Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

1 Μαΐ 2018

«Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο»

Το καλύτερο αφιέρωμα είναι η ίδια οι ποίηση του. 
Σαν σήμερα, Πρωτομαγιά, γεννήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος (1909 – 1990), ο κομμουνιστής ποιητής που διαβάζεται και τραγουδιέται.
Οι στίχοι από τη «Ρωμιοσύνη» του, που ακολουθούν, επιμένουν: «Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο».
I
Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέ-
      στη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
      πάνου απ’ την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.
Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.
Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γε-
      νεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
      με ταμπούρλα.
Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.
Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη 
      νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε 
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.
Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.
II
Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
      της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το
      μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
      τα χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ’ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι
      του Aλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
      απ’ τον καημό της δύσης.
H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
      λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ’ τον κάμπο
      η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.
Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ’ η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας 
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.
A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του
      καλοκαιριού «κι αυτό θα περάσει»
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα εφτά
      σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρε΄i το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.
Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.
A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει
      το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρό-
      φυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;
Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το 
      αλάτι.
Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο 
      δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κρι-
      θαρένιο τους καρβέλι.
Έλα κυρά με τ’ αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ’ τα πολλά τα χρόνια –
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατα-
      κόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ’ η μάνα κάτου απ’ τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.
Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού –
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις
      πάλι τ’ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και 
      τ’ Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυ-
      ρώσει τις δαγκάνες του.
III
Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του μα-
      τιού μας
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας 
      που σηκώνουμε πάντα στη ράχη μας
σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ’ το γόνα του μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ’ τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια
      μπρος απ’ τα σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τα φτερά του
      στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ’ άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.
Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από 
      τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια μάτια και
      μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βε-
      λονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’ τη 
      φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην
      καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.
Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι
      αψύς κει πάνου.
΄Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ’ τα σκαμμένα στο βράχο σκαλο-
      πάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ’ αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά
      ασημένια τους κουταλοπήρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογ-
      γίτικο μπαρούτι.
Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα 
      στη θηλειά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξε-
      κολλήσει πάνου απ’ το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι
      αλισφακιά.
Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύ-
      μησης
Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν
      καψούλι
Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιά-
      κουρα
θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον
      αγέρα
και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει
      τσάμικο καταμεσίς στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα
      μπαλκόνια
αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.
Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ’ τη Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε
      πρωινό
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος
κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
Ήρθε η ώρα, λέει. Nάμαστε έτοιμοι.
Kάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.
IV
Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου
      που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.
Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρου-
      θούνια και στ’ αυτιά τους.
Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.
Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικά
      στα ράφια.
A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού
      και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.
Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να
      ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη
      σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα
      του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;
Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς
      μύριζε το χώμα –
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα 
κ’ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;
Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.
Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – περμένουνε την ώρα, δεν
      κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.
V
Kάτσανε κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτί φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε
      στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε
      τη σημαία.
Eίχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνό χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθι-
      νοπώρου.
Tίποτ’ άλλο δεν έμενε. Mονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Oι άλλοι μάς άφησαν από καιρό κάτου απ’ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο
      στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Mόνο που η σιγαλιά με-
      γάλωνε πολύ
κ’ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλό σαν το νοικοκυριό
      της σκοτωμένης.
Tι θα γίνουν τώρα όταν θάρθει η βροχή μες στο χώμα με τα
      σάπια πλατανόφυλλα
τι θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς
      σα σπασμένος κοριός στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το
      λελέκι του χιονιού;
Pίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα 
      μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ’ αμπέλια της Mονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη
      ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ’ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζί με
      τα μαχαιροπήρουνα
και τριγυρνάνε έξω απ’ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας 
      τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.
Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
      λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνά
      ή κάτου απ’ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρω-
      τήσουν μια μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο ή
      μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρούν
      το ψωμί και το δίκιο τους.
Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρ-
      τούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Kαμένο
      το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ’ αμπέλι και το σπίτι.
Bραδιά σπαγγοραμμένη με τ’ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ’
      άγγιξε η φωτιά.
Kαπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερό
      στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.
Aπάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρε-
      χει το αίμα μες στις φλέβες.
Kαι νά το βήμα γνώριμο. Ποιος είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.
Tο σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Kάποιος έρχεται.
Tο σύνθημα, το παρασύνθημα. Aδελφός. Kαλησπέρα.
Θα βρεί λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρεί μια μέρα και το 
      δέντρο τον καρπό του.
Tου σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Kαλησπέρα, αδερφέ μου. Tο ξέρεις. Kαλησπέρα.
Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικά και ντεμισέδες η
      γριά δύση.
Kανείς δεν αγοράζει. Tράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.
Mέσα στ’ αλώνι όπου δειπνήσαν μια νυχτιά τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ’ τ’ άρματά τους.
Tην άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας
      τους,
τα παιδιά φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα
      τσιγάρα τους και τ’ αγκάθια των άστρων.
K’ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
      άντικρυ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ’ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της 
      Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ’ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού
      στον κόρφο της λιακάδας.
K’ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την 
      καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.
VI
Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει την
      αντικρυνή πλαγιά της μέρας
λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της 
      δίψας
λογαριάζεται απ’ την αρχή η παλιά λαβωματιά
κ’ η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύ-
      δια μπρος στις πόρτες.
Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.
Άδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Kι ο 
      ψόφιος ποντικός.
Άδειασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι και
      τη στέρνα.
Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ’ το μπαρούτι.
Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Aγιά-Bαρβάρας
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού
πού μια μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει την 
      αστρομαντινάδα της στη λύρα.
Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και
      τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια
      καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει 
      τα μαλλιά της.
Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρω-
      μένο πέλαγο
κ’ οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά
σαν τα μαχαίρια στα παΐδια του Άγιου που τον δέσανε στο κυ-
      παρίσσι.
Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.
Kαι μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιά
      στις καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ’ το θάνατο
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι
      μεντζεσόλα
χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού
μα απ’ την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς γύρους που κάνει η
      οβίδα πέφτοντας στη θάλασσα
κι ακούν ακόμα μια φορά το σκούξιμο των λαβωμένων μπρος
      στην πύλη.
Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.
Xτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ’ τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Kλεισμένοι οι δρόμοι απ’ τα ντουβάρια. 
Mόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.
Kι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν’ ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκκαλο.
Aπάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν
      το κάστρο.
Kάτου απ’ τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατά τους. Έι, αδέρφι,
      δεν απόστασες;
Mπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι – δε θυμάσαι;
δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σού λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου στο με-
      γάλο δάχτυλο του ποδαριού
σού λέει την ομορφιά του κόσμου.
Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ’ την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ’ το κεφάλι τής
      σιωπής
στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε
      βλέπει.
Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου
να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ’ τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις
      λεβεντιά και δόξα.
Ύστερα θ’ ανεβείς στο ψηλό καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μια στον αέρα
πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια
πάνου από τα βουνά που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν
      στην κουβέρτα του ίσκιου –
θα ρίξεις μιαν ίσα στον κόρφο τ’ ουρανού να βρείς το γαλανό 
      σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ’ το πουκάμισο τη ρώγα της γυ-
      ναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ’ από χρόνια το χερούλι της εξώπορτας 
      του πατρικού σπιτιού σου.
VII
Tο σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην 
      αυλή που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Tα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.
Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφή-
      γκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ’ η φωνή του
      φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί αμί-
      λητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο
      σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.
Eίναι μια σιγαλιά από αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια τού
      καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανά κοιμισμένα στην ποδιά της 
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλά πίσω από το πευκόδασο
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μου-
      ριάς που την ξεραίνει η κάψα.
Eτούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπί που πρω-
      τοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.
Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου. Kαι το σπερδούκλι του νησιού κ’ η κάπαρη.
Tο αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο
στρογγυλή σαν τα παλιά πιθάρια – η ίδια πανάρχαιη φωνή.
Kάθε νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους
ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα να βρεί το γιο του
απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά. Kουρ-
      ντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.
Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους και μείνουνε γυμνοί ανά-
      μεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ’ ουρανού ανάμεσα από τα καλο-
      καιριάτικα άστρα
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνά-
      ξουμε: αγαπώ.
Tότε. Mα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.
Eίναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα
      χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πα-
      τρικό του
και δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του, γιατί αυτός έχει γνω-
      ρίσει το θάνατο
κ’ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το
      θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Aύριο, λέει. K’ είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά
      του Θεού.
Kαι την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια
      στεναχώρια,
τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ τα κάγκελα του μπαλ-
      κονιού, μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων
      και των αδελφών του.
Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη (από τα Ποιήματα 1930-1960, B΄, Kέδρος 1961)  – Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού – Νέα Ελληνική Λογοτεχνία και Πολιτισμός. 

29 Απρ 2018

Ο θρίαμβος των εμπορικών πλεονασμάτων 0


Κώστας Νάκος
Είναι γνωστό ότι ο κάθε επιχειρηματίας για την επιτυχή αντιμετώπιση των ανταγωνιστών του προσπαθεί να συμπιέσει το κόστος παραγωγής και ειδικά το κόστος εργασίας. Δεν επιθυμεί όμως το ίδιο για όλες τις άλλες επιχειρήσεις. Θα ήθελε όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι των άλλων επιχειρήσεων, να έχουν όσο γίνεται μεγαλύτερους μισθούς έτσι ώστε να έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταναλώνουν τα δικά του εμπορεύματα.
Αυτή η αντίφαση που υπάρχει σε επίπεδο ατομικής και συνολικής επιχείρησης, εμφανίζεται και όταν γίνεται αναφορά για την οικονομία μιας χώρας. Η δεσπόζουσα σήμερα μονεταριστική οικονομική πολιτική της λιτότητας, άρα και της πτώσης του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών στην ευρωζώνη, απορρέει από το στόχο της απόκτησης συγκριτικών πλεονεκτημάτων για την επίτευξη εμπορικών πλεονασμάτων. Έτσι σήμερα παρατηρούμε στην ευρωζώνη να υπάρχουν πλεονάσματα της τάξεως των 3,5% και η ατμομηχανή της, η Γερμανία, να φτάνει στο εξωφρενικό ποσοστό του 8%.
Την αντίστοιχη βέβαια μονεταριστική οικονομική πολιτική ακολουθούν και οι ανταγωνιστικές προς την ευρωζώνη οικονομίες με αποτέλεσμα να μειώνεται συνολικά η κατανάλωση και κυρίως να συρρικνώνεται συνεχώς το βιοτικό επίπεδο των μισθωτών από αυτόν τον τυφλό προς τα κάτω εμπορικό ανταγωνισμό που πάτο δεν έχει.
Λιτότητα λοιπόν σημαίνει λιγότερο εισόδημα για τους μισθωτούς, δηλαδή μειωμένη αγοραστική δύναμη. Αν σε αυτήν προστεθεί η ανεργία και κυρίως η μερική ανεργία (η επίσημη στατιστική στα πλαίσια των αλχημειών της την αναφέρει μόνο ως μερική απασχόληση) τότε η εμφάνιση της υποκατανάλωσης είναι αυτή που προκαλεί τους μεγαλύτερους τριγμούς και στην παραγωγή. Η αδυναμία απορρόφησης των παραγόμενων προϊόντων είναι αυτή που στην συγκεκριμένη περίπτωση προκαλεί το φαινόμενο της υπερπαραγωγής, για να ακολουθήσει μετά η προσπάθεια εξισορρόπησης με την αύξηση των εξαγωγών και τη δημιουργία πλεονασμάτων. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις οικονομίες που υπάρχει μειωμένη ζήτηση στην εσωτερική τους αγορά, με προεξέχουσα την αγορά της Κίνας όπου τα μεγάλα πλεονάσματά της στηρίζονται στην απόλυτη φτώχεια του Κινέζου μισθωτού. Αλλά και στην Ευρώπη της συνεχούς λιτότητας και των μειωμένων κοινωνικών παροχών.
Κάπως έτσι συνδυάζεται η μειωμένη αγοραστική δύναμη ή και φτώχια ενός λαού, με τα πλεονάσματα της οικονομίας. Γιατί ο ανταγωνισμός προσδιορίζεται όχι από το πόσο πουλάς, αλλά από το αν πουλάς περισσότερα από τον ανταγωνιστή σου. Δεν έχει σημασία πόσα κέρδη έχεις, αρκεί να έχεις περισσότερα από τους ανταγωνιστές σου. Δεν έχει σημασία αν τα κέρδη σου συρρικνώνονται, αρκεί να έχεις εσύ πλεονάσματα και οι άλλοι ελλείμματα.
Αυτός όμως ο εμπορικός πόλεμος δε θα μπορούσε να είναι αναίμακτος για τους εμπνευστές του. Η Γερμανική οικονομία για παράδειγμα σήμερα επιδιώκει όπως λέει την εξωστρέφεια, να μην εξαρτάται δηλαδή από την εσωτερική αγορά της, όπου φροντίζει να υπάρχει μια συνεχής συρρίκνωση της κατανάλωσης, αλλά από τα πλεονάσματα που απορρέουν από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό το πλεονέκτημα που έχει αποκτήσει με την πολιτική της λιτότητας μπορεί να μετατραπεί σε εφιάλτη της αν ο Τραμπ αποφασίσει να υλοποιήσει τις εξαγγελίες του. Γιατί η πολιτική των εμπορικών πλεονασμάτων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον έλεγχο και την εξάρτηση των μικρών οικονομιών από τις μεγαλύτερες, αλλά όταν γίνεται αναφορά στον εμπορικό πόλεμο μεταξύ γιγάντων τότε τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τότε με μια απλή κίνηση στη σκακιέρα του εμπορικού ανταγωνισμού,  οι έχοντες τα πλεονάσματα μπορεί να εμφανιστούν αυτοί να εξαρτώνται οικονομικά από αυτούς που έχουν ελλείμματα.
Η Γερμανία εξάγει κάθε χρόνο χάλυβα προς τις ΗΠΑ αξίας περίπου ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Αν λοιπόν ο Τραμπ εφαρμόσει την εξαγγελθείσα πολιτική του και βάλλει δασμούς στην εισαγωγή χάλυβα (25%) και αλουμινίου (10%), ο κίνδυνος της ανεργίας και της ύφεσης για τη Γερμανία είναι μεγάλος. Στην Κίνα ο Τραμπ το έχει ήδη εφαρμόσει, ενώ απειλεί με επέκταση των μέτρων για την Ε.Ε. και άλλες χώρες από την 1η Μαΐου. Το πρόβλημα θα πάρει τεράστιες διαστάσεις αν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να εμφανίσουν τον κρυφό άσσο που έχουν στο μανίκι τους, βάζοντας δασμούς και στην εισαγωγή αυτοκινήτων. Από τη στιγμή που η Γερμανική οικονομία δεν στηρίζεται στην εσωτερική της αγορά, αλλά εξαρτάται από τις εξαγωγές της στη μεγαλύτερα αγορά του κόσμου, τότε (με το κλείσιμο των συνόρων) το πλεονέκτημά της μετατρέπεται σε μειονέκτημα και αντί να κυριαρχεί έναντι της οικονομίας που έχει ελλείμματα (ΗΠΑ), εξαρτάται από αυτήν.
Πιθανόν ο Τραμπ να μη προχωρήσει στα προστατευτικά μέτρα έναντι των Ευρωπαίων. Αυτό θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από το αν γίνουν δεκτά τα αιτήματά του, ένα από τα οποία είναι οι μεγαλύτερες εισαγωγές πολεμικού υλικού από την Ευρώπη. Όσο όμως η Ευρώπη αναπτύσσει τη δική της πολεμική βιομηχανία και μειώνει τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ, αυτό ωθεί τους Βορειοαμερικανούς αργά ή γρήγορα στην προστατευτική πολιτική. Σαφώς και θα υπάρξουν αντίμετρα από την κομισιόν, αλλά ποιος αμφιβάλλει ότι το μεγάλο πρόβλημα θα υπάρξει για την οικονομία που έχει μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα;
Πώς αλλάζουν οι καιροί, για να φανεί ότι τα ευχολόγια και τα ηθικά κηρύγματα περί ελεύθερης αγοράς και της ελεύθερης διακίνησης των εμπορευμάτων, αποτελούν ιδεολογήματα που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Ο Σπύρος Μουστακλής και ο υπάνθρωπος Παττακός

Σαν σήμερα, στις 28 Απριλίου 1986, έφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Μουστακλής.
Ο Σπύρος Μουστακλής ήταν ένας από τους αξιωματικούς που αντιστάθηκαν στην πράξη στη χούντα, «πληρώνοντας» με άγρια και φρικτά βασανιστήρια για 47 μέρες και νύχτες με τραγικά αποτελέσματα για την υγεία του. 
Στο βίντεο που ακολουθεί (απόσπασμα από την εκπομπή «Μηχανή του χρόνου») αποδεικνύεται, σε 1 λεπτό, ποιοί ήταν οι υπάνθρωποι της χούντας, οι Παττακοί και οι Παππαδόπουλοι. 
Στην αρχή του βίντεο ο Παττακός απαντά για τα βασανιστήρια: 
«Όλα αυτά είναι ψέματα. Κανένας δεν τους άγγιξε ποτέ».
Χρόνια αργότερα ο Παττακος απαντά (0.43 στο βίντεο) για τα βασανιστήρια στον αξιωματικό, με αντιδικτατορική δράση,  Σπύρο Μουστακλή.
«Καλά του κάναμε. Να ησυχάσουμε.  Η δύναμη επιβάλλεται δια παντός τρόπου. Ό, τι δεν λύνεται, κόβεται. Σπαθί».

27 Απρ 2018

Ο Γιούνκερ ίδρωσε… – του Νίκου Μπογιόπουλου

Τα κόκκινα χαλιά του μεγάρου Μαξίμου, του προεδρικού Μεγάρου  και της Βουλής στρώθηκαν σήμερα για τον φιλέλληνα Ζαν Κλωντ Γιούνκερ.
Πρόκειται γι αυτή την εξέχουσα μορφή της ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής που έχουμε την μεγάλη τιμή να δηλώνει ότι θεωρεί την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα του.
Φυσικά η Ελλάδα και ο λαός της είναι εκπαιδευμένοι ανά τους αιώνες στον φιλελληνισμό. Δεν ξεχνάμε προηγούμενους μεγάλους φιλέλληνες από τον Τρούμαν μέχρι τον Λόρδο Ελγιν.
Στην Ελλάδα, λοιπόν, ο φιλέλλην Γιουνκερ. Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που ήταν επι 18 χρόνια πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου και επί της δικής του θητείας η χώρα του μετατράπηκε σε παράδεισο φοροδιαφυγής για όλες τις πολυεθνικές του κόσμου.
Ο κ.Γιούνκερ που μόλις προχτές εξέφρασε για λογαριασμό της  ΕΕ την κατανόηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού στον βομβαρδισμό της Συρίας από τον Τραμπ, τον Μακρόν και τη Μέι, μάζεψε ότι μέχρι τώρα το είχαμε ακούσει χύμα και μας το σέρβιρε και τσουβαλάτα.
Μας είπε κι αυτός το παραμύθι περί εξόδου από το Μνημόνιο, μας παρουσίασε κι αυτός όλα τα γνωστά ψέματα περί της δήθεν ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους και από κει και πέρα ξεκίνησε να λέει και τις αλήθειες.
Γιατί είναι αλήθεια ότι ο Γιούνκερ είναι ενθουσιασμένος με την παρούσα κυβέρνηση και κάθε άλλο παρά τυπική είναι η αγάπη και ο θαυμασμός που εξέφρασε για τον Τσίπρα που έχει καταφέρει να κάνει ό,τι δεν κατάφεραν να κάνουν όλοι μαζί οι προκάτοχοί του.
Λέει αλήθεια ο Γιούνκερ ότι έρχεται η 4η αξιολόγηση για την οποία ζήτησε να κλείσει ταχύτατα.
Και σίγουρα λέει αλήθεια ο Γιούνκερ όταν καλεί την  Ελλάδα να συνεχίσει το «πρόγραμμα εργασίας της», όπως είπε, όπου «πρόγραμμα εργασίας» τα καταναγκαστικά έργα των Μνημονίων από τα οποία δήθεν θα βγούμε.
Δίπλα στον Γιούνκερ, βέβαια, θαυμάσαμε και τον Έλληνα πρωθυπουργό. Είδαμε τον αριστερό Τσίπρα να καμαρώνει λέγοντας ότι «εμείς», η κυβέρνησή του δηλαδή, σε αντίθεση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις του Παπανδρέου, του Σαμαρά του Παπαδήμου, «ό,τι υποσχόμαστε το πετυχαίνουμε». Είδαμε τον αριστερό κ.Τσίπρα να μην μπορεί να κρύψει την περηφάνια του ότι αναδείχτηκε στον  καλύτερο τοποτηρητή των Μνημονίων και να δηλώνει ότι κατάφερε να επιδείξει στον Γιούνκερ πλεονάσματα ακόμα και 3 φορές πάνω από ό,τι του είχαν ζητήσει…
Η παράσταση Γιούνκερ – ο Γιούνκερ είναι το ίδιο πρόσωπο που όσοι σήμερα του έστρωσαν κόκκινο χαλί την περίοδο του δημοψηφίσματος τον αποκαλούσαν εκβιαστή – μια ακόμα παράσταση σε αυτό τον ατέλειωτο Γολγοθά έκλεισε με το σύνηθες θεατρικό κολπάκι: Οποιος έρχεται εδώ να μας πετάει και κουβεντούλα στα ελληνικά.
Όμως, όσα ταχύρυθμα μαθήματα εκμάθησης της ελληνικής κι αν κάνουν, η μόνη κουβεντούλα τους στα ελληνικά που θα καταγραφεί στην ιστορία, είναι μια και μόνο. Είναι εκείνο το αειθαλές, διαρκές και εκκωφαντικό «κουράγιο Έλληνες» του Ολι Ρεν.    
Υστερόγραφο: Η μόνη μελανή στιγμή της επίσκεψης Γιούνκερ προέκυψε από το γεγονός ότι μάλλον δεν είχαν ανοίξει τα κλιματιστικά στο Μαξίμου. Εξ αυτού του λόγου ο Ζαν Κλωντ υπήρξε σύντομος στις δηλώσεις του διότι όπως εξήγησε έκανε πολύ ζέστη και ίδρωνε πολύ… Το λάθος διορθώθηκε αργότερα στη Βουλή, ωστόσο το συμπέρασμα παραμένει: Ο,τι και να κάνουν κι αυτοί και οι εγχώριοι βαστάζοι τους,  σε τούτη τη χώρα, πράγματι, υπάρχει ένας ήλιος που αυτόν δεν μπορούν να μας τον πάρουν. Ενας ήλιος που, βέβαια, για να γυρίζει θέλει δουλειά πολύ.

25 Απρ 2018

P. Neruda, «Είμαστε Πολλοί»


Από τα πολλά άτομα τα οποία είμαι, από τα οποία είμαστε,
Δεν μπορώ να κατασταλάξω σε ένα μόνο.
Έχουν χαθεί για μένα υπό την κάλυψη της ένδυσης
Έχουν αναχωρήσει για μια άλλη πόλη.
Όταν τα πάντα φαίνεται να έχουν καθοριστεί
για να με αναδείξουν ως νοήμων άνθρωπο,
ο ανόητος που κρατώ μέσα μου κρυμμένο
αναλαμβάνει να μιλήσει για εμένα.
Σε άλλες περιπτώσεις, λαγοκοιμάμαι ανάμεσα
σε ανθρώπους με κάποια διάκριση,
και όταν καλώ τον θαρραλέο εαυτό μου,
ένας δειλός εντελώς άγνωστος σε μένα
τρέχει να καλύψει τον σκελετό μου
με χίλιες καλές δικαιολογίες.
Όταν ένα αξιοπρεπές σπίτι τυλιχτεί στις φλόγες,
αντί να καλέσω τον πυροσβέστη,
ένας εμπρηστής εμφανίζεται στη σκηνή,
και αυτός είναι εγώ. Δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω.
Τι πρέπει να κάνω για να ξεχωρίσω τον εαυτό μου;
Πώς μπορώ να συμμαζέψω τον εαυτό μου;
Όλα τα βιβλία που διάβασα
είναι γεμάτα εκθαμβωτικές ηρωικές μορφές,
γεμάτες αυτοπεποίθηση.
Πεθάνω με φθόνο για αυτές·
και, σε ταινίες όπου σφαίρες πετούν στον άνεμο,
Ζηλεύω τους καουμπόηδες,
θαυμάζοντας ακόμη και τα άλογα.
Αλλά όταν καλώ το τολμηρό μου είναι,
έρχεται ο παλιός τεμπέλης εαυτός,
και έτσι ποτέ δεν ξέρω ποιος είμαι ακριβώς,
ούτε πόσοι είμαι, ούτε πόσοι θα είμαστε.
Θα ήθελα να είμαι σε θέση να αγγίξω ένα κουδούνι
και να προσκαλέσω τον πραγματικό εαυτό μου,
γιατί αν χρειάζομαι τον πραγματικό εαυτό μου,
δεν πρέπει να εξαφανιστώ.
Ενώ γράφω, βρίσκομαι μακριά·
και όταν γυρίσω, έχω ήδη φύγει.
Θα ήθελα να δω αν το ίδιο συμβαίνει και
σε άλλους ανθρώπους όσο και σε μένα,
για να δούμε αν υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι όσοι εγώ είμαι,
και αν μοιάζουν στον εαυτό τους με τον ίδιο τρόπο.
Και όταν σιγουρευτώ,
μαθαίνω τόσο ωραία πράγματα
που, όταν προσπαθώ να εξηγήσω τα προβλήματα μου,
θα μιλάω για γεωγραφία.

P. Neruda, Είμαστε Πολλοί

Γενοκτονία των Αρμενίων: Η ματωμένη «αυγή» των νεότουρκων


Η Γενοκτονία των Αρμενίων θεωρείται η πρώτη μαζική εθνοτική σφαγή, με ανάλογα χαρακτηριστικά, του 20ού αιώνα και, ως τέτοια, εκλαμβάνεται από τους ιστορικούς ως ένα είδος αιματηρού «προοίμιου» του Ολοκαυτώματος των Εβραίων και των άλλων ναζιστικών εθνοτικών εγκλημάτων των ναζί, όπως εκείνα εναντίον των Σλάβων και των Ρομά. Πολύ περισσότερο που η Γενοκτονία των Αρμενίων έχει, όπως θα τεκμηριωθεί στην συνέχεια, μια ιδιαίτερα μακρά γερμανική πτυχή.
Ο ματωμένος πρόλογος
Οι Αρμένιοι Χριστιανοί ήταν μία από τις σημαντικότερες εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερα καλλιεργημένος λαός, με εμπορική δεινότητα και πλούσιες παραδόσεις, οι Αρμένιοι διακρίνονταν, επιπλέον και από ανυπότακτο πνεύμα. Αυτό τους στοίχισε πολλές χιλιάδες νεκρούς πριν την αυγή ακόμα του 20ού αιώνα.
Στα τέλη της 10ετίας του 1880, η αρμένικη πνευματική και πολιτική πρωτοπορία οργανώθηκε, διεκδικώντας αυτονομία, γεγονός που αύξησε τις αμφιβολίες των οθωμανικών αρχών για την αφοσίωση ευρέων στρωμάτων του αρμενικού πληθυσμού που ζούσαν στην αυτοκρατορία.
Στις 17 Οκτωβρίου του 1895, Αρμένιοι επαναστάτες κατέλαβαν την Εθνική Τράπεζα στην Κωνσταντινούπολη, έπιασαν ομήρους και απαίτησαν ευρεία γεωγραφική και πολιτική αυτονομία του αρμένικου πληθυσμού. Αν και με την μεσολάβηση της Γαλλίας το συμβάν αυτό τέλειωσε αναίμακτα και ειρηνικά, ωστόσο, οι Οθωμανοί προχώρησαν σε σειρά πογκρόμ εναντίον των Αρμενίων. Υπολογίζεται ότι μέχρι και το 1896, είχαν δολοφονηθεί όχι λιγότεροι από 80.000 Αρμένιοι.
Η Γενοκτονία
Συμβολική μέρα της Γενοκτονίας των Αρμενίων θεωρείται η 24η Απριλίου του 1915, όταν ξεκίνησε πογκρόμ εναντίον της Αρμένικης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης από τους Νεότουρκους, στο οποίο λιντσαρίστηκαν εκατοντάδες άνθρωποι.

Το κίνημα των Νεότουρκων, το οποίο είχε αρχικά χαρακτηριστικά προοδευτικής επανάστασης, ξεσπά το 1908, στα γεωπολιτικά και ιστορικά σπαράγματα  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ξεκίνησε ως κινηματική έκφραση αστικού εκσυγχρονισμού, προβάλλοντας μια σειρά αιτημάτων για μεταρρυθμίσεις και περιορισμό της απολυταρχίας, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτών. Αλλά το πραγματικό πρόσωπο του νέου καθεστώτος που εγκαθίδρυσαν δεν άργησε να φανεί. Ως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις, ξεκίνησαν με την άγρια καταστολή των εργατικών και αγροτικών κινητοποιήσεων που διεκδίκησαν την επέκταση των κοινωνικών αλλαγών και προς τα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Μετά ήρθε η σειρά των εθνικών μειονοτήτων. «Ζυμώνοντας» τον «παντουρκισμό» ως κυρίαρχο μοτίβο της πολιτικής τους, οι Νεότουρκοι έδωσαν ειδικό βάρος στην καλλιέργεια και έμφαση μιας τουρκικής εθνικής ταυτότητας, κηρύσσοντας μεν επισήμως την τυπική ισότητα για όλους - ανεξαρτήτως εθνότητας - μπροστά στο νόμο, στην ουσία όμως αρνούμενοι πως υπάρχει εθνικό ζήτημα στην Τουρκία, επιδιώκοντας σε μια πορεία να αφομοιώσουν με τη βία τις μειονότητες. Ουσιαστικά, η τουρκική αστική τάξη διεκδικούσε το έθνος - κράτος της.
Και το διεκδικούσε με αίμα.
Ο βίαιος εκτουρκισμός των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατίας κλιμακώθηκε με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια προσπάθεια των Νεότουρκων να «τσιμεντάρουν» την εξουσία τους. ‘Ετσι, αν και η απόφαση για εκτοπισμό των Αρμενίων από την ανατολική Τουρκία (σσ. ή δυτική Αρμενία όπως θεωρείται σήμερα από το Ερεβάν) λήφθηκε ήδη από το 1911, ωστόσο, οι Νεότουρκοι χρησιμοποίησαν ως αφορμή τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως βολική δικαιολογία για την εφαρμογή της.

Υπολογίζεται ότι κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία περισσότεροι από δύο εκατομμύρια Αρμένιοι. Από αυτούς, δυτικές και αρμενικές πηγές υποστηρίζουν ότι σφαγιάστηκε το 1,5 εκατομμύριο. Τουρκικές πηγές κάνουν λόγο για 600.000 έως 800.000 νεκρούς.
Με εντολές της κεντρικής κυβέρνησης στην Κωνσταντινούπολη, οι περιφερειακές αρχές, με την συνενοχή και συμμετοχή παρακρατικών ένοπλων ομάδων, αλλά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, του τοπικού πληθυσμού, οι οθωμανικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί πραγματοποίησαν μαζικές εκτελέσεις και απελάσεις. Οι ένοπλοι των στρατιωτικών σωμάτων και των υπηρεσιών ασφαλείας, καθώς και οι υποστηρικτές τους, εξόντωσαν την πλειοψηφία των Αρμένιων ανδρών σε ηλικία εργασίας, καθώς και χιλιάδες γυναίκες και παιδιά.
Κατά τη διάρκεια του εκτοπισμού των επιζώντων μέσα από την έρημο, δίχως τροφή και νερό, ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά έγιναν στόχοι επιθέσεων και λιντσαρίσματος από τις τοπικές αρχές, από συμμορίες νομάδων, αλλά και από ομάδες κατά τα άλλα «ευυπόληπτων πολιτών». Κατά τη διάρκεια αυτών των επιθέσεων και ληστειών των λιγοστών υπαρχόντων των εκτοπισμένων, έλαβαν χώρα και εξευτελισμοί, όπως για παράδειγμα το ξεγύμνωμα των θυμάτων, αδιακρίτως φύλου και η «εξέταση» των σωματικών κοιλοτήτων, βιασμοί, απαγωγή νέων γυναικών και των κοριτσιών, εκβιασμοί, βασανιστήρια και δολοφονίες.

Εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένιοι πέθαναν χωρίς να φτάσουν ποτέ στα νεοτουρκικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκτός από τις δολοφονίες και τις απαγωγές, κάποιοι αυτοκτόνησαν, ενώ ένας τεράστιος αριθμός πέθαναν από την πείνα, την αφυδάτωση, την έκθεση στις σκληρές καιρικές συνθήκες και τις ασθένειες. Ελάχιστοι ήταν οι Τούρκοι από τον απλό λαό που τόλμησαν να αψηφήσουν τις διαταγές και να βοηθήσουν όπως μπορούσαν τα θύματα.
Ανεξάρτητα, πάντως, από τους αριθμούς - αν και κρίνοντας από αυτά που συνέβησαν η πραγματικότητα έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της τουρκικής ιστοριογραφίας - το βέβαιο είναι, πως, η σφαγή αυτή πληροί κάθε λέξη του ορισμού της Γενοκτονίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 της Σύμβασης για την Πρόληψη και Καταστολή Εγκλημάτων Γενοκτονίας: «Οποιαδήποτε από τις παρακάτω πράξεις με στόχο τον μερικό ή ολικό αφανισμό μιας φυλετικής, εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας, όπως:
  • Θανάτωση των μελών της ομάδας
  • Πρόκληση σοβαρής σωματικής ή ψυχικής βλάβης σε μέλη της ομάδας
  • Σκόπιμη επιβολή συνθηκών ζωής με στόχο το φυσικό αφανισμό, ολικό ή μερικό, μελών της ομάδας
  • Επιβολή μέτρων που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση γεννήσεων εντός της ομάδας
  • Δια της βίας μεταφορά ανήλικων μελών της ομάδας σε κάποια άλλη».
Η μετ' εμποδίων αναγνώριση
Το θέμα είναι ότι υπάρχει ένα «παραθυράκι», πίσω από ο οποίο κρύβεται η σύγχρονη Τουρκία για να εξακολουθεί να αρνείται την Γενοκτονία των Αρμενίων, κουνώντας μάλιστα και το δάχτυλο(!) στις χώρες που την αναγνωρίζουν επίσημα. Το «παραθυράκι» αυτό είναι ότι όρος «Γενοκτονία» χρησιμοποιείται μόνο όταν οι παραπάνω πράξεις αποτελούν πρωταρχικό στόχο και πυρήνα λήψης της πολιτικής απόφασης. Όταν ο πρωταρχικός στόχος είναι διαφορετικός τα παραπάνω προκύπτουν σαν αποτέλεσμα άσκησης πολιτικής και τότε ο όρος «Γενοκτονία» αμφισβητείται.

Μέχρι στιγμής, οι χώρες που έχουν αναγνωρίσει επίσημα την γενοκτονία των Αρμενίων είναι: Αργεντινή, Βέλγιο, Καναδάς, Χιλή, Κύπρος, Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λιθουανία, Λίβανος, Ολλανδία (μαζί με των Ελλήνων και των Ασσυρίων), Πολωνία, Ρωσία, Σλοβακία, Σουηδία (μαζί με των Ελλήνων και των Ασσυρίων), Ελβετία, Ουρουγουάη, Βατικανό, Βενεζουέλα, Αρμενία, Αυστρία (μαζί με των Ελλήνων και των Ασσυρίων), Βολιβία, Τσεχία, Συρία, Ιράν.
Τη Γενοκτονία των Αρμενίων έχουν αναγνωρίσει, επίσης, οι 48 από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ, τέσσερις περιοχές της Ισπανίας (Βασκωνία, Καταλονία, Βαλεαρίδες Νήσοι, Ναβάρα), η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρειος Ιρλανδία από τη Μεγάλη Βρετανία και δύο Πολιτείες της Αυστραλίας (Νέα Νότιος Ουαλία και Νότια Αυστραλία.
Η γερμανική πτυχή
‘Οπως αναφέρθηκε εισαγωγικά, η Γενοκτονία των Αρμενίων έχει μια ιδιαίτερα μακρά και ενδιαφέρουσα γερμανική πτυχή. Ήδη, τον Ιανουάριο του 1916, η ημερήσια διάταξη του γερμανικού κοινοβουλίου περιείχε μια ερώτηση σχετικά με τη Γενοκτονία των Αρμενίων.
Ένα μήνα νωρίτερα, ο σοσιαλιστής βουλευτής - και μετέπειτα ιδρυτής του γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και εκ των ηγετών της Γερμανικής Επανάστασης των Σπαρτακιστών του 1919 μαζί με την Ρόζα Λούξεμπουργκ - Καρλ Λίμπκνεχτ, υπέβαλε γραπτή ερώτηση προς τον Γερμανό καγκελάριο, στην οποία ανέφερε ότι οι Αρμένιοι είχαν «σφαγιασθεί κατά εκατοντάδες χιλιάδες»: Θα έκανε η Γερμανία κάτι για τους επιζώντες Αρμένιους τώρα;
Η ερώτηση του Λίμπκνεχτ ήταν η πρώτη πολιτική τοποθέτηση υπέρ των Αρμενίων σε κοινοβούλιο στην ιστορία. Παρόμοιο αίτημα είχε φτάσει στα χέρια του καγκελάριου από τις Καθολικές και Προτεσταντικές Εκκλησίες της Γερμανίας λίγες μέρες νωρίτερα. Ο καγκελάριος απάντησε ότι η Γερμανία «θα εξασφαλίσει ότι κανείς δεν θα υποστεί διώξεις για θρησκευτικούς λόγους». Φυσικά, τόσο η τότε πολιτική σκηνή της Γερμανίας, όσο οι Εκκλησίες και ο Λίμπκνεχτ γνώριζαν ότι αυτή η απάντηση ήταν μια επίφαση και μια απόλυτη απόρριψη του αιτήματος.
Όταν η ερώτηση του Λίμπκνεχτ τελικά απαντήθηκε στο κοινοβούλιο, μετατράπηκε σε μια μάλλον ντροπιαστική παράσταση των Γερμανών βουλευτών. Έχοντας λάβει ακόμη μια αόριστη απάντηση, ο Λίμπκνεχτ επέμεινε ότι οι μαρτυρίες και τα ντοκουμέντα συνηγορούν στο ότι πρόκειται για «εξόντωση των Αρμενίων», εισπράττοντας ειρωνικά γέλια και χλευασμούς.
Και όμως, πίσω από τις κλειστές πόρτες, το κυρίαρχο γερμανικό πολιτικό σύστημα γνώριζε ότι ο Λίμπκνεχτ είχε δίκιο. Από το Μάϊο του 1915 οι Γερμανοί διπλωμάτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βομβάρδισαν την Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης και το Βερολίνο με αναφορές για γενοκτονία σε εξέλιξη. Πολλοί από αυτούς τους διπλωμάτες ζήτησαν από τους προϊσταμένους τους να παρέμβουν υπέρ των Αρμενίων για να σταματήσει η γενοκτονία. Μάταια.
Μετά το τέλος του Α 'Παγκοσμίου Πολέμου, το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών δημοσίευσε ένα μέρος αυτής της διπλωματικής αλληλογραφίας σχετικά με τους Αρμένιους για να το χρησιμοποιήσει υπέρ της ηττημένης Γερμανίας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την ειρηνευτική συνθήκη του Παρισιού. Αυτή η απόπειρα απέτυχε, επειδή ακριβώς η ίδια η Γερμανία τεκμηρίωσε ότι ήξερε τι συνέβαινε αλλά δεν έκανε τίποτα για να το αποτρέψει, αντίθετα επέτρεψε στην οθωμανική ηγεσία να πραγματοποιήσει την Γενοκτονία.
Αν και η δημοσιοποίηση αυτής της αλληλογραφίας δεν βοήθησε την γερμανική επιχειρηματολογία, ωστόσο προκάλεσε μια έντονη συζήτηση στην γερμανική κοινωνία κατά τον μεσοπόλεμο περί του μαζικού φόνου ενός έθνους, με τους ναζί να δικαιολογούν απολύτως την σφαγή των Αρμενίων.

Όταν λοιπόν περίπου εκατό χρόνια αργότερα, το 2016, η Γερμανία αναγνώρισε την Γενοκτονία των Αρμενίων, ουσιαστικά, το γερμανικό κοινοβούλιο όχι μόνο συζήτησε και πήρε θέση για την ιστορία μιας άλλης χώρας, αλλά έκανε και μια δήλωση σχετικά με τη δική του «αρμενική» ιστορία.

Τα πρόσωπα του Άουσβιτς: Η φρίκη του Χίτλερ με χρώμα [ΦΩΤΟ]


Οι απίστευτες φρικαλεότητες που έγιναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Αδόλφου Χίτλερ είναι γνωστές, αλλά ένα νέο φωτογραφικό πρότζεκτ ρίχνει φως στους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από τις κλειδωμένες πόρτες του Άουσβιτς.https://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2018/17/259558-screen_shot_2018-04-24_at_8.jpg
Η φωτογράφος Marina Amaral έχει ξεκινήσει ένα έργο για να φέρει τις μνήμες του Ολοκαυτώματος στο παρόν. Τα «πρόσωπα του Άουσβιτς», όπως είναι ο τίτλος του πρότζεκτ της, βλέπουν τους φυλακισμένους του στρατοπέδου συγκέντρωσης να επιστρέφουν με εντυπωσιακά χρώματα. Το ασπρόμαυρο μένει πίσω και οι άνθρωποι «ζωντανεύουν» στο σήμερα.
«Η μεγαλύτερη πρόκληση αυτού του έργου είναι να προσθέσουμε χρώματα στις εικόνες που σέβονται την ιστορική τους αξία καθώς και τα θύματα. Για αυτό, το Μουσείο του Άουσβιτς με βοηθά στη διαδικασία, στέλνοντας μου όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε οι φωτογραφίες να αποκατασταθούν με ακρίβεια και τα κείμενα που τα συνοδεύουν να έχουν μόνο αληθινές και σωστές πληροφορίες», δήλωσε η Amaral στο RT.
Όλα ξεκίνησαν το 2016 όταν η Amaral χρησιμοποίησε τον ψηφιακό χρωματισμό για να χρωματίσει την εικόνα μιας 14χρονης κρατούμενης του Άουσβιτς. Η Czesława Kwoka πέθανε στο στρατόπεδο το 1943. «Κοιτάζοντας κατ’ ευθείαν στην κάμερα, τα μάτια της λένε μια ιστορία φόβου και φρίκης που λίγοι από εμάς, στη σύγχρονη εποχή, μπορούν να καταλάβουν ή να συσχετίσουν. Η έκφραση στο πρόσωπο της με ακολουθεί από την πρώτη φορά που την είδα», έγραψε η Amaral στην ιστοσελίδα της.


Ο πρώτος ψηφιακός χρωματισμός έγινε από την Amaral στο Μουσείο του Άουσβιτς τον Μάρτιο και από εκεί γεννήθηκε η ιδέα για τα «πρόσωπα του Άουσβιτς». Η Amaral απέκτησε πρόσβαση σε 40.000 παρόμοιες φωτογραφίες κρατουμένων για να τις χρωματίσει μαζί με μια ομάδα ερευνητών.
Τώρα, η Amaral θα εργαστεί για μια ευρύτερη συλλογή σχετικά με τα θυμάτων του Άουσβιτς. Στόχος του έργου είναι να ζωντανέψουν ξανά οι ιστορίες αυτών των βασανισμένων ανθρώπων και προσελκύσουν νέες και μελλοντικές γενιές.
Ο δημοσιογράφος Seamus Bellamy εργάζεται στο πρότζεκτ για να βοηθήσει στην καταγραφή των ιστοριών. «Οι δεξιότητες της Marina στον χρωματισμό των φωτογραφιών δίνουν νέα ζωή στις εικόνες των κρατουμένων του Άουσβιτς. Είναι καθήκον μου να αντλήσω πληροφορίες από τα λιγοστά αρχεία  που υπάρχουν σε κάθε έναν από τους φυλακισμένους, να πω την ιστορία τους. Η αφήγηση αυτών των ιστοριών είναι μια τεράστια ευθύνη», δήλωσε στην RT.


Ο Salomon Honig είναι ένας άλλος κρατούμενος που εμφανίζεται στα «πρόσωπα του Άουσβιτς». Ένας Πολωνός Εβραίος που στάλθηκε στο Άουσβιτς το 1942 και σκοτώθηκε 13 ημέρες αργότερα. Η Deliana Rademakers παρουσιάζεται επίσης στη συλλογή. Ήταν Μάρτυρας του Ιεχωβά και ήταν κρατούμενη στην Ολλανδία πριν αποσταλεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ravensbruck στη Γερμανία και στη συνέχεια στο Άουσβιτς.


Οι εικόνες των Kwoka, Honig και Rademakers έχουν ένα μελαγχολικό αέρα, δεδομένης της γνώσης μας για τη μοίρα τους. Ωστόσο, δεν είχαν όλα τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στο πρότζεκτ άσχημο τέλος. Η Janina Nowak από την Πολωνία στάλθηκε στο Άουσβιτς τον Ιούνιο του 1942 και ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να δραπετεύσει.


Σημειώνεται, ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν στο Άουσβιτς μεταξύ 1941-1943 και αντιπροσωπεύουν μόνο το 10% των φυλακισμένων στα στρατόπεδα θανάτου. Τα «πρόσωπα του Άουσβιτς» σε έγχρωμες φωτογραφίες θα ολοκληρωθούν σύντομα και θα παρουσιαστούν σε μια νέα ιστοσελίδα. «Για μένα, είναι μια μεγάλη πρόκληση, αλλά είναι επίσης και μεγάλη μου τιμή να ρίξω φως στις θλιβερές ιστορίες όλων εκείνων των ανθρώπων μέσα από τη δουλειά μου», πρόσθεσε η Amaral.

Μνημόνια: Αν-έξοδος εμπαιγμός! (του Νίκου Μπογιόπουλου)


   Αυτοί μου μας έβαλαν και  μας κρατούν στα Μνημόνια τσακώνονται μεταξύ τους για το αν η «έξοδος» από αυτά θα είναι «καθαρή» ή όχι. Βέβαια γνωρίζουν ότι η «έξοδος» – για την οποία αυτοί μιλούν – δεν θα είναι ούτε «καθαρή», ούτε «βρώμικη». Γιατί πολύ απλά δεν πρόκειται να υπάρξει.
    Εξηγούμαστε: Όπως κι αν βαφτίζουν την ακολουθούμενη πολιτική, ο όρος «Μνημόνιο» σημαίνει καθεστώς δημοσιονομικής λιτότητας, καθεστώς εκποίησης του δημόσιου πλούτου, καθεστώς εποπτείας της χώρας.
Παρά τα παχιά λόγια, λοιπόν, ισχύουν τα εξής:
    α) Οσον αφορά την λιτότητα, έχουν υπογράψει αυτή να διατηρηθεί μέχρι το 2060 (!) μέσω των εξωφρενικών και ματωμένων πλεονασμάτων,
    β) όσον αφορά την εκποίηση, έχουν υπογράψει να διατηρηθεί μέχρι το 2114 (!) μέσω της ύπαρξης του «Υπερταμείου» ξεπουλήματος για 99 χρόνια,
    γ) όσον αφορά την επιτροπεία και την επιτήρηση, έχουν συμφωνήσει (Κανονισμός της ΕΕ «αριθ. 472 της 21ης Μαΐου 2013») να διατηρηθεί για πολλές δεκαετίες και σίγουρα όχι πριν να «εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής» της Ελλάδας από τους τοκογλύφους – δανειστές της.
    «Κατάργηση», δε, των Μνημονίων σημαίνει:
    Πρώτον, ακύρωση των εκατοντάδων νόμων και των 30.000 μνημονιακών εφαρμοστικών ρυθμίσεων που έχουν επιβληθεί. Μπορούν να μας πουν μια που – πραγματικά – θα καταργήσουν;
    Δεύτερον, σημαίνει επιστροφή όσων κλάπηκαν από το λαό αυτά τα χρόνια. Από πότε συνιστούν «επιστροφή» και «έξοδο» οι νέες μειώσεις σε συντάξεις και η νέα αύξηση φόρων μέσω του αφορολόγητου, που ήδη έχουν ψηφίσει να εφαρμόσουν αμέσως μετά την… «έξοδο» από το Μνημόνιο; 
 Πηγή: Εφημερίδα Realnews 22/4/2018

23 Απρ 2018

Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ: Το προφίλ του νέου προέδρου της Κούβας


Αναλαμβάνει η νέα φρουρά

Ο δεύτερος τη τάξει στην ιεραρχία της κυβέρνησης της Κούβας, ο Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ, ορίστηκε την Τετάρτη μοναδικός υποψήφιος για τη διαδοχή του Ραούλ Κάστρο στην προεδρία. Η αποχώρηση του τελευταίου, από το ανώτατο αξίωμα, θα σηματοδοτήσει το προαναγγελθέν χρόνια πριν (από τον ίδιο τον Ραούλ) τέλος της διακυβέρνησης της χώρας από τους αδελφούς Κάστρο, η οποία κράτησε έξι δεκαετίες.
«Εξ ονόματος της Εθνικής Επιτροπής Υποψηφιοτήτων, έχω το καθήκον και την τιμή να σας προτείνω ως πρόεδρο του Συμβουλίου του κράτους και των υπουργών της Δημοκρατίας της Κούβας τον σύντροφο Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ Μπερμούντες», δήλωσε ενώπιον της εθνοσυνέλευσης της Κούβας η Χισέλα Ντουάρτε, η πρόεδρος της Επιτροπής αυτής.
Ο επίσημος διορισμός του Ντίας-Κανέλ και των 31 μελών του Συμβουλίου του Κράτους αναμένεται να επικυρωθεί σήμερα, την ημέρα που συμπληρώνεται η 57η επέτειος από τη νίκη των κουβανικών δυνάμεων στον Κόλπο των Χοίρων, όπου είχαν εισβάλει αντικαστρικοί με την υποστήριξη της CIA το 1961.
Οι υποψηφιότητες τέθηκαν σε ψηφοφορία την Τετάρτη, για το αποτέλεσμα πάντως δεν υπάρχει κάποια αμφιβολία, καθώς η εθνοσυνέλευση ουδέποτε αμφισβήτησε τις προτάσεις της Επιτροπής.
Νωρίτερα την Τετάρτη, ο απερχόμενος πρόεδρος και ο διάδοχός του εμφανίστηκαν χαμογελαστοί στην έναρξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης, που αναδείχθηκε με την ψηφοφορία του Μαρτίου. Ο Ραούλ Κάστρο αγκάλιασε τον διάδοχό του όταν ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά του, υπό τις παρατεταμένες επευφημίες των μελών του σώματος.

Αποκαθιστώντας τις σχέσεις με τις ΗΠΑ

Μετά την επανάσταση του 1959, η εξουσία στην Κούβα δεν μεταβιβάστηκε παρά μόνο μία φορά: το 2006, όταν ο Φιδέλ Κάστρο, αντιμέτωπος με σοβαρά προβλήματα υγείας, παρέδωσε τη σκυτάλη στον μικρότερο αδελφό του, έπειτα από 40 και πλέον χρόνια.
Αφού ανέλαβε την εξουσία, ο Ραούλ Κάστρο άρχισε μια διαδικασία μεταρρυθμίσεων που θεωρούνταν απαραίτητες από πολλούς, όπως το άνοιγμα της οικονομίας στις ιδιωτικές μικρές επιχειρήσεις, ενώ στο παρασκήνιο ενορχήστρωνε την επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ, τον ψυχροπολεμικό εχθρό υπ’ αριθμόν ένα για την Αβάνα.
Το 2015, η προσπάθεια καρποφόρησε, όταν οι δύο χώρες ανακοίνωσαν προς κατάπληξη αρκετών την αποκατάσταση των διπλωματικών τους σχέσεων. Την επόμενη χρονιά, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα έκανε μια ιστορική επίσκεψη στη νήσο. Αλλά με την έλευση του στον Λευκό Οίκο, ο ρεπουμπλικάνος Ντόναλντ Τραμπ τράβηξε χειρόφρενο σε αυτή τη διαδικασία εξομάλυνσης.
Ο Φιδέλ Κάστρο απεβίωσε το 2016, στα 90 του χρόνια. Είναι η σειρά του Ραούλ, 86 ετών, να παραχωρήσει τη θέση του, αυτή τη φορά σε έναν εκπρόσωπο της νέας γενιάς των πολιτικών της Κούβας.

Το προφίλ του “νούμερο δύο” της κυβέρνησης

Νούμερο δύο της κυβέρνησης στην Αβάνα από το 2013, ο Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ είναι ένας άνθρωπος του κομματικού μηχανισμού που προετοιμάστηκε μεθοδικά για υψηλότερα αξιώματα. Εκπροσωπούσε τακτικά την κυβέρνησή του στο εξωτερικό, ενώ οι εμφανίσεις του στα μέσα ενημέρωσης σταδιακά γίνονταν συχνότερες.
Υποστηρικτής της ανάπτυξης του Διαδικτύου στην Κούβα, προβάλλει εικόνα εκσυγχρονιστή, μολονότι κάνει οικονομία στις δηλώσεις. Θεωρείται πάντως καθαρό πως είναι απόλυτα αδιάλλακτος απέναντι στους αντικαθεστωτικούς ή τους διπλωμάτες που επικρίνουν το πολιτικό σύστημα της Κούβας.
Αφού επιβεβαιωθεί ο διορισμός του, ο ηλεκτρολόγος μηχανικός που γεννήθηκε μετά την επανάσταση θα αποπειραθεί να εδραιώσει την εξουσία του και να συνεχίσει τον «εκσυγχρονισμό» του οικονομικού μοντέλου της κουβανικής οικονομίας, το έναυσμα του οποίου έδωσε ο μικρότερος Κάστρο.
Δύσκολα καθήκοντα για έναν πολιτικό με προφίλ διακριτικό, ο οποίος αναρριχήθηκε στον μηχανισμό αργά και στη σκιά.
Για πρώτη φορά, πρόεδρος της Κούβας θα αναλάβει κάποιος που δεν ήταν ανάμεσα στους ηγέτες της επανάστασης του 1959, δεν θα φοράει στρατιωτική στολή, ούτε θα είναι ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Αλλά μπορεί να υπολογίζει στη στήριξη του Ραούλ Κάστρο, ο οποίος θα παραμείνει επικεφαλής του μοναδικού κόμματος μέχρι το 2021. Από αυτή τη θέση, θα συνεχίσει να κινητοποιεί την παλιά φρουρά, τα στελέχη που αποκαλούνται μονολεκτικά οι «ιστορικοί», και στην πλειονότητά τους αντιμετωπίζουν με βαθιά επιφύλαξη τις πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις.
Ο Ντίας-Κανέλ μπορεί ακόμη να υπολογίζει στην υποστήριξη του δικού του μελλοντικού υπ’ αριθμόν δύο, του Σαλβαδόρ Βαλντές Μέσα. Ο συνδικαλιστής, έμπειρο στέλεχος του κόμματος, 72 ετών, προτάθηκε για τη θέση του πρώτου αντιπροέδρου, το αξίωμα που κατείχε μέχρι την Τετάρτη ο διάδοχος του Ραούλ Κάστρο. Θα γίνει ο πρώτος Αφροκουβανός που θα καταλάβει τόσο υψηλό αξίωμα στη νήσο μετά την επανάσταση.
Απολύτως τίποτα σε αυτή τη διαδικασία μεταβίβασης της εξουσίας δεν είναι προϊόν «αυτοσχεδιασμού», αντιθέτως «τα πάντα είναι πολύ καλά μελετημένα» και βασίστηκαν στην «εμπειρία» της μεταβίβασής της από τον Φιδέλ στον Ραούλ, έκρινε ο Αρτούρο Λόπες-Λέβι, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Τέξας, ειδικός για την Κούβα.
Ο Ραούλ Κάστρο θα είναι σε αυτή τη διαδικασία ο παράγοντας «που θα σταθεροποιεί», αυτός που θα επιλύει τις όποιες «δυνητικές τριβές ανάμεσα στις ηγετικές μορφές» του κομματικού μηχανισμού και της κυβέρνησης, συμπλήρωσε.
Άλλη μια ένδειξη πως η μετάβαση έχει τη σφραγίδα της συνέχειας: πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης εξελέγη ο Εστέμπαν Λάσο, 74 ετών.
Από την άλλη, δύο από τους «ιστορικούς», ο Ραμόν Ματσάδο Βεντούρα (87 ετών) και ο Άλβαρο Λόπες Μιέρα (76) αποχωρούν από το Συμβούλιο του Κράτους. Αντιθέτως, άλλα ιστορικά στελέχη, όπως ο Ραμίρο Βαλντές (85 ετών), ο Γκιγιέρμο Γκαρσία (90) ή ο Λεοπόλδο Σίντρα Φρίας (76) θα παραμείνουν στο κορυφαίο όργανο της εκτελεστικής εξουσίας στην Κούβα, μόλις 13 από τα συνολικά 31 μέλη του οποίου θα αλλάξουν.
Ο Ντίας-Κανέλ δεν έχει παρουσιάσει κάποιο πρόγραμμα, αφού απλά θα ακολουθήσει τις «κατευθυντήριες γραμμές» που ενέκρινε το κόμμα και το κοινοβούλιο και ορίζουν τις πολιτικές και οικονομικές κατευθύνσεις ως το 2030.
Για πολλούς παρατηρητές πάντως, ο νέος πρόεδρος της Κούβας θα βρεθεί αντιμέτωπος με μεγάλες προκλήσεις, πάνω από όλα στο πεδίο της οικονομίας, όπου καλείται να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις για να τονωθεί η ανάπτυξη, που συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια βρίσκεται σε τέλμα (+1,6% του ΑΕΠ το 2017) και να μειώσει την εξάρτηση από τις εισαγωγές πετρελαίου και τη βοήθεια της Βενεζουέλας, μιας χώρας που αποτελεί καίριας σημασίας σύμμαχο της Αβάνας, αλλά είναι εξασθενημένη από τη βαθιά οικονομική κρίση που την πλήττει.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

22 Απρ 2018

Κώστας Γαβράς: Οι πρόσφυγες δεν είναι εισβολείς, είναι θαρραλέοι άνθρωποι

Πενήντα ένα χρόνια μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος στην Ελλάδα, ο Κώστας Γαβράς μιλά στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για τα γεγονότα της εποχής εκείνης: «Ήταν μία στρατιωτική δικτατορία υπερβολικά βίαιη, υπερβολικά ορατή», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Μιλά όμως και για το σήμερα και τη «δικτατορία των τραπεζών και του χρήματος. Τα τανκς είναι πλέον περιττά. Και πολύ πιο δύσκολο το να τα καταπολεμήσει κανείς», σημειώνει μιλώντας στο Πρακτορείο με τη χαρακτηριστική του «ματιά».http://www.athensvoice.gr/sites/default/files/styles/full-container/public/article/2018/04/21/kostas-gavras.jpg?itok=_UgmvTJK
Ενώ για τις προσφυγικές ροές σημειώνει στη συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων: «Δεν πρόκειται για εισβολείς, αλλά για θαρραλέους ανθρώπους που, με ρίσκο την ίδια τους τη ζωή, διασχίζουν χιλιάδες χιλιόμετρα θάλασσας και στεριάς για να εξασφαλίσουν ένα στοιχειώδες μέλλον. Και αυτή η τάση θα συνεχίσει να κλιμακώνεται», εκτιμά.
Την ίδια ώρα αναφέρεται και στην την τύχη του κινηματογράφου στη χώρα μας και πώς οι προτάσεις που είχε καταθέσει παλαιότερα, στην τότε κυβέρνηση, θάφτηκαν, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά λέει.
Στο άλλο τρέχον θέμα, αυτό της αξιοποίησης αρχαιολογικών χώρων από τον κινηματογράφο, ο Κ. Γαβράς καταθέτει την άποψή του: «Η αρχαιολογική κληρονομιά ανήκει στην Ελλάδα, αλλά ανήκει επίσης στον κόσμο όλο. Νομίζω ότι επιβάλλεται μία ελεύθερη πρόσβαση όσον αφορά την προβολή τους με τον όρο ότι θα εγγυάται την ηθική τους υπόσταση και ότι θα έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα προς αποφυγήν φθορών των μνημείων».
Αφορμή για όλα τα παραπάνω ήταν η εκδήλωση την περασμένη Τετάρτη το απόγευμα στο βιβλιοπωλείο Librairie Kléber στο Στρασβούργο. Εκεί όπου σε μία αίθουσα πλημμυρισμένη από κόσμο, ο διεθνούς φήμης σκηνοθέτης κινηματογράφου παρουσίασε το βιβλίο-αυτοβιογραφία του «Va où il est impossible d'aller» (Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατον να πας) που θα κυκλοφορήσει στη Ελλάδα από τις εκδόσεις Gutenberg το φθινόπωρο του 2018.
Μαζί του ήταν η γυναίκα του και παραγωγός του, Michelle Ray-Gavras, καθώς στα απομνημονεύματά του αναφέρεται τόσο στην καλλιτεχνική του πορεία από τον ερχομό του στη Γαλλία και μετά, αλλά και στη προσωπική του ζωή και την σχέση του με την σύντροφό του εδώ και 50 χρόνια.

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More