Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

10 Ιαν 2022

Η γεωπολιτική των μικροτσίπ

Συμπεριφορά και συναισθήματα θα ελέγχονται με μικροτσίπ” – Μετανθρωπισμός  και ελευθερία -





Οι ζωές μας πλέον εξαρτώνται από τους ημιαγωγούς. Αυτά τα ιλιγγιωδώς ισχυρά και πολύπλοκα μικροτσίπ βρίσκονται σε κάθε συσκευή που χρησιμοποιούμε. Τον αιώνα που διανύουμε, η κυριαρχία στη σχεδίαση, την παραγωγή και την προμήθεια ημιαγωγών θα έχει ανάλογη γεωπολιτική σημασία με εκείνη που είχε το πετρέλαιο κατά τον 20ό αιώνα.

Αν την συγκρίνουμε με άλλες κρίσεις, η φετινή «επιδημία» ανεπάρκειας μικροτσίπ –η παγκόσμια έλλειψη των ημιαγωγών με τους οποίους λειτουργούν οι ηλεκτρονικές συσκευές, από υπολογιστές, αυτοκίνητα και πλυντήρια μέχρι φρυγανιέρες και κονσόλες παιχνιδιών– αποτελεί ένα παράξενο γεγονός, κυρίως γεωπολιτικά. Τον περασμένο Μάιο, αμερικανικές εταιρείες έστειλαν επιστολή στον πρόεδρο της Νότιας Κορέας Μουν Τζάε-ιν, προτρέποντάς τον να αμνηστεύσει τον υπό δυσμένεια πρόεδρο της Samsung Λι Τζάε-γιονγκ, που αυτή τη στιγμή εκτίει ποινή φυλάκισης 18 μηνών για δωροδοκία1. Δεδομένης της αμερικανικής εξάρτησης από τα μικροτσίπ, ήταν επιτακτική ανάγκη η Samsung να προχωρήσει στην προγραμματισμένη επένδυση πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εγκαταστάσεις παραγωγής μικροτσίπ στις ΗΠΑ. Με την «αυτονομία σε ημιαγωγούς» των ΗΠΑ να διακυβεύεται, δεν υπήρχε χώρος για αναφορές στο κράτος δικαίου.

Η διαλεκτική της κρίσης των ημιαγωγών θα είχε ενθουσιάσει τους θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης και μόνο για το γεγονός ότι εκθέτει την εγγενή ανοησία της σημερινής «έξυπνης» κοινωνίας. Η έλλειψη μικροτσίπ μάς έχει αναγκάσει να αναμένουμε μάταια τον ερχομό των τελευταίων ηλεκτρονικών συσκευών ευρείας κατανάλωσης: χωρίς ημιαγωγούς (μερικοί κοστίζουν μόλις ένα δολάριο το κομμάτι) δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα «έξυπνα» τηλέφωνα, ψυγεία και οδοντόβουρτσες έχουν ξαφνικά εξαφανιστεί μέσα στη μαύρη τρύπα του παγκόσμιου καπιταλισμού, λες και κάποιος αόρατος σαμποτέρ ακύρωσε την Έκθεση Ηλεκτρονικών Καταναλωτικών Αγαθών του Λας Βέγκας.

Η σημερινή κρίση δεν έχει κάτι το εξαιρετικό. Αυτή τη φορά, ωστόσο, συνέβη εν μέσω μιας ευρύτερης ανησυχίας για την παγκοσμιοποίηση, την παρακμή της δυτικής βιομηχανικής δραστηριότητας και την πολιτικοποίηση των προηγμένων τεχνολογιών, όπως λόγου χάρη της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), που έχει πλέον αναχθεί σε στρατηγικό διακύβευμα της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Κίνας. Αυτό εξηγεί πώς ένα βαρετό τεχνικό ζήτημα, το οποίο πριν από δέκα χρόνια θα είχε μικρό αντίκτυπο εκτός των άμεσα επηρεαζόμενων βιομηχανιών, έχει καταλήξει ένας μεγάλος πονοκέφαλος για τις κυβερνήσεις.

Και υπάρχει σχέση και με την πανδημία. Η παγκόσμια απαγόρευση κυκλοφορίας κατέστη υποφερτή μέσα από μια άνευ προηγουμένου αύξηση της κατανάλωσης ψηφιακών υπηρεσιών, όλες βασισμένες σε συσκευές, δρομολογητές και διακομιστές που εξαρτώνται από μικροτσίπ. Επιπλέον, ώθησε τους βαριεστημένους καταναλωτές να αναζητήσουν πιο μοδάτες οικιακές συσκευές, ενισχύοντας τη ζήτηση για μπλέντερ, βραστήρες ρυζιού κ.ο.κ.

Επιβραδυνόμενη παραγωγή

Η πανδημία (για μικρό χρονικό διάστημα) διέκοψε τη λειτουργία των εγκαταστάσεων παραγωγής ημιαγωγών. Οι περισσότερες βρίσκονται στην Ασία: Ταϊβάν, Νότια Κορέα και Κίνα (η Γουχάν φιλοξενεί έναν από τους κορυφαίους κατασκευαστές μικροτσίπ της χώρας, τη Yangtze Memory Technologies). Παρ’ όλο που δέχθηκαν επαίνους για τον τρόπο που χειρίστηκαν την πανδημία, η αδυναμία της Σεούλ και της Ταϊπέι να εξασφαλίσουν αρκετά εμβόλια οδήγησε σε ξεσπάσματα της ασθένειας σε εγκαταστάσεις κατασκευής ημιαγωγών, επιβραδύνοντας ακόμη περισσότερο την παραγωγή.

Ακολούθησε ένα είδος διπλωματίας «μικροτσίπ αντί εμβολίων», με την Ταϊβάν να αξιοποιεί επιθετικά την ικανότητά της να παράγει μικροτσίπ προκειμένου να προμηθεύεται εμβόλια από διψασμένους για ημιαγωγούς συμμάχους. Η Ιαπωνία, θετική στην ιδέα οι Ταϊβανέζοι κατασκευαστές μικροτσίπ να ανοίξουν επιχειρήσεις εκεί, δώρισε 1,24 εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου AstraZeneca. Οι ΗΠΑ, που αρχικά σχεδίαζαν να δωρίσουν 750.000 δόσεις εμβολίου της Moderna στη Ταϊβάν, τριπλασίασαν τη δέσμευσή τους. Στα μέσα Ιουνίου, η Ταϊπέι έδωσε στην Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC), τον πιο σημαντικό παραγωγό μικροτσίπ της χώρας, και στην Foxconn, τον άλλον εγχώριο τεχνολογικό γίγαντά της, την εξουσιοδότηση να διαπραγματευτεί απευθείας με τη γερμανική BioNTech για την αγορά 10 εκατομμυρίων δόσεων2.

Οι επιπτώσεις από την τρέχουσα έλλειψη φαίνονται ακόμη πιο έντονες διότι το κύριο βάρος των καθυστερήσεων στον εφοδιασμό και την παραγωγή πέφτει στην αυτοκινητοβιομηχανία –που εξακολουθεί να αποτελεί κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης και πηγή ελπίδας για ανάκαμψη μετά την πανδημία. Επί δεκαετίες, οι αυτοκινητοβιομηχανίες προσκυνούν την ιδεολογία του «ακριβώς στη ώρα τους», το πραγματικό ευαγγέλιο της παγκοσμιοποίησης: επαγγέλλεται τεράστια εξοικονόμηση κόστους με αντάλλαγμα τη διατήρηση των αποθεμάτων τους σε χαμηλά επίπεδα. Όταν οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού λειτουργούν καλά, οι διακυμάνσεις στη ζήτηση μπορούν να αντιμετωπιστούν σε πραγματικό χρόνο, χωρίς οι εταιρείες αυτοκινήτων να αναγκαστούν να αγοράσουν και να αποθηκεύσουν παραπανίσια υλικά.

Με την έναρξη της πανδημίας, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων έκαναν σημαντικές περικοπές στις προβλέψεις των πωλήσεών τους, ακυρώνοντας ή μειώνοντας τις παραγγελίες μικροτσίπ. Όμως, δεν πρόβλεψαν ότι η παγκόσμια όρεξη για ημιαγωγούς θα παρέμενε ισχυρή ή ότι η ζήτηση για οχήματα θα ανέκαμπτε σχετικά γρήγορα. Καθώς δίσταζαν να πάρουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, οι πελάτες στράφηκαν μαζικά σε νέα αυτοκίνητα. Αυτά μπορεί να περιέχουν από 1.400 έως 3.500 ημιαγωγούς, 40% του συνολικού κόστους του αυτοκινήτου3.

Σε κανονικές συνθήκες, θα μπορούσε απλώς να ενταθεί η παραγωγή μικροτσίπ. Ωστόσο, το κλείσιμο εργοστασίων εξαιτίας της Covid-19, σε συνδυασμό με κάποια έκτακτα γεγονότα, το κατέστησαν αδύνατο: το κύμα ψύχους στο Τέξας (όπου εδρεύουν πολλοί κατασκευαστές μικροτσίπ των ΗΠΑ), η ξηρασία στην Ταϊβάν, η πυρκαγιά σε ένα μεγάλο εργοστάσιο της Ιαπωνίας, το μπλοκάρισμα της Διώρυγας του Σουέζ, οι προσπάθειες των κινεζικών εταιρειών να ενισχύσουν τα αποθέματά τους σε μικροτσίπ πριν υποστούν τις αμερικανικές κυρώσεις.

Γιατί δεν μπορούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες να φτιάξουν μικροτσίπ;

Οι κατασκευαστές αυτοκινήτων πιάστηκαν απροετοίμαστοι. Πολλοί, ακόμα και οι μεγαλύτεροι, δεν έχουν άμεσες σχέσεις με κατασκευαστές μικροτσίπ: εφοδιάζονται από προμηθευτές εξαρτημάτων αυτοκινήτων όπως η Bosch και η Continental. Επιπλέον, καθώς η ζήτηση για ημιαγωγούς όλων των ειδών αυξήθηκε, οι κατασκευαστές εύλογα ανακατεύθυναν την παραγωγή τους προς τα πολύ πιο προσοδοφόρα μικροτσίπ για υπολογιστές και smartphone.

Γιατί δεν μπορούν οι αυτοκινητοβιομηχανίες να παράγουν τα δικά τους μικροτσίπ; Ο Ίλον Μασκ προσπαθεί να το ανακαλύψει: η Tesla όχι μόνο μελετά ένα σχέδιο προπληρωμής των κατασκευαστών για τους ημιαγωγούς που χρειάζεται (ακόμα ένα καρφί στο φέρετρο του δόγματος «ακριβώς στην ώρα τους»), αλλά λογαριάζει και να αγοράσει ένα εργοστάσιο ημιαγωγών. Η Volkswagen σύντομα θα σχεδιάζει μικροτσίπ για αυτόνομα αυτοκίνητα4.

Ωστόσο, άλλο πράγμα ο σχεδιασμός και άλλο η κατασκευή. Η Ευρώπη δεν είναι ευχαριστημένη. «Εάν ένας μεγάλος συνασπισμός σαν την Ε.Ε. δεν είναι σε θέση να παράγει μικροτσίπ, δεν αισθάνομαι ιδιαίτερη άνεση», δήλωνε η Άνγκελα Μέρκελ τον Μάιο. «Αν είσαι έθνος αυτοκινήτων, πραγματικά δεν είναι καλό αν δεν μπορείς να παράγεις το βασικό εξάρτημα»5. Η λογική της Μέρκελ είναι βάσιμη: η Ευρώπη έχει περάσει από το 44% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας το 1990 σε μόλις 10% σήμερα. Εντούτοις, η αργοπορημένη ενδοσκόπηση είναι απίθανο να αποφέρει αποτελέσματα χωρίς μια πολύ ευρύτερη εξέταση των βασικών υποθέσεων (σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, το εμπόριο, την εθνική ασφάλεια και τη βιομηχανική στρατηγική) που διαμόρφωσαν την πολιτική ημιαγωγών των ΗΠΑ και της Ε.Ε. επί δεκαετίες.

Η κατασκευή μικροτσίπ είναι μια σύνθετη διαδικασία, η οποία απαιτεί μια σειρά από ξεχωριστές διαδικασίες που μπορεί να διαρκέσουν μήνες. Μπορεί να περιλαμβάνουν περισσότερα από χίλια βήματα, καθώς η άμμος –η πηγή του πυριτίου, που εξακολουθεί να είναι το πιο κοινό υλικό των ημιαγωγών– μετατρέπεται σε ολοκληρωμένα κυκλώματα σχεδόν άπειρης πολυπλοκότητας.

Παρ’ όλη την πολυπλοκότητα, η υποκείμενη βασική αρχή παραμένει απλή. Τα σημερινά μικροτσίπ αποτελούνται από εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια κρυσταλλολυχνίες (transistors): όσες περισσότερες κρυσταλλολυχνίες χωρούν σε ένα μικροτσίπ τόσο μεγαλύτερη είναι η ισχύς του. Οι κρυσταλλολυχνίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ροής του ηλεκτρικού κυκλώματος, ενεργοποιημένου ή απενεργοποιημένου. Αυτή η δυαδική γλώσσα των 0 και 1 αποτελεί το θεμέλιο της σύγχρονης πληροφορικής, διαμεσολαβώντας μεταξύ του ηλεκτρισμού και της πληροφορίας6.

Ας κάνουμε «περισσότερα με περισσότερα»

Όπως κάθε ανταγωνιστική βιομηχανία, η κατασκευή μικροτσίπ υπόκειται στην πίεση να κάνει διαρκώς «περισσότερα με λιγότερα». Για τα περισσότερα μικροτσίπ, τουλάχιστον για εκείνα με λειτουργία λογικής, αυτό σημαίνει μεγιστοποίηση της υπολογιστικής ισχύος τους με παράλληλη ελαχιστοποίηση του επακόλουθου οικονομικού και ενεργειακού κόστους. Αυτή η τάση είναι γνωστή ως Νόμος του Μουρ (από τον συνιδρυτή της Intel Γκόρντον Μουρ): εφόσον συνεχίζονται οι παλαιότερες κατευθύνσεις, ο αριθμός των κρυσταλλολυχνιών σε ένα μικροτσίπ θα διπλασιάζεται κάθε χρόνο, με αντίστοιχη μείωση του κόστους του και αύξηση της υπολογιστικής ισχύος του.

Παραδόξως, τα οφέλη του «περισσότερα με λιγότερα» που σχετίζονται με το Νόμο του Μουρ έχουν ωθήσει τη βιομηχανία ημιαγωγών να κάνει «περισσότερα με περισσότερα»7. Καθώς οι κορυφαίες εταιρείες του κλάδου ωθούνται στα άκρα της Φυσικής, είναι αναγκασμένες να επενδύουν όλο και μεγαλύτερα ποσά σε εξοπλισμό. Οι προβλεπόμενες κεφαλαιουχικές δαπάνες της TSMC για την περίοδο 2021-2024 είναι 100 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η Samsung σκοπεύει να δαπανήσει 151 δισ. δολάρια μέχρι το 2030. Και άλλοι βιομηχανικοί γίγαντες επενδύουν παρόμοια ποσά. Δεν απαιτούνται όμως μόνο δολάρια, αλλά και εγκέφαλοι: σύμφωνα με μια μελέτη, για να συμβαδίσεις σήμερα με τον Νόμο του Μουρ απαιτούνται 18 φορές περισσότεροι ερευνητές από όσοι στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Οι ημιαγωγοί συνήθως ομαδοποιούνται ανάλογα με τη λεπτότητα της χάραξής τους. Κάπως σαν τις γενεές σε μια οικογένεια, τα διαφορετικά μεγέθη χάραξης συνήθως απαιτούν διαφορετικές αρχιτεκτονικές και διαδικασίες κατασκευής. Γενικά, όσο πιο λεπτή είναι η χάραξη τόσο μικρότερες, ταχύτερες και πιο αποδοτικές ενεργειακά είναι οι κρυσταλλολυχνίες. Τα τελευταίας γενιάς smartphone και τάμπλετ είναι εξοπλισμένα με μικροτσίπ χαραγμένα στα 5 νανόμετρα (nm). Στα μικροτσίπ των 3 νανομέτρων –τα οποία δεν θα βγουν σε μαζική παραγωγή μέχρι τουλάχιστον το 2022– οι κρυσταλλολυχνίες θα έχουν το 1/20.000 του πλάτους μιας ανθρώπινης τρίχας. Ωστόσο, τέτοιες καινοτομίες έχουν εφαρμογή μόνο σε ορισμένα ηλεκτρονικά προϊόντα. Εκτός  από τα μικροτσίπ που χρησιμοποιούνται στην ΤΝ και την ενημέρωση-ψυχαγωγία, τα αυτοκίνητα λειτουργούν με ημιαγωγούς πολύ παλαιότερης τεχνολογίας χάραξης.

Στο παρελθόν, μία και μόνη εταιρεία –ένας κατασκευαστής ολοκληρωμένων συσκευών– κατά κανόνα ενορχήστρωνε ολόκληρη τη διαδικασία, από τον σχεδιασμό του μικροτσίπ μέχρι την κατασκευή, τη δοκιμή και τη συσκευασία του. Αυτή είναι η ιστορία της Intel, της Texas Instruments, της IBM και πολλών άλλων.

Όλα αυτά ξεκίνησαν να αλλάζουν στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ο Μόρις Τσανγκ, ένας μηχανικός κινεζικής καταγωγής με σπουδές στις ΗΠΑ και δεκαετίες εμπειρίας στην Texas Instruments, τον αμερικανικό γίγαντα των ημιαγωγών, ίδρυσε την TSMC στην Ταϊβάν. Ο Τσανγκ είδε ότι η παραγωγή μικροτσίπ απαιτούσε τόσο μεγάλη ένταση κεφαλαίου ώστε χρειαζόταν ένα διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο. Οραματίστηκε την παραγωγή ημιαγωγών ως υπηρεσία, όπου η TSMC θα προσέφερε εξαιρετικές εγκαταστάσεις παραγωγής προκειμένου να επιτρέψει στις εταιρείες ημιαγωγών να απαλλαγούν από τα δικά τους εργοστάσια και να επικεντρωθούν στον σχεδιασμό.

Η μεγάλη ευκαιρία του Τσανγκ εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν η Apple έδωσε στην εταιρεία τη σύμβαση για τα μικροτσίπ των iPhone. Η TSMC ανέκαθεν ήταν μια αυστηρά διοικούμενη επιχείρηση, με σχεδόν παρανοϊκή επιμονή στη μυστικότητα του χώρου εργασίας και μια σταχανοβίτικη εργασιακή κουλτούρα: κάποια περίοδο, το τμήμα Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) της εταιρείας δούλευε σε 24ωρη βάση, με τρεις βάρδιες8.

Σήμερα, η χρηματιστηριακή αξία της TSMC υπερβαίνει τα 600 δισ. δολάρια –2,5 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της Intel– και την τοποθετεί ανάμεσα στις δώδεκα πιο ακριβές εταιρείες του κόσμου. Τεχνολογικά, βρίσκεται αρκετά χρόνια πιο μπροστά από τους αμεσότερους ανταγωνιστές της. Το τελευταίο εργοστάσιό της, που πρόκειται να τεθεί σε λειτουργία του χρόνου, έχει κοστίσει 20 δισ. δολάρια και θα περιλαμβάνει έναν αποστειρωμένο χώρο –απαραίτητο για την παραγωγή ημιαγωγών– μεγέθους 22 γηπέδων ποδοσφαίρου.

Είναι εν μέρει χάρη στην TSMC που οι ημιαγωγοί δεν θεωρούνται πλέον προκατασκευασμένα εξαρτήματα για όλες τις χρήσεις. Οι τεχνολογικές ανάγκες γιγάντων όπως η Alphabet και η Amazon είναι πολύ εξειδικευμένες –και οι πόροι τους τόσο τεράστιοι– που έχουν την οικονομική δυνατότητα να θέσουν τις προδιαγραφές και να σχεδιάσουν τα δικά τους μικροτσίπ9. Τα αμέσως επόμενα χρόνια, οι αυτοκινητοβιομηχανίες είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσουν την ίδια πορεία για τα πιο προηγμένα μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης.

Η στροφή προς τον κατά παραγγελία σχεδιασμό σηματοδότησε επίσης τη δημιουργία επιχειρηματικών μοντέλων βασισμένων στην πνευματική ιδιοκτησία. Η ARM Holdings με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο –ιδιοκτησία της ιαπωνικής Softbank, αλλά προσφάτως στόχος μιας αμφιλεγόμενης προσφοράς εξαγοράς ύψους 40 δισ. δολαρίων από την NVIDIA, τον αμερικανικό γίγαντα των μικροτσίπ– αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ARM κατέχει μια εντυπωσιακή γκάμα δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η εταιρεία επινοεί αφηρημένες λύσεις που, από τη στιγμή που θα εφαρμοστούν, καθιστούν δυνατή τη βελτίωση της αρχιτεκτονικής του μικροτσίπ. Οι πελάτες πληρώνουν στην ARM ένα τέλος αδειοδότησης και δικαιώματα με αντάλλαγμα τις οδηγίες για τον τρόπο που αυτοί οι αφηρημένοι κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε συγκεκριμένο πλαίσιο χρήσης.

Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, οι ΗΠΑ ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης στον τομέα. Η τεράστια χρηματοδότηση της έρευνας και οι ευλογίες του Πενταγώνου εξασφάλισαν την ηγεμονία των αμερικανικών εταιρειών. Αυτό ξεκίνησε να αλλάζει στη δεκαετία του 1970, όταν ιαπωνικές επιχειρήσεις αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, ειδικά στα μικροτσίπ μνήμης και τους αισθητήρες. Οι κατασκευαστές μικροτσίπ της Ιαπωνίας ξεκίνησαν να κάνουν τολμηρές προσφορές εξαγοράς στις ΗΠΑ, διατηρώντας παράλληλα τη δική τους εγχώρια αγορά κλειστή για όσους ξένους ήθελαν να εισέλθουν σε αυτήν.

Η στρατηγική αυτή δεν άρεσε στην κυβέρνηση του Ρήγκαν, η οποία τελικά χρησιμοποίησε την εμπορική και γεωπολιτική ισχύ της προκειμένου να εξουδετερώσει τους Ιάπωνες ανταγωνιστές της10. Η αμερικανική κυβέρνηση επίσης προώθησε τους στενότερους δεσμούς μεταξύ βιομηχανίας και πανεπιστημιακής έρευνας. Η άνοδος του μοντέλου παραγωγής χωρίς εργοστάσια πράγματι αποδείχθηκε επωφελής για τις ΗΠΑ, καθώς άφησε τους Ιάπωνες κατασκευαστές ημιαγωγών με αδρανείς (και σχετικά ακριβές) εγκαταστάσεις παραγωγής, επιτρέποντας ταυτόχρονα στους αμερικανικούς γίγαντες των μικροτσίπ να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στον σχεδιασμό. Η Ιαπωνία δεν ανέκτησε ποτέ εντελώς τις ικανότητές της στην κατασκευή μικροτσίπ: το μερίδιό της στις παγκόσμιες πωλήσεις ημιαγωγών έχει μειωθεί από 50% το 1988 σε 10% σήμερα.

Μια πύρρειος νίκη για την Αμερική;

Ήταν άραγε πύρρειος η νίκη για την Αμερική, δεδομένου ότι το δικό της μερίδιο στην παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε από 37% το 1990 σε 12% σήμερα; Σίγουρα δεν μοιάζει με τέτοια: η αμερικανική βιομηχανία ημιαγωγών –εκπροσωπούμενη από τη NVIDIA, την AMD, την Broadcom, την Qualcomm, ακόμα και την προβληματική πλέον Intel– έπαιξε το παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης όπως έπρεπε να παιχτεί: η κατασκευή, με τα χαμηλά περιθώρια κέρδους, δόθηκε εργολαβικά στην Ασία, ενώ παρέμειναν στις ΗΠΑ ο σχεδιασμός και οι άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την πνευματική ιδιοκτησία, με τα υψηλά περιθώρια κέρδους.

Μια χώρα που παρακολούθησε στενά την άνοδο της TSMC είναι η Κίνα11. Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, τα χέρια των τεχνολογικών εταιρειών της, καθώς πολλές από αυτές συνεργάζονταν με τις ένοπλες δυνάμεις, ήταν δεμένα από τον Διακανονισμό του Wassenaar: διάδοχος του καθεστώτος πολυμερούς ελέγχου των εξοπλισμών της εποχής του ψυχρού πολέμου, ελέγχει τις εξαγωγές συμβατικών όπλων και τεχνολογικών προϊόντων διττής χρήσης και περιορίζει σημαντικά το περιθώριο ελιγμών της Κίνας στο θέμα των ημιαγωγών.

Η Κίνα χρειαζόταν εγχώριους πρωταγωνιστές που θα εμφανίζονταν ως ευυπόληπτες ανεξάρτητες επιχειρήσεις και όχι ως απλές μαριονέτες του καθεστώτος. Βρήκε έναν τέτοιο πρωταγωνιστή στη Semiconductor Manufacturing International Corporation (SMIC), που ιδρύθηκε το 2000 από τον Ρίτσαρντ Τσανγκ. Όπως ο Μόρις Τσανγκ, ο Ρίτσαρντ Τσανγκ (καμία συγγένεια μεταξύ τους) πέρασε χρόνια στην Texas Instruments και στη συνέχεια δούλεψε για τον Μόρις Τσανγκ στη TSMC. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Ρίτσαρντ Τσανγκ έφυγε από την TSMC για να ιδρύσει μια ανταγωνιστική εταιρεία ονόματι Worldwide Semiconductor Manufacturing Corp (WSMC), αν και τελικά έχασε τον έλεγχό της και πωλήθηκε.

Εξοργισμένος, ο Ρίτσαρντ Τσανγκ έφυγε για τη Σαγκάη, παίρνοντας μαζί του εκατό μηχανικούς, για να ιδρύσει την SMCI. Ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, δεν ήταν προφανής σύμμαχος του Κομμουνιστικού Κόμματος12. Ωστόσο, δεν είχε κανένα πρόβλημα να συγκεντρώσει χρήματα από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς όπως η Γκόλντμαν Σακς, η οποία έγινε ένας από τους πρώτους μεγάλους επενδυτές στη SMIC. Ούτε η κυβέρνηση της Ταϊβάν ούτε η TMSC ήταν ευχαριστημένοι με την αναχώρηση του Τσανγκ: χρόνια δικαστικών αγώνων τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη SMIC το 2009.

Κινεζικές επενδύσεις βοηθούν τη SMIC

Η SMIC επέμεινε, προσελκύοντας τεράστιες επενδύσεις από ποικίλες κρατικές κινεζικές εταιρείες και επενδυτικά κεφάλαια (η πιο πρόσφατη, ύψους 2,2 δισ. δολαρίων, έγινε τον Μάιο του 2020). Παρ’ όλη τη χρηματοδότηση, εξακολουθεί να υπολείπεται της TSMC και της Samsung: προς το παρόν, περιορίζεται σε μικροτσίπ των 14 νανομέτρων. Οι απόπειρές της να ανέβει στη κλίμακα της λεπτότητας χάραξης έχουν παρεμποδιστεί από τις αμερικανικές κυρώσεις, μην επιτρέποντάς της να αποκτήσει μηχανήματα ακραίας υπεριώδους λιθογραφίας από τον μοναδικό προμηθευτή της, την ολλανδική εταιρεία ASML. Ωστόσο, η SMIC ισχυρίζεται ότι βρήκε τρόπο να παρακάμψει το εμπόδιο: οι δικές της καινοτομίες μπορεί να την βοηθήσουν να μεταβεί άμεσα στην παραγωγή μικροτσίπ των 7 νανομέτρων.

Η επιτυχία της SMCI οφείλεται στις απόλυτα εστιασμένες προσπάθειες των κινεζικών αρχών να αναπτύξουν εγχώρια βιομηχανία ημιαγωγών. Και αυτές οι προσπάθειες φαίνεται να αποδίδουν, τουλάχιστον εν μέρει: η Κίνα έχει περισσότερα εργοστάσια υπό κατασκευή από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Έχουν υπάρξει πάνω από 1.000 επίσημα σχέδια που υπόσχονταν κάποια μορφή υποστήριξης στην υπόθεση των ημιαγωγών. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι το Εθνικό Σχέδιο Ολοκληρωμένων Κυκλωμάτων του 2014, με βάση το οποίο δημιουργήθηκε ένα επενδυτικό κεφάλαιο ύψους 150 δισ. δολαρίων για την υποστήριξη της εγχώριας βιομηχανίας μικροτσίπ, τη διευκόλυνση των εξαγορών ξένων εταιρειών και την εξασφάλιση κρίσιμων εξαρτημάτων από το εξωτερικό. Το 2019 προστέθηκαν επιπλέον 28,9 δισ. δολάρια σε αυτό.

Υπάρχει βεβαίως και η γενικότερη δέσμευση του προέδρου Σι Τζινπίνγκ να δαπανήσει τα επόμενα έξι χρόνια έως και 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια προκειμένου να εξασφαλίσει το προβάδισμα της Κίνας στις στρατηγικές τεχνολογίες. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Λιου Χε, απόφοιτος του Χάρβαρντ, έχει οριστεί τσάρος των ημιαγωγών της Κίνας και έχει αναλάβει την επίβλεψη της ανάπτυξης τεχνολογιών αιχμής στα μικροτσίπ.

Το Πεκίνο έχει θεσπίσει πολλά μέτρα για την τόνωση της βιομηχανίας μικροτσίπ13. Κυμαίνονται από τον εξαναγκασμό ξένων εταιρειών τεχνολογίας να σχηματίζουν κοινοπραξίες και να μοιράζονται την πνευματική ιδιοκτησία τους με κινεζικές επιχειρήσεις μέχρι την πίεση στους τεχνολογικούς γίγαντες της Κίνας να προμηθεύονται περισσότερα μικροτσίπ από τους νεοσύστατους εγχώριους κατασκευαστές, ειδάλλως να χάνουν όλες τις κρατικές επιδοτήσεις.

Εκατοντάδες, ή και χιλιάδες, χρεοκοπούν

Γιατί το Πεκίνο δίνει τόσο μεγάλη προσοχή στους ημιαγωγούς; Όσο η Κίνα φιλοδοξεί να παραμένει το εργοστάσιο του κόσμου, πρέπει να διαθέτει αρκετά μικροτσίπ ώστε να εξοπλίζει όλα τα ηλεκτρονικά είδη που παράγει. Προς το παρόν, δεν τα έχει: μόνο μέσα στο 2020, εισήγαγε μικροτσίπ αξίας 350 δισ. δολαρίων –δαπανώντας για αυτά περισσότερα από όσα για εισαγωγές πετρελαίου. Από το 2005 κατέχει τον αμφιλεγόμενο τίτλο του μεγαλύτερου εισαγωγέα ημιαγωγών στον κόσμο, υπογραμμίζοντας το τεράστιο κενό μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσής της σε αυτόν τον τομέα.

Είναι βάναυσος ο κόσμος των ημιαγωγών. Για κάθε SMIC, υπάρχουν εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, επιχειρήσεις που χρεοκοπούν. Σύμφωνα με μια εκτίμηση της «Λαϊκής Ημερησίας», επίσημης εφημερίδας του ΚΚ Κίνας, κατά την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου του περασμένου χρόνου δημιουργήθηκαν περισσότερες από 58.000 εταιρείες μικροτσίπ –περίπου 200 την ημέρα.

Η απόπειρα της NVIDIA να εξαγοράσει την ARM Holdings προκάλεσε κάποια ανησυχία στο Πεκίνο. Αν η ARM υπαχθεί σε αμερικανική εταιρεία, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να την πιέσει να μην αδειοδοτεί την πνευματική ιδιοκτησία της σε κινεζικές εταιρείες. Βραχυπρόθεσμα, το Πεκίνο θα μπορούσε απλώς να εμποδίσει τη συγχώνευση NVIDIA-ARM, όπως έχει κάνει στο παρελθόν. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία εναποθέτουν τις ελπίδες τους στο RISC-V, μια εναλλακτική ανοιχτού κώδικα στην τεχνολογία RISC της ARM. Ξεκίνησε ως ένα ερευνητικό σχέδιο ανοιχτού κώδικα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ, έκτοτε όμως έχει εξελιχθεί σε μια εντυπωσιακή μη κερδοσκοπική ένωση, τη RISC-V International. Τον Νοέμβριο του 2019 μετέφερε την έδρα της στην Ελβετία. Αυτό έγινε προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν προβλήματα με τους εμπορικούς κανονισμούς των ΗΠΑ, δεδομένης της έντονης παρουσίας κινεζικών εταιρειών στις γραμμές της (περισσότερες από είκοσι έχουν ήδη ενταχθεί). Η ZTE, η Huawei και η Alibaba επίσης πειραματίζονται πάνω στις δυνατότητες των τεχνολογιών RISC-V14.

Ίσως η πιο διασκεδαστική πτυχή της κρίσης των ημιαγωγών να ήταν ότι παρακολουθήσαμε τους Αμερικανούς πολιτικούς να αμφισβητούν τη συναίνεση των τελευταίων δεκαετιών σχετικά με την πολιτική του ελεύθερου εμπορίου. Στα τέλη Ιουνίου, σε ομιλία του στο Atlantic Council, τη συντηρητική δεξαμενή σκέψης, ο Μπράιαν Ντις, κορυφαίος οικονομικός σύμβουλος του Τζο Μπάιντεν, παραπονέθηκε για το «κώμα που έχουν προκαλέσει οι ισχύουσες πολιτικές εμπορίου» όσον αφορά τους ημιαγωγούς και άλλους κρίσιμους τομείς της εγχώριας παραγωγής και επέμεινε ότι «οι στρατηγικές δημόσιες επενδύσεις για τη δημιουργία και την ανάπτυξη πρωτοπόρων βιομηχανιών είναι μια πραγματικότητα για την οικονομία του 21ου αιώνα»15.

Η πολιτική των ΗΠΑ για τους μικροεπεξεργαστές έχει διαμορφωθεί από μια διπλή επιτακτική ανάγκη: να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να προληφθεί η άνοδος της Κίνας. Δεδομένου ότι ο Μπάιντεν έχει υποσχεθεί να επιστρέψουν στην Αμερική θέσεις εργασίας στη βιομηχανία, πολύ λίγοι πολιτικοί θα εναντιώνονταν στην προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στον κλάδο των ημιαγωγών: εξάλλου, τέτοιες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ προσφέρουν διπλάσιο μισθό σε σχέση με τη μέση βιομηχανική εργασία.

Ο Νόμος για την Καινοτομία και τον Ανταγωνισμό στις ΗΠΑ, που ψηφίστηκε από τη Γερουσία στις αρχές Ιουνίου, προβλέπει 52 δισ. δολάρια προκειμένου να αποκαταστήσει την παλιά δόξα της αμερικανικής βιομηχανίας μικροτσίπ. Μερικά από αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να δελεάσουν τη TSMC και τη Samsung να προχωρήσουν σε σχέδια για τη δημιουργία προηγμένων μονάδων παραγωγής ημιαγωγών στις ΗΠΑ. Όμως, αν και τα 52 δισ. δολάρια μπορεί να φαίνονται πολλά χρήματα –και, για τους περισσότερους κλάδους είναι– ωχριούν σε σύγκριση με τα 450 δισ. δολάρια που σχεδιάζει να δαπανήσει η Νότια Κορέα τις επόμενες δεκαετίες. Και τα μακροπρόθεσμα οφέλη από την επιστροφή των εργοστασίων σε αμερικανικό έδαφος δεν είναι προφανή: μια μελέτη εκτιμά ότι, σε βάθος δέκα χρόνων, το κόστος λειτουργίας μιας νέας εγκατάστασης παραγωγής ημιαγωγών στις ΗΠΑ θα είναι κατά 30% υψηλότερο σε σχέση με την Ταϊβάν ή τη Νότια Κορέα και κατά 50% υψηλότερο σε σχέση την Κίνα16.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει συνεχίσει τη σκληρή γραμμή του Τραμπ απέναντι στην Κίνα, ενισχύοντας μάλιστα μερικά από τα αρχικά μέτρα της. Για παράδειγμα, ένα προεδρικό διάταγμα που υπέγραψε ο Μπάιντεν στις αρχές Ιουνίου απαγορεύει σε Αμερικανούς να επενδύουν σε 59 κινεζικές εταιρείες που φέρονται να έχουν δεσμούς με τις ένοπλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων των Huawei και SMIC17.

Μια ήττα για την Ευρώπη

Πού βρίσκεται η Ευρώπη σε όλο αυτό; Η σημερινή στάση των Ευρωπαίων υπευθύνων για τη χάραξη πολιτικής θυμίζει εκείνη των ομολόγων τους στην Αμερική: πανικός. Τον Μάιο, ο Τιερί Μπρετόν, ο Γάλλος επίτροπος της Ε.Ε. υπεύθυνος για την ψηφιακή πολιτική, υποσχέθηκε να αποκαταστήσει το χαμένο μερίδιο της Ευρώπης στην κατασκευή μικροτσίπ, εξασφαλίζοντας τουλάχιστον το 20% της παγκόσμιας προμήθειας ημιαγωγών μέχρι το 2030. Η Ε.Ε., όπως είπε, υπήρξε «υπερβολικά αφελής, υπερβολικά ανοιχτή».

Αυτός ήταν ένας ευγενικός τρόπος να πει ότι η Ευρώπη δεν ήταν τόσο επιτυχημένη όσο οι ΗΠΑ στην προσπάθειά της να κάνει την παγκοσμιοποίηση να δουλέψει για τη δική της ατζέντα. Όσον αφορά τις εταιρείες ημιαγωγών χωρίς εργοστάσια, η Ευρώπη κατέχει μόλις το 3% της αγοράς. Η μόνη ευρωπαϊκή εταιρεία που βρίσκεται στους 50 κορυφαίους παραγωγούς μικροτσίπ χωρίς εργοστάσιο είναι η νορβηγική Nordic Semiconductor. Η μόνη άλλη πρόσφατη είσοδος στη λίστα –η Dialog Semiconductor με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο– πουλήθηκε τον Φεβρουάριο στην ιαπωνική Renesas Electronics.

Οι πιο γνωστοί κατασκευαστές μικροτσίπ της Ευρώπης –NXP (ολλανδική), Infineon και Bosch Semiconductors (και οι δύο γερμανικές), STMicroelectronics (γαλλοϊταλική)– έχουν διατηρήσει κάποια βασική παραγωγική ικανότητα, όμως και αυτές εξαρτώνται από εταιρείες όπως η TSMC. Εξυπηρετούν μια πολύ ιδιαίτερη πελατειακή βάση (κυρίως στους τομείς της βιομηχανίας και του αυτοκινήτου) και ειδικεύονται σε αισθητήρες και ολοκληρωμένα κυκλώματα τροφοδοσίας και ραδιοσυχνοτήτων. Τα τελευταία, σε αντίθεση με τα μικροτσίπ λογικής, δεν υπόκεινται στον Νόμο του Μουρ και συνεπώς η αύξηση της λεπτότητας στη χάραξη είναι λιγότερο σημαντική.

Πολλές από τις εταιρείες μικροτσίπ της Ευρώπης τα πάνε πραγματικά καλά, καθώς η ζήτηση από τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας είναι ισχυρή όπως πάντα. Ωστόσο, πολλά από τα μικροτσίπ τους απέχουν πολύ από την αιχμή της τεχνολογίας, ακόμη και αν είναι αρκετά καλά για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Από τη στιγμή που η Ευρώπη εγκατέλειψε τις φιλοδοξίες της να ανταγωνιστεί την Apple και τη Samsung σε έξυπνα τηλέφωνα και τάμπλετ, δεν υπάρχει εξασφαλισμένη ευρωπαϊκή ζήτηση για προηγμένους ημιαγωγούς λογικής. Και, χωρίς ευρωπαϊκή ζήτηση, δεν υπάρχει λόγος να εγκατασταθούν νέα εργοστάσια στην Ευρώπη με το υψηλό κόστος εργασίας και όχι στην Ασία: οι αμερικανικές εταιρείες σίγουρα δεν θα έσπευδαν να κατασκευάσουν τα μικροτσίπ τους στην Δρέσδη αντί στην Ταϊπέι.

Όπως ήταν αναμενόμενο, κανένας από τους μεγάλους κατασκευαστές μικροτσίπ της Ευρώπης δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Μπρετόν να δώσει δισεκατομμύρια προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η Ευρώπη θα μπορεί να κατασκευάζει ημιαγωγούς των 2 και των 5 νανομέτρων μέχρι το 2030. Η Intel –η οποία κλήθηκε να δώσει τη βοήθειά της, μαζί με την TSMC και τη Samsung– πρόσφερε τις υπηρεσίες της, με τον όρο κάθε εργοστάσιο να λαμβάνει τουλάχιστον 4 δισ. ευρώ σε κρατικές επιδοτήσεις.

Ο Μπρετόν είναι πεπεισμένος ότι, ακόμη και αν η Ευρώπη δεν διαθέτει αυτή τη στιγμή αγορά για μικροτσίπ των 2 νανομέτρων, είναι δική του δουλειά να δημιουργήσει τις τεχνολογίες που θα κάνουν εφικτή την παραγωγή τους. Όλο αυτό μοιάζει με μαγική σκέψη. Η εξάρτηση της Ευρώπης από τους ημιαγωγούς είναι το σύμπτωμα μιας πολύ βαθύτερης δυσφορίας, που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έγχυση κεφαλαίων. Έχοντας αναθέσει εργολαβικά την αμυντική στρατηγική της στο Πεντάγωνο και τη βιομηχανική στρατηγική της στις αυτοκινητοβιομηχανίες, η Ευρώπη έχει χάσει την ικανότητά της για στρατηγικό σχεδιασμό στο πεδίο της ηλεκτρονικής παραγωγής της. Δεν αντιλαμβάνεται καν γιατί αξίζει τον κόπο να στοχαστεί πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Το τεχνολογικό υπόστρωμα που τροφοδοτεί τις ευρωπαϊκές οικονομίες υποτίθεται ότι θα ήταν αδιαπέραστο από τη γεωπολιτική: η ανάθεση της κατασκευής του στις δυνάμεις της αγοράς φαινόταν να είναι ο σωστός δρόμος. Τελικά αποδείχθηκε ένα εξαιρετικά ανόητο στοίχημα. Το «Airbus των μικροτσίπ», που τόσο ενθουσιάζει τους Ευρωπαίους τεχνοκράτες, θα πετάξει σίγουρα με τα εθνικά χρώματα της Κίνας.


  1. Edward White, «US companies lobby South Korea to free jailed Samsung boss», «Financial Times», Λονδίνο, 20 Μαΐου 2021.
  2. Lauly Li και Cheng Ting-Fang, «Taiwan probes possible COVID outbreak at TMSC», Nikkei Asia, 12 Ιουλίου 2021, https://asia.nikkei.com.
  3. «Semiconductors — the next wave: Opportunities and winning strategies for semiconductor companies», Deloitte, Απρίλιος 2019, www.deloitte.com.
  4. «Tesla set to pay for chips in advance in bid to overcome shortage», «Financial Times», 27 Μαΐου 2021. «Volkswagen to design chips for autonomous vehicles, says CEO», Reuters, 30 Απριλίου 2021.
  5. Christoph Rauwald, «Bosch opens German chip factory to help relieve global shortage», «Bloomberg Businessweek», Νέα Υόρκη, 7 Ιουνίου 2021.
  6. Τα μικροτσίπ διαφέρουν ανάλογα με τη λειτουργία τους. Τα μικροτσίπ λογικής (που επεξεργάζονται τις πληροφορίες) και τα μικροτσίπ μνήμης (που αποθηκεύουν τις πληροφορίες) είναι οι δύο κύριοι τύποι. Τα αναλογικά μικροτσίπ (χρησιμοποιούνται για τη μετατροπή αναλογικών σημάτων όπως ο ήχος ή το φως σε ψηφιακή μορφή), τα οπτοηλεκτρονικά, οι αισθητήρες και οι ημιαγωγοί διακριτών διατάξεων αποτελούν τα υπόλοιπα.
  7. Βλ. «Semiconductors: US industry, global competition, and federal policy», Congressional Research Service, Ουάσιγκτον, 26 Οκτωβρίου 2020.
  8. Yang Jie, Stephanie Yang και Asa Fitch, «The world relies on one chip maker in Taiwan, leaving everyone vulnerable», «The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 19 Ιουνίου 2021.
  9. Ian King και Dina Bass, «Why Amazon, Google, and Microsoft are designing their own chips», «Bloomberg Businessweek», 17 Μαρτίου 2021.
  10. Βλ. Tom Meinderts, «The power of section 301: the Reagan tariffs in an age of globalization», «Globalizations», τόμος 17, τ. 4, Abingdon-on-Thames, 2020.
  11. Seamus Grimes και Debin Du, «China’s emerging role in the global semiconductor value chain», «Telecommunications Policy», Elsevier, 2020.
  12. «Richard Chang: Taiwan’s silicon invasion», «Bloomberg Businessweek», 9 Δεκεμβρίου 2002.
  13. Για μία επισκόπηση από την πλευρά των ΗΠΑ, βλ. Stephen Ezell, «Moore’s law under attack: The impact of China’s policies on global semiconductor innovation», Information Technology & Innovation Foundation, 18 Φεβρουάριος 2021, https://itif.org. Επίσης, «China’s new semiconductor policies: Issues for Congress», Congressional Research Service, 20 Απρίλιος 2021, https://crsreports.congress.gov.
  14. Tobias Mann, «Is RISC-V China’s semiconductor salvation?» SDX Central, 6 Μάρτιος 2021, www.sdxcentral.com.
  15. James Politi και Aime Williams, «Top Biden aide calls for US to embrace “industrial strategy”», «Financial Times», 23 Ιουνίου 2021.
  16. Antonio Varas, Raj Varadarajan, Jimmy Goodrich και Falan Yinug, «Government incentives and US competitiveness in semiconductor manufacturing», Boston Consulting Group/Semiconductor Industry Association, 16 Σεπτέμβριος 2020.
  17. «Washington to bar US investors from 59 Chinese companies», «Financial Times», 4 Ιουνίου 2021.

23 Δεκ 2021

H θανάσιμη ανία της χρησιμοθηρίας

 Christos Yiannaras

«Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» είναι ένα μικρό βιβλίο μεγάλου συγγραφέα: του Τζωρτζ Στάινερ (George Steiner) – βιβλίο μόλις εξήντα σελίδων και κυκλοφορεί στα ελληνικά με το που έκλεισε χρόνος από τον θάνατο του συγγραφέα. Κορυφαία φυσιογνωμία ο Στάινερ Εβραίου κοσμοπολίτη, σπούδασε, διέπρεψε, τιμήθηκε σε Ευρώπη και Αμερική καταξιωμένος χάρη στη γονιμότητα των προβληματισμών του και στην ποιότητα της γραφής του.

Κοσμοπολίτης, να τα ξαναπώ, χάρη στην ενεργό αυτοσυνειδησία του Εβραίου. Είναι προνόμιο δύο λαών, των Εβραίων και των Ελλήνων, η καταγωγή τους και η διάρκεια της ιστορίας τους να προδιαθέτουν ευνοϊκά ή φιλοπερίεργα το διεθνές κοινό – αν και η εμπειρία βεβαιώνει μιαν εξ ορισμού διαφοροποίηση εθνικών χαρακτήρων: Ο Εβραίος καυχάται για την πολιτισμική του διαφορά (γλώσσα, ήθη, μεταφυσική), ο Ελληνας ουσιαστικά την αγνοεί ή τη λογαριάζει αναχρονισμό, προτιμάει το επικαιρικά «μοδέρνο».

Με δεδομένη αυτή τη διαφορά «εθνικών χαρακτήρων» θα ήταν γόνιμο να ζητήσουμε κρίση – γνώμη για το μικρό, μόλις εξηκοντασέλιδο βιβλιαράκι του George Steiner, από ποιον άλλον; Την υπουργό σήμερα Παιδείας στην Ελλάδα, κυρία Νίκη Κεραμέως. Και μάλιστα, θα βοηθούσε πολύ, να διάβαζε ταυτόχρονα και το αυτοβιογραφικό του ίδιου συγγραφέα βιβλίο ERRATΑ («Τα ημαρτημένα» – Ανασκόπηση μιας ζωής – Εκδόσεις SCRIPTA, 2005). Τα δύο αυτά βιβλία θα μπορούσαν, ίσως, να υποψιάσουν την «καθ’ ύλην αρμόδια» υπουργό για το μέγεθος της ιστορικής της ευθύνης. Οχι για την ευθύνη διαχείρισης εκπαιδευτικών απλώς θεσμών, αλλά για τη διάσωση, χωρίς υπερβολή, ενός πολιτισμού τριών χιλιάδων χρόνων με πανανθρώπινη εμβέλεια.

Θα μπορούσε να εισπράξει γόνιμα την πρόκληση η κυρία Κεραμέως; Η γονιμότητα μιας πρόκλησης είναι πάντοτε συνάρτηση της ετοιμότητας του αποδέκτη της πρόκλησης. Γράφει ο Steiner: «Η αξιοπρέπεια του homo sapiens εδράζεται στην επιδίωξη της μη χρησιμοθηρικής γνώσης, στην πραγμάτωση της σοφίας, στη δημιουργία της ομορφιάς». Αντιλαμβάνεται η κυρία Κεραμέως ότι η Παιδεία στην Ελλάδα σήμερα δεν προσφέρει κανένα εμπειρικό αντίκρισμα για την κατανόηση των λέξεων «μη χρησιμοθηρική γνώση», «πραγμάτωση σοφίας», «δημιουργία ομορφιάς»;

Η καταστροφή που έχει συντελεστεί είναι μάλλον ανήκεστη: Ετυχε ποτέ να δει η κυρία υπουργός με ποια σημαντική (ποιο είδος γραφής) συνεννοούνται τα παιδιά σήμερα μέσω των «κινητών» τηλεφώνων τους; Εχουν δημιουργήσει καινούργιο κώδικα επικοινωνίας, μια γλώσσα «εικονομηνυμάτων», όπου τα λιγότερα δυνατά ψηφία (γράμματα ή αριθμοί) υποκαθιστούν τις λέξεις (γτ, σημαίνει «γιατί», δλδ σημαίνει «δηλαδή», κτ σημαίνει «κάτι», μνμ σημαίνει «μήνυμα», τπτ σημαίνει «τίποτα», κτλβ σημαίνει «κατάλαβα» – χωρίς τα σημαινόμενα να είναι ποτέ σταθερά και τα σημαίνοντα να έχουν μόνιμο στόχο αναφοράς.

Η προφορική έκφραση έχει σχεδόν εκλείψει, συχνότερη στις παρέες των εφήβων είναι η σιωπή, ο έναντι άλλος είναι σαν να μην υπάρχει, καθένας είναι μόνος, αλλά έχουν όλοι την ίδια βαρεμάρα. Οπότε, αναπόφευκτα, μια χειροδικία, ένας βανδαλισμός, οποιαδήποτε προκλητική χειρονομία ή λεκτική χυδαιότητα, το «μπούλινγκ» και η βαναυσότητα, είναι όλα αυτονόητα προκειμένου να καταλυθεί η ανία.

Αυτό το «κλίμα» μιας άσκοπης καθημερινότητας και κατεστημένης ακοινωνησίας (τελικά μιας ανέλπιδης νιότης) καλείται να το διαχειριστεί η ιδρυματική παιδεία: σχολείο και πανεπιστήμιο. Και τα δύο, σχολείο και πανεπιστήμιο, δεν έχουν να προσφέρουν στα παιδιά παρά μόνο ένα άχρηστο πτυχίο, τον πνιγμό εγκλεισμού στο αδιέξοδο της παντοκράτειρας ανεργίας.

Το πρόβλημα δεν είναι αόριστα «κοινωνικό», αφηρημένα ηθικό, νομοτελειακά άλυτο – αξίζει να διερωτηθούμε μήπως η ανία και τα αδιέξοδα της νεολαίας σήμερα είναι συναρτήσεις του πολιτικού κενού, που σαν κατεστημένη λοιμική πνίγει τη νεολαία στην Ελλάδα. Ονομάζουμε «πολιτικό κενό» την ολοκληρωτική απουσία κοινωνικών στόχων και επιδιώξεων από την άσκηση της πολιτικής, τον ασφυκτικό εγκλωβισμό του κοινωνικού βίου στη μέγκενη της συμφεροντολαγνείας.

Αν ο πρωθυπουργός ενδιαφέρεται για την πολιτική και όχι για την εξουσιολαγνεία, ας συγκαλέσει μία και μόνη φορά το υπουργικό συμβούλιο, μόνο για να διαβάσει στους υπουργούς του τους τίτλους «γνωστικών αντικειμένων» που διδάσκονται στις κωμικά πληθωρικές σχολές των πανεπιστημίων που προκλητικά υπερπλεονάζουν στη χώρα. Να αντιληφθεί ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο, έστω για μία και μόνη φορά, πόσο γελοιωδέστερη είναι η συμφεροντολαγνεία από κάθε άλλη ηδυπάθεια.

Νίκος Μπελογιάννης: «Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα»

 

Τα λόγια του Μπελογιάννη -παντοτινό σύμβολο του πατριώτη, του διεθνιστή, του ανθρώπου, του κομμουνιστή– αποδείχτηκαν πολύ πιο ισχυρά από τις κάννες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Πολύ πιο ανθεκτικά από τους μικρόνοες. Που νόμιζαν ότι δολοφονώντας τον Μπελογιάννη θα τον φίμωναν. Τον εκτέλεσαν πιστεύοντας ότι έτσι τα λόγια του θα έπαυαν να δονούν για πάντα τις καρδιές όλων εκείνων που δεν κάνουν «δήλωση μετανοίας». Τι ηλίθιοι…

   Στις 22 Δεκέμβρη 1915, σαν σήμερα, γεννιόταν στην Αμαλιάδα ο Νίκος Μπελογιάννης. Σύμφωνα με άλλες αναφορές η γέννησή του προσδιορίζεται στις 27 Οκτώβρη του ίδιου χρόνου. Απολύτως σίγουρη, όμως, είναι η ημερομηνία που “έφυγε”. «Έφυγε» στις 30 Μάρτη 1952. Ηταν μόλις 37 ετών. Εκτελέστηκε.

Ο Μπελογιάννης είχε πολλά «κουσούρια». Τέτοια που δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα από τους δολοφόνους του. Το βασικότερο: Εκτός από μαχητής με το όπλο του ΕΛΑΣ στο χέρι την περίοδο της Κατοχής ενάντια στους ναζί, εκτός από μαχητής του ΔΣΕ ενάντια στους εκμεταλλευτές και τους αμερικανοτσολιάδες στον Εμφύλιο, ήταν και μαχητής με «όπλο» την πένα.

   Ο Μπελογιάννης ήταν ένας διανοούμενος στην υπηρεσία του λαού, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης τόσο στο βιβλίο του «Η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», όσο και στο βιβλίο του «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» που εκδόθηκε το 1998 από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» στην επέτειο των 80 χρόνων του ΚΚΕ. Ένα έργο γραμμένο σε συνθήκες εγκλεισμού του στην Ακροναυπλία από την μεταξική δικτατορία και στη συνέχεια μέχρι την απόδρασή του από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής.

   

Στο βιβλίο εξετάζεται ο «πατριωτικός» ρόλος του ελληνικού κεφαλαίου, η συνεργασία του με το ξένο κεφάλαιο καθώς και η διείσδυση του τελευταίου στη χώρα. Πρόκειται για μια ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας που ξεκινά από το 1824 και φτάνει έως το 1940 με πολύτιμα στοιχεία όσον αφορά το πώς λειτούργησε ο «σωτήριος» δανεισμός του τόπου από τα πρώτα «δάνεια της ανεξαρτησίας» μέχρι και τη μεταξική δικτατορία.

   Ο Μπελογιάννης περιγράφει τους ληστρικούς όρους των δανείων με σκοπό την αποκόμιση κερδών από ντόπιους και ξένους τοκογλύφους και το πώς οι επακόλουθες πτωχεύσεις του 1827, του 1843, του 1893 και του 1932 έγιναν πεδίο θησαυρισμού της πλουτοκρατίας μέσα από επιβολή συνθηκών αποστέρησης του λαού.

   «…ο λαός υπόφερνε – γράφει ο Μπελογιάννης. Είχε γονατίσει από τους φόρους, κι η τοκογλυφία ερχότανε ύστερα να του δώσει τη χαριστική βολή. Αφήνω κατά μέρος κάθε δική μου περιγραφή και παίρνω ένα κομμάτι από την Ιστορία του Καρολίδη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο: «Την εποχή εκείνη η χώρα εσπαράζετο υπό της φυγοδικίας και των συμμοριών τοκογλύφων, οίτινες εν συνεργασία προς τους ταμίας του κράτους και αυτούς ακόμα τους δικαστάς είχον δημιουργήσει αλληλεγγύην και κατέτρωγαν τας σάρκας του λαού» (…). Κι έτσι, τοκογλύφοι, κομματάρχες, δικαστές, ταμίες, Εθνοτράπεζα, κράτος και ληστές – τούτοι οι τελευταίοι πολύ λιγότερο από τους άλλους – εκτελούσαν το ίδιο «εθνοφελές» έργο: Την ερήμωση της χώρας και τον αφανισμό του λαού. Και στο αντιλαϊκό τούτο όργιο, έρχονται και οι ξένοι κεφαλαιούχοι να πάρουν μία από τις καλύτερες θέσεις».

Στον επίλογο του βιβλίου ο Μπελογιάννης σημειώνει:

«… Γενικά, η πολιτική ζωή της χώρας μας μέσα στα 120 χρόνια της ελεύθερης ύπαρξής της επηρεάστηκε σημαντικά από τις θελήσεις κι τα συμφέροντα των ξένων κεφαλαιούχων και των χωρών τους. Και τα συμφέροντα αυτά ήταν πάντοτε αντίθετα με τα συμφέροντα της Ελλάδας και του λαού της. Παρ’ όλα αυτά όμως, οι ελληνικές κυβερνητικές κλίκες, όταν έφταναν στο σταυροδρόμι που οδηγούσε ή στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της πατρίδας τους ή στην υποταγή στις επιθυμίες και τους εκβιασμούς των ξένων, προτίμησαν πάντοτε, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το δεύτερο δρόμο (…)».

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Κορωναίος, σε ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Προοδευτική Αλλαγή» την επόμενη μέρα της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του, περιγράφει τις τελευταίες στιγμές:

«Ο υπαρχιφύλαξ, διαταχθείς υπό του διευθυντού του, μετέβη αμέσως εις την πτέρυγαν όπου ευρίσκοντο τα κελιά των 8 μελλοθανάτων και εισήλθεν πρώτον εις το υπ’ αριθμ. 2 απομονωτήριον, εις το οποίο εκρατούντο οι Μπελογιάννης, Λαζαρίδης και Μπάτσης. Πλησιάζει τον Μπελογιάννη.
«Νίκο σήκω»
Ατάραχος ο Μπελογιάννης σηκώνεται και λέει:
«Πάμε για καθαρό αέρα;»
«Ναι, του απαντά, σας πάνε για εκτέλεση» (…)».

Ήταν Κυριακή. Στις 30 Μάρτη 1952. Ήταν Κυριακή! Μέρα που κατά της διάρκεια της Κατοχής ακόμα και αυτοί οι Γερμανοί ναζί δεν έκαναν εκτελέσεις…

Πριν ακόμα χαράξει, μέσα στο σκοτάδι, στις 4.12’ τα χαράματα, σαν κοινός δολοφόνος, το κράτος των γερμανοτσολιάδων, αυτών που πλέον είχαν ντυθεί αμερικανοτσολιάδες, το κράτος των μαυραγοριτών, αυτών που έχτιζαν «Νέους Παρθενώνες» στη Μακρόνησο, προχωρούσε στο στυγερό έγκλημα.

Ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, ο Δημήτρης Μπάτσης, ο Νίκος Καλούμενος και ο Ηλίας Αργυριάδης, πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος.

Το παράγγελμα γι’ αυτή την πολιτική δολοφονία θα αποτελεί αιώνιο στίγμα για το καθεστώς της αμερικανοκρατίας και για το πολιτικό σύστημα της ολιγαρχίας στην Ελλάδα.

Την ίδια μέρα που το μετεμφυλιακό καθεστώς της άρχουσας τάξης, η κυβέρνηση Πλαστήρα, το παλάτι, το στρατιωτικό και παραστρατιωτικό κατεστημένο και οι πάτρωνές τους, οι Αμερικάνοι, εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη, ο Γιάννης Ρίτσος, εξόριστος στον Αϊ – Στράτη, στο ποίημά του «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ», γράφει:

«Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε./ Μ’ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία./ Μ’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώσει (…)».

Ο Μπελογιάννης από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του όχι μόνο δεν αφαίρεσε, αλλά είχε φροντίσει να προσθέσει και άλλους λόγους στους εκτελεστές του για να του πάρουν τη ζωή.

Εκείνοι ισχυρίζονταν ότι ήταν «προδότης» και ότι γι’ αυτό τον δίκαζαν. Εκείνος τους απαντούσε:

«Είμαι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και ακριβώς για την ιδιότητά μου αυτή δικάζομαι, γιατί το Κόμμα μου παλεύει και χαράζει το δρόμο της Ειρήνης, της Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας…».

Εκείνοι ισχυρίζονταν ότι είναι κομμουνιστής και ως εκ τούτου «κατάσκοπος». Εκείνος τους απαντούσε:

«Οι μάρτυρες φτάσανε μέχρι του σημείου να λένε πως κάθε Κομμουνιστής είναι κατάσκοπος και πως οι Κομμουνιστές δεν είναι Έλληνες και πως το ΚΚΕ δεν είναι ελληνικό Κόμμα. Τι άτιμο ψέμα! Ο πατριωτισμός κάθε κόμματος μετριέται μόνο τότε που η λευτεριά και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας διατρέχει κίνδυνο. Απ’ αυτό και μόνο αν βγάζατε συμπέρασμα, θα σχηματίζατε τη σωστή εντύπωση για το χαρακτήρα του ΚΚΕ, που χωρίς καμία αμφιβολία πρόκειται για καθαρό πατριωτικό Ελληνικό Κόμμα».

Όλο το σύστημα εξουσίας που προσήγαγε τον Μπελογιάννη στο εδώλιο πίστευε ότι με μηχανορραφίες θα μετέτρεπε τις δίκες σε πεδίο διαπόμπευσης των κομμουνιστών. Αλλά ο Μπελογιάννης με τα λόγια του κατά τη διάρκεια της απολογίας του είχε ανατρέψει τα πάντα. Είχε μετατρέψει τους στρατοδίκες του από κατηγόρους σε κατηγορούμενους. Η σύγκριση μαζί του ήταν ανυπόφορη για τους διώκτες του. Τον Νοέμβρη του ’51, στην πρώτη του απολογία στο στρατοδικείο, ξεκαθάρισε:

«Εάν έκανα δήλωση αποκήρυξης θα αθωωνόμουνα κατά πάσα πιθανότητα μετά μεγάλων τιμών… Αλλά η ζωή μου συνδέεται με την ιστορία του ΚΚΕ και τη δράση του… Δεκάδες φορές μπήκε μπροστά μου το δίλημμα: Να ζω προδίδοντας τις πεποιθήσεις μου, την ιδεολογία μου, είτε να πεθάνω, παραμένοντας πιστός σ’ αυτές. Πάντοτε προτίμησα το δεύτερο δρόμο και σήμερα τον ξαναδιαλέγω».

Ο Μπελογιάννης μετέτρεψε το εναντίον του Στρατοδικείο σε πεδίο κατηγορίας και γελοιοποίησης των κατηγόρων του. Ο διάλογος, κατά τη διάρκεια της δίκης με έναν από τους βασικούς κατηγόρους του, τον αστυνομικό Αγγελόπουλο, είναι ενδεικτικός:

«ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ισχυρίζεστε ότι ήρθα εδώ για να εφαρμόσω τις αποφάσεις των Ολομελειών της ΚΕ του ΚΚΕ;
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Μάλιστα.
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Οι αποφάσεις αυτές λένε ότι βάση της δράσης του ΚΚΕ είναι ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες, την ειρήνη. Έτσι δεν είναι;
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Έτσι.
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Επομένως, ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες και την ειρήνη είναι συνωμοσία κατά της Ελλάδας;
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι.
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ευχαριστώ. Αυτό μονάχα ήθελα να διευκρινίσω».

 

Το ιδιόχειρο κείμενο – απόσπασμα της απολογίας του Νίκου Μπελογιάννη προς τον δημοσιογράφο Σπ.Δενδρινό, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Προοδευτική Αλλαγή», λίγο πριν την εκτέλεσή του, στις 9 Μαρτίου 1952.

«Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν εκινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και, ακριβώς, αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα».

Ήταν τα τελευταία λόγια του Μπελογιάννη κατά την απολογία του, το Φλεβάρη του ’52. Λίγες μέρες πριν από την εκτέλεσή του.

Τα λόγια του Μπελογιάννη – παντοτινό σύμβολο του πατριώτη, του διεθνιστή, του ανθρώπου, του κομμουνιστή – αποδείχτηκαν πολύ πιο ισχυρά από τις κάννες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Πολύ πιο ανθεκτικά από τους μικρόνοες που νόμιζαν ότι δολοφονώντας τον Μπελογιάννη θα τον φίμωναν. Τον εκτέλεσαν νομίζοντας ότι έτσι τα λόγια του θα έπαυαν να δονούν για πάντα τις καρδιές όλων εκείνων που δεν κάνουν «δήλωση μετανοίας». Τι ηλίθιοι…

Μετά τη δολοφονία ο Πωλ Ελυάρ έγραψε:

«Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός. Δε θυσίασε τίποτα απ’ την τιμή και την ελπίδα μας για ένα αύριο φωτεινό. Χαμογελούσε…»

Ο Μπελογιάννης,απέναντι στα όπλα των δολοφόνων έστρεψε το δικό του «όπλο»: Ένα γαρύφαλλο. Και τρεις κουβέντες.

«Αγωνιζόμαστε για να προφτάσουμε την αυγή και το αύριο, για να δημιουργήσουμε νέους χρόνους κι εποχές, στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων – Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας».

H ενδοοικογενειακή βία, μάστιγα για τη Ρωσία

 Ρωσία: Μάστιγα η ενδοοικογενειακή βία - Επέμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου  - The Opinion

Σε μια χώρα όπου πολλές γυναίκες βρίσκουν τον θάνατο από το χέρι του συζύγου τους, οφείλει άραγε η κοινωνία να τιμωρεί σε μεγαλύτερο βαθμό την συζυγική βία; Ορισμένοι Ρώσοι διαφωνούν, προβάλλοντας το επιχείρημα της υπεράσπισης της οικογένειας και των παιδιών, αλλά και της συμφιλίωσης του ζευγαριού. Ωστόσο, πολλές γυναίκες ανταπαντούν –κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης– ότι ο νόμος οφείλει να προστατεύει κυρίως την γυναίκα.

Κατηγορούνται για φόνο εκ προμελέτης και βρίσκονται αντιμέτωπες με ποινή φυλάκισης έως και είκοσι ετών. Η Κρεστίνα, η Αντζελίνα και η Μαρία Χατσατουριάν είναι υπόδικες για τον φόνο του πατέρα τους ο οποίος τις κακοποιούσε σεξουαλικά, τις βίαζε, τις κτυπούσε και τις τραυμάτιζε. Ο φόνος διαπράχτηκε στις 27 Ιουλίου 2018 αλλά η δίκη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Δεδομένων των ποινών που ενδέχεται να επιβληθούν στις αδελφές Χατσατουριάν, η φεμινίστρια ακτιβίστρια Αλένα Πόποβα ξεκίνησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια εκστρατεία καταγγελίας της σεξιστικής βίας. Στο Instagram, στο VKontakte (το ρωσικό Facebook) ή στο Twitter, εκατομμύρια χρήστες ανέβασαν φωτογραφίες με το πρόσωπό τους μακιγιαρισμένο κατά τρόπο ώστε να θυμίζει τραύματα ή αιματώματα. Στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη διοργανώθηκαν πολλές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Για να συμβαδίσει με την εποχή η δικογραφία συμπεριλαμβάνει νέα στοιχεία όπως το γεγονός ότι οι αδελφές βρίσκονταν σε κατάσταση μετατραυματικού στρες. Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε την ευκαιρία ν’ ανοίξει το ζήτημα των γυναικοκτονιών και στην Ρωσία.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που έδωσε το 2012 στη δημοσιότητα η Rosstat, η Κρατική Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία1, η συζυγική βία αφορά 16 εκατομμύρια γυναίκες. Κατά τη διάρκεια της έρευνας πάνω σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα 10.000 γυναικών ηλικίας 15-44 ετών, μια γυναίκα στις πέντε δήλωσε ότι έχει υποστεί σωματική βία από τον σύντροφό της, τουλάχιστον μια φορά κατά τη διάρκεια της ζωής της. Σύμφωνα με το κέντρο Anna, την πρώτη οργάνωση που ιδρύθηκε στη χώρα το 1993 για την παροχή βοήθειας στα κακοποιημένα θύματα, κάθε 63 λεπτά μια γυναίκα πεθαίνει από τα χτυπήματα του συζύγου της ή του πρώην συζύγου της: κάθε χρόνο, τα θύματα ξεπερνούν τα 8.300.

Η αμφιλεγόμενη κληρονομιά του σοβιετικού δικαίου

Η Ρωσία είναι μια από τις ελάχιστες χώρες που δεν διαθέτουν ειδική νομοθεσία γι’ αυτό το ζήτημα. Τον Ιούλιο του 2019, για πρώτη φορά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία για μια υπόθεση συζυγικής βίας. Επιδίκασε αποζημίωση 20.000 ευρώ στην προσφεύγουσα Βαλέρια Βολοντίνα η οποία θεωρούσε ότι οι αρχές της χώρας της δεν την προστάτευσαν αρκετά. Το ΕΔΔΑ συμπέρανε ότι το νομικό κενό και η απουσία διαταγμάτων για την προστασία των γυναικών αποκαλύπτει την συστημική ανικανότητά τους να αντιμετωπίσουν την μάστιγα. Η Ρωσία  ούτε έχει υπογράψει ούτε έχει κυρώσει την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας ενάντια στις γυναίκες και τη συζυγική βίας, σύμβαση η οποία χρονολογείται από το 2011. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο δήλωνε ότι οι ρωσικές αρχές «δυσφορούν κάθε φορά που καλούνται να αναγνωρίσουν την σοβαρότητα του προβλήματος».

Η απουσία ειδικής νομοθεσίας εξηγείται εν μέρει από την αμφιλεγόμενη κληρονομιά του σοβιετικού δικαίου. Όταν δημιουργήθηκε η ΕΣΣΔ, βρέθηκε στην πρωτοπορία όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών. Ήδη από το 1917, το διάταγμα για τη «λύση του γάμου» αναγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό το διαζύγιο. Την ίδια χρονιά, οι μπολσεβίκοι δίνουν το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Το 1920, η Σοβιετική Ένωση γίνεται το πρώτο κράτος που νομιμοποιεί την άμβλωση. Για να απελευθερωθούν οι γυναίκες από τις οικιακές εργασίες, δημιουργήθηκαν παιδικοί σταθμοί, συλλογικά πλυντήρια και εστιατόρια, με πρωτοβουλία της Αλεξάντρα Κολοντάι, της πρώτης γυναίκας υπουργού στην σύγχρονη ιστορία, η οποία μεταξύ άλλων διεκδικούσε την κατάργηση του αποκλειστικού έρωτα. Ο στόχος που επιδιωκόταν εκείνη την εποχή ήταν η καταστροφή της οικογένειας, η οποία αντιμετωπιζόταν ως αστικός θεσμός.

Όμως, στη δεκαετία του 1930, ο Στάλιν ακυρώνει το σύνολο της προόδου που είχε επιτευχθεί. Τη στιγμή που οι γυναίκες δυσκολεύονται να βρουν σύντροφο λόγω του θανάτου πολλών ανδρών κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε, η φιλελευθεροποίηση του διαζυγίου δεν αποδεικνύεται πάντα ευνοϊκή για αυτές. Αυξάνεται κατακόρυφα ο αριθμός των γυναικών που βρίσκονται επικεφαλής μονογονεϊκής οικογένειας και κατακλύζουν τα δικαστήρια με μηνύσεις για μη πληρωμή της διατροφής που τους έχει επιδικαστεί. Καθώς βυθίζονται στην εξαθλίωση, η πλειονότητα καταφεύγει στην άμβλωση. Οι αρχές ανησυχούν για την κατάρρευση της γεννητικότητας. Αυτή η πραγματικότητα, σε συνδυασμό με την άνοδο στην ιεραρχία του κόμματος στελεχών που προέρχονται από τον αγροτικό κόσμο, ευνοεί το σφίξιμο των λουριών. Σύμφωνα με την κοινωνιολόγο Μονά Κλαρό, «δηλώνεται επισήμως ότι το πρόβλημα των γυναικών και των σεξουαλικών σχέσεων έχει λυθεί. Στο εξής, η σοβιετική οικογένεια οφείλει να χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και γονιμότητα»2. Το 1936, απαγορεύεται η άμβλωση και οι διαδικασίες του διαζυγίου γίνονται δυσκολότερες. Μεταπολεμικά, αυτή η κίνηση του νομοθετικού εκκρεμούς βρίσκει ένα σημείο ισορροπίας, συνδυάζοντας την μερική επιστροφή στην επαναστατική παράδοση και την μέριμνα για την ενίσχυση του οικογενειακού κυττάρου το οποίο είναι επικεντρωμένο στο παιδί.

Μετά τον θάνατο του Στάλιν, καθώς οι αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με το κατάφωρο χάσμα ανάμεσα στους νόμους και στα ήθη, αναγκάζονται να χαλαρώσουν το νομοθετικό πλαίσιο. Το 1955, νομιμοποιούνται ξανά οι αμβλώσεις. Δέκα χρόνια αργότερα, γίνονται ευκολότερες οι διαδικασίες του διαζυγίου. Ωστόσο, το δημογραφικό ζήτημα έχει μετατραπεί σε έμμονη ιδέα για τις αρχές. Σύμφωνα με τα Θεμέλια της νομοθεσίας για τον γάμο και την οικογένεια που υιοθετήθηκαν το 1968, «η σοβιετική κοινωνία θεωρεί ότι η προστασία και η ενθάρρυνση της μητρότητας αποτελούν σημαντική προτεραιότητα, όπως εξάλλου και οι εγγυήσεις για μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία». Το νομοθετικό αυτό κείμενο επιτρέπει το διαζύγιο με απλή δήλωση στο ληξιαρχείο για τα ζευγάρια χωρίς παιδί. Παρ’ όλο που η συζυγική ζωή θεωρείται μια ιδιωτική υπόθεση η οποία δεν αφορά το κράτος, τα πράγματα αλλάζουν όταν το ζευγάρι έχει απογόνους.

Σε αυτό το πλαίσιο, η βία ενάντια στις γυναίκες δεν καταλογίζεται στην δομική αντρική κυριαρχία (η οποία σύμφωνα με την επίσημη άποψη έχει εξαλειφθεί). Όπως υποστηρίζουν οι κοινωνιολόγοι Φρανζουάζ Ντωσέ και Αμαντίν Ρεγκαμέ, για τις αρχές αποτελεί απλά μια πράξη «“κακών Σοβιετικών πολιτών” που κάνουν κατάχρηση οινοπνευματωδών ή διαιωνίζουν οικογενειακές παραδόσεις που χρονολογούνται πριν από την επανάσταση». Από την πλευρά της, «η αστυνομία θεωρεί τις βιαιοπραγίες μεταξύ συντρόφων, είτε ως παραβιάσεις της δημόσιας τάξης, είτε ως “οικογενειακά σκάνδαλα” στα οποία η παρέμβαση των δυνάμεων της τάξης οφείλει κατά κύριο λόγο να αποσκοπεί στην συμφιλίωση3. Κυρίως όταν υπάρχουν παιδιά.

Στα ζητήματα ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, η Σοβιετική Ένωση ήταν πολύ εξελιγμένη: συγκριτικά, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, στη Γαλλία, μονάχα μετά το 1965 μια γυναίκα μπορούσε να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα ή να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό χωρίς της άδεια του συζύγου της. Όσον αφορά δε την ποινική νομοθεσία της ΕΣΣΔ, οι άντρες και οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε το φύλο του θύματος, ούτε η φύση της σχέσης που υπάρχει (ή υπήρξε) με τον επιτιθέμενο.

Στη δεκαετία του 1990, οι φεμινιστικές οργανώσεις που πολλαπλασιάζονται στη χώρα αγωνίζονται για την υιοθέτηση του δυτικού νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη της συζυγικής βίας. Κάτω από τις πιέσεις διεθνών οργανισμών, η Ρωσία εξετάζει πολλές φορές το ενδεχόμενο της υιοθέτησης ενός ειδικού νόμου: την δεκαετία του 1990, ύστερα το 2012 και ξανά το 2014. Τον Ιούλιο του 2016, η κυβερνητική πλειοψηφία κάνει ένα δειλό βήμα. Ο ξυλοδαρμός ενός «οικείου προσώπου» (συζύγου, παιδιού, αδελφού ή αδελφής) αποτελεί επιβαρυντική περίσταση (άρθρο 116 του Ποινικού Κώδικα). Η έννοια του «οικείου προσώπου» είναι αποκαλυπτική του τι ακριβώς επιδιώκει να προστατεύσει ο νομοθέτης: η οικογένεια είναι εκείνη που πρέπει να προστατευθεί απέναντι στην βία και όχι οι γυναίκες. Ταυτόχρονα, ο νόμος ελαφρύνει τις ποινές που επισύρουν οι επιθέσεις που διαπράττονται σε δημόσιο χώρο από έναν άγνωστο (εκτός από την περίπτωση υπότροπου): πρόκειται για μια σωτήρια εξέλιξη σε μια χώρα που φημίζεται για την αυστηρότητα του ποινικού της κώδικα και για τον υπερπληθυσμό των φυλακών της.

«Να μην μιμηθούμε τις υπερβολές της Δυτικής Ευρώπης»

Το κείμενο προκαλεί την οργή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών υπερασπιστών της παραδοσιακής οικογένειας που θεωρούν ότι τέτοιες οι νομικές διατάξεις εισάγουν διακρίσεις. Πράγματι, όπως εξηγούν, ενώ ένας άγνωστος που επιτίθεται σε έναν περαστικό μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα αποφύγει την ποινή φυλάκισης, ο πατέρας που επιβάλλει σωματική τιμωρία στο παιδί του μπορεί να βρεθεί στη φυλακή. Η ιστοσελίδα της επιτροπής οικογενειακών υποθέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας εκφράζει την αγανάκτησή της για το ενδεχόμενο βρεθούν «οι ευσυνείδητοι γονείς αντιμέτωποι με δικαστικές διώξεις και έως και διετή ποινή φυλάκισης (σε περίπτωση υποτροπής) σε περίπτωση που προσφύγουν σε οποιασδήποτε μορφής σωματική βία κατά την εκπαίδευση των παιδιών τους, ακόμα κι αν αυτή είναι ήπια και δικαιολογημένη».

Αυτήν ακριβώς την επιχειρηματολογία χρησιμοποιεί η γερουσιαστής Έλενα Μιζουλίνα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την κατάργηση της έννοιας του «οικείου προσώπου» και καταγγέλλει τον νόμο, τον οποίο αποκαλεί «νόμο του χαστουκιού». Είχαν προηγηθεί οι επανειλημμένες προτάσεις της για περιορισμό της πρόσβασης στις αμβλώσεις ή για φορολόγηση των διαζυγίων. Σήμερα, δηλώνει ότι η ενδοοικογενειακή βία «δεν αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα των οικογενειών. Αντιθέτως, το κυριότερο είναι η αγένεια, η έλλειψη τρυφερότητας και σεβασμού, κυρίως εκ μέρους των γυναικών. Εμείς οι γυναίκες, καθώς είμαστε αδύναμα όντα, δεν θιγόμαστε όταν μας δέρνουν. Όταν ένας άντρας δέρνει την γυναίκα του, δεν υπάρχει η ίδια προσβολή με εκείνη που υφίσταται ένας άντρας όταν ταπεινώνεται»4.

Η μαζική κατακραυγή πέτυχε τον στόχο της: ήδη από το 2017, εξαφανίζεται από τον Ποινικό Κώδικα η παραμικρή αναφορά στα «οικεία πρόσωπα». Το Κρεμλίνο ανακοινώνει μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι «το να χαρακτηρίζονται ορισμένες χειρονομίες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της οικογενειακής ζωής ως “ενδοοικογενειακή βία” [οδηγεί τελικά] στη δραματοποίηση της κατάστασης από νομική άποψη». Όσο για τις φεμινιστικές οργανώσεις, εκφράζουν την ανησυχία τους για την κατάσταση, η οποία έχει επιδεινωθεί συγκριτικά με το 2016. Βέβαια, θεωρητικά, ο δράστης βιαιοπραγιών μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης από 10 ημέρες ως 3 μήνες σε περίπτωση υποτροπής. Ωστόσο, αυτές οι ποινές επιβάλλονται σπανιότατα. Δεδομένου ότι ο οικογενειακός δεσμός μεταξύ του δράστη και του θύματός του δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντικό στοιχείο, εάν ο ξυλοδαρμός δεν προκάλεσε εισαγωγή σε νοσοκομείο, ο δικαστής μπορεί πλέον να επιβάλλει στον βίαιο σύζυγο την ελάχιστη ποινή, δηλαδή ένα απλό πρόστιμο 5.000 ρουβλίων (70 ευρώ). «Το ίδιο ακριβώς πρόστιμο που ισχύει για την παράνομη στάθμευση που παρεμποδίζει την κυκλοφορία ή για το κάπνισμα σε χώρο μη καπνιστών», αγανακτεί η Γιούλια Γκορμπούνοβα, η οποία στα τέλη του 2018 συνέταξε για λογαριασμό της Human Rights Watch την έκθεση με τίτλο «“Θα μπορούσα να σε σκοτώσω, κανένας δεν θα με σταματούσε”». Σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο μπορεί να φτάσει στα 40.000 ρούβλια (περίπου 560 ευρώ), τα οποία συνήθως παρακρατούνται αυτόματα από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό του ζευγαριού…

Με λίγα λόγια, στην Ρωσία δεν προβλέπεται πραγματικά τίποτα για την προστασία των γυναικών από έναν βίαιο σύζυγο. Σε απόσταση δύο περίπου ωρών από τη Μόσχα, το καταφύγιο Kitej, του οποίου η διεύθυνση είναι απόρρητη για να εξασφαλίζεται η ασφάλειά του, φιλοξενεί θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Από την έναρξη της λειτουργίας του το 2013, αυτό το ιδιωτικό καταφύγιο φιλοξενεί δωρεάν κάθε χρόνο 30-40 γυναίκες και τα παιδιά τους. Μια σταγόνα στον ωκεανό, δεδομένου ότι είναι κραυγαλέα η έλλειψη θέσεων επείγουσας φιλοξενίας. Σύμφωνα με τους επίσημους αριθμούς, το 2010 η Ρωσία διέθετε μονάχα 22 κοινωνικούς ξενώνες5. Και οι γυναίκες οφείλουν υποχρεωτικά να είναι κάτοικοι της πόλης στην οποία βρίσκεται το καταφύγιο, πράγμα που είναι αδύνατον για την πλειονότητά τους. Η Αλιόνα Σαντίκοβα, διευθύντρια του Kitej, εκφράζει τη λύπη της γι’ αυτήν την κατάσταση: «Είμαι διαρκώς υποχρεωμένη να αρνούμαι αιτήσεις. Αποφεύγω να κατευθύνω τα θύματα προς τα καταφύγια που διαχειρίζονται οι θρησκευτικοί κύκλοι, ή ακόμα και στα κρατικά καταφύγια, γιατί εκεί επικρατεί μια ρητορική συμφιλίωσης, συγγνώμης και κατανόησης μεταξύ των συζύγων η οποία είναι εντελώς λανθασμένη».

Τα κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας εξακολουθούν να θεωρούνται ως διαφορές μεταξύ του ζευγαριού και οι αστυνομικοί ταλαντεύονται μεταξύ άρνησης και ειρωνείας, κοροϊδίας και αδράνειας. Στην Βολόντινα, την πρώτη γυναίκα που δικαιώθηκε από το ΕΔΔΑ, όταν κατήγγελλε επανειλημμένα στην αστυνομία τις βιαιοπραγίες που υφίστατο, οι αστυνομικοί απάντησαν πλήθος φορών ότι πρόκειται για «ερωτικά καβγαδάκια».

Εκτός από τον βουλευτή του Κομουνιστικού Κόμματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας Γιούρι Σινέλτσικοφ -ο οποίος στις συζητήσεις που προηγήθηκαν της ψήφισης του νόμου από την Δούμα υπενθύμισε ότι «οι ρωσικές παραδόσεις δεν στηρίζονται στην εκπαίδευση των γυναικών με το μαστίγιο, όπως ορισμένοι προσπαθούν να μας πείσουν»- ελάχιστοι ήταν οι βουλευτές που εξέφρασαν την αγανάκτησή τους. Αντίθετα, ο Αντρέι Ισαΐεφ, βουλευτής του κόμματος Ενωμένη Ρωσία, διαβεβαίωνε ότι αυτός και οι συνάδελφοί του δεν επρόκειτο «να μιμηθούν τις υπερβολές της Δυτικής Ευρώπης». Αυτό το ρεφρέν που είναι της μόδας τα τελευταία χρόνια αντιπαραθέτει τις παραδοσιακές ρωσικές αξίες απέναντι σε μια παρακμιακή Δύση η οποία υποτίθεται ότι επιδιώκει να επιβάλλει τις δικές της αξίες χρησιμοποιώντας ξένους πράκτορες. Είναι η άποψη που υποστηρίζει επίσης η Βέρα Νικολάγεβνα6, η γραμματέας της Ρωσικής Οργάνωσης για την Υποστήριξη των Γονέων. Μας διαβεβαιώνει ότι, εάν δεν είχε καταργηθεί από το άρθρο 116 η έννοια του «οικείου προσώπου», «θα είχαν σταλεί στη φυλακή οι γονείς, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη, επειδή έδωσαν μερικές ξυλιές στον πισινό του παιδιού τους. Κι ύστερα, τα παιδιά μας θα τα είχαν υιοθετήσει γκέι ζευγάρια από την Ευρώπη». Τόσο το χειρότερο εάν αυτή η εξέλιξη στερεί την ελάχιστη προστασία που διέθεταν οι γυναίκες θύματα της συζυγικής βίας. Ούτε και τους ενδιαφέρει άλλωστε το γεγονός ότι, ήδη από το 2017, ο yπουργός Εσωτερικών Βλαντίμιρ Κολοκόλτσεφ αναγνώριζε ότι το πρόστιμο δεν επέτρεπε την αποτελεσματική πρόληψη.


  1. «H αναπαραγωγική υγεία ση Ρωσία» (στην ρωσική γλώσσα), Rosstat, (έρευνα που συγχρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο του ΟΗΕ για τον πληθυσμό), Σεπτέμβριος 2012, www.gks.ru
  2. Mona Claro, «Interpréter et transformer? La “question des femmes” et la “question sexuelle” dans les sciences sociales soviétiques», Clio. «Femmes, genre, histoire», τ. 41, Παρίσι, 2015.
  3. Françoise Daucé και Amandine Regamey, «Les violences contre les femmes en Russie: des difficultés du chiffrage à la singularité de la prise en charge», «Cultures & Conflits», τ. 85-86, Παρίσι, 2012.
  4. Στο ιδιωτικό κανάλι Dojd, 28 Σεπτεμβρίου 2016.
  5. Françoise Daucé και Amandine Regamey, «Les violences contre les femmes en Russie», ό.π.
  6. Προτίμησε να μας δώσει το πατρώνυμό της και όχι το επώνυμο.

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More