13 Αυγ 2011

Κωνσταντίνος Παρθένης: Βυζαντινός και μοντέρνος

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης αποτελεί έναν από τους προδρόμους της γνωστής ‘Γενιάς του ‘30’ που με το έργο του διαμόρφωσε και ενέπνευσε πολλούς από τους σύγχρονους καλλιτέχνες της ελληνικής ζωγραφικής.

Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1878 στην Αλεξάνδρεια και πατέρας του ήταν ο Νικόλαος Παρθένης, που ασχολείτο με το καπνεμπόριο έχοντας αγγλική υπηκοότητα, την οποία διατήρησε και ο ίδιος ο Παρθένης για ορισμένα χρόνια πριν την εγκαταλείψει οριστικά. Η μητέρα του ήταν η Elisabetta Ceresuoli, που καταγόταν από ένα χωριό λίγο έξω από την Ρώμη.

Στα μαθητικά του χρόνια φοίτησε στο γαλλόφωνο σχολείο Saint-Francois-Xavier αποκτώντας γερές μαθησιακές βάσεις. Σύντομα όμως ο νεαρός Παρθένης θα εγκατέλειπε τη χώρα για να ακολουθήσει τον μέντορα και δάσκαλό του, γερμανό ζωγράφο του συμβολισμού, Karl Wilhelm Diefenbach. Ο Diefenbach αν και γνωστός μεν, μέτριος δε ζωγράφος της εποχής, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καλλιτεχνική εξέλιξη και υπόσταση του Παρθένη καθώς τον μύησε στον ξεχωριστό κόσμο του συμβολισμού αλλά και του μυστικισμού μέσα από την ζωγραφική. Ο Παρθένης ακολούθησε τον δάσκαλό του στην Βιέννη το 1895, όπου και παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, ενώ παράλληλα έπαιρνε και μαθήματα μουσικής στο Ωδείο της πόλης. Το 1899 πραγματοποιήθηκε η πρώτη του έκθεση στο Boehms Kunstlerhaus και το 1900 ο καλλιτέχνης έκανε και την πρώτη του έκθεση στην Αθήνα.


Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Βιέννη ο Παρθένης ήρθε σε επαφή με σημαντικούς καλλιτέχνες εκείνης της περιόδου ενώ γνώρισε και την νεοϊδρυθείσα τότε καλλιτεχνική ομάδα Sezession, με κύριο εκφραστή της τον Klimt.

Η επιστροφή του στην Ελλάδα γίνεται το 1903 όπου αρχικά ο καλλιτέχνης μένει στον Πόρο μέχρι το 1907 με σκοπό να ασχοληθεί εντατικά με την αγιογραφία. Μάλιστα μελετά έντονα την βυζαντινή τέχνη και φιλοτεχνεί εκείνη την περίοδο και τον ναό του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται στο νησί. Το 1907 ο Παρθένης έρχεται να μείνει στην Αθήνα και το 1908 αναλαμβάνει να δημιουργήσει και κάποιες από τις αγιογραφίες του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Κάιρο. Εκείνα τα χρόνια παντρεύεται και την Ιουλία Βαλσαμάκη με την οποία απέκτησε και τα δύο του παιδιά Σοφία και Νίκο.


Ωστόσο, ο Παρθένης δεν θα παραμείνει στην Αθήνα αλλά με την σύζυγό του θα μετακινηθούν μέχρι το 1911 στο Παρίσι όπου εκθέτει τα έργα του στο Salon D’ Automne και διαμορφώνει το δικό του προσωπικό ύφος, επηρεασμένος από τα προσωπικά του βιώματα αλλά και την γεμάτη αλλαγές και ανατροπές γενιά στην οποία μεγάλωσε και ανδρώθηκε. Οι διακρίσεις ακολουθούν η μία την άλλη και ο Παρθένης λαμβάνει βραβείο για τον πίνακά του ‘Η Πλαγιά’ το 1910, ενώ κερδίζει και το πρώτο βραβείο σε έκθεση θρησκευτικής τέχνης για το έργο του ‘Ο Ευαγγελισμός’ το 1911.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1911, ο Παρθένης έχει πλέον αποκτήσει την δική του προσωπική σφραγίδα στα έργα του και αποφασίζει να εγκατασταθεί αρχικά στην Κέρκυρα, όπου γεννιούνται και τα παιδιά του. Στη δημιουργική καλλιτεχνική του περίοδο εκείνα τα χρόνια πειραματίζεται στο να συνδυάσει στοιχεία αρχαιοελληνικά, βυζαντινά και νεωτεριστικά.

Το 1917 ο Παρθένης επιστρέφει μόνιμα στην Αθήνα και ιδρύει μαζί με τους εξίσου σπουδαίους καλλιτέχνες Μαλέα, Λύτρα, Τριανταφυλλίδη και άλλους την ομάδα ‘Τέχνη’ προσπαθώντας να φέρουν μία νεωτεριστική άποψη στα καλλιτεχνικά δρώμενα της εποχής.


Η φήμη του συνεχώς μεγαλώνει και κοντά στο 1920 εκθέτει στο Ζάππειο πάνω από 240 έργα τέχνης για την οποία, την ίδια περίοδο, λαμβάνει το Εθνικό Αριστείο Τεχνών. Μάλιστα το 1937, ο Παρθένης τιμάται με το χρυσό βραβείο της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού για το έργο του ‘Ο Ηρακλής μάχεται τις Αμαζόνες’, ενώ το 1938 η ιταλική κυβέρνηση αγοράζει έναν πίνακα του με θέμα τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, ο οποίος εκτίθετο στην Μπιενάλε της Βενετίας.

Η σύνδεση του ίδιου αλλά και την ομάδας του ‘Τέχνη’ με το Κόμμα των Φιλελευθέρων θα έχει σαν αποτέλεσμα το 1930, ο Παρθένης να διοριστεί καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών αν και στο παρελθόν παρόμοια αίτησή του είχε καταψηφιστεί από τους πιο συντηρητικούς καθηγητές που δεν ενστερνίζονταν τις φιλελεύθερες ιδέες του.
Εξάλλου, ο Παρθένης διατηρούσε στενή φιλία με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Φιλοτέχνησε το πορτρέτο του, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Δημοκρατία με την γνωστή λεζάντα από το Δημοκρατικό Μανιφέστο το οποίο εξέδωσε το 1922, «Η Ελλάς δεν είναι βασιλικόν τιμάριο, Είνε δημιούργημα του πνεύματος…»

Την περίοδο της θητείας του ως καθηγητής παρά τον πόλεμο που δεχόταν από τις πιο συντηρητικές πλευρές κατάφερε να διδάξει νέες μεθόδους στους μαθητές του οι οποίοι στάθηκαν στο ύψος του δασκάλου τους αν αναφέρουμε ότι από τα χέρια του πέρασαν οι Εγγονόπουλος, Τσαρούχης, Διαμαντόπουλος και πλήθος άλλων. Ωστόσο, ο Παρθένης είχε κουραστεί ιδιαίτερα από τις επιθέσεις και τα εμπόδια των συντηρητικών που συναντούσε με αποτέλεσμα το 1946 να παραιτηθεί από την καθηγητική του έδρα.



Την περίοδο της κατοχής, φυσικά δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος μπροστά στην παγκόσμια πολεμική σύρραξη που ερχόταν. Μαζί με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους από την Ελλάδα προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου για πνευματική συνένωση και αντίσταση κατά των ιταλογερμανικών επιθέσεων ακόμα και μέσα από την τέχνη.

Η υγεία του Παρθένη είχε κλονιστεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Είχε γίνει ιδιαίτερα εσωστρεφής, σκεπτικός και χανόταν στις μυστικιστικές του αναζητήσεις. Οι οικείοι του προσπαθούσαν να σταθούν δίπλα του και ιδιαίτερα η σύζυγός του Ιουλία, η οποία τον ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε. Ο ζωγράφος όμως από το 1947 είχε κλειστεί στο εργαστήριό του μέχρι το θάνατό του το 1967. Οι επιθέσεις που δεχόταν τον είχαν οδηγήσει σε ένα δικό του, μοναχικό ως επί το πλείστον δρόμο περισυλλογής και αυτοσυγκέντρωσης. Μάλιστα, είχε σταματήσει να πουλά και να εκθέτει έργα του παρά τις προτροπές ανθρώπων που των θαύμαζαν από τον πνευματικό κόσμο.


Τα έργα του Παρθένη χαρακτηρίζονται από μία εξιδανίκευση για την Ελλάδα, δοσμένη μέσα από φωτεινά και εξαϋλωμένα ωστόσο χρώματα, με στοιχεία μοντέρνα σε συνδυασμό με την βυζαντινή τέχνη, που λάτρευε και γνώριζε πολύ καλά αλλά και για την ελπίδα που αποπνέουν ακόμα και για τον ίδιο τον θάνατο πιστεύοντας στην ομορφιά της αιώνιας ζωής που ακολουθεί.

Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων αλλά και σε πολλές άλλες δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ενώ τα έργα του συγκεντρώνουν έντονο ενδιαφέρον από συλλέκτες σε μεγάλες δημοπρασίες σημειώνοντας συνεχώς αύξηση στην τιμή εκτίμησής τους αλλά και στην τελική τιμή αγοράς. 

http://www.capital.gr/weekend_articles.asp?id=1258022&ppg=1

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More