30 Σεπ 2022

“Τα Νούμερα” – Πώς να κάνεις ποιοτική τηλεόραση χωρίς να γίνεις νούμερο…

 

Νούμερα υπάρχουν πολλά.

Υπάρχουν τα νούμερα της τηλεθέασης, των διαφημίσεων, των χορηγών, που πολλές φορές γίνονται αμείλικτα, απειλούν να κλείσουν τη στρόφιγγα και να σε αφήσουν χωρίς οξυγόνο. Υπάρχουν τα στατιστικά για την πίτα και τη μικρή, φτωχή ελληνική αγορά, που προκαθορίζουν σε μεγάλο βαθμό πόσα λεφτά θα πέσουν σε μια παραγωγή και -ως ένα βαθμό- την ποιότητα και το αποτέλεσμα. Υπάρχουν τα μηδενικά που γίνονται νούμερα μπροστά στο γυαλί, γιατί πιστεύουν πως μόνο έτσι μπορούν να κερδίσουν το τηλεοπτικό κοινό και ένα συμβόλαιο. Και τέλος υπάρχουν τα νούμερα ενός καλλιτεχνικού βαριετέ, σαν αυτά που παρουσιάζει ο Δεληβοριάς. Ο οποίος ονειρεύεται την αναβίωση της μάντρας του Αττίκ, έφτιαξε με αυτό το σκεπτικό την ταράτσα του Φοίβου και τώρα την φέρνει στη μικρή οθόνη, σε ένα άκρως ενδιαφέρον σχέδιο, μακράν το πιο ενδιαφέρον της φετινής τηλεοπτικής σεζόν.

Οι πρώτες κατηγορίες νούμερων παραπάνω είναι μια κλασική περίπτωση πλαστής ευημερίας των αριθμών. Οι μετρητές καταγράφουν υψηλές τηλεθεάσεις, αλλά όλο και περισσότεροι πείθονται να κλείσουν οριστικά το χαζοκούτι και το πρόγραμμά του που δε βλέπεται. Τα “Νούμερα” του Φοίβου, αντιθέτως, είναι ένα μάθημα για το πώς μπορεί κανείς να κάνει ποιοτική τηλεόραση, χωρίς να γίνει ο ίδιος νούμερο και να τον καταπιεί η “φύση του μέσου” -όπως έχουμε μάθει να λέμε. Το οποίο, ωστόσο, δεν είναι από τη φύση του φτηνό, ρηχό και ανθρωποφάγο, ίσα-ίσα που δείχνει ότι προσφέρει πολλές δυνατότητες και επιστρέφει, κατά κανόνα, αυτό που δίνεις και επιζητάς.

Ίσως όλοι αυτοί οι διθύραμβοι για τα “Νούμερα” γυρίσουν μπούμερανγκ, αν βάλουν τόσο ψηλά τον πήχη των προσδοκιών του κοινού, που δύσκολα θα τον πιάσει η πραγματικότητα. Στην τελική μιλάμε για μια προσπάθεια με ατέλειες, αδυναμίες, με το ταβάνι που μπορεί να έχει μια ελληνική -δηλαδή σχετικά φτηνή- παραγωγή, με αρκετή δόση ερασιτεχνισμού -που είναι παρεξηγημένος όρος και θα το αναλύσουμε στη συνέχεια- και με συντελεστές που αντικειμενικά δε γίνεται να αρέσουν (όλοι) σε όλους -προσωπικά πχ υποψιάζομαι ότι υπάρχει ο δάχτυλος του Φισφή πίσω από κάθε μέτρια ατάκα…

Εξαρτάται, όμως, τι παίρνει κανείς ως μέτρο σύγκρισης. Τα “Νούμερα” κάνουν τη διαφορά σε ένα άνυδρο τηλεοπτικό τοπίο γεμάτο μηδενικά. Όχι γιατί είναι παραγωγή επιπέδου Netflix, ούτε γιατί αποφεύγουν κάποιες άτυχες στιγμές, σκηνοθετικές αδυναμίες, (καλές) ιδέες που θα μπορούσαν να δουλευτούν καλύτερα. Κάνουν τη διαφορά γιατί φέρνουν κάτι φρέσκο και διαφορετικό, κάτι πραγματικά έξυπνο, που ακόμα και αν πάσχει σε κάποια σημεία από τις αδυναμίες του ερασιτεχνισμού, δεν παύει να τις μετατρέπει τελικά σε πλεονέκτημα, ξεφεύγοντας από το γνώριμο και άχρωμο προκάτ τηλεοπτικό πλαίσιο, από το οποίο λείπει η ουσία και οι χυμοί μιας ζωντανής δημιουργίας.

Ο Φοίβος πχ -όπως και ο Γραμμένος- δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Είναι στιγμές που σκέφτεσαι πως τα “Νούμερα” θα μπορούσαν να απογειωθούν αν μπορούσε να τον ντουμπλάρει ερμηνευτικά σε κάποιες σκηνές ένας κωμικός, όπως κάνουν οι τραγουδιστές με τους ηθοποιούς όταν καλούνται να τραγουδήσουν -κάτι που γίνεται και με τη Νεφέλη Φασουλή, που δανείζει τη φωνή της στην Άλκηστη Ζιρώ.

Ναι αλλά ο Φοίβος δε θα μπορούσε να λείπει από την υλοποίηση της δικής του ιδέας, και είναι ο πλέον κατάλληλος για να ενσαρκώσει τον εαυτό του, τις ανησυχίες του και το όραμά του. Να δείξει τα αδιέξοδα ενός δημιουργού που πιστεύει ακράδαντα πως τον καλλιτέχνη τον φτιάχνουν οι αρνήσεις του, για να μη λερώσει τα ιδανικά του, αλλά είναι αναγκασμένος να προβαίνει σε επώδυνους συμβιβασμούς αν θέλει να επιζήσει. Να δείξει πώς μπορεί να νιώσει ότι τον αδειάζει μια δική του δημιουργία και ένα παιδικό τραγουδάκι -ποιοτικό μεν, αλλά γραμμένο πιθανότητα σε στιγμές χαλάρωσης- που φτάνει σε δεκαπλάσιες θεάσεις από όλες τις μεγάλες επιτυχίες του. (Και είναι κρίμα για το -καημένο το- κροκοδειλάκι να μην έχει το δικό του τραγούδι, για να ακολουθήσει τον ένδοξο δρόμο που χάραξε στην πραγματική ζωή το “Ελεφαντάκι”). Και τέλος να αυτοσαρκαστεί με επιτυχία και να αφήσει τους φίλους του να του αφιερώσουν ένα τραγούδι, όπου τον αποκαλούν “Ταλαιπωριά”, παραφράζοντας σαρκαστικά το όνομά του και τα αδιέξοδα του καλλιτέχνη…

Προπαντός, ο Δεληβοριάς είναι ο καλύτερος για να ξετυλίξει το νήμα της δικής του καλλιτεχνικής φαντασίωσης, που διαμόρφωσε εν πολλοίς το στίγμα και την προσωπική του μουσική διαδρομή, κάτι που αποτυπώνεται μοναδικά στους στίχους του “Μπάσταρδου γιου”, που επιστεγάζουν το φινάλε του πρώτου επεισοδίου. Στίχοι που σε κάποια στροφή του ρεφρέν αγγίζουν σχεδόν το ύψος κάποιας θέσης του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ ή ενός φιλοσοφικού στοχασμού του Γκράμσι για την εποχή των τεράτων.

Κάτω απ’ την άσφαλτο καίει το παλιό χώμα
Και οι ανοιγμένες στοές
Και μες στο σώμα μου κλαίει το μικρό σώμα
Του ανολοκλήρωτου χθες
(και στο δεύτερο ρεφρέν)
Του ακόμα αγέννητου χθες

Και αν πολιτικά το ακόμα αγέννητο χθες δίνει τερατογενέσεις -που δεν είναι οι κυβερνήσεις χωρίς τον Μητσοτάκη επικεφαλής, παρόλα όσα πιστεύει ο Λουδοβίκος- όσο δεν είναι έτοιμο να μας δώσει τους μελλοντικούς καρπούς του, δεν ισχύει το ίδιο για τη μουσική και τη δημιουργική μίξη στιλ και εποχών, που φτάνει πολλές φορές σε τέτοια ύψη, που μας δίνει μια γεύση από τον κόσμο που θα φτιάξουμε και την κοινωνία του μέλλοντος.

Κι ίσως πρέπει να πάρει πάσα η έμπνευση κάποιου σ/φου, να κάνει μια χιπ-χοπ διασκευή του μπάσταρδου γιου, με στίχους σε άλλα συμφραζόμενα. Που θα μπορούσε να είναι κάπως έτσι.

Δεν έχω ζήσει επανάσταση, ούτε λαοκρατία
Δεν έριξα ούτε ένα βόλι στα Δεκεμβριανά
Δεν ήμουνα μπροστά στον λόγο του Άρη στη Λαμία
Και οι μνήμες μου είναι θολές από το ’89

Ήμουν μικρός όταν πιστεύαμε αυτόν τον σημαδεμένο
Δεν πρόλαβα να έχω αυταπάτες για την Αλλαγή
Σήμερα θεωρούν “Αριστερά” τον Τσίπρα, τον Καμμένο
Ξεχνούν πως το Πολυτεχνείο ακόμα ζει

Πατέρα δίνουν γραμμή και μας λένε πως
δεν είσαι επίκαιρος πια
Μας λένε αντιπροσωπεία με LADA
Χωρίς τα ανταλλακτικά

Πατέρα παίρνουν τηλέφωνο, λένε πως
Πατέρα είσαι νεκρός
Ξυρίσανε τα μουστάκια τους και λένε
ότι είμαι ο νόθος σου γιος

Κάτω απ’ τη βία τους κρύβουν τον φόβο τους
Για τη γενιά που θα ‘ρθει
Μα δε θα πατήσουν ποτέ το πόδι τους
Μες στη μικρή μας τη Γη

Αν κάποιοι δεν ξέρουν τι είναι η “Μικρή Γη”, ας πούμε ότι συγχωρούνται.

Αν πάλι δεν ξέρουν ποιος είναι ο πατέρας – πατερούλης, τότε όχι.

Κι αν για κάποιους δεν αρκούν αυτά για να δείξουν το κοινωνικό-πολιτικό βάθος των προβληματισμών της σειράς, υπάρχει και το δεύτερο επεισόδιο, με το γκεστ της Μποφίλιου, το οποίο είναι ένα μικρό έπος, που θέλει όμως ξεχωριστή ανάλυση.

Οπότε ας φτάσουμε στον επίλογο, με μια ταιριαστή καλτ απόχρωση και λίγο Αντύπα από το πρώτο επεισόδιο.

 

 Και ας κλείσουμε με μια ατάκα από το δεύτερο, εν αναμονή της σχετικής ανάλυσης. Καλή αντάμωση στα γουναράδικα… 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More