20 Απρ 2022

Και ο Πούτιν μάς φοβερίζει με τη βόμβα του…

 

Μήπως έχουμε να κάνουμε με την επιστροφή στο «ΣΟΣ Πεντάγωνο καλεί Μόσχα»; Όπως και να έχει, με το γελοίο επιχείρημα της «αποτροπής» στην προσπάθειά του να καταφέρει να ξεμπλέξει από την παγίδα της Ουκρανίας και να αντιμετωπίσει τις κυρώσεις, τα μποϊκοτάζ και τις καταδίκες από κάθε πλευρά, ο Πούτιν μπορεί να υπερηφανεύεται ότι «ξύπνησε» το φάντασμα του παλιού Ψυχρού Πολέμου και ότι αναβάθμισε αιφνιδίως σε ζήτημα διεθνούς επιπέδου κάτι που προαναγγελλόταν ως πόλεμος κατά κύριο λόγο περιφερειακός, στο κατώφλι –και όχι στην καρδιά– της Ευρώπης.

Η εκτίμηση αποδείχθηκε άστοχη: το ΝΑΤΟ, αντί «εγκεφαλικά νεκρό» όπως είχε ανακοινώσει το 2019 ο Εμμανουέλ Μακρόν, αναστήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες. Χωρίς προορισμό για αρκετό καιρό, «χωρίς σύνορα» για μια περίοδο, σε σημείο να χαθεί στο Αφγανιστάν, να που η Ατλαντική Συμμαχία αποκτά έναν «καθωσπρέπει» εχθρό, που μοιάζει με τον παλιό: υπάρχει κινητοποίηση σε όλο το μήκος των ρωσικών συνόρων, έχουν τεθεί σε επιφυλακή τα πυρηνικά οπλοστάσια, οι μοίρες βομβαρδισμών και οι πολεμικοί στόλοι, ενόσω πληθαίνουν οι ανακοινώσεις για αποστολή στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Επιπλέον, έχουμε την επιβολή πάσης φύσεως αντιποίνων, ένα κουβάρι κυρώσεων πρωτοφανούς εύρους και σύντομα μια νέα διόγκωση του στρατιωτικού προϋπολογισμού πολλών χωρών…

Το πρώτο σοκ, μετά το στάδιο της αναγνώρισης από τη Μόσχα των δυο ανατολικών ουκρανικών δημοκρατιών στις 21 Φεβρουαρίου, ήταν η προειδοποίηση που συνόδευε την ανακοίνωση μιας «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου: «Όποιος σκοπεύει να μας εμποδίσει ή να απειλήσει τη χώρα μας και τον λαό μας οφείλει να γνωρίζει πως η απάντηση της Ρωσίας θα είναι άμεση και θα έχει πρωτοφανείς συνέπειες στην ιστορία του», διακήρυττε με σφοδρότητα ο Βλαντιμίρ Πούτιν, την ώρα που οι πρώτοι βομβαρδισμοί έπλητταν τις ουκρανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και τα άρματα μάχης άρχισαν να κατακλύζουν τη χώρα, θυμίζοντας τις εικόνες των ρωσικών στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας όταν κατέπνιγαν τις λαϊκές εξεγέρσεις στη Βουδαπέστη και στην Πράγα.

Διαβεβαιώνοντας ότι δεν θέλει να καταλάβει την Ουκρανία, αλλά απλώς να την «αποναζιστικοποιήσει», να εμποδίσει τη «γενοκτονία» των υποστηρικτών της Ρωσίας και να την «αποστρατιωτικοποιήσει», ο Ρώσος επικεφαλής είχε επίσης καλέσει τον ουκρανικό στρατό να ανατρέψει τον πρόεδρό του –απόπειρες δαιμονοποίησης του αντιπάλου που ξεχάστηκαν γρήγορα, καθώς προχωρούσε η μεγάλης κλίμακας εισβολή στη χώρα… και προέκυπταν ορισμένες απογοητεύσεις.

Όμως, μια άλλη φράση του Πούτιν θα επιτάχυνε τη διεθνή ευαισθητοποίηση, καθώς και τις ευρωπαϊκές και νατοϊκές πρωτοβουλίες: την Κυριακή 27 Φεβρουαρίου δηλώνει ότι έχει δώσει εντολή «να τεθούν οι δυνάμεις αποτροπής του ρωσικού στρατού σε ειδικό καθεστώς συναγερμού για μάχη». Κάτι που βάζει φωτιά στα πλατό των ενημερωτικών εκπομπών, όπου οι συνήθεις ειδήμονες δηλώνουν αμέσως έκπληκτοι: «…παίζει με τη φωτιά… καταρρίπτει ένα ταμπού… μέγιστος κίνδυνος… έφτασε στα άκρα… αλλαγή υποδείγματος… ξαναμοίρασμα της τράπουλας…». Και προκαλεί την οργή των υψηλόβαθμων πολιτικών της Δύσης: «Επικίνδυνη ρητορική… ανεύθυνος… απαράδεκτος… κατασκευάζει ανύπαρκτες απειλές…»

Οι δυνάμεις αποτροπής, σύμφωνα με το ρωσικό υπουργείο Άμυνας, είναι ένα σύνολο μονάδων με στόχο την παρεμπόδιση μιας επίθεσης κατά της Ρωσίας, «ακόμα και σε περίπτωση πολέμου που περιλαμβάνει  χρήση πυρηνικών όπλων». Το σύνολο αυτό απαρτίζεται από τρία στοιχεία: τις μονάδες στρατηγικών πυραύλων, το στρατηγικό ναυτικό και τη στρατηγική αεροπορία, ενίοτε αποκαλούμενα «πυρηνική τριάδα». Οι δυνάμεις αυτές, που βεβαίως χρησιμοποιούν και τύπους οπλισμού χωρίς πυρηνική γόμωση, είναι εξοπλισμένες με πυραύλους, βομβαρδιστικά, υποβρύχια και πλοία επιφανείας. Στο επίπεδο της άμυνας, περιλαμβάνουν μια αντιπυραυλική ασπίδα και συστήματα αντιαεροπορικής και αντιδορυφορικής άμυνας.

Ωστόσο, η θέση σε «ειδικό καθεστώς συναγερμού» αποτελεί έναν από τους υψηλότερους βαθμούς ετοιμότητας για μάχη –τον τρίτο από τους πέντε, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς: εκείνον όπου δίνεται εντολή στα υποβρύχια να αναδυθούν σε βάθος που καθιστά εφικτές τις βολές, όπου ενεργοποιούνται τα δίκτυα και τα συστήματα, ανοίγουν οι κρύπτες των πυρηνικών πυραύλων, αφαιρούνται οι καλύπτρες κ.λπ. Το μόνο που ακολουθεί αυτή τη φάση είναι η «πλήρης πολεμική ετοιμότητα», η οποία τότε μπορεί να καταλήξει σε άνοιγμα πυρός. Μια ελεγχόμενη διαδικασία κλιμάκωσης, καθώς η ασφάλεια που παρέχουν οι ιεραρχημένες διαταγές υποτίθεται πως προστατεύουν τους κατόχους των πυρηνικών όπλων από ανεπανόρθωτες αποφάσεις, στη Μόσχα ή οπουδήποτε αλλού.

Αν και το σύνηθες στη «γραμματική» της πυρηνικής αποτροπής είναι να μην λέγονται πολλά σχετικά με το θέμα1 –προκειμένου να δημιουργηθεί ή να διατηρηθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο αμφιβολίας και αυτονομίας, αλλά και να μην τρομοκρατείται προκαταβολικά ο πληθυσμός– το ρωσικό καθεστώς που ενσαρκώνει ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν παρέλειψε να την χρησιμοποιήσει ως απειλή: αυτό έχει ήδη συμβεί το 2014, με την προσάρτηση της Κριμαίας. Συνέβη επίσης τρεις φορές τον τελευταίο καιρό, στις 8, στις 24 και στις 27 Φεβρουαρίου 2022.

Ορισμένοι διέκριναν, στην ανακοίνωση αυτής της ενίσχυσης –πραγματικής ή τυπικής– του επιπέδου συναγερμού των στρατηγικών δυνάμεων, ένα σημάδι αδυναμίας του καθεστώτος, σε μια συγκυρία πιο δύσκολη απ’ όσο ανέμενε ο Πούτιν, με:

  • την πολύ αποφασιστική, όπως φάνηκε τελικά, αντίσταση ενός μεγάλου μέρους των Ουκρανών,
  • τη γέννηση ενός «Ουκρανού Τσόρτσιλ» στο πρόσωπο του Βολοντίμιρ Ζελένσκι,
  • τη διεθνή άνοδο ετοιμότητας των συστημάτων προστασίας και τη σχεδόν γενικευμένη αποδοκιμασία κατά αυτού του επιθετικού και καταστροφικού τρόπου δράσης προς μια γείτονα χώρα,
  • την επιτάχυνση της παράδοσης ευρωπαϊκών και αμερικανικών όπλων στους μαχόμενους Ουκρανούς,
  • τις βαρύτερες κυρώσεις στη Ρωσία, που φαίνεται πως ήδη πετυχαίνουν καίρια πλήγματα,
  • το ξύπνημα της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ, συνοδευόμενο αυτή τη φορά από μια πραγματική στρατιωτική κινητοποίηση της Δύσης στα σύνορά της,
  • την αφύπνιση της αντίθετης γνώμης στη Ρωσία, που δυναμώνει καθώς γίνονται πιο ξεκάθαρες οι απτές συνέπειες των διεθνών κυρώσεων και η χώρα αντιλαμβάνεται πως εκείνο που είχε παρουσιαστεί ως μια απλή «επιχείρηση» βοήθειας στους «Ουκρανούς αδελφούς» μετατρέπεται σε πόλεμο.

Για τον στρατηγό Βενσάν Ντεπόρτ, πρώην διευθυντή της γαλλικής Σχολής Πολέμου, ο χρόνος είναι εναντίον του Πούτιν: βρίσκεται σε αδιέξοδο. Θα υποχρεωθεί να σταματήσει αυτόν τον πόλεμο και «θα πρέπει να τον αφήσουν να φύγει με κάτι». Ωστόσο, έως τότε, «αυτό μπορεί να είναι το Γκρόζνι2, αλλά μπορεί να είναι και το Στάλινγκραντ3 –και ο Πούτιν το ξέρει».

Ο Βενσάν Ντεπόρτ λέει ότι αυτό τον «ανησυχεί» περισσότερο: «Αλλάξαμε κόσμο σήμερα (Κυριακή 27 Φεβρουαρίου) στις 3 το απόγευμα. Το θέμα πια δεν είναι 100.000 ζωές και τέσσερις πόλεις, αλλά η καταστροφή του κόσμου. Θα ξαναζήσουμε άραγε την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας του 1962;4 Ο Κένεντι είχε δυσκολευτεί να ελέγξει τους στρατιωτικούς του, όμως ο Χρουστσόφ είχε γύρω του ικανά στελέχη5, ενώ ο Πούτιν είναι μόνος του». Μολαταύτα, κατά τον στρατηγό Ντεπόρτ, «επέδειξε μια σχετική αυτοσυγκράτηση», τουλάχιστον στην αρχή της επέμβασης των στρατευμάτων του: ενός στρατού κληρωτών, που περίμενε πως ελευθέρωνε τους Ουκρανούς σε κλίμα αγαλλίασης…

Ο Ντεπόρτ εκπλήσσεται κυρίως από τη «βροντερή σιωπή των Αμερικανών», που ήταν φλύαροι πριν από την επίθεση, ενώ διαβεβαίωναν ότι «δεν θα πήγαιναν» οι ίδιοι –αν και, παρ’ όλα αυτά, εκείνοι ήταν που με τον τρόπο τους «πάτησαν το κουμπί» της ρωσικής επιχείρησης, όπως επισημαίνει ο Αλέν Μπαουέρ, έτερος ειδικός επί ζητημάτων ασφαλείας.

«Η Ρωσία έχει υποστεί κακομεταχείριση από το 1991», αναγνωρίζει από την πλευρά του ο Πιέρ Κονεζά, πρώην σύμβουλος στο γαλλικό υπουργείο Άμυνας. «Ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος αρχικά είχε καλές προθέσεις, αποκατέστησε την αξιοπρέπεια των Ρώσων μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, κατέληξε όμως πολύ ευερέθιστος. Αισθάνεται ότι το ΝΑΤΟ –το οποίο δεν διαλύθηκε, σε αντίθεση με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, και που δεν σταμάτησε να επεκτείνεται6– αυτή τη στιγμή τον περικυκλώνει ξανά». Η λύση, κατά τον Κονεζά; Μια μεγάλη συνδιάσκεψη για την ασφάλεια στην Ευρώπη, προκειμένου να σχεδιαστεί μια νέα αρχιτεκτονική της ειρήνης και να αναγνωριστούν, έστω εν μέρει, ορισμένες από τις αξιώσεις ασφαλείας της Ρωσίας.

Ειδάλλως, πού θα σταματήσει ο Πούτιν, ρωτούν πολλοί αναλυτές. Και πού θα σταματήσει το ΝΑΤΟ, εάν ακόμα και η Σουηδία και η Φινλανδία ενταχθούν σε αυτό, για να μην μιλήσουμε για την Ουκρανία και τη Βοσνία, αλλά και για ακόμη περισσότερα νέα μέλη στο μέλλον; Επισήμως, η ατλαντική συμμαχία δεν θεωρεί πως βρίσκεται «σε πόλεμο» με τη Ρωσία –και αυτό επαναλάμβανε στις 27 Φεβρουαρίου ο Καμίλ Γκραν, ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας της, στο France Inter. Περιορίζεται στην υιοθεσία «αναλογικών αμυντικών μέτρων» και «καθησυχαστικών», όπως τις αποκαλεί, πρωτοβουλιών για τις χώρες της Συμμαχίας που συνορεύουν με τη Ρωσία και αισθάνονται ότι απειλούνται.

Εκτιμώντας ότι η Μόσχα είναι «η δημιουργός των εξελίξεων για τις οποίες παραπονιέται», ο Γκραν υπενθυμίζει ότι η Ουκρανία σήμερα δεν είναι παρά «ένας εταίρος του ΝΑΤΟ, και όχι σύμμαχος» –κάτι που δεν εμπόδισε την συμμαχία ουσιαστικά να συντονίζει τις αιτήσεις για όπλα από τους Ουκρανούς, μεταφέροντας το μήνυμα στα τριάντα κράτη-μέλη της. Ο οργανισμός που ιδρύθηκε το 1949 «δεν περιορίζεται στην άμυνα ενός κράτους-μέλους», υπενθύμιζε παρ’ όλα αυτά στη «Libération» ο Πιέρ Αρός, ερευνητής σε θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας στο Ινστιτούτο Στρατηγικής Έρευνας της γαλλικής Σχολής Ευελπίδων (IRSEM), αναφερόμενος στα παραδείγματα των επιχειρήσεων στο Κόσοβο το 1999, στο Αφγανιστάν μετά το 2001 ή στη Λιβύη το 20117.

Στη Γαλλία, περισσότερο ίσως από αλλού, το αντανακλαστικό παίζει μεγάλο ρόλο: στο άκουσμα της λέξης «αποτροπή», η πρώτη σκέψη που έρχεται στο μυαλό αφορά τα πυρηνικά όπλα. Η «δύναμη κρούσης» –όπως αποκαλείτο για πολύ καιρό– υπάρχει από το 1964, ύστερα από πρωτοβουλία του Σαρλ Ντε Γκολ, που παράλληλα είχε αποφασίσει να αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ8. Παρέμεινε ένα όπλο «προς μη-χρήση», θεωρούμενο ως ασφάλεια ζωής: ένας ενδεχόμενος εχθρός που θα απειλούσε τα «ζωτικά συμφέροντα» της Γαλλίας θα εκτίθετο σε πλήγματα που θα επέφεραν ζημιά τουλάχιστον ισοδύναμη ή μεγαλύτερη από την επίθεση, και ενδεχομένως και σε ένα «δεύτερο πλήγμα».

Από το 1946, έναν χρόνο μετά τη ρίψη των πρώτων ατομικών βομβών στις ιαπωνικές πόλεις της Χιρόσιμα και του Ναγκασάκι, οι Αμερικανοί θεωρητικοί της αποτροπής άρχισαν να εξηγούν ότι, αν και έως τότε προσπαθούσαμε να κερδίσουμε τον πόλεμο, πλέον θα πρέπει να τον αποφεύγουμε ή να προετοιμαζόμαστε γι’ αυτόν προκειμένου να μην αναγκαστούμε να τον κάνουμε. Εξ ου και η έννοια του «προς μη-χρήση» όπλου που, έως τα τελευταία χρόνια, ήταν το χαρακτηριστικό των πυρηνικών εξοπλισμών. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου μπορούσαμε να μιλάμε για «ισορροπία τρόμου», ο καθένας βασιζόμενος στον ορθολογισμό του αντιπάλου, που δεν θα διακινδύνευε να υποστεί απαράδεκτες ζημίες.

Σε ένα τέτοιο ζήτημα, πολλά εξαρτώνται από εκείνο που θεωρούν, τόσο ο επιτιθέμενος και όσο και ο δεχόμενος την επίθεση, «ζωτικά συμφέροντα», όπως επίσης και από την αξιοπιστία του κατόχου του πυρηνικού όπλου, την ψυχραιμία και την ευθυκρισία του. Στις 16 Νοεμβρίου 1983, κατά τη διάρκεια της κρίσης των ευρωπυραύλων απέναντι στην ΕΣΣΔ, ο Φρανσουά Μιτεράν υπενθύμιζε στο κρατικό κανάλι «Antenne 2» τον συντριπτικό ρόλο που διαδραμάτιζε ο πρόεδρος της Γαλλίας: «Ο στυλοβάτης της στρατηγικής της αποτροπής είναι ο αρχηγός του κράτους, είμαι εγώ: τα πάντα εξαρτώνται από την αποφασιστικότητά του. Τα υπόλοιπα είναι αδρανή υλικά, τουλάχιστον έως ότου ληφθεί η απόφαση που πρέπει, και η οποία θα συνίσταται ακριβώς στο ότι θα υπάρξει μέριμνα να μην χρησιμοποιηθούν» (αναφέρεται στη «Le Monde», 28 Φεβρουαρίου 2022).

Στη Γαλλία, η πυρηνική αποτροπή εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ομοφωνίας από το ένα έως το άλλο άκρο του πολιτικού πεδίου. Οι μεγαλύτεροι επικριτές –η Ανυπότακτη Γαλλία (LFI)– είναι συγκρατημένοι στην έκφραση των διαφωνιών τους, αναγνωρίζοντας την αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής έως τώρα, διερωτώνται ωστόσο σχετικά με τους περιορισμούς και το μέλλον αυτού του όπλου, που είναι έτοιμο να εκθρονιστεί λόγω των εξελίξεων στο θέμα της ταχύτητας των εναέριων μέσων, της ανίχνευσης υποβρυχίων κ.λπ. Θα πρέπει λοιπόν να μπορεί να αντικατασταθεί από άλλα μέσα αποτροπής, για παράδειγμα στον τομέα του διαστήματος.

Μεταξύ των συνεπειών αυτών των τελευταίων ημερών, εκτός από την «αναβίωση» του ΝΑΤΟ, ας αναφέρουμε τον πυρετό πρωτοβουλιών στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας, ο οποίος αποδεικνύεται –μεταξύ άλλων­– από τη θεαματική δημοσιονομική προσπάθεια που αναγγέλθηκε στη Γερμανία (100 δισεκατομμύρια ευρώ), μια χώρα που σε βάθος χρόνου ενδέχεται να καταλήξει να διαθέτει τον μεγαλύτερο στρατό της ηπείρου. Αλλά και τις ακροβατικές μεταστροφές ορισμένων υποψηφίων για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, για τους οποίους υπάρχει η υποψία μεροληψίας υπέρ του ρωσικού καθεστώτος και του ηγέτη του στο παρελθόν. Όπως και το ρεζίλεμα του απερχόμενου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος αναμφίβολα πιάστηκε κορόιδο, όπως κι άλλοι, από τον Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά που –μετά τη διπλωματία της «μεταφοράς μηνυμάτων»– φόρεσε τη στολή του αρχιστράτηγου, ενώ Γάλλοι στρατιώτες παίρνουν τον δρόμο για τη Ρουμανία και ο γαλλικός στρατός εγγυάται τη μόνιμη καθοδήγηση της Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ. Ιδού έως πού μας έχουν οδηγήσει οι «ανάποδες» που πήρε ο τσάρος της Ρωσίας.


  1. Από αυτή την άποψη, το ξέσπασμα του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών Ζαν-Ιβ Λε Ντριάν, που δήλωσε στις 24 Φεβρουαρίου ότι «ο Βλαντιμίρ Πούτιν οφείλει να καταλάβει ότι η Ατλαντική Συμμαχία είναι μια πυρηνική συμμαχία», ήταν μάλλον ανάρμοστο και χρειάστηκε να «αναπλαισιωθεί» από το Προεδρικό Μέγαρο: «Θέλησε να υπενθυμίσει ότι όχι το ΝΑΤΟ, αλλά η Γαλλία, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι πυρηνικές δυνάμεις και ότι αυτό αποτελεί πράγματι μέρος της διαπραγματευτικής θέσης του ΝΑΤΟ» («Le Monde», 1η Μαρτίου 2022).
  2. Πρωτεύουσα της Τσετσενίας, που δέχθηκε αποστολή «ειρήνευσης» από τον ρωσικό στρατό με αντίτιμο την αιματηρή καταστολή και τη σχεδόν ολική καταστροφή.
  3. Η σημαντική μάχη του 1943 ενάντια στον ναζιστή εισβολέα, που στοίχισε εκατομμύρια θύματα στη Σοβιετική Ένωση.
  4. Που είχε οδηγήσει στη δημιουργία του περίφημου «κόκκινου τηλεφώνου» μεταξύ του Λευκού Οίκου και του Κρεμλίνου.
  5. Και κατέληξε να ανατραπεί τον Οκτώβριο του 1964.
  6. Έντεκα χώρες της Ανατολικής Ευρώπης προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ μετά το 1996 και τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Ένα δεύτερο κύμα διεύρυνσης, μετά το 2004, αφορούσε επτά χώρες, κυρίως από τη Βαλτική και τα Βαλκάνια. Το Μαυροβούνιο προσχώρησε το 2017, η Βόρεια Μακεδονία το 2020. Η Βοσνία βρίσκεται εν αναμονή, στο πλαίσιο του Ενταξιακού Σχεδίου Δράσης (MAP), ενός προγράμματος που λειτουργεί ως προθάλαμος προτού γίνουν δεκτές από τη Συμμαχία οι υποψήφιες χώρες.
  7. Βλ. Anne-Cécile Robert, «L’ordre international piétiné par ses garants», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 2018.
  8. Ο πρόεδρος Σαρκοζί, το 2007, είχε αποφασίσει να το επανενσωματώσει.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More