Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

1 Μαΐ 2019

O B' Παγκόσμιος Πόλεμος στο Μεσολόγγι (µέρος Β’)

Συνέχεια στο άρθρο του Δημήτρη Μούρκα
Η Συνθηκολόγηση του Ιταλικού Στρατού λόγω της απόβασης των Συµµάχων στη Σικελία την 8η Σεπτεµβρίου του 1943 θα έχει σαν αποτέλεσµα η Ιταλική Φρουρά του Μεσολογγίου να παραδοθεί αµαχητί στους Γερµανούς που ανέλαβαν γρήγορα και αναίµακτα τον έλεγχο της πόλης.
Αρχικά τα νέα για τη Συνθηκολόγηση του Ιταλικού Στρατού έγιναν δεκτά µε ενθουσιασµό από τους απλούς στρατιώτες των µονάδων που στάθµευαν στο Μεσολόγγι καθώς υπήρχε η πεποίθηση πως γι’ αυτούς ο πόλεµος τέλειωνε και θα µπορούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους µέχρι το τέλος του Πολέµου. Χαρακτηριστική είναι η Μαρτυρία του Francesco Defferara που υπηρετούσε στον 16ο Λόχο Προεδρικής Φρουράς του Ιταλικού Στρατού στο Μεσολόγγι. (Εικόνα 2) «Κάθε βράδυ στη συνηθισµένη ώρα ακούγαµε στο ραδιόφωνο τα νέα για τον πόλεµο. Στις 8 Σεπτεµβρίου ακούσαµε πως η κυβέρνηση του Στρατηγού Badoglio είχε ζητήσει την ανακωχή και ότι δεν µπορεί να συνεχίσει τον αγώνα. Ακούγοντας αυτό, όλοι µείναµε έκπληκτοι, πολλοί φώναζαν από χαρά, άλλοι πηδούσαν σαν τρελοί, ενώ όσοι φρουρούσαν σηµεία της πόλης του Μεσολογγίου στο άκουσµα της είδησης άρχισαν να πυροβολούν µε τα όπλα τους στον αέρα από χαρά. Φαινόταν σαν ένα πάρτυ, ήταν µια πραγµατική Βαβυλώνα. Αµέσως πήγα στον κοιτώνα, περιµένοντας νέα, και στην πραγµατικότητα ο υπολοχαγός ήρθε αµέσως, διέταξε να διπλασιάσουµε τους φρουρούς, να οπλιστούµε όλοι µας και να είµαστε έτοιµοι για µία πιθανή επίθεση µε τους Γερµανούς από το Αγρίνιο. Έφτασε η αυγή της ηµέρας 9 Σεπτεµβρίου. Όλοι περιµέναµε µε ανυποµονησία να ακούσουµε νέα, αλλά η ηµέρα πέρασε και δεν υπήρχε κανένα νέο. Στις 10 Σεπτεµβρίου ξεκίνησαν οι φήµες ότι θα φεύγαµε για Ιταλία, αλλά δεν ξέραµε πως. Κάποιοι έλεγαν πως θα φεύγαµε δια θαλάσσης, άλλοι µε τα πόδια, άλλοι µε φορτηγά. Οι αντάρτες, οι οποίοι στο Μεσολόγγι ήταν πάρα πολλοί έγιναν αµέσως φίλοι µας, ζητώντας µας ρουχισµό, όπλα και πυροµαχικά, και µας ρωτούσαν αν εµείς οι ίδιοι θέλαµε να εισέλθουµε στις τάξεις τους. Οι Γερµανοί ανέλαβαν αµέσως την εντολή να ελέγξουν αυστηρά όλη την κίνηση της πόλης, ιδιαίτερα την περιοχή πάνω από µας προς τους Έλληνες.»
Στις 12 Σεπτεµβρίου 1943 η Ιταλική Φρουρά του Μεσολογγίου παραδίδει τον οπλισµό της στους Γερµανούς, οι οποίοι έχουν στήσει ένα κάρο µπροστά από τον Κήπο των Ηρώων για να µαζέψουν εκεί τον Ιταλικό οπλισµό. Για 10 µέρες παραµένουν στο Στρατόπεδο του Αγίου Αθανασίου (Εικόνα 1) περιµένοντας την µεταφορά τους στην Ιταλία, όπως πίστευαν. Επιδίδονται σε ένα άκρατο φαγοπότι των προµηθειών που είχαν µείνει στο στρατόπεδο. Όσοι δεν ήταν τόσο ευκολόπιστοι να πιστεύουν πως οι Γερµανοί θα τους αφήσουν να επιστρέψουν στην Ιταλία ακολουθούν τους αντάρτες στο βουνό ενώ όσοι ήταν πιστοί στα φασιστικά ιδεώδη προσχωρούν στις τάξεις των Γερµανών. Η Ιταλική Φρουρά του Αιτωλικού παραδόθηκε ολόκληρη µε τον οπλισµό της στον ΕΛΑΣ κάτι που είχε σαν αποτέλεσµα οι Γερµανοί να αποκλείσουν το Αιτωλικό και από τις δυο πλευρές και να απαιτήσουν να επιστραφεί ο οπλισµός της Ιταλικής φρουράς αλλιώς θα προχωρούσαν σε αντίποινα. Το ολοκαύτωµα αποφεύχθηκε µε προσωπική παρέµβαση του Δηµάρχου Μεσολογγίου Ευαγγελάτου, ο οποίος έπεισε τον Γερµανό διοικητή πως οι Αιτωλικιώτες δεν είχαν στην κατοχή τους οπλισµό αφού πρώτα είχε προειδοποιήσει τους κατοίκους του Αιτωλικού να ρίξουν τον οπλισµό στη θάλασσα.
Το Μεσολόγγι πέραν της Ιταλικής φρουράς, που στάθµευε στην πόλη, θα αποτελέσει τον κύριο κόµβο µεταφοράς από τους Γερµανούς των Ιταλικών στρατευµάτων που στάθµευαν στην Δυτική Ελλάδα προς την Αθήνα ή τη Λαµία και από εκεί σιδηροδροµικώς στα Γερµανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης της Πολωνίας και της Γερµανίας. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες µεταξύ 8/9/1943 και των αρχών Οκτωβρίου του 1943 θα στριµωχτούν στην περιοχή της Αγριλιάς και του Συνοικισµού λόγω της γειτνίασης των περιοχών αυτών µε το στρατόπεδο, περιµένοντας να µεταφερθούν είτε µε πλοίο από το Λιµάνι του Μεσολογγίου (εικόνα 6) στον Πειραιά, είτε µε τα πόδια στην Λαµία µέσω Ναυπάκτου και Μπράλου. Ο συνωστισµός τόσο µεγάλου αριθµού στρατιωτών σε συνδυασµό µε τον βροχερό Σεπτέµβρη του 1943, τις κάκιστες συνθήκες υγιεινής λόγω της αιχµαλωσίας αλλά και τα κουνούπια που βρίθει η περιοχή µας θα έχουν σαν αποτέλεσµα το ξέσπασµα επιδηµίας ελονοσίας (µαλάριας) στις τάξεις των Ιταλών στρατιωτών. Είναι χαρακτηριστική η µαρτυρία του Gualtiero Marello υπίατρου της Μεραρχίας Casale (εικόνα 3), που υπηρετούσε στο στρατιωτικό νοσοκοµείο Αγρινίου, που περιγράφει την Μεταφορά των Ιταλικών στρατευµάτων που στάθµευαν σε άλλες περιοχές στο Μεσολόγγι, την µετάπτωση ενός στρατεύµατος κατακτητών σε αιχµαλώτους κυρίως όµως περιγράφει µε τα µελανότερα χρώµατα το Μεσολόγγι της κατοχής.
«Περίπου 40 χιλιόµετρα από το Αγρίνιο βρίσκεται το Μεσολόγγι. Δύο ώρες ταξιδιού. Η αναχώρηση ενός τρένου στην Ελλάδα είναι πάντα ενδιαφέρουσα. Πιστεύω ότι αποτελεί ένα γεγονός. Το σιδηροδροµικό υλικό δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που χρησιµοποιούµε στην Ιταλία στα τραµ: µου θυµίζει το τρένο Asti-S. Damiano. Όλα είναι εν κινήσει: ο σταθµάρχης και οι δέκα που δουλεύουν στον Σταθµό, οι υπάλληλοι και όλοι οι σιδηροδροµικοί, οι άντρες και οι αχθοφόροι (εικόνα 4). Όλοι φωνάζουν και δίνουν εντολές, τρέχουν σχεδόν σαν την αποχώρηση µιας αµαξοστοιχίας για το φεγγάρι. (εικόνα 4) Δεν σου κρύβω, Νίνι, ότι φοβάµαι πολύ. Δεν έχουµε συνοδεία από Γερµανούς. Μπορούµε όλοι να ξεφύγουµε. Μπορούµε να κατεβούµε σε οποιοδήποτε σταθµό χωρίς να κανείς να µας σταµατήσει. Πού θα πήγαινα όµως;
Το ταξίδι είναι αργό, µονότονο. Αντικρίζω την έρηµη ελληνική ύπαιθρο, τα φτωχά χωριά. Αναχώρηση για τη Βενετία της Ελλάδας, Αιτωλικό: µια οµάδα σπιτιών µε ξυλοπόδαρα στη µέση των βάλτων που σχηµατίζονται από τη θάλασσα. Τοπίο χωρίς ιστορία και χωρίς ποίηση. Η ιστορία του παρελθόντος δεν έχει πια σηµασία, Στο Αιτωλικό επικρατεί η νόσος και ο θάνατος. Ελονοσία Ελονοσία!!!
Μας περιµένουν. Ένας Γερµανός στρατιώτης, από την Αλσατία, µας µεταφέρει. Ελέγχει τον αριθµό µας. Είµαστε όλοι εδώ. Έχουµε αναφερθεί ως δύναµη και ως ειδικότητα. Τώρα όλος ο περίπλοκος οργανισµός που θα απασχοληθεί µε τους Ιταλούς αιχµαλώτους ξεκινάει, εφαρµόζεται ήδη λεπτοµερώς µε την ασφάλεια και την ακρίβεια που χαρακτηρίζει τη γερµανική µεθοδικότητα. Έχουµε ήδη συλληφθεί. Η αιχµαλωσία µας αρχίζει. Το Μεσολόγγι είναι µια τυπικά ελληνική πόλη βρισκόµενο σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας.
Για να φτάσει κανείς εκεί από τη θάλασσα, περνά από τις παραγκουπόλεις που βρίσκονται κοντά στην ακτή, τις µεγάλες βαλτώδεις περιοχές, που συνορεύουν µε στενές λωρίδες γης καλυµµένες µε γρασίδι και θάµνους, πάνω στους οποίους ζουν τη ζωή τους και που κατοικούν µερικές οικογένειες στις καλύβες και τα καλάµια της λάσπης (εικόνα 5). Μια ξύλινη προβλήτα και µια αποβάθρα είναι ο µόνος εξοπλισµός του µικρού λιµανιού (εικόνα.6). Ένα υπόστεγο είναι η µόνη σηµαντική κατασκευή. Στη συνέχεια προς τα δυτικά, ακριβώς έξω από την πόλη, η σειρά των ελών εκτείνεται σχεδόν σε όλη την έκταση που περιβάλει την πόλη. Το άθλιο θέαµα συµπληρώνεται από ολόκληρα τα διάσπαρτα κτίρια, όπου πολλά πάµφτωχα όντα, σκελετικά σώµατα, κοίλα πρόσωπα και τεράστιες κοιλιές µωρών παιδιών, µαρτυρούν την τραγωδία της ζωής στη σφαίρα της ελονοσίας και της πείνας 
Η πόλη, αν µπορούµε να την αποκαλέσουµε πόλη, δεν παρουσιάζει τίποτα το ιδιαίτερο. Βρίσκει κανείς χαµηλά σπίτια µε βεράντα, βρώµικο νερό που ρέει θαρρείς αιώνια στους δρόµους επειδή ο αποχετευτικός αγωγός είναι υπό το φως του ήλιου, η συνηθισµένη άσχηµη µυρωδιά, το αλάτι της θάλασσας, η υγρασία που εµποτίζει κάθε σπίτι, η έλλειψη καθαριότητας σε σπίτια, µε δρόµους και σε κατοίκους. Μόνο µερικά πιο σύγχρονα κτίρια, µερικές αξιοπρεπείς βίλες βρίσκονται έξω από το Μεσολόγγι αλλά τίποτα που να τα καθιστά άξια προσοχής. Το Μεσολόγγι έχει τη φήµη ότι είναι πλούσιο σε όµορφα κορίτσια. Μόνο µε αυτόν τον τρόπο µπορούµε να εξηγήσουµε, όπως υποδηλώνει η παράδοση, ότι ο Λόρδος Βύρων αισθάνθηκε την ανάγκη να σταµατήσει σε αυτήν την άθλια χώρα και η γυναίκα που βρήκε ήταν πραγµατικά µοιραία για τον ροµαντικό και ξανθό ποιητή. Η γυναίκα και τα κουνούπια τον σκότωσαν.
Στο Μεσολόγγι µας έβαλαν κάτω από τα ελαιόδεντρα.
Το Μεσολόγγι είναι η πόλη της ελονοσίας. Από τη θάλασσα χωρίζεται από έλη. Βρώµικο, όσο δεν µπορείτε να φανταστείτε. Οι Ελαιώνες είναι ο χώρος επώασης των κουνουπιών και ειδικά τον µήνα Σεπτέµβριο βρέχει και όλα µετατρέπονται σε βάλτο. Έµεινα 15 ηµέρες κάτω από τα ελαιόδεντρα. Είχα µαζί µου ένα χαλασµένο κρεβάτι που είχα καταφέρει να φέρω από το Αγρίνιο µαζί µε δύο κουβέρτες. Πήρα επίσης µερικά κουτιά µαρµελάδας και φρούτων σε σιρόπι. Δεν είχα τίποτε άλλο µαζί µου, αν και κοιµόµασταν έξω στις ψυχρές νύχτες του Σεπτέµβρη. Αρχίσαµε να τρώµε ότι βρίσκαµε για να ικανοποιήσουµε την πείνα µας. Σκεφτείτε ότι ήµασταν χιλιάδες και ότι τα απόβλητα και οι ακαθαρσίες ήταν συσσωρευµένες κάνοντας την ζωή µας ανυπόφορη. Όλα αυτά ανάµεσα στο βόµβο των µεγάλων κουνουπιών και την επιδροµή των Ελλήνων, οι οποίοι σαν γεράκια περίµεναν διαρκώς να µας επιτεθούν και να µας λεηλατήσουν. Εδώ άρχισα να έχω µια σαφή αίσθηση του τι αντιπροσωπεύει ένας στρατός στην ήττα.
Ήδη είχε έρθει η είδηση ότι οµάδες Ιταλών στρατιωτών, κατά τη διάρκεια της πορείας προς Λαµία, είχαν προσβληθεί από ληστές των Ελλήνων που τους λεηλάτησαν και τους άφησαν γυµνούς Εν τω µεταξύ, η ελονοσία θέριζε. Η κόπωση και η κακή διατροφή άρχισαν να υπονοµεύουν τη δύναµη των νέων.
Δεκαπέντε μέρες στους ελαιώνες, πόσοι στρατιώτες έχουν πεθάνει. Δεν έχω πάψει να είμαι γιατρός, αλλά και να είμαι κρατούμενος. Έχω γνωρίσει το θάνατο των σωμάτων και των ψυχών. Η κραυγή των πατέρων. Ήξερα τα βάσανα. Έχω δει τι σημαίνει να είσαι κουρασμένος, θλιβερά θλιμμένος, πεινασμένος, απελπισμένος.
Στους στρατώνες του Αγίου Αθανασίου υπήρχε ένα πλήθος στρατιωτών αρρώστων. Ελονοσία, ελονοσία, ελονοσία. Αιματηρή δυσεντερία που σε δύο ημέρες σκελέτωνε έναν οργανισμό και ό, τι δεν μπορούσαμε να θεραπεύσουμε επειδή δεν υπήρχαν τα φάρμακα και το κατάλληλο φαγητό».  
(συνεχίζεται…)
Στις φωτογραφίες διακρίνονται με σειρά:
Κεντρική φωτογραφία: Χαρακτηριστική πανοραμική άποψη της Δυτικής πλευράς της πόλης (πηγή: Προσωπικό αρχείο)
Εικόνα 1: Ιταλικά Οχήματα και πυροβολικό στους Ελαιώνες δίπλα στο στρατόπεδο στον Άγιο Αθανάσιο (φωτό: Προσωπικό αρχείο)
Εικόνα 2: Ιταλοί στρατιώτες στον δρόμο της Τουρλίδας (Πηγή: Προσωπικό αρχείο Δημητρίου Παρούση)
Εικόνα 3: Ο υπίατρος της Μεραρχίας Casale Gualtiero Marello σε αιχμαλωσία στο Γουδί στην Αθήνα. Το ημερολόγιό του «Prigionero 589» εκδόθηκε από τον γιο του Αlberto Marello κι εμπεριέχει λεπτομερέστατες περιγραφές του Μεσολογγίου της Ιταλικής κατοχής. Για την παραχώρηση του ημερολογίου του πατέρα του τον χιλιο-ευχαριστώ από καρδιάς
Εικόνα 4: Ιταλοί στρατιώτες στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Αγρινίου. Στο πρώτο βαγόνι υπάρχει η χαρακτηριστική επιγραφή «Σ.Β.Δ.Ε» Σιδηρόδρομος Βορειοδυτικής Ελλάδος (Πηγή: Δημοπρασία Ebay)
Εικόνα 5: Λιμάνι του Μεσολογγίου - Άνοιξη του 1941. Διακρίνεται το κτίριο που στεγάζεται σήμερα το Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο Μεσολογγίου καθώς και ιταλικά φορτηγά
Πηγή: Εδώ

Το Μεσολόγγι στον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο (µέρος Α’)

Εξαιρετικό άρθρο του  Δημήτρη Μούρκα
Το Μεσολόγγι στον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο (µέρος Α’)
14 Σεπτεµβρίου 1944. Η ολιγάριθµη φρουρά του Λοχαγού της 104 Μεραρχίας Κυνηγών Alfons Ritter, όντας αποκοµµένη από τον κύριο όγκο της Μεραρχίας που εγκατέλειψε το Αγρίνιο την προηγούµενη µέρα, παραδίδεται στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ Μεσολογγίου. Είναι το τέλος της γερµανικής Κατοχής και η έναρξη µια εξίσου ταραχώδους περιόδου (τόσο για το Μεσολόγγι όσο και για ολόκληρη την χώρα) που θα λήξει τον Μάρτιο του 1945 µε το τέλος της ΕΑΜοκρατίας στην πόλη.
Το Μεσολόγγι ήδη από την εποχή του Ελληνο-Ιταλικού πολέµου αποτέλεσε τον σηµαντικότερο κόµβο µετακινήσεων στρατευµάτων και πολεµοφοδίων των εµπόλεµων καθώς διέθετε 3 λιµάνια (Μεσολόγγι, Κρυονέρι, Κάτω Βασιλική) καθώς και την µοναδική σιδηροδροµική γραµµή στην Δυτική Ελλάδα που συνέδεε το Κρυονέρι µε το Αγρίνιο. Κατά τον Ιταλο-Ελληνικό πόλεµο από το Μεσολόγγι περνούσαν τα εφόδια για να καταλήξουν στην Πρέβεζα η οποία χρησιµοποιούνταν ως βάση ανεφοδιασµού.
Κατά την Γερµανική Εισβολή στοιχεία της 1st SS Panzer Division «Leibstandarte SS Adolf Hitler θα διεκπεραιωθούν µέσω των λιµανιών της Κάτω Βασιλικής και Μεσολογγίου (Εικόνα 2) στην Πελοπόννησο κατά την καταδίωξη των Συµµαχικών Δυνάµεων που υποχωρούσαν στην Καλαµάτα µε σκοπό να τα αποκόψουν στον Ισθµό της Κορίνθου. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1941 από το λιµάνι του Μεσολογγίου θα µεταφερθεί και η Μεραρχία Acqui στην Κεφαλονιά (εικόνα 3).
Η Ιταλική κατοχή στο Μεσολόγγι θα κρατήσει από τον Μάιο του 1941 µέχρι τον Σεπτέµβριο του 1943. Κατά την Ιταλική κατοχή το Μεσολόγγι θα αποτελέσει το διοικητικό κέντρο των Ιταλικών δυνάµεων στην περιοχή καθώς θα αποτελέσει την έδρα της 56 ης Μεραρχίας Casale. Για τους Ιταλούς το Μεσολόγγι ήταν αρχικά ιδανικός τόπος µετάθεσης καθώς βρισκόταν µακριά από τα Μέτωπα της Αφρικής και της Ρωσίας που πολεµούσε ακόµα ο Ιταλικός στρατός ενώ και η δραστηριότητα των ανταρτών µέχρι το 1943 ήταν σχετικά µικρή (µόνο µια αντι-αντάρτικη επιχείρηση αναφέρεται στα Ιταλικά αρχεία το 1942 στα Μούσουρα).
Όπως διηγείται ο επικεφαλής της Βασιλικής Ιταλικής Αστυνοµίας, Agostino G. Pasquali στο ηµερολόγιο του τον Οκτώβριο του 1942: Έτσι έφτασα στο Μεσολόγγι, το οποίο ήταν τότε ένα θαυµάσιο χωριό στο Ιόνιο Πέλαγος. Με µάγεψε το τοπίο µεταξύ ξηράς και θάλασσας, Νόµιζα ότι η αποστολή µου σε αυτό το υπέροχο µέρος θα µπορούσε να είναι ένα είδος διακοπών. Όµως, η στρατιωτική κατοχή είχε δηµιουργήσει δυσαρέσκεια και δυσπιστία στον πληθυσµό, µια πραγµατική εχθρότητα που παρέµεινε κρυµµένη για το φόβο των Ιταλών και Γερµανών κατακτητών. Υπήρχε λοιπόν η ανάγκη εκατό Καραµπινιέρων. Ήµασταν τόσοι πολλοί, διότι εκτός από το σταθµό της Καραµπινιερίας υπήρχε η έδρα της µεραρχίας και του τάγµατος εδώ. Οι Μεσολογγίτες ήταν ήσυχοι άνθρωποι που ασχολούνταν µε την αλιεία και τη γεωργία και είχαν παραµείνει πάντα ξένοι στην πολιτική. Όταν πέρασαν οι πρώτες εβδοµάδες, συνειδητοποίησαν ότι τους σεβόµασταν, και σε ορισµένες περιπτώσεις τους βοηθούσαµε, να διατηρούν καλές σχέσεις µε τους στρατιώτες της Μεραρχίας. Ήµασταν ευαίσθητοι στις ανάγκες του πληθυσµού και την προστασία του νόµου και τάξης.
H πραγµατικότητα όµως για τους κατοίκους του Μεσολογγίου κατά την διάρκεια της κατοχής ήταν τελείως διαφορετική από αυτή που περιγράφει ο επικεφαλής της Καραµπινιερίας στο Μεσολόγγι. Ο Λιµός του 41-42 που χτύπησε κυρίως τα αστικά κέντρα στην Ελλάδα δεν άφησε ανεπηρέαστο και το Μεσολόγγι. Ο λόγος ήταν πως οι Ιταλοί απαγόρεψαν την οποιαδήποτε άφιξη ή αναχώρηση από την πόλη του Μεσολογγίου χωρίς ειδική άδεια τόσο αγαθών όσο και ανθρώπων. Αυτόµατα προκλήθηκε επισιτιστική κρίση στο Μεσολόγγι. Ο πλούτος της λιµνοθάλασσας τα ψάρια αποτέλεσαν την µοναδική πηγή τροφής για την πόλη ενώ υπήρξαν όπως είναι φυσικό φαινόµενα κερδοσκοπίας. Την κατάσταση επιχείρησαν να εξοµαλύνουν και να ελέγξουν οι αρχές κατοχής όταν µε διαταγή του ο στρατιωτικός διοικητής του Μεσολογγίου Ταγµατάρχης Λόλι ανακοίνωσε πως θα οριστούν επόπτες των αρχών κατοχής που θα ελέγχουν την παραγωγή των Ιβαριών της Λιµνοθάλασσας (ενώ παράλληλα τον Μάρτιο του 1942 οι τοπικές αρχές διοργάνωσαν το πρώτο λαϊκό συσσίτιο και τον διαµοιρασµό ειδών πρώτης ανάγκης (κυρίως όσπρια και ζάχαρη) στο λιµοκτονούντα πληθυσµό του Μεσολογγίου.
Το 1943 αποτελεί έτος σταθµό για το Μεσολόγγι αλλά και για την ευρύτερη περιοχή καθώς η Γερμανική παρουσία στην Αιτωλ/νία πολλαπλασιάζεται. Ο λόγος είναι η επιχείρηση Κιμάς των Βρετανών, η οποία ήταν μια επιχείρηση παραπλάνησης του Άξονα που είχε ως αντικειμενικό σκοπό να πείσει τη γερμανική Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση της Βέρμαχτ (OKW, Oberkommando Wehrmacht) ότι οι Σύμμαχοι επρόκειτο να εισβάλλουν στην Σαρδηνία και την Ελλάδα αντί για τη Σικελία που ήταν ο πραγματικός τόπος της απόβασης. Εξαιτίας λοιπόν του φόβου της Συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα (η περιοχή μας θεωρούταν Νο1 τόπος απόβασης των συμμάχων) η Γερμανική ανώτατη διοίκηση στέλνει στην περιοχή μας την 104 Μεραρχία Κυνηγών ενώ τα λιμάνια του Μεσολογγίου και του Αστακού αποκτούν οχυρωματικά έργα την επίβλεψη των οποίων ανέλαβε ο ίδιος ο διοικητής του 22 Ορεινού Σώματος με έδρα τα Γιάννενα ο διαβόητος στρατηγός Χουμπερτ Λαντς. Από την μεριά τους οι Σύμμαχοι για να κάνουν ακόμα πιο πιστευτό το ενδεχόμενο της απόβασης στην περιοχή προχώρησαν σε συνεργασία με την αντίσταση σε πλήθος σαμποτάζ ενώ έλαβαν χώρα και αεροπορικές επιθέσεις όπως αυτή της 16ης Αυγούστου 1943 όπου τρία Βρετανικά Βομβαρδιστικά επιτέθηκαν στο λιμάνι του Μεσολογγίου. 
(συνεχίζεται…)
Πηγή: εδώ

Η μεγάλη απεργία της Θεσσαλονίκης του '36 και ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου

Θεσσαλονίκη 9 -11 Μαΐου 1936.  Στα τέλη Απριλίου του 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κατέβηκαν σε απεργία διαρκείας με αιτήματα την αύξηση των ημερομισθίων, βελτίωση των παροχών του Ταμείου Ασφαλίσεως Καπνεργατών καθώς και πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες.
Το κυριότερο αίτημα ήταν η εφαρμογή της σύμβασης του 1924 που προέβλεπε ότι ο μέσος όρος του ημερομισθίου των καπνεργατών θα έπρεπε να αντιστοιχεί σε 8 χρυσές δραχμές. Μετά το 1931 και εκμεταλλευόμενοι την μεγάλη ανεργία οι καπνέμποροι είχαν κατεβάσει τα μεροκάματα σε εξευτελιστικά επίπεδα.
https://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2018/18/260196-60165-92871-meramagioudphfodh.jpg
Το 1936 όταν το μεροκάματο έπρεπε να είναι 140-150 δραχμές πλήρωναν 35 με 40 και με ψευτοαυξήσεις έφθανε τις 75 με 80 δραχμές. Το Καπνεργατικό Συνέδριο τότε είχε αποφασίσει να διεκδικήσει μεροκάματο 120-135 δραχμές, αλλά οι βιομήχανοι και οι έμποροι είπαν ότι δεν δίνουν πάνω από 80. Ακόμα, λόγω της ανεργίας πολλοί εργάτες και κυρίως γυναίκες δούλευαν δωρεάν για να τους επικολλούνται τα ένσημα του Ταμείου και να μην χάσουν την περίθαλψη.
Η απεργία επεκτάθηκε αμέσως σε όλα τα καπνομάγαζα της Θεσσαλονίκης και κατόπιν στις Σέρρες, Λαγκαδά, Βόλο, Δράμα, Ξάνθη, Καρδίτσα και κατόπιν σε όλη την χώρα.
Η κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά που ακόμα δεν είχε επιβάλλει την δικτατορία, ακολουθούσε παρελκυστική τακτική υποσχόμενη στους απεργούς ότι θα ικανοποιήσει τα αιτήματα τους και προετοιμαζόμενη ταυτόχρονα για την βίαιη καταστολή της απεργίας.
Στις 7 Μαΐου σημειώθηκαν στον Βόλο αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και απεργών. Σε πολλές πόλεις προκηρύχθηκαν πανεργατικές απεργίες αλληλεγγύης και ο αριθμός των απεργών σε όλη την Ελλάδα ξεπέρασε τις 50.000.
Στις 8 Μαΐου, η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, με προκήρυξή της καλούσε σε απεργίες αλληλεγγύης. Την ίδια μέρα 7.000 απεργοί στην Θεσσαλονίκη συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία του σωματείου τους και αφού ενέκριναν το ψήφισμα που ζητούσε άμεση επίλυση των αιτημάτων τους, ξεκίνησαν προς την Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος.
Στην Εγνατία μεγάλες δυνάμεις Χωροφυλακής, πεζής και έφιππης, στρατού και αντλιών προσπάθησαν να τους εμποδίσουν. Οι απεργοί κατόρθωσαν να σπάσουν την ζώνη και τότε η Χωροφυλακή επιτέθηκε με λύσσα. Οι εργάτες προσπαθούν να αμυνθούν με τούβλα, πέτρες και ξύλα και η Χωροφυλακή αρχίζει να πυροβολεί στο ψαχνό.
Την ίδια ώρα σε άλλα σημεία της Θεσσαλονίκης σημειώνονται και άλλες συγκρούσεις απεργών και Χωροφυλακής. Μεγάλες ομάδες απεργών συγκεντρώνονται στην Γενική Διοίκηση όπου οι επικεφαλής διατάσσουν τον στρατό να επιτεθεί. Δεν κινείται κανένας. Η Χωροφυλακή μόνο επιτέθηκε ξανά με λύσσα.
Όλοι οι συνοικισμοί της Θεσσαλονίκης είναι ανάστατοι. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν ακατάπαυστα. Κόσμος κατεβαίνει στο κέντρο. Το βράδυ της 8ης Μαΐου, οι αυτοκινητιστές, οι τροχιοδρομικοί, οι εργάτες ηλεκτρισμού, οι φορτοεκφορτωτές, οι λιμενεργάτες και οι σιδηροδρομικοί Βορείου Ελλάδος κηρύσσουν απεργίες σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Η κυβέρνηση προτείνει αύξηση ημερομισθίων. Η αύξηση είναι πενιχρή και απορρίπτεται. Το ίδιο βράδυ η κυβέρνηση αποφασίζει επιστράτευση τροχιοδρομικών και σιδηροδρομικών.
Το ξημέρωμα της 9ης Μαΐου, βρίσκει την Θεσσαλονίκη νεκρή από κάθε επαγγελματική δραστηριότητα καθώς απεργία έχουν κηρύξει και οι έμποροι με τους βιοτέχνες. Η πόλη στρατοκρατείται και οι επιθέσεις της Αστυνομίας έχουν ξεκινήσει από νωρίς. Στις 10.30 το πρωί πέρασε από την οδό Εγνατίας αυτοκίνητο της Χωροφυλακής με συλληφθέντες αυτοκινητιστές. Όταν το αυτοκίνητο φθάνει κοντά στο σωματείο, όλοι οι οδηγοί και εισπράκτορες που ήταν εκεί όρμησαν και απελευθέρωσαν τους συναδέλφους τους. Η έφιππη Χωροφυλακή επιτέθηκε και οι απεργοί αμύνθηκαν με τούβλα και πέτρες. Αποκρούουν πέντε επιθέσεις των χωροφυλάκων και συμπτύσσονται. Η Χωροφυλακή επιτίθεται ξανά να τους διαλύσει και αρχίζει αληθινή μάχη. Στήνονται οδοφράγματα. Αστυνομικοί με πολιτικά ανεβαίνουν στα γύρω κτίρια και πυροβολούν. Ο οδηγός Τάσος Τούσης πέφτει νεκρός.
Η δολοφονία του έδωσε το σύνθημα για την μεγάλη διαδήλωση. Ενώ οι υπερασπιστές των οδοφραγμάτων συμπτύσσονται κάτω από την πίεση, χιλιάδες διαδηλωτές ξεπηδούν από όλες τις γωνίες των κεντρικών δρόμων. Ξηλώνουν μια πόρτα και βάζουν πάνω της το νεκρό εργάτη. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν ξανά στους συνοικισμούς. Χιλιάδες άνθρωποι κατεβαίνουν στο κέντρο με το σύνθημα κάτω οι δολοφόνοι. Η Χωροφυλακή παίρνει τα όπλα από τους στρατιώτες και ρίχνει στο ψαχνό. Παντού βογγητά και άγριες φωνές. Οι στρατιώτες όρμησαν να αναχαιτίσουν τους λυσσασμένους χωροφύλακες. Η μάχη κράτησε 4 ώρες. 9 νεκροί και 300 τραυματίες.

Στις 3 το απόγευμα ο διοικητής του Γ Σώματος Στρατού Ζέππος κήρυξε στρατιωτικό νόμο. 2 ώρες αργότερα ο λαός ξαναέσπασε την «νομιμότητα» του Μεταξά και του Ζέππου και συγκρότησε νέες διαδηλώσεις. «Κάτω οι δολοφόνοι», «Κάτω ο Μεταξάς» φωνάζει και τραγουδώντας το «Πένθιμο εμβατήριο» βαδίζει προς το Διοικητήριο, ενώ ενώνονται μαζί του και οι στρατιωτικές περίπολοι.
Να φύγει η κυβέρνηση Μεταξά που πνίγει την χώρα στο αίμα και οδηγεί στο γκρεμό του αφανισμού διακηρύσσει η ΚΕ του ΚΚΕ.
Στις 10 Μαΐου φθάνουν στην Θεσσαλονίκη αντιτορπιλικά και ένα σύνταγμα πεζικού από την Λάρισα. Ο στρατηγός Ζέππος γίνεται τώρα αδιάλλακτος. Στις 10 Μαΐου όλη η Θεσσαλονίκη συμμετέχει στην κηδεία των θυμάτων. Στους δρόμους ο λαός συναδελφώνεται με τον στρατό. Οι φαντάροι των περιπόλων με δάκρυα στα μάτια αγκαλιάζονται με τους πολίτες. Οι χωροφύλακες είναι κλεισμένοι στα τμήματα που τα φρουρεί ο στρατός. Το πλήθος λιθοβολεί την Ασφάλεια και το Α’ Αστυνομικό Τμήμα. Στις 12 Μαΐου επέρχεται συμφωνία καπνεργατών καπνεμπόρων και γίνεται δεκτό το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών αιτημάτων. Η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει καμιά δέσμευση για απόλυση συλληφθέντων και τιμωρία των ενόχων. Ο στρατηγός Ζέππος εξαπολύει τρομοκρατία στην Θεσσαλονίκη. Στις 13 Μαϊου κηρύσσεται πανελλαδική απεργία σε ένδειξη διαμαρτυρίας. 500 χιλιάδες εργαζόμενοι σε όλη την Ελλάδα κατέβηκαν στους δρόμους.
Με τη λήξη της απεργίας, η Θεσσαλονίκη γνώρισε νέα περίοδο στρατοκρατίας. Οι συλλήψεις έδιναν και έπαιρναν. Πιάστηκαν όλοι οι δραστήριοι συνδικαλιστές, με πρώτους τους κομμουνιστές. Πιάστηκαν εκατοντάδες άλλοι εργαζόμενοι για ασήμαντους λόγους και τους έκλεισαν στα κρατητήρια του στρατοπέδου Αεροπορίας, του 31ου Συντάγματος Πεζικού και μέσα στην Έκθεση. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κρατούμενοι, ακόμα και έγκυες γυναίκες, κακοποιήθηκαν άγρια για να ομολογήσουν δήθεν «ότι τα γεγονότα ήταν ...πραξικόπημα των κομμουνιστών για να καταλάβουν την εξουσία!».
Τα συνδικαλιστικά στελέχη - και στελέχη του ΚΚΕ - Ζαφείρης Βεκίδης, πρόεδρος του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου, Δημήτρης Κωνσταντινίδης, πρόεδρος Τροχιοδρομικών, Χαράλαμπος Μελανεφίδης, πρόεδρος Ενωτικής Επιτροπής Καπνεργατών, Σάββας Σαββόπουλος, πρόεδρος Σωματείου Κλινοποιών, Νίκος Μανέκας, πρόεδρος Αυτοκινητιστών, Αδάμ Μουζενίδης, Ανδρέας Αξαρλής, καθώς και άλλοι συνδικαλιστές, οδηγούνται εξόριστοι στον Αη Στράτη και αλλού.
Ετούτος ο λαός δεν γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του
Αναστασία Καρανικόλα (28 ετών), καπνεργάτρια, Δημήτρης Λαϊνάς (17 ετών), τσαγκάρης, Σαλβατόρ Μασαράνο (19 ετών) υπάλληλος, Ευθύμιος Αδαμαντίου (18 ετών), τσαγκάρης, Τάσος Τούσης (27 ετών) οδηγός, Ίντο Σεντόρ (22 ετών) επινικελωτής, Ευάγγελος Χολής (32 ετών) καπνεργάτης, Γιάννης Πανόπουλος (23 ετών) λαστιχάς, Δημήτρης Αγλαμίδης (25 ετών) σιδεράς.
Από τα πρώτα βήματα ως τον «Επιτάφιο»
Στις 10 Μαΐου, ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα του, την φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνούσε το νεκρό γιό της. Ενας νέος ποιητής, ο Γιάννης Ρίτσος, συγκλονίστηκε, κλείστηκε στην σοφίτα του της οδού Μεθώνης, και έγραψε τον συγκλονιστικό «Επιτάφιο».
O Γιάννης Ρίτσος, στερνοπαίδι της Ελευθερίας Βουζουναρά και του Ελευθερίου Ρίτσου, γεννήθηκε την 1η Μαίου 1909 στην Μονεμβασιά. Είχαν προηγηθεί η Νίνα το 1898, ο Μίμης το 1899, και η Λούλα το 1908.
Η Μονεμβασιά, ήταν το πέτρινο καράβι που τον ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Εκεί χάραξε τους πρώτος στίχους του και τις πρώτες ζωγραφιές του, εκεί πρωτοτραγούδησε δημοτικά τραγούδια αγναντεύοντας την θάλασσα...
Ο Γιάννης Ρίτσος πήγε στο σχολείο, μόλις τεσσεράμιση ετών με συμμαθήτρια την αδελφή του, Λούλα. Όπως ομολογούσε ο ίδιος δεν τα πήγαινε πολύ καλά με τα γράμματα. Ήταν δε και άτακτος και για αυτό αρκετές φορές τις πέρασε όρθιος στην γωνία, τιμωρημένος. Ότι δεν του έδωσε το σχολείο του, το έδωσε το ανοιχτό μυαλό της μητέρας του.
Όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, άρχισε να αγοράζει αριστερά βιβλία, κάτι που έκανε τον Ελευθέριο Ρίτσο να οργίζεται.
Ομως ο Γιάννης, ο Γιάννος της, άκουγε σαν μαγεμένος την μάνα του να του μιλάει. Το 1918 ο Ρίτσος εγγράφεται στο Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς. Το 1921 πεθαίνει από φυματίωση ο αδελφός του Μίμης. Ο Ρίτσος εγγράφεται στο Γυμνάσιο Γυθείου. Την ίδια χρονιά πεθαίνει από φυματίωση η μητέρα του σε σανατόριο στην Πορταριά Πηλίου, χωρίς ποτέ να μάθει τον θάνατο του Μίμη.
Το 1924 δημοσιεύονται ποιήματα του Ρίτσου στο περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Οραμα». Το 1925 έρχεται με την Λούλα στην Αθήνα. Η οικογένεια έχει καταστραφεί οικονομικά. Εργάζεται ως δακτυλογράφος και προσλαμβάνεται στην Εθνική Τράπεζα ως αντιγραφέας στην συμβολαιογραφική της υπηρεσία. Το 1926 ο Γιάννης Ρίτσος προσβάλλεται και αυτός από φυματίωση. Το 1927 νοσηλεύεται στην κλινική Παπαδημητρίου και λίγο αργότερα μέσα στην χρονιά νοσηλεύεται στην «Σωτηρία» όπου θα μείνει ως το 1930. Γνωρίζεται με μαρξιστές διανοούμενους, καθώς και με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Τον Μάιο του ’30 παίρνει υποχρεωτικά εξιτήριο από την «Σωτηρία» και μεταφέρεται στο σανατόριο της Καψαλώνας έξω από τα Χανιά της Κρήτης. Επιστρέφει στην Αθήνα το 1931. Μπαίνει στην Εργατική Λέσχη και αναλαμβάνει την διεύθυνση του καλλιτεχνικού της τμήματος. Η αδελφή του Λούλα έχει μεταναστεύσει στην Αμερική όπου έχει παντρευτεί. Το 1932 ο πατέρας του Ελευθέριος Ρίτσος εισάγεται στο Δαφνί. Το 1933 ο Ρίτσος στρέφεται για βιοποριστικούς λόγους στο εμπορικό θέατρο. Το 1934 εκδίδεται την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Τρακτέρ». Το 1934 επίσης αρχίζει την συνεργασία του με τον «Ριζοσπάστη» και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Το 1935 κυκλοφορεί η δεύτερη συλλογή του με τον τίτλο «Πυραμίδες».
Στις 11 Μαΐου 1936, ο Ρίτσος παραδίδει τρία άσματα από το ποίημα που θα ονομαστεί «Επιτάφιος». Τα δημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης» της 12ης Μαΐου με τον τίτλο «Μοιρολόϊ». Ο Ρίτσος παράλληλα συμπληρώνει τον «Επιτάφιο» με άλλα 11 άσματα. Το βιβλίο τυπώθηκε και διαδόθηκε με φοβερή ταχύτητα. Πουλήθηκαν 10.000 αντίτυπα, αριθμός ρεκόρ για την εποχή. Όταν έγινε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχαν απομείνει μόνο 250 αντίτυπα. Κάηκαν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.
Ο «Επιτάφιος» αποτελεί ποίημα-σταθμό τόσο για την ποίηση στην Ελλάδα, και βέβαια για το ίδιο το έργο του ποιητή. Αξιοποιώντας μέσα στο αισθητικό και θεματικό κλίμα του Μοντερνισμού, το δημοτικό τραγούδι και το λαϊκό μοιρολόϊ, όχι ως νοσταλγός μιας παράδοσης που σβήνει, αλλά ως πρωτοπόρος που χρησιμοποιεί ποιητικούς τρόπους με πολύ βαθιές ρίζες στην συνείδηση του λαού, ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε ένα ποίημα-σταθμό που έρχεται από πολύ μακριά και πάει πολύ μακριά...

Ο «Επιτάφιος» είναι ένα ποίημα που περιέχει καταρχήν το απόσταγμα βαθιών αισθημάτων έτσι όπως εκφράστηκαν στην γλώσσα μας. Ο θρήνος της μάνας του δολοφονημένου εργάτη είναι ο θρήνος της Χ Ραψωδίας της Ιλιάδας του Ομήρου, όταν ο Πρίαμος, η Εκάβη και η Ανδρομάχη θρηνούν τον νεκρό Έκτορα. Είναι ο θρήνος της Εκάβης στις «Τρωάδες», στην «Εκάβη» και στην «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη. Είναι ο θρήνος της μάνας που χάνει το παιδί της. Μέσα στο θρήνο της μάνας, ο τυφλός ραψωδός και ο μέγας τραγωδός, θα μιλήσουν για τα δεινά του πολέμου, θα μιλήσουν για τις ευτυχισμένες μέρες που πέρασαν, θα μιλήσουν για τον νεκρό νεαρό άντρα σαν να είναι ζωντανός, μέσα στο θρήνο της μάνας ο τυφλός ραψωδός και ο μέγας τραγωδός, θα περιφρονήσουν τον θάνατο που ταπεινώνει.
Ο «Επιτάφιος» είναι οι παιδικές μνήμες του ποιητή, όταν οι ύμνοι του Επιταφίου θρήνου, αυτά τα γλωσσικά αριστουργήματα έσμιγαν με το ανοιξιάτικο αεράκι, αλλά και όταν μικρό παιδί, άκουγε το μανιάτικο μοιρολόϊ.

«...Είδα μια φωτογραφία. Είχε δημοσιευθεί στον «Ριζοσπάστη» στις 10 Μάη του 1936. Διάβασα τις περιγραφές, διάβασα για την πρώτη μεγάλη οργανωμένη εξέγερση την εργατική, που από καπνεργατική απεργία έγινε πανεργατική απεργία. Και με συνεπήρε τόσο πολύ που την ίδια ημέρα άρχισα να γράφω τον «Επιτάφιο». Με όλο τον προηγούμενο εξοπλισμό, ήμουν προετοιμασμένος από τα παιδικά μου χρόνια, έτοιμος ο δεκαπεντασύλλαβος, το κρητικό θέατρο, η Ερωφίλη, ο Ερωτόκριτος, ο Σολωμός, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» πάλι σε δεκαπεντασύλλαβο. Όλα αυτά τα πράγματα είχαν προετοιμαστεί, ήταν έτοιμα και δεν κατάλαβα πως βγήκαν. Μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα, σχεδόν χωρίς να φάω και να κοιμηθώ, και πολλές φορές κλαίγοντας σαν μοιρολογίστρα Μανιάτισσα έγραψα τον «Επιτάφιο», τα πρώτα 14 ποιήματα».
(Από συνέντευξη του ποιητή σε ξένο τηλεοπτικό κανάλι το 1983).
Ποίημα της εργατικής τάξης
Αλλά ο «Επιτάφιος» δεν είναι απλώς ένα αριστουργηματικό, θρηνητικό ποιητικό έργο. Είναι ένα ποίημα της εργατικής τάξης. Εκείνο που το διαφοροποιεί από τα παλαιά θρηνητικά ποιήματα είναι δύο στροφές από το XVII και το ΧΧ άσματα του ποιήματος, ιδιαίτερα η δεύτερη με την οποία ολοκληρώνεται το ποίημα.
«Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γώ τραβάω στ' αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου». (XVII άσμα).
«Γιέ μου, στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου, εσύ, παιδί μου”. (ΧΧ άσμα)
Οι παλιότεροι θρήνοι, αντανακλούσαν την κοινωνική κατάσταση της γυναίκας στην αγροτική κοινωνία. Η κλεισμένη στο σπίτι γυναίκα θρηνεί τον γιό, τον αδελφό, τον σύζυγο, ανήμπορη.
Αλλά όταν γράφει το ποίημα ο Ρίτσος, η γυναίκα δεν είναι ένα ανήμπορο, κοινωνικά, πλάσμα. Είναι εργάτρια, κερδίζει τη ζωή της όλη με την δουλειά της στην κοινωνική παραγωγή και με τους αγώνες της μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης. Εκεί θα κερδίσει και την ισότιμη θέση της δίπλα στα ταξικά της αδέλφια. Και όταν πέφτει ένας, παίρνει την θέση του με το όπλο στο χέρι στο οδόφραγμα.
Για αυτό ο «Επιτάφιος» είναι ποίημα της εργατικής τάξης.
Η μελοποίηση του ποιήματος
Το 1956 ο «Επιτάφιος» πραγματοποίησε την δεύτερη έκδοσή του, ολοκληρωμένη με τα είκοσι ποιήματα. Επί 20 χρόνια ήταν συνεχώς στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων. Θα απαγορευθεί και πάλι στη διάρκεια της χούντας. Τότε, ο Γιάννης Ρίτσος, έστειλε το ποίημα στο Παρίσι που βρισκόταν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος μελοποίησε 8 ποιήματα, 7 στο Παρίσι και ένα στην Αθήνα. Ο Μίκης Θεοδωράκης έστειλε τις μελωδίες στον Μάνο Χατζιδάκι και στον Γιάννη Ρίτσο. Ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε ως ερμηνεύτρια την Νανά Μούσχουρη. Παράλληλα με αυτήν την εκτέλεση και την ενορχήστρωση, ο Μίκης Θεοδωράκης κυκλοφόρησε μια δεύτερη εκτέλεση του έργου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Καίτη Θύμη, εκτέλεση στην οποία παίζει εκπληκτικό μπουζούκι ο Μανώλης Χιώτης.
Τον Σεπτέμβριο του 1960 ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών παρουσίασε τα τραγούδια του «Επιταφίου» σε δημόσια εκδήλωση στην οποία εκτός από τον Μίκη Θεοδωράκη, μίλησαν και οι Μάνος Χατζιδάκις και Φοίβος Ανωγειανάκης.
Στην ομιλία του ο Μίκης θα χαρακτηρίσει την εκτέλεση του «Επιταφίου» με την Μούσχουρη ως έναν «Επιτάφιο» λυρικό, επιτάφιο αδελφής σε αδελφό και αγαπημένης σε αγαπημένο πιότερο, παρά μάνας σε γιό.
Και θα προσθέσει: « Για μένα η φωνή του Μπιθικώτση έχει μια άλλη ομορφιά. Γιατί είναι ο καθένας μας που τραγουδάει με τη φωνή του. Είναι ο βαρκάρης, ο ζευγάς, ο σωφέρ, ο φοιτητής, ο φαντάρος, ο εμποράκος - είναι ο νεοέλληνας είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει. Κι αν ο πρώτος «Επιτάφιος» είναι λυρικός και επιθαλάμιος, ο δεύτερος είναι για τις αγορές και τα σοκάκια, εκεί που το παλικάρι λαχάνιασε και αγάπησε, πριν φάει μια σφαίρα στην καρδιά.
Η ηχογράφηση του «Επιταφίου» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, άλλαξε την πορεία της ελληνικής μουσικής. Αυτή η ηχογράφηση προκάλεσε μεγάλη συζήτηση με εκτενή αρθογραφία, άλλοι υπέρ, άλλοι κατά, και άλλοι σε κατάσταση αναμονής.
Η «πέτρα του σκανδάλου» ήταν βέβαια η χρησιμοποίηση μπουζουκιού. Ο Μίκης σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 74-75 της «Επιθεώρησης Τέχνης» τον Οκτώβριο του 1960 δεν θα κρύψει ότι και ο ίδιος κατά καιρούς είχε πάρει κατά καιρούς διαμετρικά αντίθετες θέσεις απέναντι στο μπουζούκι. Θα θέσει το ερώτημα: «Οι επικριτές των μπουζουκιών δεν παραδέχονται καμιά απολύτως από τις 10-20 γνωστότερες λαϊκές μελωδίες; Και αν όχι για ποιο λόγο; Λέμε ότι δεν κάνει το ράσο τον παπά. Το ίδιο και το μπουζούκι δεν κάνει a priori τον ρεμπέτη. Όπως σε όλα τα έργα τέχνης, η ποιότητα του ίδιου του έργου, του περιεχομένου είναι το μόνο αξιόλογο και σοβαρό κριτήριο».
«Έχοντας συνειδητοποιήσει από πού προέρχεται ο ‘Επιτάφιος’ οδηγήθηκα υπεύθυνα και σοβαρά στο λαϊκό περίβλημα και συνοδεία, δηλαδή στο μπουζούκι. Αυτό αν θέλετε υπήρξε και μια ανάγκη αλλά και ένα πείραμα. Η σκέψη μου είναι η εξής: Μπορούμε να πάρουμε ό,τι καλό υπάρχει στο μπουζούκι, ό,τι καλό υπάρχει στους ρυθμούς, στους μελωδικούς τρόπους στο στιλ της λαϊκής μουσικής και δίνοντάς του ένα καινούργιο περιεχόμενο (στην περίπτωσή μου η ποίηση του Ρίτσου) να δώσουμε μια νέα ώθηση στο λαϊκό τραγούδι;»
Ο Μίκης κλείνει το άρθρο ως εξής: «Έρχομαι τώρα στους στίχους του Ρίτσου. Δε νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερη δόξα για ένα ποιητή από το να τραγουδιέται από το λαό. Υπάρχει λέξη μήπως, μέσα στον Μπιθικώτση που να μην λέγεται καθαρά, σωστά και με το αληθινό της συναισθηματικό νόημα; Έχετε καλό αισθητήριο, έχετε καλή θέληση; Πέστε μας τότε συγκεκριμένα, χειροπιαστά, πού σε ποια λέξη, σε ποιο νόημα, προδόθηκε η ποίηση του Ρίτσου; Και όταν ο Μπιθικώτσης αρχίζει με το ‘Γιέ μου ποια μοίρα στο ‘γραφε’ και δεν αισθάνεσθε ηλεκτρική εκκένωση από συγκίνηση, τότε απαραιτήτως δυο τινά θα πρέπει να συμβαίνουν: ή εσείς η εγώ, πάντως ένας από τους δυό μας, δεν καταλαβαίνει από μουσική. Εύχομαι να είμαι εγώ, που στο κάτω κάτω δεν έχω καμιά υπεύθυνη θέση, δεν διαφωτίζω τους άλλους και ότι κι αν κάνω, κακό του κεφαλιού μου μονάχα κάνω».
Με την εκπνοή του αιώνα θέλοντας ο Σταύρος Ξαρχάκος να τιμήσει τα 75 χρόνια του Μίκη Θεοδωράκη, ενορχήστρωσε ξανά τον «Επιτάφιο». Είναι η τέταρτη ενορχήστρωση του έργου. Η τρίτη ήταν με ερμηνεύτρια την Μαίρη Λίντα και β' φωνή τον Μανώλη Χιώτη. Ο Ξαρχάκος ξαναδιάβασε το ποίημα και το ενέταξε στο σήμερα. Αποφάσισε ότι το έργο δεν θα είναι πλέον οκτώ τραγούδια, αλλά θα είναι ενιαίο, ένα ποίημα-ποταμός σύμφωνα με την έκφραση που τόσο αγαπά ο Θεοδωράκης.
Η ταύτιση του ποιητή με τον λαό και την Ιστορία
Ο «Επιτάφιος» όχι μόνο άντεξε στο χρόνο, καθώς εξορίστηκε και αυτός μαζί με τον ποιητή, υπέστη διώξεις και απαγορεύθηκε, αλλά εξακολουθεί να συγκινεί, να τραγουδιέται και κυρίως να αφυπνίζει συνειδήσεις.
Ο «Επιτάφιος» στα 20 τραγούδια του εμπεριέχει το απόσταγμα αιώνων πολιτισμού που άνθισε σε αυτήν εδώ τη γη.
«Είναι η ταύτιση του ποιητή με τον ίδιο το λαό, την Ιστορία, η συμμετοχή, το ίδιο αίσθημα. Επήγαζε όχι από μια ατομική ιδιορρυθμία, από μια ατομική έστω αναγκαιότητα, αλλά από μια καθολική αναγκαιότητα», θα πει για τον «Επιτάφιο» ο ποιητής.
Τεράστιο ρόλο, διαδραμάτισε βέβαια η μελοποίηση του ποιήματος από τον Μίκη Θεοδωράκη.
Έχει όμως σημασία η άποψη του Γιάννη Ρίτσου για τη μελοποίηση. «Το ποίημα, μέσω της μουσικής πήγε και βρήκε τους ανθρώπους, στο τραπέζι τους, στο κρεβάτι τους, την ώρα που έκαναν έρωτα, την ώρα που τρώγανε, που πίνανε, που χορεύανε, που διασκέδαζαν, που γλεντούσαν. Και οι στίχοι έμειναν. Μαζί με το κρασί τους, μαζί με το ψωμί τους έγιναν ένα. Έγιναν τροφή αισθημάτων, τροφή ψυχής, τροφή πνεύματος. Ταυτόχρονα. Στην αρχή βέβαια είχα πολλές επιφυλάξεις. Έλεγα, μα αυτή η ιερή λειτουργία, αυτός ο θρήνος και ο ύμνος για την εργατική τάξη θα ακούγεται εκεί που βωμολοχούνε, που τρών, που τσιμπιούνται, που φιλιούνται; Είχα άδικο. Εκεί έπρεπε να πάει. Και εκεί τους βρήκε και εκεί τους δόθηκε, τους προσφέρθηκε και προσφέρθηκαν κι αυτοί στο ποίημα μαζί με την μουσική. Το ήπιαν το ποίημα, το έφαγαν».
Ενδεικτική βιβλιογραφία
-Γιάννης Ρίτσος: «Επιτάφιος» - Εκδόσεις Κέδρος
-«Ριζοσπάστης» 15 και 20 Μαΐου 2016 (Αποσπάσματα από τις εισηγήσεις της ημερίδας 80 χρόνια από το Μάη του 1936. Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής. Τα γεγονότα και η επίδρασή τους. Ο ρόλος και οι θέσεις του ΚΚΕ που διοργάνωσε η ΚΟ Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ).
-«Ο ηρωϊκός Μάης της Θεσσαλονίκης του ΄36» - Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
-Θέμος Κορνάρος: «Θεσσαλονίκη 9-11 Μάη 1936 (Οι αγώνες του Λαού)» - Εκδόσεις Χρόνος
-«Γιάννης Ρίτσος: Πάντα παρών στο κάλεσμα της εποχής» - Πρακτικά και εικα­στικό και οπτικοακουστικό υλικό του επιστημονικού συνεδρίου που πραγ­ματοποίησε η ΚΕ του ΚΚΕ στις 21 & 22 Νοεμβρίου 2009, για να τιμήσει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του κομμουνιστή ποιητή Γ. Ρίτσου. Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
-Γιώργος Βελουδής: «Γιάννης Ρίτσος-Προβλήματα μελέτης του έργου του» - Εκδόσεις Κέδρος
-Γιώργος Βελουδής: «Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου» - Εκδόσεις Κέδρος
-Το 33 σελίδων συνοδευτικό βιβλιαράκι πληροφοριών του CD «Μίκης Θεοδωράκης: Επιτάφιος-Επιφάνια» ΕΜΙ
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ

23 Απρ 2019

Βίκτωρ Ουγκώ: «Παναγία των Παρισίων»



Γιάννης Γεράσιμος
«Ο ταλαίπωρος ποιητής έριξε μια ματιά ολόγυρα. Πραγματικά βρισκόταν στην τρομερή Αυλή των Θαυμάτων όπου ποτέ τίμιος άνθρωπος δεν είχε μπει τέτοια ώρα. Επρόκειτο για έναν κύκλο μαγικό, όπου οι αξιωματούχοι του Σατελέ και οι αστυνόμοι του Δικαστηρίου που το διακινδύνευαν να εισχωρήσουν, γίνονταν κομματάκια. Η πόλη των κλεφτών, μια αποτροπιαστική κρεατοελιά στο πρόσωπο του Παρισιού, ένας βόθρος από όπου ξέφευγε κάθε πρωί και όπου ξαναγύριζε να κατασταλάξει τη νύχτα αυτό το βρομερό ρυάκι αισχρότητας, ζητιανιάς και αλητείας που πάντα ξεχειλίζει στους δρόμους των πρωτευουσών, μια τερατώδης κυψέλη όπου ξαναμαζεύονταν το βράδυ μαζί με τη λεία τους, όλοι οι κηφήνες της κοινωνίας, ένα άσυλο του ψεύδους, όπου ο γύφτος, ο διωγμένος από την εκκλησία καλόγερος, ο παραστρατημένος φοιτητής, τα καθάρματα όλων των εθνών- Ισπανοί, Ιταλοί, Γερμανοί- κι όλων των θρησκειών –Εβραίοι, χριστιανοί, μωαμεθανοί, ειδωλολάτρες- που ζητιάνευαν την ημέρα γεμάτοι ψεύτικες πληγές μεταμορφώνονταν τη νύχτα σε ληστές. Με δυο κουβέντες, ένα απέραντο βεστιάριο όπου ντύνονταν και ξεντύνονταν εκείνη την εποχή όλοι οι ηθοποιοί αυτής της αιώνιας κωμωδίας που παίζουν στα λιθόστρωτα του Παρισιού, η κλεψιά, η πορνεία και το έγκλημα».
Με τα λόγια αυτά ο Βίκτωρ Ουγκώ περιέγραφε κάποτε το σκοτεινό κόσμο και την κοινωνική πραγματικότητα του μεσαιωνικού Παρισιού στο οποίο δέσποζε ο ναός της Παναγίας των Παρισίων. Στο Παρίσι εκείνης της εποχής, μιας φεουδαρχικής κοινωνίας βυθισμένης στο σκοτάδι της φτώχειας και στο βούρκο της ανθρώπινης εξαθλίωσης και της ηθικής και πνευματικής προκατάληψης ο ναός της Παναγίας των Παρισίων με το γοτθικό ρυθμό της, τον όγκο της και τις μυστηριακές και αποτρόπαιες μορφές και αγάλματα που κοσμούσαν τα καμπαναριά της αποτελούσε μια απτή, υλική έκφανση του επιβλητικού και σκοτεινού χαρακτήρα της εποχής.
Γεννημένος το 1802 στη Μπεζανσόν της Γαλλίας ο Βίκτωρ Ουγκώ υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του γαλλικού ρομαντισμού, ένας πολυγραφότατος συγγραφέας του οποίου τα έργα επρόκειτο να μείνουν κλασσικά διαθέτοντας μια πανανθρώπινη και οικουμενική διάσταση και ένας φλογερός δημοκράτης που εξέφρασε μέσα από το έργο του την αντίθεση του προς τις κοινωνικές αδικίες της εποχής του.
Ήδη από την παιδική του ηλικία ο Βίκτωρ Ουγκώ θα βιώσει τις ραγδαίες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές και ιδεολογικές συγκρούσεις της εποχής του που συνόδευσαν τη Γαλλική Επανάσταση την άνοδο στην εξουσία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ( ο πατέρας του ήταν στρατηγός του Ναπολέοντα και δημοκρατικός ενώ η μητέρα του φιλομοναρχική και ευσεβής καθολική) και θα επηρεαστεί βαθιά από το κίνημα του γαλλικού ρομαντισμού και ιδιαίτερα από τον Φρανσουά Ρενέ Ντε Σατωμπριάν.
Από πολύ νεαρή ηλικία ο Βίκτωρ Ουγκώ θα αρχίσει να γράφει ποίηση και θα μεταφράσει κλασσικούς Λατίνους ποιητές όπως ο Βιργίλιος. Σε ηλικία 15 χρονών θα βραβευτεί από τη Γαλλική Ακαδημία για κάποιο από τα ποιήματα του και ενώ θα έρθει σε επαφή με τα έργα του Σαίξπηρ, το γερμανική θεατογραφία και τη δραματουργία του Σλέγκελ. Το 1826 θα εκδώσει τις Ωδές και Μπαλάντες, ένα από τα σημαντικότερα ποιήματά του και το 1827 το θεατρικό έργο Κρόμγουελ που θα σημάνει τη ρήξη με το γαλλικό θεατρικό κλασσικισμό φέρνοντας στο προσκήνιο τον ρομαντισμό.
Η πραξικοπηματική κατάλυση της δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα τον Γ το 1851 και η αναγόρευση του σε αυτοκράτορα θα οδηγήσουν τον Ουγκώ να στραφεί εναντίον του (με τα έργα του Ναπολέων ο Μικρός και η ιστορία ενός εγκλήματος όπου υποστηρίζει το δημοκρατικό πολίτευμα) και να αναγκαστεί να καταφύγει στις Βρυξέλλες μεταμφιεσμένος σε εργάτη και μετέπειτα στο βρετανικό νησί Τζέρσευ.
Το 1870 θα επιστρέψει στη Γαλλία και θα αναδειχθεί σε βουλευτή της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και σε ισόβιο μέλος της γαλλικής Γερουσίας. Ο Βίκτωρ Ουγκώ θα υιοθετήσει τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού στηλιτεύοντας τις κοινωνικές αδικίες της εποχής του και θα πεθάνει στις 22 Μαίου του 1885 αφήνοντας πίσω του μια μεγάλη λογοτεχνική κληρονομιά. Κυριότερα έργα του υπήρξαν η Παναγία των Παρισίων, Οι Άθλιοι και ο Άνθρωπος που γελά, μια πολιτική σάτιρα που σατιρίζε την παρακμή της γαλλικής πρώην αριστοκρατικής τάξης.
Στο έργο του «Η Παναγία των Παρισίων», έργο που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1831 και το οποίο υπήρξε ένα έργο ορόσημο για το γαλλικό ρομαντισμό, ο Βίκτωρ Ουγκώ περιγράφει με επίκεντρο την Παναγία των Παρισίων τη μεσαιωνική κοινωνία της περιόδου ακμής της γοτθικής τέχνης τον 15ο αιώνα και ενός ρομαντικού ιστορικού και πολιτισμικού παρελθόντος τα ίχνη του οποίου κινδύνευαν στην εποχή του να εξαφανιστούν για πάντα. Μέσα σε μια εποχή πνευματικής και ηθικής κατάπτωσης, κοινωνικής φτώχειας και εξαθλίωσης και αυστηρών θρησκευτικών παραδόσεων οι ηθικές αξίες αντιπροσωπεύονται από ήρωες του περιθωρίου: την τσιγγάνα Εσμεράλδα χορεύτρια των δρόμων και τρόφιμη της Αυλής των Θαυμάτων και από τον τερατόμορφο κωδωνοκρούστη Κουασιμόδο.
Στα σκαλιά της Παναγίας των Παρισίων, του εμβληματικού ναού της πόλης του Παρισιού, τα ανθρώπινα πάθη και το δράμα των ηρώων που καταδιώκονται από τον αρχιδιάκονο Κλαύδιο Φρολό και από την κοινωνία της εποχής που στο πρόσωπο του Κουασιμόδου απορρίπτει την κοινωνική διαφορετικότητα θα φέρουν στο προσκήνιο μια σκοτεινή εποχή κοινωνικής προκατάληψης, φτώχειας και ηθικής παρακμής που φωτίζεται όμως από τη νοσταλγική λάμψη του λογοτεχνικού ρομαντισμού και της αναζήτησης της πολιτισμικής κληρονομιάς μιας άλλης εποχής.
Με τον τρόπο αυτό ο Βίκτωρ Ουγκώ θα καταφέρει να στρέψει το ενδιαφέρον και την προσοχή του κοινού της εποχής του στη συντήρηση του ναού της Παναγίας των Παρισίων, του αιωνίου αυτού συμβόλου της πόλης του Παρισιού. Το νοσταλγικό φως που αχνοφέγγει στην Παναγία των Παρισίων και ο ήχος από τις καμπάνες του καμπαναριού της καταφέρνουν έτσι να θυμίζουν ότι «ακόμα και η σκοτεινότερη νύχτα θα τελειώσει και ο ήλιος θα ξεπροβάλλει ξανά!»

Λένιν


Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από τον κόσμο όπου 8 μόλις άτομα κατέχουν πλούτο που ισούται με τα υπάρχοντα 3,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, δηλαδή το 50% του πληθυσμού της Γης.
Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από τον κόσμο των 3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που «ζουν» με 1,5 δολάρια την ημέρα.
Ένα ερώτημα πλανάται  πάνω από την Ευρώπη των 120 εκατομμυρίων φτωχών και απόκληρων.
Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από την Ελλάδα της καταχνιάς, της κατάθλιψης, της αιθαλομίχλης και των 2.460 αυτοκτονιών το διάστημα 2010-2014: «Τι να κάνουμε;»…
Στις αρχές του περασμένου αιώνα, σε άλλες (;) συνθήκες το ερώτημα είχε τεθεί και είχε απαντηθεί από τον άνθρωπο που γεννήθηκε, σαν σήμερα, στις 22 Απρίλη 1870: Τον Λένιν.

Κατ’ αρχάς, όμως, τι σόι άνθρωπος, τι σόι τύπος ήταν ο Λένιν, ώστε να αξίζει να δώσουμε βάση στην άποψή του για το «τι να κάνουμε» εμείς σήμερα;
«Λένιν, ο πιο ανθρώπινος άνθρωπος»,
έγραφε μετά τον θάνατό του ο Μαγιακόφσκι. Αλλά ο Μαγιακόφσκι λάτρευε τον Λένιν και ίσως δεν θα μπορούσε να είναι αντικειμενικός στην κρίση του.
Είναι σημαντικότερο, επομένως, να μας περιγράψει την προσωπικότητά του κάποιος που οι σχέσεις του μαζί του υπήρξαν, το λιγότερο, πολυκύμαντες:
«Ο Λένιν – γράφει ο Τρότσκι – ανεχόταν την νεροποντή από εγκώμια με τον τρόπο που ένας ανυπόμονος πεζός υπομένει τη βροχή κάτω από μια ξώπορτα».  
Και ως πολιτικός, ως ηγέτης; Ο Τρότσκι πάλι αναφέρει: 
«Δεν επέβαλε το σχέδιό του στις μάζες. Βοηθούσε τις μάζες να συλλάβουν και να πραγματοποιήσουν τα δικά τους σχέδια».    
Αλλά δεν έχει λιγότερη σημασία να δει κανείς πως μιλούσαν για τον Λένιν οι ίδιοι οι ταξικοί του αντίπαλοι:
«Ο Λένιν ήτο η επιφανεστέρα των προσωπικοτήτων που ανέδειξεν ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος»
σημείωναν σε άρθρο τους οι Τάϊμς της Νέας Υόρκης την επόμενη του θανάτου του ενώ οι Τάϊμς του Λονδίνου έκαναν λόγο για 
«το σιδερένιο θάρρος του, την ακλόνητη αποφασιστικότητα του και την ολοκληρωτική έλλειψη κάθε ιδιοτελούς συμφέροντος μέσα στον αγώνα»(https://atexnos.gr, 20/1/2017)
Όσο για τα παρακάτω δεν τα έγραψε κάποιος «όποιος κι όποιος». Και κυρίως δεν τα ισχυρίζεται κάποιος που πάσχει από μαρξιστικές και λενινιστικές «παρωπίδες». Ο ύμνος στον Μαρξ και τον Λένιν προέρχεται από έναν υπουργό Οικονομικών του… Ρήγκαν!  Τον Πολ Κρεγκ Ρόµπερτς. Έγραψε:
«Αν ο Μαρξ και ο Λένιν ήταν σήµερα ζωντανοί, θα ήταν βασικοί διεκδικητές του βραβείου Νόµπελ για την οικονοµία. Ο Μαρξ προέβλεψε την προϊούσα εξαθλίωση των εργαζοµένων και ο Λένιν προείδε την υποταγή της υλικής παραγωγής στη συσσώρευση κερδών του χρηµατοπιστωτικού κεφαλαίου. Οι προβλέψεις τους είναι κατά πολύ ανώτερες από τα “οικονοµικά µοντέλα” που σήµερα βραβεύονται µε Νόµπελ και από τις προβλέψεις των κεντρικών τραπεζιτών, των υπουργών Οικονοµικών και των νοµπελιστώνοικονοµολόγων…» (1)
Φυσικά ο Λένιν δεν θα πάρει ποτέ το βραβείο Νόμπελ. Παρότι είναι ο άνθρωπος που με διεξοδικό τρόπο προσδιόρισε αυτό που ζούμε (και) σήμερα: Δηλαδή τον ζυγό του «αποικιακού» και «τοκογλυφικού ιµπεριαλισµού» (2). Ο Λένιν, αντίθετα, θα συνεχίσει να βαφτίζεται «ξεπερασμένος» από τους αδαείς. Αλλά θα είναι πάντα εκείνος που ανέλυσε ότι:
«Χαρακτηριστικό του καπιταλισµού γενικά είναι ότι χωρίζει την ιδιοκτησία του κεφαλαίου από την χρησιµοποίηση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ότι χωρίζει το χρηµατικό κεφάλαιο από το βιοµηχανικό ή το παραγωγικό (…). Ο ιµπεριαλισµός ή η κυριαρχία του χρηµατιστικού κεφαλαίου είναι η ανώτατη εκείνη βαθµίδακαπιταλισµού όπου ο χωρισµός αυτός παίρνει πελώριες διαστάσεις. Η υπεροχή του χρηµατιστικού κεφαλαίου πάνω σε όλες τις υπόλοιπες µορφές κεφαλαίου σηµαίνει κυρίαρχη θέση του εισοδηµατία και της χρηµατιστικής ολιγαρχίας, σηµαίνει ξεχώρισµα µερικών κρατών που κατέχουν τη χρηµατιστικήδύναµη, απ’ όλα τα υπόλοιπα» (3).
Ο Λένιν δεν θα πάρει ποτέ το Νόμπελ. Βλέπετε όσα είχε να μας πει (από τότε!) για την κυρία… Μέρκελ και για τα «χαιδεμένα παιδιά» των εκάστοτε «Μέρκελ» που είναι σπαρμένα στις «μισοαποικίες» των μεγάλων Δυνάμεων, είναι ενοχλητικά. Έγραφε:
«Το κεφάλαιο έγινε διεθνές και μονοπωλιακό. Ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια χούφτα μεγάλες Δυνάμεις, δηλαδή Δυνάμεις που έχουν επιτυχίες στη μεγάλη καταλήστευση και καταπίεση των εθνών (…) η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν τοποθετήσεις στο εξωτερικό όχι μικρότερες από 70 δισεκατομμύρια ρούβλια. Για να εισπράττουν το «θεμιτό» εισοδηματάκι τους από το στρογγυλούτσικο αυτό ποσό – ένα εισοδηματάκι που ξεπερνάει τα τρία δισεκατομμύρια ρούβλια το χρόνο – υπάρχουν οι εθνικές επιτροπές των εκατομμυριούχων, που ονομάζονται κυβερνήσεις, που διαθέτουν στρατό και πολεμικό στόλο και «τοποθετούν» στις αποικίες και στις μισοαποικίες τα χαϊδεμένα παιδιά και τα αδέλφια «του κυρίου δισεκατομμυρίου» σαν αντιβασιλείς, προξένους, πρεσβευτές, κάθε λογής υπαλλήλους, παπάδες και άλλες βδέλλες» (4).

Παρόλα αυτά,το ερώτημα παραμένει: Έχει να πει κάτι ο Λένιν στους εργαζόμενους και στους άνεργους, σήμερα; Έχουν νόημα τα λόγια του στην εποχή του Wi – Fi; Μπορούν να ακουστούν μέσα σε όλη αυτή την οχλαγωγία από το σαφάρι των Πόκεμον; Και κυρίως:Τι προοπτική, τι διδάγματα μπορεί να προσφέρει η πολιτική δράση του εκατό χρόνια μετά, τώρα που επήλθε πια  το «Τέλος της Ιστορίας»και το εγχείρημα της Οκτωβριανής Επανάστασης ανατράπηκε;
Μια σκέψη είναι αυτή που διατυπώθηκε από τον Σαρτρ: Ο μαρξισμός, έλεγε ο Γάλλος φιλόσοφος, 
«είναι αξεπέραστος διότι δεν ξεπεράστηκαν οι συνθήκες που τον ανέδειξαν».
Και ο Λένιν δεν εκπροσωπεί τίποτα λιγότερο από αυτό: Τον μαρξισμό στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Δηλαδή την εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των μονοπωλίων στον κόσμο. Η’ μήπως σήμερα, επί «Ζήμενς» και «Κρούπ», επί Novartisκαι Ντόιτσε Μπανκ,επί τραπεζιτών και εργολάβων, ζούμε σε κάποια άλλη εποχή; 
Αν πάλι ο Σαρτρ δεν ακούγεται και τόσο πειστικός στα αυτιά ορισμένων, τότε τους προτείνουμε να λάβουν τοις μετρητοίς τον κ.Σαμαρά και τον κ.Τσίπρα. Αυτοί είναι που επί πρωθυπουργίας του πρώτου μνημόνευαν τον Λένιν στη Βουλή συχνότερα κι από το ΚΚΕ. Ας πάρουν τοις μετρητοίς και τον κ.Στουρνάρα. Αυτός (!) ήταν που επαναλάμβανε ότι διαβάζει τον Λένιν. Ανελλιπώς μάλιστα, όπως έλεγε από τη θέση του υπουργού Οικονομικών.
Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, μετά από κάθε του υπογραφή κάτω από κόφτες και μνημόνια, είναι σύνηθες να βγαίνει και κάποιος «αριστερούλης» του (πρώτος διδάξας ο κ.Τσίπρας αμέσως μετά την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου) για να ξεπλύνει την ξεφτίλα του – πως; –  απαγγέλλοντας Λένιν.
Οι μαρτυρίες όλων των παραπάνω όσο να ‘ναι μια κάποια πιστοποίηση της επικαιρότητας της λενινιστικής παρακαταθήκης προσφέρουν.  Ειδικά αν αναλογιστούμε όσα διαπράττουν. Γεγονός που πείθει ότι ο λόγος που αναφέρονται στον Λένιν και ξεπατικώνουν τσιτάτα του, είναι για να κάνουν τα ακριβώς αντίθετα…     
Τι να κάνουμε;», συνεπώς. Αλλά όχι κατά τους παραχαράκτες του Λένιν, μα σύμφωνα με τον ίδιο τον μπολσεβίκο ηγέτη;
Χρέος 
Για παράδειγμα, στην Ελλάδα που λιμοκτονεί υπό το βάρος των χρεών έχει ο Λένιν να μας πει κάτι; Έχει να προτείνει κάτι στους Έλληνες του μόχθου που – ως μη όφειλαν – έχουν πληρώσει αυτά τα χρέη χίλιες φορές, αλλά τους επιβάλλουν να τα πληρώσουν άλλες χίλιες;    
«…νομίζουμε – έλεγε ο Λένιν απευθυνόμενος στους λαούς της Ευρώπης και όλου του κόσμου – πως για την ακύρωση των χρεών  θα αναγκαστούν (σσ: οι λαοί) να περιμένουν κάτι άλλο και να δουλέψουν σε κάποια άλλη κατεύθυνση, χωρίς να υπολογίζουν στη «γενναιοψυχία» των κυρίων καπιταλιστών».
Τι έκανε λοιπόν ο Λένιν που δεν επαφίετο στην «γενναιοδωρία» των τοκογλύφων και των κερδοσκόπων και φυσικά δεν «διαπραγματευόταν» μαζί τους;
Το Γενάρη του 1918, η σοβιετική κυβέρνηση, με διάταγμα υπογεγγραμμένο από τον Λένιν, ακύρωσε τα εσωτερικά και εξωτερικά δάνεια που είχε συνάψει η τσαρική και η Προσωρινή κυβέρνηση. Τέλος!
Όμως, οι Μπολσεβίκοι, επειδή ακριβώς ήταν κομμουνιστές, δηλαδή και πατριώτες και διεθνιστές, την ώρα που οι πολιτικοί προπάτορες του ελληνικού αστικού πολιτικού κόσμου έστελναν στρατό εναντίον τους, εκείνοι, όσον αφορά την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό, να τι έκαναν:
«Ένα άλλο οικονομικό μέτρο της σοβιετικής κυβέρνησης στον εξωτερικό τομέα ήταν η παραίτησή της από το Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο (ΔΟΕ), που επέβαλαν το 1897, μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, οι Μεγάλες Δυνάμεις στην Ελλάδα (…) από την Οχτωβριανή Επανάσταση η Ελλάδα απεκόμισε οικονομικά οφέλη. Η νεαρή Σοβιετική Δημοκρατία, με απόφαση του Δεύτερου Συνεδρίου των Σοβιέτ, απάλλαξε την Ελλάδα από το χρέος που όφειλε στη Ρωσία και ανερχόταν στα 100 εκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα. Ακόμα, η σοβιετική κυβέρνηση παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της στο ΆγιοΌρος, καθώς και από τις ιδιοκτησίες του τσαρικού κράτους σε διάφορα ευαγή ιδρύματα στην Ελλάδα (…)» (Κώστας Αυγητίδης, «Η στρατιωτική επέμβαση των καπιταλιστικών χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920)», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Έτσι αντιμετώπισαν, λοιπόν, οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν τα θέματα του χρέους.
Κυβερνήσεις
Και για τους εκάστοτε «σωτήρες» μας; Έχει να πει κάτι ο Λένιν που να εξηγεί τον ρόλο τους; Η άποψή του δεν μας φαίνεται και πολύ παράταιρη:
«Σε μια κοινωνία – έλεγε – που βασίζεται (…) στην υποδούλωση των εκατομμυρίων φτωχών και εργαζομένων από μια χούφτα πλουσίων, η κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να είναι ο πιο πιστός φίλος και σύμμαχος των εκμεταλλευτών, ο πιο πιστός φρουρός της εξουσίας τους. Και για να είναι σίγουρος φρουρός, δεν αρκούν στον καιρό μας τα κανόνια, οι ξιφολόγχες και ο βούρδουλας: Πρέπει να φροντίσεις να υποβάλλεις στα θύματα της εκμετάλλευσης την ιδέα ότι η κυβέρνηση στέκεται πάνω από τις τάξεις, ότι δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ευγενών και της αστικής τάξης, αλλά τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, ότι φροντίζει να προστατεύει τους αδύναμους και τους φτωχούς από τους πλούσιους και τους ισχυρούς».
Τα διδάγματα της κρίσης
Μήπως ο Λένιν, που φυσικά δεν θα πάρει ποτέ το Νόμπελ – πράγμα που προφανώς ουδόλως θα τον ενδιέφερε και θα τον απασχολούσε – έχει να μας πει κάτι για την κρίση;
Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον για μας, τους βουλιαγμένους στις «μισοαποικίες» και στις «μητροπόλεις», τα θύματα των τοκογλύφων ιμπεριαλιστών,  τα υποζύγια των «χαιδεμένων παιδιών» της ολιγαρχίας, να πάρουμε υπόψη μας τις σκέψεις του Λένιν για «Τα διδάγματα της κρίσης». Και –κυρίως – να σκεφτούμε την άποψη του μεγαλύτερου επαναστάτη του 20ου αιώνα γύρω από τα πολιτικά συμπεράσματα που απορρέουν από την κρίση. Ο Λένιν έγραφε: 
«Για να βγει κέρδος από μια επιχείρηση, πρέπει να πουληθούν τα εμπορεύματα, να βρεθούν αγοραστές. Και αγοραστής πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην όλη η μάζα του πληθυσμού, γιατί οι τεράστιες επιχειρήσεις παράγουν βουνά ολόκληρα από προϊόντα. Σ’ όλες όμως τις κεφαλαιοκρατικές χώρες τα εννιά δέκατα του πληθυσμού αποτελούνται από φτωχούς: από εργάτες που παίρνουν ένα πενιχρότατο μεροκάματο, από αγρότες που, στη μεγάλη τους μάζα, ζουν χειρότερα κι από τους εργάτες.
Και να που, όταν η μεγάλη βιομηχανία σε περίοδο άνθησης παίρνει φόρα για να παράγει όσο το δυνατό περισσότερα, ρίχνει στην αγορά τόσο μεγάλη ποσότητα προϊόντων, που δεν είναι σε θέση να τα πληρώσει η φτωχή πλειονότητα του λαού. Αυξάνει ολοένα ο αριθμός των μηχανών, των εργαλείων, των αποθηκών, των σιδηροδρόμων κτλ., όμως, από καιρό σε καιρό διακόπτεται αυτή η αύξηση, γιατί η μάζα του λαού, για την οποία, σε τελευταία ανάλυση, προορίζονται όλοι αυτοί οι βελτιωμένοι τρόποι παραγωγής, παραμένει σε φτώχεια τέτοια, που φτάνει τα όρια της εξαθλίωσης.
Η κρίση δείχνει ότι η σύγχρονη κοινωνία θα μπορούσε να παράγει ασύγκριτα περισσότερα προϊόντα για την καλυτέρευση της ζωής όλου του εργαζόμενου λάου, αν δεν είχαν αρπαχτεί η γη, τα εργοστάσια, οι μηχανές κ.τ.λ. από μια χούφτα ατομικούς ιδιοχτήτες, που βγάζουν εκατομμύρια από τη λαϊκή εξαθλίωση.
Η κρίση δείχνει ότι οι εργάτες δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο στην πάλη για μερικές παραχωρήσεις από μέρους των κεφαλαιοκρατών: στην περίοδο της αναζωογόνησης της βιομηχανίας μπορούν να καταχτηθούν τέτοιες παραχωρήσεις (…) όμως επέρχεται η κρίση και οι κεφαλαιοκράτες όχι μόνο παίρνουν πίσω τις παραχωρήσεις που έκαναν, αλλά και επωφελούνται από την αδυναμία των εργατών για να κατεβάσουν ακόμα πιο πολύ τα μεροκάματα. Κι αυτό θα συνεχίζεται αναπότρεπτα, ώσπου οι στρατιές του σοσιαλιστικού προλεταριάτου να γκρεμίσουν την κυριαρχία του κεφαλαίου (…)» (5).

Εκτός από λόγια, όμως, ο Λένιν συνήθιζε να κάνει και πράξεις. Οι οποίες συμβάδιζαν με τα λόγια του. Ως εκ τούτου, πιστός στις θέσεις του να μην επαφίεται στην «γενναιοδωρία» των δημίων του λαού, πιστός στην θέση του για το ξεπέρασμα της κρίσης υπέρ των πολλών, πιστός στη θέση του ότι οι κυβερνήσεις του λαού δεν στέκονται «πάνω από τάξεις» αλλά εκπροσωπούν την τάξη των καταπιεσμένων, φρόντισε:  
1)   Στις 26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης –να υπογράψει το Διάταγμα για την Ειρήνη με το οποίο έβγαζε τη Ρωσία έξω από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και έξω από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν είχε υπογράψει, δηλαδή, κανένα κείμενο με το οποίο να αναγνωρίζει την παραμονή της Ρωσίας σε κανένα «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» με τους ιμπεριαλιστές ούτε κανένα κείμενο που έθετε την εσωτερική πολιτική στη Ρωσία υπό την «αξιολόγηση», την «εποπτεία» και την «επιτήρηση» των ιμπεριαλιστών.    
2)   Την ίδια μέρα (26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης) είχε ήδη υπογράψει το Διάταγμα για τη Γη με το οποίο καταργήθηκε – χωρίς καμία αποζημίωση – η ιδιοκτησία της γης από τους τσιφλικάδες, συμπεριλαμβανομένης της αυτοκρατορικής και της μοναστηριακής. Δεν είχε δηλαδή υπογράψει τίποτα που να μιλά για επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων, για το ξεπούλημα του λιμανιού στην Cosco, των αεροδρομίων στη Fraport, του ΟΣΕ στους Ιταλούς και του Ελληνικού στον Λάτση.
3)   Πάλι την ίδια μέρα (26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης) είχε ήδη υπογράψει το Νομοσχέδιο για τον Εργατικό έλεγχο στις  βιομηχανικές, εμπορικές και τραπεζικές επιχειρήσεις.
4)   Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση είχε ήδη υπογράψει (στις 14 Δεκέμβρη 1917) τον νόμο για την Εθνικοποίηση των Τραπεζών. Δεν είχε δηλαδή υπογράψει κανένα κείμενο που να λέει ότι οι τραπεζίτες θα συνέχιζαν να πίνουν το αίμα του λαού μέσω τραπεζών που θα συνέχιζαν να ανακεφαλαιοποιούνται με λεφτά του λαού.
5)   Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση είχε ήδη υπογράψει (στις 18 Γενάρη 1918) την Εθνικοποίηση του εμπορικού στόλου.Δεν πήγαινε δηλαδή στην Ένωση Εφοπλιστών μοιράζοντας φοροαπαλλαγές στους εφοπλιστές μαζί με υποκλίσεις στον «πατριωτισμό» τους.
6)   Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση (στις 9 Γενάρη 1918) υπέγραψε – επαναλαμβάνουμε – το Διάταγμα Ακύρωσης όλων των Εσωτερικών και Εξωτερικών Δανείων που είχε υπογράψει η τσαρική και η προηγούμενη αστική κυβέρνηση. Αρνήθηκε, δηλαδή, να πληρώνει εγχώριους και ξένους κλέφτες, ληστές, κερδοσκόπους και τοκογλύφους, τους είπε αν θεωρούν πως έχουν λαμβάνειν να πάνε να τα πάρουν από εκείνους που τα είχαν ξεκοκαλίσει και όχι από το ρώσικο λαό, και φυσικά ουδέποτε υπέγραψε κείμενο όπως αυτό:«Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα»…
Οι μετρ του εξυπνακισµού, φυσικά, επιμένουν: «Ναι», θα µας πουν ειρωνικά, «αλλά όση “σοφία” κι αν κρύβουν τα παραπάνω λόγια του Λένιν, όση αποφασιστικότητα κι αν δείχνουν οι πράξεις του, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα “καθεστώτα’’ που δημιουργήθηκαν από τον Λένιν και τους οµοίους του κατέρρευσαν». 
Από τέτοιες τοποθετήσεις του συρµού άλλο τίποτα. Αυτού του τύπου οι αναγνώσεις της Ιστορίας είναι τόσο «εμβριθείς», ώστε να µην προκαλεί πια καµία εντύπωση ότι παραγνωρίζουν ακόµη και τα στοιχειώδη:
Πρώτον, ότι μετά από την ήττα που επέφεραν στο όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης οι εξελίξεις στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», η αλήθεια  που περιέχεται στη σκέψη του ΟσκαρΟυάιλντ  γίνεται ακόμα πιο επίκαιρη: «Ένας χάρτης του κόσµουπου δεν περιέχει την Ουτοπία δεν αξίζει να τον κοιτάξεις καν, γιατί αφήνει έξω τη µόνη χώρα όπου η Ανθρωπότητα πάντα θα προσγειώνεται. Κι όταν προσγειωθεί, κοιτάζει πέρα και, βλέποντας µια καλύτερη χώρα, ξεκινάει για εκεί. Πρόοδος είναι η υλοποίηση της µιας µετά την άλλη Ουτοπίας».
Δεύτερον, ότι ο Λένιν – και εδώ μιλάμε για τον Λένιν – είχε ξεκαθαρίσει πολύ νωρίς στους επιγόνους του: «Κανένας στον κόσμο δεν μπορεί να μας τσακίσει αν δεν κάνουμε καμιά υπερφυσική ανοησία», έγραφε. Το να χρησιμοποιείς τις μεθόδους του καπιταλισμού στο όνομα της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού» είναι προφανώς περισσότερο κι από την «υπερφυσική ανοησία», για την οποία προειδοποιούσε ο Λένιν.
Τρίτον, ότι στο πανανθρώπινο αίτημα να «ξελασπώσουμε το μέλλον» δεν υπάρχει άλλος δρόμος από εκείνον που περιέγραφε ο Μαρξ αμέσως μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας: «Πέθανε η Επανάσταση. Ζήτω η Επανάσταση»!


Ο Λένιν, λοιπόν, εκείνο που πάνω απ’ όλα συμβολίζει, για μας φυσικά, είναι η αστείρευτη δύναμη που περικλείεται στην μετατροπή του κοινωνικού δίκιου σε πολιτική δράση.
Συμβολίζει εκείνη την ακατάβλητη ζωντάνια της σκέψης και της θεωρίας που δεν γίνεται «πατρόν», δεν γίνεται «δόγμα», αλλά εργαλείο και καθοδήγηση για δράση στην προοπτική ενός κόσμου χωρίς ίχνος δεσποτισμού, όπου 
«η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός συνιστά προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».
Αυτός είναι και ο λόγος της «αθανασίας» του Λένιν αλλά και ο λόγος που κανένας – κομμουνιστής τουλάχιστον – δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει με τα λόγια του Μαγιακόφσκι:
«Επιμένουμε: Μην κάνετε τον Λένιν στάμπες/ Μην τυπώνετε το πορτρέτο του σε πλακάτ,/κερόπανα, πιάτα, ποτήρια, ταμπακέρες./ Μην κάνετε τον Λένιν μπρούντζο./ Μην του αφαιρείτε το ζωντανό του βάδισμα/ και το ανθρώπινό του πρόσωπο/ που ο ίδιος μπόρεσε να διαφυλάξει/ ποδηγετώντας την ιστορία./ Ακόμα ο Λένιν είναι της γενιάς μας άνθρωπος/ ζωντανός με τους ζωντανούς/ αφήστε τον να είναι ζωντανός, όχι πεθαμένος/- Διά ταύτα – κάνετε τον Λένιν δάσκαλό σας/ αλλά μην τον αγιοποιήσετε./ Θρησκεία μην κάνετε τ’ όνομα ενός ανθρώπου/ που σ’ όλη του τη ζωή πολέμαγε όλες τις θρησκείες/ μην τον κάνετε σκεύος λατρείας για να το ρίξτε στο εμπόριο – μην εμπορευτείτε τον Λένιν»
 ***
(1) ΠολΚρεγκΡόµπερτς, υπουργός Οικονοµικών των ΗΠΑ επί προεδρίας Ρίγκαν, περιοδικό CounterPunch, Τα Νέα, 9.10.2010.
(2) Λένιν, Άπαντα, τόµος 27, σελ. 367, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
(3) Λένιν, Άπαντα, τόµος 27, σελ. 362, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
(4) Λένιν, Άπαντα, τόμος 26, σελ. 360 – 363, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
(5) Λένιν, απόσπασμα από το άρθρο «Τα διδάγματα της κρίσης», δημοσιεύτηκε στην «Ισκρα» τον Αύγουστο του 1901, «Απαντα», τόμος 5ος, σελ. 85 – 86, έκδοση «Σύγχρονη Εποχή»).
*To κείμενο δημοσιεύθηκε 22/4/2018 στον «Ημεροδρόμο»

17 Απρ 2019

Η Χρυσή Αυγή καταψηφίζει τις γερμανικές αποζημιώσεις με νέο σόου στη Βουλή

Προκλητικός εμφανίστηκε ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής, Ευάγγελος Καρακώστας, κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών. Ο βουλευτής είπε ότι πρέπει να ανοίξει ζήτημα διεκδίκησης για τα ανθρώπινα θύματα και τις καταστροφές σε υποδομές και περιουσίες που προκλήθηκαν με ευθύνη του ΚΚΕ από το 1944 μέχρι το 1949. «Δεσμευόμαστε ότι η αμύθητη περιουσία του ΚΚΕ θα παραδοθεί σε άπορες ελληνικές οικογένειες..», είπε ο βουλευτής και πρόσθεσε ότι το Δίστομο δεν επλήγη μόνο από Γερμανούς. Χαρακτήρισε δε το ΚΚΕ «κόμμα της προδοσίας».
https://epampatras.files.wordpress.com/2013/03/xrysiavgi.jpgΗ παρέμβαση του βουλευτή της Χρυσής Αυγής προκάλεσε αντιδράσεις από τα άλλα κόμματα και την αντίδραση του προεδρεύοντος Γιώργου Λαμπρούλη. «Λέγονται ανιστόρητα πράγματα. Αλλά δεν περιμένουμε να ακούσουμε τίποτα άλλο από χρυσαυγίτες δολοφόνους, υπόδικους. Περάστε έξω!», είπε ο Γιώργος Λαμπρούλης ακούγοντας βουλευτές από τα έδρανα της Χρυσής Αυγής να συνεπικουρούν τον Ευάγγελο Καρακώστα όρθιοι.
«Αυτές οι κραυγές μίσους δεν έχουν θέση εδώ πέρα!», είπε η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Ευαγγελία Βαγιωνάκη που ανέβηκε στο βήμα εκείνη την ώρα.
Οι Χρυσαυγίτες βουλευτές επιτέθηκαν με υβριστικές εκφράσεις κατά βουλευτών που διαμαρτύρονταν για όσα είπε ο Ευ. Καρακώστας, με φράσεις όπως «είσαι Καραγκιόζης», «είστε δολοφόνοι».
«Περάστε έξω! Η πόρτα είναι ανοιχτή. Δολοφόνους και υπόδικους μέχρι εδώ! Είστε δολοφόνοι υπόδικοι. Δολοφονική οργάνωση», είπε ο Γιώργος Λαμπρούλης. «Υπάρχουν δικογραφίες...» είπε ο χρυσαυγίτης βουλευτής Ιωάννης Λαγός. «Σκοτώνεστε και ματώνετε κόσμο, Έλληνες και μετανάστες. Περάστε έξω!», επέμεινε ο προεδρεύων Γιώργος Λαμπρούλης. «Τι περάστε έξω; Στο σπίτι σου είμαστε;», είπε ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος. «Ή θα καθίσετε και θα ακούσετε ή θα περάσετε έξω. Δεν περιμέναμε καλύτερη συμπεριφορά από υπόδικους εγκληματίες. Παρακαλώ», είπε ο Γιώργος Λαμπρούλης καθώς οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής όρθιοι επιτίθεντο φραστικά κατά των βουλευτών των άλλων κομμάτων.
Νωρίτερα, ο ειδικός αγορητής της Χρυσής Αυγής Χρήστος Χατζησάββας, είχε προαναγγείλει την καταψήφιση του πορίσματος, κάνοντας λόγο για εγκληματική αμέλεια και αδράνεια όλων των κυβερνήσεων εδώ και 70 χρόνια, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι το κατοχικό δάνειο που οφείλει η Γερμανία προς την Ελλάδα ανέρχεται σε πάνω από 471 δισ. ευρώ. Επίσης είπε ότι «υπήρξε έλλειμμα πολιτικής βούλησης για τη κατοχύρωση των εθνικών συμφερόντων», ότι όλες οι κυβερνήσεις θυμούνται το κατοχικό δάνειο σε προεκλογικούς περιόδους για να δημιουργήσουν εντυπώσεις.

Μήπως η νεοφιλελεύθερη λιτότητα έκαψε και την Παναγία των Παρισίων;


Από τον Άρη Χατζηστεφάνου

Μετά το αρχικό σοκ που βίωσε η ανθρωπότητα από την καταστροφική πυρκαγιά στην Παναγία των Παρισίων, έρχονται στο φως στοιχεία για την εγκληματική αμέλεια στη συντήρηση του μνημείου λόγω περικοπών στον σχετικό προϋπολογισμό του γαλλικού κράτους.
Αν και είναι πολύ νωρίς για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, πριν ολοκληρωθεί και η ανακριτική διαδικασία της πυροσβεστικής, ορισμένα πολιτικά και οικονομικά στοιχεία θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν τα σημαντικότερα μνημεία του πλανήτη, λόγω αποφάσεων που λαμβάνονται στο όνομα της ελεύθερης αγοράς.
Η Παναγία των Παρισίων ήταν ένα από τα χειρότερα συντηρημένα μνημεία της Γαλλίας (αναλογικά με την σημασία του ως μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς). Το γαλλικό κράτος διέθετε δύο εκατομμύρια ευρώ σε εργασίες συντήρησης, τη στιγμή που ειδικοί εκτιμούσαν το κόστος στα 150 εκατομμύρια ευρώ.
Δημοσιογράφοι, μηχανικοί και αρχαιολόγοι, στους οποίους δόθηκε πρόσβαση στα ανώτερα τμήματα του κτιρίου (ψηλότερα από τα σημεία που επισκέπτονταν οι τουρίστες), έκαναν λόγο για ολοκληρωτική εγκατάλειψη, η οποία απειλούσε τη σταθερότητα ολόκληρης της κατασκευής. Τμήματα του κτιρίου έπεφταν, ενώ μεγάλες τρύπες στην οροφή καλύπτονταν πρόχειρα με ξύλινες και πλαστικές κατασκευές.
Ανάλογη εγκατάλειψη, λόγω της πολιτικής λιτότητας, οδήγησε πριν από μερικούς μήνες στην καταστροφή από πυρκαγιά του εθνικού μουσείου του Ρίο Ντε Τζανέιρο στη Βραζιλία, στο οποίο φυλάσσονταν 20 εκατομμύρια αντικείμενα από την αρχή του ανθρώπινου πολιτισμού μέχρι και τον τελευταίο αιώνα.
Οι προτάσεις που γίνονταν τα τελευταία χρόνια για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στην Παναγία των Παρισίων δεν είχαν σαν γνώμονα την προστασία της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά μια υπόγεια μορφή «ιδιωτικοποίησης» της διαχείρισης και συντήρησης του μνημείου. Μεταξύ άλλων, είχε προταθεί να δημιουργηθεί μια νέα λοταρία, τα έσοδα της οποίας θα χρησιμοποιούνταν για τη συντήρηση του κτιρίου.
Τη στιγμή δηλαδή που ο Μακρόν, αλλά και οι προκάτοχοί του, πραγματοποιούσαν μια πρωτοφανή αναδιανομή εισοδήματος, χαρίζοντας χρήματα στους πλούσιους (μέσω φορoελαφρύνσεων και αλλαγών στο εργασιακό δίκαιο που ωφελούσαν τις οικονομικές ελίτ του λεγόμενου «1%»), τα δημόσια ταμεία άδειαζαν και φυσικά οι αρμόδιες αρχές δήλωναν αδυναμία να συντηρήσουν την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Τη στιγμή που το γαλλικό κράτος αυξάνει τον πολεμικό προϋπολογισμό του, που του επιτρέπει να παρεμβαίνει στρατιωτικά σε αρκετές πρώην αποικίες, το κράτος πρόνοιας συρρικνώνεται και ιδιωτικοποιείται σε όλους τους τομείς.
Παράλληλα συνεργάτες του Μακρόν επιχείρησαν να αντιγράψουν το αγγλοσαξωνικό, νεοφιλελεύθερο μοντέλο με την επιβολή εισιτηρίου στα μεγάλα μνημεία της χώρας, μετατρέποντάς τα από δημόσιο αγαθό, σε μια αυτοσυντηρούμενη επιχείρηση. Η λογική του λιγότερου κράτους κυριαρχούσε στο επιτελείο του πρώην τραπεζίτη.
Εύλογα θα απαντήσει κάποιος ότι σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, η καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων δεν προήλθε τελικά από την κατάρρευση λόγω ελλιπούς συντήρησης, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: τις εργασίες συντήρησης, από τις οποίες πιστεύεται ότι ξεκίνησε η φωτιά.
Και εδώ όμως, ο ρόλος της λιτότητας και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ίσως να ήταν καθοριστικός. Οι εργασίες συντήρησης ενός τέτοιου έργου αποτελούν ένα κολοσσιαίο έργο που μπορεί να συγκριθεί (εάν δεν ξεπερνά σε πολυπλοκότητα) ακόμη και την κατασκευή του κτιρίου. Όπως εξηγεί η αρχαιολόγος Δέσποινα Κουτσούμπα, «το προσωπικό που δουλεύει στα μνημεία πρέπει να είναι καταρτισμένο, με κανονικές εργασιακές συνθήκες και κανονική σχέση εργασίας και όλα τα μέτρα ασφάλειας -όσο κι αν αυτό “κοστίζει” ή “παίρνει χρόνο”».
Το γεγονός, επίσης, ότι η πρόσβαση ήταν ελεύθερη, χωρίς εισιτήριο, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ασκήθηκαν πιέσεις για ταχύτερη ολοκλήρωση των εργασιών με γνώμονα το κέρδος. Αυτού του είδους τα μνημεία αντιμετωπίζονται δυστυχώς σαν τεράστιες βιομηχανίες παραγωγής πλούτου για σειρά επιχειρήσεων που έχουν παράπλευρα οφέλη και στα οποία στηρίζεται η τοπική οικονομία.
Τέλος στη συζήτηση για τα αίτια της καταστροφής δεν μπορούμε να μην συμπεριλάβουμε τον ατελή, όπως τον χαρακτηρίζει ο ακαδημαϊκός Τόμι Μάιλς, διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας στη Γαλλία – μια χώρα που περηφανεύεται για τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Σύμφωνα με το περίφημο νόμο για το διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας του 1905, το γαλλικό κράτος ελέγχει και αναλαμβάνει το κόστος συντήρησης θρησκευτικών κτισμάτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, υποστηρίζουν ορισμένοι σχολιαστές, είχαμε μια λεόντειο συμφωνία στην οποία η εκκλησία δεν δαπανούσε τίποτα από την αμύθητη περιουσία της για ένα κτίριο το οποίο χρησιμοποιούσε κανονικά, αφήνοντας στο γαλλικό δημόσιο τον τελικό λογαριασμό.

Θα περιμένουμε να δούμε τα τελικά πορίσματα των ερευνών της πυροσβεστικής. Και μόνο το γεγονός όμως ότι ένα μνημείο, που πέρασε σχετικά αλώβητο ορισμένες από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις των τελευταίων αιώνων, καταστράφηκε τελικά όταν είχαμε τις περισσότερες τεχνικές δυνατότητες να το προστατεύσουμε, σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν οφείλεται απλώς σε ένα ατύχημα.
Ήταν ένα πολιτικό και οικονομικό έγκλημα.
Info-war.gr

16 Απρ 2019

Notre Dame de Paris 850 χρόνια πολιτιστικής ιστορίας έγιναν στάχτη…





Σή­με­ρα είναι μια θλι­βε­ρή μέρα για την τέχνη, την ιστο­ρία, την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή…
skitso 2

SKITSO5
Ο Κουα­σι­μό­δος κλαί­ει και αγκα­λιά­ζει τον κα­θε­δρι­κό ναό της Notre Dame
SKITSO6

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More