11 Μαρ 2014

Προς μια ρωσο-γερμανική Ευρώπη


www.antinews.gr
MITCHELL A. ORENSTEIN*
Οι τελευταίες εβδομάδες έχουν αποκαλύψει κάποιες σημαντικές αλήθειες για την Ευρώπη. Πριν από την κρίση στην Ουκρανία, οι περισσότεροι Αμερικανοί και Δυτικοευρωπαίοι είχαν συνηθίσει σε μια γαλλο-γερμανική Ευρώπη. Σε αυτή την εκδοχή τής Ευρώπης, η οποία σχεδιάστηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για να αμβλυνθεί μια από τις ιστορικά μεγαλύτερες αντιπαλότητες μεταξύ κρατών, η Γαλλία και η Γερμανία έπαιρναν τις αποφάσεις, και το κέντρο βάρους τής Ευρώπης ήταν ξεκάθαρα στην Δύση. Αλλά, αυτές τις μέρες, η πραγματική δράση που συμβαίνει αρκετά πιο ανατολικά. Η Ουκρανία, προσπαθώντας να ξεπεράσει το σοβιετικό παρελθόν της, έκανε τα πρώτα της βήματα προς την κατεύθυνση να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα και πιο πυκνοκατοικημένη μέλη τής Ευρωπαϊκής Ένωσης έως ότου η Ρωσία εκτροχίασε αυτά τα σχέδια. Και η Πολωνία, για πολλά χρόνια θεωρούμενη ένα νεαρό μέλος τής Ευρωπαϊκής ομάδας, έχει αναδυθεί ως ηγέτης καθοδηγώντας τις διαπραγματεύσεις μεταξύ του πρώην προέδρου τής Ουκρανίας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, και της ουκρανικής αντιπολίτευσης. Σε αυτήν τη νέα Ευρώπη, η γαλλο-γερμανική μηχανή έχει αντικατασταθεί από μια ρωσο-γερμανική: καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται προς ανατολάς διευθετώντας τα μελλοντικά σύνορα και τις γειτονικές περιοχές της, είναι η Γερμανία και η Ρωσία που θα αποφασίσουν το ποιος είναι μέσα και ποιος είναι έξω – και υπό ποιους όρους.
Σε μεγάλο βαθμό, η μάχη για την Ουκρανία έχει γίνει μια μάχη σχετικά με τη μορφή που θα πάρει αυτή η ρωσο-γερμανική Ευρώπη. Η Ρωσία, μέσω της γεωπολιτικής της τόλμης, της επιθετικότητας και της αίσθησης του δικαιώματος, έχει αποδειχθεί πρόθυμη να προσαρτήσει τα εδάφη που θέλει, δημιουργώντας ένα Ευρασιατικό μπλοκ ώστε να ισορροπήσει έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ουκρανία είναι ένα ουσιαστικό μέρος τού σχεδίου αυτού, και η Κριμαία είναι η αιχμή. Η Ρωσία είναι πολύ πιθανό να κρατήσει ό, τι έχει αποσπάσει μέχρι τώρα, όπως έκανε και σε όλες τις άλλες περιφερειακές συγκρούσεις, και να συνεχίσει να προσπαθεί να χρησιμοποιεί την θέση της στην Κριμαία για να αποσταθεροποιήσει την Ουκρανία. Αυτό θα βοηθήσει την Ρωσία καθώς προσπαθεί να σχεδιάσει μια ξεκάθαρη γραμμή μεταξύ των αξιών της, του πολιτισμού της, της πολιτικής και της οικονομίας της έναντι των αντίστοιχων της Δύσης.
Χάρη στο ρόλο τής Γερμανίας ως βασικού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και χάρη στους βαθείς δεσμούς της με την Ρωσία, είναι η μόνη χώρα που θα μπορούσε να ματαιώσει ή να ανασχέσει τις μεγάλες γεωπολιτικές φιλοδοξίες τής Ρωσίας. Ήταν ιδιαίτερα σαφές κατά την διάρκεια των ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων αυτή την εβδομάδα σχετικά με τις πιθανές κυρώσεις κατά της Ρωσίας για την εισβολή στην Κριμαία ότι η Γερμανία, η οικονομική δύναμη της Ευρώπης, τελικά θα αποφασίσει το πόσο θα πιεστεί η Ρωσία και πώς θα ισορροπήσει η επιθυμία της Ευρώπης να τιμωρήσει την χώρα έναντι της επιθυμίας της να φέρει την Ρωσία πιο κοντά μέσω της οικονομικής συμμετοχής. Η Γερμανία κράτησε μια στάση εναντίον ενός πολύ γρήγορου άλματος στην επιβολή κυρώσεων και, αντ’ αυτού, διοχέτευσε την Δυτική οργή έναντι της Ρωσίας σε μια έμμεση λύση, στην οποία οι Ρώσοι και η νέα ουκρανική κυβέρνηση θα έχουν άμεσες συνομιλίες για το μέλλον τής Κριμαίας, με διεθνή διαμεσολάβηση.
Και αυτό υπαινίσσεται την απροθυμία τής Γερμανίας να εγκαταλείψει το μεγάλο παιχνίδι της: Από την εποχή που τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, η χώρα έχει δώσει έμφαση στην οικονομική εμπλοκή με την Ρωσία, με την ελπίδα να ωθήσει την ρωσική κοινωνία προς τον εκσυγχρονισμό. Επιδίωξε να οικοδομήσει μια ισχυρή σχέση συνεργασίας με το Κρεμλίνο για να υποστηρίξει μια ειρηνική τάξη στην Ανατολική Ευρώπη, όπως ακριβώς συμμάχησε με την Γαλλία στην Δυτική Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για την αποτροπή μιας σύγκρουσης εκεί.
Η στρατηγική αυτή έχει βαθιές ιστορικές ρίζες: κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα γερμανικά στρατεύματα έπληξαν δεκάδες ρωσικές πόλεις και πολιόρκησαν την Αγία Πετρούπολη, προξενώντας λιμό σε πάνω από ένα εκατομμύριο αμάχους. Η Ρωσία αντιστάθηκε με τεράστιο κόστος και στη συνέχεια για εκδίκηση βίασε και λεηλάτησε στον δρόμο της προς το Βερολίνο, αφήνοντας να πεινάσουν ένα εκατομμύριο Γερμανοί αιχμάλωτοι πολέμου ως αντίποινα. Και οι δύο στρατοί βάδισαν μέσω της Ουκρανίας και πολέμησαν σε καταστροφικές μάχες εκεί, συμπεριλαμβανομένης της μάχης στην Σεβαστούπολη. Αυτή η τρομερή κοινή ιστορία έφερε την Γερμανία και την Ρωσία πιο κοντά μετά το 1991, σε μια προσπάθεια να μην επαναληφθεί. Η Γερμανία έχει κάνει μεγάλες προσπάθειες έκτοτε να περιποιείται την Ρωσία και να αποτρέπει την επανεμφάνιση του ανταγωνισμού και της σύγκρουσης. Έχει προσφέρει την βιομηχανική της ισχύ και την τεχνογνωσία στην Ρωσία για να βοηθήσει σε σημαντικά ρωσικά έργα υποδομής και σε βιομηχανίες. Η Ρωσία έχει αποδεχθεί και εκτιμά αυτά τα ανοίγματα. Επίσης, έχει επιδιώξει να αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με την Γερμανία, αντιμετωπίζοντας την Γερμανία ως μεγάλη δύναμη και παρέχοντάς της άμεση σύνδεση με το ρωσικό φυσικό αέριο μέσω τού αγωγού Nord Stream. Αυτή η στενή σχέση – κάποιοι λένε «πάρα πολύ στενή» – συμβολίστηκε με την ανάληψη μιας πολύ καλά αμειβόμενης δουλειάς στην Gazprom από τον πρώην καγκελάριο της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, κατά την έξοδό του από την εξουσία το 2005.
Η σχέση έφθασε σε νέα υψηλά πριν από λίγα χρόνια, μεταξύ 2008 και 2012, όταν ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ υπηρέτησε ως πρόεδρος της Ρωσίας. Στους Γερμανούς άρεσε να δουλεύουν μαζί του και είχαν την τάση να τον θεωρούν ως ένα σύμβολο αυτού που θα μπορούσε να είναι μια πιο σύγχρονη Ρωσία. Τον εξύψωσαν ως τον Ρώσο πολιτικό ηγέτη ο οποίος μίλησε την γλώσσα τους και υποστήριξε τα φιλελεύθερα δικαιώματα και τις ελευθερίες. Οι Ευρωπαίοι είδαν μεγάλη προοπτική, για παράδειγμα στην δική του «Πρωτοβουλία Skolkovo» να μετατρέψει τη Μόσχα σε ένα κέντρο υψηλής τεχνολογίας. Αλλά στην απελπισία τους για έναν καλό ομόλογό τους στην Ρωσία, οι Γερμανοί υπερεκτίμησαν την σημασία τού Μεντβέντεφ.
Η θυελλώδης εκ νέου ανάληψη της εξουσίας το 2012 από τον Πούτιν – και ο υποβιβασμός τού Μεντβέντεφ πάλι σε πρωθυπουργό – γκρέμισε τις ελπίδες τής Γερμανίας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ηγέτες είδαν καθαρά αυτό που κάποιοι υποστήριζαν πάντοτε – ότι ο Μεντβέντεφ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια μαριονέτα τού Πούτιν, ένα βολικό φιλελεύθερο πρόσωπο σε μια κατά τα άλλα αυταρχική πραγματικότητα. Η προθυμία τού Πούτιν να επιστρέψει στην εξουσία σε μια εποχή που πολλοί Ρώσοι τον ήθελαν να μείνει μακριά, η σκληρή ρητορική του και η καταστολή του στις διαδηλώσεις στη Μόσχα το 2011, έδειξαν ότι η Ρωσία, στην πραγματικότητα, δεν εξελισσόταν. Από τότε, η Γερμανία όλο και περισσότερο έχει αναγκαστεί να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι η ειρηνική δέσμευση και η οικονομική συνεργασία δεν εμποδίζουν πάντα τις συγκρούσεις, ιδίως με μια Ρωσία που είναι αφοσιωμένη στην αυταρχική πολιτική εγχωρίως και στην επεκτατική πολιτική στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, στη Μολδαβία, η Ρωσία έχει ξεκινήσει μια ανοικτή εκστρατεία για την παρεμπόδιση της φιλοευρωπαϊκής κυβέρνησης της χώρας να υπογράψει μια Συμφωνίας Σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επίσης ενθάρρυνε εθνοτικούς θύλακες να αποσχιστούν. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ ακολούθησε την γραμμή τής ευρωπαϊκής υποστήριξης των φιλοδοξιών τής Μολδαβίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όσο η Γερμανία απογοητευόταν με την Ρωσία και ήθελε να την απομονώσει, τόσο βρίσκει ότι το να το κάνει αυτό είναι πολύ δύσκολο. Η Γερμανία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ανατολικό της γείτονα, ως αποτέλεσμα της γεωγραφίας και των ετών τής συνεργασίας, του ανταγωνισμού, του αμοιβαίου οφέλους και των αναμνήσεων της αμοιβαίας καταστροφής.
Σήμερα, η Ρωσία είναι η 11η μεγαλύτερη αγορά για τις εξαγωγές τής Γερμανίας, μετά την Πολωνία. Η Ρωσία πωλεί στην Γερμανία φυσικό αέριο και πετρέλαιο και η Γερμανία πωλεί στην Ρωσία ακριβά αυτοκίνητα, εργαλειομηχανές καθώς και μεταποιημένα προϊόντα. Ένα εμπορικό εμπάργκο ή δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων θα πλήξουν την Γερμανία περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή δύναμη – εκτός των Κάτω Χωρών, όπου η Royal Dutch Shell έχει σημαντικά συμφέροντα – και πολύ περισσότερο από ό, τι τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ίδιο θα έκανε και μια διακοπή προμήθειας αερίου ή ένα εμπάργκο. Αλλά η Ρωσία, βέβαια, είναι πολύ περισσότερο εξαρτημένη από την Δύση από όσο η Δύση εξαρτάται από την Ρωσία. Χρειάζεται την Ευρώπη ως καταναλωτή των εξαγωγών της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Εξαρτάται από την Γερμανία, ειδικότερα, για επενδύσεις και τεχνική εμπειρογνωμοσύνη. Μια οικονομική απομόνωση θα είναι επιζήμια και για τις δύο πλευρές, αλλά κυρίως για την Ρωσία.
Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ρωσία, παρότι εισέβαλε στην Κριμαία, πιθανότατα δεν κέρδισε τον πόλεμο. Η Γερμανία, έχοντας αποφύγει να καυγαδίσει με την Ρωσία και έχοντας προσπαθήσει να αμβλύνει τις εντάσεις, φαίνεται να είναι πιο αποφασισμένη από ποτέ να βάλει την Ουκρανία κάτω από τις οικονομικές της φτερούγες. Καθώς αναπτύσσεται η Ουκρανία, θα μπορούσε να είναι σε καλύτερη θέση να διεκδικήσει την ανεξαρτησία της από την ρωσική αυτοκρατορία. Προς το παρόν, οι Γερμανοί ηγέτες έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν από το σοκ ότι η Ρωσία αγνόησε το διεθνές δίκαιο τόσο απροκάλυπτα στην Κριμαία. Οι ηγέτες τής Ρωσίας και της Γερμανίας θα κατανοήσουν τις προκλήσεις τού ανταγωνισμού τους στο να ρυθμίζουν την ευρωπαϊκή πολιτική και την οικονομία. Είναι αφοσιωμένοι σε ραγδαία αποκλίνοντα αποτελέσματα, αλλά επίσης ενδιαφέρονται για την εξεύρεση κοινού εδάφους για την διατήρηση της ειρήνης. Παρά το γεγονός ότι η διαμάχη στην Κριμαία μπορεί να καταλήξει σε αδιέξοδο, και οι δύο δυνάμεις θα υπάρχουν για να παίξουν μια άλλη ημέρα και να εργαστούν για ένα ευρωπαϊκό όραμα που δεν είναι κοινό ακόμη, αλλά θα μπορούσε να είναι. Αυτή η ρωσο-γερμανική Ευρώπη είναι η Ευρώπη στην οποία θα ζούμε, καλώς ή κακώς.

*καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Northeastern της Βοστόνης και συνεργάτης τόσο του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών και του Κέντρου Davis Ρωσικών και Ευρασιατικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.
: foreignaffairs.com

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More