Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

10 Φεβ 2020

Ο Διονύσιος Σολωμός ενάντια στο ξενόδουλο αρχοντολόι της εποχής και την ξενοκρατία

«Είναι 21 χρόνια σαν σήμερα, που η Ελλάδα έσπασε τις αλυσίδες. Η ημέρα αυτή του Ευαγγελισμού είναι ημέρα χαράς και δακρύων. Χαιρόμαστε για το μέλλον, κλαίμε για τη σημερινή υποδούλωση. Τι να πω για το παρόν; Η διαφθορά είναι τόσο γενική κι έχει τόσο βαθιές ρίζες, ώστε προξενεί κατάπληξη. Όταν οι αίτιοι αυτής της κατάστασης χτυπηθούν εντελώς, τότε θα είναι μια ηθική αναγέννηση…»

«Η διαφθορά είναι τόσο γενική κι έχει τόσο βαθιές ρίζες…» - Ο Διονύσιος Σολωμός ενάντια στο ξενόδουλο αρχοντολόι της εποχής και την ξενοκρατία
Από τους σημαντικότερους ποιητές μας, ο Διονύσιος Σολωμός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 8 του Απρίλη 1798 και έφυγε από τη ζωή στις 9 του Φλεβάρη 1857 στην Κέρκυρα.
Η πρώτη επαφή με τον Διονύσιο Σολωμό είναι το πρωτάκουσμα του εθνικού ύμνου, δηλαδή των μελοποιημένων δυο πρώτων στροφών του ποιήματός του «Ύμνος εις την ελευθερίαν» που συνοδεύουν την έπαρση και την υποστολή της σημαίας.
Για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, άρα για την επίσημη πολιτεία και τις κυβερνήσεις που εναλλάχθηκαν από το 1865 που καθιερώθηκε ο εθνικός ύμνος, ο Σολωμός είναι απλά ο «εθνικός ποιητής». Αυτό διδάχτηκαν και διδάσκονται γενιές και γενιές Ελλήνων στα σχολικά θρανία. Έγκειται στον πατριωτισμό και την συνείδηση του κάθε εκπαιδευτικού, ατομικά, αν το θελήσει, να σκύψει στο έργο του Σολωμού, να το ανιχνεύσει και να το γνωρίσει και στη συνέχεια να το φέρει κοντά στους μαθητές του για να μάθουν με τη σειρά τους αυτά που δεν γράφουν τα σχολικά βιβλία.
Όπως έγραψε ο Κώστας Βάρναλης ο Σολωμός «δεν ήταν ένας αφηρημένος ωραιολόγος του γραφείου, παρά ένας μεγάλος οδηγός του έθνους στη Μεγάλη Πράξη που είναι ο αγώνας για την ελευθερία».
«Ο Σολωμός τραγουδώντας τη λευτεριά, διδάσκει πως οι αλυσίδες της σκλαβιάς συντρίβονται μόνο με τον αγώνα που εμπνέουν τα μεγάλα ιδανικά. Ζωή χωρίς ιδανικά, χωρίς πάθος για τη λευτεριά, χωρίς πίστη στον άνθρωπο, είναι ζωή άδεια», σημειώνει ο Τάκης Αδάμος.
Το αίσθημα της αγάπης προς την πατρίδα και την ελευθερία δεν είναι τόσο βαθύ και συγκλονιστικό μόνο  στον «Ύμνο εις την ελευθερίαν», αλλά σε ολόκληρο το έργο του Σολωμού, οι φιλελεύθερες ιδέες του οποίου, ο σεβασμός στον άνθρωπο και η αγάπη για την αλήθεια και το καλό ήταν γνωρίσματα που τον χαρακτήριζαν από τη νεανική του ηλικία.
Ο Διονύσιος Σολωμός στράτευσε την τέχνη του στην υπηρεσία της Επανάστασης. Ο ίδιος διέθεσε μέρος της περιουσίας του για τις ανάγκες του αγώνα, υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και κράτησε ανοιχτό το σπίτι του στους κυνηγημένους από τους Τούρκους και τους κοτζαμπάσηδες συνεργάτες τους, αγωνιστές που κατέφυγαν στη Ζάκυνθο.
Για τη ριζική αντίθεση του Διον. Σολωμού προς τις αντιδραστικές κοινωνικές δυνάμεις της εποχής του και τους «προστάτες» ξένους – δυνάστες του λαού μας, γράφει ο λογοτέχνης – κριτικός Τάκης Αδάμος στο βιβλίο του «Η λογοτεχνική μας κληρονομιά» (εκδ. Καστανιώτη, 1980):
“Από το οξύτατο μάτι και την πολιτική σκέψη του Σολωμού δεν μπορούσε να ξεφύγει ο άσπονδος εχθρός της εθνικής λευτεριάς και ανεξαρτησίας μας: Ο «ξένος». Η ξενοκρατία είναι η κατάρα που σέρνει τον τόπο μας στα δεσμά μιας «μοίρας» βαριάς, ακόμα από τα χρόνια του Ξεσηκωμού του Εικοσιένα. Και είναι το ίδιο ολέθρια και τυραννική, είτε παρουσιάζεται με τη μορφή του καταχτητή, είτε με τη μορφή του «σύμμαχου» και του ακάλεστου «προστάτη». Στον «Ύμνο» ξεσκεπάζει την υποκριτική «προστασία » της επίσημης Αγγλίας στα Εφτάνησα:
«Εφωνάξανε ως τ’ Αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά
και εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,
μ’ όλον πούναι Αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει ψεύτρα ελευθεριά».
Αλλά πιο ανοιχτά και απροκάλυπτα στιγματίζει την εχθρική στάση της επίσημης Αγγλίας απέναντι στην επανάσταση του Εικοσιένα:
«Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο και σέρνει ευθύς
κατά τα άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ’ οργής
Και στο πέλαο μια ματία
ρίχνει που σπιθοβολά
και τα νύχια τα μακρύα
σφίγγει, απλώνει αρπαχτικά.»
Το αντιξενικό πνεύμα του Σολωμού το υπογραμμίζουν με μεγαλύτερη ακόμα δύναμη οι στίχοι του που υμνούν το φιλελληνισμό του λόρδου Βύρωνα και, κατά προέκταση, το φιλελληνικό κίνημα της Ευρώπης. Στο ποίημα αυτό ο Σολωμός βρίσκει την ευκαιρία όχι μόνο να στιγματίσει την υποδουλωτική πολιτική της επίσημης Αγγλίας, αλλά και να προβλέψει το ιστορικό μάδημα του «Λιονταριού» – δηλαδή της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας – όπως και κάθε αυτοκρατορίας.
Από το μαστίγωμα του Σολωμού δεν γλυτώνουν ούτε οι άλλες δυνάμεις της αντιδραστικής Ιερής Συμμαχίας, που έκαναν τα πάντα για να σβήσουν την επανάσταση και να κρατήσουν υπόδουλο τον ελληνικό λαό:
«…Μέσ’ τα χαράματα συχνά, και μέσ’ το μεσημέρι,
και σαν θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κ ’ οι βράχοι:
Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι.
Κι αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν…»
(«Ελεύθεροι πολιορκημένοι»)
Το αίσθημα μίσους προς τους ξένους θα εκδηλώσει και μ’ άλλον τρόπο. Στον αδερφό του το Δημήτρη, όταν διορίστηκε γραμματέας του Άγγλου αρμοστή στα Εφτάνησα, θα πει: «Σε λυπάμαι μέσ’ το χρυσωμένο κλουβί που μπήκες»! Αυτό το αίσθημα θα το κρατήσει σ’ όλη του τη ζωή. Στο ποίημά του «Ελληνικό καράβι» γραμμένο στα ιταλικά, εξυμνεί τον ηρωισμό που έδειξε το πλήρωμα μικρού ελληνικού καραβιού, που αρνήθηκε να παραδοθεί σε αγγλικό πολεμικό την εποχή του αποκλεισμού της Ελλάδας, το 1850.
Μια Ελλάδα του λαού της
Ο Σολωμός, εκφράζοντας στο έργο του τις δημοκρατικές ιδέες και τους εθνικούς σκοπούς της Επανάστασης, παίρνει το μέρος των προοδευτικών δυνάμεων και οραματίζεται μιαν Ελλάδα του λαού της. Στον περίφημο «Διάλογό» του βάζει στην ίδια μοίρα την εθνική λευτεριά με την πνευματική αφύπνιση και τη χειραφέτηση του λαού: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;» λέει ο ποιητής στον αντιδραστικό Σοφολογιότατο.
Τη ριζική αντίθεσή του προς τις αντιδραστικές κοινωνικές δυνάμεις της εποχής του ο Σολωμός θα την εκφράσει με καταλυτικό τρόπο στη «Γυναίκα της Ζάκυνθος». Η προβολή της σύγκρουσης των δυο αντίπαλων κόσμων είναι συγκλονιστική. Από τη μια μεριά οι «Μισολογγίτισσες» —το μαχόμενο έθνος— γεμάτες πατριωτική έξαρση, ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ηθικό μεγαλείο. Από την άλλη μεριά η «Γυναίκα της Ζάκυνθος» —το ξενόδουλο αρχοντολόγι της εποχής— εκφυλισμένο, διεστραμένο, χωρίς ιδανικά, με τα ιδιοτελή συμφέροντά του πάνω απ’ όλα.
Η γυναίκα του αρχοντολογιού της Ζάκυνθος απαντώντας στις Μεσολογγίτισσες που «…επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ’ αδέλφια τους που επολεμούσανε..» λέει:
«…Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο;.. Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μού γυρέψετε και να με βρίσετε; Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλικαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ’ ήσθενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλικάρια της Τουρκιάς ξάφνου. Και πώς εμπόρειε να υποπτευθεί τέτοια προδοσία; Τόθελε ο Θεός;…
Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματά σας κακά, θέλετε να πέσει το βάρος απάνου μου. Καλή, μα την αλήθεια. Αύριο πέφτει το Μισολλόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες…»
Στη στάση αυτή της αρχοντοπούλας της Ζάκυνθου ο Σολωμός αντιπαραθέτει τη στάση του λαού, όλων των πατριωτών που «…Και οι πλέον πάμπτωχοι εβγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.»
Πόση διάρκεια και πόση επικαιρότητα έχουν αυτά τα λόγια ακόμα και σήμερα!. Και πόσες φορές, στα σκληρά χρόνια της χιτλεροφασιστικής σκλαβιάς, δεν άκουσαν τα ίδια λόγια οι αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης από τους κατοπινούς «εθνικόφρονες», που στο τέλος κουβαλήσανε και τους Αγγλοαμερικάνους με τα κανόνια και τα θωρακισμένα τους για να βάλουνε σε «τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή», που αντιστάθηκε και μάτωσε, πολεμώντας τους καταχτητές για τη λευτεριά της!
Ο Σολωμός έζησε και είδε το θλιβερό κατάντημα της απελευθερωμένης πατρίδας, όπου τη θέση του Τούρκου δυνάστη την πήρε ο ντόπιος κοτζάμπασης που παράδοσε τα συμφέροντα του λαού και του τόπου στην ξένη «προστασία». Και πόνεσε πολύ γι’ αυτό. Δεν έχασε όμως την πίστη του στο λαό, την ελπίδα στην τελική νίκη των δυνάμεων της προόδου, στην αναγέννηση της πατρίδας. Σε γράμμα του προς το φίλο του Γεώργιο Τερτσέτη, στις 25 Μάρτη 1842, έγραφε:
«Είναι 21 χρόνια σαν σήμερα, που η Ελλάδα έσπασε τις αλυσίδες. Η ημέρα αυτή του Ευαγγελισμού είναι ημέρα χαράς και δακρύων. Χαιρόμαστε για το μέλλον, κλαίμε για τη σημερινή υποδούλωση. Τι να πω για το παρόν; Η διαφθορά είναι τόσο γενική κι έχει τόσο βαθιές ρίζες, ώστε προξενεί κατάπληξη. Όταν οι αίτιοι αυτής της κατάστασης χτυπηθούν εντελώς, τότε θα είναι μια ηθική αναγέννηση…»”

Διονύσιος Σολωμός: Ο ποιητής που ύμνησε την ελευθερία

Ο Διονύσιος Σολωμός ήταν Έλληνας ποιητής, περισσότερο γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου.

https://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2019/06/284300-unnamed.jpg
Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και γιατί αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της.
Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα είδος μικτό, αλλά νόμιμο».
Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».
Γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 και πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857.
ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ
Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία των γραμμάτων μας. Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα στα Επτάνησα, ζει όλη του τη ζωή εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους, ως Γάλλος, Επτανήσιος και Άγγλος πολίτης, έχοντας ως γλώσσα της παιδείας του, της σκέψης του, της προφορικής και γραπτής επικοινωνίας του την ιταλική. Σε αυτήν μάλιστα θα ξεκινήσει την ποιητική του διαδρομή. Ωστόσο, για την υψηλή ποιητική του έκφραση θα επιλέξει την ελληνική, την οποία, μολονότι θα χρειαστεί να τη σπουδάσει σαν να ήταν δεύτερη γλώσσα, θα κατορθώσει να την καλλιεργήσει σε τέτοιο βαθμό και να δημιουργήσει ποίηση τόσο σημαντική που το έργο του θα αποτελέσει την αρχή και τη βάση της νεότερης λογοτεχνίας μας. Επιχειρώντας να κατανοήσει το παράδοξο αυτό, ο Σεφέρης υποδεικνύει ως μια βασική έννοια-κλειδί την απόσταση.
«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε.» (Σεφέρης [1937] 1984: 71, 74)
Πράγματι, η απόσταση από την οποία ο Σολωμός συμμετείχε στα πράγματα φαίνεται πως εντέλει λειτούργησε ως μια θετική προϋπόθεση του ιδιαίτερου επιτεύγματός του. Πρόκειται για απόσταση γλωσσική και συγχρόνως πολιτισμική, αισθητική, ιδεολογική αλλά πριν από όλα γεωπολιτική.
ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ
Τα Επτάνησα από όπου προέρχεται ο Σολωμός βρίσκονται, όπως είναι γνωστό, στην ανατολική άκρη της Ελλάδας, ανάμεσα σε αυτή και την Ιταλία, και έχουν σημαντικά διαφορετική ιστορική διαδρομή από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Αποκομμένα από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήδη κατά τον 12ο αιώνα, δεν θα γνωρίσουν σχεδόν ποτέ την οθωμανική κατάκτηση αλλά θα υποταχθούν σε διάφορες δυτικές κυριαρχίες. Διαρκέστερες θα αποδειχθούν αυτές της Βενετίας (14ος-1797) και της Αγγλίας (1815-1864), η οποία θα λήξει με τη Ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Στο ενδιάμεσο, οι Επτανήσιοι θα γνωρίσουν σημαντικές στιγμές πολιτικής ανάτασης: το 1797 ο στρατός του Ναπολέοντα θα καταλύσει την βενετική κυριαρχία και θα κηρύξει τη δημοκρατία ενώ το 1800 θα ιδρυθεί η Επτάνησος Πολιτεία (-1807), το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος, με δικό του Σύνταγμα, διοίκηση, εκπαίδευση και εφημερίδες.
Εξαιτίας της γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας των Επτανήσων, διαμορφώνονται εκεί κοινωνικές και πολιτισμικές δομές πολύ διαφορετικές από αυτές του ελλαδικού κέντρου, ενώ καθοριστικός στη διαμόρφωση της επτανησιακής διαφορετικότητας αποδεικνύεται ο ρόλος των Βενετών, των μακροβιότερων κυρίαρχων. Μια σειρά από θεσμοί που εκείνοι είχαν εδραιώσει, όπως το ενετικό δίκαιο, τα προνόμια διαφόρων ομάδων και οι κοινωνικές τάξεις, θα επιβιώσουν και μετά το τέλος της κυριαρχίας τους, επί Αγγλοκρατίας. Θα επιβιώσει επίσης και η ιταλική γλώσσα, η οποία θα αναγνωριστεί από τους Άγγλους ως η επίσημη γλώσσα της διοίκησης, των δικαστηρίων και της παιδείας στα Επτάνησα και θα χρησιμοποιηθεί σταθερά στις εφημερίδες μαζί με την αγγλική και την ελληνική. Άλλωστε, τουλάχιστον ως την Ένωση με την Ελλάδα, τα νησιά, εκτός από την επαφή τους με την Αγγλία και με την υπόλοιπη Ευρώπη, θα διατηρήσουν μια προνομιακή σχέση με την παλιά μητρόπολη και γενικότερα με την Ιταλία.
Ο Διονύσιος Σολωμός θα γεννηθεί λοιπόν στο πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον των Επτανήσων και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο το 1798, ένα έτος μετά την κρίσιμη μετάβαση από την μακραίωνη βενετοκρατία στη δημοκρατία. Ο πατέρας του, κόντε Νικόλαος Σολωμός, ήταν πλούσιος ευγενής κρητικής καταγωγής και μιλούσε ιταλικά, όπως πολλοί επτανήσιοι της εποχής του και της τάξης του. Η μητέρα του, η Αγγελική Νίκλη, ήταν υπηρέτρια στο σπίτι του κόντε, κοπέλα λαϊκή και πολύ νεότερή του. Ο Σολωμός θα γεννηθεί εκτός γάμου, όπως και ο ομομήτριος αδελφός του Δημήτριος (1802), αλλά ο πατέρας τους θα φροντίσει για τη μόρφωσή τους, θα τους συμπεριλάβει στη διαθήκη του και λίγο πριν πεθάνει θα παντρευτεί τη μητέρα τους.
Έχοντας στην κατοχή του μέρος της περιουσίας του πατέρα του καθώς και τον τίτλο της ευγένειας, ο Σολωμός δεν θα χρειαστεί να εργαστεί. Ωστόσο, δεν θα αποκτήσει την ηρεμία που συνεπάγονταν τα προνόμια αυτά παρά μόνον στην ηλικία των σαράντα τριών χρονών, δηλαδή δεκάξι χρόνια πριν από τον θάνατό του. Αιτία, η νομική ασάφεια σχετικά με το κληρονομικό δίκαιο, την οποία σκόπιμα συντηρούσε η αγγλική προστασία, προκειμένου να χειραγωγεί πολιτικά τους αστούς και ευγενείς Επτανήσιους οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν αποκτήσει παιδιά εκτός γάμου, ακολουθώντας τα βενετικά ήθη (Καπάδοχος [1992] 2005). Έτσι, μέχρι το 1841 που θα ψηφιστούν οι νέοι κώδικες, ο Σολωμός θα ζήσει σε κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, την οποία κάθε τόσο επιτείνουν προστριβές με τον ομομήτριο αδελφό του Δημήτριο και δικαστικές διαμάχες τόσο με τον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό του Ροβέρτο Σολωμό, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, όσο και, κυρίως, με τον μικρότερο, τον Ιωάννη Λεονταράκη, από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του. Ο τελευταίος, γεννημένος μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Νικολάου Σολωμού, θα στηριχθεί στην ημερομηνία γέννησής του για να διεκδικήσει το όνομα, τον τίτλο και την περιουσία του κόντε Νικολάου, προκαλώντας έναν δικαστικό αγώνα που θα διαρκέσει πέντε χρόνια (1833-1838). Μολονότι η έκβαση θα δικαιώσει τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, η υπόθεση θα κοστίσει πολύ στον ποιητή, καθώς τον έφερε σε σύγκρουση με τη μητέρα του, που πήρε το μέρος του Ιωάννη, αλλά και με αρκετούς φίλους του, που δεν κράτησαν την αναμενόμενη στάση.
Οι περιπέτειες που χρειάστηκε να ζήσει εξαιτίας της οικογενειακής του κατάστασης και της αγγλικής πολιτικής στα Επτάνησα δεν άφησαν ανεπηρέαστο το έργο του. Επανειλημμένα στις στιγμές των οικογενειακών κρίσεων ο Σολωμός στρέφεται στην ποίηση και «πολεμάει να παρηγορηθεί» με τη σάτιρα, όπως ο Διονύσιος Ιερομόναχος, η περσόνα του αφηγητή στο πεζό σατιρικό έργο της Γυναίκας της Ζάκυθος. Ακόμα όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις προσωπικής εκτόνωσης μέσω της γραφής, καταφέρνει σχεδόν πάντα να υπερβαίνει το προσωπικό του κίνητρο και να δίνει στα έργα του ευρύτερη διάσταση, που να έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Έτσι, ενώ στο σατιρικό όνειρο «Η τρίχα» του Συνθέματος 1833-1834 ο σατιρικός στόχος είναι ο δικηγόρος του αντίδικου αδελφού του, επίσης νόθος, στο κέντρο του ποιήματος βρίσκεται ο γενικότερος προβληματισμός για τη στάση των ανθρώπων απέναντι στον Έρωτα, όπως φαίνεται από τα σχεδιάσματα του έργου στο χειρόγραφο του ποιητή (οι αστερίσκοι αντιστοιχούν σε μία μετρική συλλαβή):
Όταν μια γυναίκα παραδίνεται έτσι
* * * * * * * * * * * * * αρο
όπου τον Έρωτα ποιεί ξαδέλφι με το Χάρο
πώς διάβολο μπορείς να ξέρεις τίνος παιδί είσαι;
(Πολίτης επιμ. 1964: 337 β 33-36)
αναρωτιέται ο διαβολικός σατιριστής, που έχει στο ποίημα τη μορφή του φλάρη (καθολικού ιερέα) του βαρόμετρου ― ένα ακόμα σατιρικό προσωπείο του ποιητή. Και η σάτιρα κλείνει με στίχους αυτογνωσίας του ποιητή, από την απόσταση της αυτοειρωνείας: ο φλάρης, που έχει βαλθεί να αποτιμήσει την αξία του σατιριζόμενου δικηγόρου απέναντι στο βάρος της νοθογέννησής του, βάζοντάς τον στον ένα δίσκο της ζυγαριάς με αντίβαρο, από την άλλη μεριά, μια τρίχα της μητέρας του, καλεί τώρα «στα ζύγια» και τον ποιητή, που βλέπει το όνειρο, προκειμένου να αποτιμήσει και τη δική του αξία. Ο ποιητής ταράζεται με την πρόσκληση και ξυπνά, το όνειρο κόβεται και το ποίημα κλείνει με την αποστολή του στη γενέθλια γη όπου διεξάγεται η οικογενειακή δίκη («την κρίση του»):
Καλ' όνειρο, στη Ζάκυνθο τίναξε τα φτερά σου
και πες πως τ' άλλα ονείρατα θέλει έρθουνε κοντά σου.
Και πες, α ρωτηθείς για με: «Την κρίση του μη χάσει
τρέμει πολύ και δεν μπορεί καθόλου να γελάσει».
(Πολίτης 1955: 254)
Το Σύνθεμα του 1833-1834 (Τσαντσάνογλου 1982) ανήκει βέβαια στην περίοδο της ωριμότητας του ποιητή που συνδέεται με την οριστική εγκατάστασή του στην Κέρκυρα. Θα προηγηθεί η περίοδος της προετοιμασίας, στη Ζάκυνθο, και πριν ακόμα το ποιητικό ξεκίνημά του στην Ιταλία.
ΑΠΟ ΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ (1808-1818)
Ο Σολωμός θα μάθει τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο, παρακολουθώντας ιδιωτικά μαθήματα στο πατρικό σπίτι και μια χρονιά στο δημόσιο σχολείο (1807-1808), που είχε αρχίσει να λειτουργήσει κατά την περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας. Το 1808, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι επίτροποι θα τον στείλουν για σπουδές στην Ιταλία, όπως ήταν η συνήθεια, φροντίζοντας να μην έρχεται σε επαφή με τη μητέρα του και τη νέα της οικογένεια (είχε στο μεταξύ παντρευτεί τον Εμμανουήλ Λεονταράκη). Θα τον συνοδεύσει ο Ιταλός πρόσφυγας αββάς Σάντο Ρόσι, που ήταν οικοδιδάσκαλος στη Ζάκυνθο. Η προσαρμογή του δεκάχρονου μαθητή στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία θα αποδειχθεί δύσκολη και ο Ρόσι θα τον πάρει κοντά του στην Κρεμόνα μέχρι την αποφοίτησή του από το Λύκειο της πόλης, το 1815. Στη συνέχεια ο Σολωμός θα γραφτεί στη Νομική Σχολή της Παβίας από όπου θα πάρει το δίπλωμά του το 1818.
Ωστόσο οι νομικές σπουδές δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρουν. Στην Ιταλία, έρχεται σε επαφή με την πλούσια ιταλική λογοτεχνική παράδοση και με το δυναμικό παρόν της ιταλικής λογοτεχνίας των αρχών του 19ου αιώνα, όπου η ποίηση, και μάλιστα η θρησκευτική (νεοκλασικιστική, νεοπλατωνική) έχει την πρωτοκαθεδρία. Στις πόλεις των σπουδών του αλλά και στο Μιλάνο παρακολουθεί «ακαδημίες» ποίησης (δηλ. δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων) και βραδιές ποιητικού αυτοσχεδιασμού. Συναναστρέφεται γνωστούς ποιητές και λογίους, όπως ο Vincenzo Monti, ο Giovanni Torti, ο Giuseppe Montani. Ζει τον αγώνα των Ιταλών (Λομβαρδών και Βενετών) να απελευθερωθούν από τον αυστριακό ζυγό αλλά και την ατμόσφαιρα της διαμάχης του κυρίαρχου νεοκλασικισμού με τον ανερχόμενο ρομαντισμό. Στην Ιταλία επίσης συνειδητοποιεί την ποιητική κλίση του και γράφει στα ιταλικά τα πρώτα του ποιήματα, σχεδόν όλα θρησκευτικής θεματικής.
Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που του απευθύνει ο φίλος του Giuseppe Montani από το Lodi στις 22 Αυγούστου 1818 δίνει μια καλή εικόνα για τον εικοσάχρονο Σολωμό που επιστρέφει τώρα, μετά από δέκα χρόνια απουσίας, στο γενέθλιο νησί:
«Στο καλό, λοιπόν, αγαπημένε μου Διονύσιε, στο καλό! Το πνεύμα των θαλασσών, το πνεύμα της αγίας φιλίας και το πνεύμα της ελευθερίας ας σε συντροφεύουν! Εσύ τουλάχιστο θα ξαναδείς μια πατρίδα, που μπορεί κανείς να τη λέει πατρίδα αληθινά. όσο κι αν η ξένη προστασία είναι, πες, ένα σκέπασμα μονάχα της σκλαβιάς. Τέλος πάντων όμως οι νόμοι είναι δικοί σας, δικά σας τα όπλα, και δική σας η κυβέρνηση· έχουν αναγνωριστεί τα δικαιώματά σας, έχουν ξυπνήσει και πάλι οι αρετές. Κάθε Εφτανησιώτης μπορεί να είναι περήφανος για το όνομά του, κι έχει στην καρδιά του τη γλυκιά πεποίθηση πως μπορεί να φανεί ωφέλιμος στην πολιτεία. Η δόξα της και η ευημερία της φαίνεται πως είναι εμπιστευμένες στη νέα γενιά, και ο νέος που επιστρέφει εκεί με άδολη την ψυχή και καλλιεργημένο το πνεύμα θα νιώθει να φλογίζεται από τις πιο ευγενικές ελπίδες. Αν αφιερωθείς έστω και αποκλειστικά στην τέχνη των Μουσών, θα έχεις να εκφράσεις αληθινά και γενναία αισθήματα, να διεγείρεις υψηλά πάθη και να εισάγεις μια καθαρή ευγένεια. Ο πατριωτισμός θα σου δίνει υπέροχες εμπνεύσεις, και όσο πιο καλός ποιητής, τόσο και πιο καλός πολίτης θα μπορείς να πιστεύεις πως είσαι. […] Την τελευταία φορά που σου έγραψα, που δεν είχες φύγει ακόμη, και που εγώ ήθελα και επέμενα να βρω τρόπο να μην φύγεις, μεταχειρίστηκα μερικά επιχειρήματα πιο πολύ για να ευχαριστήσω τον εαυτό μου παρά για να σου κάμουν εσένα καλό. Τώρα η φιλία με υποχρεώνει να σε δυναμώσω στην απόφασή σου και σχεδόν να σου κρύψω τη λύπη μου. Και κατηγορούσα κιόλας τον εαυτό μου που σου είχα εκφράσει επιθυμίες, που αν τις ακολουθούσες, χώρια που μπορούσαν να σου κλείσουν ένα δοξασμένο στάδιο, θα σε έκαναν διπλά απάνθρωπο, και απέναντι στην πατρίδα σου και απέναντι στη μητέρα σου που τόσο αγαπάς […]» (Πολίτης 1991: 457)
Ο Σολωμός επιστρέφει στην πατρίδα του με την προσδοκία να ξαναδεί τη μητέρα του και την επιθυμία να γίνει ποιητής. Κάποια από τα βασικά συστατικά του ποιητικού οράματός του διαφαίνονται στις υποδείξεις του Montani: αφοσίωση στην πατρίδα και την ελευθερία, καλλιέργεια του πνεύματος, αγνότητα της ψυχής, το υψηλό, σύνδεση της ποίησης με την ηθική και την πολιτική και η πεποίθηση ότι η ποίηση μπορεί να διαπαιδαγωγήσει καλύτερους ανθρώπους, καλύτερους πολίτες Πρόκειται για έννοιες που χαρακτηρίζουν την (ιταλική) λογοτεχνία της εποχής και που θα τις ξαναβρούμε αργότερα στο ελληνόγλωσσο έργο του.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ (1818-1828): από Ιταλός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας
Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ο Σολωμός θα συνεχίσει να συνθέτει ιταλικά ποιήματα, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι επτανήσιοι λογοτέχνες. Πρόκειται είτε για επικαιρικά σονέτα ―ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το σονέτο «In morte di Ugo Foscolo» (Στο θάνατο του Ούγου Φόσκολου)― είτε για ποιήματα ψυχαγωγίας της παρέας, όπως οι περιπαικτικές σάτιρες για τον Διονύσιο Ροΐδη και τα πολυάριθμα αυτοσχέδια σονέτα που προκύπτουν καθώς παίζει με φίλους το άλλοτε διάσημο στην Ιταλία ποιητικό αγώνισμα του αυτοσχεδιασμού, δηλαδή της σύνθεσης ποιημάτων με δοσμένο θέμα, δοσμένη μορφή ή και δοσμένες ομοιοκαταληξίες και με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Το ζητούμενο δεν είναι ασφαλώς η πρωτοτυπία, αλλά η επιδέξια διαχείριση ενός οπλοστασίου ποιητικών εκφράσεων και ομοιοκαταληξιών που προέρχονται κυρίως από την παλιότερη ιταλική λογοτεχνική παράδοση και αποτελούν κοινή γλώσσα πολλών ποιητών του ιταλικού 18ου και του αρχόμενου 19ου αιώνα (Coutelle 2009: 147-208). Ο Σολωμός διακρίνεται για την ταχύτητα και τη στιχουργική του δεινότητα και τριάντα αυτοσχέδια σονέτα θα συγκεντρωθούν από τον φίλο του Λοδοβίκο Στράνη και θα εκδοθούν στην Κέρκυρα το 1822 (β' έκδοση: 1823), με τον τίτλο Rime Improvvisate (Αυτοσχέδιες Ρίμες).
Παράλληλα με την σύνθεση ιταλόγλωσσων ποιημάτων, ενταγμένος πλέον στον φυσικό περιβάλλον της ελληνικής γλώσσας, ο Σολωμός θα αρχίσει να τη σπουδάζει και να εξοικειώνεται με παλιότερες και νεότερες ελληνικές λογοτεχνικές παραδόσεις: έμμετρες ερωτικές μυθιστορίες, κρητική αναγέννηση, δημοτικό τραγούδι, ζακυνθινή παράδοση. Θα ξεκινήσει επίσης να γράφει ποίηση στη νεοελληνική. Τα πρώτα ποιήματά του σε αυτήν έχουν ανακρεοντικά, αρκαδικά και βουκολικά θέματα και απηχούν τη νεοκλασική παιδεία του (π.χ. «Ανθούλα», «Ανάμνησις», «Ευρυκόμη», «Ο θάνατος του βοσκού»), διατηρώντας ευανάγνωστες εκφραστικές συγγένειες με την ιταλόγλωσση ποίησή του. Θα ακολουθήσουν ποιήματα προρομαντικού ή ρομαντικού χαρακτήρα, όπως η «Ωδή στη Σελήνη» και «Η σκιά του Ομήρου», με αποκορύφωμα το βυρωνικό ποίημα του Λάμπρου (1824-1826, 1833), γραμμένο σε ενδεκασύλλαβες οκτάστιχες στροφές ― το γνωστό ιταλικό μέτρο της ottava, έντεχνα ενταγμένο τώρα στην ελληνική ποίηση. Φιλόδοξο συνθετικό ποίημα, ο Λάμπρος αποτελεί απόδειξη της μεγάλης διαδρομής που διάνυσε ο Σολωμός μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ως προς τη γλώσσα και την ποιητική· αποτύπωση «λεπτών αισθημάτων» με μεγάλη οικονομία και συγχρόνως σαφήνεια και ακρίβεια:
Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη·
και αποκεί κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
«[…] εις αυτό το μικρό του ποίημα, ή, καλύτερα, κομμάτι ποιήματος, ευρίσκεται το ζήτημα τση γλώσσας λυμένο τω όντι ευτυχέστατα […] όλα αυτά σε κάνουνε ν' ακούς εκεί μέσα τη θρησκεία σου, τα ήθη σου, τες χαρές σου, τους φόβους σου, ταις πρόληψές σου, τα πάθη σου, μ' ένα λόγο, την ουσία της ζωής σου σε τρόπο, που ήθελε είναι καθαυτό αδύνατο να θεωρήσεις αλλέως τέτοια ποίηση, παρά σα μνημείο ατελεύτητο του καιρού σου» κατέληγε με ενθουσιασμό η πρώτη κριτική (Εμμ. Στάης, Ο «Λάμπρος» του Σολωμού, 1853) για το «κομμάτι» του ποιήματος που είχε στο μεταξύ δημοσιευτεί στο περιοδικό Ιόνιος Ανθολογία (Γενάρης 1834).
Στα δέκα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του ο Σολωμός θα πειραματιστεί, εν είδει άσκησης και αναζήτησης, με μια μεγάλη ποικιλία μετρικών και στιχουργικών μορφών, που προέρχονται στην πλειονότητά τους από την ιταλική στιχουργία (π.χ. πεντασύλλαβος, επτασύλλαβος, terza rima) και από την νεοελληνική (π.χ. δεκαπεντασύλλαβος). Θα συγκεκριμενοποιήσει τις θεματικές περιοχές και τις έννοιες που τον ενδιαφέρουν να διερευνήσει ποιητικά και θα δοκιμάσει τρόπους διερεύνησής τους: σχέση ανθρώπου - θεού, ανθρώπου - φύσης, καλού - κακού· η θεϊκή δικαιοσύνη, η δευτέρα παρουσία· η ποιητική δικαιοσύνη και ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποίησης· ελευθερία, πολιτική και ηθική· η αγνότητα και το υψηλό· καθαρότητα ψυχής και εξωτερικό κάλος· σάτιρα και λυρισμός· όνειρα και οράματα· προσωπεία.
Τα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του Σολωμού συμπίπτουν βέβαια με τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία. Η ποιητική παρέμβασή του στο μείζον εγχείρημα της μεγάλης πατρίδας μοιάζει προδιαγεγραμμένη ήδη από τότε που άφηνε την Ιταλία: το υποδείκνυε το Μontani· το επιτάσσει η ποιητική και η ιδεολογία της εποχής.
Από την ομάδα των έργων που συνδέονται άμεσα με τα γεγονότα της επανάστασης (π.χ. Εις Μάρκο Μπότσαρη, Η καταστροφή των Ψαρών) ξεχωρίζει ασφαλώς ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, το ποίημα που θα καταστήσει τον εικοσιπεντάχρονο Σολωμό ευρύτερα γνωστό στην Ελλάδα και την Ευρώπη και που αργότερα (1865) θα του δώσει τον τίτλο του εθνικού ποιητή των Ελλήνων. Γραμμένος με μια ανάσα τον Μάιο του 1823, σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο και 158 τετράστιχες στροφές, ο Ύμνος είναι το εκτενέστερο έως τότε ποίημά του και το πρώτο ελληνόγλωσσο που θα τυπωθεί και μάλιστα σε τρεις διαδοχικές εκδόσεις, το 1825: πρώτα, στο Παρίσι, στον δεύτερο τόμο των δημοτικών τραγουδιών του Φωριέλ, με έμμετρη γαλλική μετάφραση (και σε χωριστό ανάτυπο)· ακολούθως, στο Λονδίνο, στην αγγλική μετάφραση του τόμου του Φωριέλ· τέλος, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, με ιταλική πεζή μετάφραση. Το ποίημα άλλωστε απευθύνεται τόσο στους Έλληνες όσο και στους Ευρωπαίους. Εξισορροπώντας ενθουσιασμό και αναστοχασμό, συμμετοχή και αποστασιοποίηση, το ποιητικό υποκείμενο αναλαμβάνει να προβάλει την ιδεολογία της επανάστασης (δίκαιος αγώνας για ελευθερία, αυτοδιάθεση και θρησκεία), να υμνήσει επιλεκτικά κάποια από τα πολεμικά κατορθώματα των Ελλήνων, να ενθαρρύνει τους πολεμιστές και συγχρόνως, να επισημάνει και να διαχειριστεί γεγονότα και συμπεριφορές που απειλούν ποικιλότροπα το ευάλωτο εγχείρημα της επανάστασης, όπως τα συμφέροντα και η υποκρισία των Μεγάλων Δυνάμεων, η σφαγή στην Τριπολιτσά και η εσωτερική διχόνοια των Ελλήνων:
144. »Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή·
καθενός χαμογελάει,
πάρ' το, λέγοντας, και συ.
145. »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146. »Από στόμα οπού φθονάει,
παλικάρια, ας μην 'πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147. »Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά.
148. »Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.
Ο Ύμνος είναι ποίημα πολιτικής και συγχρόνως λογοτεχνικής παρέμβασης, καθώς ταυτόχρονη και ισότιμη επιδίωξή του είναι να καταδείξει και τις λογοτεχνικές ικανότητες της αναγεννημένης Ελλάδας και της νεοελληνικής γλώσσας. Όπως ο ίδιος ο Σολωμός το τονίζει ρητά σε επιστολή του, ακυρώνοντας τη σχεδιαζόμενη έκδοση πρωτόλειων ελληνόγλωσσων ποιημάτων του «Χρειάζονται όμως άλλα πράματα τώρα, για να δείξουμε τι δυνατότητες έχει η γλώσσα» (Πολίτης 1991: 87). Γράφοντας «γλώσσα» εννοεί βέβαια τη γλώσσα του λαού. Στην κρίσιμη συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στους λόγιους της εποχής του σχετικά με τη γλώσσα στην οποία θα πρέπει να μιλούν και να γράφουν οι πολίτες τού υπό γένεση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ο Σολωμός θα ταχθεί υπέρ της γλώσσας του λαού. Την άποψη αυτή θα υπερασπίσει τόσο με την ποίησή του όσο και με το κριτικό, μαχητικό κείμενο του Διαλόγου (1824) όπου ο Ποιητής, με την ηθική υποστήριξη του Φίλου, θα συγκρουστεί με τον Σοφολογιότατο.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.
Καθώς «ερχότανε κάθε τόσο από μακριά» (Σεφέρης) και χάρη στην εξοικείωσή του με αντίστοιχα ευρωπαϊκά γλωσσικά ζητήματα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία, ο Σολωμός θα ανασκευάσει με συγκροτημένα επιχειρήματα και σθένος τις απόψεις υπέρ της καθαρεύουσας ή/και της αρχαϊζουσας:
[…]
ΠΟΙΗΤΗΣ
Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα οπού είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβαν φιλονικεία για τη γλώσσα, και ετελείωσε εις την εποχήν του Δαλαμπέρτ· την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείσει. Ησύχασαν τέλος πάντων γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους τα σοφά έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τες αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα οπού ήτον μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήτον αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ' οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλιέται, μήτε άλλες φορές ομιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθεί.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;
ΠΟΙΗΤΗΣ
Για να καταπεισθείς πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την διδάσκει του συγγραφέα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο οπού λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή πως ο φιλόσοφος για να την κυριέψει πρέπει πρώτα να της υποταχθεί, ημπορεί κανείς να το πει για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
[…]
Ο Σολωμός θα επανέλθει στο «πώς» στη γνωστή επιστολή του προς τον φίλο του Γεώργιο Τερτσέτη (Ιούνιος 1833):
«Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια, θα 'θελα όμως, όποιος μεταχειρίζεται την κλέφτικη γλώσσα, να τη μεταχειρίζεται στην ουσία της και όχι στη μορφή της, με νιώθεις; Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ' αυτά τ' αχνάρια, δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί· πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα. Δεν ξέρω αν φανέρωσα καλά τη σκέψη μου, έτσι βιαστικά που γράφω. Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ' αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι Κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματά τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα· το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά.» (Πολίτης 1991: 254)
Στόχος του Σολωμού είναι να καλύψει το κενό που υπήρχε στη λογοτεχνία της εποχής του και του τόπου του: να καλλιεργήσει τη δημώδη, λαϊκή γλώσσα και να φτιάξει ένα ποιητικό γλωσσικό όργανο ικανό να εκφράσει ιδέες και έννοιες εθνικές αλλά και οικουμενικές. Στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, η απουσία μιας ήδη διαμορφωμένης ενιαίας νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης θα τον δυσκολέψει αλλά ταυτόχρονα θα του αφήσει ελεύθερο το πεδίο ενώ η απόσταση από την οποία έρχεται, η παιδεία του και η «διάνοιά του» θα του επιτρέψουν να δει καθαρότερα, να επιλέξει και να μπολιάσει δημιουργικά τη νεοελληνική ποιητική γλώσσα, την οποία επιχειρεί να πλάσει, με την ιταλική και ευρύτερα την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση και σκέψη με τις οποίες είναι εξοικειωμένος. Ο καρπός θα φανεί στο χρονικό διάστημα 1828-1855.
ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ (1828-1857)
«[…] εγώ είμαι καλά όσο ποτέ άλλοτε: μένω στο σπίτι εξαιρετικών ανθρώπων, βυθισμένος ως το λαιμό στις μελέτες μου.» (Δ. Σολωμός, Κέρκυρα, 1.10.1832)
Στο τέλος του 1828 ο Σολωμός αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα για καλλιτεχνικούς και προσωπικούς λόγους. Θέλει να «αφιερωθεί όλος εις τη μελέτη της Τέχνης» (Πολυλάς 1859: κστ') και συγχρόνως να απομακρυνθεί από τον αδελφό του Δημήτριο και τη σύζυγό του. (Αυτή είναι, άλλωστε, υποστηρίζουν κάποιοι μελετητές, η ανώνυμη Γυναίκα της Ζάκυθος, την οποία ο ποιητής στηλιτεύει για τη συμπεριφορά της στο ομώνυμο έργο του.)
Τα διαβάσματά του αυτή την εποχή εστιάζουν στη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία, κατά κύριο λόγο μέσω των πολυάριθμων ιταλικών μεταφράσεων που του ετοιμάζει ο φίλος του Νικόλαος Λούντζης. Ωστόσο, ενεργός παραμένει ο διάλογος των μελετητών για το αν η θητεία του Σολωμού στον γερμανικό ρομαντισμό και ιδεαλισμό (κυρίως Σίλλερ και Χέγκελ) οδήγησε σε μια λίγο-πολύ ριζική αλλαγή της ποιητικής του κατά την κερκυραϊκή περίοδο (Πολυλάς 1859: λε', Ζαμπέλιος 1859, Παλαμάς [1898] 1981: 41, Βελουδής 1989) ή αν απλώς ο Σολωμός βρήκε στη γερμανική σκέψη στοιχεία που τέμνονταν με αναζητήσεις και προβληματισμούς ήδη διαμορφωμένους κατά την ζακυνθινή, νεοκλασικιστική και νεοπλατωνική, περίοδο (Πολίτης 1985: 320, Coutelle 1990: 85-161, Καλταμπάνος 2004: 253)· ή, πάλι, αν τόσο οι "γερμανικές" (ρομαντικές) όσο και οι "ιταλικές" (νεοπλατωνικές) πηγές του εκβάλλουν στον θεοσοφικό μυστικισμό των αρχών του 19ου αιώνα (Παπάζογλου 1995: 46-48). Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται να τονιστεί η ποικιλία που χαρακτηρίζει τα ελληνικά και ευρωπαϊκά διαβάσματά του, το δημιουργικό πνεύμα του και, εντέλει, η ιδιοσυγκρασιακή πρωτοτυπία της ποιητικής του, παρά την αναγνώριση επιμέρους οφειλών του ή εκλεκτικών συγγενειών με παλιότερους και συγκαιρινούς του έλληνες και ευρωπαίους λογοτέχνες και στοχαστές.
Αναμφίβολα, η σολωμική ποίηση της κερκυραϊκής περιόδου είναι περισσότερο στοχαστική, σχεδόν φιλοσοφική, μολονότι κατά κανόνα αφορμάται από πραγματικά ή και ιστορικά γεγονότα. Έννοιες κλειδιά για την ανάγνωσή της είναι ―πλάι σε θέματα και τεχνικές της ζακυνθινής περιόδου που επανέρχονται και τώρα (π.χ. αντιστοιχία εσωτερικού και εξωτερικού κάλους, οράματα και όνειρα)― η δοκιμασία, η ταπεινότητα και το ηθικό μεγαλείο του ανθρώπου, η εσωτερική ελευθερία, η αυτογνωσία, η ενότητα του σύμπαντος και η αρμονία, η αλήθεια.
Στον Κρητικό (1833), για παράδειγμα, η έννοια της ηθικής δοκιμασίας του ήρωα επέχει κεντρική θέση στο ποίημα, όπως σημειώνει ο Σολωμός:
«Πεδίο δοκιμασίας είναι η ζωή (εδώ πινελιές σύντομες και βαθιές) ώστε να βρίσκεται εδώ το βάθος όλου του Ποιήματος και να φανεί ο ισχυρός χαρακτήρας του Κρητικού» (Πολίτης επιμ. 1964: 360 Β 8-11)
Αντίστοιχα, μια σειρά από δοκιμασίες έχουν να αντιμετωπίσουν οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι (1833 κ.ε., 1844 κ.ε.), η μεγαλύτερη από τις οποίες δεν είναι η πείνα αλλά μια εσωτερική αντίξοη δύναμη, «η ενθύμηση της περασμένης δόξας», όπως διαβάζουμε στα χειρόγραφα του ποιητή. Οι πολιορκημένοι θα υπερβούν και αυτήν και όλες τις άλλες, αφήνοντας να φανεί το ηθικό τους μεγαλείο και κατακτώντας την εσωτερική, ηθική ελευθερία τους:
«Κοίταξε να σχηματίσεις βαθμηδόν ωσάν μίαν αναβάθρα από δυσκολίες, τες οποίες θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι, με όσα οι αίσθησες απορουφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τους τραβούν με τα κάλλη τους, ή τους βιάζουν με την ανάγκη και με τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου, αλλά εξαιρέτως με την ενθύμηση της περασμένης δόξας. Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή από όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ.ά.» (Πολυλάς 1859: 229-230).
Αντίστοιχα, επίσης, ο Άγγλος στρατιώτης στον Πόρφυρα (1847) φθάνει στην αυτογνωσία μέσα από τη δοκιμασία του, που είναι η άνιση πάλη του με τον καρχαρία:
«Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει·
άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.»
Μολονότι τα έργα που επεξεργάζεται ο Σολωμός στη Κέρκυρα έμειναν στην πλειονότητά τους ανολοκλήρωτα και το καθένα εγκαταλειμμένο σε διαφορετικό βαθμό σύνθεσης, πιστοποιούν το αναμφίβολο γλωσσικό και ποιητικό κατόρθωμά του. Χαρακτηριστικές όψεις του συνιστούν ο πεζός ρυθμικός λόγος και η υψηλή σάτιρα της Γυναίκας της Ζάκυθος, γραμμένης στο γλωσσικό ιδίωμα του ζακυνθινού αφηγητή της Ιερομόναχου Διονύσιου. Επίσης, ο συνειρμικά δομημένος δραματικός μονολόγος του διαταραγμένου επαίτη Κρητικού, που εκφράζεται κι αυτός στο δικό του ιδίωμα (το κρητικό) αλλά και ολόκληρο το φιλόδοξο οκταμερές λυρικό και σατιρικό Σύνθεμα του 1833-1834 (Τσαντσάνογλου 1982) στο οποίο ανήκει ο Κρητικός και στο οποίο αντιπαρατίθενται θετικές και αρνητικές ανθρώπινες συμπεριφορές. Ακόμα, η επικο-λυρικο-αφηγηματική σύνθεση των Ελεύθερων Πολιορκισμένων (= Β' Σχεδίασμα), όπου η γλώσσα είναι στρατηγικά μπολιασμένη με λαϊκά στοιχεία ―σύμφωνα με τη ρητή επιδίωξη του ποιητή: «[…] θρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς· λ.χ. ετοιμοθάνατος, χρυσοπηγή, χρυσοπράσινα κ.ά.» (Πολυλάς, 1859: 226)― και όπου η ελληνική περίπτωση (η έξοδος του Μεσολογγιού) συναρτάται με πανανθρώπινες αξίες και αποκτά οικουμενική διάσταση μέσα σε ένα υπερεθνικό όραμα, όπου το εθνικό ταυτίζεται με το Αληθινό.
Μορφικά, τη μετρική και στιχουργική ποικιλία της ποίησης της ζακυνθινής περιόδου διαδέχεται στα χρόνια της Κέρκυρας η σχεδόν αποκλειστική χρήση του δεκαπεντασύλλαβου ομοιοκατάληκτου δίστιχου και, από το 1844, του ανομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου στίχου, που τέμνεται με τον ελληνικό εθνικό στίχο. Επίσης, αποφεύγεται η συνίζηση και επιδιώκεται η αφαίρεση και η πύκνωση των νοημάτων, προς έναν καθαρότερο λυρισμό.
Μετά την απόπειρα υλοποίησης μεγάλων και συνθετικών έργων όπως το Σύνθεμα του 1833-1834, Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι και ο Πόρφυρας, ο Σολωμός μοιάζει μάλλον να επεξεργάζεται μικρότερα λυρικά ποιήματα (π.χ. Εις Φραγκίσκα Φραίζερ) ενώ λίγο μετά τη διπλή, στα ελληνικά και στα ιταλικά, στιχούργηση του σύντομου και αινιγματικού ποιήματος Carmen Seculare / L' Albero Mistico (1849), επιστρέφει στην ιταλόγλωσση στιχουργία με ποιήματα που δεν είναι πλέον συμβατικά, όπως τα περισσότερα νεανικά του, αλλά πρωτότυπα και αντίστοιχα της ωριμότητας και του ύφους που είχε κατακτήσει στην ελληνόγλωσση ποίησή του· κάποια μάλιστα (π.χ. La donna velata, L'usignolo e lo sparviere, Saffo, La navicella greca) μπορούν να θεωρηθούν αξιόλογα ακόμα και στο πλαίσιο της ιταλικής λογοτεχνίας. Με τα ποιήματα αυτά ολοκληρώνεται γύρω στα 1855 η ποιητική του διαδρομή.
Βέβαια, ακόμα και όταν ο Σολωμός ήταν αποκλειστικά αφοσιωμένος στη σύνθεση ελληνόγλωσσης ποίησης, η ιταλική γλώσσα παρέμενε άδηλα παρούσα. Τα χειρόγραφα όπου επεξεργάστηκε τα ελληνόγλωσσα έργα του επιτρέπουν να δούμε την ύπαρξη των δύο γλωσσικών κωδίκων, την εναλλαγή τους και τον ρόλο του καθενός. Στα ιταλικά καταγράφονται κατά κύριο λόγο πεζά σχεδιάσματα του υπό επεξεργασία έργου καθώς και στοχασμοί σχετικά με τη σύνθεσή του, η οποία γίνεται βέβαια στα ελληνικά (σε στίχους ή σε πεζό, ανάλογα με το έργο), μέσω μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει διαδοχικές μορφοποιήσεις, διαγραφές και αναμορφοποιήσεις του ποιητικού υλικού και στις δύο γλώσσες. Τα ιταλικά λοιπόν υποστηρίζουν διαρκώς την κατασκευή των ελληνόγλωσσων έργων του, από την αρχή ως το τέλος της ποιητικής του διαδρομής· είναι μια "εργαλειακή" γλώσσα, μια «σκαλωσιά» (Mackridge 1994: 263), ενώ τα ελληνικά, η γλώσσα της υπό διαμόρφωση υψηλή λογοτεχνίας:
Ιntrodurre drammaticamente la descrizione delle Moriotte che venivano. Le barche piene che sono per affondare. Fanciulli, vecchi e donne (nemmeno un giovine). [= Να μπάσεις δραματικά την περιγραφή για τις Μοραΐτισσες που έρχονταν. Οι βάρκες γεμάτες που λες και θα βουλιάξουν. Παιδιά, γέροι και γυναίκες (ούτε ένα παλικάρι)]
«Πώς πάει το έθνος; πώς πάνε οι δουλειές;»
Και άφησε το κουπί του και με το χέρι εσυχνόκοβε τον αέρα orrizontalmente.
«Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος.»
[Η Γυναίκα της Ζάκυθος] (Πολίτης 1964: 272 β 1-14 και Τσαντσάνογλου 1991: 36)
Un mormorio sinistro dell'esercito impaziente si spense, pari al vento che trova lo scoglio που βρίσκει το βράχο. [= Μια απειλητική βοή του ανυπόμονου στρατού έσβησε, όμοια με τον άνεμο που βρίσκει το βράχο]
Όπου περνά το πέλαγο και κόβεται στο βράχο
[Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Β' Σχεδίασμα] (Πολίτης 1964: 407 β 29-30)
ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ
Μισόβγαινε απ' τον ύπνο η πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές
Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά
Στου μικρού παραθύρου σου −που ακόμη φώταγε− το μαρμαράκι
Α κει μονάχα να 'ταν
Ένα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Που τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Και τη γνωρίζω
Πάνω σ' άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι απ' του Μεσολογγιού τις
πλάκες
(Οδ. Ελύτης, Σολωμού συντριβή και δέος, Τα ελεγεία της Οξώπετρας)
Στις 9/27 Φεβρουαρίου 1857 ο Σολωμός πεθαίνει στην Κέρκυρα από εγκεφαλική συμφόρηση. Το λιγοστό έως τότε δημοσιευμένο έργο του δημιουργούσε μεγάλη προσδοκία για το αδημοσίευτο αλλά όταν αυτό παρουσιάστηκε από τον φίλο και μαθητή του Ιάκωβο Πολυλά στην περίφημη έκδοση Διονυσίου Σολωμού Τα Ευρισκόμενα, το 1859, προκάλεσε απογοήτευση στο αναγνωστικό κοινό της εποχής, εξαιτίας της αποσπασματικότητάς του. Όχι χωρίς κάποια θλίψη, ο ίδιος ο Πολυλάς διαπίστωνε ότι «τα ευρισκόμενα συγγράμματα μόλις δείχνουν, ναι μεν σημαντικά, αλλά ολίγα και αραιά τα ίχνη, με τα οποία ο ποιητής επροχωρούσε εις απάτητο μονοπάτι μέσα 'ς τον κόσμο της φαντασίας» (Πολυλάς 1859: νγ').
Έκτοτε, το σολωμικό έργο εμπλουτίστηκε με κείμενα που είχαν μείνει ανέκδοτα, γνώρισε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις, συνομίλησε γόνιμα με συγγραφείς και απλούς αναγνώστες. Παρά τη μεγάλη βιβλιογραφία που το συνοδεύει, παρά την πρώιμη αναγνώρισή του ποιητή ως εθνικού και την μακρόχρονη συνάρτησή του με την εθνική ιδεολογία, το σολωμικό έργο παραμένει ανοικτό. Καταρχάς, επειδή το ίδιο αντιστέκεται με την ποιητική του σε κλειστές, οριστικές, ερμηνείες. Αρκεί να σκεφτούμε την εντέλει διαφεύγουσα ταυτότητα του τυφλού γέρου στην τιτλοφορημένη από τον Πολυλά Σκιά του Ομήρου καθώς και της Φεγγαροντυμένης γυναικείας μορφής στον Κρητικό ή το αινιγματικό Carmen seculare / Μυστικό δέντρο. Ανοικτό, επίσης, επειδή αντιστέκεται στην παγίωσή του με τον αποσπασματικό χαρακτήρα των περισσότερων ώριμων ποιημάτων και τη ρευστή, δίγλωσση μορφή τους, δοκιμάζοντας αναγνωστικές συνήθειες και εκδοτικές πρακτικές διαμορφωμένες κυρίως με βάση έργα που έλαβαν από τους συγγραφείς τους οριστική μορφή.
Πράγματι, πέρα από τις παγιωμένες κειμενικές μορφές των σολωμικών έργων που μας κληροδότησε η έκδοση των Ευρισκομένων του Πολυλά, η μόνη οριστική έκδοση του ανολοκλήρωτου σολωμικού έργου είναι η έκδοση των χειρογράφων του από τον Λίνο Πολίτη (1964), ο οποία όμως δύσκολα διαβάζεται από τους μη ειδικούς. Συνεπώς, η ανάγνωση του Σολωμού είναι ―και δεν μπορεί παρά να είναι― ουσιαστικά διαμεσολαβημένη ήδη από το επίπεδο της εκδοτικής πρότασης. Δύο φαίνεται πως είναι οι βασικοί τρόποι εκδοτικής διαμεσολάβησης. Ο ένας επιδιώκει, βάσει διατυπωμένων εκδοτικών αρχών και μεθόδων, να παρακολουθήσει και να αποτυπώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα και σαφήνεια τη σταδιακή κατασκευή του κάθε ανολοκλήρωτου έργου, από την αρχή της επεξεργασίας του μέχρι την εγκατάλειψή του, παρουσιάζοντας στον αναγνώστη μια χρηστική έκδοση που δεν προωθεί το έργο πέρα από εκεί που το άφησε ο ποιητής και ως εκ τούτου διατηρεί, όπου υπάρχουν, τα κενά της σύνθεσης και την εναλλαγή των ελληνικών και των ιταλικών, με παράλληλη μετάφραση στα ελληνικά (π.χ. Τσαντσάνογλου 1982, 1991· Κεχαγιόγλου 1988, 1998· Αγγελόπουλος [1988] 2001· Τικτοπούλου 2003, 2009). Ο δεύτερος τρόπος, επιδιώκει, βάσει της αισθητικής αρχής της ολότητας, ως προϋπόθεσης της λογοτεχνικότητας και της ανάγνωσης, την συμπλήρωση των ημιτελών και αποσπασματικών σολωμικών έργων και την παρουσίαση στον αναγνώστη όσο το δυνατόν απαρτισμένων κείμενων, αποσιωπώντας όσα ενδιάμεσα κενά υπάρχουν καθώς και το ιταλόγλωσσο ποιητικό υλικό (π.χ. Πολυλάς 1859· Πολίτης, 1948, 1955· Αλεξίου [1994] 2007· Βελουδής 2008).
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η ερμηνεία όσο και αυτή καθαυτή η ανάγνωση του ανοικτού σολωμικού έργου φαίνεται ότι απαιτούν ενεργότατη τη συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος θα συμπληρώσει μόνος του κάθε φορά τα κενά, «travedendo il resto e più ancora» [διαβλέποντας τα υπόλοιπα και ακόμα περισσότερα] (Σολωμός) και θα αναζητήσει την απόλαυση όχι μόνον στην ανάγνωση των τελειωμένων τμημάτων αλλά και στην παρακολούθηση της διαδικασίας σύνθεσης του ποιήματος, όπου άλλωστε έγκειται η ουσία της ιδιαιτερότητας του Σολωμού, της επιτυχίας του φιλόδοξου εγχειρήματός του και συγχρόνως της ανάσχεσης της ολοκλήρωσής του: η (αυτό)κριτική απόσταση με την οποία επεξεργάζεται το θεματικό και ποιητικό υλικό του.
«[…] σε όλα εν γένει τα κείμενα της ώριμης περιόδου του η ανταγωνιστική σχέση του δημιουργού με τον εαυτό του, δηλαδή με την ποίησή του, ο αδιάπτωτος διάλογος ανάμεσα στο έργο και τον στοχασμό περί του έργου, ενέχει τις διαστάσεις μιας συστηματικής και αυθόρμητης, όχι προγραμματικής και εξωτερικής, σύμφυσης της πρόζας της σκέψης στη γλώσσα της ποίησης, η οποία, επειδή ακριβώς είναι συστηματική και αυθόρμητη, υπακούσει στην εσωτερική κύμανση μιας αναγκαιότητας, που συνιστά το ίδιον, την ειδοποιό ουσία, τον σολωμισμό, αν μπορούμε να πούμε έτσι, του Σολωμού και αξιώνει με την επιτακτικότητα μας υπεβατολογικής συνθήκης από το ποιητικό υποκείμενο να αποχωρίζεται διαρκώς το σταθερό έδαφος της τετελεσμένης εκφραστικής προσπάθειας, ανασκοπώντας ως απόλυτος αναγνώστης του έργου του τη διαφορά, την απόσταση, τον δρόμο που είχε να διανύσει για να αναχθεί στην αυτάρκεια της ιδεώδους αισθητικής μορφής, έτσι ώστε το εκάστοτε ποιητικό αποτέλεσμα να αποτελεί προϊόν της δημιουργικής βούλησης του συγγραφέα και συγχρόνως δείκτη της κριτικής του αυτεννόησης, προσωρινή στιγμή διασταύρωσης ανάμεσα σ' αυτό που έγινε και σ' αυτό που πρέπει να γίνει, όριο και συνάμα έναυσμα υπέρβασης προς την εκπλήρωση του ιδεώδους. Η ποιητική πράξη ενσωματώνει σταθερά και ελέγχεται από την απαιτητική διαύγεια του κριτικού οφθαλμού συναιρώντας εντός της ασυμπτωτικά, και γι' αυτό ελλειμματικά, την αντίθεση ανάμεσα στην πρόθεση και την επιτέλεση, ανάμεσα στο επιθυμητό και το πραγματικό, ανάμεσα στην ιδέα της ποίησης και τη συγκεκριμένης της ενσάρκωση. Σχέδια επί σχεδίων, στιχουργικές παραλλαγές, εκφραστικές αναδιφήσεις, τροποποιήσεις, αναδιατάξεις και μετατοπίσεις της ποιητικής ύλης, προπλάσματα ποιημάτων, επεξεργασμένες λιγότερο ή περισσότερο συνθέσεις, σχόλια επί σχολίων, υποδείξεις εις εαυτόν στα ελληνικά και τα ιταλικά, συμπληρώσεις, αφαιρέσεις, διαγραφές, μνείες και παραπομπές σε ιδέες και ρήσεις άλλων συγγραφέων, σχηματίζουν τον αβέβαιο, ρευστό και μεταβαλλόμενο ορίζοντας του εν προόδω σολωμικού έργου, ενός έργου που ενίσταται συνεχώς στον εαυτό του, υποτυπώνοντας, δια μέσου ακριβώς της δυναμικής του ατέλειας, την αναζήτηση μιας ανέφικτης πληρότητας.» (Καλταμπάνος 2004: 286-287)
Πηγή: greek-language.gr

Ανάμεσα στην Ντίσνεϊλαντ και τους αγιατολάδες

[από το αρχείο της “Le Monde diplomatique”, Σεπτέμβριος 2001]

Η μάχη ανάμεσα στην παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα και την τοπική κουλτούρα δεν θα γίνει. Αυτή είναι η πεποίθηση του Μισέλ Σερ, η οποία εκφράστηκε στις «Συνομιλίες του 21ου αιώνα» της Ουνέσκο, σε απάντηση στον Τζέρεμι Ρίφκιν. Βασίζοντας την ανάλυσή του στην ιστορία των τεχνολογιών και των σχέσεών τους με τις ανθρώπινες κοινωνίες, ο Γάλλος φιλόσοφος εκτιμά ότι ο πολιτιστικός χώρος τροφοδοτούνταν πάντοτε από σχέσεις προσέγγισης και από συγκρούσεις με τους άλλους. Η ανάπτυξη των δικτύων δεν αλλάζει τα δεδομένα.


Οι «νέες» τεχνολογίες είναι πιο παλαιές από όσο πιστεύουμε γενικά. Υπάρχουν δύο είδη τεχνολογιών τις οποίες αυτή η λέξη, που προέρχεται από την αγγλική γλώσσα, δεν επιτρέπει να διακρίνουμε: οι τεχνικές -δηλαδή το σύνολο των εργαλείων- τις οποίες χρησιμοποιούμε στην ανθρώπινη κλίμακα, από τον καρυοθραύστη μέχρι την ατομική βόμβα, και οι τεχνικές με πληροφοριακό χαρακτήρα, για τις οποίες δεν υπάρχει γαλλική λέξη. Ομως, η αγγλική λέξη για την τεχνολογία (technology) καλύπτει αυτές τις δύο έννοιες, δίνοντάς μας την ψευδαίσθηση μιας γραμμικής εξέλιξης στη μετάβαση από τις «σκληρές» τεχνικές στις «ήπιες» τεχνολογίες που μας περιβάλλουν σήμερα. Δεν είναι όμως έτσι (1).
Οι ήπιες τεχνολογίες έχουν συνοδεύσει την ανθρώπινη ιστορία. Υπήρξαν μάλιστα καθοριστικές στις διαδικασίες εξανθρωπισμού: η εφεύρεση της γραφής, για παράδειγμα, είναι μια τεχνική που αφορά τις πληροφοριακές ενέργειες -ή «ήπιες ενέργειες»-, η εφεύρεση της τυπογραφίας αποτελεί ακόμη μια τέτοια τεχνική. Επομένως, δεν είναι περίεργο που οι ήπιες τεχνολογίες εκμεταλλεύονται το «ήπιο» ενώ οι σκληρές τεχνολογίες εκμεταλλεύτηκαν το «σκληρό». Όπως υπενθύμισε ο Τζέρεμι Ρίφκιν, στην παραδοσιακή οικονομία, οι τεχνολογίες που σχετίζονταν με τις σκληρές ενέργειες εκμεταλλεύονταν τις σκληρές ενέργειες.
Ομως, οι ήπιες τεχνολογίες υπήρχαν ήδη και είχαν ανακαλύψει «την εποχή της πρόσβασης». Ας μην ξεχνάμε ότι, στην πραγματικότητα, μολονότι έχουμε μάθει να γράφουμε τις γλώσσες που μας είναι οικείες, από τις χίλιες γλώσσες στον κόσμο πάνω από εννιακόσιες πενήντα δεν υπάρχουν ακόμη παρά μόνο μέσα από την προφορική μετάδοση. Οι λαοί που τις μιλούν δεν είχαν πρόσβαση στη γραφή. Επιπλέον, από την εφεύρεση της τυπογραφίας, η πρόσβαση στην ανάγνωση, τη γραφή και τις βιβλιοθήκες αφορούσε ήδη τις ήπιες ενέργειες. Αρα, δεν πρόκειται για μια γραμμική εξέλιξη της ιστορίας, η οποία θα κατευθυνόταν από τις σκληρές τεχνολογίες προς τις ήπιες τεχνολογίες. Υπάρχει μάλλον μια διπλή ιστορία: από τη μια πλευρά, η ιστορία των ήπιων ενεργειών και, από την άλλη, η ιστορία των σκληρών ενεργειών.
Οι ήπιες τεχνολογίες, οι οποίες εκμεταλλεύονται το ήπιο και, εκ των πραγμάτων, την κουλτούρα, είναι σε πλήρη άνοδο. Όμως, στην ευρωπαϊκή παράδοση, σκεφτόμαστε την εμπορευματοποίηση της κουλτούρας με βάση μια έννοια κανονικού δικαίου: το αμάρτημα της σιμωνίας. Αυτή η έννοια προέρχεται από το κείμενο των πράξεων των αποστόλων και σχετίζεται με τον Σίμωνα το Μάγο, ο οποίος πουλούσε αντικείμενα ή ιερές πράξεις. Έτσι, οι καλλιεργημένοι άνθρωποι συνήθιζαν να θεωρούν «σιμωνιακό» αυτόν που πουλούσε κουλτούρα. Για πολύ καιρό, αυτή η σιμωνιακή ιδεολογία μας προστάτευσε από την εμπορευματοποίηση των αγαθών της κουλτούρας. Ωστόσο, πρόσφατα διαπίστωσα με αναπάντεχο τρόπο ότι αυτό το αίσθημα προστασίας δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση, βλέποντας την εικόνα μου να χρησιμοποιείται παρά τη θέλησή μου για τις ανάγκες μιας τηλεοπτικής διαφήμισης. Ήταν μια ενέργεια αντίθετη με τις πεποιθήσεις μου, την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε με ακρίβεια σιμωνιακή!
Στη σημερινή μεγάλη αλλαγή, πρέπει να επιμείνουμε στην ακριβή εκτίμηση αυτού που κερδίζουμε και αυτού που χάνουμε. Άραγε, κινδυνεύουμε να χάσουμε την κουλτούρα; Ας πάρουμε δύο παραδείγματα.
Από γενιά σε γενιά, η μνήμη μας εξασθενίζει γιατί, εγκαταλείποντας την προφορική παράδοση για τη γραπτή παράδοση, προσφεύγουμε ολοένα και πιο σπάνια σ’ αυτή τη γνωστική ικανότητα. Έτσι, αντίθετα μ’ αυτό που πιστεύουμε, η προφορική παράδοση θα ήταν πιο σταθερή από τη γραπτή παράδοση. Στην κουλτούρα μας, η μνήμη υποτίθεται ότι είναι υποκειμενική, μια «ιδιότητα της ψυχής» η οποία ανήκει σε κάθε άτομο. Κανένας δεν έχει αναγνωρίσει την έδρα της μνήμης στο ανθρώπινο σώμα. Η οπτική που προτείνω είναι διαφορετική: από τη στιγμή που εφευρέθηκε η γραφή, η μνήμη απελευθερώθηκε από ένα ορισμένο βάρος και η γραφή έγινε ένα αντικείμενο. Επιπλέον, πριν από την τυπογραφία, ένας καλλιεργημένος άνθρωπος που επιθυμούσε να γνωρίζει τον Όμηρο ή τον Πλούταρχο έπρεπε να αποστηθίσει τα κείμενά τους. Η τυπογραφία κατάργησε αυτή την αναγκαιότητα και κατά συνέπεια ανακούφισε τη μνήμη.
Αυτό αποτυπώνεται με σαφήνεια στην έκφραση του Μοντέν: «Καλύτερα ένα καλοφτιαγμένο παρά ένα καλογεμισμένο κεφάλι». Εφευρέθηκε η γραφή και χάσαμε τη μνήμη. Η μνήμη έχει γίνει συλλογική και αντικειμενική, ενώ πιστεύαμε ότι είναι υποκειμενική και γνωστική. Αυτή η διαδικασία είναι ένα σταθερό δεδομένο της διαδικασίας εξανθρωπισμού. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να φοβόμαστε μήπως χάσουμε, γιατί κερδίζουμε, καθώς απαλλασσόμαστε από την εξουθενωτική υποχρέωση να θυμόμαστε, και αυτό το καλοφτιαγμένο κεφάλι μπορεί να επιδοθεί σε νέες δραστηριότητες, περισσότερο εφευρετικές. Οι νέες τεχνολογίες θέτουν στη διάθεσή μας ολόκληρη τη μνήμη του κόσμου.
Ο ιστορικός Αντρέ Λερουά-Γκουράν περιέγραφε ως εξής τη διαδικασία εξανθρωπισμού: ο άνθρωπος, όταν στάθηκε στα πόδια του για να μετακινηθεί, απελευθέρωσε τα μπροστινά μέλη του από τη λειτουργία της μεταφοράς που ασκούσαν μέχρι τότε. Το χέρι μπόρεσε τότε να αναπτύξει την ικανότητα λήψης, και ο άνθρωπος έγινε ένας Homo faber. Καθώς το χέρι κατέκτησε αυτή την ικανότητα λήψης, το στόμα, το οποίο ασκούσε μέχρι τότε αυτή τη λειτουργία, την έχασε. Το στόμα μπόρεσε τότε να μιλήσει… Όμως, αν προσπαθήσουμε να συγκρίνουμε το κέρδος του λόγου με την απώλεια της λειτουργίας της μεταφοράς σ’ αυτή τη διαδικασία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κέρδος υπερβαίνει κατά πολύ την απώλεια. Άραγε, αυτό είναι που συμβαίνει πάλι;
Σ’ αυτή την εξέλιξη, είναι το ίδιο το ανθρώπινο υποκείμενο, στη γνωσιακή διάστασή του, που αλλάζει. Όμως, πάντοτε άλλαζε, στο μέτρο που οι ήπιες τεχνολογίες εξελίσσονταν. Αυτό ισχύει κυρίως στον τομέα των επιστημών. Ο καθένας διατηρεί ασφαλώς την ανάμνηση των εργαστηριακών μαθημάτων στο λύκειο: έπρεπε, με βάση το προτεινόμενο πείραμα, να επαληθεύσουμε μετρήσεις, οι οποίες στη συνέχεια μεταφέρονταν σ’ ένα διάγραμμα, επιτρέποντας έτσι να συμπεράνουμε ένα νόμο. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ελάχιστα πειράματα και ελάχιστα δεδομένα επέτρεπαν να καταλήξουμε σε σπουδαία αποτελέσματα. Έτσι, με ελάχιστα δεδομένα και ελάχιστα πειράματα ο Νεύτωνας ανακάλυψε το νόμο της παγκόσμιας βαρύτητας.
Σήμερα, οι τεχνολογίες επαληθεύουν για μας τις παρατηρήσεις και τις μετρήσεις αυτών των παρατηρήσεων, αυτόματα και σε πραγματικό χρόνο, και στη συνέχεια καταγράφουν χωρίς περιορισμούς δυνατοτήτων αυτά τα δεδομένα. Σε σημείο που ένα πρόγραμμα συνίσταται στο να καλεί τους χρήστες υπολογιστών σ’ ολόκληρο τον κόσμο για να συνδέσει περίπου δύο εκατομμύρια μηχανήματα και να μπορέσει έτσι να επεξεργαστεί τα δεδομένα. Κατά συνέπεια, αλλάζουμε επίσης επιστημονικό υπόδειγμα: η σημερινή επιστήμη δεν έχει πλέον καμία σχέση με εκείνη η οποία υπήρχε μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες.
Αρχικά, η λέξη «καλλιέργεια» επινοήθηκε από τον Κικέρωνα, σύμφωνα με τον οποίο «η φιλοσοφία είναι η καλλιέργεια της ψυχής». Αυτός ο πρώτος ορισμός της κουλτούρας εγγράφεται κατά συνέπεια σε μια ανθρωπιστική οπτική, την οποία υιοθέτησαν οι φιλόσοφοι του 16ου αιώνα δημιουργώντας την παράδοση του «έντιμου ανθρώπου». Το δεύτερο νόημα της κουλτούρας είναι γερμανικό. Χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Καντ, στη συνέχεια επαναλήφθηκε από τον Kulturkampf (2), και δηλώνει το σύνολο των διαδικασιών που έχουν κατακτηθεί σε μια ανθρώπινη κοινωνία. Γι’ αυτό το λόγο, η «κουλτούρα» του γουρουνιού των αγροτών της παιδικής μου ηλικίας αποτελούσε τμήμα της «γασκωνικής κουλτούρας». Ωστόσο, αυτό δεν είχε παρά ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά με τις χορεύτριες της όπερας, οι οποίες εγγράφονται περισσότερο στον πρώτο ορισμό της κουλτούρας. Για μένα, η κουλτούρα είναι αυτός ο δρόμος που εκτείνεται από το γουρούνι μέχρι την όπερα, και αντίστροφα. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με αυτό τον ορισμό, ένας άνθρωπος που διακρίνεται για τις καλλιτεχνικές προτιμήσεις του, αλλά δεν κατέχει τίποτα από κουλτούρα, με την ανθρωπολογική έννοια του όρου, δεν είναι καλλιεργημένος, όπως και ο ανθρωπολόγος που δεν καταλαβαίνει τίποτα από τέχνη.
Ενας τρίτος ορισμός, πιο πρόσφατος, είναι ο ορισμός της κουλτούρας ως «παγκοσμιοποιήσιμου» εμπορεύματος. Οι επιχειρήσεις αποκομίζουν ήδη κολοσσιαία κέρδη εμπορευόμενες πολιτιστικά αντικείμενα που αναφέρονται στην ανθρώπινη εμπειρία. Η ταινία Τιτανικός αναφέρεται στην παγκόσμια ναυτική εμπειρία. Η ταινία Κατακόρυφο Όριο (Vertical Limit) κάνει αναφορά στην παγκόσμια εμπειρία του βουνού την οποία ο καθένας μπορεί να βιώσει, μολονότι στην πραγματικότητα πρόκειται για μια δραματοποίηση, μιαν εμφανή απομίμηση της εμπειρίας που προβάλλεται…
Σήμερα, κάνουμε λόγο για μια μάχη ανάμεσα σ’ αυτή την παγκόσμια, παγκοσμιοποιημένη και εμπορική κουλτούρα και την τοπική κουλτούρα, με την ανθρωπολογική σημασία του όρου. Το να κλείσουμε τα σύνορα για να αντισταθούμε στην εισβολή της παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας θα ήταν ο πιο παράδοξος τρόπος να θέσουμε το πρόβλημα: θα ήμασταν καταδικασμένοι, σ’ αυτή την οπτική των πραγμάτων, να πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην Ντίσνεϊλαντ και τους αγιατολάδες.

Ένα ταξίδι σημαδεμένο από εμπόδια
Αραγε, πώς αποκτούμε μια κουλτούρα; Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με την ανθρωπολογική έννοια, από τον τόπο γέννησής μας, τη γλώσσα των γονιών μας… έναν ορισμένο αριθμό από συμπεριφορές, έθιμα και συνήθειες που μας έχουν κληροδοτηθεί. Όμως, προφανώς, αυτό δεν αρκεί για να κάνει ένα άτομο καλλιεργημένο. Στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που η κουλτούρα απομονώνεται, ασφυκτιά και πεθαίνει. Είναι η επινόηση, από ένα δεδομένο σημείο και μετά, ενός δρόμου ο οποίος, βήμα προς βήμα, μας οδηγεί, από γειτονιά σε γειτονιά, σ’ ένα ταξίδι που μας κάνει να ανακαλύψουμε μια γειτονική κουλτούρα, στη συνέχεια μια άλλη που είναι λίγο λιγότερο γειτονική…
Αυτός ο δρόμος από τη μια κουλτούρα στην άλλη είναι σημαδεμένος από εμπόδια, και είναι δύσκολο να συναντήσουμε τον άλλο, ο οποίος, συχνά, δεν είναι αυτός που πιστεύουμε. Δεν αποδεικνύεται πάντοτε τόσο εύκολο όσο νομίζουμε να προσεγγίσουμε τη γλώσσα του, τις συνήθειές του και τις πεποιθήσεις του. Μπορούμε, ωστόσο, σ’ αυτή τη διαδρομή, να γοητευτούμε και να ανακαλύψουμε συνήθειες που μας είναι άγνωστες. Άραγε, υπάρχει κάτι πιο όμορφο από τη βραζιλιάνικη χειροτεχνία ή κάτι πιο συναρπαστικό, από ορισμένη άποψη, από την καλαισθησία της γιαπωνέζικης κουλτούρας; Η κουλτούρα δεν έχει σύνορα: είναι διάτρητη. Ποτέ η Γαλλία δεν υπήρξε τόσο γαλλική όσο το 17ο αιώνα, όταν ο Μολιέρος εμπνεύστηκε σε μεγάλο βαθμό από τους Ιταλούς, ή ο Κορνέιγ από τους Ισπανούς.
Η προαναγγελθείσα μάχη ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο, δηλαδή ανάμεσα στην κουλτούρα που δηλώνει το σύνολο των διαδικασιών οι οποίες έχουν κατακτηθεί σε μια ανθρώπινη κοινωνία και την εμπορευματοποιημένη κουλτούρα, μαρτυρά μια βαθιά έλλειψη κατανόησης γι’ αυτό που είναι ο πολιτιστικός χώρος. Ο πολιτιστικός χώρος είναι σπυρωτός. Είναι περίπλοκος, διαφορετικός για τον καθένα και αποτελείται από περάσματα, εμπόδια, διαβάσεις, διόδους, αδιάβατα βουνά… Πρώτα απ’ όλα, ο καθένας χαράσσει εκεί τον αυθεντικό, μοναδικό δρόμο του, σχεδιάζει τον πρωτότυπο χάρτη του, ο οποίος εκφράζει την πολιτιστική μοναδικότητα του καθενός από μας. Αυτές οι κουλτούρες, συμπεριλαμβανομένου του Ίντερνετ, δεν διακινδυνεύουν τίποτα, γιατί είναι επίσης ένας σπυρωτός χώρος: δεν είναι ένας παγκόσμιος χώρος.
Πράγματι, μολονότι αυτά τα μέσα επικοινωνίας έχουν τη φήμη ότι είναι παγκόσμια και υποτίθεται πως μας επιτρέπουν να έρθουμε σε επαφή αμέσως με οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, η χρήση αυτών των μέσων που κάνουμε είναι εντυπωσιακά τοπική! Έτσι, αντίθετα με όσα πιστεύουμε, το κινητό τηλέφωνο έκανε στενότερες τις κοινοτικές σχέσεις της οικογένειας. Βέβαια, η χρήση τους αποκτά και μια παγκόσμια διάσταση. Όμως, αυτός ακριβώς ο συνδυασμός τοπικών και παγκόσμιων χρήσεων εργαλείων όπως το κινητό τηλέφωνο ή το διαδίκτυο είναι που καθιστά τη χρησιμοποίηση αυτών των εργαλείων ένα χώρο ο οποίος είναι τόσο τσαλακωμένος, σπαρμένος με εμπόδια και περάσματα όσο ο πολιτιστικός χώρος.
Ετσι, για μένα, η «πραγματική» κουλτούρα δεν βρίσκεται σε κίνδυνο. Ωστόσο, συμφωνώ σ’ ένα σημείο με τον Τζέρεμι Ρίφκιν: πράγματι, και αντίθετα μ’ αυτό που πίστευε ο Μαρξ, η κουλτούρα είναι η υποδομή. Η Ευρώπη του άνθρακα και του χάλυβα δεν αρκούσε για να οικοδομήσει την Ευρώπη, γιατί η οικονομία δεν είναι η υποδομή. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει, από το Μεσαίωνα, μια ευρωπαϊκή κουλτούρα. Αν εκείνη την εποχή είχε γίνει αποδεκτό ότι η κουλτούρα είναι η υποδομή, τότε θα αρκούσε να δημιουργηθεί το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο, να ενθαρρυνθεί η ανταλλαγή νέων ανθρώπων και η οικοδόμηση μιας κοινής κουλτούρας μέσα από τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Η Ευρώπη θα μιλούσε τέσσερις γλώσσες, όπως συμβαίνει στην Ελβετία, και η Ευρώπη θα είχε φτιαχτεί!
Ομως, αν προσπαθήσουμε να την ορίσουμε πραγματικά, η κουλτούρα δηλώνει για μένα δύο πράγματα. Από τη μια πλευρά, χαρακτηρίζεται από τη διαδικασία της αφομοίωσης (ή της πολιτιστικής επαγωγής) δηλαδή το «ταξίδι» που επιτρέπει, από γειτονιά σε γειτονιά, να συναντήσουμε τον άλλο. Από την άλλη πλευρά, η κουλτούρα βασίζεται σε μια μοναδική απόφαση του ατόμου, όταν αυτό αποφασίζει: όχι, δεν έχω αυτή την κουλτούρα. Ζούμε ένα σημαντικό μετασχηματισμό του γνωσιακού υποκειμένου, της αντικειμενικής επιστήμης και της συλλογικής κουλτούρας. Είναι αυτός ο μετασχηματισμός που με κάνει πραγματικά να λυπάμαι που δεν είμαι δεκαοχτώ χρόνων!
(1) Βλέπε Les Clés du XXIe siècle, Seuil/Ed. Unesco, Παρίσι, 2000.
(2) Ο «αγώνας για την κουλτούρα», ονομασία του αγώνα που διεξήχθη, (1870-1885), από τον Μπίσμαρκ ενάντια στην Καθολική Εκκλησία.

Το δηλητηριασμένο δώρο του πολιτιστικού τουρισμού

 
Κάθε χρόνο, πενήντα περίπου φυσικά τοπία ή τοποθεσίες πολιτιστικού ενδιαφέροντος καταθέτουν την υποψηφιότητά τους προκειμένου να ενταχθούν στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και να αναγνωριστεί η ανάγκη προστασίας τους προς όφελος ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ωστόσο, χορηγώντας την πιστοποίηση, η UNESCO επηρεάζει έντονα τις τουριστικές ροές. Το τουριστικό ρεύμα είναι οικονομικά αποδοτικό, μπορεί όμως να αποδειχθεί και καταστροφικό.

«Ξαφνικά, το Αλμπί άρχισε να υπάρχει στον παγκόσμιο χάρτη. Η ένταξη της επισκοπικής πόλης (1) στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO [Οργανισμός του ΟΗΕ για την εκπαίδευση, την επιστήμη και τον πολιτισμό] πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιουλίου 2010. Το επόμενο πρωί, πλήθη συνέρρεαν στην πόλη: ο κόσμος έκανε παράκαμψη για να έρθει να την δει». Η Μαρί Εβ Κορτές, διευθύντρια πολιτιστικών υποθέσεων, πολιτιστικής κληρονομιάς και διεθνών σχέσεων του Αλμπί, θυμάται πολύ καλά εκείνη την ημέρα που άλλαξε τη ζωή της πόλης με τα κτίρια από κόκκινα τούβλα και τους 52.000 κατοίκους. Έκτοτε, ο αριθμός των τουριστών υπερδιπλασιάστηκε: από 700.000 σε 1,1 εκατομμύριο το 2011, σε 1,5 εκατομμύριο το 2016, σε κάπως λιγότερους το 2017…
Η ένταξη στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς συμβάλλει στην αύξηση της αναγνωρισιμότητας και της καθιέρωσης τόπων που ήδη παρουσιάζουν υψηλή επισκεψιμότητα. Ωστόσο, όντως υπάρχει ένα «φαινόμενο UNESCO». Η Μαρία Γκραβαρί-Μπαρμπάς, διευθύντρια της έδρας UNESCO Πολιτισμός, Τουρισμός, Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 1 (Πάνθεον-Σορβόννη) διευκρινίζει: «H πιστοποίηση αποτελεί την εγγύηση της ποιότητας του τόπου, είτε πρόκειται για τοπίο είτε για τοποθεσία πολιτισμικού ενδιαφέροντος. Για τους δυνητικούς επισκέπτες, αποτελεί μια αναγνώριση». Κάθε χρόνο εντάσσονται μία ή δύο τοποθεσίες. Όσον αφορά την Γαλλία, έχουν ήδη ενταχθεί στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά 44 τοποθεσίες: τριάντα εννέα τοποθεσίες πολιτιστικού χαρακτήρα, τέσσερις φυσικού χαρακτήρα και μία μεικτή.
Προκειμένου να ανταποκριθεί στις επιπτώσεις της ένταξής του στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, το Αλμπί αναγκάστηκε να εκπονήσει ένα σχέδιο διαχείρισης. Αποσκοπούσε στη διαφύλαξη της εξαιρετικής και οικουμενικής αξίας της προστατευόμενης τοποθεσίας, αλλά ταυτόχρονα και στη μακροπρόθεσμη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων μερών, ώστε να μην μετατραπεί η πόλη σε μουσείο. Όπως εξηγεί η Μαρία Γκραβαρί-Μπαρμπάς, «μερικές φορές, εξαιτίας υπερβολικά καλών προθέσεων, η ένταξη στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να αποδειχθεί προβληματική. Σε πολλές πόλεις, η αναπαλαίωση επέλεξε έναν “χρονολογικό συντηρητισμό” ή έναν “χρονικό φανατισμό”, που καταλήγει να “παγώνει” τις πόλεις σε μια συγκεκριμένη εποχή».
Για να αποφευχθεί ο σκόπελος, η επιτροπή που διαχειρίζεται την προστατευόμενη τοποθεσία εξασφάλισε εξαρχής τη συμμετοχή θεσμών, πολιτιστικών και επιστημονικών εταίρων, προσωπικοτήτων με εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά και των επαγγελματιών και των κατοίκων. «Το Αλμπί δεν επιθυμεί να προωθήσει αποκλειστικά μια προσέγγιση επικεντρωμένη στην πολιτιστική κληρονομιά», διαβεβαιώνει η Κορτές. «Ασχολούμαστε επίσης με τον ανθρώπινο παράγοντα, την οικονομία και τις αλληλεπιδράσεις τους. Επιπλέον, προωθούμε δράσεις στην ενδιάμεση ζώνη που βρίσκεται μεταξύ της επισκοπικής και της σύγχρονης πόλης. Oι δράσεις χαρακτηρίζονται από τον ίδιο βαθμό ποιότητας και σοβαρότητας.» Κάθε χρόνο, η γενική συνέλευση των κατοίκων του Αλμπί τούς δίνει τη δυνατότητα να συγκεντρωθούν, να συσκεφθούν και να προτείνουν λύσεις για διάφορα ζητήματα (στάθμευση στο κέντρο της πόλης, διατήρηση των μικρών εμπορικών επιχειρήσεων, αστικός εξοπλισμός κ.λπ.).

Η απειλή της μουσειοποίησης
Το 2014, το Αλμπί προχώρησε σε αδελφοποίηση με το Λιζιάνγκ. Αυτή η μικρή πόλη του Γιουνάν βρίσκεται σε υψόμετρο 2.400 μέτρων, στον παλαιό δρόμο των καραβανιών που συνέδεε αυτή την κινεζική επαρχία με το Θιβέτ. Το 1986, μετά την αναγνώριση του Νταγιάν, της παλιάς πόλης του Λιζιάνγκ, ως «Εθνικού Θησαυρού της Κίνας», άρχισε να εξαπλώνεται η φήμη των λιθόστρωτων σοκακιών, των καναλιών και της εξαιρετικής αρχιτεκτονικής των κτιρίων του. Παρά τους σεισμούς (ο τελευταίος συνέβη στις 3 Φεβρουαρίου 1996), η άυλη πολιτιστική κληρονομιά και οι παραδοσιακές κατοικίες της παλιάς πόλης κατέστη δυνατόν να διασωθούν, κάτι που η UNESCO αναγνώρισε, εντάσσοντας το 1997 τον οικισμό στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Μέσα σε μερικά χρόνια, η πόλη γνώρισε πρωτοφανείς, βαθύτατες αλλαγές (2). Ο αριθμός των τουριστών, από 200.000 το 1992, αυξήθηκε στο 1,7 εκατομμύριο το 1997, στα 2,6 εκατομμύρια το 1999, σε περισσότερα από 4 εκατομμύρια το 2005 και στα 5,3 εκατομμύρια το 2008…
Για τους κατοίκους, και ιδιαίτερα για εκείνους των συνοικιών της παλιάς πόλης (που κατοικούνταν κυρίως από Ναξί, μια θιβετο-βιρμανική εθνότητα), οι συνέπειες υπήρξαν καταστροφικές: ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η καρδιά της πόλης με την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική κληρονομιά μετατράπηκε σε τουριστικό θύλακα, όπου εξαπλώνονται τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα μπαρ, οι μπουτίκ… Οι κάτοικοι προτιμούν να νοικιάσουν τα σπίτια τους σε εμπόρους που καταφθάνουν από τις γειτονικές επαρχίες και να μετακομίσουν στη νέα πόλη. Μέσα σε μερικά χρόνια, το Λιζιάνγκ μετατράπηκε σε σκηνικό, εν μέρει θυσιασμένο στον βωμό του τουρισμού. Ακόμη συναντάμε μερικές γυναίκες Ναξί που έρχονται να εμπορευθούν ή να φωτογραφηθούν από τους τουρίστες ντυμένες με την παραδοσιακή ενδυμασία, στην παλιά πόλη ωστόσο κυριαρχούν οι τουρίστες. Το 2008, η UNESCO αναγκάστηκε να απευθύνει προειδοποίηση στον Δήμο, απαιτώντας να ξαναπάρει στα χέρια του τη διαχείριση του πολιτιστικού αγαθού: ειδάλλως, θα ενέτασσε την πόλη στον κατάλογο της απειλούμενης παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς…
Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση της διττής φύσης του τουρισμού: προωθείται και ενθαρρύνεται επειδή φέρνει συνάλλαγμα, οικονομική ανάπτυξη και ελπίδες, γίνεται όμως επικίνδυνος μόλις ανατραπούν οι ισορροπίες. Οι επισκέπτες καταστρέφουν τις τοποθεσίες που λατρεύουν (απογύμνωση του εδάφους γύρω από τα μενίρ του Καρνάκ, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητά τους, διάβρωση των μονοπατιών του Πυί ντε Ντομ [3], φθορές στο σπήλαιο του Λασκώ, υπερβολικός αριθμός τουριστών που προκαλεί φθορές στο Μάτσου Πίτσου…) και προκαλούν την αγανάκτηση των κατοίκων που τους περίμεναν.
Με τα χρόνια, στο Λιζιάνγκ ελήφθησαν ορισμένα μέτρα, στάθηκε όμως αδύνατο η πόλη να αποδοθεί στους κατοίκους της. Ως προς αυτό το σημείο, η UNESCO παραδέχθηκε την αποτυχία της. Η καρδιά της κοινότητας των Ναξί έχει πλέον εγκαταλείψει το ιστορικό κέντρο της πόλης, από το οποίο πέρυσι πέρασαν… 46 εκατομμύρια επισκέπτες! Η Εμμανουέλ Λοράν, υποψήφια διδάκτωρ στην ανθρωπολογία του κινεζικού κόσμου στο Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών (INALCO), διηγείται την εμπειρία της: «Θυμάμαι εκείνη την ημέρα όπου υπήρχαν τόσοι πολλοί τουρίστες στο ιστορικό κέντρο της πόλης ώστε οι ντόπιοι ενημερώθηκαν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι όφειλαν να το αποφύγουν» (4).
Ωστόσο, ο απολογισμός δεν είναι τελικά τόσο μελανός (5): στο Λιζιάνγκ πραγματοποιήθηκαν και πολλές αναπαλαιώσεις κτιρίων. Πέρα από την υλική πολιτιστική κληρονομιά, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η επιρροή του τουρισμού στον λαό των Ναξί και στην κουλτούρα των ντόνγκμπα, της οποίας ολόκληροι τομείς εντάχθηκαν στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς την περίοδο 2006-2014. Οι ντόνγκμπα, οι Ναξί σαμάνοι που είναι γνωστοί για την εικονοποιητική γραφή τους, γοητεύουν τους επισκέπτες. Αν και η Κίνα δεν περίμενε αυτόν τον πακτωλό για να κακομεταχειριστεί τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, οι σημερινές εξελίξεις μπορεί να έχουν απρόσμενα αποτελέσματα, από το καλύτερο ώς το χειρότερο… Όπως εξηγεί η Εμμανουέλ Λοράν, «είναι δύσκολο να κερδίζεις τα προς το ζην μονάχα με τη δραστηριότητα του ντόνγκμπα. Ορισμένοι από αυτούς, η νέα γενιά συνήθως, βρίσκουν δουλειά στον τομέα του τουρισμού, όπου εκμεταλλεύονται τις γνώσεις τους για να κερδίσουν μερικά χρήματα. Ορισμένοι τους καταγγέλλουν, ισχυριζόμενοι ότι δεν είναι “πραγματικοί ντόνγκμπα”. Ωστόσο, πολλοί άλλοι υιοθετούν μια λιγότερο συντηρητική προσέγγιση σχετικά με τη μετάδοση των γνώσεών τους». Παρόλες τις παρεκτροπές και ένα φολκλόρ που αγγίζει ορισμένες φορές τα όρια της γελοιότητας, ο τουρισμός προκάλεσε μια αναγέννηση της κουλτούρας των ντόνγκμπα: πολλαπλασιασμός των πολιτιστικών και ερευνητικών κέντρων, αναβίωση ορισμένων τελετουργιών, αύξηση για πρώτη φορά των νέων που επιθυμούν να γίνουν ντόνγκμπα. Μάλιστα, η κυβέρνηση ενθαρρύνει τους Ναξί να ξαναστραφούν στην γλώσσα τους.
Αντιπροσωπείες από το Αλμπί και το Λιζιάνγκ ανταλλάσσουν τακτικά επισκέψεις ώστε να ενθαρρυνθεί η ανταλλαγή εμπειριών. Η διαχείριση του πολιτιστικού αγαθού πραγματοποιείται με πολύ διαφορετικό τρόπο στις δύο χώρες: στη Γαλλία δίνεται προτεραιότητα στη διαβούλευση και στην ευημερία των κατοίκων, ενώ μέχρι σήμερα στην Κίνα η γνώμη τους λαμβάνεται ελάχιστα υπόψη. Οι Κινέζοι προσπαθούν να αντλήσουν έμπνευση από οτιδήποτε λειτουργεί σωστά στη Γαλλία. Η Κορτές αφηγείται ότι «κάθε φορά που φιλοξενήσαμε αντιπροσωπείες από το Λιζιάνγκ, ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειριστήκαμε την πολιτιστική κληρονομιά, την επιλογή των υλικών, των χρωμάτων και την έννοια της αυθεντικότητας που συνδέεται με την τρόπο δουλειάς των τεχνιτών. Στην Κίνα η αξία χρήσης έχει μεγαλύτερο βάρος. Τους εντυπωσίασαν επίσης ιδιαίτερα το νομικό πλαίσιο και οι κανονισμοί μας. Η Γαλλία διαθέτει μηχανισμούς που προστατεύουν όσο το δυνατόν καλύτερα την πολιτιστική κληρονομιά, αλλά και το περιβάλλον. Για παράδειγμα, δίνουμε μεγάλη σημασία στην προστασία της βιοποικιλότητας στις όχθες του ποταμού Ταρν που διασχίζει την προστατευόμενη περιοχή. Αυτό τους κατέπληξε».
Πολλές άλλες περιοχές που απέσπασαν την τιμητική διάκριση της UNESCO βρίσκονται επίσης αντιμέτωπες με τις επιπτώσεις του μαζικού τουρισμού. Στο Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, ένα σχέδιο για την ανέγερση ενός μεγάλου συγκροτήματος κατοικιών, με την παράλληλη δημιουργία ενός γηπέδου γκολφ στα βουνά που βρίσκονται απέναντι από την πόλη, εγκυμονεί τον κίνδυνο να παραμορφωθεί ένα τμήμα της δαλματικής ακτής. Καθώς ο Δήμος βρέθηκε αντιμέτωπος με την απειλή το κάστρο του Ντουμπρόβνικ να ενταχθεί στον κατάλογο της απειλούμενης παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, αναγκάστηκε να περιορίσει των αριθμό των επισκεπτών του σε 8.000 ημερησίως, και στη συνέχεια σε 4.000 (6). Περιόρισε επίσης σημαντικά τον αριθμό των επιβατών κρουαζιερόπλοιων που επισκέπτονται την πόλη, διαπραγματευόμενος με την CLIA (Διεθνής Ένωση των Εταιρειών Κρουαζιέρας) μια καλύτερη κατανομή των αφίξεων των κρουαζιερόπλοιων. Με τον ίδιο τρόπο, η Βενετία έχει από το 2018 περιορίσει στα 20.000 άτομα τον επιτρεπόμενο αριθμό επισκεπτών στην πλατεία του Αγίου Μάρκου κατά την ημέρα έναρξης του καρναβαλιού. Επιπλέον, από το 2020 (με την ακριβή ημερομηνία να μην έχει ακόμη οριστικοποιηθεί), οι τουρίστες θα πρέπει να καταβάλλουν φόρο 3 έως 10 ευρώ. Ωστόσο, όπως εξηγεί η Γκραβαρί-Μπαρμπάς, αυτός ο ποσοτικός περιορισμός δεν αποτελεί την ιδανική λύση: «Η πολιτική των ποσοστώσεων είναι προβληματική επειδή τείνει να μετατρέπει τις πόλεις σε μουσεία ή σε αστικά θεματικά πάρκα, όπου η είσοδος υπόκειται σε ρυθμίσεις, σε ελέγχους ή είναι και επί πληρωμή».
Σε αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις όπως η Βαρκελώνη, το Σαν Σεμπαστιάν ή το Άμστερνταμ πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις ενάντια στις ορδές των τουριστών που κατακλύζουν τους δρόμους τους, προκαλώντας θόρυβο ή συμβάλλοντας, μέσω της αύξησης των τιμών, στην εκδίωξη των κατοίκων από τις γειτονιές τους. Η ένταξη στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO μπορεί να προσφέρει μια απάντηση στις παρεκτροπές του τουρισμού. Αρκεί να χρησιμοποιείται ως αφετηρία για την εκπόνηση μιας αποτελεσματικής στρατηγικής για τη διατήρηση του πολιτιστικού αγαθού. Σύμφωνα με την Κορτές, «το Αλμπί απέκτησε το πρώτο σχέδιο διαχείρισης όταν του επιβλήθηκε ως υποχρέωση από την UNESCO. Έκτοτε όμως, αποτελούμε σημείο αναφοράς. Είμαστε υπερήφανοι που γίναμε πηγή έμπνευσης για τοποθεσίες όπως η λεκάνη των ανθρακωρυχείων του Νορ-Πα-ντε-Καλαί, του σπηλαίου Σωβέ και των βραχογραφιών του ή των ηφαιστείων της λοφοσειράς του Πυΐ».

Εργαλεία για τη διαχείριση των τοποθεσιών
Από τη δεκαετία του 1980, το δίκτυο Σημαντικών Τοποθεσιών της Γαλλίας (GSF) εργάζεται για την προσαρμογή των δυνατοτήτων υποδοχής των επισκεπτών. Όπως εξηγεί η διευθύντριά του Σολίν Αρσαμπό, «διεξάγουμε έρευνες προκειμένου να καθορίσουμε τον αριθμό επισκεπτών που μπορεί να αντέξει κάθε τοποθεσία, να βρούμε μια ισορροπία μεταξύ επισκεψιμότητας και διατήρησης του περιβάλλοντος, φροντίζοντας επίσης να μην νοιώθουν οι κάτοικοι ότι είναι εξορισμένοι από τον τόπο τους, αλλά και να μην μετατρέπεται ο τουρισμός σε αποκλειστική δραστηριότητα μιας περιοχής». Η διαχείριση των ροών στις πύλες εισόδου ή η επέκταση της περιμέτρου αναφοράς μειώνουν τον κορεσμό. Υπάρχουν πολλές λύσεις και προτάσεις, προσαρμοσμένες σε κάθε περιοχή: δημιουργία παρατηρητηρίων επισκεψιμότητας, μεταφορά των πάρκινγκ σε μεγαλύτερη απόσταση από την τοποθεσία, μετακίνηση των επισκεπτών με συνεχή δρομολόγια λεωφορείων ή με ηλεκτρικά ποδήλατα, κινητοποίηση του εμπορικού κόσμου για αύξηση της ποιότητας των προτεινόμενων προϊόντων κ.λπ. Έτσι, στις λοφοσειρές του Πυί-Φάιγ (7), την τελευταία γαλλική τοποθεσία που εντάχθηκε στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς (2 Ιουλίου 2018), δημιουργήθηκαν χώροι στάθμευσης ενσωματωμένοι με το περιβάλλον, κατασκευάστηκε οδοντωτός σιδηρόδρομος, ενώ εγκαταστάθηκε και ένα σύστημα σήμανσης με πληροφορίες και οδηγίες για την αποτροπή της υποβάθμισης της τοποθεσίας, που προέκυψε μετά από διαβούλευση με την τοπική κοινωνία.
Το δίκτυο GSF έχει επίσης δημιουργήσει, υπό την αιγίδα της UNESCO, ένα γαλλόφωνο πρόγραμμα κατάρτισης που απευθύνεται σε διαχειριστές τοποθεσιών ενταγμένων στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, από όλο τον κόσμο. Επιτρέπει την ανταλλαγή εμπειριών με περισσότερες από 35 χώρες στους τομείς της ολοκληρωμένης διαχείρισης των τοποθεσιών, καθώς επίσης και την ευαισθητοποίηση των πολιτών, η οποία βρίσκεται στην καρδιά αυτής της διαδικασίας. Προφανώς, η προστασία ορισμένων τοποθεσιών, όπως οικισμών που περιβάλλονται από τείχη ή οχυρωματικά έργα, είναι δυσκολότερη συγκριτικά με τις υπόλοιπες. «Μερικές φορές, οι ομάδες που ζουν από τον τουρισμό ασκούν έντονες πιέσεις για την υιοθέτηση χαλαρής πολιτικής, βασισμένης στην αποφυγή επιβολής ρυθμιστικών πλαισίων, φτάνοντας μέχρι του σημείου να καταφεύγουν στο τουριστικό ντάμπινγκ», επιβεβαιώνει η Μαρία Γκραβαρί-Μπαρμπάς. «Όμως, η ένταξη στον κατάλογο της UNESCO δίνει στις δημοτικές αρχές τη δυνατότητα να ασκήσουν πιέσεις σε τοπικό επίπεδο, προβάλλοντας την απειλή της ένταξης της τοποθεσίας στον κατάλογο της απειλούμενης παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς ή ακόμα και της διαγραφής της από τον κατάλογο. Έτσι, το Λίβερπουλ εντάχθηκε στον κατάλογο της απειλούμενης παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, κυρίως λόγω ορισμένων σχεδίων για την ανέγερση οικοδομικών συγκροτημάτων που υπονόμευαν την ιδιαίτερη παγκόσμια αξία της πόλης. Το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση της Βιέννης, καθώς το σχέδιο για την κατασκευή μιας πολυώροφης προσθήκης στο ξενοδοχείο InterContinental αλλοίωνε σε μεγάλο βαθμό την προοπτική που απεικονίζεται στον διάσημο πίνακα του Μπερνάρντο Μπελότο (1758-1761)».
Καθώς η Βαρκελώνη έκανε την επιλογή να στραφεί στον φθηνό μαζικό τουρισμό, πληρώνει πλέον το τίμημα της επιτυχίας της. Η Κίνα αντιμετωπίζει την τουριστική δραστηριότητα ως την ιδανική βιτρίνα για να προβάλλει την ισχύ και την ικανότητά της για διαρκή καινοτομία. Αν και η Γαλλία κατόρθωσε να αναδείξει την πολιτιστική κληρονομιά της, από το 1995 δεν διαθέτει πλέον αυτοτελές υπουργείο Τουρισμού και η οικονομική διάσταση του τουρισμού σήμερα υπερισχύει όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Αυτή η στενά οικονομικίστικη λογική δυσκολεύει το έργο όλων όσων εργάζονται για την επίτευξη μιας αρμονικής και αειφόρου ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής, της οικολογικής και της ανθρώπινης διάστασης του τουρισμού.

  1. (Σ.τ.Μ.) Η μεσαιωνική επισκοπική πόλη του Αλμπί αποτελεί ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο, χτισμένο με κόκκινα τούβλα, οικοδομημένο γύρω από έναν εντυπωσιακό καθεδρικό ναό και αποτελεί το ιστορικό κέντρο της πόλης του Αλμπί στη Νότια Γαλλία. Φανερώνει την πολιτική και οικονομική ισχύ που είχαν τον Μεσαίωνα οι επίσκοποι του Αλμπί, οι οποίοι ενισχύθηκαν σημαντικά από τη βασιλική και την παπική εξουσία για να καταστείλουν με αγριότητα την αίρεση των Καθαρών, της οποίας το επίκεντρο βρισκόταν στην περιοχή, αλλά και αργότερα τον προτεσταντισμό που κέρδιζε έδαφος στη Νότια Γαλλία.
  2. «Tourisme et identité en Chine du Sud. Le cas des Naxi de Liziang», στο Jean-Marie Furt και Franck Michel (επιμ.) «Tourismes et identités», L’Harmattan, συλλογή «Tourismes et sociétés», Παρίσι, 2006.
  3. (Σ.τ.Μ.) Το γνωστότερο ηφαίστειο από το σύμπλεγμα 80 ηφαιστείων που βρίσκεται στον ομώνυμο νομό της Ωβέρνης (κεντρική Γαλλία). Θεωρείται κορυφαία τοποθεσία για οικοτουρισμό και οι πεζοπόροι εκδρομείς κατακλύζουν τα μονοπάτια του.
  4. Βλ. Emmanuelle Laurent, «Autour de la préservation de la culture des Naxi de Liziang», 10 Νοεμβρίου 2015,
  5. Heather Peters, «Dancing in the market: Reconfiguring commerce and heritage in Liziang», στο Tami Blumenfield και Helaine Silvermann (επιμ.) «Cultural Heritage Politics in China», Springer, Νέα Υόρκη, 2013.
  6. «Report of the Unesco-Icomos reactive monitoring mission to old city of Dubrovnik», Croatia, Unesco-Conseil international des monuments et des sites, Νοέμβριος 2015,
  7. (Σ.τ.Μ.) Puy-Failles, στην περιοχή Limagne της Ωβέρνης. Πρόκειται για έναν εντυπωσιακό γεωλογικό σχηματισμό, ο οποίος συνδυάζει την κατανόηση των τεκτονικών φαινομένων με τοπία εξαιρετικού κάλλους.

4 Φεβ 2020

Οι κάτοικοι της Πράγας παίρνουν πίσω την πόλη τους περιορίζοντας το Airbnb

Ακόμα μια πόλη επιχειρεί να μειώσει την επίδραση του Airbnb και άλλων πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων.
Ο δήμαρχος της Πράγας ζητά νέους νόμους, με τους οποίους οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα απαγορεύεται να εκμισθώνουν ολόκληρα διαμερίσματα (εκτός ειδικών περιπτώσεων) και οι τουρίστες που ζητούν ενοικίαση μέσω Airbnb θα περιορίζονται σε μονόκλινα δωμάτια, σε καταλύματα όπου ζουν κι οι ιδιοκτήτες. Ο δήμαρχος δήλωσε ότι κυρίαρχη ιδέα στα σχέδιά του είναι το «να δώσει την πόλη πίσω στους κατοίκους της».
Περίπου 8 εκατομμύρια τουρίστες επισκέφτηκαν την Πράγα μέσα στο 2018, από 2,6 εκατ. το 2000.
Σύμφωνα με έκθεση από το ινστιτούτο σχεδιασμού και ανάπτυξης της πόλης, ο αριθμός των καταλυμάτων τύπου Airbnb σχεδόν τριπλασιάστηκε: από 5.537 τον Μάρτιο του 2016 σε πάνω από 13.000 τον Μάιο του 2018, σηματοδοτώντας ένα άλμα από 17.913 σε 52.738 στον αριθμό των κλινών.
Όπως ανέφερε ο δήμαρχος, ένας μέσος κάτοικος της Πράγας πρέπει να πληρώσει 14 φορές το ετήσιο μισθό του για να αγοράσει ένα διαμέρισμα στην πόλη. Παράλληλα, ο δήμος αντιμετώπισε ένα διευρυνόμενο οικονομικό έλλειμμα, καθώς δεν έφταναν στα ταμεία του οι φόροι ενοικίασης διαμερισμάτων λόγω του Airbnb.
Στο πλαίσιο αυτό, ο δήμαρχος της πόλης, Zdeněk Hřib, ζητά νέους νόμους, με τους οποίους οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα απαγορεύεται να εκμισθώνουν ολόκληρα διαμερίσματα (εκτός ειδικών περιπτώσεων) και οι τουρίστες που ζητούν ενοικίαση μέσω Airbnb θα περιορίζονται σε μονόκλινα δωμάτια, σε καταλύματα όπου ζουν κι οι ιδιοκτήτες.
Ο δήμαρχος δήλωσε ότι κυρίαρχη ιδέα στα σχέδιά του είναι το «να δώσει την πόλη πίσω στους κατοίκους της», καθώς και να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες του τουρισμού.
Τhe Press Project

Όταν η Γερμανία υποκλίνεται στην Κούβα

Όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν πως «στο τέλος πάντα νικούν οι Γερμανοί», το παράδειγμα της Κούβας δείχνει πως και οι «μικρές» ομάδες μπορούν να τα καταφέρουν, αν συνεχίζουν απαρέγκλιτα να βαδίζουν στον δρόμο του αγώνα που εμπεριέχει στα σπλάχνα του τις κινητήριες δυνάμεις της ελπίδας, της αξιοπρέπειας και της δικαιοσύνης.
Η Γερμανία αποτελεί ως γνωστόν τη καπιταλιστική ατμομηχανή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη χώρα που καθοδηγεί και χαράζει την οικονομική πολιτική της. Η Κούβα, αντίθετα, για πολλούς Γερμανούς θεωρείται ως ένα τριτοκοσμικό, δικτατορικό, ανελεύθερο και λυμφατικό κράτος, αφού στη διακυβέρνησή της από το 1959 ηγούνται οι κομμουνιστές.
Η πραγματικότητα, βέβαια, δεν είναι ακριβώς αυτή, αφού αν θέλει κανείς να συνειδητοποιήσει την αλήθεια, θα πρέπει να κοιτάξει εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν την φροντίδα ενός κράτους για τους πολίτες του. Ένα από αυτά είναι και η εκπαίδευση.
Σύμφωνα με τη μελέτη της PISA για το 2018, που δημοσιεύτηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 2019, η Γερμανία αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα στο εκπαιδευτικό της σύστημα. Μάλιστα, σε σύγκριση με την ίδια μελέτη για το 2015, η Γερμανία έχει κάνει βήματα προς τα πίσω.
Αντίθετα, το εκπαιδευτικό σύστημα της Κούβας θεωρείται ένα από τα καλύτερα στον κόσμο. «Κανένα εκπαιδευτικό σύστημα της Λατινικής Αμερικής δεν μπορεί να θεωρηθεί υψηλής ποιότητας, όταν μιλάμε με παγκόσμιους όρους εκτός από αυτό της Κούβας. Το σχολικό της σύστημα παρουσιάζει αυξημένες ή τουλάχιστον κατάλληλες παραμέτρους: ισχυρό ακαδημαϊκό ταλέντο, υψηλούς μισθούς και υψηλή επαγγελματική αυτονομία. Έτσι χαρακτηρίζεται ως ένα από τα πιο αποτελεσματικά εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο, όπως αυτά της Φινλανδίας, της Σιγκαπούρης, της Σαγκάης, της Δημοκρατίας της Κορέας, της Ελβετίας, της Ολλανδίας και του Καναδά»», επισήμαινε η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας το 2016.
Παράλληλα, η Κούβα διαθέτει σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά αλφαβητισμού στον κόσμο (γύρω στο 99%), ενώ σε έκθεσή της το 2011 η Unesco ανέφερε πως οι κουβανοί πολίτες απολαμβάνουν το πιο υψηλό μορφωτικό επίπεδο της Καραϊβικής, κάτι που κατατάσσει τη χώρα τους στην 14η θέση διεθνώς. Μάλιστα, το 2013, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ επισήμανε πως «η Κούβα έχει καταφέρει να εκπληρώσει πολλούς από τους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας του ΟΗΕ».
Την ίδια στιγμή, στη Γερμανία 6,2 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν σοβαρές δυσκολίες στη γραφή και την ανάγνωση, σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα LEO του Πανεπιστημίου του Αμβούργου.
Η σημασία της επιτυχίας της Κούβας μεγαλώνει αν σκεφτεί κανείς τους διαχρονικούς περιορισμούς, το εμπάργκο και τη λυσσαλέα πολεμική που έχει δεχθεί το νησί της Καραϊβικής από τους υπέρμαχους του φιλελευθερισμού, από τις ΗΠΑ και τις γύρω σφαίρες επιρροής της. Η Κούβα, όμως, άντεξε κόντρα σε όλους και σε όλα, καταφέρνοντας να ατενίζει το μέλλον της με ακόμη περισσότερη αισιοδοξία.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, Άνχελ Γκουρία, στην εισαγωγική παράγραφο της έκθεσης PISA για το 2018 αναφέρει πως «η ποιότητα των σχολείων σήμερα θα ενδυναμώσει την ισχύ των οικονομιών αύριο», φράση που φανερώνει την ανησυχία του και τον προβληματισμό του όχι μόνο για τη Γερμανία, αλλά για την πορεία ολόκληρου του καπιταλιστικού συστήματος και της Ευρωπαϊκής Ένωσης εν γένει.
Εμείς, από τη δική μας οπτική γωνία, θα συμφωνήσουμε εν μέρει μαζί του, πως η ποιότητα των σχολείων αποτελεί μια σημαντική παράμετρο για την εξέλιξη ενός κράτους, προσθέτοντας πως η διαφορά ανάμεσα σε αυτά που η Γερμανία και η Κούβα προκρίνουν ως σημαντικά, ως ουσιώδη και αναπόσπαστα μέρη της ματιάς που επιλέγουν να διατηρούν απέναντι στον τρόπο που οραματίζονται τον κόσμο και τις μελλοντικές κοινωνίες, δεν μπορούν παρά να τροφοδοτήσουν γενικότερες αλλαγές τα επόμενα χρόνια, επαναστάσεις, λαϊκές εξεγέρσεις και προσπάθειες κοινωνικής απελευθέρωσης.
Άλλωστε, η Κούβα δεν πρωτοπορεί μόνο στον τομέα της εκπαίδευσης, αλλά έχει κατορθώσει σπουδαία πράγματα και στην υγεία. Έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που εξάλειψε την μετάδοση του AIDS και της σύφιλης από τη μητέρα στο παιδί, έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας διεθνώς και ανακάλυψε το πρώτο θεραπευτικό εμβόλιο για ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα. Όλα αυτά στις λεγόμενες προηγμένες χώρες, που διαθέτουν περισσότερους πόρους από την Κούβα, θα έπρεπε να έχουν λυθεί προ πολλού, αλλά συνεχίζουν να παραμένουν θέματα που χρήζουν διερεύνησης και απαντήσεων. Ο λόγος πίσω από αυτό κρύβεται στην ίδια την οργάνωση του κράτους τους και της παραγωγής τους που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το κέρδος και όχι με την ικανοποίηση των διευρυμένων σύγχρονων ανθρώπινων αναγκών.
Γιατί, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν πως «στο τέλος πάντα νικούν οι Γερμανοί», το παράδειγμα της Κούβας δείχνει πως και οι «μικρές» ομάδες μπορούν να τα καταφέρουν, αν παρά τα λάθη και τις αδυναμίες τους, συνεχίζουν απαρέγκλιτα να βαδίζουν στον δρόμο του αγώνα που εμπεριέχει στα σπλάχνα του τις κινητήριες δυνάμεις της ελπίδας, της αξιοπρέπειας και της δικαιοσύνης, υπερασπιζόμενες την έννοια του ανθρώπου έτσι όπως την έθετε ο Τσε Γκεβάρα: «ο άνθρωπος πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More