10 Φεβ 2020

Διονύσιος Σολωμός: Ο ποιητής που ύμνησε την ελευθερία

Ο Διονύσιος Σολωμός ήταν Έλληνας ποιητής, περισσότερο γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου.

https://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2019/06/284300-unnamed.jpg
Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και γιατί αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της.
Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα είδος μικτό, αλλά νόμιμο».
Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».
Γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 και πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857.
ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ
Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία των γραμμάτων μας. Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα στα Επτάνησα, ζει όλη του τη ζωή εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους, ως Γάλλος, Επτανήσιος και Άγγλος πολίτης, έχοντας ως γλώσσα της παιδείας του, της σκέψης του, της προφορικής και γραπτής επικοινωνίας του την ιταλική. Σε αυτήν μάλιστα θα ξεκινήσει την ποιητική του διαδρομή. Ωστόσο, για την υψηλή ποιητική του έκφραση θα επιλέξει την ελληνική, την οποία, μολονότι θα χρειαστεί να τη σπουδάσει σαν να ήταν δεύτερη γλώσσα, θα κατορθώσει να την καλλιεργήσει σε τέτοιο βαθμό και να δημιουργήσει ποίηση τόσο σημαντική που το έργο του θα αποτελέσει την αρχή και τη βάση της νεότερης λογοτεχνίας μας. Επιχειρώντας να κατανοήσει το παράδοξο αυτό, ο Σεφέρης υποδεικνύει ως μια βασική έννοια-κλειδί την απόσταση.
«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε.» (Σεφέρης [1937] 1984: 71, 74)
Πράγματι, η απόσταση από την οποία ο Σολωμός συμμετείχε στα πράγματα φαίνεται πως εντέλει λειτούργησε ως μια θετική προϋπόθεση του ιδιαίτερου επιτεύγματός του. Πρόκειται για απόσταση γλωσσική και συγχρόνως πολιτισμική, αισθητική, ιδεολογική αλλά πριν από όλα γεωπολιτική.
ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ
Τα Επτάνησα από όπου προέρχεται ο Σολωμός βρίσκονται, όπως είναι γνωστό, στην ανατολική άκρη της Ελλάδας, ανάμεσα σε αυτή και την Ιταλία, και έχουν σημαντικά διαφορετική ιστορική διαδρομή από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Αποκομμένα από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήδη κατά τον 12ο αιώνα, δεν θα γνωρίσουν σχεδόν ποτέ την οθωμανική κατάκτηση αλλά θα υποταχθούν σε διάφορες δυτικές κυριαρχίες. Διαρκέστερες θα αποδειχθούν αυτές της Βενετίας (14ος-1797) και της Αγγλίας (1815-1864), η οποία θα λήξει με τη Ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Στο ενδιάμεσο, οι Επτανήσιοι θα γνωρίσουν σημαντικές στιγμές πολιτικής ανάτασης: το 1797 ο στρατός του Ναπολέοντα θα καταλύσει την βενετική κυριαρχία και θα κηρύξει τη δημοκρατία ενώ το 1800 θα ιδρυθεί η Επτάνησος Πολιτεία (-1807), το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος, με δικό του Σύνταγμα, διοίκηση, εκπαίδευση και εφημερίδες.
Εξαιτίας της γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας των Επτανήσων, διαμορφώνονται εκεί κοινωνικές και πολιτισμικές δομές πολύ διαφορετικές από αυτές του ελλαδικού κέντρου, ενώ καθοριστικός στη διαμόρφωση της επτανησιακής διαφορετικότητας αποδεικνύεται ο ρόλος των Βενετών, των μακροβιότερων κυρίαρχων. Μια σειρά από θεσμοί που εκείνοι είχαν εδραιώσει, όπως το ενετικό δίκαιο, τα προνόμια διαφόρων ομάδων και οι κοινωνικές τάξεις, θα επιβιώσουν και μετά το τέλος της κυριαρχίας τους, επί Αγγλοκρατίας. Θα επιβιώσει επίσης και η ιταλική γλώσσα, η οποία θα αναγνωριστεί από τους Άγγλους ως η επίσημη γλώσσα της διοίκησης, των δικαστηρίων και της παιδείας στα Επτάνησα και θα χρησιμοποιηθεί σταθερά στις εφημερίδες μαζί με την αγγλική και την ελληνική. Άλλωστε, τουλάχιστον ως την Ένωση με την Ελλάδα, τα νησιά, εκτός από την επαφή τους με την Αγγλία και με την υπόλοιπη Ευρώπη, θα διατηρήσουν μια προνομιακή σχέση με την παλιά μητρόπολη και γενικότερα με την Ιταλία.
Ο Διονύσιος Σολωμός θα γεννηθεί λοιπόν στο πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον των Επτανήσων και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο το 1798, ένα έτος μετά την κρίσιμη μετάβαση από την μακραίωνη βενετοκρατία στη δημοκρατία. Ο πατέρας του, κόντε Νικόλαος Σολωμός, ήταν πλούσιος ευγενής κρητικής καταγωγής και μιλούσε ιταλικά, όπως πολλοί επτανήσιοι της εποχής του και της τάξης του. Η μητέρα του, η Αγγελική Νίκλη, ήταν υπηρέτρια στο σπίτι του κόντε, κοπέλα λαϊκή και πολύ νεότερή του. Ο Σολωμός θα γεννηθεί εκτός γάμου, όπως και ο ομομήτριος αδελφός του Δημήτριος (1802), αλλά ο πατέρας τους θα φροντίσει για τη μόρφωσή τους, θα τους συμπεριλάβει στη διαθήκη του και λίγο πριν πεθάνει θα παντρευτεί τη μητέρα τους.
Έχοντας στην κατοχή του μέρος της περιουσίας του πατέρα του καθώς και τον τίτλο της ευγένειας, ο Σολωμός δεν θα χρειαστεί να εργαστεί. Ωστόσο, δεν θα αποκτήσει την ηρεμία που συνεπάγονταν τα προνόμια αυτά παρά μόνον στην ηλικία των σαράντα τριών χρονών, δηλαδή δεκάξι χρόνια πριν από τον θάνατό του. Αιτία, η νομική ασάφεια σχετικά με το κληρονομικό δίκαιο, την οποία σκόπιμα συντηρούσε η αγγλική προστασία, προκειμένου να χειραγωγεί πολιτικά τους αστούς και ευγενείς Επτανήσιους οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν αποκτήσει παιδιά εκτός γάμου, ακολουθώντας τα βενετικά ήθη (Καπάδοχος [1992] 2005). Έτσι, μέχρι το 1841 που θα ψηφιστούν οι νέοι κώδικες, ο Σολωμός θα ζήσει σε κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, την οποία κάθε τόσο επιτείνουν προστριβές με τον ομομήτριο αδελφό του Δημήτριο και δικαστικές διαμάχες τόσο με τον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό του Ροβέρτο Σολωμό, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, όσο και, κυρίως, με τον μικρότερο, τον Ιωάννη Λεονταράκη, από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του. Ο τελευταίος, γεννημένος μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Νικολάου Σολωμού, θα στηριχθεί στην ημερομηνία γέννησής του για να διεκδικήσει το όνομα, τον τίτλο και την περιουσία του κόντε Νικολάου, προκαλώντας έναν δικαστικό αγώνα που θα διαρκέσει πέντε χρόνια (1833-1838). Μολονότι η έκβαση θα δικαιώσει τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, η υπόθεση θα κοστίσει πολύ στον ποιητή, καθώς τον έφερε σε σύγκρουση με τη μητέρα του, που πήρε το μέρος του Ιωάννη, αλλά και με αρκετούς φίλους του, που δεν κράτησαν την αναμενόμενη στάση.
Οι περιπέτειες που χρειάστηκε να ζήσει εξαιτίας της οικογενειακής του κατάστασης και της αγγλικής πολιτικής στα Επτάνησα δεν άφησαν ανεπηρέαστο το έργο του. Επανειλημμένα στις στιγμές των οικογενειακών κρίσεων ο Σολωμός στρέφεται στην ποίηση και «πολεμάει να παρηγορηθεί» με τη σάτιρα, όπως ο Διονύσιος Ιερομόναχος, η περσόνα του αφηγητή στο πεζό σατιρικό έργο της Γυναίκας της Ζάκυθος. Ακόμα όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις προσωπικής εκτόνωσης μέσω της γραφής, καταφέρνει σχεδόν πάντα να υπερβαίνει το προσωπικό του κίνητρο και να δίνει στα έργα του ευρύτερη διάσταση, που να έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Έτσι, ενώ στο σατιρικό όνειρο «Η τρίχα» του Συνθέματος 1833-1834 ο σατιρικός στόχος είναι ο δικηγόρος του αντίδικου αδελφού του, επίσης νόθος, στο κέντρο του ποιήματος βρίσκεται ο γενικότερος προβληματισμός για τη στάση των ανθρώπων απέναντι στον Έρωτα, όπως φαίνεται από τα σχεδιάσματα του έργου στο χειρόγραφο του ποιητή (οι αστερίσκοι αντιστοιχούν σε μία μετρική συλλαβή):
Όταν μια γυναίκα παραδίνεται έτσι
* * * * * * * * * * * * * αρο
όπου τον Έρωτα ποιεί ξαδέλφι με το Χάρο
πώς διάβολο μπορείς να ξέρεις τίνος παιδί είσαι;
(Πολίτης επιμ. 1964: 337 β 33-36)
αναρωτιέται ο διαβολικός σατιριστής, που έχει στο ποίημα τη μορφή του φλάρη (καθολικού ιερέα) του βαρόμετρου ― ένα ακόμα σατιρικό προσωπείο του ποιητή. Και η σάτιρα κλείνει με στίχους αυτογνωσίας του ποιητή, από την απόσταση της αυτοειρωνείας: ο φλάρης, που έχει βαλθεί να αποτιμήσει την αξία του σατιριζόμενου δικηγόρου απέναντι στο βάρος της νοθογέννησής του, βάζοντάς τον στον ένα δίσκο της ζυγαριάς με αντίβαρο, από την άλλη μεριά, μια τρίχα της μητέρας του, καλεί τώρα «στα ζύγια» και τον ποιητή, που βλέπει το όνειρο, προκειμένου να αποτιμήσει και τη δική του αξία. Ο ποιητής ταράζεται με την πρόσκληση και ξυπνά, το όνειρο κόβεται και το ποίημα κλείνει με την αποστολή του στη γενέθλια γη όπου διεξάγεται η οικογενειακή δίκη («την κρίση του»):
Καλ' όνειρο, στη Ζάκυνθο τίναξε τα φτερά σου
και πες πως τ' άλλα ονείρατα θέλει έρθουνε κοντά σου.
Και πες, α ρωτηθείς για με: «Την κρίση του μη χάσει
τρέμει πολύ και δεν μπορεί καθόλου να γελάσει».
(Πολίτης 1955: 254)
Το Σύνθεμα του 1833-1834 (Τσαντσάνογλου 1982) ανήκει βέβαια στην περίοδο της ωριμότητας του ποιητή που συνδέεται με την οριστική εγκατάστασή του στην Κέρκυρα. Θα προηγηθεί η περίοδος της προετοιμασίας, στη Ζάκυνθο, και πριν ακόμα το ποιητικό ξεκίνημά του στην Ιταλία.
ΑΠΟ ΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ (1808-1818)
Ο Σολωμός θα μάθει τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο, παρακολουθώντας ιδιωτικά μαθήματα στο πατρικό σπίτι και μια χρονιά στο δημόσιο σχολείο (1807-1808), που είχε αρχίσει να λειτουργήσει κατά την περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας. Το 1808, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι επίτροποι θα τον στείλουν για σπουδές στην Ιταλία, όπως ήταν η συνήθεια, φροντίζοντας να μην έρχεται σε επαφή με τη μητέρα του και τη νέα της οικογένεια (είχε στο μεταξύ παντρευτεί τον Εμμανουήλ Λεονταράκη). Θα τον συνοδεύσει ο Ιταλός πρόσφυγας αββάς Σάντο Ρόσι, που ήταν οικοδιδάσκαλος στη Ζάκυνθο. Η προσαρμογή του δεκάχρονου μαθητή στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία θα αποδειχθεί δύσκολη και ο Ρόσι θα τον πάρει κοντά του στην Κρεμόνα μέχρι την αποφοίτησή του από το Λύκειο της πόλης, το 1815. Στη συνέχεια ο Σολωμός θα γραφτεί στη Νομική Σχολή της Παβίας από όπου θα πάρει το δίπλωμά του το 1818.
Ωστόσο οι νομικές σπουδές δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρουν. Στην Ιταλία, έρχεται σε επαφή με την πλούσια ιταλική λογοτεχνική παράδοση και με το δυναμικό παρόν της ιταλικής λογοτεχνίας των αρχών του 19ου αιώνα, όπου η ποίηση, και μάλιστα η θρησκευτική (νεοκλασικιστική, νεοπλατωνική) έχει την πρωτοκαθεδρία. Στις πόλεις των σπουδών του αλλά και στο Μιλάνο παρακολουθεί «ακαδημίες» ποίησης (δηλ. δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων) και βραδιές ποιητικού αυτοσχεδιασμού. Συναναστρέφεται γνωστούς ποιητές και λογίους, όπως ο Vincenzo Monti, ο Giovanni Torti, ο Giuseppe Montani. Ζει τον αγώνα των Ιταλών (Λομβαρδών και Βενετών) να απελευθερωθούν από τον αυστριακό ζυγό αλλά και την ατμόσφαιρα της διαμάχης του κυρίαρχου νεοκλασικισμού με τον ανερχόμενο ρομαντισμό. Στην Ιταλία επίσης συνειδητοποιεί την ποιητική κλίση του και γράφει στα ιταλικά τα πρώτα του ποιήματα, σχεδόν όλα θρησκευτικής θεματικής.
Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που του απευθύνει ο φίλος του Giuseppe Montani από το Lodi στις 22 Αυγούστου 1818 δίνει μια καλή εικόνα για τον εικοσάχρονο Σολωμό που επιστρέφει τώρα, μετά από δέκα χρόνια απουσίας, στο γενέθλιο νησί:
«Στο καλό, λοιπόν, αγαπημένε μου Διονύσιε, στο καλό! Το πνεύμα των θαλασσών, το πνεύμα της αγίας φιλίας και το πνεύμα της ελευθερίας ας σε συντροφεύουν! Εσύ τουλάχιστο θα ξαναδείς μια πατρίδα, που μπορεί κανείς να τη λέει πατρίδα αληθινά. όσο κι αν η ξένη προστασία είναι, πες, ένα σκέπασμα μονάχα της σκλαβιάς. Τέλος πάντων όμως οι νόμοι είναι δικοί σας, δικά σας τα όπλα, και δική σας η κυβέρνηση· έχουν αναγνωριστεί τα δικαιώματά σας, έχουν ξυπνήσει και πάλι οι αρετές. Κάθε Εφτανησιώτης μπορεί να είναι περήφανος για το όνομά του, κι έχει στην καρδιά του τη γλυκιά πεποίθηση πως μπορεί να φανεί ωφέλιμος στην πολιτεία. Η δόξα της και η ευημερία της φαίνεται πως είναι εμπιστευμένες στη νέα γενιά, και ο νέος που επιστρέφει εκεί με άδολη την ψυχή και καλλιεργημένο το πνεύμα θα νιώθει να φλογίζεται από τις πιο ευγενικές ελπίδες. Αν αφιερωθείς έστω και αποκλειστικά στην τέχνη των Μουσών, θα έχεις να εκφράσεις αληθινά και γενναία αισθήματα, να διεγείρεις υψηλά πάθη και να εισάγεις μια καθαρή ευγένεια. Ο πατριωτισμός θα σου δίνει υπέροχες εμπνεύσεις, και όσο πιο καλός ποιητής, τόσο και πιο καλός πολίτης θα μπορείς να πιστεύεις πως είσαι. […] Την τελευταία φορά που σου έγραψα, που δεν είχες φύγει ακόμη, και που εγώ ήθελα και επέμενα να βρω τρόπο να μην φύγεις, μεταχειρίστηκα μερικά επιχειρήματα πιο πολύ για να ευχαριστήσω τον εαυτό μου παρά για να σου κάμουν εσένα καλό. Τώρα η φιλία με υποχρεώνει να σε δυναμώσω στην απόφασή σου και σχεδόν να σου κρύψω τη λύπη μου. Και κατηγορούσα κιόλας τον εαυτό μου που σου είχα εκφράσει επιθυμίες, που αν τις ακολουθούσες, χώρια που μπορούσαν να σου κλείσουν ένα δοξασμένο στάδιο, θα σε έκαναν διπλά απάνθρωπο, και απέναντι στην πατρίδα σου και απέναντι στη μητέρα σου που τόσο αγαπάς […]» (Πολίτης 1991: 457)
Ο Σολωμός επιστρέφει στην πατρίδα του με την προσδοκία να ξαναδεί τη μητέρα του και την επιθυμία να γίνει ποιητής. Κάποια από τα βασικά συστατικά του ποιητικού οράματός του διαφαίνονται στις υποδείξεις του Montani: αφοσίωση στην πατρίδα και την ελευθερία, καλλιέργεια του πνεύματος, αγνότητα της ψυχής, το υψηλό, σύνδεση της ποίησης με την ηθική και την πολιτική και η πεποίθηση ότι η ποίηση μπορεί να διαπαιδαγωγήσει καλύτερους ανθρώπους, καλύτερους πολίτες Πρόκειται για έννοιες που χαρακτηρίζουν την (ιταλική) λογοτεχνία της εποχής και που θα τις ξαναβρούμε αργότερα στο ελληνόγλωσσο έργο του.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ (1818-1828): από Ιταλός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας
Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ο Σολωμός θα συνεχίσει να συνθέτει ιταλικά ποιήματα, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι επτανήσιοι λογοτέχνες. Πρόκειται είτε για επικαιρικά σονέτα ―ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το σονέτο «In morte di Ugo Foscolo» (Στο θάνατο του Ούγου Φόσκολου)― είτε για ποιήματα ψυχαγωγίας της παρέας, όπως οι περιπαικτικές σάτιρες για τον Διονύσιο Ροΐδη και τα πολυάριθμα αυτοσχέδια σονέτα που προκύπτουν καθώς παίζει με φίλους το άλλοτε διάσημο στην Ιταλία ποιητικό αγώνισμα του αυτοσχεδιασμού, δηλαδή της σύνθεσης ποιημάτων με δοσμένο θέμα, δοσμένη μορφή ή και δοσμένες ομοιοκαταληξίες και με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Το ζητούμενο δεν είναι ασφαλώς η πρωτοτυπία, αλλά η επιδέξια διαχείριση ενός οπλοστασίου ποιητικών εκφράσεων και ομοιοκαταληξιών που προέρχονται κυρίως από την παλιότερη ιταλική λογοτεχνική παράδοση και αποτελούν κοινή γλώσσα πολλών ποιητών του ιταλικού 18ου και του αρχόμενου 19ου αιώνα (Coutelle 2009: 147-208). Ο Σολωμός διακρίνεται για την ταχύτητα και τη στιχουργική του δεινότητα και τριάντα αυτοσχέδια σονέτα θα συγκεντρωθούν από τον φίλο του Λοδοβίκο Στράνη και θα εκδοθούν στην Κέρκυρα το 1822 (β' έκδοση: 1823), με τον τίτλο Rime Improvvisate (Αυτοσχέδιες Ρίμες).
Παράλληλα με την σύνθεση ιταλόγλωσσων ποιημάτων, ενταγμένος πλέον στον φυσικό περιβάλλον της ελληνικής γλώσσας, ο Σολωμός θα αρχίσει να τη σπουδάζει και να εξοικειώνεται με παλιότερες και νεότερες ελληνικές λογοτεχνικές παραδόσεις: έμμετρες ερωτικές μυθιστορίες, κρητική αναγέννηση, δημοτικό τραγούδι, ζακυνθινή παράδοση. Θα ξεκινήσει επίσης να γράφει ποίηση στη νεοελληνική. Τα πρώτα ποιήματά του σε αυτήν έχουν ανακρεοντικά, αρκαδικά και βουκολικά θέματα και απηχούν τη νεοκλασική παιδεία του (π.χ. «Ανθούλα», «Ανάμνησις», «Ευρυκόμη», «Ο θάνατος του βοσκού»), διατηρώντας ευανάγνωστες εκφραστικές συγγένειες με την ιταλόγλωσση ποίησή του. Θα ακολουθήσουν ποιήματα προρομαντικού ή ρομαντικού χαρακτήρα, όπως η «Ωδή στη Σελήνη» και «Η σκιά του Ομήρου», με αποκορύφωμα το βυρωνικό ποίημα του Λάμπρου (1824-1826, 1833), γραμμένο σε ενδεκασύλλαβες οκτάστιχες στροφές ― το γνωστό ιταλικό μέτρο της ottava, έντεχνα ενταγμένο τώρα στην ελληνική ποίηση. Φιλόδοξο συνθετικό ποίημα, ο Λάμπρος αποτελεί απόδειξη της μεγάλης διαδρομής που διάνυσε ο Σολωμός μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ως προς τη γλώσσα και την ποιητική· αποτύπωση «λεπτών αισθημάτων» με μεγάλη οικονομία και συγχρόνως σαφήνεια και ακρίβεια:
Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη·
και αποκεί κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
«[…] εις αυτό το μικρό του ποίημα, ή, καλύτερα, κομμάτι ποιήματος, ευρίσκεται το ζήτημα τση γλώσσας λυμένο τω όντι ευτυχέστατα […] όλα αυτά σε κάνουνε ν' ακούς εκεί μέσα τη θρησκεία σου, τα ήθη σου, τες χαρές σου, τους φόβους σου, ταις πρόληψές σου, τα πάθη σου, μ' ένα λόγο, την ουσία της ζωής σου σε τρόπο, που ήθελε είναι καθαυτό αδύνατο να θεωρήσεις αλλέως τέτοια ποίηση, παρά σα μνημείο ατελεύτητο του καιρού σου» κατέληγε με ενθουσιασμό η πρώτη κριτική (Εμμ. Στάης, Ο «Λάμπρος» του Σολωμού, 1853) για το «κομμάτι» του ποιήματος που είχε στο μεταξύ δημοσιευτεί στο περιοδικό Ιόνιος Ανθολογία (Γενάρης 1834).
Στα δέκα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του ο Σολωμός θα πειραματιστεί, εν είδει άσκησης και αναζήτησης, με μια μεγάλη ποικιλία μετρικών και στιχουργικών μορφών, που προέρχονται στην πλειονότητά τους από την ιταλική στιχουργία (π.χ. πεντασύλλαβος, επτασύλλαβος, terza rima) και από την νεοελληνική (π.χ. δεκαπεντασύλλαβος). Θα συγκεκριμενοποιήσει τις θεματικές περιοχές και τις έννοιες που τον ενδιαφέρουν να διερευνήσει ποιητικά και θα δοκιμάσει τρόπους διερεύνησής τους: σχέση ανθρώπου - θεού, ανθρώπου - φύσης, καλού - κακού· η θεϊκή δικαιοσύνη, η δευτέρα παρουσία· η ποιητική δικαιοσύνη και ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποίησης· ελευθερία, πολιτική και ηθική· η αγνότητα και το υψηλό· καθαρότητα ψυχής και εξωτερικό κάλος· σάτιρα και λυρισμός· όνειρα και οράματα· προσωπεία.
Τα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του Σολωμού συμπίπτουν βέβαια με τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία. Η ποιητική παρέμβασή του στο μείζον εγχείρημα της μεγάλης πατρίδας μοιάζει προδιαγεγραμμένη ήδη από τότε που άφηνε την Ιταλία: το υποδείκνυε το Μontani· το επιτάσσει η ποιητική και η ιδεολογία της εποχής.
Από την ομάδα των έργων που συνδέονται άμεσα με τα γεγονότα της επανάστασης (π.χ. Εις Μάρκο Μπότσαρη, Η καταστροφή των Ψαρών) ξεχωρίζει ασφαλώς ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, το ποίημα που θα καταστήσει τον εικοσιπεντάχρονο Σολωμό ευρύτερα γνωστό στην Ελλάδα και την Ευρώπη και που αργότερα (1865) θα του δώσει τον τίτλο του εθνικού ποιητή των Ελλήνων. Γραμμένος με μια ανάσα τον Μάιο του 1823, σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο και 158 τετράστιχες στροφές, ο Ύμνος είναι το εκτενέστερο έως τότε ποίημά του και το πρώτο ελληνόγλωσσο που θα τυπωθεί και μάλιστα σε τρεις διαδοχικές εκδόσεις, το 1825: πρώτα, στο Παρίσι, στον δεύτερο τόμο των δημοτικών τραγουδιών του Φωριέλ, με έμμετρη γαλλική μετάφραση (και σε χωριστό ανάτυπο)· ακολούθως, στο Λονδίνο, στην αγγλική μετάφραση του τόμου του Φωριέλ· τέλος, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, με ιταλική πεζή μετάφραση. Το ποίημα άλλωστε απευθύνεται τόσο στους Έλληνες όσο και στους Ευρωπαίους. Εξισορροπώντας ενθουσιασμό και αναστοχασμό, συμμετοχή και αποστασιοποίηση, το ποιητικό υποκείμενο αναλαμβάνει να προβάλει την ιδεολογία της επανάστασης (δίκαιος αγώνας για ελευθερία, αυτοδιάθεση και θρησκεία), να υμνήσει επιλεκτικά κάποια από τα πολεμικά κατορθώματα των Ελλήνων, να ενθαρρύνει τους πολεμιστές και συγχρόνως, να επισημάνει και να διαχειριστεί γεγονότα και συμπεριφορές που απειλούν ποικιλότροπα το ευάλωτο εγχείρημα της επανάστασης, όπως τα συμφέροντα και η υποκρισία των Μεγάλων Δυνάμεων, η σφαγή στην Τριπολιτσά και η εσωτερική διχόνοια των Ελλήνων:
144. »Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή·
καθενός χαμογελάει,
πάρ' το, λέγοντας, και συ.
145. »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146. »Από στόμα οπού φθονάει,
παλικάρια, ας μην 'πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147. »Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά.
148. »Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.
Ο Ύμνος είναι ποίημα πολιτικής και συγχρόνως λογοτεχνικής παρέμβασης, καθώς ταυτόχρονη και ισότιμη επιδίωξή του είναι να καταδείξει και τις λογοτεχνικές ικανότητες της αναγεννημένης Ελλάδας και της νεοελληνικής γλώσσας. Όπως ο ίδιος ο Σολωμός το τονίζει ρητά σε επιστολή του, ακυρώνοντας τη σχεδιαζόμενη έκδοση πρωτόλειων ελληνόγλωσσων ποιημάτων του «Χρειάζονται όμως άλλα πράματα τώρα, για να δείξουμε τι δυνατότητες έχει η γλώσσα» (Πολίτης 1991: 87). Γράφοντας «γλώσσα» εννοεί βέβαια τη γλώσσα του λαού. Στην κρίσιμη συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στους λόγιους της εποχής του σχετικά με τη γλώσσα στην οποία θα πρέπει να μιλούν και να γράφουν οι πολίτες τού υπό γένεση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ο Σολωμός θα ταχθεί υπέρ της γλώσσας του λαού. Την άποψη αυτή θα υπερασπίσει τόσο με την ποίησή του όσο και με το κριτικό, μαχητικό κείμενο του Διαλόγου (1824) όπου ο Ποιητής, με την ηθική υποστήριξη του Φίλου, θα συγκρουστεί με τον Σοφολογιότατο.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.
Καθώς «ερχότανε κάθε τόσο από μακριά» (Σεφέρης) και χάρη στην εξοικείωσή του με αντίστοιχα ευρωπαϊκά γλωσσικά ζητήματα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία, ο Σολωμός θα ανασκευάσει με συγκροτημένα επιχειρήματα και σθένος τις απόψεις υπέρ της καθαρεύουσας ή/και της αρχαϊζουσας:
[…]
ΠΟΙΗΤΗΣ
Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα οπού είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβαν φιλονικεία για τη γλώσσα, και ετελείωσε εις την εποχήν του Δαλαμπέρτ· την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείσει. Ησύχασαν τέλος πάντων γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους τα σοφά έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τες αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα οπού ήτον μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήτον αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ' οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλιέται, μήτε άλλες φορές ομιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθεί.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;
ΠΟΙΗΤΗΣ
Για να καταπεισθείς πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την διδάσκει του συγγραφέα.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο οπού λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή πως ο φιλόσοφος για να την κυριέψει πρέπει πρώτα να της υποταχθεί, ημπορεί κανείς να το πει για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ
Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
[…]
Ο Σολωμός θα επανέλθει στο «πώς» στη γνωστή επιστολή του προς τον φίλο του Γεώργιο Τερτσέτη (Ιούνιος 1833):
«Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια, θα 'θελα όμως, όποιος μεταχειρίζεται την κλέφτικη γλώσσα, να τη μεταχειρίζεται στην ουσία της και όχι στη μορφή της, με νιώθεις; Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ' αυτά τ' αχνάρια, δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί· πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα. Δεν ξέρω αν φανέρωσα καλά τη σκέψη μου, έτσι βιαστικά που γράφω. Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ' αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι Κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματά τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα· το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά.» (Πολίτης 1991: 254)
Στόχος του Σολωμού είναι να καλύψει το κενό που υπήρχε στη λογοτεχνία της εποχής του και του τόπου του: να καλλιεργήσει τη δημώδη, λαϊκή γλώσσα και να φτιάξει ένα ποιητικό γλωσσικό όργανο ικανό να εκφράσει ιδέες και έννοιες εθνικές αλλά και οικουμενικές. Στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, η απουσία μιας ήδη διαμορφωμένης ενιαίας νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης θα τον δυσκολέψει αλλά ταυτόχρονα θα του αφήσει ελεύθερο το πεδίο ενώ η απόσταση από την οποία έρχεται, η παιδεία του και η «διάνοιά του» θα του επιτρέψουν να δει καθαρότερα, να επιλέξει και να μπολιάσει δημιουργικά τη νεοελληνική ποιητική γλώσσα, την οποία επιχειρεί να πλάσει, με την ιταλική και ευρύτερα την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση και σκέψη με τις οποίες είναι εξοικειωμένος. Ο καρπός θα φανεί στο χρονικό διάστημα 1828-1855.
ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ (1828-1857)
«[…] εγώ είμαι καλά όσο ποτέ άλλοτε: μένω στο σπίτι εξαιρετικών ανθρώπων, βυθισμένος ως το λαιμό στις μελέτες μου.» (Δ. Σολωμός, Κέρκυρα, 1.10.1832)
Στο τέλος του 1828 ο Σολωμός αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα για καλλιτεχνικούς και προσωπικούς λόγους. Θέλει να «αφιερωθεί όλος εις τη μελέτη της Τέχνης» (Πολυλάς 1859: κστ') και συγχρόνως να απομακρυνθεί από τον αδελφό του Δημήτριο και τη σύζυγό του. (Αυτή είναι, άλλωστε, υποστηρίζουν κάποιοι μελετητές, η ανώνυμη Γυναίκα της Ζάκυθος, την οποία ο ποιητής στηλιτεύει για τη συμπεριφορά της στο ομώνυμο έργο του.)
Τα διαβάσματά του αυτή την εποχή εστιάζουν στη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία, κατά κύριο λόγο μέσω των πολυάριθμων ιταλικών μεταφράσεων που του ετοιμάζει ο φίλος του Νικόλαος Λούντζης. Ωστόσο, ενεργός παραμένει ο διάλογος των μελετητών για το αν η θητεία του Σολωμού στον γερμανικό ρομαντισμό και ιδεαλισμό (κυρίως Σίλλερ και Χέγκελ) οδήγησε σε μια λίγο-πολύ ριζική αλλαγή της ποιητικής του κατά την κερκυραϊκή περίοδο (Πολυλάς 1859: λε', Ζαμπέλιος 1859, Παλαμάς [1898] 1981: 41, Βελουδής 1989) ή αν απλώς ο Σολωμός βρήκε στη γερμανική σκέψη στοιχεία που τέμνονταν με αναζητήσεις και προβληματισμούς ήδη διαμορφωμένους κατά την ζακυνθινή, νεοκλασικιστική και νεοπλατωνική, περίοδο (Πολίτης 1985: 320, Coutelle 1990: 85-161, Καλταμπάνος 2004: 253)· ή, πάλι, αν τόσο οι "γερμανικές" (ρομαντικές) όσο και οι "ιταλικές" (νεοπλατωνικές) πηγές του εκβάλλουν στον θεοσοφικό μυστικισμό των αρχών του 19ου αιώνα (Παπάζογλου 1995: 46-48). Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται να τονιστεί η ποικιλία που χαρακτηρίζει τα ελληνικά και ευρωπαϊκά διαβάσματά του, το δημιουργικό πνεύμα του και, εντέλει, η ιδιοσυγκρασιακή πρωτοτυπία της ποιητικής του, παρά την αναγνώριση επιμέρους οφειλών του ή εκλεκτικών συγγενειών με παλιότερους και συγκαιρινούς του έλληνες και ευρωπαίους λογοτέχνες και στοχαστές.
Αναμφίβολα, η σολωμική ποίηση της κερκυραϊκής περιόδου είναι περισσότερο στοχαστική, σχεδόν φιλοσοφική, μολονότι κατά κανόνα αφορμάται από πραγματικά ή και ιστορικά γεγονότα. Έννοιες κλειδιά για την ανάγνωσή της είναι ―πλάι σε θέματα και τεχνικές της ζακυνθινής περιόδου που επανέρχονται και τώρα (π.χ. αντιστοιχία εσωτερικού και εξωτερικού κάλους, οράματα και όνειρα)― η δοκιμασία, η ταπεινότητα και το ηθικό μεγαλείο του ανθρώπου, η εσωτερική ελευθερία, η αυτογνωσία, η ενότητα του σύμπαντος και η αρμονία, η αλήθεια.
Στον Κρητικό (1833), για παράδειγμα, η έννοια της ηθικής δοκιμασίας του ήρωα επέχει κεντρική θέση στο ποίημα, όπως σημειώνει ο Σολωμός:
«Πεδίο δοκιμασίας είναι η ζωή (εδώ πινελιές σύντομες και βαθιές) ώστε να βρίσκεται εδώ το βάθος όλου του Ποιήματος και να φανεί ο ισχυρός χαρακτήρας του Κρητικού» (Πολίτης επιμ. 1964: 360 Β 8-11)
Αντίστοιχα, μια σειρά από δοκιμασίες έχουν να αντιμετωπίσουν οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι (1833 κ.ε., 1844 κ.ε.), η μεγαλύτερη από τις οποίες δεν είναι η πείνα αλλά μια εσωτερική αντίξοη δύναμη, «η ενθύμηση της περασμένης δόξας», όπως διαβάζουμε στα χειρόγραφα του ποιητή. Οι πολιορκημένοι θα υπερβούν και αυτήν και όλες τις άλλες, αφήνοντας να φανεί το ηθικό τους μεγαλείο και κατακτώντας την εσωτερική, ηθική ελευθερία τους:
«Κοίταξε να σχηματίσεις βαθμηδόν ωσάν μίαν αναβάθρα από δυσκολίες, τες οποίες θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι, με όσα οι αίσθησες απορουφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τους τραβούν με τα κάλλη τους, ή τους βιάζουν με την ανάγκη και με τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου, αλλά εξαιρέτως με την ενθύμηση της περασμένης δόξας. Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή από όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ.ά.» (Πολυλάς 1859: 229-230).
Αντίστοιχα, επίσης, ο Άγγλος στρατιώτης στον Πόρφυρα (1847) φθάνει στην αυτογνωσία μέσα από τη δοκιμασία του, που είναι η άνιση πάλη του με τον καρχαρία:
«Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει·
άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.»
Μολονότι τα έργα που επεξεργάζεται ο Σολωμός στη Κέρκυρα έμειναν στην πλειονότητά τους ανολοκλήρωτα και το καθένα εγκαταλειμμένο σε διαφορετικό βαθμό σύνθεσης, πιστοποιούν το αναμφίβολο γλωσσικό και ποιητικό κατόρθωμά του. Χαρακτηριστικές όψεις του συνιστούν ο πεζός ρυθμικός λόγος και η υψηλή σάτιρα της Γυναίκας της Ζάκυθος, γραμμένης στο γλωσσικό ιδίωμα του ζακυνθινού αφηγητή της Ιερομόναχου Διονύσιου. Επίσης, ο συνειρμικά δομημένος δραματικός μονολόγος του διαταραγμένου επαίτη Κρητικού, που εκφράζεται κι αυτός στο δικό του ιδίωμα (το κρητικό) αλλά και ολόκληρο το φιλόδοξο οκταμερές λυρικό και σατιρικό Σύνθεμα του 1833-1834 (Τσαντσάνογλου 1982) στο οποίο ανήκει ο Κρητικός και στο οποίο αντιπαρατίθενται θετικές και αρνητικές ανθρώπινες συμπεριφορές. Ακόμα, η επικο-λυρικο-αφηγηματική σύνθεση των Ελεύθερων Πολιορκισμένων (= Β' Σχεδίασμα), όπου η γλώσσα είναι στρατηγικά μπολιασμένη με λαϊκά στοιχεία ―σύμφωνα με τη ρητή επιδίωξη του ποιητή: «[…] θρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς· λ.χ. ετοιμοθάνατος, χρυσοπηγή, χρυσοπράσινα κ.ά.» (Πολυλάς, 1859: 226)― και όπου η ελληνική περίπτωση (η έξοδος του Μεσολογγιού) συναρτάται με πανανθρώπινες αξίες και αποκτά οικουμενική διάσταση μέσα σε ένα υπερεθνικό όραμα, όπου το εθνικό ταυτίζεται με το Αληθινό.
Μορφικά, τη μετρική και στιχουργική ποικιλία της ποίησης της ζακυνθινής περιόδου διαδέχεται στα χρόνια της Κέρκυρας η σχεδόν αποκλειστική χρήση του δεκαπεντασύλλαβου ομοιοκατάληκτου δίστιχου και, από το 1844, του ανομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου στίχου, που τέμνεται με τον ελληνικό εθνικό στίχο. Επίσης, αποφεύγεται η συνίζηση και επιδιώκεται η αφαίρεση και η πύκνωση των νοημάτων, προς έναν καθαρότερο λυρισμό.
Μετά την απόπειρα υλοποίησης μεγάλων και συνθετικών έργων όπως το Σύνθεμα του 1833-1834, Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι και ο Πόρφυρας, ο Σολωμός μοιάζει μάλλον να επεξεργάζεται μικρότερα λυρικά ποιήματα (π.χ. Εις Φραγκίσκα Φραίζερ) ενώ λίγο μετά τη διπλή, στα ελληνικά και στα ιταλικά, στιχούργηση του σύντομου και αινιγματικού ποιήματος Carmen Seculare / L' Albero Mistico (1849), επιστρέφει στην ιταλόγλωσση στιχουργία με ποιήματα που δεν είναι πλέον συμβατικά, όπως τα περισσότερα νεανικά του, αλλά πρωτότυπα και αντίστοιχα της ωριμότητας και του ύφους που είχε κατακτήσει στην ελληνόγλωσση ποίησή του· κάποια μάλιστα (π.χ. La donna velata, L'usignolo e lo sparviere, Saffo, La navicella greca) μπορούν να θεωρηθούν αξιόλογα ακόμα και στο πλαίσιο της ιταλικής λογοτεχνίας. Με τα ποιήματα αυτά ολοκληρώνεται γύρω στα 1855 η ποιητική του διαδρομή.
Βέβαια, ακόμα και όταν ο Σολωμός ήταν αποκλειστικά αφοσιωμένος στη σύνθεση ελληνόγλωσσης ποίησης, η ιταλική γλώσσα παρέμενε άδηλα παρούσα. Τα χειρόγραφα όπου επεξεργάστηκε τα ελληνόγλωσσα έργα του επιτρέπουν να δούμε την ύπαρξη των δύο γλωσσικών κωδίκων, την εναλλαγή τους και τον ρόλο του καθενός. Στα ιταλικά καταγράφονται κατά κύριο λόγο πεζά σχεδιάσματα του υπό επεξεργασία έργου καθώς και στοχασμοί σχετικά με τη σύνθεσή του, η οποία γίνεται βέβαια στα ελληνικά (σε στίχους ή σε πεζό, ανάλογα με το έργο), μέσω μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει διαδοχικές μορφοποιήσεις, διαγραφές και αναμορφοποιήσεις του ποιητικού υλικού και στις δύο γλώσσες. Τα ιταλικά λοιπόν υποστηρίζουν διαρκώς την κατασκευή των ελληνόγλωσσων έργων του, από την αρχή ως το τέλος της ποιητικής του διαδρομής· είναι μια "εργαλειακή" γλώσσα, μια «σκαλωσιά» (Mackridge 1994: 263), ενώ τα ελληνικά, η γλώσσα της υπό διαμόρφωση υψηλή λογοτεχνίας:
Ιntrodurre drammaticamente la descrizione delle Moriotte che venivano. Le barche piene che sono per affondare. Fanciulli, vecchi e donne (nemmeno un giovine). [= Να μπάσεις δραματικά την περιγραφή για τις Μοραΐτισσες που έρχονταν. Οι βάρκες γεμάτες που λες και θα βουλιάξουν. Παιδιά, γέροι και γυναίκες (ούτε ένα παλικάρι)]
«Πώς πάει το έθνος; πώς πάνε οι δουλειές;»
Και άφησε το κουπί του και με το χέρι εσυχνόκοβε τον αέρα orrizontalmente.
«Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος.»
[Η Γυναίκα της Ζάκυθος] (Πολίτης 1964: 272 β 1-14 και Τσαντσάνογλου 1991: 36)
Un mormorio sinistro dell'esercito impaziente si spense, pari al vento che trova lo scoglio που βρίσκει το βράχο. [= Μια απειλητική βοή του ανυπόμονου στρατού έσβησε, όμοια με τον άνεμο που βρίσκει το βράχο]
Όπου περνά το πέλαγο και κόβεται στο βράχο
[Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Β' Σχεδίασμα] (Πολίτης 1964: 407 β 29-30)
ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ
Μισόβγαινε απ' τον ύπνο η πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές
Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά
Στου μικρού παραθύρου σου −που ακόμη φώταγε− το μαρμαράκι
Α κει μονάχα να 'ταν
Ένα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Που τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Και τη γνωρίζω
Πάνω σ' άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι απ' του Μεσολογγιού τις
πλάκες
(Οδ. Ελύτης, Σολωμού συντριβή και δέος, Τα ελεγεία της Οξώπετρας)
Στις 9/27 Φεβρουαρίου 1857 ο Σολωμός πεθαίνει στην Κέρκυρα από εγκεφαλική συμφόρηση. Το λιγοστό έως τότε δημοσιευμένο έργο του δημιουργούσε μεγάλη προσδοκία για το αδημοσίευτο αλλά όταν αυτό παρουσιάστηκε από τον φίλο και μαθητή του Ιάκωβο Πολυλά στην περίφημη έκδοση Διονυσίου Σολωμού Τα Ευρισκόμενα, το 1859, προκάλεσε απογοήτευση στο αναγνωστικό κοινό της εποχής, εξαιτίας της αποσπασματικότητάς του. Όχι χωρίς κάποια θλίψη, ο ίδιος ο Πολυλάς διαπίστωνε ότι «τα ευρισκόμενα συγγράμματα μόλις δείχνουν, ναι μεν σημαντικά, αλλά ολίγα και αραιά τα ίχνη, με τα οποία ο ποιητής επροχωρούσε εις απάτητο μονοπάτι μέσα 'ς τον κόσμο της φαντασίας» (Πολυλάς 1859: νγ').
Έκτοτε, το σολωμικό έργο εμπλουτίστηκε με κείμενα που είχαν μείνει ανέκδοτα, γνώρισε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις, συνομίλησε γόνιμα με συγγραφείς και απλούς αναγνώστες. Παρά τη μεγάλη βιβλιογραφία που το συνοδεύει, παρά την πρώιμη αναγνώρισή του ποιητή ως εθνικού και την μακρόχρονη συνάρτησή του με την εθνική ιδεολογία, το σολωμικό έργο παραμένει ανοικτό. Καταρχάς, επειδή το ίδιο αντιστέκεται με την ποιητική του σε κλειστές, οριστικές, ερμηνείες. Αρκεί να σκεφτούμε την εντέλει διαφεύγουσα ταυτότητα του τυφλού γέρου στην τιτλοφορημένη από τον Πολυλά Σκιά του Ομήρου καθώς και της Φεγγαροντυμένης γυναικείας μορφής στον Κρητικό ή το αινιγματικό Carmen seculare / Μυστικό δέντρο. Ανοικτό, επίσης, επειδή αντιστέκεται στην παγίωσή του με τον αποσπασματικό χαρακτήρα των περισσότερων ώριμων ποιημάτων και τη ρευστή, δίγλωσση μορφή τους, δοκιμάζοντας αναγνωστικές συνήθειες και εκδοτικές πρακτικές διαμορφωμένες κυρίως με βάση έργα που έλαβαν από τους συγγραφείς τους οριστική μορφή.
Πράγματι, πέρα από τις παγιωμένες κειμενικές μορφές των σολωμικών έργων που μας κληροδότησε η έκδοση των Ευρισκομένων του Πολυλά, η μόνη οριστική έκδοση του ανολοκλήρωτου σολωμικού έργου είναι η έκδοση των χειρογράφων του από τον Λίνο Πολίτη (1964), ο οποία όμως δύσκολα διαβάζεται από τους μη ειδικούς. Συνεπώς, η ανάγνωση του Σολωμού είναι ―και δεν μπορεί παρά να είναι― ουσιαστικά διαμεσολαβημένη ήδη από το επίπεδο της εκδοτικής πρότασης. Δύο φαίνεται πως είναι οι βασικοί τρόποι εκδοτικής διαμεσολάβησης. Ο ένας επιδιώκει, βάσει διατυπωμένων εκδοτικών αρχών και μεθόδων, να παρακολουθήσει και να αποτυπώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα και σαφήνεια τη σταδιακή κατασκευή του κάθε ανολοκλήρωτου έργου, από την αρχή της επεξεργασίας του μέχρι την εγκατάλειψή του, παρουσιάζοντας στον αναγνώστη μια χρηστική έκδοση που δεν προωθεί το έργο πέρα από εκεί που το άφησε ο ποιητής και ως εκ τούτου διατηρεί, όπου υπάρχουν, τα κενά της σύνθεσης και την εναλλαγή των ελληνικών και των ιταλικών, με παράλληλη μετάφραση στα ελληνικά (π.χ. Τσαντσάνογλου 1982, 1991· Κεχαγιόγλου 1988, 1998· Αγγελόπουλος [1988] 2001· Τικτοπούλου 2003, 2009). Ο δεύτερος τρόπος, επιδιώκει, βάσει της αισθητικής αρχής της ολότητας, ως προϋπόθεσης της λογοτεχνικότητας και της ανάγνωσης, την συμπλήρωση των ημιτελών και αποσπασματικών σολωμικών έργων και την παρουσίαση στον αναγνώστη όσο το δυνατόν απαρτισμένων κείμενων, αποσιωπώντας όσα ενδιάμεσα κενά υπάρχουν καθώς και το ιταλόγλωσσο ποιητικό υλικό (π.χ. Πολυλάς 1859· Πολίτης, 1948, 1955· Αλεξίου [1994] 2007· Βελουδής 2008).
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η ερμηνεία όσο και αυτή καθαυτή η ανάγνωση του ανοικτού σολωμικού έργου φαίνεται ότι απαιτούν ενεργότατη τη συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος θα συμπληρώσει μόνος του κάθε φορά τα κενά, «travedendo il resto e più ancora» [διαβλέποντας τα υπόλοιπα και ακόμα περισσότερα] (Σολωμός) και θα αναζητήσει την απόλαυση όχι μόνον στην ανάγνωση των τελειωμένων τμημάτων αλλά και στην παρακολούθηση της διαδικασίας σύνθεσης του ποιήματος, όπου άλλωστε έγκειται η ουσία της ιδιαιτερότητας του Σολωμού, της επιτυχίας του φιλόδοξου εγχειρήματός του και συγχρόνως της ανάσχεσης της ολοκλήρωσής του: η (αυτό)κριτική απόσταση με την οποία επεξεργάζεται το θεματικό και ποιητικό υλικό του.
«[…] σε όλα εν γένει τα κείμενα της ώριμης περιόδου του η ανταγωνιστική σχέση του δημιουργού με τον εαυτό του, δηλαδή με την ποίησή του, ο αδιάπτωτος διάλογος ανάμεσα στο έργο και τον στοχασμό περί του έργου, ενέχει τις διαστάσεις μιας συστηματικής και αυθόρμητης, όχι προγραμματικής και εξωτερικής, σύμφυσης της πρόζας της σκέψης στη γλώσσα της ποίησης, η οποία, επειδή ακριβώς είναι συστηματική και αυθόρμητη, υπακούσει στην εσωτερική κύμανση μιας αναγκαιότητας, που συνιστά το ίδιον, την ειδοποιό ουσία, τον σολωμισμό, αν μπορούμε να πούμε έτσι, του Σολωμού και αξιώνει με την επιτακτικότητα μας υπεβατολογικής συνθήκης από το ποιητικό υποκείμενο να αποχωρίζεται διαρκώς το σταθερό έδαφος της τετελεσμένης εκφραστικής προσπάθειας, ανασκοπώντας ως απόλυτος αναγνώστης του έργου του τη διαφορά, την απόσταση, τον δρόμο που είχε να διανύσει για να αναχθεί στην αυτάρκεια της ιδεώδους αισθητικής μορφής, έτσι ώστε το εκάστοτε ποιητικό αποτέλεσμα να αποτελεί προϊόν της δημιουργικής βούλησης του συγγραφέα και συγχρόνως δείκτη της κριτικής του αυτεννόησης, προσωρινή στιγμή διασταύρωσης ανάμεσα σ' αυτό που έγινε και σ' αυτό που πρέπει να γίνει, όριο και συνάμα έναυσμα υπέρβασης προς την εκπλήρωση του ιδεώδους. Η ποιητική πράξη ενσωματώνει σταθερά και ελέγχεται από την απαιτητική διαύγεια του κριτικού οφθαλμού συναιρώντας εντός της ασυμπτωτικά, και γι' αυτό ελλειμματικά, την αντίθεση ανάμεσα στην πρόθεση και την επιτέλεση, ανάμεσα στο επιθυμητό και το πραγματικό, ανάμεσα στην ιδέα της ποίησης και τη συγκεκριμένης της ενσάρκωση. Σχέδια επί σχεδίων, στιχουργικές παραλλαγές, εκφραστικές αναδιφήσεις, τροποποιήσεις, αναδιατάξεις και μετατοπίσεις της ποιητικής ύλης, προπλάσματα ποιημάτων, επεξεργασμένες λιγότερο ή περισσότερο συνθέσεις, σχόλια επί σχολίων, υποδείξεις εις εαυτόν στα ελληνικά και τα ιταλικά, συμπληρώσεις, αφαιρέσεις, διαγραφές, μνείες και παραπομπές σε ιδέες και ρήσεις άλλων συγγραφέων, σχηματίζουν τον αβέβαιο, ρευστό και μεταβαλλόμενο ορίζοντας του εν προόδω σολωμικού έργου, ενός έργου που ενίσταται συνεχώς στον εαυτό του, υποτυπώνοντας, δια μέσου ακριβώς της δυναμικής του ατέλειας, την αναζήτηση μιας ανέφικτης πληρότητας.» (Καλταμπάνος 2004: 286-287)
Πηγή: greek-language.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More