Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

7 Ιαν 2014

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΥΠΟΦΕΡΕΙ, ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΟΜΩΣ ΑΠΟΓΕΙΩΘΗΚΕ



Του Γ. ΔΕΛΑΣΤΙΚ*
Εκατομμύρια Ελληνες υφίστανται τα πάνδεινα, εκατοντάδες χιλιάδες καταστρέφονται, δεκάδες χιλιάδες αγωνίζονται ακόμη και για να βρουν ένα πιάτο φαΐ να φάνε, αλλά το Χρηματιστήριο Αθηνών... πετάει από επιτυχία σε επιτυχία. Σπάει το ένα «ρεκόρ» μετά το άλλο, στο πλαίσιο φυσικά της απόλυτης εξαθλίωσης του γενικού δείκτη του από τότε που η Ελλάδα μπήκε σε μνημονιακό καθεστώς.
Τα τελευταία δύο χρόνια όμως όσο περισσότερο υποβαθμίζεται το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι τιμές των μετοχών! Με μια εντυπωσιακότατη άνοδο του γενικού δείκτη κατά 33,4% έκλεισε το 2012, όταν μισθοί και συντάξεις κατέρρεαν - από τις 680 μονάδες εκτινάχθηκε στις 908. Εντελώς αλλόκοτη η συμπεριφορά του ΧΑΑ κατά το 2013. Ενα εφιαλτικό πρώτο εξάμηνο συνεχούς πτώσης με επιστροφή της τιμής πολλών μετοχών στα προ... 25ετίας επίπεδα! Στις 15 Ιουλίου 2013 το Χρηματιστήριο βούλιαξε στο ναδίρ έτους, έχοντας χάσει 120 μονάδες από το κλείσιμο του 2012 πέφτοντας στις 789 μονάδες. Ξαφνικά, θαύμα! Ασυγκράτητη άνοδος!
Οι τιμές των μετοχών άρχισαν να ανεβαίνουν λες και οι επενδυτές έπαθαν παράκρουση! Στις 3 Δεκεμβρίου 2013 ο γενικός δείκτης σημείωσε ρεκόρ έτους, έχοντας αναρριχηθεί στις 1.232 μονάδες! Τελικά έκλεισε στις 1.163 μονάδες, αυξημένος κατά 27,5% έναντι της αρχής του χρόνου, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 50% από τις 15 Ιουλίου ως το τέλος Δεκεμβρίου, μέσα σε λιγότερο από ένα εξάμηνο. Η Ελλάδα μπορεί να ψωμολυσσάει, αλλά το Χρηματιστήριο της Αθήνας βγήκε το 2013 σε ποσοστό αύξησης... τρίτο στον ανεπτυγμένο κόσμο! Μόνο το Τόκιο των πλούσιων Γιαπωνέζων, το οποίο παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξησή του εδώ και 40 (!) χρόνια απογειωνόμενο κατά 56,72%, αλλά και το Δουβλίνο των μπατίρηδων Ιρλανδών με άνοδο 33,6% ξεπέρασαν την Αθήνα.
Ο δείκτης Dow Jones της Νέας Υόρκης με αύξηση ετήσια για το 2013 ύψους 26,5%, ο δείκτης DAX της Φρανκφούρτης με αύξηση 25,5%, ο δείκτης FTSE 100 του Λονδίνου με 14,4% ή ο δείκτης CAC 40 του Παρισιού με άνοδο 18%... «έφαγαν τη σκόνη» του Χρηματιστηρίου Αθηνών! Για να μην πούμε δηλαδή για το πώς το ΧΑΑ... «ξέσκισε» την Κίνα, καθώς το χρηματιστήριο της Σανγκάης το 2013 σημείωσε πτώση 6,75%! Εντάξει, υπάρχουν και τα χρηματιστήρια κάποιων τριτοκοσμικών χωρών, όπως της Βενεζουέλας που μετά τον θάνατο του Ούγο Τσάβες προσδοκά η οικονομική ελίτ της χώρας να πάρει την εκδίκησή της, όπου το 2013 το χρηματιστήριο του Καράκας σημείωσε απίστευτη εκτόξευση κατά... 474% (!!!) ή το Ντουμπάι των σεΐχηδων με τα πετρέλαια που το χρηματιστήριό του αυξήθηκε πέρυσι κατά 100%, αλλά εμείς μιλάμε μόνο για σοβαρά κράτη όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Κίνα, η Αγγλία, η Ελλάδα και παρόμοιου επιπέδου!
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι αν αναζητήσει κανείς τις αιτίες αυτής της παράδοξης ανόδου -και λέμε παράδοξης επειδή όπως και να το κάνουμε δεν είναι και τόσο φυσιολογικό να καταρρέει η οικονομία μιας χώρας και την ίδια στιγμή να αυξάνονται θεαματικά οι τιμές των μετοχών των επιχειρήσεων που συρρικνώνεται ο κύκλος εργασιών τους- θα διαπιστώσει τουλάχιστον δυο πράγματα. Πρώτον, μια εξαιρετικά βίαιη διακύμανση των μετοχών. Υπάρχουν μετοχές που η τιμή τους μέσα στο 2013 αυξήθηκε από το κατώτατο στο ανώτατο σημείο τους έως και... 20 φορές ή 2.000%! Παρανοϊκό!
Το δεύτερο πράγμα που θέλουμε να επισημάνουμε είναι ότι μέσα στο 2013 η κεφαλαιοποίηση των εταιρειών που είναι εισηγμένες στο ΧΑΑ, το πόσο αξίζουν δηλαδή χρηματιστηριακά, αυξήθηκε κατά... 97,5% - από τα 34,4 δισεκατομμύρια ευρώ εκτοξεύθηκε στα 68 δισεκατομμύρια! Από πού κι ως πού; Επιπροσθέτως, ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών στο ΧΑΑ από 52 εκατομμύρια ευρώ που ήταν το 2012 εκτινάχθηκε κατά 65% και ανήλθε στα 85 εκατομμύρια ευρώ το 2013. Ολα αυτά υποδηλώνουν κερδοσκοπικά παιχνίδια, τα οποία βεβαίως διευκολύνονται από το γεγονός ότι οι μισές από τις μετοχές της κύριας αγοράς κοστίζουν κάτω από... 1 (!) ευρώ, ενώ από τις 50 μετοχές υπό επιτήρηση οι... 45 αξίζουν κάτω από ένα ευρώ η μία και μάλιστα κάποιες έπεσαν στη διάρκεια του χρόνου και κάτω από τα... 3 λεπτά!
Ενας πιτσιρικάς δηλαδή με 1 ευρώ αντί για σοκολάτα έπαιρνε... 40 μετοχές! Με τα λεφτά από τα κάλαντα γινόταν... μεγαλομέτοχος! Οι χρηματιστηριακοί συντάκτες μάς λύνουν την απορία πού οφείλεται η άνοδος του ΧΑΑ: από το φθινόπωρο, μας πληροφορούν, έχουν επιπέσει στο ελληνικό Χρηματιστήριο «γύπες», ακραίοι κερδοσκοπικοί οίκοι! Εργο Σαμαρά - Βενιζέλου κι αυτό...
*Δημοσιεύθηκε στο "ΕΘΝΟΣ" την Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Φόρος …ξεκουμπίσματος!

Εκτός από τους φόρους αίματος στους οποίους υπόκειται ο ελληνικός λαός, έχει και την υποχρέωση να ανέχεται και έναν ακόμα, κάπως ιδιότυπο «φόρο»: Τον «φόρο» του εμπαιγμού και της κοροϊδίας που του επιβάλλουν οι κλόουν του εξυπνακισμού. Αυτοί που μετά κορδακίζονται μεταξύ τους για το ποιός εφηύρε την «καλύτερη ατάκα» για να εξαπατήσει το «πόπολο».


Θυμηθείτε:
  • Όταν έκοψαν τους μισθούς των ανθρώπων του μόχθου και βούτηξαν τις συντάξεις των γερόντων το εμφάνισαν σαν φόρο… πατριωτισμού!
  • Όταν ξεκίνησε το μακελειό της τάχα μου «έκτακτης» φορολόγησης το αποκάλεσαν φόρο… αλληλεγγύης!
  • Όταν επέβαλαν το χαράτσι της ΔΕΗ το περιέγραψαν περίπου σαν φόρο… κοινωνικής δικαιοσύνης!
  • Όταν έστρωσαν το έδαφος για την Ελλάδα της αιθαλομίχλης και των μαγκαλιών μας είπαν ότι ήθελαν να καταπολεμήσουν τους λαθρεμπόρους και ότι ο φόρος στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι κάτι σαν φόρος κατά του… λαθρεμπορίου!
  • Έχουν καταληστέψει τον κόσμο με αλλεπάλληλους φόρους σε σπίτια, αγροτεμάχια, μαντριά και στάνες και έφτασαν να λένε ότι οι φόροι επί των ακινήτων της φτωχολογιάς είναι φόροι… αριστεροί και σοβιετικοί!
  • Τώρα επιβάλλουν το νέο χαράτσι των 25 ευρώ στα νοσοκομεία. Και ο υπουργός (αυτός που ξεκίνησε τη θητεία του με τη φράση «έπρεπε να σας απολύσουμε για να δείτε τι θα πει βερίκοκο» και τη συνεχίζει πανηγυρίζοντας ότι  η διάλυση της Υγείας είναι έργο δικό του και όχι του Τόμσεν) περιφέρει την πολιτική παρακμή που εκπροσωπεί από τηλεστασίδι σε τηλεστασίδι, ισχυριζόμενος ότι  τα «διόδια» στα νοσοκομεία είναι το αγλάισμα της φροντίδας υπέρ των αδυνάμων αφού, όπως λέει, συνιστούν φόρο… κοινωνικής μεταβίβασης!   


 Κατά τα λοιπά ο ελληνικός λαός μόνο την τελευταία δεκαετία σε άμεσους και έμμεσους φόρους (χωρίς να υπολογίζονται οι «έκτακτοι», τα χαράτσια,  τα κάθε λογής «διόδια» κοκ) έχει πληρώσει πάνω από 500 δισεκατομμύρια ευρώ! Αλλά Υγεία δεν έχει. Παιδεία δεν έχει. Δρόμους δεν έχει. Θέρμανση δεν έχει. Πρόνοια δεν έχει…
   Διαθέτει, όμως, ευφυέστατους πολιτικούς «σωτήρες». Προικισμένους στους ευφημισμούς και την παρλαπιπολογία. Που βάζουν τον έναν φόρο μετά τον άλλον και ακολούθως βαφτίζουν το κρέας – ψάρι. Βαφτίζουν το χαράτσι – δικαιοσύνη. Βαφτίζουν το 25ευρω – σουλφαμιδόσκονη υπέρ φτωχών και αδυνάμων!
   Την πρότασή μας, λοιπόν, να… ξεκουμπιστούν, θα τους την κάνουμε στη γλώσσα που οι ίδιοι μιλούν. Στη γλώσσα που καταλαβαίνουν. Μιας και έτσι  αντιλαμβάνονται την πολιτική τους «προσφορά», με το να βάζουν φόρους στους οποίους δίνουν διάφορα χαριτωμένα και ζουμπουρλούδικα ονόματα, η πρότασή μας είναι: Να μαζέψουν όλους τους φόρους που έχουν ψηφίσει μέχρι τώρα και πάνω σε αυτούς να προσθέσουν έναν ακόμα.
   Ναι κύριοι: Βάλτε μας έναν ακόμα φόρο! Μόνο που αυτός θα είναι ο (πραγματικά) τελευταίος φόρος που θα επωμιστούμε. Και που θα τον πληρώσουμε με την εξής συμφωνία: Να φύγετε! Να μας αδειάσετε τη γωνιά!
   Σας προτείνουμε να μας φορολογήσετε για να φύγετε! Αν αξίζει να πληρώσουμε κάποιο φόρο είναι αυτός: Ο φόρος για να εξαφανιστείτε από τη ζωή μας! Σας ζητάμε να σας πληρώσουμε φόρο – τον τελευταίο – για να τελειώνουμε μαζί σας! Κι ας τον ονομάσετε όπως θέλετε. Ας τον πείτε «φόρο αποχαιρετισμού». Ας τον πείτε «φόρο φευγιού». Ας τον πείτε ακόμα και «φόρο ξεκουμπίσματος» (σσ: ή μάλλον όχι. Το τελευταίο ας το αποφύγουμε. Μπορεί να θεωρηθεί «λαϊκισμός». Που πάλι σε εμάς θα τον χρεώσουν)…

Νίκος Μπογιόπουλος

5 Ιαν 2014

Η ΠΙΟ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ



Του Γ. ΔΕΛΑΣΤΙΚ*
Πιο απαξιωτική στάση του ευρωπαϊκού Τύπου, μείγμα οίκτου και περιφρόνησης, απέναντι σε χώρα που αναλαμβάνει την εξάμηνη προεδρία της ΕΕ από αυτήν που παρατηρείται σήμερα απέναντι στην Ελλάδα, ομολογώ ότι ουδέποτε είχα δει κατά τη διάρκεια των τριάντα και πλέον χρόνων που παρακολουθώ επαγγελματικά τις διαδικασίες της ΕΟΚ και της ΕΕ! Η κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου υποκρίνεται ότι η προεδρία της ΕΕ είναι δήθεν «χρυσή ευκαιρία» για να προβάλει τα επιτεύγματά της. Ολοι οι Ευρωπαίοι όμως -και το σημαντικότερο, με επικεφαλής τους Γερμανούς!- την αντιμετωπίζουν ως περίπου... μελλοθάνατη πολιτικά. Ο πρωτοσέλιδος τίτλος «Καλημέρα, καληνύχτα!» της γερμανικής «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε» δίνει το γενικό στίγμα.
Παράγοντα παράλυσης της ΕΕ θεωρεί μάλλον την ελληνική προεδρία το επίσης γερμανικό περιοδικό «Σπίγκελ» στην ηλεκτρονική του έκδοση. Το βασικό ζήτημα της ελληνικής προεδρίας θα είναι «αν το πιο προβληματικό παιδί της ΕΕ μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος Ευρωπαίος παίκτης ή αν το χάος και η αστάθεια θα παραλύσουν τη χώρα και την Ευρώπη» γράφει χαρακτηριστικά.
«Η Ελλάδα, πρόεδρος σε κρίση» ήταν ο προχθεσινός κεντρικός πρωτοσέλιδος τίτλος και της γαλλικής κεντροαριστερής εφημερίδας «Λιμπερασιόν». Απαρέσκεια εξέπεμπε και ο τίτλος της εφημερίδας «Λα Βανγκουάρντια» της Βαρκελώνης: «Μια εύθραυστη Ελλάδα προεδρεύει στην ΕΕ σε ένα εξάμηνο-κλειδί για το ευρώ». Απειλητικό ήταν το σχόλιο της γερμανικής «Μπιλντ», η οποία υποστήριζε ότι οι Ευρωπαίοι είναι σφοδρότατα δυσαρεστημένοι με τις αναβολές και τις καθυστερήσεις της κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου, αλλά για την ώρα κρατούν το στόμα τους κλειστό εν όψει ευρωεκλογών. «Μετά τις ευρωεκλογές όμως είναι η ώρα να τελειώνουμε με τα αστεία. Αρκετά κράτησαν οι ωραιολογίες» υπογράμμιζε.
«Η ύπαρξη της κυβέρνησης Σαμαρά διακυβεύεται το επόμενο εξάμηνο» υποστηρίζει η «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε». Δεν δείχνει να συγκινείται από αυτό. Αντιθέτως, αποδεικνύοντας ότι οι Γερμανοί δεν ξεχνούν ποτέ, κατηγορεί τον πρωθυπουργό για «καταστροφική πολιτική στην αρχή της κρίσης» και υπενθυμίζει ότι «τον Μάιο του 2010 ο Σαμαράς έβαλε τη ΝΔ να ψηφίσει εναντίον του πρώτου πακέτου βοήθειας για την Ελλάδα». Παρουσιά­ζει τον πρωθυπουργό να επιχειρεί να επιβιώσει πολιτικά απειλώντας τους Ευρωπαίους εταίρους του ότι αν τον πιέσουν πολύ, θα έρθει στη θέση του ο Τσίπρας που «θα μπλοκάρει την ΕΕ μέχρι να χαριστούν τα χρέη της Ελλάδας».
Προς τη δύση της βαδίζει το 2014 η κυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις. Μόνη της, οικειοθελώς, δεν υπάρχει ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο να εγκαταλείψει την εξουσία! Ούτε φυσικά να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές, όπου είναι βέβαιο ότι θα ηττηθεί η ΝΔ και θα απειληθεί με διάλυση το ΠΑΣΟΚ.
Μόνο οι ευρωεκλογές μπορεί να ρίξουν την κυβέρνηση. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι η ΝΔ θα κυμανθεί γύρω στο 20%, το ΠΑΣΟΚ γύρω στο 5% και η αποχή δεν θα υπερβεί το 40%, έστω 45%. Αν οποιαδήποτε από αυτές τις προϋποθέσεις δεν ισχύσει, η κυβέρνηση θα παραμείνει στη θέση της, εκτός και αν διαλυθεί το ΠΑΣΟΚ, πέφτοντας κάτω ακόμη και από το 5%.
Η εκλογή Προέδρου της Δημοκρα­τίας σε έναν περίπου χρόνο από τώρα, τον Φεβρουάριο του 2015, είναι το έσχατο όριο επιβίωσης αυτής της κυβέρνησης. Ο χρόνος όμως μέχρι τότε είναι πάρα πολύ μεγάλος υπό τις σημερινές συνθήκες. Αν συνεχιστεί η ίδια πολιτική, το 2014 θα αποβεί ολέθριο.
*Δημοσιεύθηκε στο "Έθνος" το Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ούτε ευρω-εκμετάλλευση, ούτε δραχμο-εκμετάλλευση, του Νίκου Μπογιόπουλου

Το νόμισμα, εν γένει η νομισματική πολιτική, συνιστά σημαντικό εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά από τη στιγμή που, μέσω της νομισματικής πολιτικής, καθορίζονται ετούτοι ή εκείνοι οι χειρισμοί στους τομείς της προσφοράς του χρήματος, της πίστης, των επιτοκίων.
Με άλλα λόγια, όταν μιλάμε για νομισματική πολιτική, μιλάμε για τον παράγοντα που καθορίζει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Από τις επενδύσεις μέχρι το επίπεδο των τιμών, από τις εισαγωγές και εξαγωγές (ειδικά σε συνθήκες δυνατότητας υποτίμησης ή ανατίμησης του νομίσματος) μέχρι τους όρους και τη δυνατότητα του εξωτερικού δανεισμού.
Όμως, το πρόβλημα στην Ελλάδα -και όχι μόνο- δεν είναι νομισματικό. Δεν είναι καν οικονομικό (και θα γίνει κατανοητό στη συνέχεια τι εννοούμε). Είναι βαθιά πολιτικό. Δεν κάνουμε την παραπάνω σημείωση για να αντιπαραθέσουμε την πολιτική με την οικονομία, αλλά για να τονίσουμε ακριβώς τη βαθιά διαλεκτική τους σύνδεση, όπως την αποδίδει με μέγιστη επιστημονική διαύγεια ο μαρξισμός: «Η πολιτική είναι συμπυκνωμένη έκφραση της οικονομίας» έγραφε ο Λένιν. Και πρόσθετε: «Η πολιτική δεν μπορεί να μην έχει τα πρωτεία απέναντι στην οικονομία. Το να σκέπτεται κανείς διαφορετικά, θα πει ότι ξεχνάει το αλφάβητο του μαρξισμού...».
Το πολιτικό πρόβλημα της χώρας κάθε άλλο παρά αποδίδεται μέσα από την αντιπαράθεση «ευρώ ή δραχμή». Ίσα ίσα, ένας τέτοιος περιορισμός θα μπορούσε να λειτουργήσει και αποπροσανατολιστικά ως προς τα πραγματικά διλλήματα που τίθενται ενώπιον του ελληνικού λαού.
 Εξηγούμαστε: Από τη μια μεριά, έχουμε τους σεσημασμένους εκβιαστές του «μονόδρομου» που με το γνωστό τους ύφος γαυριούν: «Ευρώ! Ευρώ!». Δεδομένης της πολιτικής τους, που προκαλεί κοινωνικά ερείπια, και μη έχοντας να πιαστούν από πουθενά αλλού, έχουν μετατρέψει το ίδιο το νόμισμα «τους» σε κάτι σαν «καθρεφτάκι», που το επιδεικνύουν στους ιθαγενείς για να τους ξεγελάσουν. Η τακτική τους είναι μια πρώτης τάξεως απόδειξη, αφενός του πόση αξία έχει το νόμισμα «τους», αφού οι ίδιοι το περιφέρουν σαν φύκι που καμώνεται τη μεταξωτή κορδέλα, αφετέρου του πόσο σέβονται τον ελληνικό λαό, στον οποίο συμπεριφέρονται σαν σε ιθαγενή που αυτοί, οι κονκισταδόρες, του κουνάνε μπιχλιμπίδια.
Πρόκειται για αστείους κομπογιαννίτες της πολιτικής οικονομίας, που πασχίζουν να προσδώσουν ρόλο «τοτέμ» στο ευρώ. Αλλά παρά την καταρρακτώδη προπαγάνδα, παρά το φετιχισμό του εμπορεύματος-νομίσματος που προσπαθούν να καλλιεργήσουν, παρά τη μετατροπή του ευρώ σε «τοτέμ», πίσω από το οποίο η άρχουσα τάξη πασχίζει να κρυφτεί για να συνεχίσει τη βάρβαρη πολιτική της, η ουσία είναι άλλη και απολύτως ευδιάκριτη: Το νόμισμα, το κάθε νόμισμα, δεν είναι ο σκοπός. Δεν είναι η αρχή και δεν είναι το τέλος. Είναι το επίπεδο της οικονομίας μιας χώρας, είναι το παραγωγικό της επίπεδο, είναι η θέση της στο πλαίσιο της αλληλεξάρτησης εντός του παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος και του παγκόσμιου «καταμερισμού εργασίας», που καθορίζουν την αξία και τη σημασία (και) του νομίσματος της.
Στη «φετιχοποίηση» του νομίσματος κατρακυλούν, από άλλη σκοπιά, και οι οπαδοί της δραχμής. Ειδικά όσοι μιλούν βάζοντας στη δραχμή «αριστερό» πρόσημο μοιάζουν να βάζουν το κάρο μπροστά από το άλογο. Δείχνουν να ξεχνούν ότι η ύπαρξη της δραχμής από το 1833 μέχρι το 2000, είτε σε διασύνδεση με το φράγκο είτε όχι, δεν είχε τίποτα το «αριστερό» μέσα στην καπιταλιστική Ελλάδα. Κάνουν τη λάθος εκτίμηση να αντιμετωπίζουν το ζήτημα του νομίσματος σαν «κρίκο» από τον οποίο θα μπορούσε να τραβηχτεί το σύνολο της πολιτικής «αλυσίδας» υπέρ του λαού. Αλλά έναν τέτοιο κίνδυνο θα τον είχαν αντιληφθεί και εκείνες οι μερίδες της άρχουσας τάξης που -για δικούς τους λόγους- επίσης «παίζουν» με τη δραχμή. Το «εθνικό» νόμισμα σε μια χώρα που απαρτίζεται από «δύο έθνη» δεν θα είναι ποτέ νόμισμα στην υπηρεσία του «έθνους» των εργαζομένων, όσο η εξουσία θα βρίσκεται στα χέρια του «έθνους» των κεφαλαιοκρατών.
Καταρχάς, το νόμισμα, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι είναι αναγκαία, εντούτοις δεν είναι ταυτόχρονα και η ικανή συνθήκη που θα καθορίσει την πορεία μιας οικονομίας. Για παράδειγμα, αν αύριο η Ταγκανίκα ανακηρύξει ως επίσημο νόμισμα της το δολάριο, προφανώς δεν θα γίνει Αμερική. Όταν η Αργεντινή κατέρρευσε και χρεοκόπησε, νόμισμα της ήταν το δολάριο. Η Κίνα ανεβαίνει την πυραμίδα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης χωρίς να έχει νόμισμα το ευρώ ή το δολάριο. Και η Ελβετία δεν χρειάζεται το ευρώ ή το δολάριο για να λειτουργεί ως παγκόσμιος αποθησαυριστής.
Το νόμισμα είναι ένα «εργαλείο». Και όπως κάθε εργαλείο κρίνεται με βάση το «ποιανού» τη δουλειά κάνει, και σε ποιο πλαίσιο την κάνει. Και είτε με τη δραχμή, είτε τώρα με το ευρώ, εκείνα που υπηρετούνται, δεδομένης της ανισομετρίας εντός της ΕΕ, είναι τα συμφέροντα της τάξης των κεφαλαιοκρατών, είναι τα συμφέροντα της εγχώριας πλουτοκρατίας. Η οποία γι' αυτό, άλλωστε, επέλεξε την προσχώρηση της χώρας στο ευρώ, καταθέτοντας από την πρώτη στιγμή ένα κομμάτι εθνικής κυριαρχίας (την οποία τώρα θυμούνται οι θιασώτες του Μάαστριχτ, της ΟΝΕ και της ευρωζώνης) διά της απεμπόλησης της δυνατότητας άσκησης αυτοτελούς νομισματικής πολιτικής.
Σε ό,τι αφορά τον λαό, όμως, στον καπιταλισμό, στην καπιταλιστική Ελλάδα και για όσο θα υπάρχει καπιταλιστική Ελλάδα, το ευρώ (η δραχμή, η αρχαία μνα, τα τάλαντα και τα γρόσια), το χρήμα γενικά, αποτελεί και θα αποτελεί εκείνο το γενικό ισοδύναμο που αποτυπώνει την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων και την αποκρυσταλλωμένη κοινωνική εργασία μέσα στο καθεστώς της εκμετάλλευσης. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, το ζήτημα για τον λαό δεν είναι μια «καλύτερη» δραχμο-διαχείριση ή μια «καλύτερη» ευρω-διαχείριση της εκμετάλλευσης του. Δεν είναι αν θα μετράει τη φτώχεια του σε ευρώ ή σε δραχμές. Το καίριο, το αποφασιστικό, το καθοριστικό, είναι η αποτίναξη της εκμετάλλευσης. Με όποιο γενικό ισοδύναμο κι αν τη μετρούν. Είτε σε ευρώ. Είτε σε δραχμές.
Από τη στιγμή λοιπόν που αυτά που καθορίζουν την αξία και τη σημασία (και) του νομίσματος μιας χώρας είναι -επαναλαμβάνουμε- το επίπεδο της οικονομίας της, οι παραγωγικές της δυνατότητες, η δυνατότητα της να καθορίζει χωρίς εξαρτήσεις τη θέση της στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, η αξιοποίηση όλων των φυσικών και ανθρώπινων πόρων που της επιτρέπουν την κατάκτηση της θέσης που της ανήκει στον παγκόσμιο «καταμερισμό εργασίας», τότε για να γίνουν όλα αυτά -με όρους λαϊκών συμφερόντων- απαιτούνται πολιτικές λύσεις που κατατείνουν στο να πάρει ο λαός τα κλειδιά του συνόλου της οικονομίας στα χέρια του. Τέτοιες πολιτικές λύσεις, σήμερα στην Ελλάδα (και όχι μόνο) είναι: Η πολιτική απόφαση μονομερούς διαγραφής του χρέους. Η πολιτική απόφαση πλήρους αποδέσμευσης από την ΕΕ. Η με όρους ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας πολιτική απόφαση για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής.
Καμία φιλολαϊκή νομισματική πολιτική δεν μπορεί να ασκηθεί χωρίς την ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων. Και κανένας λαός δεν θα βγει αποφασισμένος και χειραφετημένος στο προσκήνιο της Ιστορίας (αυτή είναι η τέταρτη και σπουδαιότερη προϋπόθεση) για να απαιτήσει την εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων, εγκλωβισμένος στο δίλημμα -ή έστω παρακινημένος από το δίλημμα- «ευρώ ή δραχμή».
Πηγή: Unfollow

Ένα δέντρο, μια φορά (Ευγένιος Τριβιζάς)

1or22b
Το δέντρο
Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.
Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;
Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν…
Το παιδί
Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.
Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα ‘χε πού να μείνει.
Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ’ τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θα ‘θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του…
Πώς το ‘φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί…
H συνάντηση
Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.
Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ’ έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί. Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του ‘βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.
Το αλητάκι σηκώθηκε, το ‘βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.
- Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.
- Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.
- Στόλισέ με! – ψιθύρισε το δέντρο – Στόλισέ με και εμένα έτσι!
- Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.
- Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να ‘ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.
- Γιατί το λες αυτό;
- Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο… Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.
Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα ‘χε ούτε ‘κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;
- Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.
- Με τι; Απόρησε.
- Ό,τι να ‘ναι… κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.
- Καλά… Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω…
Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.
Τα στολίδια
Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός, έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό… Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου.
Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.
- Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ’ τη χαρά του.
- Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.
Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ’ το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή. Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα – δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.
- Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.
- Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο…
- Κοίτα! Έρχονται!
Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.
- Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.
Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.
Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.
Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.
- M’ έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο – είπε το δέντρο στο παιδί – Σ’ ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ αληθινά… Πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο…
- Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια – Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω… και δεν έχω πού να πάω…
- Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.
- Και να δεις… Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.
Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.
Το ταξίδι
Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν. Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά – τι παράξενο – άκουσε εκείνον τον ήχο… Τον ήχο τον χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.
Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά. Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες…
Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!
H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.
- Τι όμορφο δέντρο! – Χαμογέλασε – Ποιος να το στόλισε άραγε;
- Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.
- Αλήθεια;
- Ναι.
- Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.
- Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.
H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.
Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!
Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά… λες κι είχανε φτερά… Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.
Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..
Λένε οι παλιοί…
Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.
Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.
Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.
Έτσι λένε…
Ποιος ξέρει;
Ευγένιος Τριβιζάς
 http://to23ogramma.wordpress.com/

Η ΛΕΤΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ Ν-ΕΥΡΩ- ΤΙΚΟΙ...


Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΑΤΟΥ*  
Ωσάν πρωτοχρονιάτικο πυροτέχνημα έλαμψε ο νέος θρίαμβος της «δημοκρατικότητας», η οποία είναι - βεβαίως, βεβαίως- άρρηκτα δεμένη με το «ευρωπαϊκό ιδεώδες»: η Λετονία εισήλθε στην Ευρωζώνη, μολονότι - όπως καταδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις- έξι στους δέκα κατοίκους της λιλιπούτειας αυτής χώρας επιθυμούσαν να διατηρηθεί το εθνικό τους νόμισμα. Υπέρ του ευρώ τάσσεται μόλις το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αλλά, όπως αντιλαμβάνεστε, πρόκειται για ασήμαντη λεπτομέρεια: εάν το 2005 ματαιώθηκε η διεξαγωγή τόσων προγραμματισμένων δημοψηφισμάτων για το Ευρωσύνταγμα, άρον- άρον στον απόηχο της επικράτησης του «όχι» σε Γαλλία και Ολλανδία, θα επιδεικνυόταν σήμερα μεγαλύτερη δημοκρατική ευαισθησία στις ανατολικές επαρχίες της «αγίας ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας»; Από πού κι ως πού;
Αξιοσημείωτο είναι αυτό που ανέφερε (31/12/13) και το «Βήμα», στο οποίο βεβαίως ουδείς ποτέ διανοήθηκε να προσάψει «ευρωσκεπτικισμό»: η κυβέρνηση της Λετονίας δεν «έταξε» καν οικονομικά και κοινωνικά οφέλη από την ένταξη στο ευρώ, αλλά μόνο «θωράκιση» απέναντι στη Ρωσία. «Φθάνουμε, λοιπόν, στην παραδοξότητα ένας υπουργός Οικονομικών να διακηρύσσει, 'it's the politics stupid'!» παρατήρησε για τον Λετονό Αντρίς Βιλκς το «Βήμα» και υπογράμμισε δυο λόγους, για τους οποίους η πλειονότητα των Λετονών επιθυμούσε «να λείπει το βύσσινο» που υποχρεώθηκε να καταπιεί.
Ένας λόγος είναι ο ... παρατηρητικός: «Βλέπουν και τον 'στενό κορσέ' που έχουν ζωστεί οι γείτονές τους οι Εσθονοί, οι οποίοι έχουν από το 2011 υιοθετήσει ένα ισχυρό μεν αλλά πανάκριβο, γι' αυτούς, νόμισμα». Δεύτερος λόγος - και πιθανότατα καταλυτικός- είναι ο βιωματικός: «Παραπονούνται για την λιτότητα που επέβαλε το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής για την ένταξη στο ευρώ».

Να υπενθυμίσουμε, μήπως, τι επέφερε η - χρονολογούμενη από τον Δεκέμβριο του 2008- λιτότητα αλά λετονικά; Καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, του οποίου το 10% μετανάστευσε στο εξωτερικό. Αλματώδη αύξηση της ανεργίας. Αθρόες απολύσεις. «Λουκέτα» στο 10% των σχολείων και το 44% (!) των νοσοκομείων. Δυο χρόνια εφαρμογής του «προγράμματος» ήταν αρκετά για να μειώσουν το ΑΕΠ κατά 24%! Να όμως που το 2012 κατέφθασε η στιγμή της «δικαίωσης των θυσιών», όπως θα έλεγαν και κάποιοι δικοί μας «φωστήρες»: η λετονική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 5,6%, δηλαδή με τον υψηλότερο ρυθμό σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι κι αν η χώρα είχε ήδη «κερδίσει» το χάλκινο μετάλλιο φτώχειας στην ΕΕ - πίσω από Βουλγαρία και Ρουμανία; Για τους τεχνοκράτες - «εκδορείς» του ΔΝΤ και των Βρυξελλών το «λετονικό παράδειγμα» είναι απολύτως επιτυχές. Το διακηρύσσουν άλλωστε. Ανερυθρίαστα.
Για σκέψου... Μίας, μόλις μίας, ανατολικής χώρας η κυβέρνηση επεδίωξε την ένταξη στην Ευρωζώνη και ο πληθυσμός δεν την επιθυμούσε. Ούτε καν οι Λετονοί ήθελαν το ευρώ - έστω κι αν εκ παραδόσεως τρέφουν φιλο- γερμανικά αισθήματα! Οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ των υπόλοιπων χωρών του πάλαι ποτέ «υπαρκτού» έχουν προ πολλού θέσει «στην κατάψυξη» τον στόχο της ένταξης στην Ευρωζώνη. Ο λόγος, ευδιάκριτος: τα προωθούμενα μέτρα «σιδερένιας» ολοκλήρωσης   παγιώνουν και σε θεσμικό επίπεδο, δηλαδή όχι μόνο ντε φάκτο, την Ευρώπη των πολλών «ταχυτήτων». Αυτό το μοντέλο θα. υποδεχθεί τις νεοφερμένες χώρες, των οποίων ο ενθουσιασμός για την προοπτική εισόδου στην Ευρωζώνη μοιραία έχει ξεθυμάνει.
Ήταν Οκτώβριος του 2011, όταν συναντήθηκαν στη Βαρσοβία και συζήτησαν τα του ευρώ οι πρωθυπουργοί της Πολωνίας (Ντόναλντ Τουσκ), Τσεχίας (Πετρ Νέκας) και Ουγγαρίας (Βίκτορ Όρμπαν). Συμφώνησαν ότι δεν υπήρχε λόγος να επιδιώξουν - μέχρι νεωτέρας- την είσοδό τους στο «κλαμπ» του κοινού νομίσματος. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του Τσέχου ηγέτη, Π. Νέκας: «Η κυβέρνησή μου δεν πρόκειται να ορίσει ημερομηνία ένταξης στο ευρώ. Η νομισματική ένωση μετατρέπεται σε ένωση μεταφοράς πόρων και χρεών, συνεπώς πρέπει να περιμένουμε να δούμε πού θα οδηγηθεί η Ευρωζώνη».
Τον Ιούλιο του 2012 δημοσκόπηση έδειξε ότι οι Πολωνοί απέρριπταν το ευρώ με το συντριπτικό «σκορ» 68% -25%. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους η τότε βουλγαρική κυβέρνηση ανακοίνωσε την ... άρση του ενδιαφέροντός της για ένταξη στην Ευρωζώνη, αναγνωρίζοντας μεταξύ άλλων ότι και η κοινή γνώμη της χώρας είχε πάψει να βλέπει «με καλό μάτι» το κοινό νόμισμα. Είχε πει τότε, επί λέξει, ο υπουργός Οικονομικών, Σιμεών Ντζάνκοφ. «Δεν μπορώ να διακρίνω οφέλη της Ευρωζώνης, παρά μόνον τις ζημίες (...) Είναι πολύ επικίνδυνο για εμάς, δεν είναι σαφείς οι κανόνες του παιχνιδιού τώρα, ούτε και γνωρίζουμε πώς θα έχουν διαμορφωθεί τα επόμενα χρόνια».
Μια φορά κι έναν καιρό, έπειτα από την κατάρρευση του «υπαρκτού»,   έτρεχαν τα σάλια των ανατολικών χωρών για συμμετοχή σε κάθε μορφή «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Η ...«χυλόπιτα» που ρίχνουν τώρα στο ευρώ οι ανατολικές χώρες σηματοδοτεί ίσως την ολοκλήρωση του εξευτελισμού του «ευρωπαϊκού ιδεώδους». Ενός «ιδεώδους», του οποίου οι ιεροκήρυκες αναγκαστικά γίνονται αφοριστικοί, απύθμενα τερατολόγοι και διασκεδαστικά ν-ευρω- τικοί. Ιδίως οι «δικοί» μας...
*Δημοσιεύθηκε στο "Πριν", το Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2013
Κυριακή  5 Ιανουαρίου 2014

Νόηση και Πραγματικότητα

Μια νυχτερίδα με προβλήματα αντίληψης στο υπερευαίσθητο sonar της, μια τυφλή καθηγήτρια φυσικής ειδική στην ανάλυση των χρωμάτων, ένας μοναχικός τύπος με ένα σπιρτόκουτο, ένα πανέξυπνο ηλεκτροφόρο ψάρι του Αμαζονίου, με βραχυκυκλωμένο τον δεξιό αισθητήρα της ηλεκτρότητας, ένας πρίγκιπας με ρούχα τσαγκάρη κι ένας ερασιτέχνης φωτογράφος, βρίσκονται στον προθάλαμο αναμονής ενός οφθαλμιατρείου.
Η νυχτερίδα γεμάτη αίματα παραπονιέται ότι δεν είναι σίγουρη για το πότε βλέπει και πότε ακούει τα κλαδιά των δέντρων, η καθηγήτρια φυσικής ξέρει τα πάντα για το χρώμα του αίματος αλλά δεν έχει δει ποτέ της το κόκκινο, ο μοναχικός τύπος ισχυρίζεται ότι αυτό το κόκκινο πραγματάκι στο σπιρτόκουτο του είναι ένα σκαθάρι – ενώ κανείς δεν μπορεί να δει τι περιέχει το σπιρτόκουτό του- και το ηλεκτροφόρο ψάρι του Αμαζονίου παραπονιέται ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί καλά την ηλεκτρότητα του κόκκινου και την μπερδεύει με το βαθύ μπλε. Οι άλλοι δυο παραμένουν σιωπηλοί και σε σύγχυση. Ο μεν πρίγκιπας βλέπει όλα τα πράγματα μέσα από το σώμα ενός τσαγκάρη, ο δε φωτογράφος κάθε φορά που βλέπει τις φωτογραφίες που τράβηξε, καταλήγει να αλλάζει την αντίληψή του για τον κόσμο.
Και οι έξι ήρωες μας κατέληξαν στον συγκεκριμένο προθάλαμο, έχοντας αποδράσει προηγουμένως από μια σειρά επίπονων νοητικών πειραμάτων, στα οποία ήταν για πολλά χρόνια εγκλωβισμένοι ως φιλοσοφικά πειραματόζωα. Σκοπός των πειραμάτων αυτών ήταν μεταξύ των άλλων, να μελετήσουν το υποκειμενικό βίωμα της αισθητηριακής εμπειρίας σε σχέση με την πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο των πειραμάτων ήταν να κατανοήσουν το μυστήριο της υποκειμενικής αντίληψης της πραγματικότητας –εφόσον βεβαίως κανείς δέχεται ότι κάτι τέτοιο, δηλαδή η πραγματικότητα, υπάρχει πραγματικά. Πώς όμως ορίζεται η πραγματικότητα; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, όπως και σε αρκετά παρόμοια ερωτήματα, δεν είναι πραγματικά προφανής για τούτο, εδώ και μερικές εκατοντάδες χρόνια, οι φιλόσοφοι διαφωνούν συστηματικά επί του θέματος.
Ο Πλάτων[1] για παράδειγμα πίστευε, ότι την πραγματικότητα συνιστούν οι ιδέες, οι οποίες «πραγματικά» υπάρχουν και βρίσκονται σε κάποιον επουράνιο κόσμο. Οι ιδέες δηλαδή, η ιδέα του δένδρου, του βουνού, του χρώματος, του αγαθού, του ωραίου κ.ο.κ. όχι μόνο αποτελούν πράγματα, αλλά πολύ περισσότερο αυτές οι ίδιες ΕΙΝΑΙ η αυθεντική πραγματικότητα που δυστυχώς λίγοι από εμάς μπορούν να συλλάβουν, αφού αυτά τα οποία σε γενικές γραμμές αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή το ίδιο το δένδρο ή το ίδιο το βουνό κ.λπ., είναι απλώς αντανακλάσεις των ιδεών όπως περίπου οι σκιές είναι ανακλάσεις των πραγμάτων που μας περιβάλουν.
Αντίθετα ο Δημόκριτος[2], περισσότερο προσγειωμένος στην «πραγματικότητα», θεωρούσε ότι το μόνο που υπάρχει πραγματικά, είναι τα στοιχειώδη σωματίδια- τα άτομα και το κενό, τα οποία συγκροτούν όλα τα σώματα, την μορφή των οποίων αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις. Εν προκειμένω, το ερώτημα σχετικά με το τι είναι πραγματικότητα, είναι συναφές με το τι υπάρχει ή τι μπορεί να υπάρξει, σε αντιδιαστολή με το τι απλώς φαίνεται ή τι αντιλαμβανόμαστε ή τι νοούμε και τι μπορούμε να φανταστούμε. Αυτό το δίπολο του τι υπάρχει και του τι φαίνεται, προσδιορίζει το πρόβλημα που εξετάζουμε εδώ. Το πρόβλημα της πραγματικότητας, της αντίληψης και της νόησης.
Για μερικούς φιλοσόφους η λύση του προβλήματος είναι εντελώς απλή. Ο Hume[3] ορισμένως θεωρούσε, ότι πραγματικότητα είναι κάθε τι που αντιλαμβανόμαστε ως τέτοιο. Δηλαδή, πραγματικότητα είναι οι εντυπώσεις και οι ιδέες που συνιστούν το περιεχόμενο της αισθητηριακής μας εμπειρίας, το οποίο εν τέλει νοούμε ως τέτοιο και όχι ως κάτι άλλο. Τι γίνεται όμως όταν οι αισθήσεις μάς ξεγελούν; Ας σκεφτούμε για παράδειγμα κάποιον που πιστεύει ότι βλέπει στο Λοχ Νες ένα τέρας. Ας υποθέσουμε τώρα ότι αυτός ο τύπος -ο ερασιτέχνης φωτογράφος που συναντήσαμε νωρίτερα στο οφθαλμιατρείο- βγάζει τη φωτογραφική του μηχανή και απαθανατίζει το τέρας λίγο πριν αυτό χαθεί στην ομίχλη. Ας υποθέσουμε για χάρη του παραδείγματος ότι η μηχανή του είναι αναλογική και δεν μπορεί να δει άμεσα τη φωτογραφία που τράβηξε. Περιμένοντας να εμφανιστεί το φιλμ, ο εκδρομέας έχει την πεποίθηση ότι πραγματικά έχει δει το τέρας της λίμνης. Με την εμφάνιση και την μεγέθυνση της φωτογραφίας όμως προέκυψε, πως αυτό που φωτογράφησε τελικά, δεν ήταν παρά ένα κλαδί στο οποίο είχε μπερδευτεί μια σακούλα! Αμέσως, το περιεχόμενο της αντίληψής του, μετατοπίστηκε από το τέρας στο κλαδί με τη σακούλα και κατάλαβε ότι η αρχική του εντύπωση ήταν εσφαλμένη. Η πραγματικότητα τώρα γι’ αυτόν, είναι ότι δεν είδε κάποιο τέρας στη λίμνη αλλά ότι οι αισθήσεις του τον παραπλάνησαν και μπέρδεψε το τέρας με το κλαδί και τη σακούλα. Κι αν όμως μέσα στην ταραχή του να φωτογραφήσει το τέρας έκανε λάθος; Τι αποκλείει την πιθανότητα να είδε όντως το τέρας, αλλά στην φωτογραφία από την τρεμούλα του να απαθανάτισε ένα κλαδί με μια μπερδεμένη σακούλα που έτυχε να βρίσκεται λίγο παραπέρα;
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτό που συμβαίνει με το νοητικό μας περιεχόμενο -προερχόμενο από την αισθητηριακή εμπειρία μας- είναι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει (κατά μία έννοια) σε ολόκληρη η επιστήμη. Πρόκειται για μια διαδικασία δοκιμής και αλλαγής. Σε πρώτο στάδιο γίνεται μια διακρίβωση, μια δοκιμή, της θεωρίας στην πράξη (αν πρόκειται για επιστήμη) ή του νοητικού περιεχομένου με αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα. Η διαδικασία αυτή, ως κινητήριος δύναμη της επιστημονικής έρευνας, οδηγεί στην επίλυση προβλημάτων. Υπάρχουν όμως φορές που η επίλυση προβλημάτων δεν αποδεικνύεται επιτυχής. Τότε συμβαίνει αυτό που ο Kuhn[4] ονομάζει «κρίση» -μια κατάσταση που οδηγεί στην αλλαγή της επιστημονικής θεωρίας- όταν πρόκειται για επιστήμη, ή στην αλλαγή του νοητικού περιεχομένου -του περιεχομένου δηλαδή της αισθητηριακής εμπειρίας-  όταν πρόκειται για την αντίληψη ενός γεγονότος.
 
Πριν όμως επεκταθούμε σε αυτό, ας δούμε τι συμβαίνει παράλληλα στο οφθαλμιατρείο.
Η Μαίρη, η τυφλή φυσικός που γνωρίζει τα πάντα για τα χρώματα, ρωτάει την ματωμένη νυχτερίδα: «Πώς είναι να είναι κανείς νυχτερίδα;»[5]… «Από μια κουβέντα που είχα προχθές με ένα σκύλο», της απαντά η νυχτερίδα, «κατάλαβα ότι είναι τελείως διαφορετικά από το να είναι κανείς σκύλος… Ο σκύλος μυρίζει το δέντρο κι εγώ το ακούω…»
«Ναι, καταλαβαίνω ακριβώς τι εννοείς» τους διακόπτει το ηλεκτροφόρο ψάρι του Αμαζονίου. Είναι αλήθεια ότι αυτό το ψάρι είναι μοναδική περίπτωση. Εκτός του ότι έχει νοημοσύνη αντίστοιχη με την ανθρώπινη, διαθέτει επιπλέον την ικανότητα να αισθάνεται τα ηλεκτρικά πεδία! Από νευρολογικής, ανατομικής και βιολογικής άποψης, μελετώντας το ψάρι μπορούμε να εξακριβώσουμε λεπτομερώς, πώς τα ηλεκτρικά ερεθίσματα φτάνουν στον εγκέφαλό του, πώς αναλύει τις πληροφορίες που μεταφέρουν τα ερεθίσματα και πώς προβαίνει σε πράξεις χάρη σε αυτές. Παρ’ όλη την ακριβή μας όμως γνώση για τον νευρολογικό μηχανισμό αυτού του ψαριού, ποτέ δεν θα ήμασταν σε θέση να μάθουμε πώς είναι να αισθάνεσαι τον ηλεκτρισμό. Το νοητικό αυτό πείραμα[6], στην ουσία, εισάγει ένα ον που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ίδια με τον άνθρωπο και επιπρόσθετα την αίσθηση μιας νέας νοητικής ποιότητας. Αυτή η νοητική αίσθηση της «ηλεκτρότητας» αποτελεί το επιστημολογικό όριο ανάμεσα σε μας και το ψάρι και ταυτόχρονα το όριο ανάμεσα στην δική μας και την δική του πραγματικότητα.
Η Μαίρη, η φυσικός, προσπαθούσε μάταια να εξετάσει επιστημονικά τον υποκειμενικό τρόπο του βιώματος της αισθητηριακής εμπειρίας και σκόνταφτε στο γεγονός ότι για να μπορέσει να εξηγήσει φυσιοκρατικά το νοητικό περιεχόμενο, θα έπρεπε να δώσει μια φυσική εξήγηση στo υποκειμενικό βίωμα της αισθητηριακής εμπειρίας, πράγμα σχεδόν αδύνατον, αφού κάθε υποκειμενικό φαινόμενο συνδέεται με ένα μοναδικό σημείο θέασης. Εννοείται ότι μια επιστημονική φυσική θεωρία πρέπει να εγκαταλείψει αυτό το σημείο θέασης και να διατυπώσει κάτι που να ισχύει καθολικά. Η Μαίρη, φαίνεται πως αγνοούσε αυτό που είχε υποστηρίξει ο Nagel μερικά χρόνια νωρίτερα, ότι δηλαδή, κάθε νοήμον ον, έχει μια νοητική κατάσταση τέτοια, που το περιεχόμενό της συνίσταται στο πώς φαίνονται τα πράγματα… και ότι κάθε νοητική κατάσταση αντιστοιχεί σε ένα μοναδικό ον, στο ον δηλαδή από το οποίο η νοητική κατάσταση αυτή γίνεται καταληπτή.
Τι συμβαίνει λοιπόν με την πραγματικότητα αφού βρισκόμαστε δεσμευμένοι από την υποκειμενικότητα της αντίληψής μας; Για να καταλάβουμε καλύτερα το πρόβλημα πρέπει να πάμε πίσω στον Kant. Ο Kant για να ξεπεράσει τον φιλοσοφικό σκόπελο, θεώρησε ότι υπάρχει μεν η πραγματικότητα, που περιλαμβάνει τα πράγματα καθαυτά ανεξάρτητα από το πώς εμείς τα αντιλαμβανόμαστε, αλλά εμείς αντιλαμβανόμαστε μόνο τα φαινόμενα των πραγμάτων τα οποία και συλλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεών μας. Για τον Kant[7] λοιπόν, κάθε πράγμα υπάρχει ως φαινόμενο και ως πράγμα καθεαυτό κι εμείς συλλαμβάνουμε αισθητηριακά τα πράγματα μόνο ως φαινόμενα, ενώ το πράγμα καθεαυτό υφίσταται πέρα από τις παρατάσεις τις οποίες έχουμε σχηματίσει μέσω των αισθήσεων.
Εν τω μεταξύ, το ηλεκτροφόρο ψάρι και η ματωμένη νυχτερίδα, έχουν βάλει στη μέση την Μαίρη. «Αφού γνωρίζεις τα πάντα για το κόκκινο χρώμα, όλες τις φυσικές του ιδιότητες ως κυματικό φαινόμενο, ότι δηλαδή αντιστοιχεί σε μήκος κύματος 625 – 760 nm και τα τοιαύτα, και παρότι είσαι τυφλή, θεωρείς ότι γνωρίζεις τι πραγματικά είναι το κόκκινο έτσι;»… «Έτσι» απαντά η Μαίρη. «Αν λοιπόν κάποια μέρα θεραπευόσουν και κατάφερνες να δεις ένα χρωματολόγιο θα κατάφερνες να αναγνωρίσεις το κόκκινο;»
Η Μαίρη έπρεπε να παραδεχτεί ότι το ηλεκτροφόρο ψάρι του Αμαζονίου ήταν πραγματικά τετραπέρατο. Ορισμένοι φιλόσοφοι και νευροεπιστήμονες θεωρούν ότι το πρόβλημα της Μαίρης[8] σε συνδυασμό με την περίπτωση του ηλεκτροφόρου ψαριού αποδεικνύουν ότι το πρόβλημα του υποκειμενικού βιώματος της αισθητηριακής εμπειρίας –ή το πρόβλημα των qualia όπως ονομάζεται- είναι αξεπέραστο. Ορισμένοι[9], στην προσπάθειά τους να περιγράψουν τι συμβαίνει, εξηγούν ότι οι νευρωνικές ώσεις που συμβαίνουν στον εγκέφαλο όταν δεχόμαστε ένα αισθητηριακό ερέθισμα, μπορούν να εννοηθούν ως ένα είδος φυσικής γλώσσας, όπως είναι τα αγγλικά και κάθε άλλη ομιλούμενη γλώσσα. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιος μπορεί να αναφερθεί στα qualia του, χρησιμοποιώντας την ομιλούμενη γλώσσα (π.χ. τα αγγλικά ή τα ελληνικά), η εμπειρία η ίδια όμως, το βίωμα καθ’ εαυτό, θα χάνεται στη μετάφραση της μιας γλώσσας στην άλλη.
Αυτό μπορεί να το καταλάβει καλύτερα ο φίλος μας, που κάθεται σιωπηλός στο οφθαλμιατρείο και κοιτάζει το σπιρτόκουτο με το σκαθάρι του. Κάποιος του είπε: «Ό,τι βρίσκεται στο κουτί το ονομάζουμε “σκαθάρι” …» και φυσικά υποθέτουμε ότι δεν υπάρχουν έξω από τα κουτιά σκαθάρια για να τα συγκρίνει με το περιεχόμενο του δικού του κουτιού. Σε αυτή την ιστορία, κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει στο κουτί κάποιου άλλου και ο καθένας λέει ότι γνωρίζει τι είναι ένα σκαθάρι έχοντας κοιτάξει μόνο το δικό του κουτί. Παρ’ ότι ο Wittgenstein[10] χρησιμοποίησε αυτό το παράδειγμα για να καταδείξει ότι είναι άτοπο να μιλάμε για το τι βλέπει κανείς μέσα στο δικό του κουτί, αφού –σε κάθε δυνατό κόσμο-  είναι αδύνατο να κοιτάξει οποιοσδήποτε άλλος μέσα σε αυτό το κουτί, μπορούμε να πάρουμε μια καλή ιδέα για το πρόβλημα των qualia και της πραγματικότητας, σε σχέση με τη γλώσσα. Καθένας βιώνει ξεχωριστά το νοητικό περιεχόμενο της αισθητηριακής εμπειρίας του, χωρίς να έχει την δυνατότητα να συγκρίνει το περιεχόμενό του με το περιεχόμενο ενός άλλου που βιώνει μια παρόμοια εμπειρία. Μοναδικός τρόπος για να συγκριθεί το νοητικό περιεχόμενο διαφορετικών ανθρώπων είναι μέσω της γλώσσας. Η «ιδιωτική» υπόθεση του υποκειμενικού βιώματος της αισθητηριακής εμπειρίας, γίνεται δημόσια, όταν αυτό το βίωμα «ονοματίζεται» και μεταφέρεται γλωσσικά σε «δημόσιο» χώρο.
Οι φιλόσοφοι του νου και οι νευροεπιστήμονες διαφωνούν για το αν αυτό που συγκροτεί ένα είδος νοητικού «περιεχομένου» (ένα είδος νοήματος) της ιδιωτικής, υποκειμενικής κατάστασης, αποτελεί μέρος του κόσμου που μπορεί να μελετηθεί και να εξηγηθεί φυσιοκρατικά, ή αποτελεί απλώς και μόνο ένα φαινόμενο ή μια ψυχολογική επινόηση, που δεν υπάρχει λόγος να μας απασχολεί. Η εξάλειψη των νοητικών φαινόμενων από την επιστημονική έρευνα είναι μια εύκολη λύση, τίποτα όμως δεν μας εμποδίζει να διατυπώνουμε ερωτήματα όπως το ακόλουθο: Αν, για παράδειγμα, μια νευρωνική κατάσταση «χ» αποτελεί τη βάση για τη συγκρότηση της «κοκκινότητας» για τον Α, υπάρχει μια αντίστοιχη νευρωνική κατάσταση «χ» που συγκροτεί την «κοκκινότητα» για τον Β ή ο Β βιώνει την «κοκκινότητα» μέσω μιας νευρωνικής κατάστασης «ψ», διαφορετικής της «χ»; Και αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι ο Β βιώνει την «κοκκινότητα» όπως ο Α και όχι κάτι άλλο;
Ένα τέτοιο ερώτημα φαίνεται να απασχόλησε τον έτερο της παρέας του οφθαλμιατρείου, τον δύστυχο πρίγκιπα, όταν μια μέρα, πριν πολλά χρόνια, ξύπνησε έχοντας τις μνήμες και τη συνείδηση του τσαγκάρη, ενώ ο τσαγκάρης του χωριού αντίστοιχα ξύπνησε έχοντας τις μνήμες και τη συνείδηση του πρίγκιπα. Η περίπτωσή τους μάλιστα ενέπνευσε σύγχρονους φιλοσόφους[11] για να φτιάξουν υποθέσεις αντιστροφής των qualia, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο τη σημασία τους αλλά και την διαφορά μεταξύ της γλώσσας και του υποκειμενικού βιώματος της εμπειρίας.
Η γλώσσα παρότι αποτελεί έναν κοινό τόπο για την δημοσιοποίηση της υποκειμενικής αισθητηριακής εμπειρίας, δεν λύνει το πρόβλημα του διπόλου αντίληψη – πραγματικότητα.
Μήπως όμως τελικά δεν πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα; Ο Heidegger[12] θεωρεί ότι η αναζήτηση μιας λύσης στο πρόβλημα που ο Kant ονομάζει «σκάνδαλο της φιλοσοφίας» -για το αν δηλαδή μπορούμε να μιλάμε με βεβαιότητα για την ύπαρξη μιας πραγματικότητας έξω από το υποκείμενο που νοεί- αποτελεί σφάλμα. Από μόνος του ο διαχωρισμός σε πραγματικό κόσμο και φαινόμενα οδηγεί σε έναν δυισμό που θεωρεί από τη μια πλευρά το νοούν υποκείμενο και από την άλλη τον εξωτερικό κόσμο της πραγματικότητας. Απαιτώντας μια απόδειξη για την ύπαρξη των έξω πραγμάτων, ο Kant θέτει ως κύριο σημείο της προβληματικής το «μέσα» του υποκειμένου…
Σύμφωνα με τον Heidegger, «το να πιστεύεις στην ρεαλιστικότητα του έξω κόσμου, σωστά ή λανθασμένα, το να αποδεικνύεις αυτή την ρεαλιστικότητα, επαρκώς ή ανεπαρκώς, να την προϋποθέτεις, ρητά ή όχι -όλα αυτά τα διαβήματα, μη έχοντας διασαφηνίσει πλήρως το έδαφός τους, προϋποθέτουν ένα υποκείμενο που αρχικά δεν έχει κόσμο, ή που είναι αβέβαιο για τον κόσμο του και που κατά βάθος δεν ζητά παρά να εξασφαλίσει κόσμο… Το ζήτημα δεν είναι να αποδείξουμε ότι είναι ή πώς είναι κάποιος παρευρισκόμενος «έξω κόσμος» παρά να δείξουμε γιατί το Dasein έχει την τάση να εκμηδενίζει αρχικά «γνωσιολογικά» τον «έξω κόσμο» και μετά να προβαίνει στην απόδειξή του…»
Το πρόβλημα για τον Heidegger δεν είναι γνωσιολογικό -με την έννοια της δυνατότητας ή όχι γνώσης της πραγματικότητας- αλλά αντιθέτως, είναι οντολογικό. Για τον Descartes υπάρχει η βεβαιότητα της νόησης, η οποία συνεπάγεται ένα υποκείμενο ως res cogitans –ως νοούσα ουσία- που δεν έχει υλικό κόσμο. Κι από εκεί, εκκινούν για άλλη μια φορά τα προβλήματα. Για τον Heidegger αν το cogito sum έπρεπε να χρησιμεύσει ως αφετηρία, θα ήταν απαραίτητο όχι μόνο να αντιστραφεί αλλά να ξαναελεγχθεί το περιεχόμενό του οντολογικά και μέσα στη διάσταση των φαινομένων. Η πρώτη απόφανση τότε, δεν θα έπρεπε να είναι “cogito ergo sum” αλλά “sum” με την έννοια: Είμαι-Μέσα-στον –Κόσμο και συνεπώς: «Υπάρχω άρα Νοώ».
Ως Μέσα-στον- Κόσμο-Είναι ο άνθρωπος νοεί και νοηματοδοτεί τον κόσμο του με τέτοιο τρόπο που το νοητικό του περιεχόμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ενδόκοσμη δραστηριότητά του. Η «πραγματικότητα» είναι συνυφασμένη με τις απαιτήσεις τις ανάγκες και τους στόχους του.
Με άλλα λόγια, ο ανθρώπινος εγκέφαλός, πρωτευόντως ως όργανο επιβίωσης, έχει κύρια δραστηριότητα να ερμηνεύει τον κόσμο μέσα στον οποίο υπάρχει και δρα ο άνθρωπος. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργεί μοντέλα της πραγματικότητας τα οποία είναι χρήσιμα για την ζωή του. Το ίδιο συμβαίνει και με τους εγκεφάλους των άλλων ζώων και τα αισθητηριακά συστήματα των διαφόρων μορφών ζωής. Αν το μοντέλο για την πραγματικότητα, η «θεωρία» -όπως στην περίπτωση της επιστήμης που αναφέραμε στην αρχή- λειτουργεί και επιβεβαιώνεται στην πράξη, διατηρείται. Αν όχι, αλλάζει. Η πραγματικότητα, για τα νοήμονα όντα, είναι τα φαινόμενά της.
Ο φωτογράφος, σηκώθηκε από την καρέκλα του και στάθηκε απέναντι από τους υπόλοιπους πέντε ασθενείς με την φωτογραφική του μηχανή προτεταμένη. Τους ζήτησε να πλησιάσουν μεταξύ τους και να κοιτάξουν στον φακό χαμογελαστοί.
Στη συνέχεια έκανε «κλικ».
Λίγες μέρες μετά, όταν εμφανίστηκε η φωτογραφία, ο φωτογράφος την κοίταξε με λιγότερη έκπληξη από άλλες φορές. Οι καρέκλες του οφθαλμιατρείου ήταν άδειες και τα πειραματόζωα δεν είχαν αποτυπωθεί στο φιλμ. Προφανώς είχαν επιστρέψει στη φιλοσοφική τους πραγματικότητα._
________________________
[1] Πλάτων. Πολιτεία
[2] Πελεγρίνης, Θ. (1997). Οι Πέντε εποχές της Φιλοσοφίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
Πελεγρίνης, Θ. (2004). Λεξικό της Φιλοσοφίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
[3] Hume, D. (2000). A Treatise of Human Nature. Oxford/New York: Oxford University Press
[4] Kuhn, T. (1970). The Structure of Scientific Revolutions.  Chicago: University of Chicago Press. Ελληνική Έκδοση: (1981). Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων.  Θεσσαλονίκη: Σύγχρονα Θέματα
[5] Nagel, Τ. (1974). How  Is It Like to Be a Bat? Philosophical Review, 83, pp.  435- 450. Cornel University
[6] Ramachandran, V.S & Hirstein, W. (1997). Three Laws of Qualia: What Neurology Tells Us about the Biological Functions of Consciousness, Qualia and the Self. Journal of Consciousness Studies, 4, No. 5-6, 1997, pp. 429–58
[7] Kant, I. (1781). Kritik der reinen Bernunft. Ελληνική Έκδοση: (1999). Η Κριτική του Καθαρού Λόγου. Μιχαήλ Δημητρακόπουλου (μτφρ. και επ.). Αθήνα
[8] Jackson, F. (1982). Epiphenomenal Qualia. Philosophical Quarterly, 32, pp. 127–36
Chalmers, D. J. (1995). The puzzle of conscious experience. Scientific American, 273, pp. 62-68. consc.net/papers/puzzle.html
[9] Ramachandran (ο.π.)
Fodor, J. A. (1975). The Language Of Thought. Crowell Press
[10] Wittgenstein, L. (1953). Philosophical Investigations. Oxford: Blackwell. Στα ελληνικά (1977). Φιλοσοφικές έρευνες. Χριστοδουλίδης, Π. (μτφρ.)  Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
[11] Lycan, W.G. (1973). Inverted spectrum. Ratio, 15, pp. 315-319.
Shoemaker, S. (1982). The inverted spectrum. Journal of Philosophy, 79, pp. 357-381
[12] Heidegger, Μ. (1927). Sein und Zeit. μτφρ. Τζαβάρα, Γ. (1978). Είναι και Χρόνος. Αθήνα: Εκδόσεις Δωδώνη

πηγή: http://alkisgounaris.com/?p=1122

4 Ιαν 2014

Το νησί των συναισθημάτων

Image
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου». «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν νώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε η Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο  μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Μάνος Χατζιδάκις

Το φαινόμενο Φρανκ Σινάτρα

Ο ιδιοσυγκρασιακός βαρύτονος, ο θρυλικός ηθοποιός, το σύμβολο της αμερικανικής κουλτούρας!

Μια από τις κορυφαίες ανδρικές φωνές του 20ού αιώνα και πρωτεργάτης αυτού που σήμερα ονομάζουμε «κοσμικός», για τον Φρανκ Σινάτρα μιλούν καλύτερα τα έργα και οι ημέρες του.

Ο τραγουδιστής που ερμήνευε τα κομμάτια ως προσωπικές δηλώσεις, αισθαντικά και στο «μιλητό», με την ευκολία των αυτοσχεδιαστικών ακροβασιών της τζαζ, θα μας χάριζε περισσότερες από 1.400 ηχογραφήσεις σε ένα από τα πλέον ογκώδη και τιμημένα μουσικά έργα.

Καινοτόμος, νεωτεριστής και αντισυμβατικός, θα έβαζε κατόπιν στο στόχαστρο τον κινηματογράφο, γινόμενος ένα από τα πρώτα λαϊκά είδωλα, ένας σουπερστάρ δηλαδή που μέσα από τη δημόσια εικόνα του καθιέρωσε μια περσόνα που το κοινό έβρισκε ακαταμάχητη!

Όσο για την έντονη και περιπετειώδη προσωπική του ζωή, τα θυελλώδη ειδύλλια και τις διαβόητες σχέσεις του με τον υπόκοσμο και το οργανωμένο έγκλημα, μόνο στον μύθο του προσέθεταν λιθαράκια, κάνοντάς τον συνώνυμο της εύθραυστης αρρενωπότητας...

Πρώτα χρόνια



Ο Φράνσις Άλμπερτ «Φρανκ» Σινάτρα γεννιέται στις 12 Δεκεμβρίου 1915 στο Χομπόκεν του νεοϋρκέζικου Νιου Τζέρσεϊ ως ο μοναχογιός μιας οικογένειας σικελών μεταναστών. «Αλιτήριος» και αεικίνητος, ο νεαρός Σινάτρα θα γίνει αρχηγός εφηβικής συμμορίας της γειτονιάς, με την ιδιαίτερη φωνή του ωστόσο να βρίσκει διέξοδο από πολύ νωρίς στο τραγούδι.

Κι όταν στην εφηβεία του ακούει τον «πολύ» Μπινγκ Κρόσμπι να ερμηνεύει ζωντανά, παίρνει την απόφαση να γίνει τραγουδιστής! Εγκαταλείπει λοιπόν το σχολείο και αρχίζει να εμφανίζεται σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, με τη βαρύτονη φωνή του να λειτουργεί ως διαβατήριο.


Και ήταν ακριβώς η έκθεση στο ραδιόφωνο που θα τον έβαζε στο στόχαστρο του ηγέτη μπάντας Harry James (Harry James Orchestra), στο πλευρό του οποίου κάνει ο Σινάτρα τις πρώτες του ηχογραφήσεις, όπως το «All or Nothing at All».


Το 1940, ο Tommy Dorsey καλεί τον Σινάτρα στη δική του μπάντα και έπειτα από δύο χρόνια επιτυχίας, ο Φρανκ αποφασίζει να ακολουθήσει τη δική του ρότα...


Σόλο καριέρα


Μεταξύ 1943-1946, η σόλο πορεία του Σινάτρα απογειώθηκε: όχι λιγότερα από 17 singles καταφέρνουν να σκαρφαλώσουν στα Top 10 charts! To πλήθος των πιστών οπαδών του, που τον ακολουθούσαν κυριολεκτικά παντού, μαγνητίζονται από τη βαρύτονη χροιά του και τον αποκαλούν πλέον «The Voice» και «The Sultan of Swoon»!

«Ήταν τα χρόνια του Πολέμου και υπήρχε τραγική μοναξιά», ανακαλούσε άλλοτε ο Σινάτρα για την εποχή, ο οποίος κρίθηκε ακατάλληλος για στρατιωτική θητεία εξαιτίας προβλήματος στο τύμπανο του αυτιού του. Την ίδια εποχή κάνει και το ντεμπούτο του στο σινεμά, εξαργυρώνοντας την ασύλληπτη επιτυχία του στη μουσική: το 1943 παίρνει μέρος στο καστ του «Higher and Higher».


Το 1945, ο Σινάτρα θα αποσπάσει μια ειδική βράβευση από την Ακαδημία Κινηματογράφου για ένα 10λεπτο φιλμάκι που προωθούσε τη φυλετική και θρησκευτική ανοχή στα μέτωπα του πολέμου.


Στα μεταπολεμικά χρόνια ωστόσο, η ξέφρενη επιτυχία που είχε γνωρίσει νωρίτερα άρχισε να φθίνει, με τον ίδιο να χάνει κινηματογραφικά συμβόλαια και να μην μπορεί να ηχογραφήσει (αρχές του 1950). Παρά το αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε, ο ίδιος θα κάνει θριαμβευτική επιστροφή το 1953, κερδίζοντας Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του ως αμερικανο-ιταλός στρατιώτης στην ταινία «Όσο Υπάρχουν Άνθρωποι» (From Here to Eternity).


Παρά το γεγονός ότι ο ρόλος του ήταν ο πρώτος μη-τραγουδιστικός στην κινηματογραφική του ιστορία, ο Σινάτρα σύντομα θα έβρισκε και πάλι τον δρόμο προς τη δισκογραφία, υπογράφοντας παχυλό συμβόλαιο με την Capitol Records την ίδια χρονιά. Η μουσική του Σινάτρα στη δεκαετία του 1950 γίνεται πιο ώριμη, με τον ίδιο να υιοθετεί πιο τζαζ ηχοχρώματα.


Έχοντας και πάλι ανέλθει στο σταριλίκι, ο Σινάτρα θα εγκαθιδρυόταν εκεί στα χρόνια που θα έρχονταν, τόσο στη μουσική όσο και το σινεμά. Τίποτα δεν θα μπορούσε πλέον να τον απειλήσει! Και βέβαια σύντομα θα ερχόταν και η αναγνώριση των κριτικών, τόσο με τον ρόλο του στο «The Manchurian Candidate» (1962) όσο και την εμφάνισή του στο «The Man with the Golden Arm» (1955), για το οποίο απέσπασε μάλιστα άλλη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ.


Εν τω μεταξύ, συνέχιζε να σκαρφαλώνει στις πρώτες θέσεις των Top 10 singles σε όλη τη δεκαετία του '50! Και όταν οι πωλήσεις άρχισαν να παίρνουν την κάτω βόλτα, ο Φρανκ εγκατέλειψε την Capitol και ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής, τη Reprise. Και βέβαια σε συνεργασία με το στούντιο της Warner Bros., που θα εξαγόραζε κατόπιν τη Reprise, ο Σινάτρα έστησε δική του, ανεξάρτητη, εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών, την Artanis...

Η Rat Pack



Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60, ο Σινάτρα ήταν και πάλι στην απόλυτη κορυφή! Αφού έλαβε τιμητικό Γκράμι για τη συνολική του προσφορά και έγινε πρωτοσέλιδο για την ερμηνεία του στο Newport Jazz Festival του 1965 με την περίφημη Count Basie's Orchestra, την ίδια εποχή ξεκίνησε και η πολυετής του σχέση με το Λας Βέγκας: ο Σινάτρα θα εμφανιζόταν για πολλά χρόνια ως το μεγάλο όνομα στο Caesars Palace...


Και βέβαια ως ιδρυτικό μέλος της φοβερής και τρομερής «Rat Pack», από κοινού με τους Ντιν Μάρτιν, Σάμι Ντέιβις Τζ., Peter Lawford και Joey Bishop, ο Σινάτρα θα γινόταν η επιτομή του αρσενικού: πότης, γυναικάς, τζογαδόρος! Μια εικόνα που θα τον ακολουθούσε έκτοτε και θα ανατροφοδοτούταν από τον Τύπο χτίζοντας έναν ασύλληπτο μύθο.


Με το μοντέρνο του look και τη διαχρονική του κλάση, για να μην αναφέρουμε το μνημειώδες κομμάτι του 1968 «My Way», ακόμα και τα αντισυμβατικά νιάτα της Αμερικής ήταν υποχρεωμένα να υποκλιθούν μπροστά του. Κάτι που έκανε έναν άλλο αμερικανικό μύθο, τον Τζιμ Μόρισον των Doors, να παραδεχτεί σχετικά: «Κανείς δεν μπορεί να τον φτάσει!».


Έπειτα από ένα σύντομο διάλειμμα στις αρχές του 1970, ο Σινάτρα επιστρέφει στη μουσική σκηνή με το άλμπουμ «Ol' Blue Eyes Is Back» (1973), την ώρα που γίνεται και πολιτικά πιο δραστήριος. Έχοντας ήδη επισκεφτεί τον Λευκό Οίκο το 1944 στην εκστρατεία του υπέρ της επανεκλογής του Ρούζβελτ, ο Σινάτρα εργάστηκε παθιασμένα για την εκλογή του Τζον Κένεντι στην προεδρία των ΗΠΑ το 1960 και κατόπιν επόπτευσε το εναρκτήριο γκαλά στην Ουάσιγκτον, με τους δύο άντρες να συνδέονται με βαθιά φιλία.


Οι σχέσεις τους ωστόσο πήραν την κάτω βόλτα όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ ακύρωσε την επίσκεψή του στην οικία του Σινάτρα εξαιτίας των σχέσεων του κοσμικού τραγουδιστή με τον «νονό» και βασιλιά του υποκόσμου του Σικάγο Sam Giancana!


Μέχρι το 1970, ο Σινάτρα είχε εγκαταλείψει τις Δημοκρατικές του πεποιθήσεις και αγκάλιασε πλέον το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, υποστηρίζοντας τόσο τον Ρίτσαρντ Νίξον όσο και αργότερα τον στενό του φίλο Ρόναλντ Ρίγκαν, ο οποίος απένειμε το 1985 στον θρύλο του πενταγράμμου το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, την ύψιστη πολιτειακή τιμή που μπορεί να λάβει αμερικανός πολίτης...


Προσωπική ζωή



Ο Φρανκ Σινάτρα παντρεύτηκε τον παιδικό του πόθο Nancy Barbato το 1939, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τη Nancy (1940), τον Frank Jr. (1944) και την Tina (1948), πριν ο γάμος τους φτάσει στο τέλος του, εκεί στα τέλη του 1940.


Το 1951, ο Σινάτρα παντρεύτηκε την περίφημη ηθοποιό Άβα Γκάρντνερ...


Και μετά τον χωρισμό τους, ο Φράνκι παντρεύτηκε και για τρίτη φορά, τη Μία Φάροου (1966), με την ένωση να καταλήγει ωστόσο σε άλλο ένα διαβόητο διαζύγιο μόλις δύο χρόνια αργότερα (1968)...


Ο Σινάτρα θα έκανε το μεγάλο βήμα για άλλη μια φορά στη ζωή του: ήταν το 1976 όταν ενώθηκε με τα ιερά δεσμά του γάμου με την Barbara Blakely Marx, τη χήρα του φημισμένου κωμικού των αδελφών Μαρξ, Ζέπο! Και αυτή ήταν η καθοριστική φορά, με το ζευγάρι να παραμένει μαζί για περισσότερο από 20 χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Σινάτρα.


Πολύ πρόσφατα, τον Οκτώβριο του 2013, η Μία Φάροου δήλωσε δημόσια ότι ο Σινάτρα θα μπορούσε να είναι ο πατέρας του 25χρονου πλέον γιου της, Ronan, που ήταν μέχρι σήμερα το μόνο επίσημο βιολογικό παιδί που έκανε με τον Γούντι Άλλεν.


Όσο για τις αποκαλύψεις της μητέρας του, η οποία έφτασε να ισχυριστεί ότι ο Σινάτρα ήταν ο έρωτας της ζωής της και «ποτέ δεν χωρίσαμε ουσιαστικά», ο Ronan τουίταρε αστειευόμενος: «Ακούστε, όλοι μας είμαστε -πιθανότατα- παιδιά του Φρανκ Σινάτρα»...

Θάνατος και κληρονομιά



Το 1987, η συγγραφέας Kitty Kelley δημοσίευσε μια μη εξουσιοδοτημένη βιογραφία του Σινάτρα, σκιαγραφώντας ένα πορτρέτο του σύμφωνα με το οποίο ο τραγουδιστής βασίστηκε στις σχέσεις του με τη Μαφία για να χτίσει τη λαμπρή του καριέρα. Τέτοιοι ισχυρισμοί απέτυχαν φυσικά να κηλιδώσουν το όνομά του και να βλάψουν τη δημοτικότητά του.


Το 1993, σε ηλικία 77 ετών, ο Σινάτρα έδωσε άλλη μια ώθηση στην καριέρα του ρίχνοντας στην κυκλοφορία το «Frank Sinatra Duets», μια συλλογή 13 ιστορικών κομματιών του που ηχογράφησε εκ νέου με τoυς Barbra Streisand, Bono, Tony Bennett και Aretha Franklin...


Ο Σινάτρα εμφανίστηκε ζωντανά για τελευταία φορά το 1995 στο Palm Desert Marriott Ballroom της Καλιφόρνια. Στις 12 Μαΐου 1998, ο μεγάλος ερμηνευτής έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από έμφραγμα: ήταν 82 χρονών.


Ήταν η τελευταία πράξη σε μια καριέρα που απλώθηκε σε περισσότερα από 50 χρόνια, με τη μαζική αποδοχή του να συνεχίζει βέβαια να συγκινεί τα πλήθη, κι αυτό γιατί όπως το έλεγε εξάλλου και ο ίδιος: «Όταν τραγουδώ, πιστεύω ότι είμαι ειλικρινής». Αυτός ήταν ο Φρανκ Σινάτρα, ένας άνθρωπος που έζησε τη ζωή με τον δικό του τρόπο...

Η ΕΡΤ πέθανε, ζήτω η νΕΡιΤ

Από χτες κάθε ελληνικό νοικοκυριό πληρώνει 3 ευρώ τον μήνα για λογαριασμό της ΝΕΡΙΤ. Λίγα περισσότερα πληρώναμε για την ΕΡΤ, αλλά είχαμε τηλεόραση. Ήταν μία κακή τηλεόραση, σύμφωνοι. Όργανο των εκάστοτε κυβερνήσεων, σπάταλη, ασύδοτη. Αλλά υπαρκτή. Να πληρώσουμε, λοιπόν. Και τι παίρνουμε πίσω κύριε Καψή;

Τα ελαττώματα της παλιάς ΕΡΤ τα γνωρίζουμε. Πολύ φοβόμαστε, όμως, ότι τα ελαττώματα της νέας ΕΡΤ θα είναι περισσότερα. Αν το ζητούμενο έπειτα από τόσους μήνες είναι να φτιάξουμε κάτι που να λειτουργεί με κάποιο τρόπο, τότε η αποτυχία είναι παταγώδης. Διότι η ΕΡΤ λειτουργούσε και θα μπορούσε να αλλάξει δίχως να πέσει μαύρο στις οθόνες.

Το είπαμε από την πρώτη στιγμή. Ο μοναδικός τρόπος για να διασφαλιστεί ο δημόσιος ρόλος της ΕΡΤ (νΕΡιΤ πλέον) ήταν να αναλάβουν δράση οι κοινωνικοί φορείς. Αν δεν μπορούσαν να εποπτεύουν την Δημόσια Ραδιοτηλεόραση η Βουλή, οι Ενώσεις των Δημοσιογράφων, οι μουσικοί, οι λογοτέχνες και όλοι οι άλλοι συντελεστές πολιτισμού, τότε μας άξιζε το μαύρο. Να το κλείναμε το μαγαζί και να μην το ανοίγαμε άλλη φορά.

Ο δρόμος που έχουν πάρει τα πράγματα οδηγεί το "πείραμα" σε αποτυχία. Δεν υπάρχει πιθανότητα να δημιουργηθεί κάτι καλύτερο από εκείνο που υπήρχε. Η ΕΡΤ είχε καλό ανθρώπινο δυναμικό πάνω στο οποίο θα μπορούσε να στηριχτεί η όποια μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Και ταυτόχρονα να μην ακυρωθεί κάτι από το πλούσιο παρελθόν της. Το δυναμικό αυτό, όμως, παραγκωνίστηκε πλήρως και τον "εκσυγχρονισμό" τον ανέλαβαν άνθρωποι που στην πράξη δείχνουν να μην πιστεύουν στο έργο που έχουν αναλάβει.

Η Ραδιοτηλεόραση είναι ο καθρέπτης του πολιτισμού μας. Το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας είχε ακόμη την οσμή του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι. Νομίζουν στα αλήθεια ότι οι σημερινοί "δημιουργοί" της ΝΕΡΙΤ έχουν κάτι από τον Χατζιδάκι; Έχουν το ανάστημα να κάνουν μία τέτοια σύγκριση; Από που ως που τόλμησαν να καταργήσουν το Τρίτο Πρόγραμμα και για να φέρουν τι στην θέση του;

Ποιοι είναι αυτοί οι μεγάλοι δημοσιογράφοι που ηγούνται σήμερα της Δημόσιας Τηλεόρασης; Ποιο είναι το έργο τους και ποιος τους επέλεξε; Δεν μιλάμε για τους εργαζόμενους, αλλά για την κορυφή. Όταν φτιάχνεις κάτι νέο, σημασία έχει ποιός το φτιάχνει. Μήπως ήταν οι ίδιοι που λειτουργούσαν και την ΕΡΤ; Προς τι τότε τόσος θόρυβος;

Η παλιά ΕΡΤ είχε σοβαρά προβλήματα. Να μην ξεχνάμε ότι εμείς οι δημοσιογράφοι απεργούσαμε για να προσληφθούν συμβασιούχοι και να κάνουν την δουλειά των μονίμως απόντων! Ότι κατά καιρούς έμπαινε κόσμος από τα παράθυρα και τις κλειδαρότρυπες. Η ΕΡΤ δεν εξυπηρετούσε τον σκοπό της λειτουργίας της. Αλλά γι αυτό δεν έφταιγε το τεχνικό προσωπικό, για παράδειγμα. Χρειαζόντουσαν αλλαγές και μάλιστα σαρωτικές. Όχι όμως στο σύνολο του προσωπικού και όχι δίχως την συμμετοχή της κοινωνίας. Αυτά τα είπαμε από την πρώτη στιγμή. Και δυστυχώς δικαιώνονται οι δυσοίωνες προβλέψεις.

Η καλή μέρα, κύριε Καψή, φαίνεται από το πρωί. Κι αυτό το πρωινό ο ήλιος επέλεξε να μην βγει. Σκοτάδι μαύρο, κύριε Καψή. Ποτέ, όμως, δεν είναι αργά. Δεν κάνατε το αυτονόητο από την πρώτη στιγμή. Κάντε το έστω κι αργά κι ελάτε σε επαφή με τους κοινωνικούς φορείς. Τι στο καλό κεντροαριστεροί είστε, εσείς του ΠΑΣΟΚ, αν δεν μπορείτε να κάνετε τουλάχιστον αυτό;

Θανάσης Μαυρίδης

thanasis.mavridis@capital.gr


Πηγή:www.capital.gr

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More