Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

30 Οκτ 2018

Σχολείο και Ρομά: Ένα «στοίχημα» που πρέπει να κερδηθεί


Ελένη Μπέλλου


Για χρόνια τα παιδιά Ρομά περίσσευαν στο σχολείο, όπως και σήμερα συνεχίζουν να περισσεύουν στα σχολεία κάποιων περιοχών. «Οι Ρομά δεν αγαπάνε τα γράμματα, δεν τα έχουν στο αίμα τους, στον πολιτισμό τους, στην κουλτούρα τους». Φράσεις που έχουν ακουστεί ακόμη και από επίσημα χείλη προκειμένου να καλυφθεί η διαχρονική αδιαφορία των θεσμών και της πολιτείας εις βάρος τους. Η επιμονή των Ρομά του Δενδροποτάμου για την εκπαίδευση, όμως, διαψεύδει κάθε ρατσιστικό στερεότυπο και κάθε αποτυχία ενός συστήματος 30 χρόνων, που δεν κατάφερε να κάνει την σχολική ένταξη των ανθρώπων αυτών αυτονόητη.
Πέρυσι τον Ιούνιο, εννέα 15χρονοι Ρομά και άλλα δεκαεπτά 12χρονα παιδιά πήραν το απολυτήριο τους από το 5ο Διαπολιτισμικό Σχολείο Μενεμενης. Την ίδια στιγμή ολοκλήρωσαν τη φοίτησή τους στο τμήμα γραμματισμού ενηλίκων δεκαπέντε Ρομά γονείς των μαθητών του σχολείου και όχι μόνο, οι οποίοι για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, όταν έπρεπε.
Το σχολείο τους βρίσκεται στον Δενδροπόταμο Μενεμένης, στην πιο υποβαθμισμένη περιοχή της Θεσσαλονίκης, από πλευράς αναπτυξιακών δομών. Από το 2000 έχει χαρακτηριστεί «Διαπολιτισμικό» λόγω της σύνθεσης του μαθητικού πληθυσμού. Στην πλειονότητά τους οι μαθητές μας είναι Ρομά και Παλιννοστούντες. Οι υπόλοιποι είναι γηγενείς, των οποίων η οικονομική κατάσταση βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας, αγγίζοντας, πολλές φορές, την απόλυτη εξαθλίωση. Οι συνθήκες διαβίωσης μεγάλου αριθμού παιδιών είναι εξαιρετικά δύσκολες, καθώς ζουν ακόμη και σε παράγκες. Οι γονείς των περισσότερων παιδιών είναι αναλφάβητοι και δεν μπορούν να βοηθήσουν στην προσπάθεια εκπαίδευσής τους. Πολλά παιδιά, μάλιστα, αναγκάζονται να εργαστούν, προκειμένου να ενισχύσουν το οικογενειακό εισόδημα. Κατά συνέπεια, η φοίτησή τους στο σχολείο είναι ελλιπής, ενώ συχνά παρατηρείται το φαινόμενο παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας να φοιτούν σε μικρότερες τάξεις.
Παρά την αγωνία επιβίωσης -και όχι απλώς διαβίωσης-  όμως δεν το έβαλαν κάτω και τα κατάφεραν. Ένας από τους μαθητές, ο Νεκτάριος, λίγες μέρες πριν την γιορτή αποφοίτησης έγραψε ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τους δασκάλους του. Ένα γράμμα που περιέχει την προσπάθεια, που έκαναν οι μαθητές και οι μαθήτριες Ρομά όλα τα προηγούμενα χρόνια. Περιέχει την παιδαγωγική πρόταση εκπαιδευτικής παρέμβασης και δράσης.. Ένα γράμμα που αναδεικνύει τη σημασία της εκπαίδευσης για τις κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες .
Ο Νεκτάριος έγραψε λοιπόν:

Πρωταγωνιστής και αγωνιστής στην προσπάθεια αυτή είναι ο Άγγελος Χατζηνικολάου, δάσκαλος στον Δενδροπόταμο αλλά και διδάκτορας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης, του ΑΠΘ. O κ. Χατζηνικολάου, μίλησε στο Tvxs.gr, λέγοντας πως πρέπει να χτίσουμε «ένα σχολείο της υπόσχεσης και της ελπίδας. Ένα σχολείο δημοκρατικό, ανθρώπινο, ανοιχτό στην κοινωνία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ένα σχολείο ευαίσθητο στην αγωνία των ανθρώπων για μόρφωση, παρόλο που ξέρουμε ότι η υπόσχεση αυτή εξακολουθεί να είναι για πολλούς Ρομά μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση».
Όπως υπενθυμίζει ο κ. Χατζηνικολάου, «ο αναλφαβητισμός των Ρομά και κατ’ επέκταση ο αποκλεισμός τους από τις εκπαιδευτικές δομές δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας δικής τους επιλογής, αλλά αποτέλεσμα θεσμικών μέτρων και πολιτικών αποφάσεων. Οι παρεμβάσεις που αφορούσαν την υποχρεωτικότητα της εκπαίδευσης για τα Ελληνόπουλα ή για τα παιδιά Ελλήνων πολιτών από την ίδρυση του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους δεν ίσχυε για πολιτισμικές και γλωσσικές ομάδες, όπως οι Ρομά, που διέφεραν από την κυρίαρχη εθνοκεντρική ομάδα. Άλλωστε για χρόνια οι Ρομά δεν θεωρούνται Έλληνες πολίτες. Αφού δεν ήταν καταγεγραμμένοι πολίτες, δεν είχαν πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα λόγο της απλουστευτικής απαίτησης δημόσιου πιστοποιητικού γέννησης, ενός εγγράφου απαραίτητου και υποχρεωτικού προκειμένου ένα παιδί να εγγραφεί σε κάποιο σχολείο της ελληνικής επικράτειας. Μια ομάδα με 1000ετή ιστορική παρουσία στον ελλαδικό χώρο στερήθηκε λοιπόν πολιτικών δικαιωμάτων με επιπτώσεις στην εκπαίδευση των χιλιάδων παιδιών της».
Η παιδική ηλικία των Ρομά επιβαρύνεται καθημερινά με εμπειρίες φτώχειας, κοινωνικών αποκλεισμών, ρατσισμών κι ανάληψης ευθυνών ενηλίκων. «Η παιδική ηλικία για παιδιά αποκλεισμένα από την παιδική ηλικία είναι μια σύγχρονη κοινωνική αδικία, που επιζητά όμως άμεσα δικαίωση», τονίζει ο κ. Χατζηνικολάου. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα πώς τα παιδιά Ρομά ως αφανή-ανύπαρκτα όντα στην εκπαιδευτική πραγματικότητα για χρόνια θα μπορέσουν να καλύψουν και σε πόσο χρονικό διάστημα τις απαιτήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος.
«Φαίνεται πως για το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα των νεοφιλελεύθερων αγορών τα παιδιά Ρομά κατατάσσονται στην κατηγορία των αποτυχημένων. Στην πραγματικότητα καταγράφονται ως οι αόρατοι μαθητές τους δεν έβλεπε για χρόνια το σχολείο μιας και στις στατιστικές καταγράφονται στην κατηγορία της σχολικής διαρροής. Αυτό που έχει παραβλέψει όμως το σχολείο, είναι ότι το ταξίδι τους από την κούνια, που πολλές φορές φτάνει ως τον τάφο, το συνοδεύει συνήθως η πείνα και η εξαθλίωση σε κάποια παράγκα», σημειώνει ο δάσκαλος του Διαπολιτισμικού Σχολείου Δενδροποτάμου. «Οι καταγραφές αυτές θα συνεχίσουν να εμφανίζονται όσο οι όποιες παρεμβάσεις για την εκπαίδευση των παιδιών Ρομά, δεν θα συνοδεύονται με ολιστικού τύπου παρεμβάσεις δηλαδή οικονομικού και κοινωνικού τύπου πολιτικές για τον περιορισμό, αν όχι την εξάλειψη, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού», συμπληρώνει.
«Επίσης το σχολείο για χρόνια παρέβλεψε τα παιδιά Ρομά, γιατί έχει ενστερνιστεί ως αυτονόητο ότι οι ζωή των Ρομά- Τσιγγάνων είναι ένα διαρκές ταξίδι κάποιων φολκλόρ συμπεριφορών ταξιδευτών, γητευτών, μουσικών κλπ και αυτή η αποδοχή ως ερμηνεία βολεύει. Και σαν να μην έφτανε αυτό για χρόνια το παιδιά Ρομά θεωρούνταν στο σχολείο ως η δημόσια απειλή με αντικοινωνική συμπεριφορά», λέει. «Γύρω από αυτό το λόγο πλέκεται ένας μύθος ασυμβατότητας των παιδιών Ρομά με το σχολείο. Επιστέγασμα αυτού του μύθου είναι η δήθεν πτώση του επιπέδου μόρφωσης του σχολείου, η δήθεν πολιτισμική τους συμβατότητα των Ρομά με παραβατικές στην αρχή και στη συνέχεια βίαιες συμπεριφορές στο σχολείο. Ο μύθος αυτός διαμορφώνει συμπεριφορές της σχολικής κοινότητας με κύριο χαρακτηριστικό τη λήψη προληπτικών μέτρων, τα οποία συνήθως περιλαμβάνουν διαδικασίες μη αποδοχής των παιδιών αυτών στα σχολεία και έμμεσης ή και άμεσης αποπομπής τους», θα σημειώσει ο κ. Χατζηνικολάου.
«Όλα τα παιδιά μπορούν και πρέπει να μάθουν γράμματα για ένα καλύτερο και δικαιότερο μέλλον χωρίς αποκλεισμούς», είναι το μήνυμα που στέλνει ο δάσκαλος του 5ου Διαπολιτισμικού Σχολείου Δεδροποτάμου, και υπενθυμίζει ότι αυτή είναι και η βασική υπόσχεση και υποχρέωση κάθε εκπαιδευτικού. «Για μας η παρουσία των παιδιών Ρομά και των γονιών τους, των μεταναστών παλαιότερα και των προσφύγων πιο πρόσφατα στο σχολείο δεν πρόβλημα, αλλά πλούτος. Οι εμπειρίες όλων ως πολιτισμικός πλούτος και ταυτόχρονα μαθησιακό υλικό αφορά το σύνολο της σχολικής κοινότητας και από αυτό όλοι κερδίζουν: παιδιά, γονείς και δάσκαλοι», θα καταλήξει.
Για κάθε μαθητή του που πετυχαίνει να ολοκληρώσει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ανατρέχει στο «Πρώτο Σκαλί» του Καβάφη:
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ' ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι
Τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα

Τι κάνει σήμερα η Πολιτεία για την ένταξη των Ρομά στην εκπαίδευση
1. Το  ΥΠ.Π.Ε.Θ. για τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών μάθησης προς τους μαθητές της χώρας ανέλαβε θεσμικές πρωτοβουλίες για τη εκπαιδευτική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, με την Ίδρυση των Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (ΖΕΠ). Στις Τάξεις Υποδοχής ΖΕΠ οι μαθητές που δεν έχουν την απαιτούμενη γνώση της γλώσσας, υποστηρίζονται με τις κατάλληλες διδακτικές παρεμβάσεις ώστε να προσαρμοστούν και να ενταχθούν πλήρως στις κανονικές τάξεις στις οποίες είναι εγγεγραμμένοι.
2. Για την εγγραφή και την υποστήριξη της φοίτησης των παιδιών Ρομά οι προϊστάμενοι και οι διευθυντές των σχολικών μονάδων ενθαρρύνουν την προσέλευση των μαθητών Ρομά στο σχολείο διευκολύνοντας την εγγραφή και φοίτησή τους.
3. Το τρέχον σχολικό έτος, σε 46 σχολικές μονάδες της χώρας στις οποίες φοιτούν και μαθητές Ρομά, έχουν τοποθετηθεί κοινωνικοί λειτουργοί με σκοπό την ψυχοκοινωνική υποστήριξη και την αποτροπή της σχολικής διαρροής των μαθητών.
4. Το Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, υλοποιεί σε 61 δήμους της χώρας το πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων. Σκοπός του προγράμματος είναι η αντιμετώπιση των αναγκών σίτισης των μαθητών που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού καθώς και η αντιμετώπιση των φαινομένων της σχολικής διαρροής.
5. Με την ψήφιση του νόμου για τη δίχρονη προσχολική εκπαίδευση, σταδιακά γίνεται υποχρεωτική η φοίτηση στο νηπιαγωγείο για όλα τα παιδιά από την ηλικία των 4 ετών. Από το Σεπτέμβριο του 2018 σε 184 δήμους της χώρας εφαρμόζεται η δίχρονη υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση ενώ σε βάθος τριετίας θα εφαρμοστεί σε όλους τους δήμους της χώρας.

Τάσος Λειβαδίτης: Όταν η ποίηση αναιρεί τη ματαιότητα της ζωής

Στους κατακερματισμένους μας καιρούς ο Λειβαδίτης πρόλαβε να ολοκληρώσει την πονεμένη πορεία του με την αποδοχή και της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης και της αστείρευτης πληρότητας της ζωής, που θα παραμείνει πάντοτε μια πρόκληση, ένα κάλεσμα…

Με αφορμή την επέτειο θανάτου του μεγάλου μας ποιητή Τάσου Λειβαδίτη (έφυγε από τη ζωή στις 30 του Οκτώβρη 1988), αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα Το Βήμα (Κυριακή, 10 Γενάρη 1999), το άρθρο της Σόνιας Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου που ακολουθεί:
Όταν η ποίηση αναιρεί τη ματαιότητα της ζωής
Η μεταουτοπική εποχή που βιώνουμε, παρ’ όλα τα ξαφνιάσματα που ζήσαμε στην πρώτη φάση της, δεν ξέσπασε απροειδοποίητα – τουλάχιστον (ας θυμηθούμε τον Καβάφη) για τους σοφούς που εκ των μελλόντων…τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται. Ασκημένη στον ήχο της ιστορίας, η ακοή του ποιητή συλλαμβάνει τη μυστική βοή…των πλησιαζόντων γεγονότων, διεισδύει στις πηγές τους, στη λογική τους. Οι εσωτερικές διεργασίες, σε σχετικά ανύποπτο χρόνο, αρχίζουν να εξοστρακίζουν τις μονοδιάστατες, μανιχαϊκές αντιλήψεις με ανοίγματα προς το πολυσήμαντο, το περίπλοκο και αντιθετικό. Σε αρκετά ποιήματα του Λειβαδίτη της ενότητας 1958 – 1964 η αίσθηση και το αίτημα της πολλαπλότητας προβάλλει ως κυρίαρχο στίγμα  του ανανεωμένου ποιητικού κόσμου του – αρχίζοντας από το πρώτο, το «Υπόγειο», και κλείνοντας με το καταληκτήριο, προγραμματικό «Τέχνη», ενώ το ενδιάμεσο παίρνει τον δηλωτικό τίτλο «Και αιώνας πολλαπλότητας». Στην παράλληλη Καντάτα δίπλα στους χώρους παρουσιάζεται η πολυφωνία ατομικών περιπτώσεων με το πολυπρόσωπο ανθρώπινο δράμα – αναζητήσεων, διαψεύσεων, πολύμορφων διλημμάτων, δοκιμασίας δίχως τέλος. Στους μεταιχμιακούς «Τελευταίους» η πάντοτε έντονη στον Λειβαδίτη αίσθηση του τραγικού μετατοπίζεται από το πεδίο των καταστάσεων στο μόνιμο τραγικό στοιχείο της ανθρώπινης μοίρας.
Οι απώλειες δίνουν τον τόνο
Παρακολουθώντας, μέσα από την ποίηση του Λειβαδίτη, τη ροή από καταστάσεις και απώλειες που συνθέτουν τον ανθρώπινο βίο, διαπιστώνουμε πως στην ώριμη δημιουργία του τον κυρίαρχο τόνο δίνουν οι απώλειες με το πιο μόνιμο, το πιο επίμονο μοτίβο – την περιπέτεια του οράματος, την τύχη που είχαν τα «όνειρα της νεότητας».
…Τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας
κι ω συντριβή του ονείρου μας:
μας έκλεισες όλους τους δρόμους
για να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο
(«Το ακαθόριστο πρόσωπο»)
Είναι μια εξομολόγηση. Με την ύστερη, τέλεια ειλικρίνεια. Ωστόσο η πολυφωνία των καταθέσεων δημιουργεί ατμόσφαιρα διαλόγου· η κατάργηση της όποιας κατηγορηματικότητας λειτουργεί ως μια απαράβατη ηθική αρχή· η ενιαία εικόνα συντίθεται από πολλές και συχνά συγκρουόμενες – την αποκομίζουμε από το σύνολο ενός κύκλου, μιας συλλογής. Και ακόμη καλύτερα – από opera omnia. Επιλέγω ένα παράδειγμα όπου η σύγκρουση, αν και απαλή (υπάρχουν άλλες πιο δραματικές), είναι ωστόσο ενδεικτική χάρη στις ταυτόσημες αρχικές διατυπώσεις και τη φανερή διακλάδωση της συνέχειας. Πρόκειται για τα ποιήματα «Το άστρο του ταξιδιώτη» και «Θύελλες» της συλλογής Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, που στέκονται άλλωστε πολύ κοντά, παραλλαγές στο ίδιο θέμα του θυελλώδους ταξιδιού της ζωής.
Ω ελπίδες της νιότης μας μείνατε στη μέση του δρόμου.
Εμείς συνεχίσαμε
και να που φτάσαμε απόψε εδώ,
σ’ αυτόν τον άγνωστο τόπο, χωρίς αποσκευές,
μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.
(« Το άστρο του ταξιδιώτη»)
Και:
Όνειρα της νεότητάς μου που δεν πραγματοποιηθήκατε
και με συντροφεύετε ακόμα
κι οι φίλοι μας δεν πέθαναν, απλώς
τώρα κατοικούν στο φθινόπωρο…
(« Θύελλες»)
Τελικά η βίωση του απραγματοποίητου, κάποιες στιγμές τραγική, φθάνει σε μια κάθαρση, όπου η εμπνευσμένη προσπάθεια κρίνεται και δικαιωμένη και νομοτελειακή της ίδιας της ζωής. Προσέξετε πώς τελειώνει το ποίημα «Θύελλες»:
κι ω παιδικά βλέφαρα που πεταρίζετε
άξαφνα στον ύπνο σας σα να σας άγγιξαν
οι θύελλες που έρχονται απ’ το μέλλον βιαστικά.
Η ίδια κίνηση και στο ποίημα «Δειλινό». Ας επισημάνουμε όμως παράλληλα και μια χαρακτηριστική διαφοροποίηση: η εικόνα του παιδιού που προαισθάνεται τις μελλοντικές θύελλες μάς δίνεται εδώ όχι με προσωπική πια αναφορά, αλλά με μια μορφή καθολικής εμβέλειας.
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες
ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.
Απαισιοδοξία ή επίγνωση;
Μπορεί να πει κανείς: απαισιοδοξία. Θα αντιπρότεινα: επίγνωση. Του αναπόφευκτου πόνου (άλλων «τόσων τόμων δυστυχίας»), της αδυναμίας να επιτευχθεί το απόλυτο, όμως και της αστείρευτης δύναμης που κινεί την ανθρώπινη προσπάθεια όχι μόνο από μια θεωρία, μια ιδέα, αλλά και από την αθάνατη αγάπη για τον άνθρωπο, για την ομορφιά, τη δικαιοσύνη και την καλοσύνη.
…Ω αιώνα μου, είμαι χρεωμένος τόσες σκληρότητες,
μα εγώ φεύγοντας θ’ αφήσω ένα γράμμα τρυφερό
γι’ αυτούς που θα’ ρθουν…
(«Το θλιμμένο γραμματοκιβώτιο»)
Ο ελεγειακός τόνος που δεσπόζει στην τελευταία δουλειά του Λειβαδίτη (έχει αντικαταστήσει την απαρηγόρητη κραυγή όσων δεν εκπληρώθηκαν ποτέ στον κόσμο που ακούσαμε στους Τελευταίους) συνοδεύει τη μετάβαση σε ένα άλλο πεδίο ενόρασης με μεταφυσικές προεκτάσεις. Μέσα από το στρώμα του παρόντος, που διατηρεί την παλλόμενη ζωντάνια του, γίνεται όλο και περισσότερο εμφανές το μόνιμο, το διαχρονικό, το αιώνιο. Η καθολικότερη διάσταση του «εγώ» κατορθώνεται τώρα όχι μόνο μέσω του «εμείς» (που και αυτό δεν εγκαταλείπεται και εξακολουθεί να κρατά το νήμα της συνέχειας) αλλά και με γενικότερες παραπομπές στον άνθρωπο, με εξόδους πέρα από τον συγκεκριμένο χρονότοπο, στο πεδίο του Μεγάλου Χρόνου. Το μερικό, τυχαίο, ασήμαντο αποκαλύπτεται ως νομοτελειακό – στα πιο κοινά, απλά, πρωταρχικά, στην οντολογική υπόστασή του.
Κατανόηση των ορίων
Στη συγκινημένη οικειότητα με τον κόσμο των πραγμάτων διαφαίνεται η διάθεση κατανόησης που απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Η ατμόσφαιρα του λυκόφωτος, η συναίσθηση του κοντινού πια ορίου δίνει ιδιαίτερη προσοχή στα πιο ταπεινά, που συνθέτουν, παρ’ όλα τα ναυάγια, το θαύμα της ζωής.
Ω λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.
(«Ώρα του λυκόφωτος»)
Τα σεμνά αυτά πράγματα «αισθηματοποιούνται» (όπως έλεγε ο Καβάφης για το «οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας») αποπνέουν πόνο και αγάπη, ζουν ταυτόχρονα και στη χειροπιαστή διάστασή τους και στη μεταφορική, υψωμένη πάνω από το εφήμερο, απεριόριστη σε χώρο και χρόνο. Ο διάλογος με το σημερινό αγγίζει το αιώνιο με την
…ωραία απάντηση που δίνει σε όλα
με τη σιωπή του ο έναστρος ουρανός.
(«Ελεγείο για μια μικρή υπηρέτρια που μεγάλωσε»)
Με «μια παράξενη μουσική»:
σα να’ θελε να μας πείσει
ότι όλα είναι δυνατά
κι ότι δεν τελειώνειπουθενά ο κόσμος.
(«Ο μουσικός με το φαρδύ καπέλο»)
Ξαναδιαβάζοντας τώρα Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου σταμάτησα στο πρώτο ποίημα, «Τραγούδι στο δρόμο». Με σταμάτησε ο παραλληλισμός με το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» του Καβάφη. Η στάση μπροστά στο παράθυρο, το μαγεμένο άκουσμα, όταν
…η νοσταλγία  όλων όσων ονειρεύτηκες
τρέμει μες στο τραγούδι…
…Κι έξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου
το τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Πρόκειται για τον ίδιο σεβασμό στη χαρά, στην αξία της ζωής και για την ίδια στωική ετοιμότητα απέναντι στο αναπότρεπτο, που είναι επίσης μέσα στη φύση της ζωής, στον νομοτελειακό της κύκλο ανανέωσης και αθανασίας. Η συναίσθηση της απεραντοσύνης, το θρόισμα της αιωνιότητας, που ενυπάρχει σε κάθε θνητή στιγμή, κατορθώνουν να αναιρούν τη ματαιότητα. Της ζωής και της τέχνης. Κι η ποίηση είναι σαν να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό. Έτσι, παρ’ όλες τις απώλειες, δεν παραλύει η εμπιστοσύνη στη δημιουργία, και είναι μια στέρεη μορφή αντίστασης στον χρόνο και στις απώλειες του.
Προσπάθεια για το ανεκπλήρωτο
Όταν ο κόσμος κόβεται στα δύο, η ρωγμή περνά μέσα από την καρδιά του ποιητή. Η φράση ανήκει στον Heine. Κάτι ήξεραν από αυτά και σε προγενέστερες εποχές, αλλά καθένα τέτοιο γεγονός είναι γραφτό να φαντάζει ανεπανάληπτο, κοσμογονικό. Και να βιώνεται – ιδιαίτερα από τους ποιητές – με τη μέγιστη ψυχική ένταση. Στους κατακερματισμένους μας καιρούς ο Λειβαδίτης πρόλαβε να ολοκληρώσει την πονεμένη πορεία του με την αποδοχή και της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης και της αστείρευτης πληρότητας της ζωής, που θα παραμείνει πάντοτε μια πρόκληση, ένα κάλεσμα:
…ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο
συνηγορούν για όλη την ανθρωπότητα…
(«Τραγούδι στο δρόμο»)
Κάλεσμα για μια συνεχή προσπάθεια – έστω για το «ανεκπλήρωτο»: Αν υπήρξαμε, είναι μόνο από τη νοσταλγία για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ.
Σόνια Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου
***
Η Σόνια Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου γεννήθηκε το 1938 στη Μόσχα. Είναι καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων καθώς και συγγραφέας πολλών μελετών για τη σχέση νεοελληνικής και ρωσικής λογοτεχνίας.
Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ. Η γνωριμία με τον συγγραφέα σύζυγό της, πολιτικό πρόσφυγα στην ΕΣΣΔ, Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, την ώθησε να σπουδάσει και Νεοελληνική και Ρωσική Λογοτεχνία και να αφοσιωθεί στη μελέτη, μετάφραση και κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Μέχρι το 1983, οπότε εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, διατέλεσε ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, με ειδίκευση στη νεοελληνική γραμματεία. Υπήρξε εκλεγμένο τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ. Για τις φημισμένες καβαφικές μελέτες της, η Ρωσική Ακαδημία Επιστημών της απένειμε τον τίτλο «Doctorat d’Etat».

28 Οκτ 2018

28η Οκτωβρίου: Ο Μύθος ως Γεγονός


Σήμερα, όταν σκεφτόμαστε το φασισμό και το ναζισμό, συνειρμικά, και όχι αδικαιολόγητα, μας έρχονται στου νου εικόνες από σειρές με  πειθαρχημένους άριους να παρελαύνουν με δάδες και σκεφτόμαστε τον ρατσισμό, τον σοβινισμό, τον πόλεμο, την καταστροφή. Εύκολες πλάνες… Γιατί μπορεί αυτά να ισχύουν, όμως στρέφουν την προσοχή μακριά από τους αστικούς θεσμούς και τα παραδοσιακά πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα που βοήθησαν το φασισμό να εδραιωθεί σχεδόν στο σύνολο των κρατών της Ευρώπης. Χωρίς, λοιπόν, την συναίνεση, την αποδοχή και  την ενεργό συμμετοχή της παραδοσιακής αστικής ελίτ, ο φασισμός δεν θα είχε αποδοχή.
 Τα προπολεμικά χρόνια ο Γερμανικός φασισμός με τον σατανικό «εβραιομπολσεβικισμό» που τον συνόδευε φαινόταν σε έναν οποιονδήποτε παρατηρητή ένα στιβαρό πολίτευμα, που είχε δημιουργήσει μια ανθούσα οικονομία και που πολλά από τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της φαίνονταν ιδιαίτερα ελκυστικά, κυρίως όσα αφορούσαν στο τσάκισμα του εργατικού γερμανικού κινήματος.  Ακόμα και στο Λονδίνο υπήρχαν ναζιστικές λέσχες, ενώ μερίδα της άρχουσας τάξης της Βρετανίας υποστήριξε ανοικτά το φασιστικό πολιτικό σύστημα. Είχαν φτάσει μάλιστα στο σημείο να κάνουν και παρελάσεις στους δρόμους του Λονδίνου στα πρότυπα των Γερμανικών ταγμάτων ασφαλείας.
Έτσι κι αλλιώς, ο κοινοβουλευτισμός στην Αγγλία χρησιμοποιούσε ξεχασμένους μεσαιωνικούς νόμους ενάντια στην συνδικαλιστική δραστηριότητα, μα και στο ισχυρό αντιμιλιταριστικό κίνημα που δρούσε εκείνη την εποχή στην χώρα της Γηραιάς Αλβιώνας. 
 
Από το 1936 που η Ελλάδα ζούσε κάτω από ένα φασιστικό πολιτικό καθεστώς, αναζητούσε την ομοίωση με τα καθεστώτα του ναζισμού και του φασισμού που κυριαρχούσαν στην κεντρική, την νότια και την ανατολική Ευρώπη: από την Φιλανδία ως την Ιταλία, την «υγειονομική ζώνη», δηλαδή, απέναντι στην ΕΣΣΔ σύμφωνα με τον Τσώρτσιλ. Λογικό, καθώς ο κοινοβουλευτισμός μοιραζόταν το βασικό επιχείρημα για την ύπαρξη των καθεστώτων αυτών: Την αντιμετώπιση του κουμμουνιστικού κινδύνου.
Όταν, με συναίνεση της Βουλής, επιβλήθηκε από το παλάτι το φασιστικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω ήταν κάτοχος των τίτλων του πρώτου «Έλληνα εργάτη» και του πρώτου «Έλληνα αγρότη», τις ίδιες ακριβώς μέρες ξεκινούσε στην Ισπανία ο εμφύλιος πόλεμος. Κάτι που βοήθησε την κυβέρνηση να διακηρύσσει ότι η Ελλάδα δεν έγινε Ισπανία και ότι στον ηγέτη Μεταξά οφείλεται η σωτηρία της χώρας από παρόμοια δεινά. Άλλωστε, κεντρικό άξονα δράσης η 4η Αυγούστου είχε την καταπολέμηση του κομμουνισμού, ο οποίος εθεωρείτο μέρος μιας συνωμοσίας άθεων που θα ανέτρεπε την Παγκόσμια τάξη. Σε ραδιοφωνικό του διάγγελμα ο φασίστας Μεταξάς αναφέρει: «Ολίγον έλειψε  να καταποντισθώμεν μέσα εις τον πλέον ανόσιον εμφύλιον σπαραγμόν. Γνωρίζετε τι παρασκευάζουν οι τρελοί ανατροπείς (σ.σ κομμουνιστές)  του κοινωνικού μας καθεστώτος[…] Κανείς σας πλην των γνωστών δημαγωγών και των παραφρόνων ανατροπέων δεν θέλει να ιδή τον τόπο μας να πέση εις την τύχην της δυστυχούς Ισπανίας[…].    
Η προπαγάνδα αυτή συνοδευόταν από καθημερινά άρθρα στις εφημερίδες, με προμετωπίδα την «Καθημερινή», με πλούσιο φωτογραφικό ρεπορτάζ από την τραγωδία της Ισπανίας και με σενάρια συνωμοσίας, όπου μέσα από δαιδαλώδη σενάρια περιέγραφαν πως  οι μπολσεβίκοι, για να αποφύγουν εσωτερικά προβλήματα, αποφάσισαν να επεκτείνουν τον άθεο και διαβολικό κομμουνισμού σε όλη την Ευρώπη.
 Έτσι, με τα σενάρια τρόμου να κυριαρχούν, με την ανοικτή βία του καθεστώτος που προκαλούσε φόβο, μα και με λίγο παντεσπάνι που μοίρασε η φασιστική κυβέρνηση, η μεγάλη μάζα του λαού παρέμεινε απαθής. (Διάβασε Κώστας Λουλουδάκης: Περί Φασισμού και Δυσάρεστων Υπενθυμίσεων )
Όπως γράφει και ο Ιστορικός της εποχής Γρηγόρης Δαφνής στο έργο του «Η Ελλάς μεταξύ δυο πολέμων»: «…αί λαϊκαί μάζαι παρέμειναν απαθείς και διότι η δικτατορία τους πρόσφερε υλικά ανταλλάγματα, ως την απόσβεσιν των αγροτικών χρεών την βελτίωσιν των ημερομισθίων, την οικονομικήν σταθερότητα, και διότι τα, από του 1932 μέχρι του 1936, πολιτικά γεγονότα είχαν προκαλέσει δυσφορίαν εναντίον των κομμάτων». Και πράγματι, καθιερώθηκε ελάχιστο μεροκάματο, ανεξαρτήτως ημερών απασχόλησης. Νομοθετήθηκαν οι κλαδικές συμβάσεις εργασίας και η άρχισε δειλά η εφαρμογή του οκταώρου. Βέβαια, οι εργοδότες δεν συμφωνούσαν και έβρισκαν «δαπανηρή» την πολιτική αυτή. Το φασιστικό καθεστώς όμως, τους πρόσφερε ως αντάλλαγμα την κατάργηση των απεργιών, απαγόρευσε τη σύσταση σωματείων και επέβαλε τον κρατικό και εργοδοτικό έλεγχο του συνδικαλισμού. Όμως, για να μην είμαστε άδικοι, είχαν φροντίσει  «[…]να εξασφαλίσουμε στους ενδεείς και στους πτωχούς τουλάχιστον ένα πιάτο ζεστό φαγητό και ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο, αν αρρωστήσουν», όπως έλεγε ο φασίστας Μεταξάς.
Τα φαινόμενα όμως απατούσαν. Η απάθεια του κόσμου σιγά- σιγά εγκαταλείπεται και παραχωρεί την θέση της στην παθητική και στην ενεργητική αντίσταση. Στην Κρήτη, το καλοκαίρι του 1938 ξέσπασε ένοπλος αγώνας ενάντια στους φασίστες, που όμως πνίγηκε γρήγορα στο αίμα από τον στρατό που έστειλε ο βασιλιάς Γεώργιος στο νησί, και βέβαια ξεσπούν και οι σκληρές διώξεις εναντίον των κομμουνιστών, μα και όσων ο υπουργός Ασφαλείας  Κωνσταντίνος Μανιαδάκης θεωρούσε ότι αλληθωρίζουν προς τα αριστερά-μιας και στις μεγάλες πόλεις αναπτύσσονται αντιφασιστικά κινήματα κυρίως μέσα στις τάξεις των φοιτητών-με σκοπό τον εξοβελισμό όλων αυτών των δαιμονικών και αντιχριστιανικών δυνάμεων από την πολιτική ζωή.
Ωστόσο, την ιδία ανοικτή βία ενάντια στις εργατικές διεκδικήσεις χρησιμοποιούσαν με αύξοντα ρυθμό και οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα το κόμμα των φιλελευθέρων, δηλαδή, οι Βενιζελικοί. Η πρωτοτυπία του Μεταξά ήταν ότι κατήργησε τα κοινοβουλευτικά κόμματα, επέβαλε λογοκρισία στις εφημερίδες, απαγορεύοντας μάλιστα να δημοσιεύουν οτιδήποτε αρνητικό για τα φασιστικά καθεστώτα της Ευρώπης που ανθούσαν, και κατήργησε τα υπολείμματα των ατομικών ελευθεριών.
 
Εκεί που διέπρεψε, όμως, η κυβέρνηση Μεταξά, ήταν στο σύστημα των δηλώσεων αποκηρύξεως του κομμουνισμού και των πολιτικών φρονημάτων. Οι δηλώσεις αυτές στόχευαν στην ηθική καταρράκωση όσων αντιδρούσαν και στην κατάργηση της τιμής και της αξιοπρέπειάς τους. Ευφυής ιδέα, είναι η αλήθεια, και συνέχεια του βενιζελικού Ιδιωνύμου, γιατί έφερε τον διχασμό στην Αριστερά και χώρισε τους ανθρώπους της σε δυο κατηγορίες: αυτή των δηλωσιών και αυτή των μη δηλωσιών.
Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μεταξικού καθεστώτος είναι ότι οδηγούσε στην κατάσχεση και στη συνέχεια στην πυρά βιβλία και έντυπα που δεν ήταν αρεστά στο παλάτι και στους φασιστές. Το άρθρο 10 του νόμου 117/1936 γράφει επί λέξει: «Οι εν γένει εκδόται και βιβλιοπώλαι, κάτοχοι βιβλίων ή άλλων εντύπων των οποίων το περιεχόμενο εκδήλως αντίκειται προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ως αναφερόμενον εις θεωρίας, ιδέας και συστήματα περί ων το άρθρο 1 του παρόντος υποχρεούνται εντός προθεσμίας 20 ημερών από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου να προσαγάγωσι και παραδώσωσι τα έντυπα ταύτα εις τας κατά τόπους αρμοδίας Αστυνομικάς Αρχάς συντασσομένου πρωτοκόλλου παραδόσεως. Οι μη συμμορφούμενοι[…] τιμωρούνται διά φυλακίσεως τριών μηνών μέχρι ενός έτους και ισοχρόνου εκτοπίσεως. Υφισταμένης αμφιβολίας παρά τω κατόχω περί του κατά τ’ ανωτέρω επιτρεπτού ή μη της κατοχής και εμπορίας εντύπου τινός, αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως τριμελής Επιτροπή αποτελούμενη υπό του νομάρχου, του Εισαγγελέως, των Πρωτοδικών και του Αστυνομικού Διευθυντού ένθα τα κατεχόμενα έντυπα».
 
Με αυτόν τον τρόπο, νομιμοποιήθηκε ένα άγριο κυνηγητό όλων των γραπτών τεκμηρίων του ανθρώπινου πολιτισμού που η δικτατορία όχι μόνο απαγόρευε, αλλά ήθελε και να εξαφανίσει αφού οργάνωνε τελετές, όπου καίγονταν δημόσια όλα τα βιβλία και τα έντυπα που είχαν κατασχεθεί. Βέβαια, όλα αυτά είχαν ξεκινήσει προτού θεσπιστεί η μεταξική αντικομμουνιστική νομοθεσία. Για παράδειγμα, λίγες μέρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, στις εφημερίδες υπήρχε η εξής ανακοίνωση: «Η Εθνική Φοιτητική Νεολαία Πειραιώς προβαίνουσα εις την εξαφάνισιν διά της πυράς ολοκλήρου σειράς κομμουνιστικών εντύπων την προσεχήν Κυριακήν ώραν 8 μ.μ. εν τη πλατεία Πασαλιμανίου Πειραιώς, προσκαλεί άπαντας τους εθνικόφρονας νέους, όπως προσέλθουν εν τη πλατεία Τερψιθέας 7 μ.μ. ίνα εν σώματι μεταβούν και συμμετάσχουν εις την τελετήν».
Τέτοιες ανακοινώσεις ήταν συχνό φαινόμενο κι όπως εύκολα μπορεί ν’ αντιληφθεί κάποιος, ο χαρακτηρισμός ενός εντύπου ως κομμουνιστικού ή ως ανατρεπτικού είχε πολύ ευρύ περιεχόμενο. Σχεδόν απροσδιόριστο. Ο δημοσιογράφος και ιστορικός Σπύρος Λιναρδάτος γράφει χαρακτηριστικά γι’ αυτό το θέμα: «Μέλη φασιστικών οργανώσεων και διάφοροι τραμπούκοι ή πληρωμένοι αλήτες, με άγριους αλαλαγμούς χαράς, άναψαν σε δημόσιους χώρους μεγάλες φωτιές κι έκαψαν εκατοντάδες τόμους βιβλίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Ανάμεσα στα βιβλία που κάηκαν δεν ήταν μόνον του Μαρξ, του Ενγκελς, του Λένιν, του Πλεχάνωφ και των άλλων κλασικών του Μαρξισμού, αλλά και του Χάινε, του Μπέρναρ Σω, του Φρόυντ, του Τσβάιχ, του Ανατόλ Φρανς, του Γκόρκι, του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, του Γκαίτε, του Φίχτε, του Δαρβίνου, του Παπαδιαμάντη, του Καρκαβίτσα κλπ.».
Μερικοί άνθρωποι του πνεύματος που έκαναν καριέρα  στο φασιστικό καθεστώς ως λογοκριτές βιβλίων ήταν οι: Κλέων Παράσχος, Ειρήνη Δημητρακοπούλου – Αθηναία πιο γνωστή ως Ειρήνη Μεγαπάνου,  Γεώργιος Πράτσικας, Γρηγόριος Στεφάνου, Γεράσιμος Άννινος…
Ποιος ήταν αλήθεια ο Ιωάννης Μεταξάς που μεριμνά για να σωθεί το έθνος από τον άθεο κομμουνισμό;
Σύμφωνα με τον σπουδαίο στοχαστή της εφημερίδας «Καθημερινής», Στέφανο Κασιμάτη: «[…]φασίστας, με την έννοια που έχει ο όρος στην Ιστορία και στην Πολιτική Επιστήμη, δεν ήταν. «Φασίστας» με την έννοια του καφενείου είναι άλλη υπόθεση […] ο θεσμός του καφενείου, τελικά, πάντα επιβάλλει τις αξίες του (και μαζί τους διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες που συμπορεύονται), έχει καταβληθεί προσπάθεια για να μειωθεί ο προσωπικός ρόλος του Ι. Μεταξά στην 28η Οκτωβρίου. Ωστόσο, η σοβαρή ιστορική έρευνα οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση και μάλλον ενισχύει την εικόνα του ως εθνικής προσωπικότητας. Διότι ο Μεταξάς, ουσιαστικά, συνέχισε την εξωτερική πολιτική της τελευταίας τετραετίας του Βενιζέλου[…]».
Ασφαλώς, σεβόμαστε την άποψη του κυρίου Κασιμάτη, όμως νομίζουμε πως είναι απαραίτητο να καταθέσουμε και την γνώμη του «καφενόβιου» Βρετανού στρατηγού Χένρι Μέτλαντ Ουίλσον ο οποίος διετέλεσε Γενικός διοικητής όλων των βρετανικών στρατευμάτων στην Αίγυπτο και, αργότερα, διοικητής των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα: «κάτω από την δικτατορία του Μεταξά, είχαν υιοθετήσει ορισμένες ναζιστικές ιδέες.[…]Η θέσις μας στην Ελλάδα ήταν πραγματικά παράδοξη: Αγωνιζόμαστε εναντίον του ολοκληρωτισμού ενισχύοντας μια φασιστική κυβέρνηση εναντίον μιας άλλης».    
Ενώ ο ποιητής,  πεζογράφος, δημοσιογράφος και πολιτικός, Ασημάκης Πανσέληνος (1903-  1984),  στο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του με τίτλο «Τότε που ζούσαμε» μας χαρίζει το πορτρέτο του φασίστα Μεταξά: «[…]Κλειστός στις μονομανίες του και στο σπίτι του με την αυταρέσκεια παρανοϊκού, αυτοεροτεύεται και παλεύει σκληρά με τον εαυτό του.[…]Από την Αθήνα βρέθηκε ξαφνικά στο Βερολίνο να φοιτά στην Πολεμική Ακαδημία. Το μουλαρίσιο πρώσικο πνεύμα έδωσε απάντηση στο μεγαλομανιακό παραλήρημα του. Όταν κατασταλάζει διαπιστώνει οριστικά το προσωπικό του ιδανικό και το εθνικό όραμα του-γράφει: “πατρίς  δι’εμέ δεν είναι η από του 1821 γεννηθείσα, διότι ως Μεταξάς ανήκω εις το γένος όπερ υπήρξεν πρότερον της πατρίδας ταύτης”. Απερίγραπτα πράγματα. Συχνά θα τον δούμε να αντιπαραθέτει με νοσηρή βεβαιότητα τον εαυτό του στο έθνος[…].Ο Μεταξάς ήταν ένα άνθρωπος κακός και δυστυχισμένος και για το λόγο τούτο παραπάνω δειλός[…]».     
Ωστόσο, το σπουδαίο πνεύμα του Κασιμάτη έχει ένα δίκιο όσο αφορά την άποψη πως ο Μεταξάς ήταν ο συνεχιστής της εξωτερικής πολιτικής του Βενιζέλου. Πράγματι, η ιδεολογία του φασιστικού «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού», εκτός τον αντικομμουνισμό,  είχε ως βασικό χαρακτηριστικό, την ανασυγκρότηση από τα ερείπια της βενιζελικής «Μεγάλης Ιδέας» και ως περίζωμα τον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό», που τον παρουσίαζαν ως συνεχιστή της αρχαίας Σπάρτης και του Βυζαντίου.  Όμως, όλο αυτό το εθνικό μεγαλείο ήταν πιστό στις «υποχρεώσεις» του απέναντι στις απαιτήσεις της αγγλοκινούμενης μοναρχίας και του αγγλικού παγκόσμιου στρατηγικού συστήματος. (Όπως ακριβώς και η Ελλάδα των πέντε ηπείρων και των δυο θαλασσών του Βενιζέλου η οποία όμως δεν συμπεριελάμβανε στα εθνικά σύνορα της ούτε την Ρόδο και τα Δωδεκάνησα που ήταν υπό Ιταλική κατοχή, ούτε την Κύπρο που ήταν υπό βρετανική κυριαρχία. Εκεί ο Βενιζέλος το έπαιζε καφενόβιος…) 
Εν τούτοις όσο διαβόητος Γερμανόφιλος και να ήταν ο Μεταξάς, ήδη από την περίοδο του λεγόμενου «Εθνικού Διχασμού» 1915-1917, τις πολιτικές και τις εξωτερικές συμμαχίες δεν τις καθορίζουν ούτε οι προσωπικές συμπάθειες ούτε οι αντιπάθειες του κάθε προσώπου. Ο σπουδαίος Ιστορικός συγγραφέας Ι. Γ. Κορωνάκης στο βιβλίο του «Η Πολιτεία της 4ης Αυγούστου, Φως εις μίαν πλαστογραφημένην περίοδον της Ιστορίας μας», για το θέμα αναφέρει: οι Βρετανοί  «[…]κατέφυγαν είς την προσφιλή των μέθοδον: έβαλαν τους ονόματι μόνον Έλληνας να κηρύξουν την χώραν των έν κινδύνω, να φωνάξουν αναιδώς, ότι τα εθνικά συμφέροντα δήθεν διακυβεύονται από την ύπαρξιν δημοκρατικών ελευθεριών και κοινωνικής δικαιοσύνης[…] και  εγκατέστησαν μίαν ειδεχθή ολιγαρχίαν του τύπου της παλαιάς αθηναϊκής ολιγαρχίας[…] η οποία εκυβέρνα διά λογαριασμόν των με κύριον άξονα τον βασιλέα Γεώργιον, ο οποίος αυτοχρήμα και είς την πραγματικότητα ήτο τοποτηρητής ή μάλλον αντιβασιλεύς, κυβερνών εξ ονόματος της Α.Μ του βασιλέως της Αγγλίας». 
Ρυθμιστικό ρόλο στις πολιτικές και στρατιωτικές συμμαχίες παίζει η οικονομική κυριαρχία και το μονοπωλιακό κεφάλαιο, ντόπιο και ξένο. Το ελληνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο και κυρίως το ναυτιλιακό ήταν στενά συνδεδεμένο μόνο με την Αγγλία. Και το πιο ισχυρό κεφάλαιο στην Ελλάδα ήταν το αγγλικό, έπειτα το γαλλικό και αμερικανικό. Η Γερμανία, εκείνα τα χρόνια, δεν διέθετε καμία αξιόλογη θέση πέρα από ένα 4% στις ξένες επενδύσεις.  Εμπνευστής, λοιπόν, και θεμελιωτής του φασιστικού καθεστώτος της Ελλάδας ήταν ο αγγλικός ιμπεριαλισμός, με τοπάρχη τον Άγγλο βασιλιά της χώρας Γεώργιο τον Β΄. Γι’ αυτό και ο Μεταξάς δεν έκανε βήμα πριν συμβουλευτεί τον Γεώργιο, μα και τον τότε πρέσβη της Αγγλίας Μάικλ Πάλαιρετ.
Ωστόσο, η φασιστική Μεταξική δικτατορία και ο θαυμασμός της προς τα άλλα φασιστικά καθεστώτα διευκόλυνε την διείσδυση της γερμανικής πέμπτης φάλαγγας στην Ελλάδα, διαβρώνοντας κυρίως τις ένοπλες δυνάμεις. Αυτό, όμως, ήταν κάτι που είχε γίνει και σε άλλες χώρες μη εξαιρουμένης της Αγγλίας και της Γαλλίας. Ο αντικομμουνισμός ή καλύτερα ο «σατανικός εβραιομπολσεβικισμός» ήταν ο ελκυστικότερος και  αποτελεσματικότερος σύμμαχος της φασιστικής γερμανικής κατασκοπίας, ώστε να προσεταιρίζεται  τους πάντες…
 
        Μέχρι το καλοκαίρι του 1940 ο πόλεμος δεν είχε φτάσει στη Μεσόγειο, όμως, είχε ήδη προκαλέσει αλλαγές στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Πολωνία, Δανία, Νορβηγία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Αυστρία, είχαν υποταχτεί στην νέα φασιστική τάξη πραγμάτων. Και μάλιστα, πλην Πολωνίας, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Όταν, όμως, η Γερμανία εισέβαλε στην φασιστική Πολωνία, η Αγγλία κήρυξε τον πόλεμο στην Γερμανία, που έμεινε γνωστός ως “Γελοίος Πόλεμος” (Drole de Guerre) γιατί, παρά την κήρυξη πολέμου, η μια μερίδα των εμπολέμων, οι σύμμαχοι, δεν έπαιρνε μέρος σε πόλεμο εναντίον της Γερμανίας.!
Όταν δε έπεσε και η Γαλλία και μετά ακολούθησε η κυβέρνηση του Βισύ, η οποία στηρίχτηκε σε μια μεγάλη μερίδα πολιτών, που έτρεφαν φασιστικά «αισθήματα», φαινόταν ότι η μοναχική και τραυματισμένη Αγγλία δεν μπορούσε επαρκώς να καλύψει τα κενά και να διατηρήσει την προηγούμενη προ του πολέμου αποικιακή ισορροπία.
Ακολούθως, η Ιταλία θεώρησε ότι η λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου αποτελούσε ένα απάνεμο λιμάνι. Μια ευκαιρία συσχετισμών που εκείνη την εποχή της έδιναν άπειρες δυνατότητες να παρουσιαστεί ως ισότιμος εταίρος της ναζιστικής Γερμανίας. Η κυρίαρχος, όμως, των ανοιχτών θαλασσών Αγγλία ουδεμία πρόθεση είχε να αφήσει ελεύθερο το πεδίο, κάτι που εκδηλώθηκε με εξαιρετικά βίαιο τρόπο  και συμβολικά, όταν ο βρετανικός στόλος επιτέθηκε και βύθισε τον Γαλλικό στόλο των νέων συμμάχων των Γερμανών. Η Ιταλία των ρητορικών εξάρσεων του Μουσολίνι δεν πήρε το μήνυμα και επιτέθηκε στην βόρειο Αφρική και στην Ελλάδα.
Οι Ιταλοί, που από τον Απρίλιο του 1939 είχαν καταλάβει την Αλβανία, προσπάθησαν και έκαναν σαφείς τις προθέσεις τους όσον αφορά στην Ελλάδα. Στις 12 Ιούλη 1940 ιταλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν ένα αντιτορπιλικό και ένα βοηθητικό σκάφος του ελληνικού στόλου. Στις 30 Ιούλη βομβάρδισαν δύο αντιτορπιλικά και στις 2 Αυγούστου ένα περιπολικό. Στις εφημερίδες, όμως, επικρατούσε όπως και στην κυβέρνηση, σιγή ασυρμάτου. Ακόμα και όταν στις 15 Αυγούστου 1940 μία τορπίλη του ιταλικού υποβρυχίου Nτελφίνο βύθισε ξαφνικά το ελαφρύ καταδρομικό «Έλλη», που βρισκόταν έξω από το λιμάνι της Τήνου, η κυβέρνηση εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία επισήμαινε, ότι το «Έλλη» βυθίστηκε από υποβρύχιο αγνώστου εθνικότητας.
Γι’ αυτό και όταν στις 25 Οκτωβρίου το ελληνικό Εθνικό Θέατρο εγκαινίαζε τη χειμερινή του περίοδο με την παράσταση «Μαντάμ Μπατερφλάι» του Πουτσίνι από τη Λυρική Σκηνή, καλεσμένοι του Μεταξά και του Γεωργίου ήταν η ηγεσία της ιταλικής πρεσβείας, και ο γιος του Πουτσίνι με τη σύζυγό του. Το επόμενο βράδυ της 26ης Οκτωβρίου, η ιταλική πρεσβεία έδωσε δεξίωση προς τιμήν του ζεύγους Πουτσίνι, στην οποία είχε προσκληθεί σχεδόν όλος ο «καλός κόσμος» της προηγούμενης βραδιάς και φυσικά η ελληνική κυβέρνηση και η βασιλική οικογένεια. Εντούτοις, η πολιτική εκπροσώπηση της χώρας περιορίστηκε στις παρουσίες του μόνιμου υφυπουργού Εξωτερικών Νικ. Μαυρουδή και του υφυπουργού Τύπου και Τουρισμού Θ. Νικολούδη. Τα τραπέζια ήταν διακοσμημένα με ελληνικές και ιταλικές σημαίες, ενώ η τούρτα έφερε πάνω τη φράση «Ζήτω η Ελλάς».
Μετά τις 5 το πρωί της 27ης Οκτωβρίου του 1940, όταν έφυγαν και οι τελευταίοι καλεσμένοι από την ιταλική πρεσβεία, ο πρέσβης Εμμανουέλε Γκράτσι πήρε το αποκρυπτογραφημένο τηλεγράφημα. Επρόκειτο για μια τελεσιγραφική διακοίνωση της ιταλικής προς την ελληνική κυβέρνηση.
«… η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήση από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν – ως εγγύησιν διά την ουδετερότητα της Ελλάδος και ως εγγύησιν διά την ασφάλειαν της Ιταλίας – το δικαίωμα να καταλάβη διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων, διά την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ορισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως μη εναντιωθή εις την κατάληψιν ταύτην και όπως μη παρεμποδίση την ελευθέραν διέλευσιν των στρατευμάτων των προοριζομένων να την πραγματοποιήσωσι…» Το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου βρήκε τον πρέσβη Γκράτσι να παραδίδει το τελεσίγραφο στον Μεταξά. «Όταν τελείωσε την ανάγνωση, με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή: «Alors, c’ est la querre» (σ.σ. ώστε έχουμε πόλεμο)», γράφει ο Γκράτσι. Το «ΟΧΙ»  δεν το είπε ποτέ ο Μεταξάς. Ήταν τίτλος της εφημερίδας «Ελληνικόν Μέλλον της 30ης Οκτωβρίου 1940. Έκτοτε καθιερώθηκε ο μύθος ως γεγονός…
Ο Μεταξάς, βέβαια, όσο αφορά στην ουδετερότητα της Ελλάδας είχε γράψει: «Είμεθα ουδέτεροι εφ’ όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτα δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία και, τις περισσότερες φορές ό,τι κάνομε γίνεται κατά σύστασιν ή παράκλησιν της Αγγλίας. Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης». Εντούτοις, ο Μεταξάς μπροστά στο ενδεχόμενο πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας με την Ιταλία, επιχείρησε να διερευνήσει τη δυνατότητα απεμπλοκής από την Αγγλία και συμβιβασμού με τις απαιτήσεις του φασιστικού μπλοκ της Ευρώπης. Να πώς ο ίδιος περιέγραψε αυτό το θέμα: «Μη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μην φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. ‘Η ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει διά να τον αποφύγωμε… Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν τον Αξονος, μου εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις τη «Νέαν Τάξιν». Προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ «ως εραστήν του Ελληνικού πνεύματος».  Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των… Θα εδημιουργούντο έτσι όχι δύο, όπως το 1916, αλλά τρεις αυτήν τη φοράν Ελλάδες.»
Ο Γεώργιος Καφαντάρης είχε πει με δεικτικό τρόπο για τη στάση του Μεταξά απέναντι στο ιταλικό τελεσίγραφο: «Είπε το ΟΧΙ, ο μόνος Έλληνας που θα μπορούσε να πει το ΝΑΙ», ενώ ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε για το Μεταξικό καθεστώς: «Μικρά μυαλά, μικρές λεπτομέρειες και φόβος, φόβος Θεέ μου, όλους τους συνέχει ο φόβος. Ευνουχισμένοι άνθρωποι. Αντίθετα το ηθικό του μετώπου και του λαού καταπληκτικό. Ζούμε μεγάλες στιγμές».
Εν κατακλείδι, έχουμε να πούμε πως τις αποφάσεις δεν τις επιβάλλουν οι ιδεολογικές και πολιτικές προτιμήσεις των ηγετών, αλλά τα γενικότερα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων στην εσωτερική και διεθνή τους διάσταση.
«Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από την 5ην π.μ σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνο-αλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πάτριου εδάφους», ανακοίνωσε νωρίς το πρωί της 28ης Οκτώβρη το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Η αντίδραση άμεση. Ο λαός πλημμύρισε τους δρόμους της Αθήνας και σχημάτιζε μεγαλειώδεις διαδηλώσεις. «Θάνατος στο φασισμό», φώναζαν ρυθμικά οι διαδηλωτές μπροστά στα μάτια των αστυνομικών. Και όσο και αν φαίνεται απρόσμενο ή αφύσικο, ο λαός με χαμόγελο έγραψε την ιστορία του.
Την μέρα που ξεκίνησε ο φασιστικός πόλεμος.
Βιβλιογραφία- αναφορές:
Νίκος Ψυρούκης: Ο Φασισμός και η 4η  Αυγούστου. 
Γιώργος Μαργαρίτης: Προαγγελία Θυελλωδών Ανέμων.
1936 Ελλάδα Ισπανία, Συλλογικό Έργο.
Ιωάννου Μεταξά: «Ημερολόγιο».
Άλκης Ρήγος: «Το Νέον Κράτος Του Μεταξά»  «Ε Ιστορικά» Τόμος 5
Φοίβος Οικονομίδης: «Η ΕΟΝ ο Μεταξάς και η Γερμανία» «Ε Ιστορικά» Τόμος 5
«Ο Ιωάννης πίσω από τον Μεταξά» Πρόλογος: «Γιατί ο Μεταξάς» του  Στέφανου Κασιμάτη (εφημερίδα «Καθημερινή» http://www.kathimerini.gr/807579/interactive/epikairothta/hgetes/iwannhs-meta3as)

Φάκελος Κύπρου: Πως η Χούντα πρόδωσε την ανοχύρωτη Κύπρο [Ντοκουμέντα]


Γιώργος Στάμκος


Πολλές άβολες αλήθειες και άφθονους σκελετούς από την ντουλάπα έχει ξεθάψει η δημοσιοποίηση  των τεσσάρων πρώτων τόμων από τον περίφημο “Φάκελο Κύπρου”, έπειτα από τριάντα χρόνια από την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών από την Ελληνική Βουλή (Φεβρουάριος 1986 - Μάρτιος 1988).  “Δεν υπήρχε Φάκελος, αλλά κάναμε εμείς Φάκελο”, σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ευάγγελος Κιοσκλής (φάκ. 119, 2.6.1988, σ. 12.). Διότι απλά πολλοί θα ήθελαν όλη αυτή η τραγική ιστορία να θαφτεί στη λήθη και τα όποια εγκλήματα των ενόχων να παραγραφούν.
https://im2.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2018/43/276340-kofewgwej.jpgΜεσολάβησαν από τότε (1988) άλλα τριάντα χρόνια μυστικότητας και ταυτόχρονα έντονης κινητικότητας του Κυπριακού προβλήματος, το οποίο συνίσταται στην παράνομη εισβολή και κατοχή του 36% της μεγαλονήσου από την Τουρκία. Ένα πρόβλημα που παραμένει άλυτο εδώ και 44 χρόνια, δηλητηριάζοντας τις ελληνοτουρκικές σχέσεις κι αποτελώντας έναν παράγοντα αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο κι ένα ανεπούλωτο τραύμα για τον Κυπριακό Ελληνισμό.
Το Κυπριακό είναι ένα διμερές και ταυτόχρονα διεθνές ζήτημα για την επίλυση του οποίου έχει αφιερωθεί άφθονο διπλωματικό κεφάλαιο ξεκινώντας από τον ΟΗΕ και καταλήγοντας στο τρίγωνο Αθήνα-Λευκωσία-Άγκυρα. Κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως “Βατερλώ διαρκείας” της ελληνικής εθνικόφρονης Δεξιάς και της ακροδεξιάς (με κύρια πολιτική της έκφανση τη Χούντα της περιόδου 1967-1974), αλλά και γενικότερα της ελλαδικής εξωτερικής πολιτικής της περιόδου 1950-1974, τα τραγικά αποτελέσματα του οποίου τα πληρώνει ακόμη ο Ελληνισμός και ειδικά ο Κυπριακός λαός. Οι αποκαλύψεις που προέρχονται από τη δημοσιοποίηση του “Φακέλου Κύπρου” συνηγορούν αμείλικτα προς αυτή την κατεύθυνση.
Ως γνωστόν το 1878 η Τουρκία πούλησε την Κύπρο, κατοικημένη τότε κατά 78% από Ελληνο-ορθόδοξους, στη Μ. Βρετανία, η οποία επιζητούσε για την εξυπηρέτηση των αυτοκρατορικών συμφερόντων της, εννέα χρόνια μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, τη στρατηγική και γεωγραφική θέση της Κύπρου. Τριανταεπτά χρόνια αργότερα το Λονδίνο, επιζητώντας να πετύχει τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α' Π. Πόλεμο, πρόσφερε στις 17.10.1915 την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Η Ελληνική Κυβέρνηση της εποχής εκείνης (Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη, φιλοβασιλική και λαϊκοδεξιά) προσανατολισμένη επίμονα στη Γερμανοφιλική πορεία των ελληνικών ανακτόρων, αρνήθηκε την προσφορά. Η Ελλάδα, αν και τελικά εισήλθε στον Α' Π. Πόλεμο στο πλευρό της Ανταντ χάρη στην αποφασιστικότητα του Ελ. Βενιζέλου, δεν ανταμείφθηκε με την υποσχόμενη παραχώρηση της μεγαλονήσου, που παρέμεινε τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, παρότι η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της ήταν Έλληνες.
Με βάση αυτές τις επόμενες συμφωνίες (Λωζάνη 1923), μεταξύ Άγκυρας και Λονδίνου, ο Κεμάλ Ατατούρκ, κάλεσε τους Τουρκοκυπρίους να μεταναστεύσουν στην Τουρκία, αλλά ελάχιστοι υπάκουσαν. Επακολούθησε η ανακήρυξη της Κύπρου ως αποικίας του Βρετανικού Στέμματος (1.5.1925). Μετά τον Β' Π. Πόλεμου, ο αγώνας της ΕΟΚΑ και της πλειοψηφίας του Κυπριακού  λαού για απελευθέρωση από την αγγλική αποικιοκρατία και την ένωση με την Ελλάδα, δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Τελικά, με τη Συνθήκη της Ζυρίχης, που υπογράφηκε στις 11.2.1959 από τις κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ελλάδας και της Τουρκίας, η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη με Ελληνοκύπριο πρόεδρο, Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο, με καθεστώς εγγυήσεων, ξένη στρατιωτική παρουσία και μόνιμες βρετανικές βάσεις. Κοντολογίς επρόκειτο για μια υποθηκευμένη ανεξαρτησία. Ωστόσο η ίδια συνθήκη προέβλεπε στο Άρθρο 185 πως “η καθολική ή μερική ένωσις της Κύπρου μεθ’ οιουδήποτε άλλου Κράτους ή η χωριστική ανεξαρτησία ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΑΙ».
Η ίδια συνθήκη προέβλεπε και την εγκατάσταση στην Κύπρο μιας Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) 950 ανδρών και μιας Τουρκικής Δύναμης Κύπρου (ΤΟΥΡΔΥΚ) με αρχική δύναμη 650 ανδρών, η δράση των οποίων υπήρξε καταστροφική για την ενότητα του νησιού.
Ανοχύρωτη Πολιτεία: Η ανάκληση από τη Χούντα της Ελληνικής Μεραρχίας Κύπρου
Μετά τα αιματηρά γεγονότα του 1963-64 -εξ αιτίας των οποίων η Μ. Βρετανία επέβαλλε ανακωχή και “πέτυχε” τη χάραξη για πρώτη φορά στο κέντρο της Λευκωσίας ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΗΣ γραμμής, που έγινε γνωστή με το όνομα “πράσινη γραμμή” (προωθώντας έτσι την ιδέα διχοτόμησης της Κύπρου)- η ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου (Ένωσις Κέντρου) αποφάσισε να ενισχύσει την άμυνα της Κύπρου -καταστρατηγώντας έτσι τη Συνθήκη της Ζυρίχης-, απέναντι στην απροκάλυπτη τουρκική απειλή για εισβολή και διχοτόμηση, με μία Ελληνική Μεραρχία με συνολική δύναμη 10.000 περίπου ανδρών, επιπλέον της ΕΛΔΥΚ. Συνολικά, μετά το 1965 και μέχρι την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας με απόφαση της Χούντας (Δεκέμβρης 1967 - Γενάρης 1968), οι ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο, ήταν 24.700 άνδρες περίπου (Ελληνοκύπριοι εθνοφρουροί 15.000, ΕΛΔΥΚ 1.200, Ελληνική Μεραρχία 8.500), υποστηριζόμενες από βαρέα όπλα, πλοία, υποβρύχια και αεροσκάφη, αποτελώντας έτσι μια ισχυρή δύναμη αποτροπής απέναντι στην απειλή τουρκικής εισβολής καθώς και μιας γενικευμένης ένοπλης εξέγερσης των Τουρκοκυπρίων. Οι τελευταίοι μπορούσαν να συγκεντρώσουν τότε υπό τα όπλα περίπου 11.000 άνδρες σε συνδυασμό με 1.000 περίπου άνδρες της ΤΟΥΡΔΥΚ.
Τελικά, με δικαιολογία την ύπαρξη άμεσου κινδύνου Ελληνοτουρκικής σύρραξης, στις 29.11.1967 αποφασίστηκε από την τότε Χουντική “Κυβέρνηση Κ. Κόλλια” η  ανάκληση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο. Οι ΗΠΑ, που στήριζαν αρχικά τη Χούντα των Συνταγματαρχών, επωφελούμενες της στρατιωτικής αδυναμίας της Ελλάδας κι επισείοντας τον (ανύπαρκτο) κίνδυνο βουλγαρικής εισβολής στα βόρεια σύνορά της (!), έπαιξαν ρόλο στην αναγκαστική αποχώρηση των Ελληνικών δυνάμεων από την Κύπρο το 1967.
Ο απεσταλμένος του προέδρου Νίξον μετέφερε στην ελληνική πλευρά την αξίωση της Τουρκίας για ανάκληση της Μεραρχίας, αλλά και σύστησε φορτικά στην κυβέρνησή της Χούντας την αποδοχή αυτής της Τουρκικής αξίωσης. Επέφερε έτσι μεγάλη αποδυνάμωση των αμυντικών δυνατοτήτων της Κύπρου και την αποτροπή ενδεχόμενης απόβασης. Οι παραστάσεις του Κύπριου πρεσβευτή στην Αθήνα κ. Κρανιδιώτη στον “υπουργό Εξωτερικών της Χουντικής κυβέρνησης” Π. Πιπινέλη στις 25 και 26.11.67  να αρνηθεί το τουρκικό αίτημα για ανάκληση της Μεραρχίας, αλλά αντίθετα να προχωρήσει σε ενίσχυση της Μεραρχίας και της Κύπρου, δεν εισακούστηκαν διότι, συν τοις άλλοις, η Χούντα θεωρούσε τον πρόεδρο της Κύπρου Μακάριο -με την αδέσμευτη πολιτική του- μεγαλύτερο εχθρό της ακόμη κι από την Τουρκία.
Το τελικό συμπέρασμα (του πορίσματος της Ελληνικής Βουλής για τον “Φάκελο Κύπρου”) πάνω στο θέμα αυτό είναι ότι “η ανάκληση της Μεραρχίας μας από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας που αποφασίσθηκε από τη Χουντική 'κυβέρνηση Κόλλια' και στη συνέχεια εκτελέσθηκε από τη στρατιωτική ηγεσία της εποχής το Δεκέμβρη ’67 - Γενάρη ’68, ενσαρκώνει πράξη εθνικής ντροπής, ενώ παράλληλα συνθέτει και σοβαρότατη αξιόποινη πράξη”. Θα ακολουθούσαν και πολλές άλλες.
Η στοχοποίηση του Μακαρίου
Τα τραγικά γεγονότα του Ιούλη του 1974 (Πραξικόπημα της Χούντας κατά του Μακαρίου και τουρκική εισβολή -Αττίλας Ι) δεν έπεσαν “ως κεραυνός εν αιθρία”, ούτε αποτέλεσαν τον πρώτο κρίκο στη μεγάλη αλυσίδα των όσων συνθέτουν την Κυπριακή τραγωδία, την οποία ερεύνησε τότε (Φεβρ. 1986 - Μάρτ. 1988) σε βάθος η Ελληνική Βουλή στον “Φάκελο Κύπρου”.
Η Χούντα είχε στοχοποιήσει για πολλούς λόγους τον Μακάριο, στον οποίο μάλιστα και έστειλε έντονη και απειλητική υπόδειξη (Γενάρης 1972) να αποχωρήσει από την Προεδρία της Δημοκρατίας και από την ενεργό πολιτική. Την περίοδο εκείνη ο Μακάριος -πρωτεργάτης του Κινήματος των Αδεσμεύτων μαζί με τον Γιουγκοσλάβο Τίτο- είχε κάνει εισαγωγή Τσεχοσλοβάκικων όπλων προκαλώντας “την οργή και μήνι της Χούντας”, τον οποίο κατηγορούσαν πως δεν ήταν επαρκώς αντικομουνιστής και υπέθαλπτε αντιχουντικούς σε Ελλάδα και Κύπρο. Οι συνεχείς συνωμοσίες, οι επανειλημμένες απόπειρες ανθρωποκτονίας κατά του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και γενικά όλες οι απαράδεκτες και εγκληματικές εναντίον του ενέργειες φανερώνουν ότι ο Μακάριος βρισκόταν μόνιμα στο στόχαστρο των ηγετών της Ελληνικής Χούντας
Την ίδια περίοδο και με τις ευλογίες της Χούντας των Συνταγματαρχών ο Στρατηγός Γρίβας “κατήρτισε την εγκληματικήν οργάνωσιν της ΕΟΚΑ Β΄, η οποία κατέστη αιτία και πηγή πολλών δεινών δια την Κύπρον. Γνωστή είναι η δράσις της οργανώσεως αυτής, η οποία, υπό πατριωτικόν μανδύαν και ενωτικήν συνθηματολόγησιν, διέπραξεν πολιτικάς δολοφονίας και πολλά άλλα εγκλήματα”. Αυτή η ακροδεξιά οργάνωση, υποστηριζόμενη κι από Έλληνες αξιωματικούς, που οδήγησε τον Κυπριακό Ελληνισμό σε εμφύλιο σπαραγμό, τύγχανε της εγκρίσεως της Χουντικής κυβέρνησης της Αθήνας. “Η ρίζα του κακού είναι πολύ βαθεία και φθάνει μέχρις Αθηνών”, έγραψε στην επιστολή του (2.7.1974) ο πρόεδρος της Κύπρου Αρχιεπίσκοπος Μακάριου, λίγες μέρες πριν το μοιραίο πραξικόπημα εναντίον του.
Στην ίδια επιστολή, η οποίας επιδόθηκε στον Χουντικό “πρόεδρο” Φαίδωνα Γκιζίκη, από τον Κύπριο πρεσβευτή κ. Κρανιδιώτη στις 3.7.1974, ο Μακάριος επισημαίνει: “Δεν δύναμαι να είπω ότι τρέφω ιδιαιτέραν συμπάθειαν προς στρατιωτικά καθεστώτα και μάλιστα εις την Ελλάδα, την χώραν, η οποία εγέννησε και ελίκνισε την δημοκρατίαν. Αλλά και εις αυτήν την περίπτωσιν δεν παρεξέκλινα της αρχής μου περί συνεργασίας (...) Η από Ελλήνων αξιωματικών στελεχωμένη Εθνική Φρουρά, της οποίας το κατάντημα εκλόνισε την προς αυτήν εμπιστοσύνην του Κυπριακού λαού, θα αναδιαρθρωθή επί νέας βάσεως. Εμείωσα την στρατιωτικήν θητείαν δια να ελαττωθή η οροφή της Εθνικής Φρουράς και το μέγεθος του κακού. Πιθανώς να παρατηρηθή ότι ελάττωσις της δυνάμεως της Εθνικής Φρουράς λόγω συντμήσεως της στρατιωτικής θητείας δεν καθιστά αυτήν ικανήν να ανταποκριθή εις την αποστολήν της εν περιπτώσει εθνικού κινδύνου”. Έτσι, για να αποδυναμώσει την απαράδεκτη παρέμβαση της Χούντας στα εσωτερικά της Κύπρου, ο Μακάριος αποδυνάμωσε άθελά του και την αποτρεπτική δύναμη της Εθνικής Φρουράς έναντι της τουρκικής εισβολής.
“Αυτοσυγκράτηση” διότι “υπήρχε κάλυψις” από τις ΗΠΑ!
Σύμφωνα με το πόρισμα του “Φακέλου Κύπρου” το μοιραίο για την Κύπρο πραξικόπημα της 15.7. 1974 αποφασίστηκε από τους Φαίδωνα Γκιζίκη, “Πρόεδρο της Δημοκρατίας”, τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο “Πρωθυπουργό”, τον Δημήτριο Ιωαννίδη, Αρχηγό της Χούντας και τον Γρηγόριο Μπονάνο, “Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων”, δηλαδή από την κορυφή των Χουντικών. Ως ουσιαστικός αρχηγός της πραξικοπηματικής κατάστασης, αναγνωρίστηκε ο Ιωαννίδης, ο οποίος “δήλωσε, ωμά και καθαρά, ότι αποδέχεται και αναλαμβάνει την ευθύνη για το πραξικόπημα αυτό στην Κύπρο (της 15ης.7.1974), το οποίο απεκάλεσε στρατιωτική ενέργεια”! Στην σύσκεψη των Χουντικών για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου καθορίστηκαν από τον Μπονάνο και οι συνθηματικές εκφράσεις που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν κατά την έναρξη της εκδήλωσης του πραξικοπήματος και κατά την πορεία τους. “Αλέξανδρος εισήχθη κλινικήν”, ήταν η δηλωτική της έναρξης του πραξικοπήματος φράση. “Αλέξανδρος πάει καλά”, ήταν η φράση που σήμαινε καλή εξέλιξη του πραξικοπήματος. “Αλέξανδρος ασθενεί βαρέως”, ήταν η φράση που σήμαινε κακή πορεία του πραξικοπήματος...
Παρά τους ενδοιασμούς του Γεωργίτση ως προς τις συνέπειες του πραξικοπήματος και ειδικότερα τους φόβους του για στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας, ο Ιωαννίδης και ο Μπονάνος, αντέτειναν πως δεν πρόκειται να επέμβει κανένας διότι “υπήρχε κάλυψη”, υπονοώντας πως η “κάλυψη” αυτή είχε παρασχεθεί από την Αμερική. Ενώ “από τα μέσα Μαΐου 1974 μέχρι και της 15 Ιουλίου βλέπαμε μια ασυνήθιστη δραστηριότητα των Τούρκων” (Σταθόπουλος, σελ. 53), οι Χουντικοί δεν φαινόταν να δίνουν και πολύ σημασία σε όλα αυτά, θεωρώντας πως είχαν επαρκείς διαβεβαιώσεις από τις ΗΠΑ για τη μη επέμβαση της Τουρκίας. Έτσι επέμεναν πως απλώς “οι Τούρκοι εκτελούν Ναυτική άσκηση κατόπιν αδείας του ΝΑΤΟ” και ότι  “ο Σίσκο διαβεβαίωσεν την Ελλάδα περί μη επίθεσης Τουρκίας” και, ως εκ τούτου,  πρέπει “να επιδείξωμεν ΑΥΤΟΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗ”!
Το Χουντικό πραξικόπημα κατά του προεδρικού μεγάρου της Κύπρου και του Μακαρίου εκδηλώθηκε τη Δευτέρα 15.7.1974 και ώρα 8.15΄ πρωινή. Ο Ιωαννίδης,που έθεσε τον Κομπόκη επικεφαλής της επιχείρησης κατάληψης του προεδρικού μεγάρου, του είπε: “Θα ήθελα να μου εξασφαλίσετε τη ζωή του Μακαρίου και τη διαφυγή του από την Κύπρο (...) Εάν σκοτωθεί ο Μακάριος, κατά την ενέργεια αυτή, οι μισοί Κύπριοι θα πρέπει να ξεχάσουμε σχεδόν διά παντός ότι είναι Έλληνες. Θα μας μισήσουν κυριολεκτικά. Λατρεύουν τον Μακάριο και θα μας θεωρούν δολοφόνους”.
Το πραξικόπημα τελικά επικράτησε με αποτέλεσμα να θρηνήσουμε πάρα πολλά θύματα. Κατά τον Γεωργίτση υπήρχαν 32 νεκροί από την Εθνοφρουρά και 22 νεκροί από το Επικουρικό Σώμα, κατά δε τον αντιστράτηγο Μπίτο τα θύματα, νεκροί και τραυματίες, υπερέβαιναν τους 300 και κατ’ άλλους τα θύματα ήταν πολύ περισσότερα μια και σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και τα θύματα της θηριωδίας των “άτακτων” της ΕΟΚΑ Β΄και εκείνων που εξόφλησαν προσωπικούς λογαριασμούς, κάτι συνηθισμένο σε εμφυλιοπολεμική σύρραξη.
“Βάλε μια γραβάτα και έλα να σε ορκίσουμε πρόεδρο!”
Μετά την επικράτηση του πραξικοπήματος και την ανακοίνωση από το ΡΙΚ “ο Μακάριος είναι νεκρός” (η ανακοίνωση του θανάτου του Μακαρίου είχε αποφασιστεί στη σύσκεψη της 2 Ιουλίου 1974 στο ΑΕΔ με σκοπό να ελαχιστοποιηθεί η αντίδραση των Μακαριακών) και την μετά λίγες ώρες μετάδοση από το ραδιοφωνικό σταθμό της Πάφου του διαγγέλματος του Μακαρίου, με το οποίο γνωστοποιούσε στους Κύπριους ότι είναι ζωντανός και κατάγγελνε τους πραξικοπηματίες ότι με την ενέργειά τους εξυπηρετούν τη διχοτόμηση της Κύπρου, σε συνδυασμό και με την άρνηση ή μη ανεύρεση των “προέδρων” που είχαν υποδειχθεί από τη Χούντα των Αθηνών, οι πραξικοπηματίες αντιμετώπισαν τα προβλήματα.
Ο Κομπόκης, ο οποίος στην ουσία είχε αναλάβει την αρχηγία του πραξικοπήματος, είδε μετά το μεσημέρι είδε σε κάποιο γραφείο του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς να περιφέρεται ο Σαμψών, πιεζόμενος από την ανάγκη να ορκίσουν ένα “πρόεδρο”, χωρίς προηγουμένως να συνεννοηθεί με την Αθήνα, όπως καταθέτει, του είπε: “Πήγαινε βάλε μια γραβάτα και έλα να σε ορκίσουμε πρόεδρο”. Αυτό και έγινε. Μετά την ορκωμοσία του ο Σαμψών διάβασε το διάγγελμα που είχε ετοιμάσει η Χούντα των Αθηνών και σχημάτισε την “κυβέρνησή” του. Όταν το πληροφορήθηκε ο Ιωαννίδης φέρεται να είπε με αγανάκτηση: “500.000 Έλληνες υπάρχουν στην Κύπρο, αυτόν βρήκατε να κάνετε πρόεδρο”.
Ο  Μακάριος, αντιλαμβανόμενος ότι η παραμονή του στην Κύπρο εγκυμονεί κινδύνους για την προσωπική του ασφάλεια και ότι δεν έχει δυνατότητες αντίστασης, κατέφυγε στο Φιλανδικό απόσπασμα του ΟΗΕ που έδρευε στην Πάφο κι από εκεί με ελικόπτερο μεταφέρθηκε στην Αγγλική βάση του Ακρωτηρίου όπου του παραχωρήθηκε αεροπλάνο, το οποίο και τον μετέφερε στη Μάλτα.
Σύμφωνα με το πόρισμα της Ελληνικής Βουλής “οι ΗΠΑ συμμετείχαν ενεργά στη λήψη της απόφασης για ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, διαβεβαιώνοντας τον Ιωαννίδη ότι δεν θα επενέβαινε η Τουρκία και ότι γι’ αυτές θα ήταν επιθυμητή η απομάκρυνση του Μακαρίου από την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας, γιατί ήταν επικίνδυνος για την ασφάλεια της Δύσης, αφού ο ίδιος ο Κίσιντζερ τον είχε αποκαλέσει 'Κάστρο της Μεσογείου'”.
Η ευθύνη των ΗΠΑ
Για τους Χουντικούς ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν επικίνδυνος και εθνικά απαράδεκτος. Βέβαια οι “πάτρωνες” του Ιωαννίδη, οι ΗΠΑ, όπως αυτό τελικά αποδείχθηκε από τα γεγονότα που επακολούθησαν, δεν στόχευαν μόνο στην αντικατάσταση του Μακαρίου στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά παράλληλα επεδίωκαν και την παραχώρηση είτε με συμφωνία της Χούντας των Αθηνών (πρόταση SISCO για παραχώρηση κάποιας διεξόδου στη θάλασσα, στην Τουρκία) είτε με στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας κάποιου τμήματος του νησιού, ώστε να εξασφαλιστούν από μία πιθανή ουδετεροποίηση της Κύπρου και να μπορούν να διατηρούν τον έλεγχο σ’ όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Η παραπάνω άποψη για τα απώτερα σχέδια των ΗΠΑ για συγκυριαρχία ή διχοτόμηση της Κύπρου, ενισχύεται και από το διάγγελμα της 15.7.1974 του Μακαρίου με το οποίο κατάγγειλε ρητά τη Χούντα των Αθηνών, ότι με την ενέργειά της εναντίον του διευκόλυνε τα σχέδια διχοτόμησης του νησιού. Ωστόσο δε στοιχειοθετείται από το αποδεικτικό υλικό ότι η Κυβέρνηση των ΗΠΑ επεδίωκε τη διχοτόμηση της Κύπρου και ότι αποδεχόταν τον προφανώς επαπειλούμενο κίνδυνο έκρηξης πολέμου μεταξύ δύο μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας (Ελλάδας Τουρκίας).
Πιθανόν η Χούντα των Αθηνών να είχε σαν απώτερη βλέψη-όνειρο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά γνώριζε πολύ καλά ότι αυτό ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί, αν οι ΗΠΑ δεν έδιναν το πράσινο φως, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι το σύνθημα “ένωση” το συντηρούσαν οι επικεφαλής της Χούντας απλά και μόνο για να ζυμώνουν τους κατώτερους αξιωματικούς, ώστε να στηρίζουν τις οποιεσδήποτε επιλογές τους, τις οποίες μόνο εκείνοι που ήταν πολύ κοντά τους γνώριζαν.
Το γεγονός πάντως είναι πως η Τουρκία ήταν στρατιωτικά έτοιμη να επέμβει στην Κύπρο και καραδοκούσε περιμένοντας μόνο την αφορμή που της την έδωσε η Χούντα των Αθηνών με την ανατροπή του Μακαρίου, η οποία έγινε με την προτροπή και τις ευλογίες των ΗΠΑ, καθώς και με την ανοχή της Αγγλίας, αλλά και της Σοβιετικής Ένωσης.
Ωστόσο οι Χουντικοί Ιωαννίδης, Μπονάνος, Γαλατσάνος, καθώς και οι Γκιζίκης και Ανδρουτσόπουλος, θεωρούσαν πως πρώτος εχθρός ήταν ο Μακάριος και έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθεί ή έστω να ανατραπεί. Έτσι όμως, “αποφασίζοντας και διατάσσοντας”, ενεργούσαν σε πλήρη και σαφή γνώση ότι έδιναν στους Τούρκους την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους και να δημιουργήσουν πολεμική σύρραξη με τη σύμμαχη χώρα, καθώς και κατάσταση επικείμενου πολέμου με την Ελλάδα.
Απόφαση "Απόβαση"
Στο διάστημα που μεσολάβησε από την μέρα του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου (15.7.1974) μέχρι της εισβολής των Τούρκων στη Μεγαλόνησο (20.7.1974), άρχισαν να κυκλοφορούν πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες παρατηρούνται με τα κινήσεις στρατευμάτων με αεροσκάφη, που κατευθύνονται προς τη Βουλγαρία μέσω πολλών χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Πληροφορίες παραπλανητικές για να στρέψει η Αθήνα τις ανησυχίες της μακριά από την επικείμενη τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Το πεδίο ήταν πλέον ανοικτό για την τουρκική επέμβαση. Η διαταγή για την εκκίνηση των πλοίων του Τουρκικού στόλου από τις τουρκικές ακτές δόθηκε από τον Αρχηγό του τουρκικού Στρατού, που βρισκόταν στα Άδανα, στις 5 η ώρα το απόγευμα της 19.7.1974. Η απόβαση των Τούρκων στη  μεγαλόνησο ξεκινούσε. Κι όμως ο ο αρχηγός του ΓΕΕΦ ταξίαρχος Γεωργίτσης (σελ. 85 της κατάθεσής τουΦ1), χαρακτήριζε την ενέργεια των Τούρκων όχι ως απόβαση, ΑΛΛΑ ΩΣ ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ, με άλλα λόγια ως “άσκηση ενός νόμιμου δικαιώματος” της Τουρκίας! Ο ΑΤΤΙΛΑΣ Ι είχε πλέον ξεκινήσει, καθώς όπως έγραψε πριν από 2.400 χρόνια ο Θουκιδίδης: “Στον πόλεμο οι ευκαιρίες δεν περιμένουν”, (Α 142).
Στη συνέχεια: Από τον ΑΤΤΙΛΑ Ι στον ΑΤΤΙΛΑ ΙΙ. Ο “Φάκελος Κύπρου” αποκαλύπτει το χρονικό μιας προδιαγεγραμμένης εθνικής τραγωδίας.
* Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Δημήτρης Μανιάτης: «Το λαϊκό τραγούδι βρίσκεται υπό διωγμό»




Στον Δημήτρη Κούλαλη
Συνάντησα τον Μανιάτη στα «στέκια» του, όπως λέει κι ό ίδιος, κάπου στο Κολωνάκι. Τα όσα είπαμε σ’ εκείνο τον καφέ, εμφάνισαν μπρος στα μάτια μου όχι μόνο τον Γαβαλά, αλλά μια ολόκληρη εποχή.
Μια συζήτηση για το λαϊκό τραγούδι, τη σχέση του με τον κόσμο της εργασίας, τη θέση του στο παρελθόν και σήμερα, την ίδια εν τέλει τη μουσική. Αλλά και για τις προσωπικές ιστορίες όταν τα φώτα της σκηνής σβήνουν, την πολιτική, την Ιστορία και πολλά άλλα.
Γιατί τον Πάνο Γαβαλά; Τι είναι αυτό που σε ώθησε να γράψεις ένα βιβλίο για τον Γαβαλά και όχι για κάποιον άλλο;
Θεωρώ ότι υπάρχει ένα εκκρεμές αίτημα στο επίπεδο της καταγραφής του τρόπου ζωής των μεταπολεμικών λαϊκών τραγουδιστών της πρώτης γραμμής. Άνθρωποι που στάθηκαν παρηγορητικά για πολλές δεκαετίες απέναντι στον κόσμο της εργασίας, στον κόσμο του λαού, τον ταλαιπωρημένο μεταπολεμικό ελληνικό κόσμο.
Η σχέση με τον Γαβαλά -ακόμη περισσότερο, ακόμη πιο υποφωτισμένη περίπτωση του λαϊκού τραγουδιού ο ίδιος-  έγινε σχεδόν από συνοικέσιο. Ο φίλος μου ο μαέστρος και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, Θανάσης Πολυκανδριώτης είναι ο άνθρωπος που ουσιαστικά μου είπε ότι τα παιδιά του Πάνου ενδιαφέρονταν για ένα βιβλίο, επιτέλους, που θα μπορούσε να συνοψίσει τον βίο του πατέρα τους.
Κάπως έτσι, έγινε. Αρχικά λοιπόν, ήταν «συνοικέσιο». Βέβαια, δε χρειάστηκε πολύ σπρώξιμο μέσα μου, με την έννοια ότι αγαπούσα τον Πάνο Γαβαλά, και πολύ περισσότερο στην πορεία της έρευνας κατάλαβα πόσο υποφωτισμένη είναι η ζωή και η πορεία του. Πολύ περισσότερο, επειδή τέμνεται από τις ταλαιπωρίες, τις αγωνίες, τις προσδοκίες, τις ελπίδες, τις ανατάξεις όλου του λαού. Είναι πρόσωπο αδιαίρετο σε σχέση με ότι εξελισσόταν γύρω και αυτό ήταν κάτι που με «ιντρίγκαρε» ακόμη περισσότερο.
Για αυτό λοιπόν, τον Πάνο Γαβαλά. Και για έναν ακόμη λόγο: Γιατί ο ίδιος στάθηκε μακριά από τα ΜΜΕ. Κι αυτό επίσης με «ιντρίγκαρε». Οι συνεντεύξεις του Γαβαλά είναι μετρημένες στα δάκτυλα. Δεν υπάρχει, ακόμη, τηλεοπτική του συνέντευξη. Υπάρχει τηλεοπτική του παρουσία, αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία του σε οπτικοποιημένη μορφή.
Όλοι όσοι έχουν μιλήσει για τον Πάνο Γαβαλά, σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνεσαι και εσύ, κάνουν λόγο για έναν αντιστάρ μεγάλο λαϊκό βάρδο. Κατά τη γνώμη σου, πρόκειται για κάποια ιδιοτροπία του Γαβαλά, ήταν σνομπ ή φοβικός απέναντι στον Τύπο ή αποτελούσε μια στάση ζωής που συνδεόταν άρρηκτα με την πολιτική του ταυτότητα, όπως την έχεις αναδείξει και επισημάνει και εσύ στο βιβλίο;
Ο Πάνος Γαβαλάς υπήρξε μια περίπτωση καλλιτέχνη και δημιουργού που θεωρούσε και πίστευε, όπως και άλλοι της γενιάς του, ότι αν πρέπει να μιλήσουν, θα μιλήσουν με τη δισκογραφία τους, τα τραγούδια τους, τη φωνή τους, με τον τρόπο που στέκονται μέσα στη νύχτα. Για αυτό ακριβώς είχε αυτή τη στάση απέναντι στα Μέσα. Βεβαίως, άλλοι συνομήλικοί  του έδιναν συνεντεύξεις πιο εύκολα. Ο Στέλιος, για παράδειγμα, έχει δώσει αρκετές συνεντεύξεις.
Ο Γαβαλάς, ωστόσο, εκτός του ότι θεωρούσε ότι η αξία του καλλιτέχνη είναι ακριβώς αυτό το οποίο παρουσιάζει, είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τα Μέσα, υπό την έννοια ότι έβλεπε καχύποπτα τον μηχανισμό που σιγά σιγά γιγαντωνόταν γύρω του και ερχόταν να βάλει στην άκρη την καλλιτεχνική δημιουργία και αξία, ώστε να κυριαρχεί εκείνος. Τι εννοώ; Απ’ τα τέλη του ’60, ήδη, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ένας μηχανισμός στη νύχτα και στη δισκογραφία, παράλληλος με την καλλιτεχνική πορεία τού κάθε δημιουργού. Ήταν ο πρώιμος μηχανισμός των δημοσίων σχέσεων, της προώθησης καλλιτεχνών, των πληρωμένων άρθρων. Υπήρχαν το ’60 αυτά. Ας μην τα εξιδανικεύουμε. Υπήρχαν λαϊκά περιοδικά που εκβίαζαν την προβολή των καλλιτεχνών και την ανάδειξή τους ή που είχαν λόγο ακόμη και για το ίδιο το πρόγραμμα. Όλα αυτά ο Γαβαλάς τα είδε από την πρώτη στιγμή, τα είδε με μια τεράστια αρνητική στάση. Σε αυτό, φυσικά, βρίσκει κανείς και μια εμβρυακή πολιτική στάση. Μια στάση που λέει ότι εγώ δε θέλω τον μηχανισμό που διαμορφώνεται γύρω μου, δε με αφορά. Αυτό, βέβαια, είχε κόστος.
Δηλαδή;
Όταν όλοι υποκύπτουν σε αυτόν τον μηχανισμό, όταν αυτό γίνεται κομμάτι πια της νύχτας, και μιλώ για το μιντιακό κατεστημένο περισσότερο και όχι τόσο για τις μεγάλες εφημερίδες, μιλώ για το παρασύστημα που διαμορφώθηκε το ’60 και γιγαντώθηκε τη δεκαετία του ’70, εκ των πραγμάτων στοιχίζει στον καλλιτέχνη και ειδικά στον Γαβαλά, ο οποίος από το 1965 φεύγει και από τις μεγάλες εταιρείες-έχουμε τη ρήξη και με την Columbia- διπλή ρήξη. Οποιονδήποτε άλλο καλλιτέχνη θα τον είχαν «θάψει». Φαντάσου όμως, πόσο μεγάλη ήταν η καλλιτεχνική του αξία που το κοινό του δεν απομακρύνθηκε ποτέ από εκείνον.
Άρα λοιπόν, μιας και ανέφερες την Columbia, μιλάμε για εκείνον τον «αθόρυβο επαναστάτη», όπως τον χαρακτηρίζεις στην εισαγωγή, που πήρε το «όπλο» του και μπόρεσε να βγει «καθαρός» αφήνοντας ως μοναδικό κληροδότημά του τη δουλειά του;
Νομίζω τα κατάφερε. Δεν πιστεύω στην αξιωματική της καθαρότητας. Θεωρώ ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο μεικτά γύρω μας και οι στάσεις των ανθρώπων και οι συμπεριφορές. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι στάθηκε με μια τεράστια αξιοπρέπεια στον χώρο αυτό. Κάτι που φαίνεται από το γεγονός ότι δεν κατάπιε όλη αυτή την ιστορία των δισκογραφικών και την προσπάθειά τους να εκμεταλλευτούν την πνευματική περιουσία που παρήγαγαν οι καλλιτέχνες. Κι άλλοι έκαναν ρήξεις. Ο Γαβαλάς όμως το πήγε μέχρι τέλους. Κι όταν μιλάμε για Columbia το ’60, μιλάμε όχι απλά για μια εταιρεία, αλλά για τον μεγαλύτερο πολιτιστικό πόλο της εποχής που κατεύθυνε και διαμόρφωνε το ελληνικό τραγούδι. Αυτή του η μοναχική στάση και η αξιοπρέπεια είναι κάτι που εμένα προσωπικά με συγκινεί.
Ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο εντοπίζει κανείς διάσπαρτο μέσα στο βιβλίο, είναι η αρτιότητα των ορχηστρών που πλαισιώνουν τον Γαβαλά, η έμφαση στον ήχο, αλλά και ο σεβασμός στο επάγγελμα του μουσικού. Από πού πηγάζει αυτή του η στάση απέναντι στους μουσικούς συνεργάτες του;
Για τον Γαβαλά η ορχήστρα του, οι συνεργάτες του δηλαδή, από τη Ρία Κούρτη και τον Κοινούση μέχρι τον Πολυκανδριώτη και τον Καράμπελα, όλες αυτές οι τεράστιες ορχήστρες του ’60 και του ’70, ήταν η οικογένειά του. Ήταν οι άνθρωποι με τους οποίος στεκόταν στην ίδια ακριβώς γραμμή. Βγαίνανε μαζί, τρώγανε μαζί, πήγαιναν εκδρομές μαζί. Για αυτό και αντιμετώπιζε και τα αφεντικά της εποχής από την μεριά των συνεργατών του κι όχι από τη μεριά των αφεντικών. Δεν είναι λίγες οι φορές, περιγράφεται τέτοιο περιστατικό στο βιβλίο, που απειλούσε ότι θα φύγει από μαγαζιά γιατί δεν ήταν εντάξει τα ζητήματα με τους συνεργάτες του. Υπήρξε περιστατικό που πλήρωνε ο ίδιος συνεργάτη του ενώ δεν το αποκάλυπτε ότι είναι ο ίδιος, επειδή δεν τον πλήρωνε το αφεντικό. Υπάρχουν κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις αλληλεγγύης και σεβασμού στο λαϊκό τραγούδι.
Όπως;
Μανώλης Χιώτης. Είναι μια κατεξοχήν τέτοια περίπτωση. Εδώ, θα σου πω σύντομη ιστορία πάνω σ’ αυτό. Κάποτε, όταν τελείωσε το πρόγραμμά του, κι αφού είχε συμφωνηθεί με τον ιδιοκτήτη όταν τελειώνουν να τρώνε στο μαγαζί, έφεραν σε εκείνον και στη Λίντα μπριζόλα, ενώ στους υπόλοιπους συνεργάτες του φακές. Έκανε τότε μεγάλο καβγά στον ιδιοκτήτη, λέγοντάς του ότι η φακή τη νύχτα είναι σαν να καταπίνεις σίδερο, «θέλω να βγάλεις μπριζόλα και για τους υπόλοιπους».
Τις ίδιες αρχές είχε και ο Γαβαλάς. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε σχεδόν πάντα τις ίδιες ορχήστρες. Το γεγονός ότι είχε μια στιβαρή, συμπαγή ορχήστρα δείχνει ότι ήταν σαν στρατός. Κι είναι ένα παλιό ήθος αυτό. Σχεδόν σπάνιο.
Παρατηρώντας κανείς την πορεία του διαπιστώνει ότι έχει να κάνει με ένα κατ’ εξοχήν παράδειγμα λαϊκού καλλιτέχνη. Απ’ τον μεροκαματιάρη της Καισαριανής στα μεγάλα πάλκα της Αθήνας. Σ’ όλη αυτή την πορεία, ποια η σημασία της γειτονιάς στη μετέπειτα εξέλιξή του;
Ο Γαβαλάς ανήκει σ’ αυτούς τους δημιουργούς καλλιτέχνες που δεν ξέχασαν ποτέ από πού ξεκίνησαν. Το θεωρώ ιερό και σπάνιο. Ανήκει επίσης σ’ αυτούς τους καλλιτέχνες που μπόρεσαν με δυσκολία, αλλά με θριαμβευτικό τρόπο, να μεταπηδήσουν απ’ αυτό που λέμε ερασιτεχνικό κύκλωμα μουσικών της γειτονιάς στο κεντρικό στερέωμα, δηλαδή στο κεντρικό κύκλωμα της νύχτας – ήδη απ’ τη δεκαετία του ’40 μιλάμε τώρα- και από εκεί στις μεγάλες πίστες της δεκαετίας του ’70 που, εν πολλοίς, άρχισαν να αλλοιώνουν και να μετασχηματίζουν το ίδιο το λαϊκό τραγούδι.
Η γειτονιά δεν έφυγε μέσα από τον Γαβαλά, παρότι ο Γαβαλάς μετακόμισε σχετικά νωρίς.
Κι αυτό οφείλεται σε συγκεκριμένους παράγοντες: Αρχικά, το μουσικό του αποτέλεσμα, ήταν αποτέλεσμα του συγχρωτισμού του και της σύμπλευσής του με τους συνομηλίκους του, με κυρίαρχο πρόσωπο τον Νίκο Μεϊμάρη, τον συνθέτη των «Γλάρων», που είναι ο άνθρωπος με τον οποίο άρχισαν να παίζουν στις μικρές ταβέρνες της περιοχής. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η εποχή που διαμορφώνεται σαν μουσικός είναι η εποχή που δεν παραιτείται απ’ το γεγονός ότι κάνει πάρα πολλές δουλειές για να ζήσει.  Σχεδόν δεν κοιμόταν ο Γαβαλάς πριν περάσει οριστικά στη μουσική, μετά το ’56. Η ζωή του εκείνη την περίοδο είναι αφιερωμένη στο μεροκάματο. Είναι ένας επινοητικός βιοπαλαιστής ο Πάνος Γαβαλάς.
Αυτά, δεν τα ξέχασε ο Γαβαλάς, ποτέ! Ποτέ δεν ξέχασε το γεγονός ότι ήταν ένα παιδί που γεννήθηκε στο Βατραχονήσι, ήταν απ’ τα νησιά, δούλεψε σ’ όλες αυτές τις δουλειές που έκανε, από τσαγκάρης μέχρι ψαράς, και σκάρωσε όλους αυτούς τους μουσικούς ήχους μες στις γειτονιές αυτές, πριν μεταπηδήσει στα κέντρα.
ΕΑΜ…
Η περίπτωση Γαβαλά αποδεικνύει, χωρίς κανένα κομματικό πρόσημο, τι γιγαντιαίο κίνημα και τι γιγαντιαία περίπτωση υπήρξε για τον 20ο αιώνα το ΕΑΜ. Το ΕΑΜ υπήρξε το παράδειγμα της άλλης ζωής. Αυτή είναι η επιτυχία του ΕΑΜ. Κι αυτό πρέπει να ξαναβρεί η Αριστερά, για να μιλήσουμε και λίγο για το σήμερα. Δηλαδή, το ΕΑΜ, όταν οι άλλοι ήταν στο Κάιρο, έκανε συσσίτια. Αυτό για μένα είναι το κλειδί τού πώς πείθεις τον κόσμο.
Μόνο αν η Αριστερά και το λαϊκό κίνημα φτιάξουν το άλλο παράδειγμα, θα μπορούν να μιλήσουν με ηγεμονικούς όρους.
Ο Γαβαλάς μπήκε στην ΕΠΟΝ Γούβας για τον πιο προφανή λόγο: Γιατί μπήκε όλη η γενιά του. Θα μου πεις, βέβαια, μπήκε όλη η γενιά του απ’ τη στιγμή που υπήρχαν και δωσίλογοι; Όχι. Μπήκε, όμως, η πλειοψηφία των παιδιών των λαϊκών συνοικιών. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Στο ΕΑΜ μπήκε.
Ο Γαβαλάς υπήρξε ένα ανήσυχο πνεύμα. Κι εδώ, επιστρέφουμε στο προηγούμενο. Πρωτογενώς, είχε μια ταξική ματιά στα πράγματα. Ήταν άνθρωπος του μεροκάματου. Τον ενδιέφεραν οι συνεργάτες του, να ζει την οικογένειά του. Με αυτόματο τρόπο εναντιώθηκε στον χιτλεροφασισμό. Δε λέω βέβαια ότι ήταν αυτόματο για όλους. Πολλοί, δε μίλησαν. Πολλοί, υποτάχτηκαν. Πολλοί μπήκαν στα Τάγματα Ασφαλείας, πάλι λαϊκά παιδιά μπήκαν κι εκεί. Στις γειτονιές  του Γαβαλά, όμως, το ΕΑΜ ήταν το παράδειγμα της άλλης ζωής.

Στο βιβλίο αναφέρεσαι και στη συμμετοχή του στα Δεκεμβριανά…
Συμμετείχε, ναι. Γρήγορα αποστασιοποιήθηκε, βέβαια, στη μετέπειτα έκβαση του Εμφυλίου. Παρακολουθούσε ωστόσο τα τεκταινόμενα. Έδωσε βάση στη μουσική του, έλεγε μια φράση που τη θεωρώ συγκινητική: «Ανήκω σ’ όλους»· είναι σοβαρό αυτό, πρέπει να το δούμε.
Ποτέ, όμως, ξαναλέω, δεν ξέχασε από πού ξεκίνησε, παρότι δεν το υπενθύμιζε και ποτέ δεν το εξαγόρασε. Όταν μπήκε στην ΕΠΟΝ, δεν μπήκε σε έναν εξωραϊστικό σύλλογο γραμματοσήμων. Μπήκε σε περίοδο ναζιστικής Κατοχής. Σε περίοδο που καραδοκούσαν οι Χίτες και οι Ταγματασφαλίτες. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και θυμίζω, γιατί έχει σημασία, με τεράστιο πια πρόβλημα υγείας, με καρκίνο στον λάρυγγα δέχτηκε να πάει στη μεγάλη συναυλία της ΚΝΕ, το ’86, στο ΣΕΦ, για το κοινωνικό- λαϊκό τραγούδι· ο γιος του, του είχε πει: «Μην πας, ρε πατέρα, είσαι χάλια». Για να του απαντήσει ο Γαβαλάς: «Πρέπει να πάω». Kαι πήγε κι είπε το Σιγανοψιχάλισμα. Είναι μια ιδιαίτερη στιγμή αυτή για τις νεότερες γενιές.
Ο Γαβαλάς και η Κούρτη μεγαλουργούν σε μια Ελλάδα καμίνι ιστορικής πόλωσης. Σε μια Ελλάδα όπου οι πολυκατοικίες οικοδομούν το νέο συλλογικό υποκείμενο, ενώ τα τραύματα της φτώχειας, της Κατοχής και του Εμφυλίου παραμένουν εμφανή. Αυτός ο κοινωνικός καμβάς πώς αποκρυσταλλώνεται στο ιδιαίτερο γαβαλικό κοινό;
Καταρχάς, επέμεινα στη δισκογραφία της νύχτας καθώς θεωρώ τη νύχτα παρακολούθημα της μέρας. Η νύχτα αντανακλά εν πολλοίς πού πάει η κοινωνία. Έχω τη γνώμη ότι ο Γαβαλάς με τη στάση του και τα τραγούδια του συνέβαλε στο να διευρυνθεί- να ανοίξει το κοινό. Άρα, η απεύθυνση να είναι πιο μαζική. Επειδή είχε αυτό το ύφος και αυτόν τον βελούδινο τόνο στη φωνή συνέβαλε στην προσέλκυση πιο μεσαίων στρωμάτων, τα οποία όμως εκ των πραγμάτων, αφού όλη η κοινωνία άλλαζε, αναζητούσαν με τη σειρά τους τις νέες εστίες διασκέδασης.
Απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’60, η παλιά μικρομεσαία ταβέρνα ή το παλιό μικρομεσαίο κοσμικό κέντρο τύπου «Τζίμης ο Χοντρός» κ.ά. αρχίζει να διευρύνεται και να γίνεται πίστα. Με αποκορύφωμα το ’70 βέβαια, που ‘χουμε τη «Νεράιδα» κι όλα τα άλλα, στα πλαίσια μιας γενικότερης αλλαγής στη νύχτα.
Ο Γαβαλάς συνέβαλε στο να διευρυνθεί το κοινό. Είχε ένα καινούριο, μουσικόφιλο κοινό μεσαίων στρωμάτων που αναζητούσε το λαϊκό τραγούδι σε μια, αν θέλεις, πιο εκλεπτυσμένη μορφή του. Δεν υπήρξε ο ίδιος φορέας αποκλεισμού για τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα που έτσι κι αλλιώς τον ακολουθούσαν ή άκουγαν τα τραγούδια του.  Ήταν για όλους.
Θα είχαμε την ιστορική νομιμοποίηση να ισχυριστούμε ότι μαζί με τον Χιώτη εισήγαγαν το λαϊκό τραγούδι στα σαλόνια των κυριάρχων οικονομικά στρωμάτων;
Κοίτα, αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα τώρα. Μια κουβέντα που δεν τελειώνει ποτέ, γιατί, αν απαντήσω σχηματικά, θα σου πω ναι, παρόλα αυτά, όμως, πρέπει πάντα να αναζητούμε τους όρους με τους οποίους το έκαναν. Ποια ήταν αυτά τα ανώτερα στρώματα. Είναι μια κουβέντα αυτή, ένας ολόκληρος διάλογος. Για μένα σίγουρα έπαιξαν ρόλο στο να κατοχυρωθεί με έναν πιο ευρύ τρόπο το λαϊκό τραγούδι. Να γίνει δηλαδή, πιο διαταξικό.
Η περίοδος της Χούντας πώς βρίσκει τον Γαβαλά;
Κοίταξε, έτσι κι αλλιώς ήταν δύσκολα για όλους. Η Χούντα δεν έπαιξε μόνο βάρβαρο ρόλο σ’ αυτό που λέμε δικαιώματα και ελευθερίες, αλλά κατακρεούργησε τα χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού, κάτι που το πλήρωνε χρόνια το δημοτικό τραγούδι, την οικειοποίησή του από τους δικτάτορες. Αντίστοιχα, ελαφροποιήθηκε και το μαζικό, λαϊκό τραγούδι. Αυτό συμβαίνει την περίοδο της Χούντας. Την περίοδο που έχουμε τις μεγάλες πίστες, που μπαίνουν στη μέση στα κέντρα οι μαέστροι και τον έλεγχο πλέον δεν τον έχουν οι μπουζουξήδες ή οι τραγουδιστές, πράγμα για το οποίο ο Γαβαλάς φέρει τεράστιες αντιρρήσεις. Ελαφροποιούνται εν ολίγοις τα πράγματα, προστίθενται όργανα κ.ά. Προσοχή, δεν λέω ότι τα έκανε η Χούντα αυτά, αλλά ένα πολιτιστικό γεγονός το βλέπεις πάντα υπό το πρίσμα της πολιτικής πραγματικότητας. Η Χούντα ενθάρρυνε από την άλλη το ελαφρύ λαϊκό τραγούδι. Γιατί δεν μπορεί να είναι το ίδιο το «Κάποια μάνα αναστενάζει» με το «Ο Γιώργος είναι πονηρός». Είναι άλλο τραγούδι το ένα, άλλο τ’ άλλο. Για να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε. Ο Γαβαλάς, όπως και οι μεγάλοι τραγουδιστές της πρώτης γραμμής, κατά τη γνώμη μου, μπαίνουν πίσω κι αρχίζουν και χτίζονται νέα λαϊκά πρότυπα. Την περίοδο εκείνη, συγκεκριμένα από το ’72 και έπειτα που κλείνει η εταιρεία, έχει να διαχειριστεί το μεγάλο τραύμα της Sonata. Πρέπει να διαχειριστεί την οικονομική κρίση που του αφήνει. Ενώ ταυτόχρονα με το πρόβλημα υγείας του φεύγει στο εξωτερικό, συνεχίζει στα κέντρα εδώ, βέβαια λίγο πιο έξω, πιο μετατοπισμένα από το κεντρικό σύστημα, το οποίο πλέον  διαμορφώνεται με νέους όρους κι από αυτήν την ελαφροποίηση, στην οποία ήταν τελείως απέναντι ο Γαβαλάς.
Στο βιβλίο επισημαίνεται η εργαλειοποίηση της εικόνας και της απήχησης του Γαβαλά από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς των Απριλιανών…
Ναι, αυτό συνέβαινε, χωρίς βέβαια δική του ευθύνη. Είναι η εικόνα με τα πιάτα. Η Χούντα για να προβάλλει ότι οι μέρες της συνοδεύονται από μία ευμάρεια ταξική- οικονομική, εκμεταλλεύεται πολύ μεγάλους λαϊκούς καλλιτέχνες. Καμία σχέση. Ούτε ο Γαβαλάς ευθύνεται, ούτε κανείς άλλος. Πρόκειται πολύ απλά για μια προσπάθεια οικειοποίησης από την ίδια τη Χούντα ενός πράγματος, το οποίο είχε απήχηση στον κόσμο. Δεν το κάνει τυχαία. Δεν πάει να οικειοποιηθεί κάτι που δεν έχει επίδραση. Υπενθυμίζει ότι ορίστε: «Περνάτε καλά»… Είναι η εργαλειοποίηση του μαζικού θεάματος.
Λίγο πριν το τέλος, έχουμε δει όλα αυτά τα χρόνια δεκάδες αφιερώματα στο λαϊκό τραγούδι και τους κυριότερους εκπροσώπους του. Ωστόσο, αν παρατηρήσει κανείς πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι τα αφιερώματα για τον Γαβαλά είναι ελάχιστα. Πού το αποδίδεις  αυτό;
Αυτό δεν είναι πρόβλημα του Γαβαλά.
Προφανώς.
Είναι πρόβλημα των φορέων που οργανώνουν κάθε φορά κάτι. Η ημιμάθεια κυριαρχεί στην Ελλάδα. Τα στερεότυπα κυριαρχούν στην Ελλάδα. Το λαϊκό τραγούδι επίσης, βρίσκεται υπό διωγμό. Κι απ’ τα μαζικά Μέσα, ακόμη και τώρα. Είναι διωγμένο. Δεν είναι τυχαίο ότι ακούμε πολλές φορές ένα απαξιωτικό, μεταξικό λεξιλόγιο τού τύπου η «μπουζουξού». Το λαϊκό τραγούδι αναγκάζεται να κρύψει το μπουζούκι ξανά για να μην χαρακτηριστεί λαϊκό. Γνωρίζουμε τέτοιες καταστάσεις. Κυριαρχεί και προβάλλεται επίσης ένα άλλο είδος τραγουδιού που είναι πιο σύνθετο, αλλά και πιο απλό στον πυρήνα του. Γιατί το λαϊκό τραγούδι, το δομημένο στη μονοφωνική παράδοση και το μπουζούκι είναι ένα σπουδαίο είδος τραγουδιού. Απέναντί του όμως έχει την τηλεοπτικοποίηση των πάντων που κυριάρχησε για 20- 30 χρόνια.
Κλείνοντας, θα ήθελα να γεμίσω ένα «φλασάκι» με τα καλύτερα κατά τη γνώμη σου τραγούδια του Πάνου Γαβαλά. Ποια θα συμπεριελάμβανες σ’ αυτό;
Θα συμπεριελάμβανα σίγουρα τα μεγάλα του εμβλήματα. Δηλαδή: «Γλάροι», «Σιγανοψιχάλισμα», «Μακριά μου να φύγεις». Αλλά και πιο άγνωστα τραγούδια όπως το «Πόσο μου ‘χεις λείψει». Το «Σταυροδρόμι», επίσης. Το «Φύγε κι άσε με». Τον ύμνο της νύχτας, το «Γλυκέ μου τύραννε». Αλλά και τραγούδια λίγο παρεξηγημένα από τον τρόπο που έχουν ειπωθεί μεταγενέστερα. Το «Λαϊκό τσατσά», ας πούμε, το θεωρώ ένα δραματικό τραγούδι.
Αυτά θα μπορούσα να ξεχωρίσω. Νομίζω πως έχει αρκετό πλούτο ο Γαβαλάς για να διερευνηθεί και να ανακαλυφθεί περαιτέρω, τα τραγούδια του. Ας μην μένουμε μόνο στα προφανή. Το λέω και για τις μελλοντικές γενιές.
Info: To βιβλίο του Δημήτρη Μανιάτη, «Πάνος Γαβαλάς-Μια φωνή όλο φως» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη σε όλα τα βιβλιοπωλεία.
Το Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018, στις 19:00,  στην Εργατική Λέσχη Ν. Σμύρνης θα πραγματοποιηθεί συζήτηση με τον συγγραφέα του βιβλίου, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθήσει συναυλία αφιέρωμα στον Πάνο Γαβαλά με τους Μ. Τσαϊρέλη, Μ. Δήμα, Γ. Νιάρχο.

Και με την εταιρεία που «λάδωνε» τον Παπαντωνίου τι θα κάνουμε;

  • 0

Του Άρη Χατζηστεφάνου

It takes two to tango τραγουδούσε το 1952 η Περλ Μπάιλι, χάρη στην οποία μάθαμε την έκφραση «χρειάζονται δυο για να χορέψεις τάνγκο».
Ο Γιάννος Παπαντωνίου, που βρίσκεται προφυλακισμένος με την κατηγορία ότι έλαβε 2.8 εκατομμύρια φράγκα, για να αναθέσει στην εταιρεία Thales Nederland B.V τον εκσυγχρονισμό φρεγατών του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, είναι ο ένας χορευτής. Ο άλλος, κατά τα φαινόμενα, είναι η Thales.
Όπως ήταν παλαιότερα και η Siemens και τόσες άλλες εταιρείες. Με αυτές τι κάνουμε;
Όσο χαρμόσυνη και αν είναι για τον μέσο Έλληνα φορολογούμενο η είδηση της φυλάκισης διεφθαρμένων πολιτικών (ειδικά αυτών που του κουνούσαν το δάχτυλο), η συγκεκριμένη διαδικασία αγγίζει ένα μικρό τμήμα ενός γιγαντιαίου μηχανισμού, που ληστεύει τα ταμεία της Ελλάδας και συνήθως δεν βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας αλλά σε κάποια χώρα της ΕΕ.
Ο μέσος φιλελεύθερος (αν τύχαινε να μην κυβερνά εκείνη την περίοδο το κόμμα του) αλλά και ο μέσος Ελληνάρας θα αποδώσουν ορθώς τις ευθύνες στο πολιτικό κατεστημένο της χώρας. Πολύ σπάνια όμως θα καταλάβουν ότι τα χρήματα τα τσεπώνει μια ξένη εταιρεία, ρίχνοντας και μερικά ψίχουλα στα εν ελλάδι ευρωλιγούρια.
Αν δεν εμπεδώσουμε όμως την ευθύνη των ξένων εταιρειών για τη διαφθορά στην Ελλάδα δεν μπορούμε να καταλάβουμε και τις ακριβώς συνέβη μετά την εφαρμογή των μνημονίων. Οι πολυεθνικές που προέρχονται από χώρες δανειστών της Ελλάδας, δεν είχαν πλέον την ανάγκη να λαδώνουν υπουργούς για να προωθούν τα συμβόλαιά τους. Οι ηγέτες των χωρών, όπου είχαν την έδρα τους αυτές οι εταιρείες, (παλαιότερα ο Σαρκοζί και ο Ολάντ για τη Γαλλία, η Μέρκελ για τη Γερμανία κ.ο.κ) απαιτούσαν από την Ελλάδα να προτιμήσει τις δικές τους εταιρείες – διαφορετικά απειλούσαν με διακοπή της χρηματοδότησης.
Γι αυτό, εν μέσω της κρίσης δεν μειώθηκαν οι δαπάνες για εξοπλισμούς (επί ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα άρχισαν να ανεβαίνουν και πάλι) και η Ελλάδα παραμένει ένας από τους σημαντικότερους αγοραστές όπλων του πλανήτη, αναλογικά με το ΑΕΠ της. Τα μνημόνια δεν εξυγίαναν τον τόπο, απλώς αντικατέστησαν τα «καθρεφτάκια στους ιθαγενείς με τις ωμές απειλές των δανειστών.
Αν θέλουμε πραγματικά κάθαρση ας εξηγήσουμε ότι στο εξής όποια εταιρεία συλλαμβάνεται να χρηματίζει Έλληνες αξιωματούχους θα χάνει το δικαίωμα να δραστηριοποιείται στη χώρα. Και αν δεν το θέλουμε αυτό ας τους εξηγήσουμε ότι θα επιστρέφουν το σύνολο των χρημάτων που έλαβαν και ο εξοπλισμός που παρέδωσαν θα κατάσχεται. Και ακόμη γιατί να μην εκδίδεται ένα διεθνές ένταλμα σύλληψης των στελεχών των εταιρειών που λάδωναν ξένους πολιτικούς;
Υπερβολικό; Έτσι γίνεται με τα κλοπιμαία. Αν κάποιος πηγαίνει φυλακή γιατί χρηματίζεται δεν πρέπει ανάλογη να είναι και η ποινή αυτών που τον χρηματίζουν;
Διαφορετικά θα καταντήσουμε να αναπολούμε τις ημέρες των εκσυγχρονιστών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Τότε τουλάχιστον έμπαινε και καμιά μίζα στη χώρα (πριν ξαναβγεί για την Ελβετία).
Πηγή

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More