17 Οκτ 2019

Η Ελλάδα παράγει ήδη «ατόφιο χρυσάφι». Όμως πόσο καλά το πουλάει;

«Η Ελλάδα αδυνατεί να βγάλει κέρδη από το ελαιόλαδό της», είναι ο τίτλος άρθρου του Politico, για τον επονομαζόμενο και «ελληνικό χρυσό», το οποίο αναφέρει ότι αν και η χώρα μας είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός ελαιολάδοου παγκοσμίως αδυνατεί να επωφεληθεί και να… εισπράξει τα ανάλογα από αυτό. Η συντριπτική πλειοψηφία του πωλείται χύμα στην Ιταλία σε τιμές ευκαιρίας, όπου εμφιαλώνεται και πωλείται ή εξάγεται με ιταλικές ετικέτες και μεγάλο κέρδος σε όλη την Ευρώπη. Ακούγεται απογοητευτικό. Ας δούμε τι συμβαίνει. 
https://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2019/42/303085-olive-oil-1596417_960_720.jpg
Οι ελαιώνες στην Ελλάδα καλύπτουν το 60% του καλλιεργούμενου εδάφους. Το ελαιόλαδο αντιστοιχεί στο 9% της αξίας της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα και η χώρα μας είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός μετά την Ισπανία και την Ιταλία. Η Ελλάδα είναι πρώτη στην παραγωγή μαύρης ελιάς ενώ η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα της είναι το υψηλό ποσοστό εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου που παράγει και το οποίο προσεγγίζει το 82% της παραγωγής ενώ σε ορισμένες περιοχές ξεπερνάει και το 90%.
Η Ελλάδα εκτός από το γεγονός ότι παράγει «ατόφιο χρυσάφι», έχει ακόμη μια μεγάλη διαφορά σε σχέση με την πολύ μεγαλύτερή της Ιταλία. Είναι πλεονασματική. Η Ιταλία αν και η δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός είναι ελλειματική. Η Ελλάδα παράγει κατά μέσο όρο 250.000 τόνους ελαιόλαδο. Η κατανάλωση στην εσωτερική αγορά φτάνει τους 120.000 τόνους. Αντίθετα η Ιταλία χρειάζεται να κάνεις εισαγωγές ελαιόλαδου για να καλύψει τόσο την εσωτερική, όσο και την εξωτερική της αγορά που είναι τεράστια, καθώς έχει  εδώ και έναν αιώνα έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό brand name που τις έδωσε πρόσβαση στις αγορές. Από την τυποποίηση η Ιταλία κερδίζει μια υπεραξία της τάξης του 1,3 ευρώ στο λίτρο, σύμφωνα με μελέτη της Έθνικής Τράπεζας της Ελλάδας του 2015. Την ίδια ώρα, Ελλάδα και Ισπανία πωλούν το λάδι τους στα 2,3 ευρώ, το λίτρο.
Από το σύνολο του ελληνικού ελαιολάδου και αφαιρώντας την εσωτερική απορρόφηση απόμένει ένα υπόλοιπο «κατά μέσο όρο 130.000 τόνοι, που πρέπει να εξαχθει», σημειώνει  στο tvxs.gr, ο πρόεδρος του ΣΕΒΙΤΕΛ, Γρηγόρης Αντωνιάδης. «Σήμερα από αυτούς τους 130.000 τόνους οι 40.000 εξάγωνται επώνυμα σαν τυπωποιημένο, εμφιαλωμένο  προϊόν. Μένουν περίπου 90.000 τόνοι που πρέπει να πάρει το δρόμο του εξωτερικού αφού δεν μπορεί να απορροφηθεί εδώ στη χώρα. Αυτό είναι το χύμα λάδι, που φεύγει με βυτία ή με  καράβια και πηγαίνει, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, στην Ιταλία. Εκεί τυποποιείται μαζί με άλλα λάδια από την Ιταλία, την Ισπανία και άλλες χώρες και εξάγεται ως ελαιόλαδο από την Ιταλία». 
«Οι Ιταλοί είναι οι μεγαλύτεροι διακινητές ελαιολάδου είναι αλήθεια. Είναι οι μεγάλοι μας ανταγωνιστές. Έχουν μακρά ιστορία στην τυποποίηση και πώληση ελαιολάδου από το 1860 έχουν καταφέρει κι έχουν απλωθεί στις αγορές. Έχουν μεγάλη εσωτερική και εξωτερική αγορά και είναι ελλειματική χώρα, δηλαδή χρειάζονται λάδια», εξηγεί ο κ. Αντωνιάδης. Σύμφωνα με τον ίδιο πάντως τα τελευταία χρόνια ο όγκος του τυποποιημένου λαδιού που εξάγεται αυξάνεται. «Ξεκινήσαμε από 10.000 - 20.000 τόνους. Φέτος έχουμε πάει στους 40.000 τόνους και προχωράμε για να τους αυξήσουμε». 
Το να μένει η υπεραξία του «ελληνικού χρυσού» στη χώρα είναι βέβαια σημαντικό. Αλλά η αντεπίθεση της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές πρέπει να γίνει με τρόπο που δεν θα θίγει τους μικρότερους παραγωγούς - που επίσης παράγουν εξαιρετικό ελαιόλαδο - αφήνοντάς τους εκτός πλαισίου δράσης ευνοώντας μόνο τους μεγαλοεπιχειρηματίες.

Σύμφωνα με το Politico, οι παραγωγοί φοβούνται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μπορούσε να εφαρμόσει μια πρόταση της συμβουλευτικής McKinsey - που αποτελεί και πρώην  εργοδότης του - ότι η ελληνική βιομηχανία ελαιόλαδου θα πρέπει να δημιουργήσει δυο ή τρεις μεγάλες ομάδες επεξεργασίας και συσκευασίας του προϊόντος. Φυσικά κάτι τέτοιο θα βρει τους παραγωγούς αντίθετους. 
Πέρσι το φθινόπωρο στη Σητεία της Κρήτης οι αγρότες βρέθηκαν στα κάγκελα αφού το λάδι τους έμενε απούλητο στις αποθήκες, καταγγέλοντας μάλιστα ότι έγιναν εισαγωγές λαδιού από την  Τυνησία, για να εκβιαστούν χαμηλές τιμές κάτω από το κόστος παραγωγής. Στα κάγκελα βρίσκονται οι  αγρότες και φέτος, ανάμεσα σε αυτούς  και οι ελαιοπαραγωγοί, για τις χαμηλές τιμές στο ελαιόλαδο. 
Ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Αστερουσίων, Μανόλης Καρκαβάτσος,  μιλώντας στη  «Νέα Κρήτη», σημειώνει «όλες οι ενδείξεις δείχνουν πως το λάδι δε θα ξεπεράσει τα 2,60 ευρώ το κιλό στις τρεις γραμμές και μπορεί να πέσει ακόμα και κάτω από τα 2 ευρώ το κιλό. Η Ισπανία λέει ότι θα παραδώσει λάδι στις 30/12/2019 με 2,5 ευρώ». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αγρότες ζητούν κατώτατη εγγυημένη τιμή για το προϊόν τους, με την απάντηση του υπουργού Μάκη Βορίδη να είναι «ότι δεν γίνεται». 
Για  να  σωθεί  η παρτίδα με το ελαιόλαδο, είναι απαραίτητο να διαμορφωθεί μια Ενιαία Εθνική Στρατηγική με την συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων στην παραγωγική διαδικασία, από τους αγρότες και τους επιστήμονες του λάδου, μέχρι τους μεταποιητές και τους εξαγωγείς, υπό την εποπτεία φυσικά του αρμόδιου υπουργείου. Για τους μικρότερους παραγωγούς σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν οι συνεταιρισμοί, ειδικά με δεδομενο τον ανταγωνισμό από άλλες χώρες που εξάγουν ελαιόλαδο και τα τελευταία χρόνια μπαίνουν δυνατά στο προσκήνιο. 
Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε δημιουργήσει είχε δημιουργήσει το νομοθετικό πλαίσιο για την ενίσχυση των συνεταιρισμών μέσω της  προώθησης πρωτοβάθμιων τέτοιων δομών. Η κυβέρνηση της ΝΔ και συγκεκριμένα ο υπουργός Ανάπτυξης Μάκης Βορίδης έχει δηλώσει πως θα φέρει νέο νόμο για τους συνεταιρισμούς, χωρίς, ωστόσο, να έχουν γίνει γνωστές λεπτομέρειες για το τι θα περιλαμβάνει.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More