Poutanique τεχνη, εσυ τα φταις ολα!

Να είναι τέχνη; Επάγγελμα ή μήπως ματαιοδοξία;

Ο μουσικός του πεζοδρόμου!!

Ξαφνικά την καλοκαιρινή ηρεμία στο μικρό μας Μεσολόγγι σκέπασε μια γλυκιά μελωδία που έρχονταν από το βάθος του πεζοδρόμου. Όσο πλησίαζε.....

Να πως γινεται το Μεσολογγι προορισμος!

αι θα αξιοποιηθεί. Ακούγονται διάφορες ιδέες και έχουν συσταθεί αρκετές ομάδες πολιτών που προτείνουν υλοποιήσιμες και μη ιδέες προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος και έμμεσα να επωφεληθούμε όλοι.....

Ποσα κτηρια ρημαζουν στο Μεσολογγι;

Ένα από τα θέματα του δημοτικού συμβούλιου στις 27/ 11 είναι η «Εκμίσθωση χώρου για κάλυψη στεγαστικών αναγκών του Δήμου». Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι πως μετά από τόσα χρόνια και πώς μετά από τόσο κονδύλια έχουμε φτάσει ....

Μεσολόγγι - αδέσποτα ώρα μηδέν.

Αδέσποτα, ένα ευαίσθητο θέμα για όσους είναι πραγματικά φιλόζωοι* και με τις δυο έννοιες της λέξης. Ας αρχίσουμε να μιλάμε για τις αβοήθητες ψυχές που ξαφνικά βρεθήκαν απροστάτευτες στον δρόμο όχι από το τέλος δηλαδή από τα αποτελέσματα που βλέπουμε...

Facebook, φωτογραφιες με σουφρωμενα χειλη...

Κάλος ή κακός αγαπητοί φίλοι διανύουμε μια εποχή που θέλει τους περισσότερους άμεσα εξαρτημένους από τις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωση τύπου face book. Έρχεται λοιπόν το Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

22 Οκτ 2013

Το «success story» των… διαπραγματεύσεων

Το «success story» των… διαπραγματεύσεων

Ο κ. Σαμαράς έδωσε το περίγραμμα της πολιτικής του λέγοντας την περασμένη Παρασκευή από το Ρέντη: «Κοινωνική συνοχή, αλληλεγγύη και ανάπτυξη είναι το τρίπτυχο σε μια Πολιτεία που θέλει να πετύχει»…
Ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κατά την επέτειο των 95ων γενεθλίων του εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι «η Ελλάδα θα τα καταφέρει». Μόνο που η αισιοδοξία του εδράζεται στην ευχή - προτροπή του ότι «θα σφίξουν οι Έλληνες άλλη μια φορά τα δόντια και θα τα καταφέρουμε»…
Όσο για τον κ.Στουρνάρα, δεν παραλείπει ακόμα και μέσα από τα χαρακώματα μιας ακόμα… διαπραγμάτευσης με την τρόικα, να μας κρατά ψηλά το ηθικό τονίζοντας ότι: «Το μνημόνιο είναι το μοναδικό σοβαρό κείμενο με στόχους»…
Ο κ.Στουρνάρας διαπραγματεύεται…

Πάμε τώρα να δούμε πώς βιώνουν την πραγματική ζωή οι άνθρωποι. Οι κανονικοί άνθρωποι.  Εκείνοι, δηλαδή, που μαθαίνουν καθημερινά και με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι οι ταγοί τους «για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και τη σημασία των λέξεων» (Θουκυδίδης, Τρίτο βιβλίο, Κεφ. 82).
  • Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γραμματείας Καταναλωτή της ΓΣΕΕ τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που έχουν λάβει καταναλωτικά δάνεια και πριν από 2,5 χρόνια ήταν στο 10%, σήμερα έχουν εκτοξευτεί στο 65%. Το ποσοστό των υπερχρεωμένων νοικοκυριών που έχουν λάβει στεγαστικά δάνεια έχει εκτιναχτεί στο 75%. Ειδικά δε για τα νοικοκυριά που πήραν στεγαστικό δάνειο το 2008, το ποσοστό εκείνων που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν μετά από τρία χρόνια μνημονιακής πολιτικής στις δόσεις των δανείων αγγίζουν ακόμα και το 100%! Σύμφωνα με την έρευνα, το 50% των ανθρώπων που έχουν περιέλθει στην ομηρία της υπερχρέωσης εμφανίζουν κατάθλιψη...
  • Σύμφωνα με τα στοιχεία του δήμου Αθήνας, η πρωτεύουσα της χώρας διεκδικεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο το χρυσό μετάλλιο στη φτώχεια και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Σήμερα, περισσότεροι από 20.000 κάτοικοι της πόλης επιβιώνουν μόνο χάρη στα συσσίτια του δήμου. Από τα στοιχεία για τους άστεγους της πόλης προκύπτει ότι το 54% είναι Έλληνες, εκ των οποίων το 73% είναι άνεργοι, το 46% είναι μεταξύ 36 και 55 ετών και το 7,5% (προς δόξα της θεωρίας οι «μετανάστες μας παίρνουν τις δουλειές») είναι απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης…
    • Σύμφωνα με έρευνα της Public Issue που διενεργήθηκε για λογαριασμό του WWF, οι μειώσεις μισθών και συντάξεων έχουν ως συνέπεια το 81% των Ελλήνων να μην έχει χρήματα για θέρμανση, το 71% να έχει περιορίσει τις αγορές τροφίμων, το 90% να έχει περικόψει στο ελάχιστο τις αγορές ρούχων και παπουτσιών και το 12% να έχει προστρέξει σε διοργανώσεις ανταλλαγής αντικειμένων ή ρούχων χωρίς χρήματα.
    • Σύμφωνα με τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του υπουργείου Οικονομικών τα εισοδήματα των λαϊκών νοικοκυριών που εξανεμίστηκαν μόνο μέσα στο 2012 εξαιτίας της μνημονιακής οικονομικής πολιτικής, όπως προκύπτει από την εκκαθάριση των φετινών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, ξεπερνούν τα 11,5 δισ. ευρώ.
    • Στη χώρα που ο κ. Σαμαράς μιλά για «ανάπτυξη» η τελευταία καταμέτρηση των ανέργων τους έβγαλε τον αριθμό 1.403.698! Αλλά όταν ο κ. Σαμαράς ανέλαβε πρωθυπουργός στα τέλη Ιούνη του 2012 οι καταγεγραμμένοι άνεργοι ανέρχονταν στους 1.228.989 ανθρώπους. Τι κατάφεραν, επομένως, οι στυλοβάτες της «κοινωνικής συνοχής»; Στον ένα χρόνο της διακυβέρνησής τους, για κάθε μέρα που κάθονται στα πόστα τους, κάθε μέρα διακυβέρνησής τους, στην ουρά της ανεργίας προστίθενται κι άλλοι 479 άνθρωποι! Κάθε μέρα επί πρωθυπουργίας Σαμαρά, έχουμε 479 νέους ανέργους! Και κάτι ακόμα: Τον Ιούνη του 2010, όταν άρχισε η πολιτική της «σωτηρίας», όταν δηλαδή η πολιτική του μνημονίου - που είχε ψηφιστεί ένα μήνα νωρίτερα - ήρθε για να επιβάλει ό,τι αντεργατικό και αντιλαϊκό σχεδιασμό είχε προαποφασιστεί χρόνια πριν, οι άνεργοι είχαν καταμετρηθεί στους 616.569. Τρία χρόνια μετά, η «σωτηρία» έχει υπερδιπλασιάσει τους ανέργους και τους έχει αυξήσει κατά σχεδόν 800.000! Αυτά είναι τα επιτεύγματα των προπαγανδιστών του «πρωτογενούς πλεονάσματος». Ένα πρωτοφανές «πλεόνασμα» ανεργίας!

Αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα. Ήδη (σσ: αλήθεια, αυτά είναι «βία»;)…
Και παρότι συμβαίνουν ήδη, στη χώρα που συμβαίνουν, μόνο με το προσχέδιο του προϋπολογισμού, οι κυβερνώντες (σσ: οι «διαπραγματευτές» μας απέναντι στην τρόικα) προσθέτουν νέα βάρη ύψους τουλάχιστον 5,5 δις. ευρώ στις πλάτες του λαού για το 2014.
Ας βάλουμε λοιπόν δίπλα – δίπλα από τη μια τις κορώνες τους για «αλληλεγγύη» και από την άλλη την μαύρη αλήθεια των συνεπειών που προκαλεί η πολιτική τους. Και έτσι θα έχουμε ένα ασφαλές συμπέρασμα για το τι κρύβεται πίσω από τις κάθε φορά «διαπραγματεύσεις» τους. Από τις παραινέσεις τους να «σφίξουμε κι άλλο τα δόντια». Από τις υποσχέσεις τους για «τελευταία μέτρα». Από το σλόγκαν τους περί... «κόκκινων γραμμών»!
Ας θυμηθούμε: Πήγαν με «κόκκινη διαπραγματευτική γραμμή» για τους μισθούς. Πήγαν με «κόκκινη διαπραγματευτική γραμμή» για τις συντάξεις. Πήγαν με «κόκκινη διαπραγματευτική γραμμή» για τις απολύσεις. Πήγαν με  «κόκκινη διαπραγματευτική γραμμή» για τα χαράτσια. Πήγαν με «κόκκινη διαπραγματευτική γραμμή» για τη φοροληστεία. ««Κόκκινες διαπραγματευτικές γραμμές» που υποτίθεται ότι δεν επρόκειτο να ξεπεραστούν!
Και φυσικά δεν υπάρχει «κόκκινη» για «κόκκινη γραμμή», από όλες αυτές που κάθε τρεις και λίγο φλομώνουν τον ελληνικό λαό ότι τις θέτουν δήθεν στα νιτερέσα τους με την τρόικα, που να μη μετατράπηκε σε ένα απέραντο καραγκιοζιλίκι. Σε ανερυθρίαστη υποκρισία. Σε ουράνιο τόξο του χαμερπούς χαμαιλεοντισμού. Σε μαύρο φόντο μιας κατάμαυρης πολιτικής για να πετούν γαλάζια, πράσινα (και εσχάτως 58 κεντροαριστερά) άλογα.
Τώρα, βέβαια, βρισκόμαστε σε ένα ιδιαίτερο σημείο. Και τούτο διότι ο πρωθυπουργός «τσαντίστηκε». Απόδειξη ότι πήρε τηλέφωνο τη Λαγκάρντ την οποία και «κατσάδιασε» απαιτώντας να «μαζέψει» τον Τόμσεν. Ελπίζουμε όταν θα συναντηθεί από κοντά με τη Λαγκάρντ, ο κ.Σαμαράς να μην βρεθεί στην ανάγκη να πει και σ’ εκείνην το «ουδείς αναμάρτητος» που είπε ενώπιον της Μέρκελ. Προς το παρόν, ας διασκεδάσουμε με τους «παπαγάλους» που διατυμπανίζουν ότι το τηλεφώνημά του συνιστά ένα θαυμάσιο μήνυμα εθνικής ανάτασης. Και πόσο ωραία ταιριάζει με την ερχόμενη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου…


Αυτή η φωτογραφία είναι από προηγούμενη… διαπραγμάτευση.
Από πλευράς μας νομίζουμε – και λόγω της επερχόμενης επετείου - για όσο θα παίζεται (σε χιλιοστή επανέκδοση) το έργο «η καλή κυβέρνηση διαπραγματεύεται με την κακή τρόικα», ότι υπάρχει ένα πιο επίκαιρο μήνυμα. Είναι η υπόμνηση του Βάρναλη προς τον «δεμένο» λαό :
«Τις φορές, που ο δεμένος πετάχτηκε απάνου/ με τα δόντια να κόψει του ξένου τυράννου/ το λυτάρι, δεμένος βρισκότανε πάλι./ Τόνε δένανε τρίδιπλα οι ντόπιοι μεγάλοι (…)».   

Υστερόγραφο:
«Κάτω από τα 65 κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει σύνταξη», απεφάνθη πρόσφατα ο – «θα έπρεπε να σας έχουμε απολύσει για να δείτε τι εστί βερίκοκο» - κύριος Α.Γεωργιάδης.
 Εμείς λέμε ότι «κανονικά» ο - «θα έπρεπε να σας έχουμε απολύσει για να δείτε τι εστί βερίκοκο» - υπουργός Υγείας κ.Γεωργιάδης θα έπρεπε να πάει να δουλέψει (όχι για πολύ, για καμιά βδομάδα) σε καμιά οικοδομή. Σε κανένα μεταλλουργείο. Σε καμιά ειδικότητα εναεριτών. Σε κανένα καμίνι χάλυβα. Σε κανένα ορυχείο. Σε κανένα συνεργείο αποκομιδής απορριμμάτων κλπ. Έτσι, για να μάθει τι θα πει δουλειά. Και αφού θα μάθαινε τι σημαίνει δουλειά, μετά θα τα λέγαμε και για το χρόνο συνταξιοδότησης.

20 Οκτ 2013

Ο «πατέρας» της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόιντ

Ο «πατέρας» της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόιντ

Ο άνθρωπος που έβαλε τον κόσμο στο... ντιβάνι

Η εμφάνιση του γερμανού πρωτεργάτη της ψυχολογίας στα χρονικά της επιστήμης έμελλε να αλλάξει καθοριστικά τον τρόπο που σκεφτόμαστε για τον τρόπο που σκεφτόμαστε.

Ο άνθρωπος που θα εγκαινίαζε τον τομέα της «ομιλούσας θεραπείας» και θα έστρεφε την προσοχή στα της ψυχής, δημιουργώντας μια νέα μέθοδο ψυχοδυναμικής προσέγγισης των άδηλων φαινομένων της προσωπικότητας, την οποία και ονόμασε «ψυχανάλυση», έγραψε μια από τις χρυσές σελίδες της σύγχρονης επιστημικής πρακτικής.

Ο Φρόιντ δεν είναι βέβαια σημαντικός στην ιστορία της σκέψης μόνο για τις εργασίες του στην ερμηνεία των ονείρων, τους ελεύθερους συνειρμούς και την αποκάλυψη του ασυνειδήτου, αλλά και για το θεωρητικό του έργο πάνω στις δομές του πολιτισμού, αλλά και την απελευθέρωση του δημόσιου διαλόγου σε θέματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική πρακτική (λίμπιντο).

Είναι όμως και το άλλο: πρόκειται για τον άνθρωπο που μας έμαθε να σκεφτόμαστε με όρους αμιγώς ψυχολογικούς, βάζοντας μια για πάντα στα στόματα όλων μας μια σειρά από φροϋδικούς όρους, όπως ασυνείδητο, οιδιπόδειο, εγώ, μεταβίβαση, παραδρομές, παραπραξίες και τόσα άλλα.

Ας δούμε λοιπόν τη ζωή ενός από τους ανθρώπους που επηρέασαν καθοριστικά τη συλλογιστική πορεία και το επιστημονικό μέλλον του 20ού αιώνα...

Πρώτα χρόνια


Ο Σίγκμουντ Φρόιντ γεννιέται στην αυστριακή -τότε- πόλη Φράιμπεργκ στις 6 Μαΐου 1856, σε ηλικία 4 ετών ωστόσο η οικογένειά του θα μετακομίσει στη Βιέννη, την πόλη που έζησε και έδρασε για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Ο Φρόιντ θα πάρει το πτυχίο του στην Ιατρική το 1881, ενώ τον επόμενο χρόνο θα παντρευτεί, με τον γάμο του να του χαρίζει έξι παιδιά, το νεότερο εκ των οποίων, η Άννα, θα γινόταν κι αυτή με τη σειρά της διαπρεπής ψυχαναλύτρια.

Μετά την αποφοίτησή του, ο νεαρός Φρόιντ θα ανοίξει το πρώτο του ιατρείο και θα αρχίσει να έχει προοδευτικά επαφή με τις ψυχολογικού τύπου διαταραχές της προσωπικότητας. Θεωρώντας τον εαυτό του πρώτα απ' όλα θεραπευτή παρά γιατρό, θα βάλει στόχο της ζωής του να κατανοήσει το ταξίδι της ανθρώπινης γνώσης και εμπειρίας, αποκαλύπτοντας τις κρυμμένες δομές που κινούν τον ανθρώπινο ψυχισμό.

Πρώιμο έργο

Πρώτος σταθμός στη θεωρητική του ενασχόληση με τα της ψυχής, η υστερία. Επηρεασμένος από τη δουλειά του βιεννέζου συναδέλφου και πιστού του φίλου Γιόζεφ Μπρόιερ, ο οποίος είχε παρατηρήσει ότι όταν ενθάρρυνε υστερικούς ασθενείς να μιλούν ανεπιφύλακτα για τις πρώιμες εκδηλώσεις των συμπτωμάτων τους, τα συμπτώματα κάποιες φορές υποχωρούσαν, ο Φρόιντ θα γενικεύσει την παρατήρηση, ως απόρροια του δικού του κλινικού έργου.

Θα ισχυριστεί λοιπόν ότι οι νευρώσεις (το κατεξοχήν αντικείμενο της ψυχολογίας της εποχής) έλκουν την καταγωγή τους από τραυματικές εμπειρίες που εντοπίζονται στο παρελθόν του ασθενούς, με τα πρωταρχικά αυτά περιστατικά να ξεχνιούνται καλά κρυμμένα στη δομή του ασυνειδήτου. Οι βάσεις για την ψυχανάλυση είχαν τεθεί!

Η φροϋδική «ομιλούσα θεραπεία» συνίστατο λοιπόν στην ενθάρρυνση του ασθενούς να ανακαλέσει στη μνήμη του τις τραυματικές αυτές εμπειρίες και να τις καταστήσει συνειδητές, αντιμετωπίζοντάς τες έτσι τόσο συναισθηματικά όσο και διανοητικά. Πίστευε δηλαδή ότι με τον τρόπο αυτό ο ασθενής θα απαλλασσόταν από τα νευρωτικά συμπτώματα και θα απελευθερωνόταν από τις ατραπούς του μυαλού.

Ο Φρόιντ και ο Μπρόιερ δημοσίευσαν τις θεωρίες και τα κλινικά τους ευρήματα στο περίφημο πλέον σύγγραμμα «Μελέτες για την Υστερία» (1895).

Αμφιλεγόμενη υποδοχή


Η προοδευτική μετατόπιση της θεωρητικής προβληματικής του Φρόιντ από τις πρώτες διατυπώσεις της θεωρίας του και το ολοένα και μεγαλύτερο βάρος που άρχισε να δίνει στη σεξουαλική προέλευση των νευρωσικών διαταραχών θα τον απομάκρυναν από τον επιφανή γιατρό Μπρόιερ, με τη σχέση τους να παίρνει τέλος.

Ο Φρόιντ συνέχισε ωστόσο να «ραφινάρει» την προβληματική του με μια σειρά από όρους και κατηγοριοποιήσεις (Πρώτη και Δεύτερη Τοπική), και έπειτα από μια περίοδο αυτο-ανάλυσης θα επανεμφανιστεί στη βιβλιογραφία με την περίφημη «Ερμηνεία των Ονείρων» (1900), ενώ την επόμενη χρονιά θα «ξαναχτυπήσει» με τη μνημειώδη «Ψυχοπαθολογία της Καθημερινότητας» (1901). Είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής, τα χρόνια που τίθενται τα θεμέλια του κολοσσιαίου επιτεύγματος της ψυχανάλυσης.

Το 1905 θα ακολουθήσουν οι «Τρεις Μελέτες για τη Θεωρία της Σεξουαλικότητας», με τον Φρόιντ να δουλεύει ακατάπαυστα για την απόδειξη της ερευνητικής του υπόθεσης. Ο επιστημονικός κόσμος δεν είχε συγκλονιστεί ωστόσο από τις φροϋδικές δημοσιεύσεις, με την επιστημονική κοινότητα να βλέπει μια υπερέμφαση του Φρόιντ στη σεξουαλικότητα, ακολουθώντας σε αυτό τις ενστάσεις του Μπρόιερ.


Ήταν ωστόσο και η αντίσταση που συνήθως επιφέρει η επαγγελματική νομιμοφροσύνη σε καθετί καινούριο και «επαναστατικό» που απειλεί τις παραδεδομένες επιστημικές νόρμες. Ο Φρόιντ, παρά τη δριμεία κριτική που δεχόταν από επιστημονικούς κύκλους, συνέχιζε απτόητος το κλινικό και θεωρητικό του έργο.

Ήταν το 1909, όταν και προσκλήθηκε για μια σειρά διαλέξεων στις ΗΠΑ, που το κλίμα έμελλε να αλλάξει, με τους γιατρούς της Αμερικής να αποδεικνύονται λιγότερο «αρτηριοσκληρωτικοί» από τους ευρωπαίους συναδέλφους τους. Όταν μάλιστα το 1916 κυκλοφόρησε το σύγγραμμά του «Πέντε Διαλέξεις για την Ψυχανάλυση», η φήμη του εκτοξεύτηκε εκθετικά.

Κληρονομιά


Η ψυχανάλυση του Σίγκμουντ Φρόιντ έμελλε να «γεννήσει» επί της ουσίας τον κλάδο της ψυχολογίας με τη μορφή που τον ξέρουμε σήμερα, μπολιάζοντας ταυτοχρόνως τη σκέψη του 20ού αιώνα καθοριστικά. Η ψυχανάλυση και ο μαρξισμός αποτελούν εν πολλοίς τους δύο πυλώνες στους οποίους στηρίχθηκε η σύγχρονη δυτική συλλογιστική, με τα κατοπινά συστήματα σκέψης να πρέπει να αντιπαρατεθούν αποφασιστικά με το «ιερό τέρας» Σίγκμουντ Φρόιντ.

Ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις και τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κάποιος για το έργο του αυστριακού γιατρού, η έμφαση στην «ψυχική ενέργεια» που έριξε η ματιά του και η θεωρητική πραγμάτευση εννοιών όπως το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ο ρόλος των ονείρων άλλαξαν άρδην τις προκατακλυσμιαίες συνιστώσες της γνώσης μας.


Το γεγονός εξάλλου ότι η θεωρητική εργασία του Φρόιντ έχει λάβει τόσο διθυραμβικούς επαίνους όσο και φρενιτικές πολεμικές αποδεικνύει περίτρανα ότι παραείναι μεγάλη η ψυχανάλυση για να αγνοηθεί.

Περνώντας μια ζωή σε συνεχή έρευνα και αυτο-παρατήρηση, ο Φρόιντ θα αυτοκτονούσε όντας αυτο-εξοριζόμενος στην Αγγλία το 1939 (λόγω της ναζιστικής εισβολής στην Αυστρία), ζητώντας από τον γιατρό του μια φονική δόση μορφίνης, απηυδισμένος από τη μάχη του με τον καρκίνο. Το έργο του ωστόσο δεν θα πέθαινε ποτέ...

Παγκοσμιοποίηση και το δίπολο Αριστερά-Δεξιά

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ένα νέο πολιτικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει την Νέα Διεθνή Τάξη (ΝΔΤ) της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της κοινοβουλευτικής Χούντας, στην οποία αναφέρθηκα στο προηγούμενο άρθρο, είναι η ουσιαστική κατάργηση του παλαιού πολιτικού δίπολου που καθιέρωσε και τυπικά η Γαλλική επανάσταση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Του δίπολου, δηλαδή, όπου στην μεν Δεξιά ανήκαν όλες εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που υποστήριζαν την συνέχιση και αναπαραγωγή του ‘κατεστημένου’, είτε αυτό ήταν κάποτε η μοναρχία, είτε κατόπιν η αστική κοινοβουλευτική «δημοκρατία» και η καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, στην δε Αριστερά εκείνες που υποστήριζαν την ανατροπή του κατεστημένου με την παραπάνω έννοια, από αντιμοναρχικούς μέχρι Μαρξιστές, αναρχικούς, αντισυστημικούς οικολόγους (σε αντίθεση με τους σημερινούς ‘γιαλαντζί’ Πράσινους) κ.λπ.. Εξ ορισμού, επομένως, η μεν Δεξιά υποστήριζε τον «Νόμο και την τάξη» και ό,τι αυτό συνεπαγόταν σε ανισότητα, ιεραρχία, προνόμια των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων κ.λπ., ενώ η Αριστερά αγωνιζόταν ουσιαστικά για την ανατροπή της «καθεστηκυίας τάξης» και την σε διάφορους βαθμούς ισοκατανομή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής εξουσίας/δύναμης.
Το βασικό πεδίο όπου διεξαγόταν ο αγώνας μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς ήταν το κράτος-έθνος, έστω και εάν η Αριστερά, ιδιαίτερα η Μαρξιστική (αλλά και η ελευθεριακή), ήταν παραδοσιακά διεθνιστική, μέχρις ότου, εξαιτίας των αντικειμενικών συνθηκών, υιοθέτησε στην πράξη τον «σοσιαλισμό σε μια χώρα», ακόμη και εάν στη θεωρία και στις διακηρύξεις της παρέμεινε διεθνιστική. Όμως, αυτό ακριβώς το πεδίο εξαφανίζει η σημερινή ΝΔΤ, κυριολεκτικά «τραβώντας το χαλί» κάτω από το δίπολο της παραδοσιακής Δεξιάς-Αριστεράς. Οι συνέπειες είναι οι σεισμικές αλλαγές σε όλο το πολιτικό φάσμα που βλέπουμε σήμερα.
Όσον αφορά στην Αριστερά, πρώτα, αναμφισβήτητο σύμπτωμα του φαινομένου αυτού είναι η πολιτική χρεοκοπία της παραδοσιακής Αριστεράς, τόσο με την στενή έννοια των εκλογικών ποσοστών της, όσο και, το κυριότερο, με την ευρύτερη έννοια του μαζικού ανατρεπτικού κινήματος που προσελκύει κυρίως τα λαϊκά στρώματα και όχι, όπως σήμερα, τους βολεμένους «αριστερούς» της αστικής τάξης που επιδιώκουν μικρο-μεταρρυθμίσεις μέσα από την εκφυλισμένη «Αριστερά». Ακόμη, δηλαδή, και αν εξακολουθεί να επιβιώνει πολιτικά η «Αριστερά» αυτή, δεν παύει να είναι πλήρως ενσωματωμένη στη ΝΔΤ, όταν τα αιτήματά της κάθε άλλο παρά ανατρεπτικά είναι. Από την άλλη μεριά, το τμήμα της που ανήκει στην κομμουνιστογενή Αριστερά,  μολονότι προβάλλει ανατρεπτικά αιτήματα στην θεωρία, παραμένει στην θεωρία, εφόσον δεν τα συνοδεύει με μεταβατικό πρόγραμμα και πολιτική δράση ανατροπής. Και αυτό ισχύει για οποιοδήποτε κόμμα ή οργάνωση που αυτοχαρακτηρίζεται σήμερα αριστερή, κομουνιστική, αναρχική, «Πράσινη» κ.λπ., εφόσον δεν αμφισβητεί τόσο στην θεωρία, όσο και στην πράξη, την ίδια τη ΝΔΤ, την παγκοσμιοποίηση (που στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς μόνο νεοφιλελεύθερη μπορεί να είναι) και τους εκφραστές της, όπως η ΕΕ, περιμένοντας την επανάσταση για να απαιτήσει την έξοδο από την ΕΕ και να επιβάλλει την οικονομική αυτοδυναμία. Γι’ αυτό και όλη αυτή η «Αριστερά» δεν μπορεί πια να προσελκύσει μαζικά τα λαϊκά στρώματα που είναι τα κύρια θύματα της παγκοσμιοποίησης.
Αλλά στην Δεξιά, επίσης, σημειώνονται σεισμικές αλλαγές, όπως φανερώνει το γεγονός ότι τα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα σήμερα διατηρούνται μόνο χάρη στα σαφώς ευνοούμενα από την παγκοσμιοποίηση στρώματα που τα στηρίζουν, ενώ χάνουν καθημερινά τα λαϊκά στρώματα που είχαν «αστικοποιηθεί» στην περίοδο της σοσιαλδημοκρατίας και σήμερα φτωχοποιούνται λόγω της μαζικής ανεργίας και της φτώχειας που φέρνει η παγκοσμιοποίηση! Έτσι, σήμερα, τα συντηρητικοποιημένα αυτά λαϊκά στρώματα που συνθλίβονται από την παγκοσμιοποίηση φεύγουν μεν από την καθεστωτική Δεξιά αλλά δεν πάνε ούτε στην πλήρως ενσωματωμένη στη ΝΔΤ εκφυλισμένη «Αριστερά», ούτε στη κομμουνιστογενή ή την ψευτο-«ελευθεριακή» Αριστερά που αγωνίζεται δήθεν για αυτοδιαχείριση και δεν «βλέπει» δίπλα της τον στραγγαλισμό των λαϊκών στρωμάτων από την παγκοσμιοποίηση, την ΕΕ κ.λπ.!
Αυτά είναι τα λαϊκά στρώματα που σήμερα κινούνται μαζικά προς εθνικιστικά κόμματα, όπως π.χ. το κόμμα Ανεξαρτησίας στην Βρετανία, σε σημείο που ακόμη και η πιο έγκυρη εφημερίδα του οικονομικού κατεστημένου, οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, να τονίζουν ότι ένας άνεμος Ευρωσκεπτικισμού, που φθάνει μέχρι την απαίτηση για έξοδο από την ΕΕ, σαρώνει την Ευρώπη (15/10/2013). Αντίθετα με την άθλια προπαγάνδα της Υπερεθνικής Ελίτ, που στηρίζει σύσσωμη η χρεοκοπημένη Αριστερά, αυτό δεν σημαίνει ότι τα εκατομμύρια Ευρωπαίων που στρέφονται κατά της ΕΕ, και έμμεσα κατά της ίδιας της παγκοσμιοποίησης, έγιναν ξαφνικά... εθνικοσοσιαλιστές, λες και είμαστε στην δεκαετία του 1930. Ούτε σημαίνει ότι το 1/3 σχεδόν των Ευρωπαίων που εκτιμάται ότι θα στείλουν Ευρωσκεπτικιστές στο Ευρωκοινοβούλιο έγιναν ξαφνικά ρατσιστές. Απλά εκφράζουν, όπως γράφουν οι ΦΤ, την λαϊκή αγανάκτηση για την «οικονομική αθλιότητα και την μεγάλη ανεργία που μαστίζουν την Ευρώπη». Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι όσο περισσότερο τα κόμματα αυτά αποβάλλουν ρατσιστικά ή ακροδεξιά στοιχεία, τόσο περισσότερο ανεβαίνουν τα ποσοστά τους (π.χ. Λεπέν στην Γαλλία).
Σε αυτήν την κρίσιμη ιστορική καμπή, που θα κριθεί αν θα υποδουλωθούμε όλοι στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την Υπερεθνική ελίτ, είναι επομένως επιτακτική ανάγκη η δημιουργία  ενός παλλαϊκού Μετώπου σε κάθε χώρα που θα συμπεριλάβει όλα τα θύματα της παγκοσμιοποίησης στα λαϊκά στρώματα, ανεξάρτητα από τις σημερινές κομματικές τοποθετήσεις τους. Στην Ελλάδα, που τα λαϊκά στρώματα αντιμετωπίζουν οικονομική καταστροφή, ένα τέτοιο Μέτωπο (σε αντίθεση με τα αποπροσανατολιστικά «αντιφασιστικά» Μέτωπα που ενώνουν θύτες και θύματα!) θα μπορούσε να προσελκύσει την μεγάλη πλειοψηφία του Λαού που θα αγωνιζόταν για την άμεση μονομερή έξοδο από την ΕΕ, που την διαχειρίζεται  το Ευρωπαϊκό τμήμα της  Υπερεθνικής Ελίτ, και για την οικονομική αυτοδυναμία, σε ρήξη με την παγκοσμιοποίηση. Έτσι, θα μπορούσε να χτιστεί ένας νέος πραγματικός διεθνισμός από τα κάτω, ενώ παράλληλα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να αποφασίσει ο λαός, δημοκρατικά, τι είδους κοινωνικό-οικονομικό καθεστώς θέλει για την λαϊκή εξουσία. Αλλά θα επανέλθω.

19 Οκτ 2013

Ψωμί ΚΑΙ δημοκρατία ή μνημόνια ΚΑΙ φασισμός


Παναγιώτης Μαυροειδής
tumblr_mt0vbbcgkl1qzst69o1_1280‘’Συντρίβουμε τον εξτρεμισμό στην Ελλάδα. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το άλλο άκρο και ειδικά αυτούς  που μιλάνε για έξοδο από ΕΕ και ΝΑΤΟ’’.
Πρόκειται για δήλωση του Πρωθυπουργού, από την αυλή του υπερ-ατλαντικού αφεντικού του, στις ΗΠΑ, στις 1/10/2013.
Σε ποιούς αναφέρεται άραγε ο Πρωθυπουργός;
Την ίδια μέρα ο Δ. Κουτσούμπας ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, δήλωνε από τις Βρυξέλες σχετικά  με το στόχο εξόδου από ευρώ και ΕΕ, που τίθεται από ‘’αριστερές’’ (τα εισαγωγικά του ΔΚ, υπονοούν ότι δεν πρόκειται για πραγματικά αριστερές)  δυνάμεις: ‘’ Εντάξει, μπορεί να φύγουμε απ” το ευρώ και να πάμε στη δραχμή ή σε ένα άλλο νόμισμα ή να φύγουμε απ” την ΕΕ. Οι αντιλαϊκοί νόμοι, η καπιταλιστική βαρβαρότητα, το σύστημα που υπάρχει, δεν θα εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει;’’
Η χρονική σύμπτωση των δύο δηλώσεων είναι ασφαλώς τυχαία, αλλά η τύχη παίζει πάντα άσχημα παιχνίδια. Η επιμονή του ΚΚΕ να θεωρεί την αυτοτελή πρόταξή του σήμερα αποπροσανατολιστική και λαθεμένη, είναι πάγια θέση των τελευταίων χρόνων.
Δύσκολα θα ισχυριστεί κανείς ότι ο Σαμαράς, άφηνε υπονοούμενα για το ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης απορρίπτει σταθερά, από πεποίθηση και όχι από άποψη τακτικής την ανάγκη εξόδου από ευρωζώνη και ΕΕ. Αλλά και την έξοδο από το ΝΑΤΟ την έχει κάνει ‘’όραμα’’ και όχι πολιτικό στόχο της επομένης μέρας.
Θα ήταν αφέλεια να νομίσει κανείς ότι αυτή η αναφορά του Σαμαρά γίνεται απλά για να στοχοποιηθoύν δυνάμεις όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ως το ‘’άλλο άκρο’’ που θέτει το ζήτημα της εξόδου από ληστο-συμμαχία εκπόνησης και επιβολής των μνημονίων, από κοινού με τους εγχώριους  ‘’πρόθυμους’’ στην Ελλάδα.
Ο  επικεφαλής της ακροδεξιάς αντεργατικής κυβέρνησης, που έχει δουλική  υποχρέωση απέναντι σε  κάθε Μελισσανίδη (δηλαδή στην ντόπια αστική τάξη) και σε κάθε Μέρκελ και Ομπάμα, κάνει κάτι πιο ουσιαστικό: Θέτει τα απαραίτητα όρια του αποδεκτού. Το λεγόμενο ‘’συνταγματικό τόξο’’ ξεκινάει από την αναγνώριση του μονοπωλίου της οικονομικής και πολιτικής βίας της εγχώριας εξουσίας  του κεφαλαίου και τελειώνει με την παραδοχή της αιώνιας υποταγής στους υπερεθνικούς δυνάστες των λαών τύπου ΕΕ και ΝΑΤΟ.
Σε μια κοινωνία σαν την καπιταλιστική, αυτός που δίνει ‘’δουλειά και ψωμί’’, έχοντας την ιδιοκτησία, το νόμο, τα χρήματα, τις τράπεζες και  το κράτος με το μέρος του, έχει και την πραγματική εξουσία ελέγχου της κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς των εργαζομένων, που αισθάνονται και είναι εξαρτημένοι από αυτόν. Θα μπορούσαμε να το πούμε απλά: Νόμος και μέτρο των πάντων είναι το συμφέρον του κάθε εργοδότη…
Αλλά δεν κυβερνάει ποτέ ένας Βαρδινογιάννης. Η εξουσία του κεφαλαίου χρειάζεται ένα κρατικό, θεσμικό και κομματικό πολιτικό σύστημα που στο πλαίσιο ιδιαίτερων ρόλων, θα πρέπει να μπορεί να αναλάβει αυτή τη δουλειά. Και αυτό το πολιτικό σύστημα σήμερα, μετά από την κοινωνική σφαγή των μνημονίων, είναι σε κατάρρευση. Το γενικό ‘’κόμμα’’ της αστικής τάξης, δηλαδή το κράτος της, κάθε άλλο παρά άχρηστο είναι ή υπολειτουργεί. Αλλά δεν μπορεί ποτέ να κρατήσει τα γκέμια χωρίς την ιδιαίτερη μεσολάβηση ενός  κομματικού πολιτικού συστήματος, κατά προτίμηση διπολικού, που να μπορεί να πείθει και να ενσωματώνει.
Σήμερα –και αυτή είναι η εκδίκηση της κοινωνίας που αντιστέκεται- όχι μόνο δεν υπάρχει ο απαραίτητος αστικός διπολισμός, αλλά ακόμη και ο ένας πόλος, αυτός που κυβερνά, είναι τουλάχιστον κουτσός.
Μοναδική λύση, μετά το αμφοτερόπλευρο κάψιμο των ΛΑΟΣ και ΔΗΜΑΡ και τη σχετική εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ, είναι η ανασύνθεση του δεξιού και ακροδεξιού χώρου, με πυρήνα τη ΝΔ και με επιστράτευση της φασιστικής δεξιάς.
Αυτές οι σκέψεις κλώθονται εδώ και δύο χρόνια περίπου και συχνά διατυπώνονται και ζυμώνονται δημόσια. Ο καθένας ωστόσο καταλαβαίνει ότι μια άμεση συνεργασία ΝΔ-Χρυσής Αυγής, είναι εξαιρετικά δύσκολη…. Κατέστη μάλιστα σχεδόν αδύνατη μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και την δημοκρατική αντιφασιστική αφύπνιση που ακολούθησε.
Ο μονόδρομος για τον αστικό κόσμο, προϋποθέτει την πλήρη αναδόμηση ειδικά του ναζιστικού μορφώματος, όχι για να αχρηστευτεί, αλλά για να μπορέσει να διατηρήσει στοιχεία χρησιμότητας.
Η Χρυσή Αυγή, πρέπει να ‘’κοντύνει’’, αλλά όχι να εξαφανιστεί. Αυτή είναι η ουσία για την κυβέρνηση. Άλλωστε, το κυνηγητό γίνεται για συγκεκριμένες ‘’εγκληματικές πράξεις’’ συγκεκριμένων προσώπων και όχι για τον ναζιστικό μισανθρωπισμό του κόμματος γενικά. Αυτό διατυπώνεται ρητά. Η εικόνα της μη-προφυλάκισης των εγκληματιών, πάγωσε πολλούς, αλλά είναι ενδεικτική.
Ποιός λοιπόν και γιατί χτύπησε τη Νεο-ναζιστική συμμορία;
Η ΝΔ, οπότε ‘’σιγά τα αυγά’’;
Ή το λαϊκό κίνημα, οπότε ‘’ας κρατήσουν οι χοροί’’;
Δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Αλίμονο αν όλη η αλήθεια και κυρίως ο προσανατολισμός της σκέψης ή της δράσης, εξαντλείτο σε μια απλουστευτική απάντηση σε ένα μηχανιστικό ερώτημα.
Γιατί ξεχνιόμαστε; Μέχρι το στοιχείο 32 του φακέλου Δένδια, μέχρι δηλαδή τη στιγμή της δολοφονίας του Π. Φύσσα,  είχαμε τις 31 υποθέσεις (μαζί με πολλές άλλες), απολύτως συγκαλυμμένες από την κυβέρνηση, το κράτος και τη δικαιοσύνη. Καμία μα καμία δυσκολία δεν υπήρχε ούτε για την εξιχνίαση των εγκλημάτων, ούτε για τη σύλληψη και παραδειγματική τιμωρία των ναζιστών δολοφόνων. Όλα όσα δείχνουν σήμερα τα κανάλια, ο κόσμος της αριστεράς και οι αγωνιστές  της αντιφασιστικής  και αντιρατσιστικής δράσης, τα γνωρίζουν και τα έχουν καταγγείλει επ’ ακριβώς. Το ίδιο και τα τοπικά αστυνομικά τμήματα καθώς και  οι αναγνώστες εφημερίδων και οι επισκέπτες του διαδικτύου.
Η κυβέρνηση και το κράτος συγκάλυπταν. Όχι από ανικανότητα. Από επιλογή και σκοπιμότητα. Οι φασίστες και η δράση τους ήταν χρήσιμοι. Στον αποπροσανατολισμό των φτωχών και των ανέργων. Αντί να πολεμούν τους πάνω, να σφάζονται μεταξύ τους. Αντί να βαθαίνει η  αντιμνημονιακή οργή σε αντικαπιταλιστική και αντι-ΕΕ στάση, να  εγκλωβίζεται σε εθνικιστικά και υπεραντιδραστικά πλαίσια.
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η κατακραυγή που ακολούθησε, αφαίρεσε πολιτικό χρόνο από την κυβέρνηση και την υποχρέωσε να κινηθεί με διαφορετικό τρόπο και με διαφορετική ταχύτητα. Η επίδραση του λαϊκού παράγοντα δε μετριέται μόνο με πολιτικές εκλογικές μετατοπίσεις ή συγκροτημένη κινηματική δράση.
Η κυβέρνηση ήταν αυτή που πήρε στη συνέχεια την πρωτοβουλία των κινήσεων και οδηγεί τα πράγματα ακόμη πιο αντιδραστικά και αυτό σηματοδότησε η δήλωση του Σαμαρά. Δε χωρά καμία ταλάντευση πάνω σε αυτό. Ο δήθεν ‘’αντιφασισμός’’ του Σαμαρά, θα είναι το δόκανο για την εξόντωση του λαϊκού ριζοσπαστισμού, της πάλης ενάντια στην κοινωνική σφαγή του μνημονίου. Το ζητούμενο είναι η υποταγή στον ογκούμενο κοινωνικό εκφασισμό της καθημερινής ζωής, μέσα από την επικράτηση ενός κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού.
Αλλά το να έχει η κυβέρνηση την πρωτοβουλία των κινήσεων, δεν σημαίνει πως έχει και την απόλυτη υπεροχή ή την ικανότητα να οδηγήσει τα πράγματα επακριβώς με βάση κάποιο σιδερένιο σχέδιο. Η κίνηση αυτή της κυβέρνησης, η κλιμάκωση δηλαδή της πολιτικής αντιπαράθεσης, ήταν ένα αναγκαστικό άλμα προς ένα αντιδραστικό κενό, με αβέβαιη έκβαση.
Και αλλιώς μπορούμε να το δούμε. Στον οικονομικό και  κοινωνικό τομέα, οι διαχειριστές της εξουσίας, για λόγους δικής τους πολιτικής και εκλογικής αναπαραγωγής, παρά το γεγονός ότι μπορούν να αποκρούουν την απεργιακή πίεση,  θα ήθελαν ίσως λιγότερες απολύσεις ή μέτρα οικονομικής εξόντωσης ειδικά σε ορισμένους κλάδους (πχ αστυνομία, στρατιωτικοί). Δεν τους αφήνουν όμως κανένα περιθώριο  ούτε η τρόικα ούτε τα αφεντικά τους εν γένει. Η επιθετικότητα που επιδεικνύουν και εδώ, προδίδει και τα στενά όρια που έχουν για να κινηθούν.
Κίνδυνος »επιτυχίας» της κυβερνητικής κίνησης θα υπάρχει μόνο αν το μαζικό λαϊκό κίνημα και η αριστερά, αποδεχτούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το δίλημμα ‘’φασισμός ή μνημόνιο’’ που προσπαθεί να πλασάρει η κυβέρνηση.
Με θαρραλέο και αποφασιστικό τρόπο, μπορεί να συγκροτηθεί μια άλλη απάντηση.
Αγώνας για ψωμί και δημοκρατία, ενάντια σε μνημόνια, ανεργία, φτώχεια και φασισμό.
Αγώνας για ανατροπή, ενάντια σε κάθε σταθεροποίηση της αντεργατικής πολιτικής
Ίσως  βοηθήσει σε αυτή τη συζήτηση η υπενθύμιση μιας είδησης  που πέρασε σχεδόν στα ψιλά. Αφορά, την ταχύτατη δρομολόγηση από την ελληνική κυβέρνηση, της τροϊκανής απαίτησης (υπαγορευμένης σχολαστικά και παλαιόθεν από το ντόπιο ΣΕΒ), για κατάργηση του βασικού μισθού και ‘’απελευθέρωση’’ των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα.  Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ευ­ρω­παίου Επι­τρό­που Ολι Ρε­ν, η τρόι­κα έ­χει ζη­τή­σει -και η κυ­βέρ­νη­ση έ­χει συμ­φω­νή­σει- να αλ­λά­ξει το νο­μι­κό πλαί­σιο που διέ­πει τις ο­μα­δι­κές α­πο­λύ­σεις στον ιδιω­τι­κό το­μέα προ­κει­μέ­νου να μην α­παι­τεί­ται έ­γκρι­ση των ο­μα­δι­κών α­πο­λύ­σεων α­πό τον ε­κά­στο­τε υ­πουρ­γό Εργα­σίας ή τον Πε­ρι­φε­ρειάρ­χη.  Άμεση επίπτωση οι μαζικές απολύσεις αλλά και η αντικατάσταση παλιών με νέους, με μισθούς των 500 ευρώ.
Πηγή: http://aristeroblog.gr/node/1989

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ ΤΗΣ ΜΟΝΤ ΝΤΙΠΛΟΜΑΤΙΚ: ΠΩΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ!

11111French-protestsΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟ» ΚΑΙ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ» ΕΥΡΩ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ
Αυτόν τον Αύγουστο το πρωτοσέλιδο της Μοντ Ντιπλοματίκ, του γαλλικού μηνιαίου έντυπου αναφοράς για την Αριστερά σε διεθνές επίπεδο, που εκδίδεται σε 27 γλώσσες και 84 χώρες με συνολική κυκλοφορία άνω του ενός εκατομυρίου, κυκλοφορεί με το εξής εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο: «πως να φύγουμε από το ευρώ».
Συντάκτης του σχετικού κειμένου ο Φρεντερίκ Λορντόν, από τα πιό σημαντικά ονόματα στο χώρο της «ετερόδοξης» οικονομικής σκέψης στη Γαλλία. Ο Λορντόν (γεννηθείς το 1962) ανήκει στην ονομαζόμενη «σχολή του ρύθμισης», όπως και το μεγαλύτερο μέρος των οικονομολόγων που αντιτίθενται στο νεοφιλελευθερισμό (αναφέρουμε ενδεικτικά τα ονόματα των Μισέλ Αλιετά, Ρομπέρ Μπουαγιέ, Ζακ Σαπίρ), μια σχολή που έχει τις ρίζες στη σκέψη του Μαρξ και του Κέϋνς. Ο ίδιος ανήκει σε μια ριζοσπαστική εκδοχή αυτού του ρεύματος και έχει έντονες αναφορές στη σκέψη του Σπινόζα και του Φουκώ. Είναι σφοδρός πολέμιος της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και ήδη από τις αρχές αυτής της δεκαετίας έχει επισημάνει ότι το εθνικό επίπεδο καλείται να παίξει έναν στρατηγικά καθοριστικό ρόλο σε οποιαδήποτε εγχείρημα προσπαθεί ουσιαστικά να την αμφισβητήσει.
Ο Λορντόν ανήκει στη γενιά διανοητών στους οποίους άσκησε καταλυτική επιρροή η πολιτική στάση του κοινωνιολόγου Πιέρ Μπουρντιέ στη δεκαετία του 1990, και ειδικότερα από το 1995 έως τον πρόωρο θάνατό του (2002), όταν πήρε ενεργό μέρος στο πλευρό των εργατικών και κοινωνικών κινητοποιήσεων που σφράγισαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία. Τα πρώτα βιβλία πολιτικο-θεωρητικής παρέμβασης του Λορντόν, που αφορούν την κριτική των μορφών του σύγχρονου καπιταλισμού και της ιδεολογίας του (ρόλος των pension funds, του χρηματοπιστωτικού κεφάλαιου, της απόπειρας «ηθικοποίησης» της χρηματοπιστωτικής οικονομίας) εκδόθηκαν στη σειρά Liber / Raison d’agir, που δημιούργησε και διήυθυνε αρχικά ο Μπουρντιέ. Ο Λορντόν είναι τακτικός συνεργάτης της Μοντ Ντιπλοματίκ και ιδρυτικό μέλος των Economistes Atterrés (Αηδιασμένων Οικονομολόγων), μία ευρεία συσπείρωση οικονομολόγων που δημοσίευσε ένα ιδρυτικό μανιφέστο τον Σεπτέμβρη του 2010 στο οποίο ασκούσε δριμύτατη κριτική στο νεοφιλελευθερισμό και απαιτούσε μέτρα ρήξης με τις πολιτικές που δημιούργησαν την ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που θεωρούν υπεύθυνη για τη σημερινή κρίση.
Σ’αυτό το κείμενο, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, ο Λορντόν υποβάλλει την ιδεολογία του ευρωπαϊσμού, και μάλιστα των «αριστερών» εκδοχών του, σε καταιγιστική και αναλυτική κριτική. Θεωρεί σχεδόν βέβαιη την κατάρρευση του σημερινού οικοδομήματος της ΟΝΕ αλλά και της ίδιας της ΕΕ, την οποίο θεωρεί δομικά νεοφιλελεύθερη, αντιδημοκρατικ’η και ανεπίδεκτη οποιασδήποτε προοδευτικής μεταρρύθμισης. Ανιχνεύει επίσης το δρόμο ενός εναλλακτικού ευρωπαϊκού σχεδίου, το οποίο θεωρεί ότι μπορεί να αναδυθεί μόνο από τα ερείπια του σημερινού οικοδομήματος.
Σύμφωνα με τον Λορντόν ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει να βασίζεται σε ένα «κοινό» (αλλά όχι «ενιαίο») νόμισμα στους αντίποδες του σημερινού ευρώ, που θα αποκαθιστά την νομισματική κυριαρχία σε εθνικό επίπεδο αλλά θα συμπεριλαμβάνει και ένα σύστημα πολιτικά ρυθμιζόμενων ισοτιμιών σε υπερεθνικό/ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή η ιδέα προσεγγίζει τη συντεταγμένη επιστροφή στα εθνικά νομίσματα που πρότεινε τον περασμένο Απρίλη ο Γερμανός ηγέτης της Αριστεράς Οσκαρ Λαφοντέν, που επίσης βασιζόταν στην δυνατότητα ενός πολιτικά ρυθμισμένου ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος ικανού να αποτρέψει τις απόπειρες συναλλαγματικές κερδοσκοπίας των αγορών.
Αν και οι πολιτικές προϋποθέσεις αυτών των προτάσεων παραμένουν ασαφείς, ίσως και συγκεχυμένες, τόσο στην περίπτωση του Λορντόν όσο και του Λαφοντέν, η εμφάνισή τους είναι απολύτως ενδεικτική της συζήτησης που έχει ανοίξει για τα καλά στους κόλπους τους ευρωπαϊκής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο την χρεοκοπία του σημερινού ευρωπαϊκού σχεδίου, και ειδικότερα της ΟΝΕ, και αναζητεί αγωνιωδώς εφαρμόσιμες και ταυτόχρονα ριζοσπαστικές εναλλακτικές λύσεις.
Στη συνέχεια η iskra παραθέτει ολόκληρο το άρθρο του Φρεντερίκ Λορντόν, όπως δημοσιεύτηκε στην Μοντ Ντιπλοματίκ
ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ ΑΛΛΑ ΠΩΣ;
 Του ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΛΟΡΝΤΟΝ
Πολλοί, εδικά στην Αριστερά, συνεχίζουν να πιστεύουν ότι το ευρώ θα αλλάξει. Ότι από το σημερινό ευρώ της λιτότητας θα μεταβούμε επιτέλους σε ένα επιτέλους ανακαινισμένο ευρώ, ένα ευρώ προοδευτικό και κοινωνικό. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Θα αρκούσε να αναφέρουμε ως πρώτο λόγο την απουσία οποιουδήποτε πολιτικού μοχλού στο κλειδωμένο θεσμικό οικοδόμημα της παρούσας ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Αυτή η αδυναμία προκύπτει όμως από ένα πολύ ισχυρότερο επιχείρημα που διατυπώνεται από τον ακόλουθο συλλογισμό.
Πρώτη προκείμενη πρόταση: το σημερινό ευρώ βασίζεται σε ένα οικοδόμημα που έχει ως συνέπεια, και μάλιστα ως στόχο, την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των κεφαλαικών αγορών και την οργάνωση της κυριαρχίας τους επί των ευρωπαϊκών οικονομικών πολιτικών.
Δεύτερη προκείμενη πρόταση: κάθε σχέδιο ουσιαστικού μετασχηματισμού του ευρώ ισοδυναμεί αυτόματα με σχέδιο εξάρθρωσης της ισχύος των χρηματιστηριακών αγορών και αποβολής των διεθνών επενδυτών από το επίπεδο όπου διαμορφώνονται οι κρατικές πολιτικές.
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι τα εξής:
1. Οι αγορές δεν θα επιτρέψουν ποτέ την απρόσκοπτη διαμόρφωση κάτω από τα μάτια τους ενός σχεδίου ξεκάθαρος στόχος του οποίου θα ήταν η αφαίρεση της πειθαρχικής ισχύος που διαθέτουν σήμερα.
2. Μόλις ένα τέτοιο σχέδιο αρχίσει να αποκτά κάποια πολιτική υπόσταση και πιθανότητα εφαρμογής θα προσκρούσει σε ένα κερδοσκοπικό ξέσπασμα και σε μια οξύτατη κρίση στις αγορές που θα εκμηδενίσουν τους χρόνους που απαιτούνται για την διαμόρφωση ενός εναλλακτικού νομισματικού οικοδομήματος. Αυτή η κρίση μοναδική διέξοδο έχει την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα.
Η Αριστερά που συνεχίζει να πιστεύει στο καλό ευρώ δεν έχει λοιπόν άλλη επιλογή από την παρατεταμένη ανημπόρια ή από την έλευση αυτού ακριβώς που θέλει να αποφύγει (την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα) μόλις το σχέδιο της θα αρχίσει να αποκτά σοβαρό ειδικό βάρος. Θα πρέπει όμως να συνεννοηθούμε εδώ για το τι σημαίνει «Αριστερά»: σίγουρα όχι το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που δεν διατηρεί με την Αριστερά παρά μόνο σχέσεις λεκτικής αδράνειας ούτε την αδιαφοροποίητη μάζα του ευρωπαϊσμού που, σιωπηρή ή σαγηνευμένη εδώ και δύο δεκαετίες, μόλις ανακαλύπτει τα τρωτά του υλοποιημένου αντικείμενου του πόθου της και συνειδητοποιεί έντρομη ότι αυτό ενδέχεται να διαλυθεί στα εξόν συνετέθη.
Αλλά μια τόσο μακρόχρονη περίοδος διανοητικής επανάπαυσης δεν αναπληρώνεται στιγμιαία. Γι αυτό και με τη γλύκα ενός εγερτήριου εν τω μέσω της νυκτός άνοιξε ο διαγωνισμός των λύσεων ύστατης καταφυγής, σε ένα κλίμα ελαφρού πανικού και πλήρους έλλειψης προετοιμασίας. Στην πραγματικότητα οι φτωχές ιδέες στις οποίες ο ευρωπαϊσμός έχει εναποθέσει τις τελευταίες του ελπίδες δεν είναι παρά λέξεις κενές περιεχομένου: «ευρωομόλογα», «οικονομική διακυβέρνηση», ή, πολύ περισσότερο, το «δημοκρατικό άλμα» που πρεσβεύουν η Άγγελλα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ – ήδη ακούγεται η Ωδή της Χαράς. Πρόκειται για επίπλαστες λύσεις που προβάλλει μια επίφαση σκέψης βιτρίνας η οποία αρνούμενη να αμφισβητήσει οτιδήποτε αδυνατεί να καταλάβει το παραμικρό. Ίσως εξάλλου να πρόκειται περισσότερο για αποδοχή παρά για κατανόηση. Αποδοχής των ειδικών χαρακτηριστικών του ευρωπαϊκού οικοδομήματος ως γιγαντιαίας επιχείρησης πολιτικής απόσπασης.
Απόσπασης τίνος πράγματος όμως; Τίποτε λιγότερο από την λαϊκή κυριαρχία. Η «δεξιά της αριστεράς», όλως τυχαίως κατά κόρον ευρωπαϊστική, χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από το εξής: τα αυτιά της ματώνουν μόλις ακούει τη λέξη μόλις ακούει τη λέξη «κυριαρχία», την οποία υποτιμητικά μετατρέπει σε έναν «ισμό» τον «κυριαρχισμό». Όλως περιέργως, δεν περνάει ούτε στιγμή από το μυαλό αυτής της «αριστεράς» ότι η «κυριαρχία» νοούμενη ως λαϊκή κυριαρχία δεν είναι παρά το άλλο όνομα της ίδιας της δημοκρατίας. Να σημαίνει άραγε αυτό ότι όταν μιλούν για «δημοκρατία» αυτοί οι «αριστεροί» έχουν κατά νου κάτι εντελώς διαφορετικό;
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ακούσια ομολογία μέσω της οποίας η άρνηση της κυριαρχίας οδηγεί στην άρνηση της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Η «εθνική αναδίπλωση» γίνεται τότε ο όρος-σκιάχτρο που στοχεύει στην απόκρυψη αυτής της απουσίας δημοκρατίας. Γίνεται πολύς θόρυβος για το 25% στο οποίο έχει φθάσει το ακροδεξιό γαλλικό Εθνικό Μέτωπο στις δημοσκοπήσεις χωρίς όμως να τίθεται το ερώτημα αν αυτό το πράγματι τρομακτικό ποσοστό έχει κάποια σχέση, και μάλιστα πολύ στενή, με την διάλυση της κυριαρχίας. Οχι με την έννοια μιας μυστικιστικής έξαρσης του έθνους αλλά με την έννοια της δυνατότητας των λαών να αποφασίζουν με κυρίαρχο τρόπο για τη μοίρα τους.
Τι απομένει αλήθεια από μια τέτοια δυνατότητα σε ένα οικοδόμημα που έχει συνειδητά επιλέξει την καταστατική εξουδετέρωση των οικονομικών πολιτικών (νομισματικών και δημοσιονομικών) μέσω της υπαγωγής τους σε αυτόματους κανόνες που καθορίζονται από τις καταστατικές ευρωπαϊκές συνθήκες; Οι υπερασπιστές του σχεδίου ευρωσυντάγματος του 2005 έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν ότι το βασικό επιχείρημα όσων αντιπάλων τους αφορούσε το τρίτο μέρος, που αποτελούσε μεν επανάληψη του κεκτημένου των συνθηκών του Μάαστριχτ (1992), του Αμστερνταμ (1997) και της Νίκαιας (2001) αλλά που επιβεβαίωνε μέσω όλων αυτών των επαναλήψεων το εγγενές σκάνδαλο που αποτελεί η απόσπαση των κρατικών πολιτικών από το βασικό κριτήριο της δημοκρατίας: το αίτημα της διαρκούς δυνατότητας επανεξέτασης και αντιστροφής της απόφασης.
Γιατί δεν υπάρχει βεβαίως τίποτε προς επανεξέταση, ούτε καν προς συζήτηση, όταν έχει εδραιωθεί η επιλογή του καθορισμού των πάντων από ακατάλυτες συνθήκες. Νομισματική πολιτική, χειρισμός των δημοσιονομικών εργαλείων, ύψος του δημόσιου χρέους, τρόποι αναχρηματοδότησης των ελλειμμάτων, όλοι αυτοί οι μοχλοί είναι χαραγμένοι στο μάρμαρο των ευρωπαϊκών συνθηκών. Πως θα μπορούσε να συζητηθεί ο στόχος του επιθυμητού ποσοστού πληθωρισμού όταν αυτός έχει εκχωρηθεί σε μια ανεξάρτητη και ξεκομμένη από τα πάντα κεντρική τράπεζα; Πως μπορούμε να αποφασίσουμε για την δημοσιονομική πολιτική όταν ο δομικός ισοσκελισμός των προϋπολογισμών είναι προκαθορισμένος (ο «χρυσούς κανόνας») και όταν το τρέχον ισοζύγιό τους υπάγεται επίσης σε ένα προκαθορισμένο πλαφόν; Πως να αποφασιστεί μια άρνηση αποπληρωμής δημόσιου χρέους όταν τα κράτη δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται παρά μόνο στις κεφαλαιακές αγορές;
Ελλείψει οποιασδήποτε απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα, ή μάλλον λόγω της υπόρρητης κατάφασης σε αυτήν την καταστατικά θεμελιωμένη πραγματικότητα, οι πενιχρές ευρεσιτεχνίες των διαγωνισμών ευρωπαϊσμού είναι καταδικασμένες να παραβλέπουν το κεντρικό πρόβλημα.
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς ποιό θα μπορούσε υπό αυτές τις συνθήκες να είναι το νόημα της «οικονομικής διακυβέρνησης» της ευρωζώνης όταν δεν υπάρχει πλέον τίποτε για το οποίο δύναται να αποφασίσει μια τέτοια διακυβέρνηση. Όταν όλα δηλαδή τα ζητήματα έχουν αποσπασθεί από το πεδίο της απόφασης και εγκλωβιστεί εντός των συνθηκών. Όσο για τα ευρωομόλογα, υπό την επίφαση ενός μεγάλου άλματος σε ότι αφορά την χρηματοπιστωτική τους επιτήδευση, δεν έχουν καμιά από τις ιδιότητες που τους αποδίδουν οι εμπνευστές τους. Η Γερμανία, που ωφελείται από τα χαμηλότερα επιτόκια όταν δανείζεται στις αγορές, έχει πλήρη συνείδηση του κόστους που θα επωμιστεί αν συνυπογράψει το παραμικρό με τους μπατίρηδες του Νότου. Ακόμη και αν, στο όνομα της αναγκαίας προώθησης του «ευρωπαϊκού ιδεώδους», δεχόταν να το πληρώσει σίγουρα θα απαιτούσε ως αντάλλαγμα για τη δέσμευσή της υπέρ της χρηματοπιστωτικής ενοποίησης την επιπλέον δρακόντεια επιτήρηση και ανάμιξη στις εθνικές οικονομικές πολιτικές, ακριβώς όπως έπραξε μέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών όταν αποφασίστηκε η ένταξη σε μια ενιαία νομισματική ζώνη.
ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΠΑΡΩΠΙΔΕΣ ΜΕ ΠΑΘΟΣ
Για να το πούμε διαφορετικά, αντί να επανορθώσουν κατ’ελάχιστον έστω τις πολιτικές παθογένειες του σημερινού οικοδομήματος, τα ευρωομόλογα θα τις όξυναν αντίθετα σε πρωτοφανή βαθμό. Ποιός μπορεί να φανταστεί προς στιγμήν έστω ότι η Γερμανία θα δεχθεί να ενταχθεί στον μηχανισμό αλληλεγγύης ενός αμοιβαιοποιημένου χρέους, που θα την ανάγκαζε να πληρώνει αυτόματα κάθε φορά που θα χρεοκοπούσε κάποια χώρα μέλος, χωρίς να απαιτήσει, μέσω μιας ενισχυμένης Κομισιόν, ένα δικαίωμα διαρκούς και δρακόντειας εποπτείας του κάθε «εταίρου», συνοδευόμενου από καθεστώς κηδεμονίας σε περίπτωση μη-συμμόρφωσης; Η σκλήρυνση των δεσμεύσεων που επιβάλλει ο αυτόματος πιλότος των συνθηκών και οι μορφές γενικευμένης «τροϊκανοποίησης» (κράτη υπό κηδεμονία της Κομισιόν, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ) είναι το μόνο δυνατό αναμενόμενο αποτέλεσμα των ευρωομολόγων. Με άλλα λόγια μια επιδείνωση της πολιτικής κρίσης στην οποία βυθίζεται ήδη η Ευρώπη...
Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, η Γερμανία είναι αυτή που βρίσκεται στη ρίζα της γενικευμένης άρνησης της κυριαρχίας, την οποία θεωρεί ως τη μόνη αποδεκτή λύση όταν πρόκειται να μοιραστεί έναν οικονομικό και κυρίως ένα νομισματικό χώρο με άλλους. Για τους οποίους θεωρεί ότι οποιαδήποτε άσκηση κυριαρχίας εκ μέρους τους μόνο επιβλαβής μπορεί να είναι. Κατά συνέπεια επιβάλλεται γενικευμένη εξουδετέρωση. Ενεργή μένει μόνο... η γερμανική κυριαρχία, που μεταφέρεται αυτούσια στους οικονομικούς και νομισματικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Οι κραυγές τρόμου που ακούγονται κάθε φορά που ασκείται κριτική στην Γερμανία έχουν καταντήσει τόσο στερεότυπες που μας μαθαίνουν εν τέλει περισσότερα για αυτούς που τις βγάζουν παρά για το αντικείμενο στο οποίο αναφέρονται. Όπως με τις αντεστραμμένες μορφές ρατσισμού, που νομίζουν ότι μπορούν να καλυφθούν οι ίδιες επιδεικνύοντας τις φιλίες τους με μια υπερβολή που τις καθιστά αναξιόπιστες, έτσι και το γερμανικό ζήτημα ενδέχεται να ταλανίζει περισσότερο αυτούς που διακηρύσσουν αυθόρμητα τον φιλογερμανισμό τους.
Η αντικειμενική ανάλυση των σύνθετων δομικών καταστάσεων, της ιστορικής κληρονομιάς και των σχέσεων ανάμεσα σε χώρες που καλούνται να ενταχθούν σε μια κάπως προχωρημένη μορφή ολοκλήρωσης μπορεί να αναπτυχθεί μόνο τηρώντας ίσες αποστάσεις τόσο από τον φιλο- όσο και από τον αντι-γερμανισμό, που δεν αφήνουν το παραμικρό περιθώριο για την κατανόηση του προβλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, μόνο κάποιος που φοράει με πάθος παρωπίδες μπορεί να μη βλέπει ότι η Γερμανία έχει δημιουργήσει μια δοξασία γύρω από το νόμισμα, το οποίο έχει αναχθεί σε ζήτημα τέτοιας ύψιστης σημασίας που οποιαδήποτε παραχώρηση το αφορά είναι απλά αδιανόητη. Η Γερμανία δέχθηκε μεν να μπει στο κοινό νόμισμα αλλά μόνο υπό τον απαράβατο όρο να μπορεί να του επιβάλλει την δική της αρχιτεκτονική που δεν είναι άλλη από αυτήν του γερμανικού μάρκου.
Το ότι η Γερμανία εμφορείται από μια λανθασμένη πεποίθηση – ότι ο υπερπληθωρισμός του 1923 ευθύνεται για την άνοδο του ναζισμού και όχι η μεγάλη ύφεση του 1931 – δεν έχει καμία σημασία. Το πιστεύει και δρα αναλόγως. Κανείς δεν μπορεί να της προσάψει ότι έχει την ιστορία που έχει ή ότι έχει ενστερνιστεί τις αφηγήσεις που αυτή διαμόρφωσε. Κανείς δεν μπορεί να τις προσάψει ότι έχει μια ιδιαίτερη αντίληψη περί νομισματικής τάξης και ότι αρνείται να μπει σε κάποια ζώνη που αφίσταται από αυτήν. Αλλά σίγουρα μπορεί κάποιος να προσάψει στο Βερολίνο ότι επιβάλλει τις έμμονες ιδέες του σε όλους τους άλλους! Και όσο είναι νόμιμο για τη Γερμανία να συνεχίσει να πορεύεται στο δρόμο των νομισματικών εμμονών της άλλο τόσο είναι για τους υπόλοιπους να μη θέλουν να την ακολουθήσουν. Ιδιαίτερα όταν αυτές οι νομισματικές αντιλήψεις δεν συνάδουν με τις οικονομικές και κοινωνικές δομών αυτών των χωρών και όταν, επί του προκειμένου, οδηγούν ορισμένες εξ΄αυτών στον όλεθρο.
Ορισμένα κράτη-μέλη έχουν πράγματι ανάγκη να υποτιμήσουν το νόμισμά τους, άλλα έχουν ανάγκη από μεγαλύτερα ελλείμματα, άλλα να αρνηθούν να αποπληρώσουν μέρος του χρέους τους, άλλα χρειάζονται πληθωρισμό. Και κυρίως όλοι έχουν ανάγκη αυτά τα θέματα να αποτελέσουν αντικείμενο δημοκρατικής απόφασης! Αλλά οι γερμανικές αντιλήψεις, παγιοποιημένες μέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών, απαγορεύουν κάτι τέτοιο.
Κατ’ ευφημισμόν θα λέγαμε ότι δεν συντρέχει λόγος να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στο «δημοκρατικό άλμα» που προτείνουν ο Ολάντ και η Μέρκελ. Η επανεκκίνηση ενός σχεδίου ομοσπονδιακής Ευρώπης παραμένει ούτως ή άλλως εξαιρετικά ασαφής όσο δεν έχει ξεκαθαριστεί το περιεχόμενό του και οι όροι της πραγματοποίησής του. Θα χρειαστεί πρώτα να μας εξηγήσουν οι οπαδοί της ομοσπονδιακής λύσης πως θα μπορούσε να συντελεστεί το θαύμα χάριν του οποίου η Γερμανία θα αποδεχόταν την επαναφορά στο πεδίο της δημοκρατικής απόφασης όλων των ζητημάτων που με μεθοδικότητα έχει αποκλείσει. Θα πρέπει επίσης να εξηγήσουν αν μια ομοσπονδοποίηση που θα απαγορεύει καταστατικά την συζήτηση τέτοιων θεμάτων θα συνεχίσει γι αυτούς να θεωρείται «δημοκρατικό άλμα».
Προς χάριν αυτού του διανοητικού πειράματος, ας δεχθούμε όμως ότι παίρνει σάρκα και οστά η ιδέα μιας ομοσπονδιακής δημοκρατικής Ευρώπης, με νομοθετική εξουσία αντάξια αυτού του ονόματος, με άνω και κάτω Βουλή φυσικά και πλήρεις αρμοδιότητες, εκλεγμένης μέσω καθολικής ψηφοφορίας όπως εξ’άλλου και η εκτελεστική εξουσία (αν και η μορφή που δύναται αυτή να αποκτήσει παραμένει ακαθόριστη). Το ερώτημα που τίθεται τότε σε όσους ονειρεύνονται να «αλλάξουν την Ευρώπη για να υπερβούν την κρίση» είναι το εξής: φαντάζονται ότι η Γερμανία θα υπακούσει στην αρχή της πλειοψηφίας σε περίπτωση που η κυρίαρχη Ευρωβουλή αποφασίσει να θέσει υπό τον έλεγχό της την ΕΚΤ, να χρηματοδοτεί σε ρευστότητα τα κράτη ή να καταργήσει το όριο που επιβάλλεται στα ελλείμματα των εθνικών προϋπολογισμών; Και για να δώσουμε γενική ισχύ στο επιχείρημα, ας προσθέσουμε ότι η απάντηση, αρνητική εννοείται, θα ήταν η ίδια (αν μη τι άλλο το ευχόμαστε!) αν η ίδια αρχή της πλειοψηφίας επέβαλλε στη Γαλλία την ιδιωτικοποίηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Αλήθεια ποιός ξέρει τι θα είχαμε ακούσει αν η Γαλλία είχε επιβάλλει στην υπόλοιπη Ευρώπη την δική της αντίληψη περί κοινωνικής ασφάλισης, όπως έκανε η Γερμανία με το νόμισμα, και μάλιστα αν το είχε επιβάλλει με τελεσιγραφικό τρόπο...
Θα πρέπει λοιπόν οι υποστηρικτές της ομοσπονδοποίησης να συνειδητοποιήσουν ότι οι τυπικοί ορισμοί της δημοκρατίας είναι ανεπαρκείς και ότι δεν νοείται ζωντανή δημοκρατία χωρίς το υπόβαθρο των συλλογικών δεσμών που είναι απαραίτητοι για να δεχθούν οι μειοψηφίες να υπακούσουν στις πλειοψηφίες. Γιατί εν τέλει αυτό είναι η δημοκρατία: η από κοινού απόφαση και η αρχή της πλειοψηφίας. Αλλά αυτό είναι που είναι ανίκανοι να δουν οι ανώτατοι αξιωματούχοι και οικονομολόγοι, που στερούνται κάθε πολιτικής παιδείας και που αποτελούν παρ’ όλα αυτά τον κύριο όγκο των πολιτικών ταγών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Και αυτή η ανεπάρκεια είναι που παράγει τα θεσμικά τερατουργήματα που αρνούνται την αρχή της κυριαρχίας όπως το «δημοκρατικό άλμα». Ένα άλμα που αγνοεί ότι η δημοκρατία προϋποθέτει ένα αίσθημα του συνανήκειν, και ότι η διαμόρφωση ενός τέτοιου αισθήματος σε ένα πολυεθνικό πλαίσιο είναι μια δύσκολη υπόθεση.
Η ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ
Αντίθετα, ας το θυμίσουμε, η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις που αναφέραμε προηγουμένως και παραμένει τεχνικά εφικτή εάν συνοδεύεται από όλα τα αναγκαία ad hoc μέτρα, ειδικότερα από τον έλεγχο στην κίνηση των κεφαλαίων. Δεν μπορούμε ωστόσο να εγκαταλείψουμε εντελώς την ιδέα ότι κάτι πρέπει να γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όχι ένα ενιαίο νόμισμα, εφόσον αυτό προϋποθέτει μια εντελώς ανέφικτη προς το παρόν αυθεντική πολιτική ένωση. Αλλά ένα κοινό νόμισμα, αυτό χρήζει μελέτης. Πολύ περισσότερο δε που τα επιχειρήματα υπέρ μιας μορφής συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο παραμένουν, αρκεί βέβαια τα μειονεκτήματα να μην είναι περισσότερα από τα προτερήματα.
Ο ισολογισμός μπορεί να γίνει θετικός αν αντί για ένα ενιαίο νόμισμα σκεφτούμε ένα κοινό νόμισμα, δηλαδή ένα ευρώ με εθνικούς αντιπροσώπους: ένα ευρώ-φράγκο, ένα ευρώ-πετσέτα κλπ. Αυτές οι εθνικές εκδοχές ευρώ δεν είναι απ’ευθείας μετατρέψιμες σε ξένα νομίσματα (δηλαδή σε δολλάρια, γιουάν κλπ.), ούτε μεταξύ τους. Ολες οι μετατρεψιμότητες, εσωτερικές και εξωτερικές, γίνονται δια μέσου μιας νέας ΕΚΤ, που είναι ένα είδος συναλλαγματικού γραφείου αλλά που δεν χαράζει σε τίποτε την νομισματική πολιτική. Αυτή είναι υπόθεση των εθνικών κεντρικών τραπεζών και οι κυβερνήσεις θα έχουν κάθε ευχέρεια να αποφασίσουν εάν αυτές θα λειτουργούν υπό τον έλεγχό τους ή όχι.
Η εξωτερική μετατρεψιμόμητα, που αφορά μόνο το ευρώ, θα διεξάγεται κατά τον συνηθισμένο τρόπο στις διεθνείς συναλλαγματικές αγορές, άρα με κυμαινόμενες ισοτιμίες, αλλά μέσω της (νέας) ΕΚΤ, που θα έχει το αποκλειστικό δικαίωμα παρέμβασης εκ μέρους όλων των ευρωπαϊκών φορέων (δημόσιων και ιδιωτικών). Αντίθετα η εσωτερική ισοτιμία, αυτή που αφορά τις τιμές των εθνικών αντιπροσώπων του ευρώ, θα γίνεται μόνο εντός ΕΚΤ, και με σταθερές ισοτιμίες, που θα αποφασίζονται με πολιτικούς όρους.
Μπορούμε κατ’αυτόν τον τρόπο να ξεφορτωθούμε τις εσωτερικές συναλλαγματικές αγορές, που αποτελούσαν εστίες χρόνιων νομισματικών κρίσεων την εποχή του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος και να προστατευθούμε από τις μη-ευρωπαϊκές συναλλαγματικές αγορές χάρη στο νέο ευρώ. Σ’αυτή τη διπλή ιδιότητα έγκειται η δύναμη του κοινού νομίσματος.
Τώρα που η φαντασίωση περί «αυτόματης» σύγλισης των ευρωπαϊκών οικονομιών έχει παρέλθει, ξέρουμε ότι ορισμένες οικονομίες έχουν ανάγκη να υποτιμήσουν το νόμισμά τους, ειδικά σε στις συνθήκες της παρούσας κρίσης! Το σύστημα εσωτερικής μετατρεψιμότητας του κοινού νομίσματος έχει το τεράστιο πλεονέκτημα να επιτρέπει τέτοιου είδους υποτιμήσεις, αλλά με συντεταγμένο τρόπο. Η εμπειρία των δεκαετιών του ‘80 και του ‘90 έδειξε καθαρά ότι συντεταγμένες συναλλαγματικές προσαρμογές είναι αδύνατες σε ένα περιβάλλον ανεξέλεγκτων χρηματιστικών αγορών. Η εσωτερική ρύθμιση μιας ευρωπαϊκής οικονομικής ζώνης απαλλαγμένης από το βαρίδι των συναλλαγματικών αγορών καθιστά τις υποτιμήσεις διαδικασίες εντελώς πολιτικού χαρακτήρα, στις οποίες αποφασιστικό λόγο έχουν οι διακρατικές διαπραγματεύσεις για τις ισοτιμίες.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τις υποτιμήσεις. Το όλο σύστημα θα μπορούσε να διαμορφωθεί κατά το πρότυπο του International Clearing Union που είχε προτείνει ο Κέϋνς το 1944 και που, πέραν της δυνατότητας υποτίμησης που παρείχε στις χώρες με σημαντικά εξωτερικά ελλείματα, προέβλεπε επίσης τον εξαναγκασμό σε ανατίμηση των χωρών με μεγάλα πλεονάσματα. Σε ένα τέτοιο σύστημα, που θα επέβαλλε βαθμιαίες ανατιμήσεις σε περίπτωση που μια χώρα υπερβαίνει ένα πλαφόν σε πλεόνασμα (ας πούμε αρχικά 4% και κατόπιν 6% του ΑΕΠ), η Γερμανία θα είχε εξαναγκασθεί εδώ και πολύ καιρό να ανατιμήσει το ευρω-μάρκο της, στηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη ζήτηση εντός της ζώνης ευρώ και συμβάλλοντας στην μείωση των εσωτερικών της ανισορροπιών. Τέτοιοι κανόνες συναλλαγματικής προσαρμογής θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων την προβλέψιμη έλλειψη καλής θέλησης των πλεονασματικών χωρών.
Η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία βγάζει κραυγές περί «αναποτελεσματικότητας» και «πληθωρισμού» μόλις ακούει τη λέξη «υποτίμηση». Σε ότι αφορά την «αναποτελεσματικότητα» δε θα λέγαμε ότι το επιχείρημα διακρίνεται από κάποια συνεκτικότητα. Διότι αυτό το οποίο προτείνει είναι επίσης υποτίμηση, μόνο που αντί για εξωτερική υποτίμηση στις συναλλαγματικές αγορές έχουμε την «εσωτερική υποτίμηση», με τη μείωση των μισθών και την ανεργία που πιέζει καθοδικά τους μισθούς. Με άλλα λόγια «δομική» προσαρμογή αντί για αναπροσαρμογή των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Εαν έφευγαν πρώτοι αυτοί από την ευρωζώνη για να τραβήξουν έναν χωριστό δρόμο, οι Γερμανοί θα διαπίστωναν γρήγορα ότι μια δεκαετία καθήλωσης των μισθών ακυρώνεται από δύο μέρες ανατίμησης του νέου μάρκου στις συναλλαγματικές αγορές...
Οσο για τον πληθωρισμό, που υποτίθεται ότι καθιστά την πρώτη προσαρμογή προτιμότερη από τη δεύτερη, πρόκειται για αστείο σε μια περίοδο όπου η πραγματική απειλή είναι μάλλον ο υφεσιακός αποπληθωρισμός (η γενική πτώση των τιμών), που είναι τουλάχιστον εξίσου επικίνδυνος και που απαιτεί έναν ελεγχόμενο πληθωρισμό, μεταξύ άλλων για να μειώσει το πραγματικό βάρος του χρέους.
Υπάρχει περίπτωση η επιβάρυνση του εξωτερικού χρέους λόγω της υποτίμησης του νομίσματος να υπερβεί την ελάφρυνση του πραγματικού χρέους που επιφέρει ο πληθωρισμός; Μια υποτίμηση κατά 10% έναντι του δολλάριου μεταφράζεται αυτόματα σε επιβάρυνση κατά 10% ενός χρέους σε δολλάρια. Ομως, όπως απέδειξε ο Ζακ Σαπίρ, το 85% του γαλλικού δημόσιου χρέους υπόκειται στο γαλλικό δίκαιο και μετατρέπεται σε μια τέτοια περίπτωση σε ίσο χρέος σε ευρω-φράγκο. Αρα σε τίποτε δεν επηρεάζεται το ύψος του από μια υποτίμηση.
Σε κάθε περίπτωση, το επίδικο ενός κοινού νομίσματος υπερβαίνει κατά πολύ την απλή αποκατάσταση της δυνατότητας υποτίμησης. Ακόμη και αν αυτή αποτελεί, ειδικά σ’αυτήν την περίοδο, μια ζωτική ελευθερία, σίγουρα δεν είναι η απόλυτη λύση. Η έξοδος από το σημερινό ευρώ δεν είναι τόσο θέμα μακροοικονομίας – αν και σίγουρα είναι και αυτό! – όσο θέμα συμμόρφωσης στην κατηγορηματική προσταγή της δημοκρατίας που ακούει στο όνομα «λαϊκή κυριαρχία».
Εφόσον οι όροι μιας τέτοιας λαϊκής κυριαρχίας στο επίπεδο ενός υπερεθνικού αισθήματος του συνανήκειν απέχουν ακόμη πολύ από το να εκπληρωθούν, ο ρεαλισμός προστάζει μετριοπάθεια στην «ευρωπαϊκή φιλοδοξία» χωρίς αυτό να σημαίνει την πλήρη εγκατάλειψή της. Θα μπορούσε για παράδειγμα να συνεχιστεί στα επίπεδα εκτός οικονομίας – αυτό απαντά ειδικότερα στο επιχείρημα περί «εθνικής αναδίπλωσης». Οσο για το οικονομικό επίπεδο, το θέμα είναι με ποιούς πρέπει να συνεχισθεί. Σίγουρα όχι με 18 ή με 27 χώρες – μεγέθη τέτοιας τάξεως μάλλον φαντάζουν ως εγγύηση για το χειρότερο ενδεχόμενο! Καθοριστική σημασία έχουν οι αντικειμενικές σχέσεις συμβατότητας, οι οποίες προϋποθέτουν μια μίνιμουμ ομοιογένεια τρόπων ζωής (στο επίπεδο ενός κοινωνικού μοντέλου, μιας περιβαλλοντικής πολιτικής κλπ) και μια προϋπάρχουσα συμφωνία σε ότι αφορά τις βασικές αρχές της οικονομικής πολιτικής.
Τέτοιου τύπου συγκλίσεις δεν μπορούν, σε μια πρώτη φάση, παρά να αφορούν έναν περιορισμένο αριθμό κρατών. Και δεν είναι λανθασμένη η ιδέα ότι μπορούν να αποτιμηθούν με βάση κριτήρια σύγκλισης, αλλά όχι σαν αυτά της συνθήκης του Μάαστριχτ...
Εαν πρόκειται π.χ. για τη συγκρότηση μιας ενιαίας αγοράς ως μέρους του κοινού νομίσματος που αναλύσαμε προηγουμένως, τότε σ’αυτήν δεν μπορούν να ενταχθούν παρά μόνο οικονομίες με παρόμοια οικονομικά και παραγωγικά μοντέλα και, κατά συνέπεια, κοντινές συντεταγμένες κόστους παραγωγής. Σε μια νέα οικονομική και νομισματική Ευρώπη αυτού του τύπου δεν θα μπορούν να γίνουν δεκτές παρά χώρες με βασικό μισθό όχι χαμηλότερο από το 75% (ή κάποιο όριο αυτής της τάξεως) του μέσου όρου των μισθών των υπόλοιπων χωρών.
Μια τέτοια επανίδρυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος θα αποτελέσει και ευκαιρία να ξεμπερδέψουμε οριστικά με τα παραληρήματα της νομισματικής ορθοδοξίας, της γενικευμένης «δομικής προσαρμογής» και της παθολογίες του «ανόθευτου ανταγωνισμού» που τόσο καλά ταιριάζει με όλες τις κοινωνικές και περιβαλοντικές δομικές στρεβλώσεις και που στην πραγματικότητα αποσκοπεί στην ακόμη πιο βίαιη επέκτασή τους.
ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΟΣ
Σ’αυτό το σημείο πρέπει να επανέλθουμε στον αρχικό μας συλλογισμό: η ιδέα της μετάβασης από το σημερινό σε ένα αναμορφωμένο και προοδευτικό ευρώ αποτελεί ονειροφαντασία. Εάν είναι όντως προοδευτικό, οι παντοδύναμες σήμερα χρηματοπιστωτικές αγορές δεν θα επιτρέψουν εξ’αντικειμένου την δημιουργία του. Η επιλογή είναι λοιπόν η ακόλουθη: είτε η οριστική βύθιση σε ένα νεοφιλελεύθερο ευρώ οριακά τροποποιημένο με δεύτερης διαλογής ευρήματα τύπου «οικονομική διακυβέρνηση» ή ευρωομόλογα, δηλαδή έμπλαστρα που δεν αλλάζουν στο παραμικρό τη βαθύτερη λογική της «αντιδημοκρατικής απόσπασης». Είτε η μετωπική σύγκρουση με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Μια σύγκρουση από την οποία το κεφάλαιο θα βγει σίγουρα νικητής αλλά θα χάσει με αυτόν τον τρόπο τα πάντα γιατί η νίκη του θα καταστρέψει το ευρώ και θα δημιουργήσει τους όρους μιας ανοικοδόμησης από την οποία οι αγορές θα έχουν αυτή τη φορά αποκλειστεί!
Είναι πάντως βέβαιο ότι αυτή η αναγκαστική επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, που θα εισπραχθεί ως αποτυχία, θα έχει ανασχετικά πολιτικά αποτελέσματα που θα βαραίνουν για μια ολόκληρη περίοδο σε κάθε σχέδιο ευρωπαϊκής ανασύνταξης. Γι αυτό και η προοπτική μιας ανασύνταξης εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο βγαίνουμε από το ευρώ. Το στοίχημα ενός «κοινού νομίσματος» όπως το σκιαγραφήσαμε παραπάνω είναι αναγκαίο για να υπάρξουν διαθέσιμες εφεδρείες για μια ευρωπαϊκή επανεκκίνηση μετά την περίοδο επιστροφής στα εθνικά νομίσματα. Ενα πολιτικό σχέδιο κοινό με τέτοιο ορίζοντα που θα προωθείται από έναν αριθμό ευρωπαϊκών χωρών μπορεί να δώσει στη σύγκρουση με τις χρηματοπιστωτικές αγορές μια διέξοδο που θα υπερβαίνει την άνευ περαιτέτω προοπτικής επιστροφή στα εθνικά νομίσματα. Εφόσον λοιπόν δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, ο τρόπος με τον οποίο θα επιστρέψουμε σ’αυτά καθορίζει και τη δυνατότητα μιας μελλοντικής υπέρβασής τους.
Σε κάθε περίπτωση, εκτός και αν υπερισχύσει η οριστική νάρκωση εντός του αντικοινωνικού ευρώ, η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα είναι αναπόφευκτη. Αποτελεί την τιμωρία μιας οικοδόμησης ανίκανης να μετεξελιχθεί διότι έχει καταργήσει κάθε περιθώριο κίνησης και ελευθερίας. Τα καταναγκαστικά οικοδομήματα δεν μπορούν παρά να αντιστέκονται στις πιέσεις όσο αυτές παραμένουν εντός κάποιων ορίων. Τους είναι αδύνατο όμως να προσαρμοστούν σ’αυτές.
Ο αντίλογος του ευρωπαϊσμού σε όλα αυτά είναι ότι η αγαπημένη του Ευρώπη κάνει συνεχώς προόδους. Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης, Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθεροποίησης, εξαγορά δημόσιου χρέους από την ΕΚΤ, τραπεζική ενοποίηση: ιδού κατακτήσεις με υψηλό κόστος αλλά πάντως υπαρκτές! Δυστυχώς, όπως ήταν αναμενόμενο, καμμιά δεν θέτει υπό αίρεση την καρδιά του οικοδομήματος, αυτόν τον σκληρό πυρήνα από τον οποίο απορρέουν όλες οι υφεσιακές και αντιδημοκρατικές πτυχές: οικονομικές πολιτικές υπό την ομηρεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, ανεξάρτητη ΕΚΤ, αντιπληθωριστική εμμονή, αυτόματη προσαρμογή των ελλειμάτων, άρνηση της νομισματικής τους χρηματοδότησης.
Αυτές οι «κατακτήσεις» είναι λοιπόν περιφερειακής σημασίας, βουλώματα που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν όσο και όπως μπορούν τις καταστροφικές συνέπειες της αδιάκοπης λειτουργίας μιας ερμητικά σφραγισμένης γρανιτένιας «καρδιάς». Αντιμετώπιζοντας με μπαλώματα τις συνέπειες χωρίς να ανατρέχει στις αιτίες, η Ευρώπη εμμένει στη συνέχιση της πορείας της. Ανεπίδεκτη οποιασδήποτε ουσιαστικής αναθεώρησης, δεν έχει καν συνείδηση ότι η ρήξη είναι η μοναδική προοπτική που έχει μπροστά της.
Μετάφραση Στάθης Κουβελάκης

«Για ένα άλλο ύφος» (*)

«Για ένα άλλο ύφος» (*)



Γιώργος Χουρμουζιάδης

«Δεν ξέρω πόσο μακριά θα πάει αυτή η αγωνία. Πόσο θα κοστίσουν όλες αυτές οι τελευταίες πληγές, για να κλειστούν και να μην αιμορροούν πια! Να στεγνώσουν οι ιδρωμένες παλάμες που παραμένουν αμήχανες πίσω από μισόκλειστες πόρτες, από τότε που κάναμε την τελευταία χειραψία και πήρε ο καθένας το δικό του δρόμο! Ειλικρινά, σύντροφοι, δεν ξέρω πότε θα ξανακοιταχτούμε στα μάτια, χωρίς ενοχές ή ανώριμες και ξεπερασμένες υπεροψίες. Εκείνο όμως που ξέρω πολύ καλά είναι πως δεν μπορούμε να παριστάνουμε τους ικανοποιημένους ή τους σχεδόν ευτυχείς. Δεν μπορούμε να διαβάζουμε με τον ίδιο τόνο τις συγκυρίες αδιαφορώντας για τα λάθη του τονισμού μας. Τώρα μάλιστα, που τα πλαστικά οράματα της «ενωμένης» Ευρώπης υπονομεύονται από τους ίδιους τους κατασκευαστές τους και όλες εκείνες οι πομπώδεις περιγραφές του λαμπρού ευρωπαϊκού μέλλοντος αναλύονται σε τριμμένες λέξεις και φτηνές βωμολοχίες.

Τώρα που κάθε μέρα αποκαλύπτεται όλο και πιο καθαρά πως στα μυστικά υπόγεια του ευρωπαϊκού σπιτιού οι φεουδάρχες ενός νέου μεσαίωνα κατασκευάζουν τα καλούπια όπου θα χυθούν οι νέες ευρωπαϊκές κοινωνίες, κοινωνίες πλαδαρές, χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ιεραρχημένες με βάση το εθνικό τους κομπόδεμα, τυλιγμένες σε συμβατικές σημαίες με απροσδιόριστα χρώματα παγιδευμένες μέσα σε καμένα ή κομμένα δάση, παραπαίουσες ανάμεσα σε πλαστικοποιημένα άνθη νεκρών παραδόσεων.
Κοινωνίες, χωρίς συλλογικές ανησυχίες, χωρίς συνείδηση, όπου μπορεί να αντανακλάται η νέα δυστυχία του εργαζόμενου, καθηλωμένου σε δουλείες νέων μορφών εξασθενημένου από την πείνα του καιρού μας, που δεν μπορεί να την γιατρέψει το ψωμί, αλλά μόνο οι πρωτεΐνες ενός άλλου πολιτισμού, που δεν μπορέσαμε ακόμα να διαβάσουμε καθαρά το όνομά του.

Τώρα ακριβώς πρέπει να αλλάξουμε ύφος. Πάνω σ’ αυτή την επικίνδυνη στροφή. Προσοχή, δε λέω ν’ αλλάξουμε άποψη, λέω, κι αυτό μόνο εννοώ: ν’ αλλάξουμε ύφος. Είμαστε οι μόνοι πια που μπορούμε να επιμείνουμε στους αυταπόδεικτους νόμους της Ιστορίας. Οι μόνοι που εξακολουθούμε να ψελλίζουμε ονόματα και θεωρίες παλιές μα ισχύουσες, που οι άλλοι τις αποσιωπούν  γιατί είναι της μόδας μια τέτοια αποσιώπηση. Θυμούμαι δα διαπρύσιους (φλογερούς και οξείς) ρήτορες που δεν είχαν άλλο τι να πουν παρά μονάχα ό,τι είχαν γράψει  ο Μαρξ ή ο Λένιν και που τώρα, αυτοί οι ίδιοι ρήτορες φορώντας την ξεβαμμένη τους τήβεννο ψάχνουν τις καινούργιες λέξεις, για να πουν, τι άλλο, αυτά που είχαν γράψει ο Μαρξ ή ο Λένιν. Εμείς επιμένουμε όμως. Και αυτή ακριβώς η επιμονή είναι που μας χρεώνει με αντιφάσεις και με άλλες περίεργες αγκυλώσεις, το πραγματικό, δηλαδή το ιστορικό νόημα των οποίων δεν προσπαθήσαμε να το αποκαλύψουμε και να το περιγράψουμε με απλό και πειστικό τρόπο. Δεν προσπαθήσαμε ούτε τώρα στα χρόνια της βαθιάς κρίσης να περιγράψουμε με απλό και πειστικό τρόπο την ουτοπία των λαϊκών οραμάτων απέναντι στην οργανωμένη αντίθεση οποιασδήποτε εξουσίας. Και δεν μιλώ βέβαια για την «ουτοπία» που σημαίνει το «μη πραγματοποιήσιμο». Μιλώ για την «ουτοπία» που προκύπτει από την άρνηση των εχθρών κάθε ανατροπής αλλά και κάθε απλής αλλαγής.

Ακόμα, δεν προσπαθήσαμε να αποδείξουμε με πειραματικό – αδιαμφισβήτητο τρόπο την κενότητα του αντίπαλου λόγου. Δεχτήκαμε να χρεωθούμε μόνοι εμείς την κατάχρηση των συνθημάτων, την ανεδαφικότητα της ξύλινης γλώσσας, την επιμονή σε παλιά σχήματα λόγου. Κι όμως περνούμε μια εποχή που ο αγοραίος καπιταλισμός   αριστεύει στην παραγωγή των κατασκευασμένων λεκτικών σχημάτων, με την βοήθεια των οποίων  προσπαθεί να υπερβεί την αναξιοπιστία  των πράξεων του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς. Δεν είναι υπερβολή να πω πως τον τελευταίο καιρό οι καταχθόνιες συμπεριφορές της Δύσης, αλλά και των… νεοδυτικών υποτακτικών τους , των ξιπασμένων νεοκαπιταλιστών,  νεοορθόδοξων και νεοχούλιγκαν ενώ παραμένουν εφιαλτικά ίδιες, ανακοινώνονται και επισημοποιούνται με ονόματα και επιθετικούς προσδιορισμούς καινοφανείς μόνο για λίγο καιρό, γιατί πολύ γρήγορα, σχεδόν πριν προλάβουν να καταχωρηθούν στις νέες εγκυκλοπαίδειες, χάνουν τα ψευδώνυμα περιεχόμενα τους και αποκαλύπτονται με το πραγματικό τους νόημα.

Και τότε είναι που φαίνεται καθαρά πως αυτοί που στέκονται απέναντι από μας και μας κοιτούν μοχθηροί και περιπαίχτες ποτέ δεν εννοούν αυτό που λένε. Νέες συμφωνίες που κρύβουν παλιές σκοπιμότητες «πακέτα» με νέο λαμπρό περιτύλιγμα για να κρυφτεί η ημερομηνία λήξης του περιεχομένου, συμφωνίες μισοσκεπασμένες κάτω από τα αραχνοΰφαντα ονόματα δυτικοευρωπαϊκών κωμοπόλεων όπως Μάαστριχτ, π.χ. ίσως Γουαδελούπη αργότερα, ή Αμπρακατάμπρα, να σκεπάζεται καλά η αλήθεια, να φαίνεται όμως και λίγο από την προκλητική σάρκα της δυτικοευρωπαϊκής πορνικής ευημερίας!

Και πάνω σ’ αυτό ακριβώς το πεδίο ο καπιταλισμός κέρδισε. Κέρδισε τη μάχη των λέξεων και των εικόνων. Αρνήθηκε και  πολέμησε σκληρά την ειλικρίνεια του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» ασκώντας την ίδια στιγμή με θρησκευτική πειθαρχία τα τεχνάσματα του «καπιταλιστικού υπερπραγματισμού». Και κατάφερε μέσα από τις δικές του τεχνοτροπίες να περιγράψει με δικό του τρόπο τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Κατάφερε να χρεώσει με διεστραμμένη λογιστική λογική τους θανάτους των πεινασμένων παιδιών, κατάφερε να αποσιωπήσει τους αριθμούς των ανέργων, να συκοφαντήσει τους αγώνες των αδικημένων, να αποκρύψει τον ανερχόμενο νεοναζισμό. Κατάφερε ακόμα στις μέρες των μεγάλων πτήσεων να ερμηνεύσει τα αίτια με μια δική του πολιτική «αισθητική», που ούτε απαντούσε ούτε υπαινισσόταν κάποια απάντηση. Απλώς περιέπαιζε! Κατάφερε σε τελευταία ανάλυση, μόνος πια, διαιτητής και παρατηρητής, ο καπιταλισμός με το φτιασιδωμένο πρόσωπο του προστάτη, να σφυρίξει τα «φάουλ» του παιχνιδιού, ανάλογα με το ύψος της… εκάστοτε δωροδοκίας.

Γι’ αυτό είπα και πιο πάνω: είναι καιρός να αλλάξουμε ύφος και με τρόπο πειστικό και προπαντός απλό, να περιγράψουμε και να αποκαλύψουμε  την κενότητα του αντίπαλου λόγου. Να καταλάβει πια ο ταλαιπωρημένος μικρός πως όλες αυτές οι καινούργιες λέξεις που σέρνονται στους δρόμους της φτωχής μας πατρίδας είναι παγίδες. Είναι όλες ένα μεγάλο ψέμα (…)» 

 (*) Το κείμενο αυτό, υπό τον τίτλο «Για ένα άλλο ύφος», γράφτηκε πριν από είκοσι ένα χρόνια. Δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 4 Οκτώβρη 1992. Συντάκτης του ήταν ο κομμουνιστής, ο δάσκαλος, ο Γιώργος Χουρμουζιάδης. Ότι σε πολλά σημεία του αυτό το κείμενο μοιάζει σαν να γράφτηκε σήμερα δεν οφείλεται στο ότι ο Γιώργος Χουρμουζιάδης ήταν «προφήτης». Οφείλεται στο ότι ήταν Κομμουνιστής. Δηλαδή αξιώθηκε να κατέχει τα εργαλεία για να αναλύει το τώρα και να «βλέπει» το αύριο με τη βοήθεια της Επιστήμης και της Λογικής. Σε σημεία αυτού του κειμένου εμείς οι «μαθητές» του Χουρμουζιάδη μπορεί να διαφωνούσαμε και να διαφωνούμε μαζί του. Το ότι ο ίδιος δεν «απαγόρευσε» ποτέ τη διαφωνία μας ρίχνοντας – και έτσι – λίπασμα στη σκέψη μας και ότι δεν μας στέρησε ποτέ την τιμή να θεωρούμαστε «μαθητές» του, οφείλεται στο ότι ο Χουρμουζιάδης ήταν Δάσκαλος.     

email: mpog@enikos.gr

Share

Facebook Digg Stumbleupon Favorites More