκτρωμα του Μακρόν που ξηλώνει τα κοινωνικοασφαλιστικά τους δικαιώματα.

Μετά τη μεγαλειώδη διαδήλωση, ξέσπασαν επεισόδια που συνεχίζονταν μέχρι αργά το βράδυ, με φωτιές σε πολλούς δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας και πολλές αυθόρμητες διαδηλώσεις.

Στο Μπορντό μάλιστα πυρπολήθηκε το δημαρχείο.

Παρότι το λαϊκό κίνημα ενάντια στις αντιασφαλιστικές αλλαγές συμπληρώνει ήδη δύο μήνες, η «κόπωση» στην οποία πόνταρε η κυβέρνηση δεν έχει έρθει. Αντίθετα η συμμετοχή στις νέες κινητοποιήσεις ξεπερνά κάθε προηγούμενο.

Αυτή η ένατη ημέρα πανεθνικής κινητοποίησης σημειώνεται την επομένη της τηλεοπτικής συνέντευξης που παραχώρησε ο Μακρόν που εμφανίστηκε ανένδοτος, δηλώνοντας ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί «πριν από τα τέλη του έτους». Μάλιστα παρομοίωσε τους διαδηλωτές με τους οπαδούς του Τραμπ και του Μπολσονάρο!

Επικαλέστηκε το «γενικό συμφέρον», την οικονομική δυσπραγία των συνταξιοδοτικών ταμείων και τη γήρανση του πληθυσμού, τη στιγμή που η αντιπολίτευση θεωρεί «άδικη» τη μεταρρύθμιση.Η συμμετοχή σε πολλές πόλεις της Γαλλίας ήταν πρωτοφανής.

23 Μαρ 2023

Το ευρώ και η «άδικη κοινωνία»

 

Στα δελτία ειδήσεων, τα μέσα ενημέρωσης συχνά αντιμετωπίζουν την οικονομία όπως τις μετεωρολογικές προβλέψεις: σαν μια απλή αλληλοδιαδοχή τάσεων. Το ίδιο ισχύει και για την αξία των νομισμάτων: η εξέλιξή της χαρακτηρίζεται από θυελλώδεις περιόδους, που ακολουθούνται από διαστήματα νηνεμίας, ακόμη και ηλιοφάνειας. Ωστόσο, ένα νόμισμα ξεχωρίζει, αφού μονίμως συσσωρεύονται πάνω του νεφώσεις: το ευρώ.

του Renaud Lambert*
επιμέλεια: Χάρης Λογοθέτης

Οι ευρωπαϊκές νομισματικές αρχές θυμίζουν ορισμένες φορές τον Καλιμερό, τον ήρωα μιας σειράς κινουμένων σχεδίων της δεκαετίας του 1960. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, το μικρό μαύρο κοτοπουλάκι με το μισό τσόφλι του αβγού ακόμη στο κεφάλι προσέκρουε διαρκώς σε έναν κόσμο που θεωρούσε εχθρικό. «Είναι πραγματικά πάρα πολύ άδικο!», συμπέραινε συστηματικά, με μια τρίχα στο στόμα και ένα δάκρυ στα μάτια.

Τι μοιάζει, εδώ και μερικούς μήνες, «πάρα πολύ άδικο» στους Ευρωπαίους επιγόνους αυτού του φανταστικού ήρωα; Η κατρακύλα του κοινού νομίσματος σε σχέση με τα διεθνή νομίσματα, ειδικά με το δολάριο. Αν και τον Αύγουστο του 2020 ένα ευρώ αντιστοιχούσε σε 1,20 δολάρια, δεν αντιστοιχούσε ούτε σε ένα δολάριο τον περασμένο Σεπτέμβριο. Αποτέλεσμα; Οι τιμές των προϊόντων και των πρώτων υλών που τιμολογούνται σε δολάρια, όπως το πετρέλαιο, εκτοξεύονται στη Γηραιά Ήπειρο. Έχοντας γίνει «πολύ αδύναμο», το ευρώ απειλεί την ευρωπαϊκή οικονομία, «περιπλέκοντας τη μάχη κατά του πληθωρισμού», όπως δηλώνει φανερά ενοχλημένος ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό1.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης ήδη έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου. Αλλά για τον αντίθετο λόγο: το ευρώ αποδεικνυόταν τότε… «πολύ ισχυρό». «Η πρόσφατη εξέλιξη της ισοτιμίας αποτελεί πηγή αβεβαιότητας»2, παρατηρούσε ο Βιλερουά ντε Γκαλό το 2018, όταν το κοινό νόμισμα είχε φθάσει τα 1,22 δολάρια. Όπως εξηγούσε ο Φιλίπ Βακστέρ, διευθυντής οικονομικών ερευνών της Natixis Asset Management, με αφορμή προηγούμενη περίοδο ανατίμησης του κοινού νομίσματος, μια τέτοια ισοτιμία «διαβρώνει τις προσπάθειες που κάνουν οι ευρωπαϊκές χώρες για να γίνουν πιο ανταγωνιστικές»3.

Ας συνοψίσουμε. «Το σκληρό ευρώ ανησυχεί την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα»4, εξηγεί το 2020 η Agefi, ιστότοπος που ειδικεύεται στα χρηματοοικονομικά θέματα. Δύο χρόνια αργότερα, όλα έχουν αλλάξει, αλλά όλα εξελίσσονται εξίσου άσχημα: «Το μαλακό ευρώ περιπλέκει (…) το έργο της ΕΚΤ»5, σύμφωνα με την καθημερινή οικονομική εφημερίδα «Les Echos». Με άλλα λόγια, όταν έρχεται κορώνα, η Γηραιά Ήπειρος χάνει: το ευρώ είναι πολύ ισχυρό και μειώνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αλλά, όταν έρχονται γράμματα, πάλι χάνει η Ευρώπη: το ευρώ είναι πολύ αδύναμο, περιορίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και παροξύνει την ήδη μεγάλη άνοδο των τιμών. Πώς να εξηγήσει κάποιος αυτή την παράξενη κατάσταση όπου το ευρωπαϊκό νόμισμα μοιάζει καταδικασμένο να προκαλεί τη δυσαρέσκεια;

Επαναλαμβανόμενος μηχανισμός

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και το τέλος του συστήματος του Μπρέτον Γουντς6, με το οποίο ρυθμίζονταν οι ισοτιμίες μεταξύ νομισμάτων, τα περισσότερα νομίσματα βρίσκονται σε καθεστώς ελεύθερα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, δηλαδή από μέρα σε μέρα αλλάζουν την ισοτιμία μεταξύ τους. Οι διακυμάνσεις αυτές καθορίζονται από πλειάδα παραγόντων, που έχουν σχέση με τη συγκυρία, με τις προσδοκίες των χρηματιστικών αγορών για την ευρωστία της μίας ή της άλλης οικονομικής περιοχής, καθώς και με τις αποφάσεις των διάφορων κεντρικών τραπεζών του πλανήτη σχετικά με τα επιτόκιά τους. Έτσι, τα υψηλά επιτόκια –που προσφέρουν μεγαλύτερη απόδοση στους επενδυτές– έχουν την τάση να προκαλούν εισροή κεφαλαίων και, επομένως, ανατίμηση του νομίσματος. Αντίστροφα, μια μείωση επιτοκίων σε γενικές γραμμές οδηγεί τους κατόχους κεφαλαίων να αναζητήσουν αλλού πιο γενναιόδωρες αποδόσεις –φαινόμενο που συμβάλλει στη μείωση της αξίας ενός νομίσματος. Όμως, μέσα σε αυτούς τους μυριάδες καθοριστικούς παράγοντες, ένας συγκεκριμένος μηχανισμός βαρύνει περισσότερο από άλλους.

Στις 4 Ιανουαρίου 1999, το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα εισάγεται με ισοτιμία 1:1,1789 δολάρια. Εκείνη την εποχή, η φρενίτιδα γύρω από το Διαδίκτυο και τη «νέα οικονομία» τονώνει την αμερικανική ανάπτυξη. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα Federal Reserve (Fed), προσπαθώντας να αποφύγει την υπερθέρμανση της οικονομίας και να «διασφαλίσει ότι οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών δεν θα εκτοξευθούν»7, αυξάνει τα επιτόκιά της. Η απόφαση οδηγεί στην ανατίμηση του δολαρίου και, αυτόματα, στην υποχώρηση του ευρωπαϊκού νομίσματος. Το ευρώ χάνει το 30% της αξίας του σε σχέση με το δολάριο μεταξύ 1999 και 2002. Η κατρακύλα προκαλεί τρόμο στους Ευρωπαίους, οι οποίοι ήλπιζαν ότι το ευρώ θα εξελισσόταν γρήγορα σε αποθεματικό νόμισμα. Φοβούνται ότι μια τέτοια διολίσθηση μπορεί να τροφοδοτήσει την καχυποψία απέναντι στο νεογέννητο χρηματικό εγχείρημα: ένα νόμισμα του οποίου η αξία μειώνεται γρήγορα εμπνέει ελάχιστη εμπιστοσύνη στους επενδυτές.

Μετά το σκάσιμο της «φούσκας του Διαδικτύου», τον Μάρτιο του 2000, η Fed επιδιώκει να αποφύγει το πέρασμα των ΗΠΑ σε ύφεση. Μειώνει τα επιτόκιά της προκειμένου να διευκολύνει τη χορήγηση πιστώσεων. Καμία ευκαιρία για τη Γηραιά Ήπειρο, όπου η απόφαση της Fed προκαλεί την ενίσχυση του ευρώ, γεγονός που στραγγαλίζει την οικονομική δραστηριότητα. Το 2004, ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζαν-Πιερ Ραφαρέν εκφράζει την ενόχλησή του για την «ανησυχητική» ισοτιμία του ευρώ, ενώ ο μετέπειτα υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Ντομινίκ Στρος-Καν, τότε ακόμη βουλευτής, δηλώνει δυσαρεστημένος που το ευρώ είναι «υπερβολικά ισχυρό σε σχέση με το δολάριο, κάτι που βλάπτει την ανάπτυξη»8. Το κοινό νόμισμα συνεχίζει ωστόσο την ανοδική πορεία του, για να φθάσει μέχρι και τα 1,60 δολάρια στις 15 Ιουλίου 2008.

Η κρίση των subprime (των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων), που εκδηλώνεται την ίδια χρονιά, προκαλεί γενικευμένο επαναπατρισμό των εκφρασμένων σε δολάρια περιουσιακών στοιχείων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη χρηματοπιστωτική περιοχή που θεωρείται ασφαλέστερη μέσα στη θύελλα. Έτσι, η ισοτιμία του ευρώ πέφτει ξανά, μέχρι την εφαρμογή των μέτρων «ποσοτικής χαλάρωσης» της Fed. Τα μέτρα αυτά έχουν στόχο, σε πρώτη φάση, να καταπολεμήσουν την οικονομική κρίση που συνδέεται με το χρηματοπιστωτικό χάος και έπειτα, σε δεύτερο χρόνο, να περιορίσουν το πλήγμα που προκάλεσε η πανδημία Covid-19. Για μία ακόμη φορά, τα μέτρα που έλαβε η Fed για να διευκολύνει τις πιστώσεις και την οικονομική δραστηριότητα στις ΗΠΑ ροκανίζουν την αξία του αμερικανικού νομίσματος. Από τη στιγμή που δολάριο και ευρώ δεν μπορούν να κινούνται ταυτόχρονα σε πολύ χαμηλά επίπεδα, η πτώση του δολαρίου προκαλεί την ανατίμηση του ευρώ, εξέλιξη που περιπλέκει τη μάχη κατά του αποπληθωρισμού στη Γηραιά Ήπειρο.

Από τις αρχές του 2022, η οικονομική ανάκαμψη και, στη συνέχεια, οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας προκάλεσαν κατακόρυφη άνοδο των τιμών, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας. Η Fed αντέδρασε ανεβάζοντας επιθετικά τα επιτόκιά της, καθώς ένα ισχυρότερο νόμισμα επιτρέπει να περιοριστεί ο αντίκτυπος του πληθωρισμού, μειώνοντας το κόστος των εισαγωγών. Αντίθετα, στη Γηραιά Ήπειρο, αυτή η άνοδος του δολαρίου οδηγεί σε επιπλέον κόστος, καθώς οι ευρωπαϊκές εισαγωγές πετρελαίου τιμολογούνται σε δολάρια. Επομένως, η νομισματική συγκυρία ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη…

Άρα, μέσα στην πολυπλοκότητα των παραγόντων που συντρέχουν ώστε να ωθούν το ευρώ προς τα πάνω ή προς τα κάτω, ένας μηχανισμός επανέρχεται σταθερά: οι αποφάσεις της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, τις οποίες λαμβάνει με γνώμονα το συμφέρον της… αμερικανικής οικονομίας. Θα προβληθεί, βέβαια, το επιχείρημα ότι τίποτε δεν αποκλείει οι επιλογές της Fed να έχουν ευνοϊκό αντίκτυπο στην ευρωζώνη. Εξάλλου, επιλέγοντας να αυξήσουν τα επιτόκια για να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό και αφήνοντας το δολάριο να ανατιμηθεί, όπως κάνει σήμερα η Fed, οι αμερικανικές αρχές μειώνουν το κόστος των ευρωπαϊκών προϊόντων που εξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκ πρώτης όψεως, είναι ευλογία για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις της Γηραιάς Ηπείρου. Αλίμονο όμως. Η πολιτική της Fed συνοδεύεται από έναν νόμο για τον περιορισμό του πληθωρισμού (IRA), που ψηφίστηκε το 2022: ένα πρόγραμμα επιδοτήσεων και φορολογικών εκπτώσεων για τα προϊόντα made in America, το οποίο παρέχει μια προστατευτική ασπίδα στην αμερικανική παραγωγή. Διπλός θετικός αντίκτυπος για τις ΗΠΑ, που κατορθώνουν να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό χωρίς να χάσουν (υπερβολικά) σε ανταγωνιστικότητα. Διπλός αρνητικός αντίκτυπος για την ευρωπαϊκή πλευρά, όπου το ευρώ πέφτει και επιδεινώνει τον πληθωρισμό, χωρίς όφελος ανταγωνιστικότητας στην αμερικανική αγορά.

Σε κάθε νέα φάση, η ΕΚΤ βρίσκεται σε θέση αδυναμίας απέναντι στη Fed. Εκτός από τη δύναμη πυρός της, η αμερικανική κεντρική τράπεζα διακρίνεται από εξαιρετική ιδεολογική και στρατηγική επιδεξιότητα. Η κεντρική τράπεζα με έδρα τη Φρανκφούρτη, αντίθετα, προσκολλημένη στην ορθοδοξία της (η καταστατική αποστολή της, για παράδειγμα, της απαγορεύει να ορίσει συναλλαγματική ισοτιμία για το ευρώ) και εγκλωβισμένη μεταξύ των αντιφατικών απαιτήσεων των κρατών-μελών της ευρωζώνης (ό,τι είναι καλό για το Βερολίνο δεν είναι απαραίτητα καλό και για το Παρίσι), χαρακτηρίζεται από λήθαργο. Με αποτέλεσμα οι αποφάσεις που λαμβάνονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού συχνά να βαρύνουν περισσότερο από τις αποφάσεις της Γηραιάς Ηπείρου.

Επομένως, το ευρώ δεν είναι ούτε «πολύ σκληρό» ούτε «πολύ μαλακό», αλλά μάλλον πολύ εξαρτημένο. Πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα νομίσματα στον κόσμο. Ο λόγος είναι ότι, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ επέβαλαν το νόμισμά τους ως «νόμισμα-κλειδί» για το διεθνές νομισματικό σύστημα. Όπως εξηγούν οι οικονομολόγοι Μισέλ Αλιετά, Γκουό Μπάι και Καμίλ Μακέρ, ένας τέτοιος μηχανισμός «δεν είναι σταθερός παρά μόνο όταν η ηγεμονία αναγνωρίζεται από τις άλλες χώρες (…), ότι, μέσω της εμπορικής και χρηματοπιστωτικής ενσωμάτωσης, προσφέρει στις εξαρτώμενες χώρες περισσότερα πλεονεκτήματα παρά μειονεκτήματα»9. Συνεπώς, η εύρυθμη λειτουργία του σημερινού διεθνούς νομισματικού συστήματος εξαρτάται από τη βούληση των αμερικανικών αρχών να κατευθύνουν το δολάριο με γνώμονα «το γενικό νομισματικό συμφέρον». Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έχει συμβεί ποτέ. Αντίθετα, η Ουάσινγκτον στρατολογεί όλο και εντονότερα το δολάριο στις γεωπολιτικές μάχες της. «Η σκόπιμη χρήση του συστήματος διεθνών πληρωμών σε δολάρια προκειμένου να εμποδιστούν οι ιδιωτικές συναλλαγές που αφορούν χώρες στις οποίες οι ΗΠΑ θέλουν να επιβάλλουν κυρώσεις απλώς επιβεβαιώνει την εργαλειοποίηση του δολαρίου και τη μετατροπή του σε κατεξοχήν μέσο πολιτικής κυριαρχίας»10, εξηγούσε ο Αλιετά και οι δύο συνάδελφοί του πριν ακόμη η Ρωσία εισβάλλει στην Ουκρανία.

Η ανάμνηση του μπανκόρ

Βέβαια, όσο μεγαλύτερη η κατάχρηση της εξουσίας τόσο ταχύτερη και η φθορά της. Και, κατά παράδοξο τρόπο, οι κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας τείνουν να αποδυναμώσουν το σύστημα κυριαρχίας που τις καθιστά δυνατές. «Από τον Φεβρουάριο του 2022, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πρώτων υλών στον κόσμο (η Ρωσία) και ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πρώτων υλών στον κόσμο (η Κίνα) έχουν περάσει από το αμερικανικό δολάριο στο κινεζικό γουάν», εξηγεί ο ερευνητής Λουι-Βενσάν Γκαβ11, ο οποίος αμφιβάλλει ότι θα υπάρξει επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση στο συγκεκριμένο πεδίο.

Πολλές αναδυόμενες χώρες ζητούν από το 2008 την αναμόρφωση του διεθνούς νομισματικού συστήματος με κεντρικό άξονα ένα διεθνές νόμισμα, θυμίζοντας το μπανκόρ που είχε οραματιστεί ο οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Το Πεκίνο σταδιακά επιβάλλει τη χρήση του γουάν στην Ασία. Στη Λατινική Αμερική, οι αριστερές κυβερνήσεις σκέφτονται εδώ και πολύ καιρό τη δημιουργία ενός διεθνούς νομίσματος που θα συνέβαλε στη χειραφέτηση της περιοχής. Την ιδέα επανέφερε ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, σε ομιλία του στις 2 Μαΐου 2022: «Θα δημιουργήσουμε ένα νόμισμα στη Λατινική Αμερική, που θα ονομάζεται sur [Νότος, στα ισπανικά], για να καταπολεμήσουμε την εξάρτησή μας από το δολάριο». Στο μεταξύ, ο Λούλα έγινε ξανά πρόεδρος της σημαντικότερης λατινοαμερικανικής δύναμης. Σε όλον τον πλανήτη, εξηγεί ο οικονομολόγος Ντομινίκ Πλιόν, «γινόμαστε μάρτυρες σε μια διπλή κίνηση περιφερειοποίησης και πολυπολικής αναδιαμόρφωσης του διεθνούς νομισματικού συστήματος, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε “νομισματικό πόλεμο”»12.

Παντού, η πολιτική εξουσία που συνδέεται με την κυρίαρχη θέση του δολαρίου αμφισβητείται, ακόμη κι αν κανένα νέο «νόμισμα-κλειδί» δεν φαίνεται ικανό να αναδυθεί. Παντού, σκέφτονται τρόπους να αντισταθούν στην ηγεμονία του δολαρίου, που αναγνωρίζεται ως δυσλειτουργική σε οικονομικό επίπεδο. Παντού, εκτός από την Ευρώπη, όπου οι διάφοροι Καλιμερό περιορίζονται να σημειώσουν ότι, αναμφίβολα, ο κόσμος είναι «πραγματικά πάρα πολύ άδικος».


Renaud Lambert είναι συντάκτης της «Le Monde diplomatique».

  1. «Un euro trop faible compliquerait la lutte contre l’inflation, dit Villeroy (BCE)», «Les Échos», Παρίσι, 16 Μαΐου 2022.
  2. Thibault Madelin, «La BCE surveille l’euro fort», «Les Échos», 16 Ιανουαρίου 2018.
  3. Guillaume Errard, «Pourquoi l’euro fort est un problème pour la France», «Le Figaro», Παρίσι, 14 Απριλίου 2014.
  4. Fabrice Anselmi, «L’euro fort préoccupe la BCE», L’Agefi, 3 Σεπτεμβρίου 2020.
  5. Guillaume Benoît, «L’euro faible complique encore la tâche de la BCE», «Les Échos», 24 Αυγούστου 2022.
  6. Βλ. Bernard Cassen, «Dans l’ombre de Washington», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2000.
  7. «Fed lifts key rates again», CNN Money, 21 Μαρτίου 2000, https://money.cnn.com.
  8. Τα δύο αυτά αποσπάσματα έχουν αντληθεί από το «L’euro est fort… le pouvoir d’achat est faible», «Lutte ouvrière», Pantin, 15 Ιανουαρίου 2004.
  9. Michel Aglietta, Guo Bai και Camille Macaire, La Course à la suprématie monétaire mondiale. À l’épreuve de la rivalité sino-américaine, Odile Jacob, Παρίσι, 2022.
  10. Οπ. προηγ.
  11. Louis-Vincent Gave, «Dollar/renminbi: la guerre des monnaies», «Conflits. Revue de géopolitique», τ. 42, Παρίσι, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2022.
  12. Συνέντευξη με τον συγγραφέα.

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More