Ήταν τέτοιες μέρες πριν 170 χρόνια (Αυγ-1850) όταν ο Giuseppe Verdi είχε δεχτεί παραγγελία να γράψει μια όπερα για το θέατρο (λυρική σκηνή) La Fenice στη Βενετία.
Δεδομένης της τότε πολιτικής κατάστασης (με τη Βόρεια Ιταλία να ελέγχεται από την αυστριακή αυτοκρατορία ενώ παράλληλα άρχισαν να ξεχωρίζουν οι έννοιες του έθνους με συνακόλουθη την ανάγκη για κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις) βρισκόμασταν σε ένα καζάνι που έβραζε και που οδήγησε στη διαμόρφωση του κράτους (Βασίλειο της Ιταλίας) το 1861
Στη διαχρονική φύση!
Qual piuma al vento,
Muta d’accento – e di pensiero.
Leggiadro viso,
In pianto o in riso, – è menzognero.
Chi a lei s’affida,
Chi le confida – mal cauto il core!
Felice appieno
Chi su quel seno – non liba amore!
Σαν το φτερό στον άνεμο,
αλλάζει στη φωνή (προφορά της) -και στη σκέψη.
Χαριτωμένο πρόσωπο,
δακρυσμένο ή γελαστό, που είναι mensognero (ψεύτικο – αναληθές)
La donna è mobile
(κλπ)
Σαν το φτερό στον άνεμο,
αλλάζει τα λόγια
και τις σκέψεις της!
αυτός που την εμπιστεύεται,
αυτός που εμπιστεύεται, την απρόθυμη καρδιά της!
απόλυτα χαρούμενος
που από εκείνο το στήθος δεν πίνει (δεν αντλεί) αγάπη!
e di pensier
e di pensier
e di pensier!
Σκυφτέ διαβάτη της βροχής
και ταξιδιώτη της ζωής
η προδοσία μιας γυναίκας σε βαραίνει.
και τη ζωή σου μη χαλάς,
είναι γραφτό ότι αρχίζει να πεθαίνει.
Της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος
πότε κόλαση και πότε ο παράδεισος,
της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος.
και ταξιδιώτη της ζωής
με την αλήθεια δεν μπορείς ποτέ να παίξεις.
σου δίνω μία συμβουλή:
ποτέ γυναίκα στη ζωή να μην πιστέψεις.
Της γυναίκας η καρδιά…
Bella figlia dell’amore,
Schiavo son dei vezzi tuoi;
Con un detto sol tu puoi
Le mie pene consolar.
Vieni e senti del mio core
Il frequente palpitar.
Ah! ah! rido ben di core,
Che tai baie costan poco
Quanto valga il vostro gioco,
Mel credete, so apprezzar
Ah, così parlar d’amore
A me pur intame ho udito!
Infelice cor tradito,
Per angoscia non scoppiar.
στη Gilda
Taci, il piangere non vale…
Ch’ei mentiva sei sicura.
Taci, e mia sarà la cura
La vendetta d’affrettar.
Sì, pronta fia, sarà fatale,
Io saprollo fulminar.
M’odi! ritorna a casa.
Oro prendi, un destriero
Una veste viril che t’apprestai,
E per Verona parti.
Sarovvi io pur doman.
Όμορφη κόρη της Αγάπης,
Είμαι σκλάβος στα βίτσια σου
Με μια σου λέξη μπορείς
Να μου παρηγορήσεις κάθε πόνο
Έλα και νιώσε την καρδιά μου
πως πάει να σπάσει
Αχ! αχ! Αχ! Γελάω με την καρδιά μου,
Με τα φτηνά σου κολπάκια
Πόσο αξίζει το παιχνίδι σας,
Πιστέψτε με, ξέρω να το εκτιμήσω…
Α, μιλήστε λοιπόν σε μένα για την αγάπη
Σε μένα, που ξέρω να την ακούω!
Δυστυχισμένη καρδιά που προδόθηκε,
Και από αγωνία κοντεύει να σπάσει.
Δεν αξίζει να κλαις …ησύχασε
Ψέματα ειν’ όλα,
Θα φροντίσω
να τελειώνω σύντομα με την εκδίκηση
Ακουσέ με! πήγαινε σπίτι.
Πάρε το χρυσάφι κι ένα άλογο
Μία μπέρτα
που ετοίμασα για σένα,…
Και φύγε για τη Βερόνα.
Θα είμαι εκεί αύριο.
Προκειμένου να εκδικηθεί για τη χαμένη τιμή της κόρης του, ο Rigoletto καταστρώνει τη δολοφονία του Δούκα.
Ανακαλύπτοντας τα σχέδια του πατέρα της, η Τζίλντα αποφασίζει να σώσει τον αγαπημένο της και να θυσιαστεί, παίρνοντας τη θέση του.
Η Τζίλντα, σκεπτόμενη παρορμητικά, αποφασίζει να θυσιαστεί για τον δούκα και μπαίνει στο σπίτι. Ο δολοφόνος την τραυματίζει νομίζοντάς την για άνδρα, και εκείνη καταρρέει.
Ο Rigoletto, έκπληκτος, ανοίγει τον σάκο και προς μεγάλη του απελπισία ανακαλύπτει τη θυγατέρα του θανάσιμα τραυματισμένη.
Εκείνη «ανασταίνεται» για μια στιγμή, ανακοινώνει ότι είναι ευχαριστημένη που πεθαίνει για τον αγαπημένο της (V’ho ingannato – «Πατέρα, σε παραπλάνησα») και μετά πεθαίνει στα χέρια του.
Οι χειρότεροι φόβοι του Rigoletto επαληθεύονται καθώς κραυγάζει με φρίκη Ah, la maledizione (Α ! κατάρα!).
Ο «Rigoletto» πρωτοανέβηκε στις 11 Μαρτίου 1851 στο ιστορικό θέατρο «Λα Φενίτσε» της Βενετίας και από τότε έως σήμερα έχει χειροκροτηθεί από χιλιάδες θεατές σε όλο τον κόσμο και δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις δημοφιλέστερες όπερες όλων των εποχών.
ℹ️ Η ιστορική 1η
τον κάθε άντρα που τον θέλουν πάντα θύμα.
Μα το ‘χω πει και θα το πω χίλιες φορές
χωρίς γυναίκα στην ζωή δεν κάνω βήμα.
γι’ αυτές δουλεύουμε γι’ αυτές ιδροκοπάμε
κι αν είναι όλες, όπως λεν χωρίς καρδιά,
εμείς που έχουμε καρδιά τις αγαπάμε.
κι ας βγάζει μάτι το τρελό του το γινάτι,
αυτές γλυκαίνουν το πικρό μας το ψωμί
και το φτωχόσπιτο μας φαίνεται παλάτι.


























