αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....
Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....
Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης.
Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...
Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας
Το
Νέο Μουσείο Ακρόπολης αποτελεί τη ναυαρχίδα της «νέας» τάσης (στην
ουσία στρατηγικής πολιτικής απόφασης της Ε.Ε. και των ελληνικών
κυβερνήσεων οποιασδήποτε κατεύθυνσης, κεντροδεξιάς, αριστεροκεντρώας,
αριστεροδέξιας κλπ) στη διαχείριση των μουσείων και της Πολιτιστικής
Κληρονομιάς, ως πρώτο παράδειγμα λειτουργίας με νομικό καθεστώς
ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων και αποκομμένο από την μήτρα που γεννάει
το περιεχόμενο ενός μουσείου, δηλαδή τον αρχαιολογικό χώρο και κατ’
επέκταση την αρμόδια και εποπτεύουσα Εφορεία Αρχαιοτήτων. Καθώς, όμως,
έχει περιβληθεί αυτό το ίδιο την αίγλη του μνημείου εξ αντανακλάσεως από
το μνημείο που έχει ως αναφορά, δηλαδή τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης,
συχνά συμβαίνει κάθε απόπειρα κριτικής αξιολόγησης και πολιτικής
ερμηνείας να αντιμετωπίζεται στην καλύτερη περίπτωση ως παρεκκλίνουσα,
αν όχι αρτηριοσκληρωτική και αναχρονιστική. Παράλληλα, η Ακρόπολη, θεωρούμενη συχνά
από τις γραφίδες των συστημικών ΜΜΕ ως brand name (εμπορική ονομασία),
δηλαδή ως προϊόν προς αγορά με τιμή, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μόνο
όταν οι εργαζόμενοι απεργούν και την κλείνουν και επομένως διαπράττουν
«έγκλημα» καθοσιώσεως. Ετσι, λοιπόν, δεν αποτελεί έκπληξη το
γεγονός πως ο,τι δήποτε αφορά στους εργαζόμενους (αρχαιολόγους, φύλακες
αρχαιοτήτων, συντηρητές, τεχνίτες), τους εργασιακούς όρους και τα
δικαιώματά τους, δεν συνιστά αντικείμενο άξιο σχολιασμού. Είναι λογικό.
Εάν κανείς θεωρεί την Πολιτιστική Κληρονομιά, προϊόν εμπορεύσιμο μοιραία
θα θεωρεί και τους εργαζόμενους που τη διακονούν «προϊόν» αναλώσιμο. Το συμβάν που κατήγγειλε το Πανελλήνιο Σωματείο Εκτακτου Προσωπικού
του Υπουργείου Πολιτισμού και έλαβε χώρα στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης,
όπου έγκυος γυναίκα που εργαζόταν ως συμβασιούχος φύλακας αρχαιοτήτων
και είχε τοποθετηθεί σε πόστο ακατάλληλο εμφάνισε επιπλοκές στην
εγκυμοσύνη της (βλ. σχετ. http://www.imerodromos.gr/ergatiko-atychhma-sto-neo-mousio-akropolis/),
πέρα από το δυσάρεστο και εξοργιστικό του ίδιου του περιστατικού,
αναδεικνύει ταυτόχρονα και μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το
καθεστώς εργασίας σε όλα τα πεδία της προστασίας και διαχείρισης των
μνημείων. Το Υπουργείο Πολιτισμού και
συνολικότερα το αρχαιολογικό έργο είναι ένας μπαξές στον οποίο
φυτρώνουν όλα τα φρούτα εργασιακών σχέσεων. Και αν πάρουμε στα σοβαρά την έκφραση «ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας»,
τότε θα πρέπει και να ακριβολογήσουμε: πράγματι οι εργασιακές σχέσεις
διαμορφώνονται με τους ίδιους εξαθλιωτικούς όρους και τον ίδιο βαθμό
καταστρατήγησης θεμελιωδών δικαιωμάτων, που απαντούν στην ιδιωτική αγορά
εργασίας. Αλλωστε, σε μεγάλο βαθμό, αρχαιολόγοι, συντηρητές, τεχνίτες
ανασκαφών καλούνται να εργαστούν με διαφόρων ειδών συμβάσεις όχι μόνο
στο ίδιο το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και σε εργολάβους. Ιδού ένας ενδεικτικών κατάλογος των μορφών εργασίας ή καλύτερα εργασιακής ομηρείας:
μαύρη, αδήλωτη, ανασφάλιστη εργασία.
«εθελοντική» απλήρωτη εργασία φοιτητών προπτυχιακών και μεταπτυχιακών -και όχι μόνο- στην αρχαιολογία, (για «συγκέντρωση εμπειρίας»).
5μηνα και 8μηνα προγράμματα «κοινωφελούς εργασίας» (τις πιο πολλές φορές τα οργανώνει ο ΟΑΕΔ) που ωφελούν μόνο τους εργοδότες των προγραμμάτων αυτών.
παράτυπες συμβάσεις εργασίας που προσφέρουν ορισμένες ΜΚΟ, χωρίς ένσημα, ασφάλιση, δικαίωμα σε άδειες.
εργασία κατ’ αποκοπή (με το κομμάτι!)
εργασία με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών.
εργασία με απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης.
ατομικές συμβάσεις ή συμφωνίες με ελεύθερη διαπραγμάτευση.
Αυτή, όμως, η εικόνα αποτελεί
συγκοινωνούν δοχείο με την παράλληλη αντιμετώπιση του αρχαιολογικού
έργου ως παρεμπίπτουσα κωλυσιεργία, παράπλευρη «αγγαρεία» και εμπόδιο
στην ολοκλήρωση μεγάλων «αναπτυξιακών» έργων. «Αναπτυξιακά» έργα που
εκτελούνται από μεγάλους εργολάβους, οι οποίοι, προσλαμβάνουν το
προσωπικό που διενεργεί τις ανασκαφές και τελικά αποκτούν το απόλυτο
δικαίωμα στην καταστρατήγηση κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων. Η
λεηλασία του δημόσιου πλούτου και η συρρίκνωση κάθε έννοιας δημόσιου
αγαθού, με την παράλληλη παράκαμψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας η οποία
«κλειδώνεται» με σειρά διατάξεων σε νόμους των τελευταίων χρόνων, δεν
μπορεί παρά να συνοδεύεται και από ταυτόχρονη λεηλασία εργασιακών
κεκτημένων. Η γιγαντιαίων διαστάσεων ανεργία μαζί με τη διογκούμενη
υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση και απαξίωση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας
σε ρόλο διεκπεραιωτή των «μεγάλων έργων» είναι το έδαφος για να
καλλιεργούνται κάθε είδους εκβιασμοί και κλίμα τρομοκρατίας. Προφανώς
και μια Υπηρεσία που περιορίζεται στο ρόλο της γρήγορης διεκπεραίωσης
των αρχαιολογικών «εμποδίων» (βλ. Ελληνικό) δεν έχει ανάγκη από
περισσότερο μόνιμο προσωπικό. Αρκούν οι υπάρχοντες μόνιμοι υπάλληλοι, οι
οποίοι διακτινίζονται σε διάφορες κατευθύνσεις, με πενιχρούς μισθούς
και οδοιπορικά που βάζουν από την τσέπη τους. Επομένως, μιλάμε για ένα «διπλό μέτωπο», όπως εξηγεί στον «Ημεροδρόμο» ο πρόεδρος του Σωματείου Εκτακτων Αρχαιολόγων (ΣΕΚΑ), Δημήτρης Κουφοβασίλης «Καταρχάς,
ενάντια στα κρούσματα αυθαιρεσιών που εκδηλώνονται στην εργασιακή
καθημερινότητά μας με χίλια πρόσωπα, ενάντια στην έμπρακτη αμφισβήτηση
από την εργοδοτική πλευρά κάθε συμφωνίας και κεκτημένου των εκτάκτων
αρχαιολόγων. Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν μεγάλα κομμάτια της ίδιας της
υφιστάμενης νομοθεσίας, που στρέφονται ενάντια στην αρχαιολογία (έκτακτη
και μη), ενάντια στο δικαίωμα στην εργασία, ενάντια στους σύγχρονους
εργαζόμενους στον Πολιτισμό αλλά και στα αρχαία μνημεία». Η απόλυση δύο συμβασιούχων αρχαιολόγων
στο Μετρό Θεσσαλονίκης στις 12 Μαίου, μία μόλις μέρα μετά την επίσκεψη
του υπουργού Μεταφορών και Υποδομών, Χρ. Σπίρτζη στα σκάμματα του Μετρό
και τις απαξιωτικές και κυνικές δηλώσεις του για το έργο της
Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, για τις οποίες μέχρι και σήμερα δεν έχει
αντιδράσει η πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ, είναι το πιο χαρακτηριστικό και
πρόσφατο παράδειγμα για το πώς αντιμετωπίζεται το αρχαιολογικό έργο και
οι εργαζόμενοι σε αυτό. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν ο εργολάβος του
έργου να συμμορφώθηκε προς τις έμμεσες ή άμεσες υποδείξεις του υπουργού.
Αλλά αυτό είναι απλώς η αντεστραμμένη εικόνα. Η πραγματικότητα είναι
ότι το πολιτικό προσωπικό συμμορφώνεται στις ανάγκες εργολάβων,
κοινοπραξιών και «μάγων» της λεγόμενης ανάπτυξης. Αλλά το Μετρό δεν διεκδικεί την
αποκλειστικότητα. Τα κρούσματα ανοιχτής επίθεσης στα εργασιακά κεκτημένα
αρχαιολόγων και γενικότερα εργαζόμενων στα αρχαιολογικά έργα τείνουν
να γίνουν καθεστώς. Ορισμένα από αυτά μας παραθέτει ο πρόεδρος το ΣΕΚΑ: «Στο έργο του ΤΑΡ (αγωγός που διέρχεται από 13 νομούς στη Βόρεια Ελλάδα) η Κοινοπραξία Bonnati – J&B ΑΒΑΞ ονόμασε «αδικαιολογήτως απόντες» τους
εκτάκτους αρχαιολόγους και το λοιπό προσωπικό που δεν πήγε να εργαστεί
σε …κλειστά (από την ίδια την εργοδοσία) εργοτάξια, κατά την ημέρα της
Μεγάλης Παρασκευής. Μάλλον επιχείρησε με τον άκομψο αυτόν τρόπο να
εξοικονομήσει ένα μεροκάματο. Με «αδικαιολόγητη απουσία» η Κοινοπραξία
σημείωσε επίσης όλους τους συναδέλφους οι οποίοι δεν προσήλθαν στα
εργοτάξια σε ημέρες απεργιών. Ο προϊστάμενος της Εφορείας
Αρχαιοτήτων Λέσβου πρόσφατα ενημέρωσε τους εργαζόμενους (επιστημονικό
προσωπικό και εργατοτεχνίτες) στο Καβείριο Λήμνου ότι δεν πρόκειται να συνεχιστεί η συνεργασία λόγω άσχημου «εργασιακού κλίματος»(!). Η Εφορεία εισήγαγε νέο κριτήριο και προϋπόθεση εργασίας, αυτό του …ευχάριστου κλίματος! Στο σημαντικό έργο της ψηφιοποίησης αρχαίων κινητών ευρημάτων της, το οποίο εξελίσσεται σε όλη την επικράτεια, δημιουργήθηκαν
ταυτόχρονα αρχαιολόγοι πολλών ταχυτήτων, και συγκεκριμένα τόσων όσες
είναι και οι ιδιωτικές εταιρείες-εργολάβοι που ανέλαβαν να υλοποιήσουν
κομμάτια του προγράμματος. Κάποιες εταιρείες δεν δίνουν καν το
αρχαιολογικό ένσημο, κάποιες άλλες εξασφαλίζουν στους συναδέλφους κάτι
περισσότερο από το επίδομα του ΟΑΕΔ, ενώ υπάρχουν και εκείνες που δίνουν
αμοιβή με το κομμάτι (πληρώνουν 1,5 ευρώ …μεικτά για κάθε μία καταγραφή
αρχαίου αντικειμένου»! Δεν εκπλήσσει καθόλου, λοιπόν, το
γεγονός ότι ανάμεσα σε αγγελίες εφημερίδων για πωλήτριες, εργαζόμενους
delivery κ.ά, εντοπίζονται και αγγελίες για αρχαιολόγους από ιδιωτικές
εταιρείες, οι οποίες, φυσικά, θα προτιμήσουν εκείνους που θα είναι
οικονομικότεροι και θα διαμαρτύρονται λιγότερο, καμπτόμενοι από το βάρος
της ανεργίας και το φόβο της απόλυτης ανέχειας.
By Nicolas Autheman and Βασίλης Παπακριβόπουλος (μετάφραση) Οι ανθρωπιστικές καταστροφές δεν είναι καταστροφικές για
όλον τον κόσμο. Αμέσως μόλις δημιουργηθεί ένας καταυλισμός προσφύγων,
πλακώνουν γραφεία συμβούλων, πωλητές καρτών πληρωμών και κολοσσοί του
επίπλου. Όλοι τους επιθυμούν να επωφεληθούν από τη «βιομηχανία της
ανθρωπιστικής βοήθειας», της οποίας ο ετήσιος τζίρος υπερβαίνει τα 25
δισ. δολάρια.
Όπως συμβαίνει σε όλες τις διεθνείς εκθέσεις, τα περίπτερα είναι
γεμάτα αφίσες με έντονα χρώματα, ελκυστικές φωτογραφίες και όμορφες
κοπέλες. Κομψοί κοστουμαρισμένοι κύριοι ανταλλάσσουν επιδεικτικά τις
επαγγελματικές κάρτες τους. Στα περίπτερα, μεγάλες μακέτες με
καλοστοιχισμένα κοντέινερ: «Μπορώ να σας στείλω όλες τις σχετικές
πληροφορίες για τους καταυλισμούς μας. Για μεταλλευτικές, πετρελαϊκές,
στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή για πρόσφυγες», ανακοινώνει γεμάτη
περηφάνεια η Κλάρα Ραμπάρτα, εκπρόσωπος της ΑRPA, ισπανικής εταιρίας
logistics, σε έναν κύριο που απλώς δηλώνει απεσταλμένος «μιας αφρικανικής κυβέρνησης».
Πίσω από τον πάγκο της, μια μεγάλη φωτογραφία ενός
καταυλισμού-υποδείγματος, όπου παρουσιάζονται σκηνές και ελικόπτερα
διάφορων τύπων. «Η κύρια δουλειά μας είναι η προμήθεια εξοπλισμού
για το ισπανικό Υπουργείο Άμυνας. Ωστόσο, είμαστε εδώ για να
κατανοήσουμε την αγορά της ανθρωπιστικής δράσης. Πρόκειται για μια
εξαιρετικά πολύπλοκη αγορά, στην οποία δραστηριοποιούνται κάθε είδους
οργανισμοί».
Η έκθεση αυτή, που διοργανώθηκε παράλληλα με την πρώτη Παγκόσμια
Ανθρωπιστική Διάσκεψη Κορυφής του ΟΗΕ τον Μάιο του 2016 στην
Κωνσταντινούπολη, μέσω μιας μεγάλης διαφημιστικής προβολής συγκέντρωσε
περισσότερους από 600 εκθέτες από ολόκληρο τον κόσμο. Αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας εξέλιξης που έχουν αποδεχθεί οι
επιφορτισμένες με τη διαχείριση προσφυγικών καταυλισμών διεθνείς
οργανώσεις: την ολοένα στενότερη διασύνδεση του ιδιωτικού τομέα με την
ανθρωπιστική δράση. Αρκετές φορές τον χρόνο, στο Ντουμπάι ή στις
Βρυξέλλες, σε γιγάντιες εμπορικές εκθέσεις, συναντώνται οι μεγάλοι
οργανισμοί του ΟΗΕ, οι παραδοσιακές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και
ιδιωτικές εταιρείες, από τη νεότευκτη τοπική επιχείρηση ώς τις
μεγαλύτερες πολυεθνικές. Στην Κωνσταντινούπολη, τα περίπτερα των πωλητών
φωτοβολταϊκών φωτιστικών, διατροφικών πακέτων ή drones βρίσκονταν δίπλα
σε εκείνα εταιρειών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπως η Mastercard
Worldwide, ή μεγάλων γραφείων συμβούλων επιχειρήσεων και περιορισμού
δαπανών, όπως η Accenture και η Deloitte Consulting. Για να μην
αναφέρουμε και την παρουσία εκπροσώπου της εταιρείας διαδικτυακής
αξιολόγησης τουριστικών προορισμών TripAdvisor στις συζητήσεις
στρογγυλής τραπέζης που ήταν αφιερωμένες στις μετακινήσεις των
προσφυγικών πληθυσμών.
Σχεδιάγραμμα του προσφυγικού καταυλισμού της Αγκαντέρα στην Κένυα (κλικ για μεγέθυνση).
«Αποτελεί σήμερα έναν τεράστιο οικονομικό κλάδο.
Ορισμένοι τον αποκαλούν “βιομηχανία της βοήθειας”. Γνωρίζουμε ότι
αντιπροσωπεύει τουλάχιστον 25 δισ. ευρώ ετησίως. Προφανώς, από εμπορική
άποψη, μπορεί βγει χρήμα, ενώ παράλληλα αυτή η βιομηχανία θα πρέπει να
επιδείξει μια νέα αποτελεσματικότητα», παρατηρεί ο Μπεν Πάρκερ,
διευθυντής μέχρι το 2013 του Γραφείου για τον Συντονισμό των
Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (UNOCHA) στη Συρία και στην Ανατολική
Αφρική.
Σε περίοπτη θέση ανάμεσα στους εκατοντάδες εκθέτες, ένα περίπτερο
συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των επιχειρηματιών και μας επιτρέπει να
κατανοήσουμε καλύτερα τη λογική που επικρατεί. Εκεί διακρίνουμε μια
σκηνή για πρόσφυγες, η οποία περιλαμβάνει ένα ψεύτικο σερβίτσιο τσαγιού
και τη φωτογραφική αναπαραγωγή, σε φυσικό μέγεθος, μιας ιδιαίτερα
χαμογελαστής οικογένειας Σύριων. Το περίπτερο ανήκει στον μεγαλύτερο
διαχειριστή προσφυγικών καταυλισμών σε ολόκληρο των κόσμο, την Ύπατη
Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR). Η σκηνή χρηματοδοτείται
από τη διάσημη μάρκα σουηδικών επίπλων IKEA. Ο Περ Χέγκενες, πρόεδρος
του ιδρύματος του σουηδικού ομίλου και επικεφαλής του προγράμματος, δεν
παύει να υμνεί το νέο του προϊόν, που θυμίζει τα συναρμολογούμενα έπιπλα
της εταιρείας: «Δεν είναι διαφανής όπως οι υπόλοιπες σκηνές και
συνεπώς διαφυλάσσει καλύτερα την αξιοπρέπεια των προσφύγων. Οι πόρτες
κλείνουν, υπάρχουν παράθυρα και μόνωση. Προσφέρει μια πολύ διαφορετική
ποιότητα ζωής σε άτομα που αναγκάζονται να ζήσουν μακριά από τον τόπο
τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. (…) Είναι το πιο γερό μοντέλο: συνεπώς, μακροπρόθεσμα, η επένδυση στις σκηνές μας κοστίζει φθηνότερα στην UNHCR».
Από το 2010, το Ίδρυμα IKEA, με έδρα την Ολλανδία, χρηματοδοτεί
πλήρως μια επιχείρηση κοινωνικής ευθύνης με έδρα την Σουηδία: την Better
Shelter («Ένα καλύτερο καταφύγιο»). Αυτή η εταιρία έχει υπογράψει με
την UNHCR ένα συμβόλαιο για 30.000 σκηνές, συνολικού ύψους περίπου 35
εκατομμυρίων ευρώ. Η συναρμολογούμενη σκηνή-σπιτάκι της IKEA έχει ήδη
αποσταλεί σε καταυλισμούς προσφύγων της UNHCR σε Αιθιοπία, Ιράκ, Νότιο
Σουδάν και Κένυα. Για τον Χέγκενες, αυτή η εμπορική συνεργασία δεν είναι
διόλου ασύμβατη με το ανθρωπιστικό πνεύμα: «Για μένα, δεν πρόκειται
για μια αντίθεση ανάμεσα στο “βγάζω κέρδος” και στο “επιδίδομαι σε
ανθρωπιστική δράση”: έχουμε μάλλον την περίπτωση “κερδίζω προωθώντας
ταυτόχρονα την ανάπτυξη” (…). Σε κάθε περίπτωση, τα κέρδη της BetterShelter οφείλουν να επανεπενδυθούν στην κοινωνική επιχείρηση ή στο ίδρυμά μας».
«Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα βιογραφικά λαμβάνω κάθε μέρα»
Αν και ο σουηδικός γίγαντας κεφαλαιοποιεί επικοινωνιακά την επιτυχία
αυτής της συνεργασίας κάνοντας εκτεταμένες αναφορές στους καταλόγους με
τα έπιπλά του, ο Πάρκερ εκφράζει αρκετές αμφιβολίες για τη σημασία της
συμβολής της εταιρείας στους καταυλισμούς: «Όταν δούλευα στην Κένυα
το 2011, σημειώθηκε σοβαρότατη ξηρασία στην περιοχή του Ντανταάμπ, όπου
βρίσκεται ο μεγάλος καταυλισμός για τους Σομαλούς πρόσφυγες. Μας είπαν
εκείνη την εποχή ότι, μόνο για το Ντανταάμπ, η IKEA θα
έδινε 60 εκατομμύρια δολάρια. Η δωρεά αφορούσε αυτό το μοντέλο σκηνής,
αυτά τα μαγικά καταφύγια που θα κατασκευάζονταν για να προσφέρουν στους
πρόσφυγες καταπληκτικές συνθήκες ζωής. Χρειαζόταν άραγε το Ντανταάμπ
εκείνη την εποχή νέες ντιζαϊνάτες κατοικίες; Ειλικρινά, δεν το νομίζω.
Στις μέρες μας, μερικές φορές ο ιδιωτικός τομέας προσπαθεί να
εκμεταλλευθεί νέες αγορές μέσα από τον τομέα της φιλανθρωπίας: αυτό
πιθανώς συμβαίνει και στην περίπτωση της IKEA. Είναι πολύ καλό για τους μετόχους –για τους πρόσφυγες, δεν είμαι και τόσο σίγουρος».
Το 2016, η IKEA δεν ήταν μονάχα προμηθευτής σκηνών, αλλά και ο
σημαντικότερος ιδιώτης δωρητής της UNHCR, με 32 εκατομμύρια ευρώ.
Στη Γενεύη, το εντυπωσιακό γυάλινο κτίριο όπου εδρεύει η Ύπατη
Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες στεγάζει 1.000 εργαζόμενους, οι οποίοι
είναι κατά κύριο λόγο επιφορτισμένοι με τη διαχείριση των προσφυγικών
καταυλισμών για λογαριασμό των κρατών που δεν είναι σε θέση να αναλάβουν
όλο αυτό το έργο επιμελητείας. Με μια σημαντική ιδιαιτερότητα: αν και
επισήμως ο οργανισμός αυτός εξαρτάται από τον ΟΗΕ, στην πραγματικότητα
χρηματοδοτείται από ορισμένες μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες και
υπαγορεύουν την πολιτική και τις προτεραιότητές του. Το 2016, οι
Ηνωμένες Πολιτείες επωμίζονταν σχεδόν το 40% ενός προϋπολογισμού που
αγγίζει τα 7 δισ. ευρώ. Παραδοσιακά, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η
Ιαπωνία και η Σουηδία καλύπτουν κάθε χρόνο τον υπόλοιπο προϋπολογισμό. «Αναπτύσσουμε τώρα συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», εξηγεί η Μελίσα Φλέμινγκ, εκπρόσωπος Τύπου του οργανισμού στη Γενεύη. «Σε
έναν βαθμό, αυτό σημαίνει ότι η δουλειά μας αποκτάει περισσότερο
επαγγελματισμό. Το ανθρωπιστικό σύστημα έχει αναπτυχθεί: η ανθρωπιστική
δράση έχει γίνει επάγγελμα».
Όμως, πρόκειται για ένα επάγγελμα που πάσχει από έλλειψη πόρων.
Προκειμένου να εξοικονομήσει χρήματα, ο οργανισμός δημιούργησε το 2012
ένα τμήμα με τον τίτλο «Εργαστήριο Καινοτομίας», που έχει ως αποστολή τη
δρομολόγηση νέων συνεργασιών: με την IKEA για την κατοικία, με την
αμερικανική εταιρία ταχυμεταφορών UPS για τον επείγοντα ανεφοδιασμό και,
προσεχώς, με την Google για τη σχολική εκπαίδευση. Όταν ερωτάται για
τον κίνδυνο να αποκτήσουν αυτές οι εταιρείες κυρίαρχη θέση στις
διαδικασίες λήψης αποφάσεων, η UNHCR απαντάει μονότονα ότι η οικονομική
συμμετοχή τους εξακολουθεί να είναι περιθωριακή σε σχέση με εκείνη των
κρατών. Ωστόσο, οι συνεργασίες αυτές, αρχικά σχεδιασμένες ως απλές
δωρεές, αρχίζουν να παίρνουν νέες μορφές. Σύμφωνα με τον Πάρκερ, ο
οργανισμός έχει εμπλακεί σε γρανάζια από τα οποία πολύ δύσκολα θα
κατορθώσει να απεμπλακεί: «Το Ίδρυμα IKEA υποσχέθηκε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια στην UNHCR. Και τώρα, έχει στείλει κάποιον στην Ελβετία για να δει πώς διατέθηκαν τα χρήματά του. Αρχικά, νομίζω ότι η UNHCR
φανταζόταν ότι μπορούσε να αποκτά εθελοντικό προσωπικό και χορηγίες.
Τώρα έχουν αρχίσει να κατανοούν ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν λειτουργεί με
αυτόν ακριβώς τον τρόπο. (…) Οι επιχειρήσεις δεν θα έρθουν χωρίς ανταλλάγματα. Τι να πουν αν η IKEA, για παράδειγμα, αποφασίσει να πραγματοποιήσει δοκιμές υλικών μέσα στους προσφυγικούς καταυλισμούς;».
Και πώς να αντιδράσουν όταν ορισμένοι ευρωβουλευτές αποκαλύπτουν, όπως
ήδη έγινε τον Φεβρουάριο του 2016, ότι η IKEA εμπλέκεται σε ένα τεράστιο
σκάνδαλο φοροδιαφυγής, αποφεύγοντας την καταβολή φόρου στα κράτη
ακριβώς που χρηματοδοτούν την UNHCR («La Tribune», 13 Φεβρουαρίου 2016);
Ούτε κουβέντα δεν ακούστηκε από την Ύπατη Αρμοστεία…
Πέρα από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη χρησιμότητα των σκηνών IKEA,
τίθεται το ερώτημα του οικονομικού μοντέλου και των πολιτικών δυνάμεων
στη βούληση των οποίων υποτάσσεται σήμερα ο οργανισμός που χειρίζεται
τις τύχες εκατομμυρίων εκτοπισμένων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Στον
κλειστό, και συχνά εμπιστευτικό, κύκλο της ανθρωπιστικής δράσης, οι FrenchDoctors
(1), οι γιατροί-υπερασπιστές αγνοημένων υποθέσεων που, τη δεκαετία του
1970, πήγαιναν στην Αφρική για να στήσουν ιατρεία, έχουν πλέον
αντικατασταθεί από διαχειριστές με πτυχίο νομικής ή μάνατζμεντ από τις
πανεπιστημιακές σχολές του παγκοσμιοποιημένου εκπαιδευτικού συστήματος. Η
Φλέμινγκ επιβεβαιώνει: «Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα βιογραφικά
λαμβάνω κάθε μέρα. Ένας απίστευτος αριθμός ατόμων θέλει να κάνει αυτή
τη δουλειά: κυρίως νεαροί που ψάχνουν ένα νόημα στη ζωή τους και
έρχονται και μου λένε: “Το αποφάσισα, δεν θέλω πια να δουλεύω στην Γουόλ
Στριτ”». Για αυτά τα νέα στελέχη της ανθρωπιστικής δράσης, συχνά
γαλουχημένα με τις νεοκλασικές οικονομικές θεωρίες, η αντικατάσταση των
παλαιού τύπου ΜΚΟ από ιδιωτικές εταιρείες, τις οποίες θεωρούν
αποτελεσματικότερες, φαντάζει αυτονόητη.
Όμως, η γενεαλογική ανανέωση δεν αρκεί για να εξηγηθεί η πρόοδος που
σημειώνει η αγορά στους κόλπους ενός οργανισμού με ολοένα και πιο
εκτεταμένες αρμοδιότητες. Η διαρκής επιρροή που ασκούν οι Ηνωμένες
Πολιτείες, ο μεγαλύτερος δωρητής, οδηγεί σταδιακά τον οργανισμό να
συμμορφώνεται με το κυρίαρχο μοντέλο μάνατζμεντ: ένα μοντέλο που
στηρίζεται σε ακραίο βαθμό στην έννοια της αποδοτικότητας και στους
πίνακες κερδοφορίας. Ο Μπένζαμιν Γουάιτ, ιστορικός του πανεπιστημίου της
Γλασκόβης που ασχολείται με τους προσφυγικούς καταυλισμούς, παρατηρεί
εδώ και μερικά χρόνια αυτόν τον μετασχηματισμό: «Καθιερώνοντας μια
λογική χρηματοδότησης προγραμμάτων που υλοποιούνται μέσω μειοδοτικών
διαγωνισμών, μέσω της διαρκούς συγκεκριμενοποίησης και ποσοτικοποίησης
των αναγκών, τα κράτη, και κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ανάγκασαν τον
οργανισμό να λειτουργεί ως επιχείρηση, με τμήματα μάρκετινγκ,
“κοινωνικής ευθύνης” και αξιολόγησης, με σταθερό προϋπολογισμό. Οι
μεγάλες ΜΚΟ όπως η CARE ή το Νορβηγικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (NorwegianRefugeeCouncil) λειτουργούν με το ίδιο ακριβώς μοντέλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπιστικές επιχειρήσεις».
Αν και ο οργανισμός αρνείται να παραδεχθεί επίσημα αυτήν την άμεση
αμερικανική επιρροή στο μοντέλο της διαχείρισής του, η εκπρόσωπός του
ομολογεί ότι ο κυριότερος χρηματοδότης του επιλέγει τις κρίσεις που θα
αντιμετωπιστούν: «Δεν αποφασίζουμε εμείς. Μερικές φορές, την απόφαση
λαμβάνουν οι δωρητές. Υπάρχουν καταστάσεις εξίσου τραγικές με εκείνη
της Συρίας, για παράδειγμα στο Νότιο Σουδάν ή στην Κεντραφρικανική
Δημοκρατία, όμως εμείς χρηματοδοτούμαστε μονάχα για τους Σύριους».
Εικονικές τραπεζικές κάρτες για τις καθημερινές αγορές
Στο ωχρό φως του πρωινού, ο άνεμος σηκώνει τεράστια σύννεφα σκόνης,
κάνοντας να κυματίζουν τα ρούχα, απλωμένα σε σκοινιά στερεωμένα ανάμεσα
στα κιτρινισμένα από την πολυκαιρία κοντέινερ. Τριγύρω, η αφιλόξενη
έρημος. Τα παιδιά παίζουν σε μια αυτοσχέδια τραμπάλα, φτιαγμένη από
παλιά λάστιχα. Καμία σχέση με τις λαμπερές εικόνες στις μακέτες της
ανθρωπιστικής έκθεσης: ο καταυλισμός Ζαατάρι, οργανωμένος το 2012 από
την UNHCR στην Ιορδανία, σε απόσταση μικρότερη των 15 χιλιομέτρων από τα
σύνορα με τη Συρία, φιλοξενεί σήμερα περισσότερους από 80.000 Σύριους
πρόσφυγες. Τρία χρόνια μετά τη δημιουργία του καταυλισμού, το Παγκόσμιο
Πρόγραμμα Σίτισης (World Food Programme, WFP) –οργανισμός του ΟΗΕ
επιφορτισμένος με τη διανομή τροφίμων– αποφάσισε για πρώτη φορά στην
ιστορία του να υιοθετήσει την οικονομία της αγοράς. Τα δέματα τροφίμων
αντικαταστάθηκαν από δύο ανταγωνιστικά μεταξύ τους σουπερμάρκετ: το
Safeway (απλή συνωνυμία με τον αμερικανικό γίγαντα) και το Tazweed
(θυγατρική ενός κουβεϊτιανού ομίλου τροφίμων που ειδικεύεται στους
καταυλισμούς προσφύγων). «Το γεγονός ότι υπάρχουν δύο σουπερμάρκετ
με προφανή εμπορική λογική, στα οποία μπορείτε, με ένα δολάριο την
ημέρα, να ξοδεύετε όσα έχετε και όσα θέλετε, μετέτρεψε τους ανθρώπους σε
χαρούμενους καταναλωτές», διακηρύσσει ο Κίλιαν Κλάινσμιτ, που
διηύθυνε τον καταυλισμό για λογαριασμό της UNHCR μεταξύ του 2013 και του
2016, ένθερμος υποστηρικτής αυτού του, κατά τη γνώμη του πολύ
φθηνότερου, νέου συστήματος.
Η παράλληλη οικονομία που αναπτυσσόταν σταδιακά από τους ίδιους τους
πρόσφυγες στο αυτοσχέδιο παζάρι του Ζαατάρι βρέθηκε αντιμέτωπη με τους
νέους παίκτες και την επιθετική οικονομική λογική τους. Μια εικονική
τραπεζική κάρτα, στην οποία η UNHCR και το WFP πιστώνουν 50 δολάρια τον
μήνα για κάθε Σύριο πρόσφυγα, αλλά δεν γίνεται δεκτή παρά μόνο στα δύο
ανταγωνιστικά σουπερμάρκετ του Ζαατάρι, επιτρέπει στους νέους «πελάτες»
να ξαναβρούν τις χαρές της κατανάλωσης στα μεγάλα εμπορικά κέντρα. «Ειδικευόμαστε στους καταυλισμούς. Έχουμε ήδη δουλέψει για την UNHCR στο Ιράκ και στην Υεμένη»,
δηλώνει, μπροστά στα κατάφορτα ράφια με προϊόντα που εισήχθησαν από το
Κουβέιτ, ο Λαΐτ Αλ-Ζαζί, υπεύθυνος ανάπτυξης του ομίλου Tazweed. «Νομίζω
ότι ο ανταγωνισμός είναι κάτι υγιές. Εγγυάται καλύτερες υπηρεσίες,
φθηνότερες τιμές για τους πρόσφυγες ή μάλλον –αφήστε με να χρησιμοποιήσω
αυτόν τον όρο– για τους δικαιούχους».
Δεδομένου ότι η πελατεία είναι πραγματικά αιχμάλωτη, το WFP
διαβεβαιώνει ότι έχει περιορίσει τα κέρδη των δύο σουπερμάρκετ στο 5%
του κύκλου εργασιών τους. Όμως ο Κλάινσμιτ, πλέον ένας ανεξάρτητος
σύμβουλος με μεγάλη επιρροή στον χώρο, επιθυμεί να προωθήσει ακόμα
περισσότερο αυτό το σύστημα υπεργολαβίας σε ιδιώτες και να τελειώνει με
το ξεπερασμένο μοντέλο ανθρωπιστικής πρόνοιας. Γιατί να μην χρεώνονται
άμεσα σε όσους πρόσφυγες ανοίγουν ένα μαγαζάκι μέσα στους καταυλισμούς
οι ανθρωπιστικές υπηρεσίες που λαμβάνουν; «Κατά τη γνώμη μου, είναι
πολύ νοσηρό αυτό το σύστημα γενικευμένης βοήθειας. Δηλαδή τι; Θα
γυρίσετε στις χώρες καταγωγής σας και θα ρωτάτε την κυβέρνησή σας: “Τι
θα μου δώσετε τζάμπα;” Ας αποδεχθούμε ότι κάθε πράγμα έχει μια τιμή και
ότι το υπάρχον οικονομικό σύστημα στηρίζεται στο γεγονός ότι κάθε
υπηρεσία που σας παρέχεται οφείλει να αποτιμάται σε χρήμα».
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε μια μαχητική παρέμβασή του για
τους Βιετναμέζους «boat people» (2), ο Μισέλ Φουκώ δήλωνε: «Οι πρόσφυγες είναι οι πρώτοι που τους κλείνουν έξω!». Μπορούσε άραγε να φανταστεί ότι κάποτε θα έπρεπε και να πληρώνουν γι’ αυτό;
(Σ.τ.Μ.) French doctors (Γάλλοι γιατροί) είναι η συντομευμένη διεθνής αναφορά στη γαλλική ανθρωπιστική οργάνωση Γιατροί Χωρίς Σύνορα. Συχνά η αναφορά εκτείνεται και στους Γιατρούς του Κόσμου.
(Σ.τ.Μ.) Πρόκειται για τους πρόσφυγες που διέφευγαν από το Βιετνάμ
με βάρκες και περίμεναν τη διάσωσή τους σε διεθνή ύδατα, μια κατάσταση
που οδήγησε σε μείζονα ανθρωπιστική κρίση κατά τα τέλη της δεκαετίας του
1970.
«Η Ελλάδα γυρίζει σελίδα» ήταν η δήλωση του πρωθυπουργού μετά το Eurogroup.
Ο Στάθης σκιτσάρει για τον «Ημεροδρόμο»
Εξίσου πανηγυριώτικος ο τόνος και του κ.Τσακαλώτου: «Περισσότερο φως στην άκρη του τούνελ» μετά τη συμφωνία, ισχυρίστηκε.
Ας δούμε, τώρα, «γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα(;)»:
α) Πήραν, λένε, δόση 8,5 δισ. ευρώ. Αλλά:
– στις 17 Ιουλίου εκκρεμεί πληρωμή 2,1 δις προς ιδιώτες ομολογιούχους,
– στις 18 Ιουλίου πληρωμή 300 εκ. στο ΔΝΤ,
– στις 20 Ιουλίου πληρωμή 3,9 δις στην ΕΚΤ,
– στις 27 Αυγούστου πληρωμή 1,6 δις στον ESM,
– στις 19 Σεπτεμβρίου και 4 Δεκεμβρίου 300 εκ. στο ΔΝΤ.
Το άθροισμα αυτών: 8,2 δις.
Συνεπώς: Κάντε την
αφαίρεση των 8,5 δις που «πήραν» με τα 8,2 δις που θα πληρωθούν (χωρίς
να προσμετρούνται τα άνω των 5 δις χρέη του δημοσίου προς ιδιώτες) και
θα καταλάβετε πόσο αξίζουν τα πανηγύρια τους…
β) Και μετά το τελευταίο Eurogroup η πορεία που μας προδιαγράφουν σημαίνει:
– Πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και
– 2% πλεονάσματα κατά μέσο όρο για τα επόμενα 40 χρόνια!
Δηλαδή τι μας λένε;
Ότι οι Έλληνες θα ζουν με μνημονιακούς μισθούς και μνημονιακές συντάξεις μέχρι το 2060!
Γιατί; Για να παραχθούν πλεονάσματα άνω των 150 δισ. ευρώ!
Γιατί; Για να πληρωθούν
χρέη που άλλοι τα ξεκοκάλισαν, αλλά που ο λαός τα έχει πληρώσει ήδη με
τους ήδη ισοπεδωμένους μισθούς και με τις ήδη εξαϋλωμένες συντάξεις του!
Ο Αύγουστος ήταν για μένα, όταν
ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μου μήνας· αυτός φέρνει,
μαθές*, τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια· τον ονομάτισα
Άγιον Αύγουστο· αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σε αυτόν θα κάνω την
προσευκή μου· όταν θέλω τίποτα, από αυτόν θα το ζητώ, κι αυτός θα το
ζητήσει από το Θεό, κι ο Θεός θα μου το δώσει.
Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον
ζωγράφισα: Έμοιαζε πολύ του παππού μου του χωριάτη· τα ίδια κόκκινα
μάγουλα, το ίδιο φαρδύ χαμόγελο, μα ήταν ξυπόλυτος μέσα σ' ένα πατητήρι
και πατούσε σταφύλια, και τα πόδια του ως τα γόνατα κι ως πάνω στα μεριά
τα 'χα ζωγραφίσει κόκκινα από το μούστο· κι είχα στεφανώσει το κεφάλι
του με κληματόφυλλα. Όμως κάτι του 'λείπε· μα τι; Τον κοίταξα καλά καλά
και του 'βαλα δυο κέρατα στο κεφάλι, ανάμεσα στα κληματόφυλλα, γιατί το
μαντίλι που φορούσε ο παππούς μου έκανε δεξά και ζερβά δυο μεγάλους
κόμπους σαν κέρατα.
Από τη στιγμή που τον ζωγράφισα και
στερέωσα το πρόσωπο του, στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη μου σε
αυτόν, και κάθε χρόνο τον περίμενα να 'ρθει, να τρυγήσει τ' αμπέλια της
Κρήτης, να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το θάμα του, να βγάλει από
τα σταφύλια κρασί. Γιατί, θυμούμαι, το μυστήριο τούτο με τυράννησε πολύ
—πώς μπορεί να γίνει το σταφύλι κρασί· μονάχα ο Αγιος Αύγουστος μπορούσε
να κάμει ένα τέτοιο θάμα· κι έλεγα: Αχ, να τύχαινε να τον συναπαντήσω
μια μέρα στο αμπέλι που είχαμε απόξω από το Μεγάλο Κάστρο και να τον
ρωτήσω να μου πει το μυστικό. Τι 'ναι το θάμα τούτο δεν καταλάβαινα. Η
αγουρίδα γίνεται σταφύλι, το σταφύλι γίνεται κρασί, το κρασί το πίνουν
οι ανθρώποι και μεθούνε· γιατί μεθούνε; Όλα αυτά μου φαίνουνταν μυστήρια
φοβερά, και μια φορά που ρώτησα τον πατέρα μου, αυτός μάζεψε τα φρύδια:
«Μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν!», μου αποκρίθηκε.
Τον Αύγουστο ξάπλωναν και στους
οψιγιάδες* τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μια
χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι· ο
αγέρας μύριζε, η γης καίγουνταν, τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά, σα να
κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα εκείνη, της Κοίμησης της
Παναγιάς, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου
κάθουνταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε· είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι,
που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα
μου, αμίλητοι. Φαίνουνταν στενοχωρημένοι.
Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ' ένα
συννεφάκι που 'χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και
προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα μου και κοίταζα το
σύννεφο· μου άρεσε· σκούρο μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλλαζε
πρόσωπο και κορμί, πότε σα γεμάτο ασκί, πότε σα μαυροφτέρουγο όρνιο και
πότε σαν τον ελέφα που είχα δει ζωγραφιά· κουνούσε την προβοσκίδα του κι
έψαχνε ν' αγγίξει κάτω της γης. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της
ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατά
το σύννεφο που προχωρούσε.
— Ανάθεμά το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
— Δάγκασε τη γλώσσα σου, του 'καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος, δε θα το αφήσει η Παναγιά· σήμερα είναι της χάρης της.
Ο πατέρας μου έγρουξε*, μα δεν έβγαλε άχνα· πίστευε στην Παναγιά, μα δεν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε·
οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα
χαμήλωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
— Παναγιά μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!
Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν,
καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της
χρονιάς· κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν
μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ' αυλάκια,
πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές από το
κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους
λυπηθεί, να βάλει το χέρι της, και στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω από τις
ελιές στο κάθε αμπέλι.
Ξέφυγα από το σπιτάκι, έτρεξα μέσα στη νεροποντή, παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει, σα μεθύσι.
Είχα φτάσει ως το δρόμο, δεν μπόρεσα να
τον περάσω, ήταν ποταμός, και στάθηκα και κοίταζα: Μαζί με τα νερά
κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μεσοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της
χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε,
μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στα νερά και μάχουνταν να
περισώσουν λίγη σταφίδα· άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν
βγάλει τις μπολίδες τους* και συρομαδιούνταν*.
Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο· πήρα
δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν* να κρύψω τη χαρά μου· βιάζουμουν να
δω τι θα 'κανε ο πατέρας μου· θα 'κλαίγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε;
Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.
— Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
— Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!
Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ
μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα·
αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι,
μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε· ασάλευτος κοίταζε τον
όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την
αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Nίκος Καζαντζάκης - απόσπασμα από το «Αναφορά στον Γκρέκο»
* μαθές: βέβαια * στους οψιγιάδες (ο
οψιγιάς): στα χωράφια δίπλα στα αμπέλια. Μετά από ειδικό καθάρισμα
άπλωναν σ' αυτά και ξέραιναν τις σταφίδες * έγρουξε (γρούζω): γόγγυξε *
τις μπολίδες τους (η μπολίδα): τα τσεμπέρια τους, τα μαντίλια που έδεναν
το κεφάλι τους * συρομαδιούνταν (συρομαδιέμαι): τραβούσαν τα μαλλιά
τους * μάχουμουν (μάχουμαι= μάχομαι): προσπαθούσα
Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, Βάκχος. Θεός
του οίνου. Θεός των αρχαίων (Θεόφιλος. Ζωγραφικοί πίνακες, Δήμος
Μυτιλήνης - Μουσείο Θεοφίλου)
CoverPhoto: Αγήνορα Αστεριάδη, Τρύγος. Δύο γυναίκες (Αγήνωρ Αστεριάδης. Ζωγραφική - Χαρακτική, Δήμος Αθηναίων - Δήμος Λάρισας)
Η έρευνά μας για την ευτυχία δεν μας
έχει μάθει προσώρας τίποτα που δεν είναι ευρέως γνωστό. Ακόμη κι όταν
τη συνεχίζουμε με το ερώτημα γιατί είναι τόσο δύσκολο για τους ανθρώπους
να είναι ευτυχισμένοι, η προοπτική να μάθουμε κάτι καινούργιο δεν είναι
τόσο μεγάλη.
Έχουμε ήδη δώσει την απάντηση, αφού ήδη μνημονεύσαμε τις τρεις πηγές
από τις οποίες προέρχονται τα βάσανά μας: την υπεροχή της φύσης, την
αδυναμία του σώματός μας, και τις ατέλειες των θεσμών που ρυθμίζουν τις
αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων στην οικογένεια, το Κράτος και την
κοινωνία.
Σε σχέση με τις δύο πρώτες, η κρίση μας
δεν μπορεί να ταλαντεύεται περισσότερο· μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε
αυτές τις πηγές πόνου και να παραδοθούμε στο αναπότρεπτο. Δεν θα
κυριαρχήσουμε ποτέ ολότελα πάνω στη φύση, ο οργανισμός μας, κομμάτι κι ο
ίδιος αυτής της φύσης, θα παραμείνει πάντα ένα πρόσκαιρο, ένα
περιορισμένης προσαρμογής και απόδοσης μόρφωμα.
Η επίγνωση αυτή δεν λειτουργεί
παραλυτικά· τουναντίον, κατευθύνει τη δραστηριότητά μας. Δεν μπορούμε να
εξαλείψουμε όλα τα βάσανά μας, αλλά μπορούμε να εξαλείψουμε πολλά από
αυτά, ενώ κάποια άλλα να τα ανακουφίσουμε- η εμπειρία χιλιάδων χρόνων
μάς το έχει αποδείξει. Διαφορετικά συμπεριφερόμαστε με την τρίτη πηγή,
την κοινωνική πηγή του πόνου.
Δεν θέλουμε να την παραδεχτούμε, δεν
μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί οι θεσμοί που οι ίδιοι δημιουργήσαμε δεν
θα έπρεπε να μας προστατεύουν και να μας ωφελούν περισσότερο. Εξάλλου,
όταν σκεφτόμαστε πόσο άσχημα έχει λειτουργήσει το ζήτημα της πρόληψης
του πόνου, εγείρεται η υποψία ότι πίσω του μπορεί, επίσης, να κρύβεται
ένα κομμάτι της ακατανίκητης φύσης, δηλαδή της δικής μας ψυχικής
κατασκευής.
Καθώς ασχολούμαστε με τούτη την
πιθανότητα, συναντάμε μια τόσο εκπληκτική άποψη, στην οποία θα θέλαμε να
σταματήσουμε για λίγο. Σύμφωνα με αυτήν ένα μεγάλο μέρος ευθύνης για
την αθλιότητά μας φέρει ο αποκαλούμενος πολιτισμός, που, αν τον
αρνούμασταν και επιστρέφαμε στις πρωτόγονες σχέσεις, θα ήμασταν πιο
ευτυχισμένοι.
Τη λέω εκπληκτική, διότι – όπως και αν
θέλουμε να ορίσουμε την έννοια πολιτισμός – όλα αυτά με τα οποία
προσπαθούμε να προστατευτούμε από την απειλή που εκπέμπουν οι πηγές του
πόνου ανήκουν στον ίδιο ακριβώς τον πολιτισμό.
[...]
Έχουμε εδώ έναν ακόμη παράγοντα
απογοήτευσης. Τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι έκαναν εξαιρετικές
προοόδους στις φυσικές επιστήμες και στις τεχνικές τους εφαρμογές, η
κυριαρχία τους επί της φύσεως εδραιώθηκε σε έναν αδιανόητο προηγουμένως
βαθμό.
Τα καθέκαστα αυτών των προόδων είναι
κοινώς γνωστά, και περιττεύει να τα απαριθμήσουμε. Οι άνθρωποι
περηφανεύονται γι’αυτά τα επιτεύγματα, και όχι αδίκως. Όμως φαίνεται πως
έχουν αντιληφθεί ότι η νεοαποκτηθείσα εξουσία επί του χώρου και του
χρόνου, η υποταγή των φυσικών δυνάμεων, εκπλήρωση χιλιόχρονων πόθων, δεν
αυξάνει τον βαθμό ικανοποίησης της απόλαυσης που προσδοκούν από τη ζωή,
δεν τους προσφέρει περισσότερο ευτυχισμένα συναισθήματα.
Έτσι, από τη διαπίστωση αυτή καλό θα
ήταν να αντλήσουμε απλώς και μόνο το συμπέρασμα ότι η εξουσία επί της
φύσεως δεν είναι η μοναδική προϋπόθεση τηςη ανθρώπινης ευτυχίας, όπως
ακριβώς δεν είναι ο μοναδικός σκοπός των πολιτισμικών επιδιώξεων, αλλά
όχι και να συναγάγουμε από αυτήν ότι οι τεχνικές πρόοδοι δεν έχουν αξία
για την οικονομία της ευτυχίας μας.
Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς: δεν
αποκομίζω ένα θετικό κέρδος απόλαυσης, δεν αυξάνεται το συναίσθημα της
χαράς μου, όταν μπορώ να ακούσω όσο συχνά θέλω τη φωνή του παιδιού μου
που ζει χιλιόμετρα μακριά μου, όταν μπορώ να μάθω από τον φίλο μου,
αμέσως μετά την άφιξή του, ότι το μακρύ, κουραστικό ταξίδι του πήγε
καλά;
Δεν σημαίνει τίποτα ότι η ιατρική
κατόρθωσε να μειώσει εντυπωσιακά τη θνησιμότητα των μικρών παιδιών, ότι ο
κίνδυνος μόλυνσης για τις λεχώνες έχει υποχωρήσει τόσο σημαντικά, ώστε
να επιμηκυνθεί για αρκετά χρόνια ο μέσος όρος ζωής των πολιτισμένων
ανθρώπων; Και θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε μια μεγάλη σειρά
ευεργετημάτων που οφείλουμε στην τόσο κακολογημένη εποχή των τεχνικών
και επιστημονικών επιτευγμάτων.
Όμως, αφήνουμε την φωνή της απαισιόδοξης
κριτικής να ακουστεί και να μας προτρέψει ότι οι περισσότερες από τις
απολαύσεις αυτές είναι κατά το πρότυπο εκείνης της «φτηνής απόλαυσης»
που εγκωμιάζεται σε κάποιο ανέκδοτο.
Η απόλαυση εκείνου, με άλλα λόγια, που βγάζει το πόδι του από το σκέπασμα μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα, για να το ξαναβάλει μέσα.
Αν δεν υπήρχε τρένο για να μειώσει τις
αποστάσεις, δεν θα υπήρχε και παιδί για να απομακρυνθεί από τον πατέρα
του, και δεν θα χρειαζόταν τηλέφωνο για να ακούσει ο τελευταίος τη φωνή
του. Αν δεν υπήρχαν πλοία να διασχίζουν τον ωκεανό, κανείς δεν θα έκανε
ένα τέτοιο ταξίδι, και δεν θα χρειαζόταν τηλέγραφος για να ανακουφίσει
την έγνοιά μου για το πώς έφτασε ο φίλος μου.
Ποιο το όφελος από τον περιορισμό της
παιδικής θνησιμότητας, όταν μας επιβάλλει έναν υπερβολικό περιορισμό των
γεννήσεων, με αποτέλεσμα να μη μεγαλώνουμε στο σύνολο περισσότερα
παιδιά από όσα κατά την εποχή πριν από την επικράτηση της υγιεινής, ενώ
έχουμε δυσχεράνει τη σεξουαλική μας ζωή μέσα στο γάμο και έχουμε πιθανόν
δουλέψει αντίθετα σε σχέση με την ευεργετική τάση της φυσικής επιλογής;
Και, τέλος, τι να την κάνουμε τη
μακροζωία, όταν ταλαιπωρούμαστε, όταν δεν έχουμε φίλους, όταν ο πόνος
μάς φέρνει στο σημείο να καλοδεχόμαστε τον θάνατο σαν λύτρωση;
Φαίνεται βέβαιο ότι δεν νιώθουμε καλά
μέσα στον σημεριινό πολιτισμό μας, αλλά είναι πολύ δύσκολο να κρίνουμε
αν και σε ποιον βαθμό οι άνθρωποι προηγούμενων εποχών αισθάνονταν
ευτυχέστεροι και κατά πόσο συνέβαλλαν σ’ αυτό οι πολιτισμικές συνθήκες.
Θα έχουμε πάντα την τάση να
αντιλαμβανόμαστε την αθλιότητα αντικειμενικά, δηλαδή να μεταφερόμαστε με
την ευαισθησία και τις απαιτήσεις μας σ’ εκείνες τις συνθήκες και,
κατόπιν, να αναζητούμε τις αφορμές που θα βρίσκαμε σ’ αυτές για
συναισθήματα ευτυχίας ή δυστυχίας.
Τούτος ο τρόπος παρατήρησης, που
φαίνεται αντικειμενικός, διότι παραβλέπει τις παραλλαγές της
υποκειμενικής ευαισθησίας, είναι φυσικά, και ο πλέον υποκειμενικός που
μπορεί να υπάρξει, εφόσον κάποιος τοποθετεί στη θέση όλων των άλλων
άγνωστων ψυχικών ιδιοσυγκρασιών τη δική του.
Όμως, η ευτυχία είναι κάτι τελείως
υποκειμενικό. Τρομάζουμε ακόμη απέναντι σε ορισμένες καταστάσεις, όπως
αυτή του αρχαίου σκλάβου της γαλέρας, του αγρότη κατά τον Τριακονταετή
πόλεμο, του θύματος της Ιεράς Εξέτασης, του Εβραίου που περίμενε το
πογκρόμ.
Αλλά μας είναι αδύνατον να προσεγγίσουμε
εσωτερικά αυτούς τους ανθρώπους, να μαντέψουμε τις μεταβολές που η
αρχική απάθεια, η σταδιακή άμβλυνση, η αναστολή των προσδοκιών, οι
τραχύτεροι ή λεπτότεροι τρόποι νάρκωσης της ευαισθησίας τους για
συναισθήματα ευχαρίστησης ή δυσαρέσκειας έχουν επιφέρει.
Σε περίπτωση ακραίας πιθανότητας πόνου
ενεργοποιούνται και κάποιοι προστατευτικοί ψυχικοί μηχανισμοί. Μου
φαίνεται άσκοπο να συνεχίσουμε παραπέρα τούτη την πλευρά του ζητήματος.
S. Freud, Η δυσφορία μέσα στον πολιτισμό (εκδ. Πλέθρον, μτφ: Β. Πατσογιάννης)
Tου Περικλή Κοροβέση
Το 1987, η Μάργκαρετ Θάτσερ, ήδη οκτώ χρόνια στην εξουσία, σε μια
συνέντευξή της στο περιοδικό «Woman’s own», εξηγούσε τη φιλοσοφία της
όπως την είχε πραγματώσει στο κυβερνητικό της έργο.
«Τι είναι η κοινωνία; Δεν υπάρχει. Υπάρχουν άντρες, γυναίκες και
οικογένειες. Καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτούς. Αυτό
είναι έργο δικό τους». Και λιγάκι πιο κάτω εξηγούσε γιατί διέλυσε το
κράτος πρόνοιας.
«Ερχεται ο άλλος και σου λέει: “Και σε τι μου χρησιμεύει να εργαστώ;
Τα ίδια παίρνω από το ταμείο ανεργίας”. Δηλαδή η κοινωνία αποτελείται
από μεμονωμένα άτομα. Επιβιώνουν αυτοί που το αξίζουν και οι άλλοι είναι
άξιοι της τύχης τους». Η γυναίκα που εφάρμοσε πρώτη στην Ευρώπη το
δόγμα του νεοφιλελευθερισμού (μετά τον δικτάτορα Πινοσέτ και τον Ρίγκαν)
είναι αξιοθαύμαστη για τον κυνισμό της.
Το λέει ορθά-κοφτά. Τα καλύτερα άτομα, δηλαδή η οικονομική και
τραπεζιτική ελίτ, έχουν όλα τα δικαιώματα και μπορούν να κάνουν ό,τι
θέλουν. Αν δεν μπορέσατε τώρα, εσείς οι υπόλοιποι, να γίνετε βιομήχανοι
και χρηματιστές, είναι απόδειξη της ανικανότητάς σας.
Με μια πιο προσεκτική ανάγνωση αυτής της σκέψης, που εδώ που τα λέμε
είναι διάχυτη και σε εμάς με τον λαϊκό αφορισμό «Οποιος θέλει δουλειά
βρίσκει», είναι η προσαρμογή της θεωρίας των ανώτερων και κατώτερων
φυλών στο δόγμα του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού.
Οι ανισότητες που υπάρχουν σήμερα σε όλον τον κόσμο, ακόμα και στον
ανεπτυγμένο, δεν μπορούν να εξηγηθούν χωρίς αυτό το ναζιστικό θεωρητικό
υπόβαθρο. Χωρίς να ταυτίζουμε ναζισμό και νεοφιλελευθερισμό, είναι δύο
θεωρίες εξουσίας που έχουν τον ίδιο στόχο: τον εξοβελισμό των πολλών που
ακούει στο ευγενικό όνομα λιτότητα.
Αντί να τα λένε προγράμματα καραμπινάτης φτώχειας και εξαθλίωσης,
αλλάζουν το πραγματικό τους όνομα και το ξίδι το λένε γλυκάδι. Το 1979
που πήρε την εξουσία η Θάτσερ, η Ευρώπη έβλεπε τα πειράματά της σαν
ακόμα μια παραξενιά των Εγγλέζων.
Ο Τσόρτσιλ μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου είχε δηλώσει πως
«θέλουμε μια Ενωμένη Ευρώπη, αλλά εμείς δεν είμαστε Ευρωπαίοι». Προφανώς
είχε στο μυαλό του τη Βρετανική Αυτοκρατορία που μέχρι τις αρχές της
δεκαετίας του ’20 είχε κατακτήσει το 20% του πλανήτη.
Αλλά και ο Ντε Γκολ δεν ήθελε την Αγγλία στην Ευρώπη και είχε θέσει
εγκαίρως το ερώτημα: «Η Αγγλία θα μπει στην Ευρώπη για να τη χτίσει ή
για να την καταστρέψει;». Και έπεσε διάνα.
Το Brexit ήταν το πρώτο βήμα για τη διάλυση αυτής της Ε.Ε. Αλλά
κανείς δεν περίμενε πως οι ιδέες της Θάτσερ θα γίνονταν η επίσημη
πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Να σημειώσουμε πως την ημέρα του θανάτου
της Θάτσερ, οι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου βγήκαν στους δρόμους και
πανηγύριζαν. Εκεί δεν ισχύει το δικό μας «ο αποθανών δεδικαίωται».
Η πολιτική της Θάτσερ μέσω των μνημονίων εφαρμόζεται και στα καθ’
ημάς. Δεν είναι μόνο η οικονομία που καταστρέφεται. Είναι και η διάλυση
των κοινωνικών θεσμών. Ζούμε μια καταστροφή που κάθε μέρα κερδίζει
έδαφος χωρίς να υπάρχει στον ορίζοντα ορατό σημείο ανάκαμψης ή
επιστροφής των κεκτημένων.
Η κατάθλιψη γίνεται εθνική μας συνείδηση και η μοναξιά απόδειξη της
κατεστραμμένης κοινωνίας. Κι όπως πάμε δεν θα αργήσει η μέρα που οι ήδη
υπολειτουργούντες θεσμοί θα μπουν σε πορεία μαραζώματος για να δοθούν
βορά σε σαρκοφάγους επενδυτές.
Μια άλλη επίπτωση που είχε ο θατσερισμός με το δόγμα «ο καθένας για
πάρτη του» ήταν η άνοδος της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας.
Αυτό ήδη το διαπιστώνουμε και στην Ελλάδα. Ολοι στον περίγυρό τους έχουν
κάτι να μαρτυρήσουν για μικροκλοπές στον δρόμο ή στις δημόσιες
συγκοινωνίες ή ακόμα διαρρήξεις σε σπίτια. Από αυτές ένα υψηλό ποσοστό
παραμένει ανεξιχνίαστο. Και αυτό σημαίνει πως ο κλέφτης, αν δεν είναι
σεσημασμένος, έχει λίγες πιθανότητες να συλληφθεί.
Πράγμα που σημαίνει πως αυτό το επάγγελμα έχει μια σχετική ασυλία.
Οπως μας έχουν δείξει οι κοινωνιολογικές μελέτες, οι παραβατικές πράξεις
είναι η επιχειρηματικότητα των φτωχών. Δεν είχαν κι άλλη δουλειά να
κάνουν και μπορεί κανείς να τους εντάξει στους αυτοαπασχολούμενους, κάτι
που είναι τελείως συμβατό με το πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού. Και αν
κάποιοι από αυτούς προκόψουν και φτάσουν ψηλά, μπορεί να γίνουν και
βαρόνοι στα ΜΜΕ.
Περιττό να πούμε πως σε αυτή τη μεθοδευμένη λαίλαπα, που φέρνει το
ένα μνημόνιο πίσω από το άλλο, υπάρχουν αντιστάσεις, υπάρχουν
εναλλακτικές προτάσεις, υπάρχουν και βιβλία που αναλύουν τη σύγχρονη
πραγματικότητα και που θα μπορούσαν να ήταν στέρεες βάσεις για κοινωνική
δράση. Αλλά δεν φτάνουν ποτέ σε αυτό που λέμε ευρύ κοινό.
Αυτό είναι προνόμιο της τηλεόρασης, που είναι ταυτόχρονα και
ευαγγελιστής και χωροφύλακας, διαμορφώνοντας τη σκέψη μας και
προκαλώντας ανήκεστο βλάβη. Λίγοι ξεφεύγουν από αυτή την παγίδα. Αλλά
είναι οι μόνοι που μπορούν να κάνουν κάτι. Εχουν άλλη ματιά στα
πράγματα. Αυτούς χρειαζόμαστε. efsyn.gr
«Είναι σαφές πως οι τραπεζίτες δεν είναι άνθρωποι για να τους εμπιστεύεται κανείς…»
Στο αριστούργημά του «Το
κατά Ιησούν Ευαγγέλιον» (εκδόσεις Καστανιώτη) που πολεμήθηκε όσο λίγα
από την Εκκλησία και που η πορτογαλική κυβέρνηση το απέσυρε από το
Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος με το αιτιολογικό ότι… «δεν εξέφραζε τη χώρα», γράφει:
«O Ιησούς σηκώθηκε,
ένιωσε μια άπειρη δύναμη να ξυπνά στο πνεύμα του, εκείνη την ώρα ήταν
ικανός να κάνει τα πάντα, να διώξει το θάνατο από εκείνο το κορμί, να
κάνει να επιστρέψει σ’ αυτό η ύπαρξη και το είναι του ακέραια, ο λόγος, η
κίνηση, το γέλιο και το δάκρυ ακόμη, όχι όμως κι ο πόνος, μπορούσε να
πει, Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή, όποιος σε μένα πιστεύει, ακόμη και
νεκρός, θα ζήσει, και θα ρωτούσε τη Μάρθα. Εσύ το πιστεύεις αυτό, και
εκείνη θα απαντούσε, Ναι, πιστεύω ότι είσαι ο γιος του Θεού που θα
ερχόταν στον κόσμο, κι έτσι, αφού βρίσκονται όλα τα χρειώδη διαθέσιμα
και παρατεταγμένα, η δύναμη και η δυνατότητα, η θέληση να τις
χρησιμοποιήσει, το μόνο που λείπει είναι ο Ιησούς, κοιτάζοντας το
εγκαταλειμμένο από την ψυχή του σώμα, απλώνοντάς του τα χέρια,
δείχνοντάς του το δρόμο της επιστροφής, να πει, Λάζαρε, σήκω, κι ο
Λάζαρος να σηκωθεί, γιατί ο Θεός το θέλησε, ακριβώς όμως εκείνη τη
στιγμή, την πραγματικά τελευταία και έσχατη, η Μαρία η Μαγδαληνή βάζει
το χέρι της πάνω στον ώμο του Ιησού και του λέει. Κανείς δεν
έχει αμαρτήσει τόσο στη ζωή του που ν’ αξίζει να πεθάνει δυο φορές, και
τότε ο Ιησούς άφησε τα χέρια του να πέσουν και βγήκε έξω να κλάψει».
Έξι χρόνια αργότερα, το 1998, όταν του απονέμεται το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, λέει («Βήμα», 18/10/1998):
«Σε
έναν κόσμο όπου μια χούφτα άνθρωποι κατέχουν περισσότερα αγαθά από ό,τι
ο μισός πληθυσμός του πλανήτη και κανένας δεν κάνει τίποτε γι’ αυτό,
νομίζω ότι όλες οι υπόλοιπες συντέλειες περισσεύουν».
Το 2004, συγκλονισμένος από την τακτική γενοκτονίας του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων, δηλώνει:
«Η
Ραμάλα είναι το Άουσβιτς του σήμερα: Στη Ραμάλα είδα την ανθρωπότητα
ταπεινωμένη και εκμηδενισμένη, όπως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των
ναζί».
Στο βιβλίο του «Το τετράδιο» (εκδόσεις Καστανιώτη) μνημονεύει τα λόγια του Πορτογάλου ποιητή Αλμέιντα Γκαρέτ:
«Κι εγώ ρωτώ τους
οικονομολόγους, τους πολιτικούς, τους ηθικολόγους: υπολόγισαν ποτέ τον
αριθμό των ατόμων που υποχρεωτικά καταδικάζονται σε αθλιότητα, σε άνιση
εργασία, σε εξαχρείωση, σε αφροσύνη, σε διεφθαρμένη άγνοια, σε ανίκητη
δυστυχία, σε απόλυτη ένδεια, για να παραχθεί ένας πλούσιος;»
Στην ερώτηση «γιατί παραμένει κομμουνιστής;», μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας από το 1964, απαντά:
«Το
σώμα μου παράγει ορμόνες για να μεγαλώνουν τα γένια μου και κάποιες
άλλες που με κρατάνε κομμουνιστή. Να αλλάξω; Για ποιο λόγο; Θα
ντρεπόμουν».
Με το ξέσπασμα της
κρίσης και την πολιτική που επιβάλλεται τόσο στη χώρα του την
Πορτογαλία, όσο και στην Ισπανία, όπου ζει από το 1992 αυτοεξόριστος
λόγω της στάσης της πορτογαλικής κυβέρνησης του Καβάκο Σίλβα στο βιβλίο
του «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον», σχολιάζει:
«Είναι σαφές πως οι τραπεζίτες δεν είναι άνθρωποι για να τους εμπιστεύεται κανείς…».
Ο Ζοζέ Σαραμάγκου,
αυτή η τεράστια μορφή του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πολιτισμού, μαχητής
κατά της χούντας του Σαλαζάρ στην «Επανάσταση των γαρυφάλλων», ένας
άνθρωπος που λόγω της φτώχειας της αγροτικής οικογένειάς του δεν
τελείωσε ούτε καν τη βασική εκπαίδευση, που κατέκτησε τη θέση του στο
πάνθεον της λογοτεχνικής αθανασίας αν και άρχισε να γράφει μόλις μετά τα
50 του χρόνια, που εξηγούσε – αφοπλιστικά – ότι ήταν κομμουνιστής
γιατί «δεν θέλω να χάσω τον μόνο λόγο που έχω για να ζω: τη
συνείδηση του ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι ένας κόσμος καλός,
το αντίθετο, και ότι είναι ανάγκη να τον αλλάξουμε», πέθανε σαν σήμερα, στις 18 Ιουνίου του 2010.
Πέτρος Αργυρίου
Οι όμορφες χώρες όμορφα καίγονται.
Εκ των πραγμάτων, ο καπνός του Eurogroup δεν θα μπορούσε να ναι λευκός αλλά πηχτά μαύρος.
«Να δούμε πως θα το εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τους» έλεγε ορθώς ο Σόιμπλε για τους Συριζανέλ και τη συμφωνία του 2015.
Έκτοτε, οι συριζανέλ μας εξήγησαν το όνειρο.
Τι κερδίσαμε στο Eurogroup;
Τα προσυμφωνηθέντα μαζί με κάτι δημιουργικές ασάφειες με γαλλική προφορά για ρήτρες και τράπεζες ανάπτυξης.
Η αξιολόγηση ήταν μια τυπική διαδικασία που οι Συριζανέλ την
μετατρέψαν σε οδύσσεια για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Όπως το
περιγράφω από το Φεβρουάριο του 2015, αυτή είναι η πάγια
διαπραγματευτική τακτική της κυβέρνησης: Να φουσκώνει τον λογαριασμό
αδιαφορώντας για το κόστος στον μέσο Έλληνα για να πουλάει τρέλα και να
σιγοβράζει τον βάτραχο.
Το περιέγραψε άλλωστε κι ο Σόιμπλε: η αξιολόγηση θα κλεινε τρεις
βδομάδες πριν αλλά ο Τσίπρας την καθυστέρησε για λόγους ευπεψίας. Από την θριαμβολογία στα πανηγύρια
Ποτέ πριν, μνημονιακή κυβέρνηση δεν ανήγαγε αξιολόγηση στον σημαντικότερο κάβο της διακυβέρνησης της.
Έχοντας αποτύχει σε όλα, κάπου έπρεπε κι οι Συριζανέλ να εκτονωθούν.
Καταπίνουν καμήλες, διυλίζουν το κουνούπι και σήμερα πανηγυρίζουν για
μια τυπική διαδικασία την οποία ήταν τόσο χουβαρντάδες που βάλαν τον
λαό να τον πληρώσει με 4,5 δις μέτρα για τώρα και με την κατάργηση του
αφορολόγητου για τους μικρομεσαίους και τον κατρουγκάλιο ακρωτηριασμό
του ότι είχε απομείνει από τις συντάξεις το 2019-20. Κι ο μνημονιακός
κόσμος πανηγυρίζει! Για τον πούτσο
Μετά την ανακοίνωση του Eurogroup, ο Καμμένος σήκωσε στο Twitter του γραβάτες με πουτσάκια που χαμογελούν δαιμονικά.
Ήθελε να μας δείξει πόσο γαμάει αυτός κι η κυβέρνηση του.
Ναι, Γαμάς.
Εμάς.
Μετά το πανελλήνιο κράξιμο την κατέβασε κι έγραψε «Πάλι χτύπημα από το παιδί στο λογαριασμό μου το κατεβάζω..»
Ποιο Πάνο; Το βρακί μας;
Ο Καμμένος μήνυσε τα «Παραπολιτικά» τον Ιανουάριο του 2017 για να προστατέψει τον 15 γιό του.
Χθες, χρησιμοποίησε το γιό του ως ασπίδα.
Είναι απολύτως ταιριαστό για έναν πολιτικό που έσκιζε μνημόνια για το
καλό της πατρίδας και τώρα βάζει φαρδιά πλατιά υπογραφές, πάλι για το
καλό της χώρας.
Ένας άντρας που χρησιμοποιεί τον ανήλικο γιό του ως ασπίδα, θα δίσταζε ποτέ να κάνει το ίδιο στην πατρίδα του;
Και η Ιστορία απάντησε, πως όχι, δεν δίστασε.
Μετά τους καπνούς του κι αυτού του Eurogroup, όποιος Έλληνας δεν έχει
καταλάβει τι καπνό φουμάρει ο πολιτικός κόσμος της χώρας, δεν αξίζει το
σάλιο μιας συζήτησης. Αξίζει κάθε άλλο είδος σάλιου.
Γιατί ασάλιωτα μας πηγαίνουν.
Παρότι επιμέναμε ότι οι επιπτώσεις των προγραμμάτων πάνε πολύ μετά το
2040, τώρα, με την ρητή αναφορά του Eurogroup για το 2060
συνειδητοποίησαν κάποιοι το χρονικό βάθος των επιπτώσεων.
Μια μέρα και μία αιωνιότητα.
Αντίο στον Κώστα Εφήμερο του Press Project. Όλα στη ζωή είναι εφήμερα- εκτός από τα μνημόνια.
Ο Κώστας έφυγε πολύ άγουρα. Μα έγραψε ιστορία.
Αντίο.
Οι εκδοχές για το φονικό «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά»
Τόσο ο Σακαφλιάς όσο και τα Τρίκαλα έγιναν πασίγνωστα στην Ελλάδα
από το βαρύ ζεϊμπέκικο του Βασίλη Τσιτσάνη που ηχογράφησε το 1938.
Μέσα στα χρόνια, ο Σακαφλιάς θα γινόταν θρύλος, καθώς ο μύθος του
έμοιαζε για άγνωστο λόγο ακαταμάχητος. Πιθανότατα για αυτόν τον στίχο
«Δυο μαχαιριές του δώσανε και κάτω τον ξαπλώσανε».
Δεν ήταν λίγοι αυτοί που αναρωτιούνται ποιος ήταν ο Σακαφλιάς του
τραγουδιού και ποιος αυτός που τον σκότωσε. Όταν μάλιστα έγινε γνωστό
πως ο Σακαφλιάς δολοφονήθηκε πισώπλατα και πως ο δράστης του αυτοκτόνησε
αργότερα, ο τύπος μετατράπηκε σε σωστό λαϊκό φαινόμενο!
Οι Τρικαλινοί έφτασαν να αποκαλούνται στην αργκό «Σακαφλιάδες»,
αφήνοντας το υπαρκτό πρόσωπο στην αχλή του Μεσοπολέμου. Και τι κρίμα για
το αλάνι που σεργιανούσε άλλοτε στα κακόφημα σοκάκια των Αθηνών, πριν
τον φάνε μπαμπέσικα κάτι μαχαιροβγάλτες στις φυλακές των Τρικάλων, εκεί
στα «δυο στενά».
Πριν το άσμα του μεγάλου Τσιτσάνη στοιχειώσει τα Τρίκαλα και το
ρεμπέτικο λίγο-πολύ, ο Σακαφλιάς γοήτευε τα πλήθη με το ακατανόητο
μυστήριο που εξέπεμπε ο θρύλος του, παρά το γεγονός ότι δεν σερνόταν
ξοπίσω του τίποτα ηρωικό ή αγωνιστικό!
Κι όμως, σε πείσμα της ίδιας της Ιστορίας, ο Σακαφλιάς επιβίωσε ως
λαϊκός μύθος και ήταν μάλλον το αμφιλεγόμενο της ιστορικής του διάστασης
που τόνιζε το δυσδιάκριτο του χαρακτήρα του. Ο θρύλος επιβιώνει στα
κενά της Ιστορίας και πουθενά δεν είναι πιο ευδιάκριτο αυτό από τον τύπο
που φάγανε στα Τρίκαλα στα δυο στενά.
Έκτοτε ο Σακαφλιάς θα απασχολήσει ιδιαιτέρως τις τέχνες και τα
γράμματα, λες και ο πολιτισμός τον έψαχνε επιστρατεύοντας τη μουσική,
την ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική
και τη φωτογραφία ακόμα για να ιχνογραφήσει την ιστορία του.
Τίποτα ωστόσο δεν θα διέγραφε λαμπρότερη πορεία από τον τσιτσανικό
«Σακαφλιά» (ή και «Σαρκαφλιά»), το τραγούδι που ακούμπησε τις καρδιές
των λαϊκών στρωμάτων: «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά σκοτώσανε το Σαρκαφλιά /
Δυο μαχαιριές τον δώσανε και κάτω τον ξαπλώσανε / Τέτοιο δερβίσικο
παιδί τον κλαίμε όλοι μας μαζί / Δεν τον ξεχνούμε βρε παιδιά τον φίλο
μας το Σαρκαφλιά». Ένα άσμα που μιλούσε για ένα φονικό δηλαδή!
Πλέον τόσο η λαογραφία όσο και η ερευνητική μας παράδοση έχουν
αποτυπώσει διάφορες εκδοχές της βιογραφίας του και πιθανότατα ο
Σακαφλιάς έζησε και έδρασε στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν χάσει τη ζωή
του στα Τρίκαλα. Κι εκεί εξαντλείται η συναίνεση των μελετητών, καθώς η
τεκμηρίωση είναι ελλιπής και συχνά δεν υπάρχει τίποτα το επιβεβαιωμένο
να πεις.
Ούτε για το όνομά του δεν συμφωνούν οι ερευνητές! Κι έτσι τον
συναντάμε φυσικότατα ως Σακαφλιά, Σαρκαφλιά, Σακαβλιά, Σακαβιά ή ακόμα
και Καβλιά. Στα Τρίκαλα δεν απαντάται εξάλλου καμιά φάρα Σακαφλιάδων,
κάτι που υποδεικνύει ότι ενδεχομένως ήταν ψευδώνυμο ή ο άντρας δεν ήταν
Τρικαλινός. Αν ήταν όντως παρατσούκλι, ο «Σαρκαφλιάς» θα ήταν «φίλος της
σάρκας», κάτι που ενδεχομένως αποκαλύπτει αρκετά για τις προτιμήσεις
και τη δράση του.
Οι αποσπασματικές βιογραφίες του δεν συμφωνούν σχεδόν σε τίποτα, ούτε
καν για τον τόπο του εγκλήματος. «Δυο στενά» αποκαλούσαν συνήθως τις
φυλακές των Τρικάλων, αλλά και την κακόφημη συνοικία της πόλης. Άλλοι
πάλι λέγανε πως τον σκότωσαν στα στενά του Βαρουσιού Τρικάλων ή ακόμα
και στο χωριό του, το Καλλιφώνι Καρδίτσας. Άλλοι πάλι πως δεν τον
σκοτώσανε καν, αλλά πως σκότωσε αυτός!
Όσο για το ποιοι τον φάγανε, εκεί να δεις! Άλλοι ορκίζονται ότι τον
σκότωσαν οι νταβατζήδες ή τα τσιράκια του υπόκοσμου, άλλοι ότι τον έφαγε
ένας συγκρατούμενός του στη φυλακή, άλλοι ότι τον έβγαλε από τη μέση
ένας βαρύμαγκας για λογαριασμό πλούσιου αντίζηλού του, άλλοι μιλούν για
συνεργούς ενός χωροφύλακα και άλλοι τέλος πως έπεσε θύμα ξεκαθαρίσματος
λογαριασμών.
Κι αυτά δεν είναι παρά η αρχή…
Ίχνη βιογραφίας
Μια διαδεδομένη άποψη για τον Σακαφλιά του δίνει και μικρό όνομα. Ο
Γιώργος Σακαφλιάς λοιπόν γεννιέται το 1899 στην Αθήνα και διαμένει στο
Θησείο. Το πραγματικό του όνομα είναι εδώ Χαρίλαος Χαραλάμπους και το
«Σακαφλιάς» δεν είναι παρά το παρατσούκλι του. Λέγανε πως ήταν άντρας
ωραίος σαν τα κρύα τα νερά και γνωστό κουτσαβάκι της περιοχής.
Ο Σακαφλιάς καταβυθίστηκε στο περιθώριο ως μαστροπός και
μικροκακοποιός. Το 1926, σε ηλικία 27 ετών, συνελήφθη, καταδικάστηκε και
μεταφέρθηκε στις φυλακές Τρικάλων.
Όπως ξέρουμε από τη λαογραφία μας, οι φυλακές του Μεσοπολέμου είχαν
κι αυτές τον αρχηγό τους, τον «τσιρίμπαση», κάποιον εγκληματία περιωπής
δηλαδή που σέβονταν και φοβόνταν όλοι και λειτουργούσε ως γενικός
δερβέναγας στην μπουζού. Στα Τρίκαλα αυτός ήταν ο Αυλωνίτσης με το
όνομα, ο οποίος έπαιρνε το ποσοστό του από κάθε παρτίδα μπαρμπούτι που
παιζόταν στα κελιά.
Θες γιατί δεν ήξερε, θες γιατί διεκδικούσε τη θέση του στην ιεραρχία
της φυλακής, ο Σακαφλιάς αψήφησε μια μέρα τον ηλικιωμένο κακοποιό που
είχε πυροβολήσει άλλοτε έναν ενωμοτάρχη και του ’ριξε μια κλοτσιά. Κάτι
που δεν ξέχασε φυσικά ο τσιρίμπασης και μέσα σε λίγες μέρες είχε έτοιμη
την εκδίκησή του. Και το όνομα αυτής «τηγάνι με μαριδάκι»!
Κάλεσε τον Σακαφλιά δηλαδή στο πλυσταριό της φυλακής, εκεί στα «δυο
στενά», για να του τηγανίσει ψαράκι και να αφήσουν πίσω τις διαφορές
τους. Ο Αυλωνίτσης είχε πριονίσει ωστόσο το χερούλι του τηγανιού
μετατρέποντάς το σε φονικό όπλο. Μόλις εμφανίστηκε ο ανυποψίαστος
Σακαφλιάς, τον έφαγε πισώπλατα με απανωτές μαχαιριές, ξεψυχώντας
επιτόπου…
Σακαφλιάς και Τσιτσάνης
Όλα αυτά έγιναν το 1927, όταν ο Βασίλης Τσιτσάνης
ήταν παιδί 12 χρονών ακόμα. Μεγάλωσε όμως με τη διήγηση στα αυτιά του,
αλλά και με την παράδοση των ρεμπετών να μετατρέπουν σε τραγούδια
ιστορίες κακοποιών. Κι έτσι είχε έτοιμο το υλικό της έμπνευσής του, το
στυγερό έγκλημα της φυλακής δηλαδή που είχε συγκλονίσει την τρικαλινή
κοινωνία της εποχής!
Ο Τσιτσάνης μετέτρεψε το θύμα του εγκλήματος σε λαϊκό ήρωα, καθώς
όλοι στην πόλη ήξεραν ότι τα «δυο στενά» ήταν οι δύο στενοί διάδρομοι
του προαυλίου της φυλακής Τρικάλων που κύκλωναν τους θαλάμους των
κρατουμένων. Γιατί όμως «φίλος» και «ντερβίσης» ο Σακαφλιάς; Πιθανότατα
γιατί ήταν νέος ακόμα, κι έτσι κέρδισε τη συμπάθεια του λαϊκού βάρδου,
μας λένε κάποιοι μελετητές του έργου του Τσιτσάνη.
Όσο για τον Αυλωνίτση, όταν αποφυλακίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο,
πήγε στην Πάτρα και έπιασε δουλειά πού αλλού, σε χαρτοπαιχτική λέσχη.
Όταν πέθανε ο ιδιοκτήτης της λέσχης, ήταν υπέργηρος πια και εξαθλιωμένος
και τώρα έκανε το μόνο που μπορούσε για να θρέψει την ύπαρξή του: να
ζητιανεύει.
Έγινε περίγελος της κοινωνίας και σαν παλιός μάγκας που ήταν, δεν
άντεξε μας λένε τον εξευτελισμό, με αποτέλεσμα να δώσει τέλος στη ζωή
του πέφτοντας στις γραμμές του τρένου.
Κι αυτή δεν είναι παρά η πρώτη εκδοχή της ιστορίας μας…
Σακαφλιάς και Πετρόπουλος
Ο σημαντικός μελετητής του ρεμπέτικου τραγουδιού Ηλίας Πετρόπουλος
έδωσε τη δική του εκδοχή για τον θρύλο του Σακαφλιά τον Μάρτιο του 2000
μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία». Ο Πετρόπουλος
αναζήτησε τον Σακαφλιά μέσα από το ποινικό του μητρώο, καθώς τον ήξερε
καλά από το βιβλίο του για τα «Ρεμπέτικα» και τα τόσα τραγούδια που
είχαν γραφτεί για πάρτη του. Και δεν βρήκε τίποτα!
«Δεν ξέρουμε ούτε καν το όνομα του Σακαφλιά, που άλλοι τον λένε
Σακαβλιά κι άλλοι Σαρκαφλιά», μας λέει ο Πετρόπουλος. Ο οποίος βρέθηκε
στις φυλακές των Τρικάλων το 1969 και συνομίλησε «με τον δις ισοβίτη
Σωτήρη Γκόγκο, που το 1924 ήτανε στην ίδια φυλακή και υπήρξε αυτόπτης
μάρτυρας της δολοφονίας του Σακαβλιά - έτσι τον έλεγε. Ο Γκόγκος μου
περιέγραψε τον Σακαφλιά σαν έναν ψηλό, καλοκαμωμένο, περήφανο μάγκα,
περίπου τριάντα χρονώ».
Ο Γκόγκος του εξομολογήθηκε πως πράγματι αιτία της δολοφονίας του
Σακαφλιά ήταν το «βιδάνιο» της φυλακής, το ποσοστό που έπαιρνε ο
τσιρίμπασης από την τράπουλα ή την μπαρμπουτιέρα. Ο Γκόγκος του είπε πως
ο Αντωνίτσης (και όχι Αυλωνίτσης) δεν ήταν τσιρίμπασης, αλλά «ένας
ηλικιωμένος αλανόμαγκας» που έστειλε το αφεντικό για να βγάλει από τη
μέση τον Σακαφλιά. Όσο για το φονικό, λαμβάνει εδώ χώρα το 1924.
«Ο Αντωνίτσης σκότωσε τον Σακαφλιά με μια ουρά τηγανιού. Η ουρά του
τηγανιού υπήρξε ένα τρομερό παραδοσιακό όπλο της φυλακής. Έπαιρναν ένα
τηγάνι, έκοβαν τα τρία πριτσίνια που στερέωναν την ουρά και μετά
ακόνιζαν την ουρά στις πλάκες της φυλακής», λέει ο Πετρόπουλος, μην
επιβεβαιώνοντας ωστόσο την εκδοχή του τραταρίσματος με τη μαρίδα.
Όσο για τα δυο στενά, ο μελετητής μάς λέει: «Έτσι λέγανε δύο στενούς
διαδρόμους ανάμεσα στο κυρίως κτίριο και τον ψηλό εξωτερικό τοίχο. Στα
Δυο Στενά γινόντουσαν οι εκβιασμοί και τα καθαρίσματα. Οι τραυματισμοί
και οι φόνοι έπαιρναν κι έδιναν. Εκείνη την εποχή, στις σκοπιές φυλάγανε
φαντάροι. Οι φύλακες δεν έμπαιναν ποτέ μες στη φυλακή. Μόνον ο
επιστάτης έμπαινε στους θαλάμους».
Ο Πετρόπουλος τελειώνει τη δική του διήγηση ως εξής: «Αργότερα
διάφοροι Πειραιώτες γεροντόμαγκες μου είπανε ότι ο Σακαφλιάς ήταν
ασίκης, φίλος του ξακουστού νταή Νίκου Σκριβάνου. Ο Αντωνίτσης, γέρος
πια, γύρισε στον Πειραιά, περιφρονούμενος από όλους. Αυτοκτόνησε, κάπου
ογδόντα χρονών, πηδώντας μπροστά σ' ένα τρένο των ΣΠΑΠ», επικαλούμενος
ανεξάρτητες μαρτυρίες και πηγές που ήξεραν πρόσωπα και καταστάσεις.
Σημειώνει πάντως πως «Κατ’ άλλη εκδοχή ο Σακαφλιάς λεγότανε Χαραλάμπους
και μαζί με τα δυο αδέρφια του (καπνεργάτες - κουτσαβάκια) έμενε στο
Θησείο».
Στο τέλος μας παρέχει κι ένα ακόμα τραγούδι που αναφέρεται στον
θρυλικό Σακαφλιά, ένα παλιό μουρμούρικο, μάλλον μικρασιάτικο: «Στα
Τρίκαλα μες στη στενή βαρέσανε έναν μπελαλή / βαρέσανε τον Σακαφλιά που
’χε ντερβίσικη καρδιά / Στην Προύσα ήταν ξακουστός στη Μενεμένη
διαλεχτός / ήταν στο τάγμα Τουμπεκί στη μεραρχία Μελανθή»…
Σακαφλιάς και Μπαγιαντέρας
Ο Δημήτρης Γκόγκος
ή «Μπαγιαντέρας» φαίνεται πως είχε κι αυτός μια δική του εκδοχή για τον
Σακαβλιά στα απομνημονεύματά του: «Το Σακαβλιά ή Σακαφλιά, όπως τον
έλεγαν οι άνθρωποι του υποκόσμου, ποτέ δεν τον γνώρισα, ούτε και είχα
άλλωστε την επιθυμία αυτή. Η λαϊκή μούσα του έχει αφιερώσει ένα από τα
καλύτερά της τραγούδια, μέσω του φίλου μου του Τσιτσάνη … Αν δεν ήταν ο
Τσιτσάνης με το τραγούδι του ο Σακαβλιάς δε θα είχε γίνει θρύλος και το
όνομά του δε θα είχε μεταφερθεί παντού», ξεκινά ο μεγάλος Μπαγιαντέρας.
Ο οποίος μας αποκαλύπτει πως όταν ο Τσιτσάνης ήταν παιδί ακόμα,
κυκλοφορούσαν μερικά αυτοσχέδια στιχάκια στο περιθώριο που έλεγαν
«Αντωνίτση κερατά, που σκότωσες το Σακαβλιά». Ο Μπαγιαντέρας μάς λέει
πώς γνώρισε τον Αντωνίτση: «Θυμάμαι ότι, όταν βρέθηκα εγώ στη φυλακή
-από μια προσωπική περιπέτεια που δεν είναι ανάγκη να αναφέρω εδώ- το
έγκλημα δεν είχε γίνει ακόμα. Πρέπει να έγινε στις αρχές του 1927,
λίγους μήνες ή το πολύ ένα χρόνο μετά από τη δική μου φυλάκιση, που
έγινε το 1926. Στις φυλακές Αιγίνης που ήμουν κρατούμενος, άκουσα για το
φόνο, από άλλους κατάδικους που είχαν θετικές πληροφορίες από
κρατούμενους άλλων φυλακών, αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία».
Η δολοφονία του Σακαβλιά γίνεται θέμα συζήτησης σε όλες τις φυλακές,
εξομολογείται ο Γκόγκος, και οι κρατούμενοι σπεύδουν να τον
ηρωοποιήσουν. «Μέσα στο κελί μου είχα δυο συντρόφους, που γνώριζαν το
Σακαβλιά από την παιδική του ηλικία, και από αυτούς άκουσα ιστορίες για
τη ζωή του και το χαρακτήρα του. Ο Σακαβλιάς ήταν από την Αθήνα και εκεί
έκανε πιάτσα για τα πάρε-δώσε που είχε με τις γυναίκες της αμαρτίας,
από τις οποίες και τα έπαιρνε … Το επώνυμό του ήταν Σακαβλιάς και το
μικρό του όνομα είχα ακούσει, χωρίς να ’μαι γι’ αυτό βέβαιος, ότι ήτανε
Σωκράτης».
Φυλακή πήγε το 1926 «άλλοι είπαν από σωματεμπόριο και άλλοι από
κλοπή», όπου και δολοφονήθηκε από τον Αντωνίτση: «Από το Βόλο ήταν ο
Αντωνίτσης … και στα 50 του βρέθηκε πάλι στις φυλακές Τρικάλων, για ένα
έγκλημα που διέπραξε από λόγους που δεν πρόκειται να πω ποτέ, γιατί
έδωσα το λόγο μου. Με άσπρα μαλλιά πήγε στη φυλακή, και με ισόβια στην
πλάτη, και ελάχιστους μήνες πριν πάει στη φυλακή ο Σακαβλιάς».
Ο Μπαγιαντέρας επιβεβαιώνει την ιστορία του Πετρόπουλου, ότι ο
Σακαφλιάς ήθελε να του φάει τη θέση «στην κονόμα του γέροντα», και
αναφέρει την κλοτσιά που έριξε στον Αντωνίτση, την οποία συνόδευσε με
μια βρισιά: «Φύγε, ρε κολώγερα». Η φονική ενέδρα στήθηκε με πρόφαση το
τρατάρισμα των ψαριών, λέει και ο Γκόγκος: «Πλησίασε ο Σακαβλιάς για να
φάει μαρίδες, αλλά έφαγε τόσες μαχαιριές μέχρι που του ’βγαλε τ’ άντερα
έξω. Με το χέρι από το τηγάνι τον χτύπαγε ασταμάτητα. Τ’ άντερα βγήκαν
στο πάτωμα.
Εκεί στο μικρό καμαράκι που ήτανε το πλυσταριό, εκεί που τελειώνει ο
διάδρομος των κελιών, εκεί έγινε το φονικό που έμεινε στην ιστορία».
Τον Αντωνίτση τον γνώρισε ο Μπαγιαντέρας στις φυλακές της Παλιάς
Στρατώνας: «Παρά την πράξη του, που οπωσδήποτε την κατακρίνω, διότι
αφαίρεσε ανθρώπινη ζωή χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, ήταν καλός μάγκας,
σοβαρός, λιγομίλητος, μετρημένος σε όλα του, σωστός και καλός μόρτης»…
Άλλες εκδοχές
Στην εφημερίδα «Καθημερινή» με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 1930 υπάρχει
ένα δημοσίευμα για ένα φονικό που διέπραξε κάποιος Χαρίλαος Σακαβιάς ή
Καραμιχάλης ή Χαραλάμπους. Η ομοιότητα του ονόματος Σακαβιάς με το όνομα
Σακαβλιάς έκανε πολλούς ερευνητές να θεωρήσουν ότι πρόκειται για το
ίδιο πρόσωπο. Ο Σακαβιάς γεννήθηκε εξάλλου το 1895 και ήταν κοντά
ηλικιακά με τον Σακαφλιά του θρύλου.
Ο Σακαβιάς άρχισε από το 1915 να επιδίδεται σε διάφορες μικροκλοπές
και διαρρήξεις και έγινε σιγά σιγά γνωστός στον υπόκοσμο των Αθηνών. Τον
Απρίλιο του 1930, μας λέει η εφημερίδα, μαχαίρωσε τον Ιωάννη Μερτίκα
έξω από το πολιτικό νοσοκομείο για τα μάτια μιας πόρνης. Το 1920 τον
βρίσκουμε να εργάζεται σε μια καπνοβιομηχανία ως καπνεργάτης, τον έφαγαν
όμως οι μηχανές και βρέθηκε άνεργος. Ανοίγει τότε μια ταβέρνα στο
Θησείο, συνεργατικά με τον αδερφό του, και περνά τέσσερα χρόνια ως
ταβερνιάρης.
Ο αδελφός σκότωσε όμως το 1924 κάποιον Νίκο Τζιώτη σε μια ταβέρνα στο
Μετς και καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλακή. Ο Σακαβιάς αναγκάζεται να
κλείσει το μαγαζί και πιάνει δουλειά στον δήμο ως επιστάτης οδοποιίας,
απολύεται όμως γρήγορα και πουλά τώρα φρούτα στη λαϊκή αγορά. Τότε
πεθαίνει ξαφνικά η γυναίκα του από φυματίωση και μένει μόνος με έξι
ορφανά και την ανήμπορη μάνα του.
Σαν να μη φτάνουν όλα αυτά, τον παρασύρει ένα αυτοκίνητο και τον
τραυματίζει σοβαρά. Και μιας και δεν μπορεί να εργαστεί, του κάνει έξωση
από το σπίτι του ο ανάλγητος ιδιοκτήτης, κάποιος Βασιλάκης (ή
Βασιλάκος). Ένα μεσημέρι, επιστρέφοντας στην οικία, βρίσκει τα παιδιά,
τη μάνα και τα υπάρχοντά του στο πεζοδρόμιο. Τους σπιτώνει σε μια
παράγκα στην Αγία Παρασκευή και επιστρέφει για να πάρει πίσω το βιος που
είχε κρατήσει ο ιδιοκτήτης ως αποζημίωση για τα νοίκια που του
χρωστούσε, το χωνί από το γραμμόφωνο, μια εταζιέρα, τέτοια πράγματα
δηλαδή.
Το ημερολόγιο γράφει 5 Σεπτεμβρίου 1930 όταν ο Σακαβιάς πάει στο
μαγαζί του Βασιλάκου για να του ζητήσει τον λόγο, όταν και δέχτηκε
επίθεση από τον τελευταίο με μαχαίρι. Στον καυγά, του παίρνει το μαχαίρι
και τον τραυματίζει θανάσιμα. «Ο Χ. Χαραλάμπους όστις εφόνευσε προχθές
εις το Θησείον τον τέως ιδιοκτήτην του Βασιλάκην απεστάλη χθές την
πρωΐαν εις την εισαγγελίαν», γράφει η «Καθημερινή», σπεύδοντας να
σημειώσει πως «Κατ’ ανακοίνωσιν της Αστυνομίας ο φονευθείς ήτο φιλήσυχος
άνθρωπος».
Η εφημερίδα αποκάλυψε μάλιστα πως πλάι στα νοίκια που χρωστούσε ο
δράστης δεν είχε πληρώσει «και τους φόρους Ούλεν και οδοστρωμάτων». Το
ίδιο περιστατικό επιβεβαιώνει και η εφημερίδα «Εμπρός» στις 8
Σεπτεμβρίου 1930.
Σύμφωνα με άλλη πηγή, ο Σακαφλιάς ήταν τριπολιτσιώτης μάγκας που
πουλούσε έρωτα σε ιερόδουλες και τα έφτιαξε με τη λεγάμενη χωροφύλακα
που υπηρετούσε στην Τρίπολη. Για να γλιτώσει μάλιστα από το κόρτε του
Σακαφλιά, ο χωροφύλακας ζητά μετάθεση στα Τρίκαλα, όπου μετακομίζει με
την καλή του, αν και δεν θα γλίτωναν από τον επίμονο αντίζηλο.
Η ιερόδουλη δεν τον ήθελε με τίποτα μάλιστα τον Σακαφλιά και
δημιουργήθηκε συμπλοκή στο κακόφημο σπίτι των Τρικάλων, όταν και
ειδοποιήθηκε η αστυνομία. Η οποία μέχρι να φτάσει εκεί ο Σακαφλιάς ήταν
μαχαιρωμένος κατάχαμα στο πεζοδρόμιο, στα «δυο στενά» της κακόφημης
συνοικίας. Την ιστορία φέρεται να διηγείται πρωτοξάδελφος του Σακαφλιά
από την Τρίπολη.
Υπάρχει τέλος και η εκδοχή της ερευνήτριας Μαρούλας Κλιάφα, η οποία
δεν βρίσκει πουθενά τον φόνο του Σακαφλιά, ούτε στα μητρώα των φυλακών
Τρικάλων ούτε στις τοπικές εφημερίδες της εποχής! Τα δημοσιεύματα του
Τύπου μιλούν ωστόσο ξεκάθαρα για άλλα δύο εγκλήματα που έλαβαν χώρα
εντός των τειχών της φυλακής την ίδια εποχή και πιθανότατα δεν θα είχαν
κανέναν λόγο να κρύψουν το έγκλημα κατά του Σακαφλιά.
Στις αρχές Μαΐου του 1926, λαμβάνει χώρα άλλη μια σύρραξη μεταξύ των
φυλακισμένων στο κατάστημα των Τρικάλων: «Την πόλιν αναστάτωσαν πυκνοί
πυροβολισμοί ριπτόμενοι εις τας φυλακάς», μαρτυρεί η εφημερίδα «Θάρρος»
μιλώντας για ξεκαθάρισμα λογαριασμών των τροφίμων και πληροφορώντας μας
ότι ομάδα καταδίκων επιτέθηκε σε μια άλλη με ξιφολόγχες και μαχαίρια με
αποτέλεσμα να δολοφονηθεί ο ληστής Καραμπάς από τους ζωοκλέφτες Μούρτο
και Τσεκούρα, με το ανακριτικό πόρισμα να αποδίδει τη συμπλοκή και σε
φυλετικές διαφορές.
Η δεύτερη δολοφονία εντός των φυλακών των Τρικάλων συμβαίνει στις 29
Μαΐου 1932 με θύμα τον βαρυποινίτη Δημήτριο Μπελούλη από τον Βόλο και
θύτες τους συγκρατούμενούς του Χαράλαμπο Δεληγιάννη (ή Μπάμπο) και Γ.
Λαβίδα (εφημερίδες «Αναγέννησις» και «Θάρρος» στις 30 Μαρτίου 1932).
Για τον φόνο όμως που η λαϊκή μούσα απέδωσε ως «Στα Τρίκαλα στη
φυλακή σκοτώσαν έναν μπεσαλή / βρε Αντωνίτση κερατά που σκότωσες τον
Σακαφλιά» δεν υπάρχουν σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου...
Παρά ταύτα, ο Σακαφλιάς απαθανατίστηκε σε πλήθος ρεμπέτικων και έγινε
τελικά ταινία το 1976 από τον Βασίλη Κονταξή με τους Σωτήρη Φούντα και
Χριστόφορο Ζήκα. Ο Απόστολος Καλδάρας έγραψε το 1964 την «Καρότσα», όπου
μας λέει η αξεπέραστη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση:
«Μια βραδιά θα ξεκινήσω με καρότσα της στεριάς / για τα Τρίκαλα να πάω
στην πατρίδα της μαγκιάς / Για το Σαρκαφλιά να μάθω ποιος ο λόγος δηλαδή
/ που απ’ τη ζωή του σβήσαν το καλύτερο παιδί / και στη μνήμη του θα
παίξω δυο τραγούδια ταπεινά / και στεφάνι με λουλούδια θα του ρίξω στα
στενά / Θα τα πάρω όλα σβάρνα τα κουτούκια στη σειρά / και στ’ απόκρυφα
λημέρια που γλεντούσε μια φορά».
Κι αυτό δεν είναι παρά ένα μόνο από τα καμιά δεκαριά ρεμπέτικα και ζεϊμπέκικα που απαθανάτισαν τη μαγκιά του Σακαφλιά…
Η 29χρονη blogger και φωτογράφος
Σάρα Μελότι βρέθηκε στο Μπαλί της Ινδονησίας μαζί με μια ομάδα
Instagrammers. Πρόκειται για ανθρώπους που είναι διάσημοι ή ζουν από την
εκμετάλλευση των φωτογραφιών που ανεβάζουν στο Instagram. Εκεί έγινε η
μεγάλη αποκάλυψη για την ίδια.
Σύμφωνα με τη Σάρα το Μπαλί «ήταν
αυτό που άλλαξε τα πάντα. Γιατί συνειδητοποίησα τα πάντα. Σκέφτηκα: Τι
κάνουμε; Τι κάνουμε με τη ζωή μας».
Όπως λέει ήταν οι υπόλοιποι
Instagrammers που την οδήγησαν στο να συνειδητοποιήσει τι πραγματικά
συμβαίνει. Έφτασαν σε ένα υπέροχο σημείο του νησιού - πολύ δημοφιλές για
τους τουρίστες και τους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μόλις
τράβηξαν φωτογραφίες τα μέλη του γκρουπ ξεκίνησαν να φύγουν. «Έκαναν σαν
να έλεγαν και γιατί να κάτσουμε;», εξηγεί η Σάρα. «Είναι ένα όμορφο
μέρος, μόλις ήρθαμε εδώ, ας το απολαύσουμε», σκέφτηκε η ίδια και «αυτό
ήταν κάτι σαν το τράβηγμα μιας σκανδάλης».
Η
Σάρα μιλά με οργή και απογοήτευση για το Instagram. Μπορεί να μην
αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί από τους πιο διάσημους χρήστες
του δημιουργούν τις τέλειες φωτογραφίες χωρίς πραγματικά να
αλληλεπιδρούν με το τοπίο. Υπάρχουν μάλιστα πολλά σημεία σε όλο τον
κόσμο που αποτελούν πόλους έλξης.
Οι Instagrammers πηγαίνουν εκεί για να
τραβήξουν φωτογραφίες που αυτόματα θα μαζέψουν πολλά «likes». Αυτό που
ίσως αποτελεί έκπληξη είναι αυτό που η Σάρα αποκαλεί «μαφία του Instagram».
Πριν από περίπου ένα μήνα έκανε μια δημοσίευση στο blog της στην οποία
εκθέτει αυτή την πιο σκοτεινή πλευρά της λαμπερής εφαρμογής. Ο κακός... αλγόριθμος
«Έτσι
το αποκαλώ. Δεν είναι αυτός ο τεχνικός όρος», εξηγεί η Σάρα, η οποία
έμαθε για τη «μαφία» από έναν Instagrammer που δεν κατονομάζει.
Συναντήθηκε με τον άντρα αυτό στο Μπαλί, λίγες εβδομάδες μετά τη
δημιουργία ενός νέου λογαριασμού στο Instagram. «Είχε ήδη περίπου 20.000
οπαδούς και η φωτογραφία του είχε 9.000 like», λέει η Σάρα, η οποία
έχει σχεδόν 33.000 οπαδούς. «Οπότε τον ρώτησα αν αγοράζει τα likes και
τους οπαδούς του. Είπε ότι δεν το έκανε και τότε μου εξήγησε τα πάντα
γύρω από τη μαφία του Instagram».
Το 2016, ο αλγόριθμος του
Instagram άλλαξε. Προηγουμένως η εφαρμογή έδειχνε τις αναρτήσεις των
ατόμων που ακολουθούσα οι χρήστες με χρονολογική σειρά. Όμως προστέθηκε
ένα feed που λειτουργούσε με αλγόριθμο για να επιλέγει φωτογραφίες. Το
Instagram ισχυρίστηκε ότι η αρχική του σελίδα «θα έδειχνε τις στιγμές
για τις οποίες πιστεύουμε ότι ενδιαφέρεστε περισσότερο», αλλά οι
Instagrammers γρήγορα κατάλαβαν πως δουλεύει ο αλγόριθμος. Οι εικόνες
που έπαιρναν το πιο πολλά likes και σχόλια σε σύντομο διάστημα - περίπου
35 με 40 λεπτά - μετά τη δημοσίευσή τους ήταν αυτές που έβλεπαν
περισσότερο οι χρήστες.
Η Σάρα - και πολλοί άλλοι Instagrammers -
θεώρησαν ότι αυτό ήταν άδικο. Η αλλαγή αυτή σήμαινε ότι πολλές εικόνες
χανόντουσαν στο κενό και έδιναν πλεονέκτημα στους χρήστες που ήταν ήδη
δημοφιλείς στο μέσο. Οι Instagrammers είχαν και έχουν διάφορα τεχνάσματα
ώστε να παρατηρούν την εφαρμογή (δημοσιεύοντας σε συγκεκριμένες ώρες
της ημέρας, πηγαίνοντας σε συγκεκριμένα μέρη και επιλέγοντας
συγκεκριμένα θέματα για τις φωτογραφίες τους) αλλά η Σάρα λέει ότι μετά
την αλλαγή του αλγόριθμού τα πράγματα άρχισαν να γίνονται «βρωμικά».
«Είναι παράλογο για μένα ότι ένα άτομο ξοδεύει τη ζωή του σε μια
εφαρμογή προσπαθώντας να ξεγελάσει έναν αλγόριθμο», λέει. Κερδίζοντας τον αλγόριθμο
Σε
απάντηση στην αλλαγή του αλγόριθμου, οι Instagrammers απευθύνθηκαν στο
WhatsApp και το chat του Facebook για να σχηματίσουν τα λεγόμενα «κουτιά
σχολίων» (αυτό έγινε αρχικά στην υπηρεσία ανταλλαγής μηνυμάτων του
Instagram αλλά μετά οι χρήστες άρχισαν να φοβούνται ότι ο ιστότοπος θα
ασκήσει πιέσεις στις ομάδες). Μέσα σε ένα «κουτί σχολίων», εκατοντάδες
Instagrammers συμφωνούν να δημοσιεύουν τις φωτογραφίες τους ταυτόχρονα
την πιο δημοφιλή ώρα - για παράδειγμα όταν στη Νέα Υόρκη είναι 14:00 το
μεσημέρι. Όταν οι φωτογραφίες δημοσιευτούν, οι Instagrammers τις
συνδέουν με το «κουτί σχολίων» τα μέλη του οποίου κάνουν like και
σχολιάζουν τις φωτογραφίες των άλλων, συγκεντρώνοντας έτσι εκατοντάδες
χιλιάδες likes.
3.000 ευρώ για ένα post
Ωστόσο,
όπως εξηγεί η Σάρα, τα πράγματα δεν έχουν απλά να κάνουν με το «εγώ»
του χρήστη. Τα τελευταία χρόνια οι ισχυροί Instagrammers έχουν βγάλει
χιλιάδες ευρώ μέσω του Instagram. Πληρώνονται από εταιρίες/εμπορικά
σήματα για να διαφημίζουν τα προϊόντα τους μέσω των λογαριασμών τους και
τα χρήματα που παίρνουν εξαρτώνται από τον αριθμό των οπαδών, των likes
και των σχολίων. Σύμφωνα με τους πράκτορες ταλέντων, οι Instagrammers
με ένα εκατομμύριο οπαδούς μπορεί να βγάζουν περίπου 3.000 λίρες/ευρώ
για ένα μόνο post.
«Αν είστε διατεθειμένοι να διαφημίσετε το
οτιδήποτε τότε μπορεί να κερδίσετε πολλά λεφτά», λέει η Σάρα, η οποία
δηλώνει «επιλεκτική» και σημειώνει ότι διαφημίζει μόνο προϊόντα που της
αρέσουν πραγματικά στο λογαριασμό της. Η Σάρα αρχικά χρησιμοποίησε
επίσης τα «κουτιά των σχολίων. «Σε εκείνη τη φάση δεν μου φαινόταν
λάθος, αλλά ήταν χρονοβόρο», υποστηρίζει. Μετά από λίγο καιρό άρχισε να
εξαντλείται από τις ώρες που περνούσε για να σχολιάζει τις φωτογραφίες
των άλλων και να κάνει like. «Έκανα σχόλια και σκεφτόμουν ότι αυτό
κλέβει χρόνο από τη ζωή που θέλω να ζήσω. Δεν είναι σωστό να το κάνουμε
αυτό».
Αγοράζοντας υπηρεσίες, likes και δημοσιεύσεις
Ένα
άλλο εργαλείο που χρησιμοποίησε η Σάρα, το Instagress, έκλεισε μετά από
«αίτημα» του Instagram. Το Instagress ήταν ένα bot site - υπάρχου πολλά
- επί πληρωμή που επέτρεπε στους Instagrammers να ακολουθούν αυτόματα
και να σχολιάζουν τα post των άλλων, χωρίς να χρειάζεται να το κάνουν
χειροκίνητα.
«Από την πρώτη ημέρα ένιωσα άσχημα που το κάνω αυτό
αλλά υπήρχε η υπόσχεση ότι όταν πια θα είχες έναν τόνο οπαδών τότε η ζωή
θα ήταν ευκολότερη», λέει η Σάρα, εξηγώντας ότι σκέφτηκε πως αυτό θα
την βοηθούσε να πάρει δουλειές τόσο για φωτογραφία, όσο και για
διαφήμιση. «Με αυτή την υπόσχεση σκέφτηκα ότι θα ήταν εντάξει να το κάνω
μέχρι να φτάσω αυτό τον αριθμό και μετά θα σταματήσω αλλά μετά αυτό
απλώς συνεχιζόταν και συνεχιζόταν».
Πηγή φωτό: Daily Mail
Επιπλέον
οι Instagrammers, πληρώνουν ιστοσελίδες που συγκεντρώνουν post από το
Instagram προκειμένου να προβάλλουν τις αναρτήσεις τους. Αρκετές σελίδες
άρχισαν να ζητούν χρήματα για να τους συμπεριλάβουν με τις τιμές να
φτάνουν ακόμη και τα 475 δολάρια ανά post. «Είναι απίστευτο το γεγονός
ότι αυτοί οι άνθρωποι, που χτίζουν τις επιχειρήσεις τους με ελεύθερο
περιεχόμενο που πήραν από εμάς, ζητούν τώρα από τους καλλιτέχνες να
πληρώσουν!», λέει η Σάρα.
Πηγή φωτό: Daily Mail
Όταν ρωτήθηκε γιατί εκθέτει τόσο τον εαυτό της, όσο και τους άλλους
Instagrammers, λέει ότι «έπρεπε να το κάνει». Κάποιοι δεν είναι
ευχαριστημένοι μαζί της - εκείνη λέει: «σίγουρα έχασα μερικούς φίλους» -
αλλά κάποιοι είναι ενθουσιασμένοι με το γεγονός ότι είπε την
αλήθεια. «Που πηγαίνουμε; Είμαστε τόσο περιτριγυρισμένοι από όλο αυτό το
ψέμα. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύουμε δεν απεικονίζουν την
πραγματικότητα. Εμφανίζουν ένα όνειρο που στην πραγματικότητα δεν
υπάρχει. Οι φωτογραφίες πρέπει να θεωρούνται έργα ζωγραφικής, δεν είναι
πραγματική ζωή, είναι καλλιτεχνικές», λέει η Σάρα.
Όπως εξηγεί,
«τα τελευταία χρόνια το Instagram έχει γίνει απλώς ο νέος τρόπος για να
διαφημίσεις κάτι και ως αποτέλεσμα η υπόσχεση ότι θα βγάλεις χρήματα
έχει δημιουργήσει ένα τοξικό παιχνίδι αριθμών. Αυτό που κάποτε αφορούσε
το περιεχόμενο και την πρωτοτυπία, τώρα αφορά την άσκοπη δυναμική ενός
αλγορίθμου. Όποιος έχει το χρόνο και τα χρήματα για τον τον ξεγελάσει
κερδίζει το παιχνίδι». «Ξέρω ότι είμαι υποκρίτρια. Έπαιξα αυτό το
παιχνίδι τους τελευταίους έξω μήνες κι αυτό με έκανε δυστυχισμένη».
Διαδικασίες για την επιστροφή του εμβληματικού αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου ξεκινά ο δήμος του νησιού.
«Είναι
νομίζω η αρχή για να καταφέρουμε αυτό που χρωστάω και χρωστάμε και
στους προγόνους αλλά και στα παιδιά μας», σχολίασε στο euronews ο
δήμαρχος Μήλου Γεράσιμος Δαμουλάκης.
Η
αντιδήμαρχος του νησιού Ζαμπέτα Τουρλου προσθέτει: «Θεωρούμε ότι η
Αφροδίτη είναι ξενιτεμένη και ήρθε η ώρα να γυρίσει. Ζητάμε από όλο τον
κόσμο, στην Ελλάδα, Έλληνες του εξωτερικού σε κάθε γωνιά της Γης, να
δώσουν το δικό τους μήνυμα για την αναγκαιότητα της επιστροφής του
αγάλματος της Αφροδίτης πίσω στο νησί της».
Την Κυριακή βρέθηκε
στη Μήλο ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος. Κατά
την ομιλία του σε τελετή για την αναγόρευσή του σε επίτιμο δημότη
Μήλου, ο ΠτΔ εξήρε τη σημασία του αγάλματος της Αφροδίτης: «Είναι ένα
άγαλμα της Ελληνιστικής Εποχής, έκπαγλης ομορφιάς, το οποίο το θαυμάζουν
όλοι, το θαυμάζει ολόκληρη η ανθρωπότητα μπαίνοντας στο Λούβρο».
Η Αφροδίτη της Μήλου είναι ένα από τα διασημότερα έργα της
αρχαιοελληνικής γλυπτικής. Βρέθηκε το 1820 στο νησί της Μήλου από έναν
αγρότη, αλλά κατέληξε στο μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.
Σαν σήμερα στις 15 Ιουνίου του 1994 έφυγε ο Μάνος Χατζηδάκις.
Ακούστε εδώ μια δήλωση του Μάνου Χατζηδάκι (έγινε το 1990) για την ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση
«Πριν κάμποσο καιρό, πάνου στη Λιάκουρα, στο αετοχώρι το Δαδί, ρώτησα ένα παιδί ως οχτώ χρονώ:
– Τον ξέρεις τον Άρη; – Ναι, μου λέει. Τον ξέρω. – Τον είδες ποτέ σου; – Όχι. Μα τόνε ξέρω. – Πώς είναι; – Τρεις βολές πιο αψηλός απ’ τον
πατέρα μου. Κι έχει ένα μεγάλο-μεγάλο κόκκινο άλογο. Και πίσω τον
ακολουθάει πάντοτες ένας τρανός αητός με μια σημαία. Μιαν άλλη φορά, στα Τρίκαλα, ρώτησα
ένα “αετόπουλο” που πέρναγε τις γραμμές του οχτρού μεταφέροντας μαντάτα
στους αντάρτες μέσα στο κούφωμα ενός καλαμιού. – Γιωργή, τον ξέρεις τον Άρη; – Τόνε ξέρω. – Τον είδες ποτέ σου; – Τον είδα με τα μάτια μου. – Πώς είναι; – Έχει μακριά γένεια κι ένα αληθινό
άστρο στο μαύρο σκούφο του. Κι άμα μιλάει -κι ας χιονίζει ακόμα-
γίνεται μονομιάς πολλή ζέστα. Κι όταν ακούνε το όνομά του οι Γερμανοί
κρύβουνται σα λαγοί μέσα στα δάσα. Ένα μεγάλο κόκκινο άλογο, ένας
αητός με μια σημαία, ένα άστρο αληθινό, πολλή ζέστα -αυτός είναι ο Άρης
των παιδιών και των μεγάλων. Και γω που δυο φορές όλο-όλο τον αντάμωσα, έτσι σαν τα παιδιά και γω, έτσι τον βλέπω και τον τραγουδάω τον ΑΡΗ»
(Γιάννης Ρίτσος,Το υστερόγραφο της δόξας – Άρης Βελουχιώτης)
15 Ιούνη 1945. Σαν σήμερα, πριν από 72 χρόνια, ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης, θα φύγει από τη ζωή.
Ο Άρης, κυκλωμένος από
τους διώκτες του, έξω από τη Μεσούντα, θα ανοίξει ο ίδιος την πόρτα της
αιωνιότητας. Θα περάσει στην αθανασία της συλλογικής μνήμης και
συνείδησης, δίνοντας το τέλος με το ατομικό του περίστροφο. Μαζί του στο
θάνατο τον συντρόφεψε ο πιστός του αντάρτης, ο Τζαβέλας. Ακολούθησεο
κανιβαλισμός. Η θηριωδία του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος. Οι δύο νεκροί
σύντροφοι θα αποκεφαλιστούν και τα κεφάλια τους θα κρεμαστούν από τις 18
έως τις 20 Ιούνη, σ’ ένα φανοστάτη στα Τρίκαλα.
Τι ήταν ο Άρης; Εκείνο
το «αμείλικτο τέρας» που περιγράφουν οι θιασώτες του πιο πρωτόγονου και
συνάμα βλακώδους αντικομμουνισμού; Ήταν από στρατιωτική άποψη ένας
«κατσαπλιάς», όπως διατείνονταν οι «ήρωες» του δοσιλογισμού; Κάποιος με
«θολή» πολιτική σκέψη, όπως λένε εκείνοι που όσα δεν φτάνουν τα κάνουν
κρεμαστάρια; Ας δώσουμε το λόγο στους – σοβαρούς – πολιτικούς αντιπάλους
του Άρη: Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αναφέρει: «Ο Άρης ήταν ένας αγνός ιδεολόγος» (Φίλιππος Φιλλίπου, «Βήμα», 3/2/2002), «ήταν έναςευφυής άνθρωπος» (εφημερίδα «Πρώτη», 24/9/1986)
«…ο Άρηςαπέδειξε ότι είχε ψυχοσύνθεση ηγέτου,χάρη σ’ αυτόν, το γόητρο του ΕΛΑΣ ανήλθε κατακορύφως», γράφει ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσαςστο βιβλίο του «Φωτιά και τσεκούρι». Ο ίδιος μιλώντας για την «θεαματικήεξέλιξη»του ΕΑΜ/ΕΛΑΣτονίζει ότι«ο Άρης ήταν ο κύριος παράγων της».Ο Αβέρωφ – και όχι κάποιος πολιτικός φίλος του Άρη – τον περιγράφει ως«ηγέτη», «γενναίο», «καλό οργανωτή»,ως άνθρωπο που«δεν του έλειπε ούτε η ευφυΐα ούτε κάποια παιδεία».Και προσθέτει ο Αβέρωφ: «Ένας
Ιταλός στρατηγός, που δεν είχε κανένα λόγο να τον συμπαθή, ο Ινφάντε,
είπε το 1945 στον γράφοντα τις σελίδες αυτές: «Από όλους τους αρχηγούς
του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ που γνώρισα, και γνώρισα πολλούς, μόνον ο Άρης μου έκαμε
εντύπωση.Ήταν δυνατός, στοχαστικός, είχε λεπτότητα»».
Πολύ πριν από την
αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα τα 4/5 της χώρας είχαν ήδη
απελευθερωθεί από τον ΕΛΑΣ. Ήδη από την Άνοιξη του ’44, το Γερμανικό
επιτελείο του οποίου ηγείτο ο Χέλμουτ Φέλμυ αναγκάστηκε να κηρύξει την
Πελοπόννησο ως εμπόλεμη ζώνη και τούτο λόγω της καθόδου του Άρη στην
Πελοπόννησο. Ο ίδιος ο Φέλμυ σημείωνε ότι χρειαζόταν τουλάχιστον 3
μεραρχίες επιπλέον, μόνο για την Πελοπόννησο, λόγω της ανάπτυξης στις
τάξεις του ΕΛΑΣ που είχε εμφυσήσει το οργανωτικό πνεύμα του Άρη και η
προσωπική του παρουσία στην περιοχή(«Από τη Βιέννη στα
Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία
και την Ελλάδα», Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Τέτοια αποτελέσματα μάλλον
δεν θα μπορούσαν να επιτυγχάνονται από «κατσαπλιάδες»…
Καταγεγραμμένες είναι οι απόψεις του Κρις Μοντάγκιου Γούντχαουζ, του Άγγλου Συνταγματάρχη, επικεφαλής της βρετανικής αποστολής στην Ελλάδα, για τον Άρη ως στρατιωτική μεγαλοφυΐα. «Χωρίς Ζέρβα δεν γινόταν, χωρίς Αρη δεν πετύχαινε», έλεγε ο Γούντχαουζ για την επιχείρηση της ανατίναξης του Γοργοποτάμου.Ο
Κρις Γουντχάουζ, σε επιστολή του προς την ηγεσία του ΕΑΜ, αμέσως μετά
την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, ανάμεσα στα άλλα γράφει: «…θέλω να ευχαριστήσω εκ μέρους της Αγγλίας και την οργάνωσίν σαςκαι τον ικανώτατον στρατιωτικόν αρχηγόν σας»(Στρατηγού Ν. Ζέρβα: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις «Μέτρον»). Όσογια την
πολιτική διορατικότητα και οξυδέρκεια του Άρη, πέρα από τις διαπιστώσεις
του για τις συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και φυσικά της Βάρκιζας
ότι«παρέδιδαν το απελευθερωτικό κίνημα δεμένο χειροπόδαρα στους Άγγλους»
(«Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων», Δ.Χαριτόπουλου, εκδόσεις «Τόπος» –
RealNews) αρκεί η υπόμνηση των λόγων του στη σύσκεψη των καπετάνιων του
ΕΛΑΣ τον Νοέμβρη του ’44: «Αν ζήσει κανένας σας– τους έλεγε –να
θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ
στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα
προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε
ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει».Επομένως, όπως έχει γράψει και ο συνάδελφος Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος:«Μπορεί να προσάψει κανείς ό,τι θέλει στονΒελουχιώτη, όχι όμως απουσία στρατηγικού, “γεωπολιτικού” ενστίκτου και βαθιάς ιστορικής γνώσης».
Ο Άρης Βελουχιώτης δεν
γεννήθηκε μέσα σε μια στιγμή, όπως η Αθηνά μέσα από το κεφάλι του Δία.
Δεν προέκυψε αστραπιαία. Για να φτάσει να διαμορφωθεί από τον Θανάση Κλάρα
(αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα) στον χιλιοτραγουδισμένο
πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ, διένυσε μια πολυκύμαντη πορεία βασανιστικής
ωρίμανσης . Ο Άρης ήταν δημιούργημα και «γέννημα» της ανάτασης του ίδιου
του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος ποιητής Κώστας Βάρναλης στο βιβλίο του Πάνου Λαγδά «Άρης Βελουχιώτης ο πρώτος του αγώνα», έγραψε: «Θρυλικός
ο Άρης Βελουχιώτης. Ο πρώτος που άρχισε την Αντίσταση του λαού στα
βουνά κι ο τελευταίος που την έκλεισε με τον τραγικό του θάνατο. Η πρώτη
ψυχή του Αγώνα, κι η τελευταία πνοή. Λίγοι το καταλάβανε όπως ο Άρης,
πως οι εχθροί της Ελλάδας (ξένοι και ντόπιοι) θα μετατρέπανε τη νίκη του
έθνους σε νίκη των εχθρών του. Τιμή και δόξα στο ασύγκριτο παλληκάρι.Τιμή και δόξα και στο λαό που τόνε γέννησε». Ο Άρης δεν υπήρξε, δεν
διαμορφώθηκε «τυχαία». Η διαδρομή από τον Θανάση Κλάρα μέχρι τον
κομμουνιστή Άρη Βελουχιώτη, είναι μια διαδρομή ταυτισμένη με το μήνυμα
που εκπέμπεται από τα ίδια τα νάματα της ποίησης του κομμουνισμού.
Πολλοί παριστάνουν τους «αρμόδιους» να μιλήσουν γι’ αυτή τη διαδρομή.
Όμως, αρμοδιότερος ήταν ο ίδιος ο Άρης. Και μίλησε: «…Αν στη ζωή μου
υπάρχει ένα σημείο που με συγκίνηση και με υπερηφάνεια αφάνταστη από
καιρού σε καιρό γυρίζω και βλέπω, είναι ακριβώς η εποχή που μπήκα στο
Κομμουνιστικό Κόμμα»,γράφει σε επιστολή στον «Ριζοσπάστη», στις 9/9/1931.«Έκτοτε– συνεχίζει –δεν
έχω στο ενεργητικό μου παρά φυλακίσεις για πάλη επαναστατική. Μιλάν τα
γεγονότα, μιλάει αυτή η αλήθεια. Ούτε ΜΙΑ ΚΗΛΙΔΑ. Είναι αυτό σε βάρος
μου; Είναι αυτό στοιχείο ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα;».Περίπου προφητικά στην ίδια επιστολή καταλήγει: «Στο
κόμμα αυτό έδωσα όλη μου τη ζωή και θα συνεχίσω να δίνω όσες δυνάμεις
μου απομείναν στον αγώνα του, για το ψωμί των εργαζομένων, κατά των
φόρων και των πολέμων, για την επανάσταση». Με αυτά τα εφόδια
έφερε σε πέρας ο Άρης την αποστολή που του ανατέθηκε, όταν ανέλαβε να
υλοποιήσει την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για την συγκρότηση αντάρτικου
απελευθερωτικού στρατού. Με αυτό το πνεύμα γράφτηκε από το χέρι του Άρη οόρκος του ΕΛΑΣ, ο όρκος της πρώτης αντάρτικης ομάδας στη Ρούμελη που δόθηκε το 1942 στη ΓραμμένηΟξιά. «Εγώ παιδί του Ελληνικού Λαού,
ορκίζομαι να αγωνιστώ πιστά από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, χύνοντας και την
τελευταία ρανίδα του αίματός μου, σαν γνήσιος πατριώτης για το διώξιμο
του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του Λαού μας, κι ακόμα
να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία και το
βιος του αγρότη. Δέχομαι προκαταβολικά την ποινή του
θανάτου αν ατιμάσω την ιδιότητά μου ως πολεμιστής του Έθνους και του
Λαού και υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην
το παραδώσω αν δεν ξεσκλαβωθεί η Πατρίδα μου και δε γίνει ο Λαός
νοικοκύρης στον τόπο του».
Αθάνατο πολιτικό κειμήλιο,
διαχρονικής αξίας – και δραματικής επικαιρότητας στη σημερινή Ελλάδα
των ξένων δανειστών και των εγχώριων «σωτήρων» – αποτελεί η ιστορική
ομιλία του Άρη που την εκφωνεί στις 29 Οκτώβρη του 1944 στην
απελευθερωμένη Λαμία εκ μέρους του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Ο Άρης
παρουσιάζει την πολιτική του ΕΑΜ και, ανάμεσα στα άλλα, λέει: «Θα δώσουμε στο λαό τα οικονομικά μέσα για να μπορεί να μη σκορπάει την οικογένειά του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μας κατηγορούν ότι θέμε να
καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς
το φτιάχνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρξε, μια που αυτοί οι ίδιοι το είχανε
διαλύσει. Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς;Το
κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα
υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την
ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας.Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του;Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ; Όταν έξαφνα στα 1929-’31 το κράτος
ζήτησε, λόγω της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τότε τη χώρα μας, να
κατεβάσουν οι ξένοι ομολογιούχοι το ποσοστό που πληρώναμε σε
τοκοχρεολύσια, οι Άγγλοι δέχτηκαν να το μειώσουν σε 35%, αλλά οι Έλληνες
ομολογιούχοι αρνήθηκαν. Να, λοιπόν, ποιος είναι ο πατριωτισμός τους! Αυτός φτάνει μέχρι το σημείο που δεν θίγονται τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Αυτοί, λοιπόν, οι ίδιοι που μας κατηγορούν ότι επιδιώκουμε την κατάργηση των συνόρων και τη διάλυση του κράτους,αυτοί τα ξεπουλάνε αυτά στην πρώτη ευκαιρία(…).Με αυτά τα μέσα προσπαθούν να εξαπατήσουν το λαό για να συνεχίσουν το ξεζούμισμα και την εκμετάλλευσή του».
Ο Άρηςλατρεύτηκε
από τους συναγωνιστές του. Να τι περιγράφει ένας από τους αντάρτες του,
ο Καραδημήτρης, στον Σπύρο Μελετζή: «Τί να σου πω, Σπύρο, τόσο
σκληραγωγημένο άνθρωπο δε θα ξανακάνει ο κόσμος. Στις πορείες εμείς
παιδιά τώρα και κουραζόμαστε και κείνος άντεχε πιο πολύ απ’ όλους μας,
στην πείνα τα ίδια, στη δίψα και στην κακοπέραση.Πολλές φορές έμεινε εκείνος νηστικός για να δώσει σε μας. Κι ένα τσιγάρο ακόμα νά ‘χε θα τό ‘δινε σε μας.Ήταν
τόσο σκληρός με τον εαυτό του που πολλές φορές μας τρόμαζε. Ούτε
ασκητής, ούτε φακίρης δε θα μπορούσε ν’ αντέξει στη γεμάτη στερήσεις ζωή
που έκανε ο Άρης και μάλιστα τότε στις αρχές που ξεκινήσαμε.
Μαρτυρήσαμε όλοι μας, κι αν δεν ήταν ο Άρης να μας εμψυχώνει κάθε μέρα,
θα τά ‘χαμε παρατήσει. Τόσο δύσκολες μέρες περάσαμε τότε στις αρχές».
Από την σημερινή Ελλάδαδεν
λείπουν οι απόγονοι του δοσιλογισμού. Οι πολιτικοί και ιδεολογικοί
συνεχιστές των ταγματασφαλιτών. Οι φασίστες γκεμπελίσκοι που
ματαιοπονούν στην προσπάθεια τους να σπιλώσουν τον Άρη και να
παραχαράξουν την Ιστορία. Όπως συνηθίζεται στην περίπτωση των φασιστών, ο
«Καιάδας» της γελοιότητάς τους είναι τόσο βαθύς όσο η προστυχιά τους.
Και όσο πιο πρόστυχοι γίνονται τόσο περισσότερο θυμίζουν τον «ήρωα» ενός
επίσης«προφητικού» κειμένου που δημοσιεύτηκε στην
εφημερίδα «Αναγέννηση» στις 21 Ιούνη 1945. Ο Θεσσαλός δημοσιογράφος
Φαίδων Μακρής, έγραφε: «Σύμφωνα με τους μαθηματικούς
νόμους του εκκρεμούς, το καθημαγμένο κεφάλι του Αρη Βελουχιώτη,
ταλαντευόταν προχθές κρεμασμένο σ’ ένα φανοστάτη της πλατείας των
Τρικάλων. Αιωρείτο αργά. Δεξιά – αριστερά, δεξιά – αριστερά και κάθε
ταλάντευση σημείωνε και μια τραγική στιγμή των καιρών που διανύουμε.
Σιωπηλά τα πλήθη βλέπαν με κατάπληξη το μακάβριο θέαμα. Ενα «γιατί;» μεγάλο σαν το έργο του
Αρη, γεννιόταν μες στις ψυχές όλων χωρίς να φτάνει και στα χείλια. Η
ανταρσία του ενάντια στο κράτος τιμωρήθηκε με το θάνατο, η ανταρσία
ενάντια στο κόμμα του τιμωρήθηκε ακόμα πιο σκληρά για έναν κομμουνιστή,
με τη διαγραφή του. Ομως, η αισχρή, βάρβαρη και ανίερη διαπόμπευση της κεφαλής του ήρωα είναι μια ιστορική αδικία και μια εθνική ντροπή… «Χαράς ευαγγέλια» γαύγισε για το θάνατο τουήρωα
η εμπαθής ασημότης της Νομαρχίας Τρικάλων, χωρίς να σκεφτεί ότι όταν
αυτός θα εγκαταλείψει με «τας κεκανονισμένας τιμάς» τη ζωή, ύστερα από
λίγο δε θα τον θυμούνται ούτε οι στενότεροι συγγενείς του, ενώ τον Άρη
Βελουχιώτη δε θα τον ξεχάσουν ούτε οι φίλοι του ούτε οι εχθροί του.Γιατί αυτός και το έργο του έχουν πια καταγραφεί στην ιστορία του έθνους».
Αυτός ήταν ο Άρης.Ανέγγιχτος από κάθε επιχείρηση γκεμπελικού τύπου λασπολόγησης του ονόματός του. Και έτσι θα παραμείνει: Ολικά και αμετάκλητα αποκαταστημένοςστη συνείδηση του λαού. Γιατί, πολύ απλά, είναι βαθιά εγκαταστημένος στο νου και στην καρδιά του λαού, ως σύμβολο των αγώνων για τη λευτεριά και τη δημοκρατία του λαού.
Έτσι θα είμαστε ….πάντα
-
Δεν άλλαξε και δε θα αλλάξει τίποτε στο Μεσολόγγι, όσο θα μας κυβερνάνε
άνθρωποι που ….αυτοπροβάλλονται, αυτοδιαφημίζονται και αυτοθαυμάζονται
γιατί…....
-
ΦΟΡΟΥΜ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΔΗΜΟΥ Ι.Π. ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ Ανοικτή επιστολή στους
συνδημότες της Ι.Π. Μεσολογγίου: Με την παρούσα θέλουμε να απαντήσουμε και
να σας ενημ...
ΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ
-
ΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ Posts . Η Μπουμπουλίνα[1] «τσίμπησε» βαθμό απ’ τον
Καμμένο, ταγό… Αλεξιβρόχιο και εν φρεσί[2] καμένο! . [Ο υπουργός σε θωρηκτό
προήχθη ...
-
*«Ιδιώνυμο» αδίκημα ο αγώνας για την προστασία της λαϊκής κατοικίας!*
Χείρα βοηθείας από ΝΔ, Δημοκρατική Συμπαράταξη και Ποτάμι για να «περάσει»
το έκτρωμα...
Κίτσου Τζαβέλα και Επαμεινώνδα Δεληγιώργη
-
*Τρυπάει μέσα απ’ τα στενά *
*τη φλόγα του καλοκαιριού*
*φυσάει μαϊστράλι*
*λίγα τα σύννεφα που σκορπάνε στο φως.*
*κορίτσια με τιραντέ μπλουζάκια προκαλού...
δυστυχώς πρέπει να τα αποχωριστούμε!
-
Χαρίζονται δυο θηλυκά γνήσια (από πατέρα και μητέρα) τσοπανόσκυλα - λευκά,
δυο περίπου μηνών, εμβολιασμένα με το 1ο εμβόλιο τύφου. Θα γίνουν το ένα
αρκετά ...